Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

 

Τέσσερις δεκαετίες στο σανίδι, παραστάσεις, ρόλοι, συνεργασίες, ομάδες που διέγραψαν λαμπρή ιστορία αλλά διαλύθηκαν και «τώρα στα γεράματα», όπως μου δηλώνει με έντονη αίσθηση αυτοσαρκασμού και χιούμορ, η ίδια αυτοπροσδιορίζεται ως: «η μούσα του Underground» συνεχίζοντας να ελπίζει στο όνειρο με το οποίο ξεκίνησε να κάνει αυτή τη δουλειά, να υπάρχει καλλιτεχνικά σε μια ομάδα, αλλά ουσιαστικά, καταφέρνοντας να συμπορευτούν όλοι μαζί  μ’ ένα κοινό όραμα, όπως τότε.

 «Πήρα σύνταξη και κάνω τρελίτσες, κατάλαβες;» Θα μου πει μ’ ένα αφοπλιστικό χαμόγελο η Αλεξάνδρα Παντελάκη, καθισμένη αναπαυτικά στον καναπέ του δωματίου της, όπου με υποδέχθηκε. Χώρος που μάλλον με καμαρίνι μοιάζει, γεμάτος φωτογραφίες, θεατρικά προγράμματα και αξεσουάρ.

Σαν από κάθε γωνιά του, να σου χαμογελά και ένα γνώριμο πρόσωπο της θεατρικής μας οικογένειας, μια παλιά της συνεργασία, καθένας τους και μια ιστορία. Εκείνη ανάβοντας ένα τσιγάρο και ρουφώντας μια τζούρα μπορεί να σου πει τόσες ιστορίες θεάτρου και ζωής που δύσκολα ξεχωρίζει η μια από την άλλη….

Αυτή την περίοδο την απολαμβάνουμε σε έναν ξεχωριστό ρόλο στη «Φονική Παγίδα» του Ira Levin στο Αγγέλων Βήμα, όμως αυτό δεν της είναι αρκετό. Πάσχοντας από το «σύνδρομο των οκτώ», όπως δηλώνει, κάνει παράλληλα εντατικές πρόβες για το «Ex-Να ψοφήσουν οι πρωταγωνιστές» του Γκαμπριέλ Καλντερόν που θα κάνει πρεμιέρα σε λίγες μέρες(24/2) στο 104.

 

Σας βλέπουμε στη «Φονική Παγίδα» στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα. Πείτε μας δύο λόγια για την παράσταση.

Τη «Φονική Παγίδα»( Deathtrap)μου την πρότειναν ο Γιάννης Λασπιάς μαζί με τον Αντώνη Λουδάρο. Τον Γιάννη τον γνώρισα τώρα, είναι νέο παιδί στο χώρο και εξαιρετικός στη δουλειά του, τον Αντώνη τον ήξερα χρόνια, είχαμε συνεργαστεί πολλές φορές και στο Εθνικό Θέατρο. Η διάρκεια των προβών ήταν για εμένα από τις πιο ευχάριστες περιόδους στην καριέρα μου. Είναι απόλαυση να βλέπεις τον Λουδάρο επί σκηνής μυρίζει θέατρο, με την ευκολία που είναι στη κρεβατοκάμαρά του, είναι και στη σκηνή! Επιπλέον είναι και τρομερά γενναιόδωρος συνάδελφος, να σε προστατέψει, να σου «ανεβάσει» τη σκηνή, αλλά ακόμα και στα καμαρίνια σαν μπαμπάς μας να μας βάψει και να μας χτενίσει. Είναι χαρά να δουλεύεις με αυτόν το συνάδελφο,δε χρειάζεται να συγκεντρωθείς στο ρόλο σου, συγκεντρώνεσαι σε εκείνον.

Στην επιτυχία συμβάλλει και το ίδιο το έργο πιστεύετε;

Φυσικά! Το έργο το ξέρουμε όλοι από την ταινία του 1982 με πρωταγωνιστή τον  Michael Caine, αλλά και ο συγγραφέας του έργου, ο Ira Levin, έχει γράψει πασίγνωστα θρίλερ, αρκεί να σκεφτεί  κανείς ότι έχει γράψει το «Μωρό της Ρόζμαρι». Δεν είναι τυχαίο ότι η « Φονική Παγίδα» ήταν από τις μεγαλύτερες  επιτυχίες στην ιστορία  του Broadway. Η δική μας παράσταση έχει και αυτή τρελή επιτυχία και νομίζω, ότι είναι κρίμα που παίζουμε μόνο Δευτερότριτο. Διότι, αν παίζαμε περισσότερες μέρες πάλι γεμάτο θα ήταν το θέατρο. Δεν μπορούσαμε όμως, γιατί ο Αντώνης  (Λουδάρος) πρωταγωνιστεί τις άλλες μέρες στην παράσταση η «Ζωή του όλη» που σκηνοθετεί η Μιμή Ντενίση, όπου οι όροι είναι πιο επαγγελματικοί από την άποψη της αμοιβής. Διότι, εδώ, είμαστε με ποσοστά, 50% το θέατρο και 50% εμείς.

Είμαστε όσοι είμαστε, μπορείς να καταλάβεις …Αλλά και πάλι κάτι μένει. Επειδή παίζουμε γεμάτοι και επειδή το Αγγέλων Βήμα δεν είναι χωρητικότητας  σαράντα θέσεων. Δεν πειράζει που τα λέω αυτά, να τα ξέρει ο κόσμος, για να γνωρίζουν κάτω από ποιες συνθήκες δουλεύουν οι ηθοποιοί.

Στην παράσταση σας βλέπουμε σ’ έναν κόντρα ρόλο. Όχι για παράδειγμα, στον ρόλο της μάνας που κάνετε συχνά.

Έχω βαρεθεί να κάνω τις μάνες από τη σχολή ακόμα, τη Σχολή Κατσέλη, τελείωσα, μου έδιναν τέτοιους ρόλους και του έλεγα του Κατσέλη:«Δάσκαλε, αν κάνω από τώρα τις μάνες, τι θα απομείνει για όταν μεγαλώσω;». Κι εκείνος μου απαντούσε :«τις ίδιες μάνες καλύτερα παιδί μου. Και να ευχαριστείς το θεό που είσαι καρατερίστα και όχι ενζενί, κι έτσι θα έχεις δουλειά μέχρι τα ογδόντα» το είπε και έγινε! Έχω γράψει έναν κατάλογο εδώ σε πόσους Έλληνες ηθοποιούς έκανα την μάνα, πρέπει να είναι πάνω από σαράντα! Μερικοί από αυτούς ήταν μεγαλύτεροι από εμένα…

Όπως ο Λευτέρης Βογιατζής…

Ναι, στο «Θείο Βάνια» που τότε ήμουν 36 χρονών και κάθε μέρα με έβαφε, μου φορούσε περούκα… Μέχρι που κάποια στιγμή μου λέει: «Τα χέρια σου είναι νεανικά» «Εντάξει, ρε Λευτέρη να φορέσω γάντια» και μου είπε με το γνωστό του ύφος : «Ευκολίες, ευκολίες! Όπως όλοι οι Έλληνες ηθοποιοί!» Και τελικά, βάφαμε και τα χέρια!

 

Ο Λευτέρης Βογιατζής με την Αλεξάνδρα Παντελάκη στο "Βόυτσεκ

Τώρα λοιπόν, είστε μέντιουμ;

Ναι, τώρα αυτή η ηρωίδα είναι διαφορετική, είναι Ολλανδέζα, έχει ένα αξάν, προσδίδει σασπένς και χιούμορ στο έργο. Είναι ένας ρόλος περίεργος, μυστηριώδης, αλλά αποφασίσαμε με τον σκηνοθέτη της παράστασης(Γιάννη Λασπιά) να μην την βγάλουμε με το κλισέ της μάγισσας. Την παρουσιάσαμε σαν τη γυναίκα της διπλανής πόρτας και από εκεί, αφήσαμε να προκύψει και η επικινδυνότητά της.

Επομένως, σας αρέσει να δοκιμάζετε πράγματα στη σκηνή;

Εγώ πιστεύω, ότι γίναμε ηθοποιοί για να μεταμορφωνόμαστε. Δε γίναμε ηθοποιοί, ούτε για να δείχνουμε τον εαυτό μας, ούτε για να κάνουμε τις ωραίες. Κάθε φορά, που ο ρόλος είναι μια πρόκληση για μεταμόρφωση, ενθουσιάζομαι!

Είπαμε, προηγουμένως, για το «Ανοιχτό Θέατρο», την εποχή που παίζατε με τον Λευτέρη Βογιατζή. Τότε αντιμετωπίζατε την λογοκρισία, σήμερα ο κλάδος σας έχει άλλα προβλήματα….

Ίσως, μεγαλύτερα…

Ποια είναι αυτά; Πώς βιώνετε τώρα την κατάσταση;

Το «Ανοιχτό Θέατρο» ήταν μια ομάδα που ιδρύθηκε μέσα στη Δικτατορία από τον Γιώργο Μιχαηλίδη και από εμάς, που ήμασταν μωρά τότε, ο Λευτέρης Βογιατζής, που τότε δεν ήταν ο «Λευτέρης Βογιατζής» ήταν ένας ηθοποιός, κανονικός, σαν και εμάς, τη Σοφία Σπυράτου, τη Μαριάννα Τζιραλίδου κ.α. Μπήκαμε και αρχίζαμε και χτίζαμε….και όταν λέω «χτίζαμε» κυριολεκτώ, ήταν το κτίριο που είναι τώρα το θέατρο της Μπέττυς Αρβανίτη. Ήταν μια ηρωική πράξη αυτό το πράγμα και προσπαθούσαμε να ανεβάσουμε έργα, τα οποία να μιλάνε εκ παραβολών. Για παράδειγμα, ανεβάσαμε το «Βόυτσεκ» και το βάλαμε σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης που ούτως ή άλλως είναι, εκεί ήταν σαφής η αναφορά ή τον «Κυριακάτικο περίπατο» που έδειχνε κάποια πράγματα και ήταν και το μεγάλο μας σουξέ. Τότε, όμως, δεν υπήρχε και σε κάθε γωνιά και μια ομάδα. Η κάθε ομάδα που υπήρχε είχε ένα φοβερά σοβαρό λόγο ύπαρξης, είτε να κάνει αντίσταση είτε να προτείνει κάτι. Δεν είναι όπως τώρα, που κάθε παιδί που τελειώνει τη δραματική σχολή κάνει και μια ομάδα. Αυτή η πληθώρα, που υπάρχει τώρα, έχει σαν αποτέλεσμα θεατής να μπερδεύει την «ήρα από το στάρι». Τότε ήμασταν μια μονάδα υπολογίσιμη και ήξερε το κοινό γιατί να μας επιλέξει.

Επιπλέον, δεν μπορώ να πω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η λογοκρισία, το πιο δύσκολο ήταν η φτώχεια, η πείνα, τα ελάχιστα μέσα για να κάνουμε τη δουλειά μας. Αυτό όμως που διαφοροποιούσε εκείνη την εποχή με το σήμερα είναι, πως τότε υπήρχε ένα κοινό όραμα και φοβερή πίστη…

 

Στα χρόνια της Σχολής κάτω αριστερά ο Δημήτρης Καταλειφός.

Η πίστη στον σκηνοθέτη έχετε πει…

Η πίστη στο σκηνοθέτη, ούτως ή άλλως και στο σκοπό για τον οποίο κάνουμε θέατρο. Η πίστη στο σκηνοθέτη με τα χρόνια κακώς ή καλώς έχει ατροφήσει, δηλαδή η νέα γενιά δεν μπορεί να ζήσει με τις προσωπολατρίες που ζούσαμε εμείς και ίσως πολύ καλά κάνει. Γιατί η προσωπολατρία εμπνέει και ένα φόβο και ο φόβος είναι ανασταλτικό πράγμα, ενέχει μια αποποίηση ευθυνών, αυτό πλέον δεν υπάρχει, από την άλλη μεριά όμως,υπάρχει τρομακτικά μεγάλη προχειρότητα! Δεν είναι δυνατόν κάθε ηθοποιός να δουλεύει σε τρεις δουλειές. Δε γίνεται!

Και δουλεύει σε τρεις δουλειές μήπως βγάλει το βασικό! Αναγκαστικά, η ποιότητα θα πέσει. Τότε υπήρχε μια πίστη ότι αυτό που προσφέρουμε στον κόσμο είναι τρομερά σημαντικό, τώρα τα πράγματα γίνονται περισσότερο για να καλύψουν οι ηθοποιοί μια ανάγκη έκφρασης προσωπική. Δεν καταλαβαίνω, πως είναι δυνατόν 700 άνθρωποι που βγαίνουν κάθε χρόνο από τις δραματικές σχολές να έχουν τόση ανάγκη έκφρασης. Γίναμε ξαφνικά όλοι καλλιτέχνες; Έχει κατέβει ο πήχης και με τον θάνατο του Λευτέρη(Βογιατζή) κατέβηκε ακόμη περισσότερο, γιατί ήταν ένα σημείο αναφοράς. Και πραγματικά, μπορείς  να βρεις διαμάντια, ανάμεσα σ’ αυτές τις 1.500 παραστάσεις, αλλά άντε να τα ξεχωρίσεις…

Και τι θα γίνει, πιστεύετε;

Ο χρόνος θα δείξει! Το ποια ομάδα θα αντέξει από όλες αυτές που παίζουν στο φουαγιέ, στο καμπινέ, στον λουτροκαμπνινέ, στην αποθήκη και τον άλλο χρόνο διαλύονται οι περισσότερες. Οι ομάδες που αντέχουν, ήδη, έχουν φανεί οι περισσότερες.

Μετανιώσατε που δεν παραμείνατε σε κάποια ομάδα, όπως τότε με το «Ανοιχτό Θέατρο» ;

Από το «Ανοιχτό» έφυγα τελευταία…Μετά που ήμουν στο θέατρο του Λευτέρη («Σκηνή») πάλι διαλύθηκε. Είναι η μοίρα των ομάδων στην Ελλάδα. Σου μιλάω για ομάδες τρομακτικές ακόμα και το «Ελεύθερο», που ήταν η ιστορική ομάδα κάποια στιγμή διαλύθηκε, αφού όμως είχαν παράξει πολύ σπουδαίο έργο.

Θα ήθελα ιδανικά να ανήκω σε μια ομάδα, αλλά σε ομάδα! Κάπου, που να έχουμε κοινούς στόχους και να πορευόμαστε μαζί καλλιτεχνικά, δηλαδή γι’ αυτό έγινα και ηθοποιός. Δεν την έχω εγκαταλείψει αυτή τη φιλοδοξία. Οι άνθρωποι της ηλικίας μου, όμως, όπως βλέπεις κάνουν μεμονωμένο θέατρο. Δεν έχω μια ομάδα εγώ με τον Δημήτρη Καταλειφό, τον συμμαθητή μου, και αν συνεργαστούμε, θα γίνει για ένα έργο και από πίσω θα είναι τα Αθηναϊκά Θέατρα.

Φαντάζομαι για λόγους βιοποριστικούς….Όπως μου λέγατε και πριν.

Ναι, γιατί και εγώ και ο Καταλειφός και οι άνθρωποι της γενιάς μου, είχαμε μάθει να ζούμε από το θέατρο. Δεν εννοούνταν να μην πληρωνόμαστε τις πρόβες, τα δώρα των Χριστουγέννων, τα επιδόματα μας, όλα κανονικά. Θα μου πεις τότε υπήρχε και ο θεσμός των επιχορηγήσεων ή τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ στα οποία θήτευσα επί μακρόν. Εγώ ήμουν τυχερή, είχα δουλέψει στη Λάρισα με τον Κώστα Τσιάνο, στην Πάτρα, με την Μάγια Λυμπεροπούλου. Τότε ήταν η άνθιση των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ και έγιναν ωραίες παραστάσεις και εκτός Αθηνών. Εμείς πληρωνόμασταν μέχρι δεκάρας και ζούσαμε από τη δουλειά μας, οι σημερινοί ηθοποιοί δεν ζουν από τη δουλειά τους, ούτε θα ζήσουν ποτέ. Στη παράσταση που ετοιμάζουμε τώρα, που παίζουν μαζί μου νέα παιδιά, όλα μα όλα, κάνουν άλλη δουλειά και έρχονται πεθαμένα στην πρόβα, γιατί δουλεύουν σε μπαρ. Και μετά από την παράσταση τι θα βγάλουν; Όταν το θέατρο έχει 40 θέσεις και είμαστε εφτά και πρέπει να βγει και το  νοίκι! Θα ήθελα να ήμουν στον Τάρλοου ή στην Μπέττυ Αρβανίτη που πληρώνει! Αυτούς που πληρώνουν πρέπει να τους κάνουμε ένα άγαλμα πλέον….

Εύλογα, λοιπόν, θα ρωτούσε κανείς, τι κάνετε εσείς, με τόση εμπειρία, σ’ αυτά τα θέατρα;

Εγώ, επειδή είχα την τύχη και έβγαλα σύνταξη, κάνω τρελίτσες τώρα! Έτσι ξαφνικά, σ’ αυτή την ηλικία που είμαι, έγινα η μούσα του Underground… (γέλια).Εκεί που ήμουν στο Εθνικό βασίλισσα επί (Νίκου) Κούρκουλου, ήρθε ο (Γιάννης) Χουβαρδάς και πάνε οι παλιοί… Έρχεται ο (Σωτήρης)Χατζάκης επιστρέφω πάλι, αναλαμβάνει ο (Στάθης) Λιβαθινός έχει κλείσει το ρεπερτόριο και μέχρι του χρόνου δεν είμαι πουθενά….Σήμερα, ή το Εθνικό θα σε πάρει ή η Στέγη για ένα τρίμηνο να σε πληρώνει ή το Ωνασείο, που κάνει μόνο όπερες, αλλά δεν τραγουδάω. Παρ’ όλα αυτά και έτσι, ως «μούσα του Underground», έχω κάνει δουλειές που τις έχω απολαύσει πολύ, χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το περσινό με την «Παράλειψη της Οικογένειας Κόλεμαν» ένα έργο καρδιάς του Κλαούντιο Τολκατσίρ (σκην. Μαριτίνα Πάσσαρη).

Στην παράσταση η «Παράλειψη της Οικογένειας Κόλεμαν» στη Β' σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας 

Έχετε κάνει και πολλές τηλεοπτικές δουλειές αυτές τις ευχαριστηθήκατε εξίσου;

Επειδή εμείς μεγαλώσαμε με τη λάθος αντίληψη «τηλεόραση-φτου-κακά» αναγκάστηκα να κάνω τηλεόραση, όταν αρρώστησε ο πατέρας μου και στην αρχή το έκανα με πίεση. Μετά από λίγο καιρό, όμως, ανακάλυψα ότι είναι ένα μέσον, που αν το εκμεταλλευτείς σωστά είναι τρομερά εποικοδομητικό για έναν ηθοποιό, διότι έχει το «εδώ και τώρα». «Τώρα θα κλάψεις», «Τώρα θα πεθάνεις» αναφέρομαι στη «10η Εντολή» που στις έξι το πρωί έπρεπε να πεθάνεις, δεν υπήρχε η δυνατότητα να το μελετήσεις στο σπίτι σου. Αυτό σε κρατάει σε μια κατάσταση ετοιμοπόλεμη του να μη σκέφτεσαι, να μην υπεραναλύεις, να μη φοβάσαι, να τα δίνεις όλα στο εδώ και το τώρα! Αυτά είναι τρομακτικά εργαλεία για τη δουλειά μας.

Την αναγνωρισιμότητα πώς τη διαχειρίζεστε;

Μόνο χαρά μου δίνει! Δεν καταλαβαίνω τους συναδέλφους που λένε το αντίθετο. Αφού ξέρω ότι με το «Ευτυχισμένοι μαζί» μπήκα στα σπίτια όλης της Ελλάδας, είχαμε ένα ποσοστό 40% και τώρα το βλέπουν και οι επόμενες γενιές. Είναι φυσικό λοιπόν, ο κόσμος να μου μιλάει στο δρόμο και έχω και τα «τυχερά» μου!

Δηλαδή;

Οι ταξιτζίδες δεν μου παίρνουν λεφτά, πάω στα νοσοκομεία και μου λένε: «περάστε». Έβγαλα σύνταξη πολύ πιο γρήγορα στο ΙΚΑ, γιατί με αναγνώρισαν οι κυρίες εκεί. Πήγε η Λυδία Κονιόρδου και έκανε τρία χρόνια να βγάλει! Εντάξει αυτό είναι αδικία, τεράστια αδικία μιλάμε για την μεγαλύτερη Ελληνίδα τραγωδό, σκασίλα τους! Αυτοί βλέπουν τηλεόραση! Πέρα από αυτά τα οφέλη, που τα λέμε για να γελάσουμε, εμένα με συγκινεί αυτή αγάπη του κόσμου. Καταρχάς δεν με λένε «Αλεξάνδρα» με λένε «Κυρία Ιφιγένεια» γεγονός που σημαίνει ότι ήμουν καλή στο ρόλο και πως με αγαπήσαν και αυτό θα μου προκαλεί θλίψη; Τόση διαστροφή δεν την αντέχω…

Είναι λίγο «δηθενιά» όλο αυτό από κάποιους συναδέλφους σας;

Αν ήμουν τόσο διάσημη, σαν την Βουγιουκλάκη, να μην μπορούσα να βγω από το σπίτι, μπορεί και να είχα θέμα. Τι να σου πω; Εγώ δεν είμαι. Μπορώ και το διαχειρίζομαι. Ούτε πήραν τα μυαλά μου αέρα σ’ αυτή την ηλικία. Ήταν πολύ αργά για να γίνει αυτό. Επίσης, κάνει και άλλο καλό η τηλεόραση. Αυτοί που σ’ έχουν δει στο «Ευτυχισμένοι μαζί» έχεις μια ελπίδα να έρθουν στο θέατρο. Θυμάμαι κάποτε που ο μακαρίτης ο Μηνάς ο Χατζησάββας έπαιζε «Άμλετ» στο θέατρο του Μιχαηλίδη και τον ίδιο καιρό παιζόταν η «Αναστασία» και έλεγε :«Δόξα τον Θεό που προβάλλεται και η σειρά, γιατί όσοι την βλέπουν έχουν την ευκαιρία να μάθουν και τον Σαίξπηρ». Δεν είναι πάντα κακή η τηλεόραση, άσε που ήταν και υπέροχη σειρά η «Αναστασία».

Και είχατε κάνει και μαζί πολλά μαζί με τον Μηνά Χατζησάββα…

Ναι, το πουλάκι μου, εξαιρετικός συνάδελφος, αυτός λείπει πολύ….

Οπότε είστε ανοιχτή και σε τηλεοπτικές προτάσεις…

Μακάρι να μπορούσα να ξανακάνω τηλεόραση, αλλά πρέπει να εξοριστώ στην Κύπρο για να πληρωθώ. Εδώ, βλέπεις τι γίνεται, έκοψαν ακόμα και την «Παρθένα Ζωή» που έκανε νούμερα που να παίξω; Στο «Τατουάζ»; Δεν με παίρνουν…

Δεν έχετε πάει στο «Survivor» γι’ αυτό μάλλον…Εκεί πήραν τον «Ντάνο».

Ε, ναι! Όταν φτάσαμε ένας λαός να βλέπουμε «Survivor» μετά θα κάνουμε και το συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, αυτά είναι αλληλένδετα! Το μυαλό έχει φτάσει στον πάτο! Αυτός που βλέπει αυτή τη σαχλαμάρα σίγουρα θα πάει μετά και στο Σύνταγμα να αποφασίσει δεν ξέρω γιατί...

Για την Μακεδονία, λένε…

Ναι, και τώρα θυμήθηκαν τη «Novartis» και μετά κάτι άλλο…για να πουλάνε τα κανάλια. Είναι ανέκδοτο αυτό το πράγμα.

Ας, επανέλθουμε όμως στα δικά σας. Μου έκαναν  μεγάλη εντύπωση δύο περιστατικά από την πορεία σας. Το ένα ήταν ότι στην παράσταση «Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού» μάθατε σε λίγα εικοσιτετράωρα και τα λόγια σας και τη νοηματική(!) και ότι κάποτε χάσατε την μητέρα σας αλλά συνεχίσατε να παίζετε….

«Οι αντικαταστάσεις σώζουν ζωές», αυτός είναι ο τίτλος! Είναι απαραίτητες στο θέατρο και αλίμονο αν δεν είναι έτοιμος ο ηθοποιός να τις κάνει. Τότε με την μητέρα μου, ήμουν εικοσιέξι χρονών, δούλευα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με σκηνοθέτη τον Γιώργο Σεβαστίκογλου. Ο ίδιος είχε κάνει τη διασκευή του κειμένου και είχε προσθέσει το ρόλο της υπηρέτριας, της χήρας Λουτσέτα. Εγώ λοιπόν ήμουν η υπηρέτρια της Κατερίνα, της στρίγγλας, ρόλο που υποδυόταν η Μάγια Λυμπεροπούλου. Εκείνη την περίοδο, λοιπόν, πέθανε η μητέρα μου. Ενώ ήμουν στο θέατρο με ειδοποίησαν ότι αργοσβήνει. Ο τότε καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ, Σπύρος Ευαγγελάτος, φροντίζει ώστε αμέσως μετά την παράσταση να φύγω για την Αθήνα. Δυστυχώς, δεν την πρόλαβα για λίγα λεπτά. Όταν έφτασα στο νοσοκομείο, είχε ήδη φύγει· δεν την πρόλαβα για δέκα λεπτά. Μετά την κηδεία, πήρα το αεροπλάνο και το βράδυ έπαιξα κανονικά στην παράσταση.

Αυτό ήταν ότι πιο δύσκολο σας έχει συμβεί στη σκηνή;

Όχι και να σου εξηγήσω γιατί. Πέραν του ότι με βοήθησε πολύ ο Σπύρος Ευαγγελάτος, που ήταν πολύ κοντά στους ηθοποιούς σ’ αυτά τα θέματα, εγώ σ’ αυτό το τραγικό: «Πέθανε η μάνα μου και έπαιζα» θα απαντούσα : « Ευτυχώς που έπαιζα» γιατί είσαι εκτός σπιτιού και το μυαλό σου απασχολείται με κάτι άλλο για να μην βουλιάξεις τελείως στο πένθος. Σε βοηθάει αυτό το πράγμα, μπορεί την ίδια μέρα να είναι κάπως επώδυνο, αλλά γενικά, είναι καλό να απασχολείσαι με κάτι άλλο, αλλιώς σε παίρνει από κάτω η απώλεια. Αντίθετα, θα θεωρούσα πολύ πιο δύσκολο το να παίζω άρρωστη, το οποίο, βεβαίως έχει συμβεί σ’ όλους. Θυμάμαι στο Θεσσαλικό που έπαιζα με τρομερούς πόνους περιόδου και ενέσεις καθισμένη σε καρέκλα.

Έχετε δηλώσει ότι «Το θέατρο ήταν τελείως διαφορετικό από αυτό που ονειρευόμουν». Τι ονειρευόσασταν κ. Παντελακη;

Αυτό που σου είπα πριν, ονειρευόμουν ομάδα! Το μεγαλύτερο πλήγμα για εμένα ήταν η διάλυση της «Σκηνής» γιατί ήταν η ομάδα, των ομάδων! Το θέατρο που έκαναν όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι μαζί και δεν μου άρεσε που είδα ότι έφυγε αλλού ο Βασίλης (Παπαβασιλείου), αλλού η Άννα (Κοκκίδου), αλλού ο Τάσος (Μπαντής). Θα μου πεις, ήταν τόσο ισχυρές προσωπικότητες που θα ήταν αδύνατον να συνυπάρξουν. Απόδειξη ότι ο καθένας έκανε το δικό του θέατρο! Όπως είχε πει κάποιος : «Αυτό δεν ήταν ‘’Σπασμένη στάμνα’’ ήταν ‘σπασμένη μήτρα΄΄! Εφτά θέατρα βγήκαν!» Εγώ όμως είχα πιστέψει πολύ, ήθελα αυτοί οι φωτισμένοι άνθρωποι να μείνουν μαζί.

Σε λίγες μέρες, έχετε πάλι πρεμιέρα, πείτε μας για την νέα παράσταση.

Ως μούσα του Underground και με τον φόβο του κενού, γιατί η «Φονική παγίδα» παίζεται μόνο δύο φορές την εβδομάδα, είπα «ναι» και σ’ αυτή τη δουλειά. Γιατί ο ηθοποιός έχει αυτό που λέει ο Βουτσάς, το «σύνδρομο των οκτώ» το ξέρεις αυτό;

Όχι…

Α, είναι αυτό το πολύ γνωστό σύνδρομο, που λέει ότι στις οκτώ ανεβάζω πυρετό, γιατί όλοι είναι στην κουΐντα και εγώ τι κάνω ο μαλάκας σπίτι μου! (γέλια). Αυτό βέβαια, δεν έχει καμία σχέση με τέχνη έχει σχέση με ψυχοπαθολογία για να λέμε και του στραβού το δίκιο.

Και τι θα κάνετε λοιπόν για να απαλλαγείτε αυτού του συνδρόμου;

Η παράσταση λέγεται «Ex-Να ψοφήσουν οι πρωταγωνιστές» και σκηνοθετεί ο Πάνος Κούγιας, το έργο δεν έχει καμία σχέση με πρωταγωνιστές θεάτρου, αφορά τους πολιτικούς και το έγραψε ο Ουρουγουανός Γκαμπριέλ Καλντερόν. Η πρεμιέρα θα γίνει στις  24 Φεβρουαρίου στο «104» και θα παίζουμε Σαββατοκύριακα. Στη σκηνή θα δείτε τον Αργύρη Γκαγκάνη, την Δάφνη Μανούσου, τον Ιωάννη Αθανασόπουλο, τον Αδριανό Γκάτσο, τον Χρήστο Καρανικόλα και τη  Γεωργία Παντέλη. Σύμφωνα με την υπόθεση, η Άννα, μια νέα που προσπαθεί να μάθει την αλήθεια για το τί συνέβη στην οικογένειά της την περίοδο της δικτατορίας στην Ουρουγουάη, αποφασίζει, με τη βοήθεια του εφευρέτη συντρόφου της, του Ταδέο, να συγκεντρώσει ξανά όλους τους συγγενείς της γύρω απ’ το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Με τη βοήθεια μιας χρονομηχανής που έχει κατασκευάσει ο Ταδέο, συγγενείς απ’ το παρόν και απ’ το παρελθόν, ζωντανοί και νεκροί, μαζεύονται σ’ ένα παράξενο δείπνο δημιουργώντας τραγελαφικές καταστάσεις και προκαλώντας απροσδόκητες εξελίξεις.

 

 

 

 

 

 

 

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Please enter youtube id.

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία