Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

SLIDER2019

 
Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη
 
Ο Αντόν Τσέχωφ (1860-1904) καταγόταν από οικογένεια δουλοπάροικων της Ρωσίας, η οποία λίγο πριν την κατάργηση της δουλοπαροικίας το 1861 είχε προλάβει να εξαγοράσει την ελευθερία της. Για πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με το θέατρο στα δεκατρία του χρόνια. Όταν ήταν δεκαέξι ο πατέρας του χρεοκοπεί και μετακομίζει στην Μόσχα, αφήνοντας τον Αντόν πίσω να προσέχει τον μικρότερο αδερφό του. Ξανασυναντά την οικογένεια του τρία χρόνια μετά όταν πηγαίνει στην Μόσχα να σπουδάσει Ιατρική. Το 1884 αποφοιτά από την Ιατρική και παράλληλα με το επάγγελμα του γιατρού γράφει έργα. Από τα πιο γνωστά του ενδεικτικά αναφέρω τον Ιβάνωφ (1887), τον Θείο Βάνια (1889), το Γλάρο (1896), τις Τρεις Αδερφές (1901) και το κύκνειο άσμα του τον Βυσσινόκηπο που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω.
 
Ο Βυσσινόκηπος είναι μια υπαρξιακή ιστορία ενηλικίωσης. Μια ιστορία ανθρώπων που προσκολλημένοι στο παρελθόν, αδυνατούν να διαχειριστούν το παρόν. Η αδιάκοπη ροή της ζωής και τα δεδομένα που ανατρέπονται από τη μια στιγμή στην άλλη αποτελούν μια δύσκολη συνθήκη μια και οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να απεγκλωβιστούν από τις συνήθειες τους και να πάνε παρακάτω. Αυτό το μοντέλο στον Βυσσινόκηπο είναι η Λιούμπωφ και ο αδερφός της Γκάγιεφ, οι ιδιοκτήτες του. Χαρακτηριστικά η Λιούμπωφ λέει: «Αν υπάρχει κάτι πραγματικά αξιοθαύμαστο σε αυτήν την περιοχή είναι ο βυσσινόκηπος μας» κι έτσι αρνείται τη λύση που δίνει ο Λοπάχιν να κόψουν τα δέντρα ώστε να τεμαχιστεί η γη και να την πουλήσουν τμηματικά σε ενδιαφερόμενους παραθεριστές. Το νέο αίμα λοιπόν που έρχεται είναι ο Λοπάχιν. Ο Βυσσινόκηπος είναι η σύνθεση της αφήγησης μιας ιστορίας, η σκιαγράφηση της αστικής τάξης που σβήνει, η αναρρίχηση μιας νέας τάξης που περίμενε μέχρι να πάρει τη σκυτάλη και η περιγραφή του κύκλου της ζωής που αποτυπώνεται με τα νέα παιδιά που αντιμετωπίζουν με αισιοδοξία την αλλαγή ιδιοκτησίας του βυσσινόκήπου και με τον Φιρς που σηματοδοτεί το τέλος της. Για καθένα από τα πρόσωπα του έργου ο συμβολισμός του κήπου είναι διαφορετικός. Για τα αδέρφια είναι η παιδική τους ηλικία, οι μνήμες τους, οι αγαπημένοι τους άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια. Για τον ορθολογιστή Λοπάχιν, που από φτωχό χωριατόπαιδο εξελίχτηκε σε πλούσιο επιχειρηματία είναι ένα χρέος που οι ιδιοκτήτες αδυνατούν να αποπληρώσουν. Εξάλλου δεν παραλείπει να θυμίσει ότι η οικογένεια του κάποτε ήταν κολλίγοι τους. Για τον αιώνιο φοιτητή Τροφίμωφ είναι απομεινάρι  μιας εποχής που πρέπει να ξεχαστεί. Για την ψυχοκόρη της Λιούμπα, Βάρια είναι η καθημερινότητα της.
Για τον Φιρς, τον ηλικιωμένο πιστό υπηρέτη είναι η ζωή του που πέρασε και τη νοσταλγεί.
 
 Ο Βυσσινόκηπος εκτός από κλασικό έργο είναι και προφητικό. Ολοκληρώνεται το 1903, ένα χρόνο πριν πεθάνει ο Τσέχωφ και δεκαπέντε χρόνια πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση που ισοπέδωσε τα πάντα. Τα πρόσωπα του έργου δεν ήταν σε θέση να ξέρουν τι επρόκειτο να συμβεί, όπως και εμείς οι Έλληνες δέκα χρόνια πίσω δεν είχαμε συνειδητοποιήσει αυτό που θα ζούσαμε, για να δανειστώ τα λεγόμενα του σκηνοθέτη της παράστασης στο Θέατρο Δημήτρης Χορν, Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Επομένως το έργο, όσο παλιό και κλασικό κι αν είναι μπορεί κάποιος να το διαβάσει με μια σύγχρονη ματιά. Άρα μπορούμε να πούμε ότι είναι και πολιτικό έργο. Εξάλλου όλη η πλοκή κινείται γύρω από την απώλεια που αποτελεί διαχρονική πηγή λύπης.
visinokipos 2 kritiki texnes plus
 
Συνεχίζοντας θα αναφερθώ διεξοδικότερα στο σκηνοθέτη Μαρκουλάκη που λειτούργησε μεθοδικά και συντόνισε αριστοτεχνικά τον πολυμελή θίασο του, χαρίζοντας μας κάποιες αξέχαστες σκηνές όπως η σκηνή με τον Γκάγιεφ και τη Λιούμπα στην κούνια του κήπου, οι οποίοι σα να μη συμβαίνει τίποτα συνεχίζουν το παιχνίδι τους, ή αργότερα ενώ εκπλειστηριάζεται ο Βυσσινόκηπος οι ήρωες μεταμφιέζονται χορεύουν και ξεφαντώνουν με την Λιούμπα πρώτη να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι το μαγικό της ραβδί θα την βγάλει από τη δύσκολη θέση.  Άλλωστε η διατήρηση του παιδιού μέσα της είναι το καταφύγιο της. Με κορυφαία τη σκηνή που όλοι φεύγουν φορτωμένοι με τις βαλίτσες τους και τις απώλειες τους και μένει πίσω ο Φιρς να μονολογεί: «Με ξέχασαν» την ίδια στιγμή που ακούγεται ο ήχος από τα δέντρα που πέφτουν στη γη. Η παράσταση που έστησε ο σκηνοθέτης  μοιάζει με φωτογραφία που βγήκε από ένα κάδρο προηγούμενου αιώνα. Έχει χρώμα, μουσικότητα, συναίσθημα.
 
Η Θέμιδα Μπαζάκα (Λιουμπώφ) αποτυπώνει το πορτραίτο της ηρωίδας της όπως ακριβώς την έπλασε ο Τσέχωφ. Ανώριμη, ανασφαλή, επιπόλαιη με άρνηση να δεχτεί την πραγματικότητα και με μια πινελιά μελαγχολίας. Προσθέτει με την Λιούμπα της άλλο ένα δυνατό χαρτί στην μακρά πορεία της. Όπως η Λιούμπα έτσι κι ο αδερφός της Γκάγιεφ, Γιάννης Κότσιφας είναι ένα συμπαθέστατο παιδί που «ξέχασε να μεγαλώσει». Αρνείται να δεχτεί την πραγματικότητα και έχει αδυναμία στην ανιψιά του. Εξαιρετικός ο ηθοποιός στη σκηνή της βιβλιοθήκης. Ο Δημήτρης Λιγνάδης (Λοπάχιν) στον  δύσκολο ρόλο του μάλλον αντιπαθητικού Λοπάχιν ξεχωρίζει υποκριτικά. Ως ρεαλιστής επιχειρηματίας, ο οποίος αν και έχει αισθήματα για τους ανθρώπους του σπιτιού κάνει τη δουλειά του προσφέρει στο κοινό και σε προσωπικό επίπεδο μια από τις καλύτερες ερμηνείες του. Υπέροχα αμήχανος στέκεται δίπλα στην Βάρια, Κόρα Καρβούνη αδυνατώντας να της εκφράσει τα αισθήματα του και την επόμενη στιγμή μετατρέπεται σε επιχειρηματία που βλέπει μπροστά του το κέρδος. Η Καρβούνη αντιμετωπίζει το ρόλο της ψυχοκόρης της Λιούμπα, Βάρια, με τη σοβαρότητα που αυτός απαιτεί και πείθει απόλυτα ως προσγειωμένη κόρη που έμεινε πίσω και αγωνιά για τις εξελίξεις.
 
visinokipos 9 texnes plus
Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος ως Τροφίμωφ είναι αποτελεσματικός στον ρόλο του οραματιστή διανοούμενου που έχει πίστη για ένα καλύτερο αύριο. «Αν είναι να αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει να κλείσουμε τους ανοικτούς λογαριασμούς μας με το παρελθόν, να τελειώνουμε μαζί του» λέει. Ο αιώνιος φοιτητής ερωτεύεται την Άννια, την κόρη της Λιούμπα. Άννια είναι η Σίσσυ Τουμάση που καθιστά σαφές ότι μπήκε δυναμικά στην αρένα της υποκριτικής και συνεχίζει, εδραιώνοντας την παρουσία της. Η ηρωίδα της είναι νέα, αισιόδοξη και υποφέρει από την έλλειψη της ουσιαστικής παρουσίας της μητέρας της. Παράλειψη θα θεωρούσα αν δεν αναφερόμουν στην εκρηκτική παρουσία της Σαρλότας Αθηνάς Μαξίμου που δίνει σάρκα και οστά σε ένα μικρό αλλά καθόλου απαρατήρητο ρόλο, αυτόν της γκουβερνάντας που δούλεψε σε τσίρκο. Ξεχωριστή μνεία θα ήθελα να κάνω στην ερμηνεία που προσωπικά με άγγιξε πιο πολύ και αναφέρομαι σε αυτή του Γιώργου Μπινιάρη που παίζει με σιωπές εκκωφαντικές από την αρχή μέχρι την κορύφωση του έργου. Η πείρα του και το ήθος του γίνονται παράδειγμα υποκριτικής. Ο υπόλοιπος θίασος που αποτελείται από την Γεωργιάννα Νταλάρα, Ντουννιάσα, τον Τάσο Δημητρόπουλο, Γιεπιχόντωφ, τον Γιάννη Γιαννούλη, Γιάσσα και τον Γιάννη Στόλα, Πίστικ, συμπληρώνει το καλό αποτέλεσμα.
 
 Την μετάφραση επιμελήθηκε η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, τα καλαίσθητα κοστούμια η Μαρία Κοντοδήμα, τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς ο Αλέκος Γιάνναρος. Η μουσική του Μίνωα Μάτσα σε ταξιδεύει ενώ τα σκηνικά της Αθανασίας Σμαραγδή, από το υφασμάτινο παιδικό σπιτάκι ως τον πελώριο αρκούδο είναι απόλυτα επιτυχημένα. 
 
 
 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

Μπορεί η φράση: «ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του» να είναι κάπως κλισέ, στην περίπτωση, όμως, του Γιάννη Κότσιφα είναι must.

Από τη «Γκόλφω» και τις «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου, μέχρι τον ρόλο της μπαλαρίνας –διευθύντριας σχολής χορού, στους Κιτσοπουλικούς Τυραννόσαυρους και τον σπαρακτικό Έκνταλ, στην περσινή «Αγριόπαπια» του Δημήτρη Τάρλου, ο ηθοποιός καταφέρνει να μαγνητίζει τα βλέματα και να καθηλώνει το κοινό.

Και μόλις διαβάσατε ακόμα μερικές κλισέ φράσεις, μην ανησυχείτε όμως γιατί ο Γιάννης Κότσιφας μόνο κλισέ απαντήσεις δεν δίνει.

Αποποιούμενος τη δήθεν σοβαρότητα και το «βάρος» των τσεχωφικών ηρώων, δικαιώνοντας έτσι τη σκηνοθετική γραμμή του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, αλλά και την πίστη του ίδιου του Τσέχωφ ότι έγραφε κωμωδίες ο Γιάννης Κότσιφας, μου μίλησε για τον Γκάγιεφ, που λαχταρούσε να παίξει, για το πώς έγινε τυχαία ηθοποιός, τη junkie φάση, την οποία περνάει με το αγαπημένο του βιντεοπαιχνίδι, αλλά και τον παιδικό εαυτό του που επιβιώνει ακόμα. Γεγονός που τον κάνει γοητευτικό όχι μόνο στη σκηνή, αλλά και τη ζωή.

kotsifas 4 texnes plus

Δεν είναι η πρώτη φορά που παίζετε στο «Βυσσινόκηπο». Πριν τρία χρόνια σας είχαμε δει στην παράσταση του Νίκου Καραθάνου στη Στέγη. Πώς είναι η νέα συνάντηση με το έργο του Τσέχωφ σε μια, τελείως, διαφορετική οπτική από τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη;

Εκεί, έκανα τον Πίστσικ αλλά ο ρόλος που κάνω τώρα, του Γκάγιεφ, είναι ο ρόλος τον οποίο ήθελα από τότε, αλλά ο Νίκος ο Καραθάνος, αγαπημένος φίλος, δεν μου τον έδωσε (γέλια). Σίγουρα έχει ενδιαφέρον το γεγονός να δουλεύεις πάλι το ίδιο έργο, γιατί πάντα ανακαλύπτεις καινούργια πράγματα, άλλωστε είναι, όπως είπες , τελείως διαφορετικές οι σκηνοθετικές οπτικές. Του Νίκου ήταν πιο σουρεάλ σε μια ποντικότρυπα, μ’ άλλους κώδικες υποκριτικής και διάφορα εμβόλημα. Τώρα, ο Κωνσταντίνος ακολούθησε μια πιο συμπαγή, όχι συντηρητική αλλά πιο κλασική οπτική. Στη φετινή παράσταση παρακολουθούμε τους ήρωες σ’ ένα παιδικό δωμάτιο κι η ιδέα ήταν να υπάρχει μια ελαφράδα στο παίξιμο.

Πώς ήταν η πρώτη σας συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη;

Ο Κωνσταντίνος είναι σε μια σπίντα συνεχόμενη, σαν ένα τρένο που κινείται! Φωνάζει «Πάμε! Πάμε!» και ταυτόχρονα λέει « Αχ,αγάπη μου». Είναι αυτή η ωραία τρέλα καταλαβαίνει. Κι έχει το χαρακτηριστικό να δείχνει σ’όλους τους ρόλους τους. Μπορεί να παίξει τα πάντα. Θες δραμαμίνη με τον Κωνσταντίνο. Είχε πολύ πλάκα κι όταν με πήρε τηλέφωνο και του είπα «Ωραία θέλω πάρα πολύ, άρα παίζω Γκάγιεφ τον χειμώνα!». Περάσαμε ωραία! Είχαμε βέβαια έναν περιορισμό χρόνου κι αυτό μας δημιούργησε ένα άγχος. Αυτό που θαυμάζω σ’ εκείνον είναι ότι βρίσκεται σε μια διαρκή αγωνία, το ιδρώνει το πράγμα. Επίσης, υπάρχει μια αγάπη και μια ανθρωπιά σ’ όλο αυτό, δεν είναι ένα κάτι ψυχρό.

Τι δραμαμίνη; Εσείς στροβιλιζόσασταν τόση ώρα στους «Τυραννόσαυρους Rex» της Κιτσοπούλου.

Καλά ναι, αυτή είναι άλλη ιστορία. (γέλια)

kotsifas 3 texnes plus

Οι ήρωες του Βυσσινόκηπου κωφεύουν αρνούμενοι να αποδεχθούν όλα όσα συμβαίνουν. Νομίζετε ότι η στάση τους μοιάζει με τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία;

Νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικό και του λαού μας. Υπάρχει αυτό κι είναι μια εύκολη λύση για να μην αντιμετωπίζεις τα προβλήματα. Όλοι οι άνθρωποι το έχουμε, άλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο. Λέμε πολύ συχνά να δω μια ταινία για να ξεχάσω ή να μην κάνω τώρα την κουβέντα αυτή με τον/την σύντροφό μου. Βέβαια, κάποια στιγμή έρχεται η ώρα που το πρόβλημα θα βγει στην επιφάνεια και δεν θα μπορείς εύκολα να το αποφύγεις.

Έχετε δηλώσει και κάτι ανάλογο σε μια συνέντευξή σας: «Ο προβληματισμός που έχω, είναι να μην προβληματίζομαι. Προτιμώ να μείνω σπίτι και να παίζω play-station».

Δεν παίζω Play-Station πια. Τώρα παίζω World of Tanks! Έχω γίνει λίγο junkie μ’ αυτή την ιστορία, αλλά μου αρέσει! Ξεχνιέμαι.Μπορεί, επίσης, να δω κάποια ταινία, laptop, ακουστικά κι ηρεμία.

Από τι θέλετε να ξεχαστείτε, συνήθως;

Γύρω μας υπάρχουν πολλά προβλήματα, θέματα υγείας κ.λ.π., τα οποία τα αντιμετωπίζω καθημερινά, δεν τα αποφεύγω, αλλά είναι αναγκαίο να υπάρχουν και στιγμές, όπου να γυρίζεις σπίτι σου και να μπορείς να ηρεμήσεις. Όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω ότι ένα από τα μεγαλύτερα αγαθά, μετά την υγεία, φυσικά, είναι η ηρεμία.

Πάντως, ο ήρωάς σας στον «Βυσσινόκηπο» τρώει συνεχώς καραμέλες. Είναι ένας τρόπος να ηρεμεί; Πώς ερμηνεύετε αυτή τη συνήθειά του;

Μπορεί να έχει σχέση μ’ όλη αυτή την ανεμελιά και την παιδικότητα, στα μικρά παιδιά συνήθως δίνουμε γλυκά. Είναι, όμως, και ένα τικ, κι ένας τρόπος που τον βοηθά να ησυχάζει. Με συγκινεί, όμως, πολύ η φράση που λέει: «Εγώ έφαγα όλη μου την περιουσία στις καραμέλες» ψάχνοντας, ακόμα, πώς να την πω καλά στην παράσταση.

kotsifas 6 texnes plus

Ποια άλλη φράση σας συγκινεί;

Με συγκινεί πολύ ο μονόλογος στη βιβλιοθήκη. Ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που ήθελα να παίξω τον ρόλο. Με κινητοποιεί, ιδιαίτερα, το γεγονός ότι αυτή η βιβλιοθήκη είναι σαν ένα υπαρκτό πρόσωπο, σαν ένα μέλος της οικογένειας. Δεν είναι μόνο η πνευματικότητα κι η γνώση που τους προσέφερε, αλλά είναι εκεί συμπαγής υποστηρίζοντας την οικογένεια για ένα καλύτερο μέλλον, όπως λέγεται στο έργο. Της λέω και το τραγουδάκι μετά.

Νομίζω, αυτό δεν υπάρχει στο κείμενο του Τσέχωφ.

Ναι, ήταν μια ιδέα του Κωνσταντίνου (Μαρκουλάκη) στις πρόβες να πούμε το happy birthday κι οι υπόλοιποι, νομίζω, ότι κοροϊδεύουν τον ήρωα με την έννοια άντε να το πούμε κι αυτό να τελειώνουμε.

kotsifas 7 texnes plus

Εσείς έχετε αναπτύξει σχέση αγάπης με κάποιο αντικείμενο; Υπάρχει κάτι που το αγαπάτε πολύ;

Το λάπτοπ μου! Να ζήσεις λαπτοπάκι μου και χρόνια πολλά! (γέλια). Εν τω μεταξύ το έχω και οκτώ χρόνια κι είναι μια χαρά.

Στα social media, πάντως, δεν είστε πολύ ενεργός.

Σπάνια ποστάρω κάτι. Μπαίνω καθημερινά να δω τι γίνεται και βάζω likes και καρδούλες. Νομίζω ότι έχω μια υγιή σχέση με το facebook, το έκανα πριν αρκετά χρόνια. Χαζεύω, έχω βρει παλιούς συμμαθητές μου, επικοινωνώ με μηνύματα. Αναγνωρίζω, εν μέρει, τη χρησιμότητά του.

Ας πάμε λίγο, στο παρελθόν. Νομίζω το έργο του Τσέχωφ και συγκεκριμένα ο «Γλάρος» ήταν η πρώτη σας παράσταση στη σχολή.

Ναι, που το ξέρεις; Στη σχολή με τον δάσκαλο μας τον Ιάκωβο Ψαρρά κάναμε τον «Γλάρο». Με θεωρούσε καρατερίστα. Είχε περάσει πριν την παράσταση από το καμαρίνι και μας είπε, ήμουν με τον Χάρη Μπορκά, ο οποίος έκανε τον επιστάτη, «Τι κάνουν οι καρατεριστες;». Εγώ έκανα τον παππού, τον Σόριν, με μια περούκα, από την οποία φαίνονταν τα μισά μαλλιά μου.

Αλήθεια, υπάρχει κάποιος ρόλος που ονειρεύεστε;

Τον Οιδίποδα επί Κολωνώ αλλά όταν γεράσω. Λέει κάτι πολύ συγκινητικό για τη ζωή. Κάτι που, επίσης, θαύμασα, αυτό το καλοκαίρι ήταν ο «Προμηθέας Δεσμώτης» σε σκηνοθεσία Μάρθας Φριτζίλα. Μια ερμηνεία του φίλου μου, του Νίκου του Καραθάνου, που μ’ έκανε να νιώσω σαν να τον έβλεπα για πρώτη φορά. Ήταν σαν αυτό που ξέρουμε για τις ραψωδίες του Ομήρου, όπου μαζεύονταν όλοι κι ένας αφηγητής έλεγε την ιστορία, ήταν κάτι μαγικό.

Περισσότερο, από ότι καταλαβαίνω, σας ενδιαφέρουν οι συνεργασίες, να είστε με φίλους κι όχι τόσο οι ρόλοι. Ισχύει αυτό;

Ναι, βέβαια, τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει αυτό. Πέρσι ήμουν με τον Δημήτρη τον Τάρλοου, είχα την τύχη να μου εμπιστευτεί έναν σπουδαίο ρόλο στην «Αγριόπαπια» και τώρα με τον Κωνσταντίνο ( Μαρκουλάκη). Έτσι πρέπει να είναι. Δεν μπορείς να είσαι συνέχεια με τους φίλους σου, την Λένα (Κιτσοπούλου), τον Νίκο (Καραθάνο) και τον (Δημήτρη) Μαυρίκιο, παλιότερα. Έχω ξεκινήσει να παίζω σεζόν βέβαια, γεγονός που κάποια στιγμή σε κουράζει, άλλο να παίζεις τρεις μήνες κι άλλο έξι.

Τι θα πει «οι φίλοι μου» για εσάς; Πώς είναι όταν είστε με τον Νίκο και τη Λένα;

Είναι δύο αγαπημένοι φίλοι χρόνια και στη ζωή και επαγγελματικά. Τα μοιραζόμαστε όλα και προχωράμε. Υπάρχει μια εφηβεία μεταξύ μας. Ονειρευόμαστε πράγματα.

Σας αρέσει να ονειρεύεστε;

Ναι, όχι όμως μεγαλεπήβολα σχέδια. Μου αρέσει να έχω κάτι να το περιμένω.

Πέρα από την εφηβεία, που μου είπατε πριν όταν περνάτε με τους φίλους σας, ο παιδικός σας εαυτός νιώθετε ότι επιβιώνει ακόμα;

Ναι, σίγουρα κι ο ρόλος μου, τώρα στον Βυσσινόκηπο, είναι πολύ κοντά σ’ αυτό. Γενικότερα όμως, οι αντιδράσεις μου, ο τρόπος που κινούμαι, που ενθουσιάζομαι, που παθαίνω πανικό έχει μια παιδικότητα και κάτι αγνό.

Δεν ήσασταν από τα παιδάκια, που ήθελαν να γίνουν ηθοποιοί. Πώς προέκυψε;

Τυχαία έγινα, τελείως. Ήμουν αθλητής του βόλεϊ στο Κοροίβο Αμαλιάδας, που τώρα ανέβηκε κατηγορία είναι Α2. Βρίσκονται εκεί κάποιοι παλιοί φίλοι και συμμαθητές, οι οποίοι κρατούν την ομάδα.

kotsifas 2 texnes plus

Πηγαίνετε στην Αμαλιάδα;

Το Πάσχα, σίγουρα, κι όποτε έχω χρόνο κατεβαίνω. Μένουν και οι γονείς μου εκεί κι θέλω να τους βλέπω.

Εκείνοι ήθελαν να γίνετε ηθοποιός;

Ναι, δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Ήμουν στη Βεάκη, στο προκαταρκτικό έτος κι ήρθε μια μέρα ο Μιχάλης Μαραγκός, που ήταν καθηγητής μου κι μου λέει: «Πέρασες», του λέω: «Τι;», «Στο Εθνικό» μου λέει «πέρασες» αλλά με νεύρα, γιατί θα έφευγα από τη σχολή. Καθόμουν θυμάμαι σ’ ένα καφέ στο Παγκράτι και πήγα να πάρω τηλέφωνο από το περίπτερο, φαντάσου το 1997 ήταν, τον πατέρα μου, στη δουλειά του και του λέω «Μπαμπά πέρασα στο Εθνικό». Επικράτησε μια παύση και μετά άκουσα φιλάκια.

Όλα έγιναν τυχαία, ήμουν στη Γυμναστική Ακαδημία και στο τέταρτο έτος είχα κουραστεί. Ήθελα κάτι άλλο, έτσι πήγα στο τμήμα της χορωδίας του πανεπιστημίου. Εκεί συνάντησα τον Δημήτρη τον Ντάσκα και μου πρότεινε να πάω στη θεατρική ομάδα. Πήγα κι ήταν σκηνοθέτης ο Αντώνης Γαλέος.Και τότε τον «Γλάρο» κάναμε. Οπότε τον είχα παίξει και πριν τη σχολή.

Μάλιστα, και τα δύο παιδιά έχετε καλλιτεχνικές τάσεις. Ο αδερφός σας, νομίζω, είναι τραγουδιστής;

Ναι, παίζει και κιθάρα. Έχει πολύ ωραία φωνή, γιατί έχει ασχοληθεί και με τη βυζαντινή μουσική. Τραγουδάει σε ταβέρνες, στον Υμηττό, στην Ηλιούπολη, στο Κουκάκι. Αλλά κι η κόρη του, η ανηψιά μου, η Μελίντα, αν και μικρούλα παίζει βιολί κι έχει ταλέντο, σαν την μαμά της, η οποία είναι στην κρατική ορχήστρα Αθηνών στα βιολιά.

kotsifas 5 texnes plus

Αποκλειστική φωτογράφιση για το Texnes-plus Κοσμάς Ινιωτάκης

Ο Γιάννης Κότσιφας πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Ο Βυσσινόκηπος», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, στο θέατρο Δημήτρης Χορν.

Στη σκηνή απολαμβάνουμε και ένα εξαιρετικό θίασο :Θέμις Μπαζάκα, Δημήτρης Λιγνάδης, Κόρα Καρβούνη, Αθηνά Μαξίμου, Γιάννης Κότσιφας, Σίσσυ Τουμάση, Γιώργος Μπινιάρης, Γιάννης Στόλλας, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Γιάννης Γιαννούλης, Τάσος Δημητρόπουλος, Γεωργιάννα Νταλάρα.

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Μια ρομαντική κωμωδία κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:οο στο Studio Μαυρομιχάλη.

Δύο τελευταίες παραστάσεις 18 και 19 Φεβρουαρίου. 

 Κλείστε τις θέσεις σας στο 21 0645 3330

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία