Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

SLIDER2019

 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη 

Το δημοφιλέστερο έργο του Ζενέ, ανεβάζει φέτος το Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις με αντρική διανομή σε μία απολαυστική παράσταση.

Γραμμένο το 1947 με τίτλο Les Bonnes, στις φυλακές της γαλλικής παροικίας, οι «Δούλες»έμελε να γίνουν όχι μόνο ένα δημοφιλές έργο, αλλά ένα έργο που συνδέθηκε με την Αριστερά και τα εκάστοτε αναρχικά κινήματα κι ο ίδιος ο Ζενέ να γίνει ένα πρόσωπο-σύμβολο. Ο συγγραφέας που γνώρισε από νωρίς την παραβατικότητα και την κοινωνική περιθωριοποίηση ως ορφανό παιδί που παραστράτησε και ως ομοφυλόφιλος, μετουσίωσε τη νιτσεϊκή θεωρία διαμορφώνοντας μια δική του κοινωνική ιεράρχηση, εμφανής περισσότερο στα έργα «Μπαλκόνι», «Υψηλή Εποπτεία» και «Παραβάν».

Μια συνήθεια που μετατράπηκε σε αισθητική εμμονή, ήταν η ανάγνωση των φυλλάδων που αναφέρονταν στα εγκλήματα της εποχής, που έδειχναν τους μεγάλους εγκληματίες ως είδωλα της λαϊκής μάζας. Ομοίως, η διαδεδομένη ακόμα και στις μέρες μας, υπόθεση των αδερφών Christina και Lea Papin που κατακρεούργησαν την κυρία τους και την κόρη της το 1933 αποτέλεσε τη δραματουργική βάση για την συγγραφή του έργου Δούλες. Στο δικαστήριο δεν ζήτησαν κανένα ελαφρυντικό. Ν’ αναφέρουμε την σχετική δραματουργία της Ανδρονίκης Αβδελιώτη με τίτλο «Αδελφές Papin», που παρουσιάζεται στο Αγγέλων Βήμα σε σκηνοθεσία και ερμηνεία της ίδιας.

Στο έργο του Ζενέ, έχουμε τις δούλες Κλαιρ και Σολάνζ που υποδύονται εναλλάξ την Κυρία και η μία την άλλη, σ’ ένα παιχνίδι ρόλων που καταλύει και επανα-ορίζει τα κοινωνικά στερεότυπα και τη φαντασιακή τους εκπλήρωση. Βασικό δραματικό γεγονός του έργου, είναι η φυλάκιση του Κυρίου μετά από ανώνυμο τηλεφώνημα που έκαναν οι αυτές και η διαχείριση του γεγονότος από την Κυρία. Πόσο αθώο όμως μπορεί να είναι ένα παιχνίδι ρόλων, που επιτρέπει για λίγο στον εξουσιαζόμενο να γίνει εξουσιαστής και αντιστρόφως, που επιτρέπει στον δούλο να γίνει αφεντικό; Αυτή την αναρχική σκέψη μπορούμε φυσικά να την προεκτείνουμε και με την συνήθως παραμελημένη σκηνική οδηγία του Ζενέ, που υποδεικνύει τους ρόλους των δούλων να τις υποδύονται ανήλικα αγόρια και να υπάρχουν δεξιά και αριστερά δύο πανό που θα δηλώνουν πως οι ρόλοι είναι γυναικείοι. Έχουμε λοιπόν και μία ακόμα αναστροφή των κοινωνικών στερεοτύπων και μια ακόμα πιο ελεύθερη φαντασιακή απόδοση του μύθου του έργου.

Η παράδοση του έργου στην Ελλάδα

Στη χώρα μας, οι Δούλες, είναι αναμφισβήτητα το πιο πολυπαιγμένο έργο του Ζενέ, που επανέρχεται σχεδόν κάθε χρόνο μ’ ένα διαφορετικό ανέβασμα. Συνήθως επιλέγεται η μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη που μετρά ήδη μισό αιώνα ζωής και έχει επικυρωθεί από τ’ ανεβάσματα της από το Θέατρο Τέχνης και πιο πρόσφατα από το Εθνικό Θέατρο. Την αναγνώριση του ζενε-όφιλου κοινού ασφαλώς έχει ο σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής Δημήτρης Δημητριάδης που έχει γαλουχήσει το αναγνωστικό κοινό με τη μετάφραση της εργογραφίας του Ζενέ. Όσο μου το επιτρέπουν οι πηγές μου, μόνο ο Βογιατζής ήταν αυτός που ανέβασε το έργο σε μετάφραση Δημητριάδη. Είδαμε βέβαια και μεταφράσεις από αξιόλογες μεταφράστριες, με πιο πρόσφατη αυτή της Έλσας Ανδριανού για την παράσταση του Γκραουζίνις. Όσον αφορά την παραστασιογραφία του έργου, το πρώτο ανέβασμα στην Ελλάδα ήταν από το Θέατρο Τέχνης στη σεζόν 1967-1968, σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη και σκηνοθεσία Δημήτρη Χατζημάρκου με τους ρόλους να ερμήνευαν η Ρένη Πιττακή, η Μαρίνα Γεωργίου και η Εκάλη Σώκου. Από το 2010 έως σήμερα, αν μετράω σωστά έχουμε δει ήδη δέκα ανεβάσματα του έργου, δείχνοντας μια σαφή προτίμηση στην πρόσληψη του έργου, από γυναικείο θίασο. Η λίστα των ηθοποιών που καταπιάστηκαν με τους εμβληματικούς ρόλους του έργου –από τους ελάχιστους γυναικείους ρόλους του Ζενέ και το μοναδικό έργο που έχει αποκλειστικά γυναικείους ρόλους- είναι μεγάλη και πολύ αξιόλογη. Ενδεικτικά ν’ αναφέρουμε τις ηθοποιούς Μάγια Λυμπεροπούλου, Ρένη Πιττακή, Μπέτυ Αρβανίτη, Κατερίνα Παπουτσάκη, Λένα Παπαληγούρα, Μαρία Κίτσου, Κωνσταντίνα Τάκαλου και Μαριάννα Κάλμπαρη. Οι σκηνοθέτες προτιμούν συχνά αυτό το έργο, αλλά νιώθω ή τουλάχιστον ένιωθα μέχρι να δω την παράσταση του Γκραουζίνις πως δεν είναι ιδιαίτερα δημιουργικοί στη διαχείριση του έργου.

 doules theatro neou kosmou texnes plus

Η παράσταση του Γκραουζίνις

Ο Τσεζαρις Γκραουζίνις επιλέγει ν’ ανεβάσει τις Δούλες (μετάφραση Έλσας Ανδριανού) με αντρικό θίασο και μ’ έναν σκηνικό οικοδόμημα που σημειωτικά κλείνει το μάτι στις αισθητικές προτιμήσεις του Ζενέ. Καταρχάς, η επιλογή και μόνο να έχουμε άντρες ηθοποιούς να ερμηνεύουν γυναικείους ρόλους στο συγκεκριμένο έργο, ανοίγουν το πεδίο διερεύνησης τόσο του ίδιου του έργου, όσο και της ανάπτυξης και της έκφρασης των κοινωνικών φύλων εν γένει. Είναι ελκυστικό και στην σκέψη και στο αισθητικό κομμάτι, να βλέπεις άντρες να υποδύονται τις γυναίκες που υποδύονται τις δούλες που υποδύονται τις κυρίες. Αυτό το σχήμα ενισχύεται και από δύο ακόμη στοιχεία, ένα πρακτικό και ένα προνόμιο. Το πρακτικό είναι ότι ο Γκραουζίνις δεν επιλέγει ανήλικα αγόρια ή έστω πρωτοεμφανιζόμενους ηθοποιούς όπως υποδήλωνε ο Ζενέ, αλλά τρεις ηθοποιούς που κουβαλούν την εμπειρία ζωής και σκηνικής πρακτικής στο σώμα τους. Αυτό σημαίνει –όχι αυτονόητα και σε κάθε περίπτωση- πως οι ηθοποιοί είναι σε θέση να κινηθούν με μεγαλύτερη ευκολία ανάμεσα στους ρόλους που υποδύονται αλλά και να σαρκάσουν τις μετακινήσεις αυτές. Το προνόμιο της διανομής είναι και το ατού της παράστασης.

Η πρωτότυπη μουσική του Μαρτύνας Μπιαλομπζέσκις είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στην σύνθεση ενός φαντασιακού κόσμου που μεταλλάσσεται συνεχώς, αλλά επιστρέφει σχεδόν αυτιστικά στα ίδια του τα σχήματα.

Ο σκηνικός χώρος του, αν και είναι η Κεντρική Σκηνή, θυμίζει φυσιογνωμικά ένα black box κι αυτό μας επιτρέπει να κάνουμε παραστάσεις ενός κελιού φυλακής, στο οποίο οι ηθοποιοί είναι «εγκλωβισμένοι». Κυριαρχεί το μαύρο στο φόντο, με τα έντονα χρώματα να βρίσκονται στα ευτελή φορέματα της Κυρίας. Δεσπόζει στο βάθος της σκηνής, η ανθοστολισμένη κλίνη, χαρακτηριστικό αντικείμενο τόσο στη δραματουργία όσο και στην λογοτεχνία του Ζενέ. Το ασφυκτικά ανθοστολισμένο περιβάλλον, θυμίζει επιτάφιο αλλά και την ωραιότητα της νιότης. Για τον Ζενέ, οι νεαροί εγκληματίες, είναι κοινωνικά εμβλήματα και αυτό το διάβασα στο σκηνικό του Kenny McKellan.

Οι ηθοποιοί της παράστασης είναι σε θέση να διαβάσουν τις λεπτές αποχρώσεις των ρόλων και των ακυρώσεων αυτών, και να μεταφέρουν στην σκηνή, ένα ευρύ πεδίο του πολυσχιδούς δραματουργικού έργου. Είναι ιδιαιτέρως απολαυστικό να παρακολουθείς την άνεση που φαίνεται να έχουν, και το αποτέλεσμα δείχνει πηγαίο και χωρίς προσπάθεια.

Ο Αργύρης Ξάφης και ο Δημήτρης Ήμελλος υποδύονται τις δούλες. Εμφανίζονται αρχικά με μαύρες ποδιές που αναφέρονται στην επαγγελματική τους ιδιότητα ως υπηρέτριες αλλά σ’ ένα δεύτερο επίπεδο θα μπορούσαμε να τις δούμε και ως στολές φυλακής. Φαίνεται ν’ αποφεύγεται η ταύτιση με τον ρόλο τους, σε μια ερμηνευτική γραμμή που φωνάζει τη θεατρικότητά της, η οποία επιτρέπει αυτή την ελευθερία στη μετακίνηση από ρόλο σε ρόλο που αναφέραμε παραπάνω αλλά και δίνει στους ηθοποιούς την ευκαιρία να φωτίσουν τις φυσιογνωμίες πίσω από τα παιχνίδια τους. Σε ορισμένα σημεία, φαίνεται να υπερ-παίζουν και να παρωδούν τη γυναικεία φύση, αλλά όσο προχωράει η παράσταση καταφέρνουν ν’ αποδομήσουν το ίδιο τους το ερμηνευτικό παιχνίδι, και να ξεδιπλώσουν την βαθειά τραγικότητα του έργου. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ραθυμία που δείχνει ο Ξάφης με το σώμα του, όταν υποδύεται την δούλα που υποδύεται την Κυρία, σαρκάζοντας την αστική τάξη που αυτή εκπροσωπεί και σε δεύτερο επίπεδο, την δική του φυσιογνωμία.

Την κοινωνική σάτιρα της παράστασης, εκτοξεύει με την παρουσία του ο Κώστας Μπερικόπουλος σ’ ένα queer ρεσιτάλ, που θυμίζει τις μεγάλες μαντάμες των περασμένων δεκαετιών.

Στο σημείο που στάθηκα ως θεατής, ήταν το συγκλονιστικό φινάλε του Δημήτρη Ήμελλου, που το εξέλαβα ως έναν ύμνο προς όλες τις δούλες του κόσμου, και ένα κοινωνικό-αταξικό μανιφέστο του Ζενέ. Σε καμία παράσταση του έργου –κι έχω δει αρκετά- δεν είχα διαβάσει την πολιτική διάσταση του έργου που είναι υπερκείμενη και ορμητική. Στον τελευταίο του μονόλογο ο Ήμελλος, όχι μόνο δικαιολόγησε την σατυρίζουσα υφή της παράστασης, σπάζοντάς την, αλλά και κατάφερε να ξεφύγει από τις ευκολίες στις οποίες είχε ο ίδιος βάλει τον εαυτό του παίζοντας, για να ρίξει στην παράσταση την ακμάζουσα προβληματική στην πλήρη της υπόσταση.

Αξίζει λοιπόν να δείτε την παράσταση Δούλες σε σκηνοθεσία Τσεζαρις Γκραουζίνις στο Θέατρο του Νέου Κόσμου γιατί αφενός φωτίζει μ’ έναν εξαιρετικό τρόπο το έργο κι αφετέρου γιατί θα έχετε την ευκαιρία να θαυμάσετε τρεις δεινούς ηθοποιούς. Κι αν ήταν ενδιαφέρουσα και φρέσκια η επιλογή ανδρών ηθοποιών, ανοίγει ο δρόμος για να δούμε και στο μέλλον τέτοιες επιλογές, παραμένοντας αισθητικό ζητούμενο η σύνθεση ενός θιάσου από νεαρούς ηθοποιούς ή ακόμα και από μη ηθοποιούς, για να δούμε πως θα ήταν ένα ανέβασμα χωρίς τις ευκολίες έμπειρων πρωταγωνιστών.

Το καταραμένο παιδί (l’enfant maudit) της γαλλικής δραματουργίας Ζαν Ζενέ (1910 – 1986), κατάφερε τελικά να γίνει αποδεκτό στο ευρύ κοινό, μέσω του έργου του «Les Bonnes», του οποίου η ακριβής μετάφραση στα ελληνικά είναι οι Υπηρέτριες, αλλά και οι Καλές. Ο Ελύτης, 50 χρόνια πριν, στην πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα και μάλιστα για το Θέατρο Τέχνης πάλι, το μετέφρασε με τον όρο «Οι Δούλες» και έκτοτε στις αμέτρητες φορές που το έργο έχει παρασταθεί στη χώρα μας, ο όρος διατηρήθηκε από όλους τους μεταφραστές που το άγγιξαν και από την Ολυμπία Καράγιωργα εν προκειμένω, στη φετινή παράσταση της επιστροφής του στο Υπόγειο του Κουν. Ο Ζενέ, ένας περιθωριακός, εκδιδόμενος ομοφυλόφιλος, κατάδικος, εγκαταλελειμμένος από τη μητέρα του από νωρίς, περνάει στα χέρια της πρόνοιας, αναμορφωτηρίων και φυλακών, ενώ βρίσκει τον εαυτό του στη συγγραφή, (ενώ βρισκόταν στη φυλακή, όπου και γράφει τα περισσότερα έργα του). Καταλυτικό ρόλο στη ζωή και το έργο του διαδραμάτισε η γνωριμία του με τον Σαρτρ, για να μπορούμε σήμερα να πούμε πως ο Ζενέ υπήρξε σημαντικό κομμάτι της γαλλικής διανόησης και όχι μόνο, καθώς και ένας ιδιαίτερος εκπρόσωπος του θεάτρου του παραλόγου.
 
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα το έργο δεν γράφτηκε για να δικαιώσει την τάξη των υπηρετών και να ασχοληθεί με τα ζητήματα τους, αλλά πρόκειται για μια αλληγορία. «Οι Δούλες» είμαστε όλοι εμείς, με τα όνειρα μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις αρρωστημένες φαντασιώσεις μας, τις ανάγκες διαφυγής μας από την πραγματικότητα. «Οι Δούλες» είναι ο αντικατοπτρισμός όλων εκείνων που φοβόμαστε, που αγαπάμε να μισούμε, συμπεριλαμβανομένης και της εξουσίας, που στο έργο απεικονίζεται με την παρουσία της Κυρίας, η οποία με τη σειρά της ναι μεν εξουσιάζει τις δούλες της και ορίζει το παρόν και το μέλλον τους, από την άλλη δε, είναι ‘’δούλα’’ του κυρίου που δεν εμφανίζεται στο έργο, αλλά η δυναμή του την παραλύει και εξάλλου δούλα της εμφάνισης της.
 
Το 1933 οι αδερφές Λεά και Κριστίν Παπέν, υπηρέτριες σε πλούσιο σπίτι στο Λε Μαν διαπράττουν ένα διπλό φόνο. Σκοτώνουν την κυρία τους και την κόρη της. Στο δικαστήριο φάνηκαν αμετανόητες, δεν ζήτησαν κανένα ελαφρυντικό και η μόνη τους επιθυμία ήταν να μοιραστούν τις ευθύνες της αποτρόπαιας πράξης τους. Ο Ζενέ διάβασε για το έγκλημα στις εφημερίδες και δέκα χρόνια μετά δίνει ζωή στις ηρωίδες του έργου του, Κλαιρ και Σολάνζ, δύο αδερφές που περνούν τη ζωή τους μισώντας την Κυρία τους και αγαπώντας την, «η κυρία είναι καλή» ακούγεται από το στόμα της Κλαιρ αρκετές φορές, για να πάρει την απάντηση της Σολάνζ «Βλάκα, μας αγαπάει όπως αγαπάει τον μπιντέ της».
 
Οι αδερφές Κλαιρ και Σολάνζ δουλεύουν ως υπηρέτριες σε ένα πλούσιο σπίτι και περνούν τη ζωή τους ανάμεσα στο μίσος και την αγάπη, το θαυμασμό και το φθόνο για την Κυρία τους. Όταν εκείνη λείπει επιδίδονται σε ένα ατέρμονο παιχνίδι μεταμορφώσεων και εναλλαγής ρόλων. Ποιά είναι Κυρία και ποιά η υπηρέτρια;  Πότε η Κλαιρ είναι η Κλαιρ και πότε η Σολάνζ είναι η Σολάνζ. Το παιχνίδι είναι η διαφυγή από τον εγκλεισμό τους, από την τάση απελευθέρωσης που τις διακατέχει.  Στα πλαίσια του παιχνιδιού τους συμβάλλουν στη φυλάκιση του κυρίου. Στην προσπάθεια τους να διαφύγουν την τιμωρία αποφασίζουν να σκοτώσουν την Κυρία τους. Αποπειρώνται να την δηλητηριάσουν, αλλά αποδεικνύονται ανεπαρκείς και σ’αυτό.
 
Το έργο για πρώτη φορά ανέβηκε στο Παρίσι το 1947 σε σκηνοθεσία Λουί Ζουβέ. Φέτος στο Υπόγειο του Κουν σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη. Ο υποψιασμένος θεατής στο έργο του Ζενέ «Οι Δούλες» περιμένει να δει τις αδερφές Κλαιρ και Σολάνζ στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού που δουλεύουν, όπου εκτυλίσσεται όλο το έργο. Στην εν λόγω παράσταση έρχεται αντιμέτωπος με κάτι και νούργιο που αρχικά ξενίζει, αλλά τελικά είναι πολύ επιτυχημένο και πρωτότυπο. Μπροστά στα μάτια των θεατών ένα τραπέζι «ντύνεται» κρεβάτι με μαύρο σεντόνι, ενώ στρώνονται επιδαπέδιοι καθρέπτες που αντικατοπτρίζουν τις ψυχές των ηρωίδων και αντανακλούν και τις διαθέσεις των θεατών. Ευρηματικό τέχνασμα μια και μιλάμε για αλληγορική ιστορία. Στο ξεκίνημα του έργου το παιχνίδι που παίζουν η Κλαιρ και η Σολάνζ, είναι αυτό της δούλας και της κυρίας. Η Σολάνζ γίνεται Κλαιρ και η Κλαιρ, Κυρία. Της πετάει λουλούδια «θέλω η Κυρία να είναι όμορφη». «Δεν αντέχω άλλο να με αντιμετωπίζετε σαν αντικείμενο. Η Κλαιρ μέσα της κλαίει, αλλά τολμά και σας το λέει, άντε γαμηθείτε». Ή ακόμα και τα πορτοκαλί γάντια της Σολάνζ Κλαιρ όταν πάει να ολοκληρώσει την αποστολή της, είναι εύρυμα σκηνοθετικό που κεντρίζει το ενδιαφέρον. Η σκηνοθετική άποψη λοιπόν της Κάλμπαρη μας εντυπωσίασε.
 
Τα κοστούμια της παράστασης(Χριστίνα Κάλμπαρη) λιτά και μαύρα, όπως και οι ψυχές των ηρωίδων, λειτουργικά μια και αλλάζουν και μορφή κατά τη διάρκεια της παράστασης για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της, πετυχαίνουν άλλο ένα στοίχημα.
 
Η Χριστίνα Κάλμπαρη που έχει επιμεληθεί και το σκηνικό, με τη δουλειά της αναδεικνύει την ουσιά του έργου.
 
Οι φωτισμοί (Στέλλα Κάλτσου) τονίζουν τη δυναμική των χαρακτήρων και προκαλούν ένταση ή ανακούφιση.
 
Η μουσική επιμέλεια του Νέστωρα Κοψιδά μας βάζει από τη αρχή στην ατμόσφαιρα της εποχής, όταν ξεκινά με το «Anna la Bonne» του Ζαν Κοκτό, που γράφτηκε για το έργο του Ζενέ, και τελειώνει με το πιο πρόσφατο «Voyage Voyage».
 
Οι πρωταγωνίστριες Κάτια Γέρου (Σολάνζ) και Κωνσταντίνα Τάκαλου(Κλαιρ) μας καθηλώνουν με τις εξαιρετικές ερμηνείες τους και τη χημεία τους επί σκηνής. Πιο συγκεκριμένα η έμπειρη Κάτια Γέρου ως Σολάνζ, όνομα που στα γαλλικά κάνει συνειρμό με το insolence, ξεδιαντροπιά, μας παρουσιάζει μια ξεδιάντροπη υπηρέτρια που στο τέλος και αυτή δειλιάζει και δείχνει αυτοθυσία για την αδερφή της.
 
Η Κωνσταντίνα Τάκαλου ως Κλαιρ είναι απλά συγκινητική. Παίζει με όλες τις τις αισθήσεις, με το σώμα και το πνεύμα της. Αδιαμφισβήτητα είναι το παρόν και το μέλλον του ελληνικού θεάτρου. Αποτυπώνει όλη τη γλύκα και τη σκληράδα της Κλαιρ της.
 
Η Μαριάννα Κάλμπαρη ως Κυρία μπαίνει δυναμικά στη σκηνή και παίζει επιτηδευμένα σκόπιμα για να ταυτιστεί με την κενότητα και τη ματαιοδοξία της σημερινής εποχής.
 
Η παράσταση αφήνει στα χείλη μια γλυκιά πίκρα και έναν προβληματισμό που τον έχουμε ανάγκη. 
 
Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 
 
 

 

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Μια ρομαντική κωμωδία για 10 μοναδικές παραστάσεις κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:οο στο Studio Μαυρομιχάλη.

Κλείστε τις θέσεις σας στο 21 0645 3330

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία