Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

«Η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής απεβίωσε»

Η «Ορέστεια» του Αισχύλου, η μοναδική σωζόμενη αρχαία τριλογία από την κλασική αθηναϊκή δραματουργία που πρωτοπαρουσιάστηκε το 458 π.Χ., αποτελείται από τις τραγωδίες «Αγαμέμνων», «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες».

Τις περισσότερες φορές , για πρακτικούς λόγους, τις παρακολουθούμε ξεχωριστά, πέρσι για παράδειγμα είδαμε τον «Αγαμέμνωνα» σε σκηνοθεσία Τσέζαρι Γκραουζίνι, μια εξαιρετική προσέγγιση από τους Vasistasκαι την Αργυρώ Χιώτη στις «Χοηφόρους» και έναν υποκριτικό άθλο από τη Στεφανία Γουλιώτη στις «Ευμενίδες».

Αυτό το καλοκαίρι το Εθνικό Θέατρο είχε την εξαιρετική πρωτοβουλία να παρουσιάσει την τριλογία μέσα από την ματιά τριών σκηνοθετών, δίνοντας βήμα τόσο στις νεότερες δημιουργούς, όσο και στη γυναικεία οπτική. Πήρε το ρίσκο, γνωρίζοντας τόσο τις πρακτικές δυσκολίες, όσο και το μη εμπορικό κομμάτι της παράστασης –δύσκολα θα παρακολουθεί το κοινό παράσταση 280 λεπτών!

Το ερώτημα είναι αν τελικά η παράσταση ως σύνολο κατάφερε τον σκοπό της. Και για ποιον σκοπό μιλάμε; Υπήρχε στόχος να δούμε διαφορετικές οπτικές; Μια κοινή αισθητική; Αυτό ομολογώ, πώς δεν το κατάλαβα. Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με την περίπτωση: «Η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής απεβίωσε».

«Αγαμέμνων»

Ο «Αγαμέμνονας» της Ιούς Βουλγαράκη, ξεκίνησε με το φως το ήλιου και στηρίχθηκε σ’ ένα εμπνευσμένο δίπολο αντιθέσεων και συμβόλων.

Η Κλυταιμνήστρα (Εύη Σαουλίδου) ήταν ντυμένη στα λευκά, ο Αγαμέμνων (Αργύρης Ξάφης)στα μαύρα, η πρώτη φορούσε παντελόνι , εκείνος φόρεμα (κουστούμια: Πάρις Μέξης). Η υποδοχή του βασιλιά γίνεται από την ίδια στρώνοντας κόκκινο χαλί, το ίδιο χρώμα θα βάψει και τα χέρια της. Το κόκκινο της υποδοχής είναι το χρώμα προαποφασισμένης θυσίας.

Ο Θοδωρής Αμπαζής έγραψε μια σπουδαία μουσική σύνθεση, παίζοντας με τις ανάσες και τους χτύπους. Δίνοντας την αίσθηση ότι το τέλος του στρατηλάτη είναι προ των πυλών.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών δεν εντυπωσιάσαν. Ξεχώρισε η Εύη Σαουλίδου, κυρίως για την εκφορά του λόγου της και ο Αργύρης Ξάφης για τις υποκριτικές πινελιές χιούμορ.

Με στόμφο και υπερβολή ο Κήρυκας του Δημήτρη Γεωργιάδη. Αδιάφορος ο Αίγισθος του Αλέξανδρου Λογοθέτη.

Ενδιαφέρουσα η προσέγγιση της Δέσποινας Κούρτη, ως Κασσάνδρα, αλλά στο κομμάτι του θρήνου κάτι δεν λειτούργησε. Πολύ καλός ο Φρουρός του Στέλιου Ιακωβίδη, αν και φλέρταρε  με τη γραφικότητα σε κάποια σημεία.

Μια αίσθηση απροσανατολισμού εισέπραξα από τον χορό των γερόντων (Θανάσης Βλαβιανός, Πάρις Θωμόπουλος, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Νίκος Καρδώνης, Κωστής Κορωναίος, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Νταλιάνης, Θέμης Πάνου, Στρατής Πανούριος)Χανόταν ο ρυθμός και σ’ ελάχιστα σημεία λειτούργησαν ως σύνολο. Τα δε ξύλινα σκαμπό δεν φάνηκε να αξιοποιούνται οργανικά στις ερμηνείες των ηθοποιών, αλλά μάλλον τους εμπόδιζαν.

Εντυπωσιακό το σκηνικό του Πάρι Μέξη και η σκηνή της κατάρρευσης του τεράστιου προσωπείου του βασιλιά. 

«Χοηφόροι»

Στον πυρήνα της τριλογίας, εκεί όπου εντοπίζει κανείς τη μεγαλύτερη δράση, υπήρχαν κατά τη γνώμη μου, και τα μεγαλύτερα προβλήματα.

Η Λιλλύ Μελεμέ είχε μια εμπνευσμένη οπτική για τον χορό, οκτώ ταλαντούχες ηθοποιοί, με καλοδουλεμένη κίνηση (Μόνικα Ελεάνα Κολοκοτρώνη) πήραν τη σκυτάλη από το χορό των γερόντων. Χαρίζοντας στην τριλογία μια από τις καλύτερες στιγμές της.

Τα κορίτσια του χορού( Νατάσα Εξηνταβελώνη, Σοφία Κουλέρα, Νεφέλη Μαϊστράλη, Μαίρη Μηνά, Νάνσυ Μπούκλη, Αρετή Τίλη, Ιώβη Φραγκάτου, Χριστίνα Χριστοδούλου) ντυμένα με τα εμπνευσμένα κουστούμια της Βασιλικής Σύρμα, τα οποία παρέπεμπαν και στην ισπανική κουλτούρα, μ’ αναφορές στο φλαμένκο ήταν εντυπωσικά και δημιούργησαν ένα καλαίσθητο περιβάλλον για τα αυτιά και τα μάτια του θεατή.

Δυστυχώς ,όμως οι βασικοί πρωταγωνιστές στάθηκαν πολύ κατώτεροι των προσδοκιών μας. Με το ζευγάρι Ηλέκτρα- Ορέστης (Μαρία Κίτσου και Γιάννης Νιάρρος) να στερούν από την παράσταση την πιο δυνατή σκηνή της, αυτή της αναγνώρισης. Έχω την αίσθηση ότι η αδικαιολόγητα κραυγαλέα Ηλέκτρα της Μαρίας Κίτσου, δεν άφηνε κανένα περιθώριο συγκίνησης,αντίθετα ακροβατούσε στα όρια με το κωμικό.

Παρομοίως και ο Γιάννης Νιάρρος, έδωσε έναν Ορέστη, σχεδόν αυτιστικό –σαν να τον βλέπαμε στο «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα».Ανούσια ξεσπάσματα, φλύαρες κινήσεις, είχαν σαν αποτέλεσμα μια "άχρωμη" ερμηνεία.  

Άτοπο και άστοχο το εύρημα με το νερό που τον έλουσε μετά τη δολοφονία. Ένα εφέ για το τίποτα.

Αντίθετα η Αγορίτσα Οικονόμου έλαμψε στο ρόλο της τροφού, με απλότητα και ειλικρίνεια, χωρίς στόμφο και επιτήδευση κατάφερε να κλέψει τις εντυπώσεις!

Η Φιλαρέτη Κομνηνού, χωρίς να αρτιώνει την κεντρική μορφή της Κλυταιμνήστρας δεν την προδίδει.

Αδιάφορος ο Πυλάδης του Γιώργου Στάμου  και ο Αίγισθος του Γιώργου Χρυσοστόμου. Δεν κατάφεραν στο μικρό τους πέρασμα να αφήσουν το στίγμα τους στην παράσταση. Σ’ αντίθεση με τον έμπειρο Βασίλη Καραμπούλα στον ρόλο του ικέτη.

65371118 2423362707950773 5409829879921246208 n

«Ευμενίδες»

Σημαντικότερο επίτευγμα από πλευράς σκηνοθεσίας ήταν οι «Ευμενίδες» της Γεωργίας Μαυραγάνη. Το τρίτο μέρος της τριλογίας διέσωσε το εθνικό θέατρο από το μεγάλο φιάσκο.

Εδώ, ναι, μπορούμε να πούμε ότι παρακολουθήσαμε μια παράσταση με έμπνευση, στόχο και όραμα.

Η Μαυραγάννη διεσώθη και από τον σκόπελο της παλιακής μετάφρασης του Κ.Χ Μύρη (Κώστας Γεωργουσόπολος), κάνοντας δραματουργική επεξεργασία στο τελευταίο μέρος της τριλογία (σύμβουλος δραματουργίας Δημοσθένης Παπαμάρκος).

Ο ταλαντούχος θίασος (Ναζίκ Αϊδινιάν, Μιχάλης Βαλάσογλου, Στέλλα Βογιατζάκη, Κατερίνα Καραδήμα, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Εμμανουέλα Μαγκώνη, Νίκος Μάνεσης, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Αγγελική Παπαθεμελή, Μαριάμ Ρουχάτζε, Τζωρτζίνα Τάτση) παίζοντας ένα αέναο παιχνίδι ρόλων ήταν εντυπωσιακός και κατάφερε να τραβήξει τα κουρασμένα μάτια των θεατών. 

Οι έντεκα ηθοποιοί, άλλοτε σαν ένα σώμα και άλλοτε σε ομάδες με την άρτια κίνησή τους (Άρτεμις Φλέσσα) κρατώντας μονίμως το τέμπο τους, που έμοιαζε να βγαίνει αβίαστα από τον καθένα ξεχωριστά, κατάφεραν, όχι μόνο να ακουστεί η ιστορία, η πιο δύσκολη ίσως από τις τρεις, αλλά και να συγκινήσουν βαθιά.

Οι Ευμενίδες της Γεωργίας Μαυραγάνη με στοιχεία εκκλησιαστικής μουσικής  (Χάρης Νέιλας) και παραδοσιακών τραγουδιών (Κοίτα με γλυκιά μου αγάπη) έδωσαν νόημα και στις δύο προηγούμενες τραγωδίες.  Καθώς οι χτύποι της καμπάνας μνημόνευαν όλους τους νεκρούς, ένα μνημόσυνο –κάθαρση για όλους τους ήρωες και ένα εντυπωσιακό παρασταστικό αποτέλεσμα με τους 41 ηθοποιούς επί σκηνής.

Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι παρά τις καλές προσθέσεις και τους ταλαντούχους συντελεστές. Ο ασθενής πέθανε... Μόνο η Γεωργία Μαυραγάνη του  έδωσε μια δυνατή ενδοφλέβια ένεση, που ήρθε όμως πολύ αργά... Κρίμα.

 

 

Εστιάζοντας στην 22η ραψωδία της “Οδύσσειας” – γνωστή και ως Μνηστηροφονία – η Ιώ Βουλγαράκη και η ομάδα ΠΥΡ φώτισαν μοναδικά μέσα από την παράσταση “Άφιξις”, που παρουσιάστηκε την Παρασκευή και το Σάββατο στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, μία από τις πιο αιματηρές σκηνές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

 

Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Δημήτρης Μαρωνίτης, την εξαιρετική μετάφραση του οποίου χρησιμοποίησε η Ιώ Βουλγαράκη στην παράσταση, σε αυτό το σημείο του ομηρικού έπους “ο πολύτλας Οδυσσέας αντιστρέφεται σε πολύφονον”. Στο πέρασμά του σαρώνει τα πάντα. 108 άνδρες που διεκδικούν τη γυναίκα του και τον θρόνο θα πέσουν νεκροί από το σπαθί του και τα βέλη του σε μία ανελέητη σφαγή χωρίς προηγούμενο που συντελείται στο παλάτι. Μία αντίστοιχης βιαιότητας σκηνή έχουμε δει και στο πρώτο ομηρικό έπος, την Ιλιάδα, με τον Αχιλλέα να σκοτώνει αδιακρίτως σε κατάσταση ξέφρενης μανίας και αφόρητου πόνου εξαιτίας του θανάτου του Πάτροκλου.

 

Όμως εδώ ο Οδυσσέας δεν μοιάζει να παρασύρεται από κανένα πάθος του. Δρα ψυχρά και υπολογιστικά βάσει σχεδίου. Αρνείται να δεχτεί τις ικεσίες των μνηστήρων να τους χαρίσει τη ζωή με αντάλλαγμα την παραίτηση τους από τη διεκδίκηση του θρόνου του νησιού. Θέλει αίμα και μόνο αίμα, κάτι που μάλλον δεν συμβαδίζει με οποιαδήποτε έννοια ηθικής.

 

Επιστρέφοντας στην Ιθάκη μετά από είκοσι χρόνια απουσίας ο Οδυσσέας βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα “φάντασμα ονείρου”, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Όμηρος. Η μνήμη τον έχει προδώσει. Τίποτα δεν τον θυμίζει στο νησί του. Νιώθει ξένος στην ίδια του την πατρίδα. Ο μόνος τρόπος για να υπάρξει ξανά στον τόπο του είναι να καταφέρει να ενώσει το νήμα της βασιλικής του διαδρομής. Να συνδέσει το “τώρα” με αυτό το χαμένο στον χρόνο “τότε”, που ψελλίζει ο Αργύρης Ξάφης ως Οδυσσέας στο τέλος της παράστασης. Έτσι μόνο θα ξαναβρεί την ταυτότητά του, θα θυμηθεί και ο ίδιος ποιος πραγματικά είναι. Όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να σβήσει κυριολεκτικά είκοσι χρόνια ιστορίας μαζί με όσους και όσα τη συναποτελούν. Αυτό ουσιαστικά πράττει με τη μνηστηροφονία. Η ίδια του η συνέχεια της ύπαρξης προϋποθέτει το μακελειό και όχι κάποιος κανόνας δικαίου. Το τέλος της “Οδύσσειας” είναι πολύ πιο σκοτεινό απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Ο Όμηρος, μέσω της Μνηστηροφονίας, αποκαλύπτει έναν Οδυσσέα, που πέρα από “πολυμήχανος” είναι και αδίστακτος. Ξεκάθαρα θύτης και καθόλου θύμα.

 

Όλα τα παραπάνω τα φώτισε συναρπαστικά η παράσταση της Ιούς Βουλγαράκη με όχημα την πραγματικά σπουδαία μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, που συνιστά ουσιαστικά ένα νέο λογοτεχνικό επίτευγμα. Η σκηνοθετική προσέγγιση που δομήθηκε πάνω σε μία πάλλουσα αφήγηση διανθισμένη από μία έντονη σωματικότητα – στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της παράστασης - και μία εγγενή μουσικότητα ανέδειξε την υπέροχη γλώσσα του κειμένου επιτρέποντας στον θεατή να κατανοήσει στο έπακρο την ιστορία, κάτι στο οποίο συνέβαλε θεωρώ καθοριστικά και η καίρια δραματουργική επεξεργασία της ίδιας της Βουλγαράκη.

 

Η παράσταση δεν επένδυσε στον ρεαλισμό, αλλά σε αυτή την ατμόσφαιρα ονείρου, έναν κόσμο σχεδόν στοιχειωμένο, που επικαλείται ο ίδιος ο Όμηρος. Μέσα σε ένα πολύ έξυπνο σκηνικό, που υπέγραψε η Άννα Φιοντόροβα και αποτελούνταν μόνο από φωτεινούς ράβδους με led παραπέμποντας ουσιαστικά στον σκελετό του παλατιού της Ιθάκης, σε ό,τι δηλαδή είχε διασωθεί από αυτό στη μνήμη του Οδυσσέα, η αφήγηση της ιστορίας από τους ηθοποιούς βαλλόταν συνεχώς από θραύσματα ονείρου, μέσα στα οποία φώλιαζαν μοναδικά οι μουσικοί πειραματισμοί της Σαβίνας Γιαννάτου μαζί με τους απόκοσμους ήχους τους και τους χαρακτηριστικούς λαρυγγισμούς τους. Μία μάλιστα από αυτές, που θέλει τον Οδυσσέα βουτηγμένο ήδη στο αίμα των μνηστήρων και χαμένο σε έναν εφιάλτη δίχως τέλος μέσα στα “ερείπια” της μνήμης του, μπορεί να θεωρηθεί, κατά τη γνώμη μου, σκηνή ανθολογίας που θα θυμόμαστε για καιρό.

 

Η σκηνοθετική ανάγνωση της Βουλγαράκη όμως θα έμοιαζε ελλιπής αν δεν υποστηρίζονταν σθεναρά από δύο άλλους βασικούς πυλώνες της παράστασης. Ο πρώτος ήταν η κίνηση των ηθοποιών που επιμελήθηκε η Σοφία Πάσχου. Είναι πραγματικά συναρπαστικό πώς μία σκηνή, όπως αυτή της μνηστηροφονίας, που για να αποτυπωθεί ρεαλιστικά χρειάζονται κανονικά περίπου 120 ηθοποιοί επί σκηνής ζωντάνεψε τόσο αποτελεσματικά με μόλις επτά ηθοποιούς! Με ευφυείς λύσεις και μία μοναδική αισθητική όσον αφορά την κίνηση των σωμάτων η Σοφία Πάσχου ουσιαστικά συν-σκηνοθέτησε με την Ιώ Βουλγαράκη τη μισή και πλέον παράσταση, υπακούοντας φυσικά στο σκηνοθετικό όραμα της δεύτερης. Χωρίς την καθοριστική της συμβολή το αποτέλεσμα πολύ εύκολα θα μπορούσε να καταστεί μονότονο. Μαζί φτιάξανε ένα σύμπαν, που ακροβατούσε ανάμεσα στον ρεαλισμό και την ψευδαίσθηση, την αλήθεια και το όνειρο, αφήνοντας παράλληλα να διαφανεί ενίοτε ένα υποδόριο χιούμορ, επιλογή που οφείλω να πω ότι πολύ εκτίμησα αφού κράτησε την παράσταση μακριά από μία σοβαροφάνεια που πολλές φορές φέρουν αντίστοιχοι πειραματισμοί.

 

Ο άλλος βασικός πυλώνας της παράστασης ήταν η μουσική της Σαβίνας Γιαννάτου. Νομίζω ότι στη δική της δουλειά οφείλει η παράσταση, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, την ονειρικά σκοτεινή της ατμόσφαιρα. Ο τρόπος που η Γιαννάτου επεξεργάζεται και νοηματοδοτεί εκ νέου τους ήχους του περιβάλλοντος και τους λαρυγγισμούς της ανθρώπινης φωνής είναι μοναδικός. Ειδικά στο τελευταίο μέρος της παράστασης, κατά το οποίο οι ηθοποιοί αφηγούνται την ιστορία στατικά γύρω από ένα μικρόφωνο που κρέμεται από πάνω τους, η συμβολή της Γιαννάτου στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας ήταν κάτι παραπάνω από καθοριστική, αφού με βάση τις φωνές των ηθοποιών και τους ηχητικούς αυτοσχεδιασμούς του μουσικού Γιάννη Δεσποτάκη, που βρισκόταν στο βάθος της σκηνής, δημιούργησε ένα υποβλητικό μουσικό χαλί που συνόδευε μοναδικά την αφήγηση.

 

Και οι επτά ηθοποιοί της παράστασης υπηρέτησαν υποδειγματικά τη σκηνοθετική γραμμή αφήνοντας πραγματικά τις καλύτερες εντυπώσεις σε μία ουσιαστικά ομαδική δουλειά. Ο Αργύρης Ξάφης σκιαγράφησε εύστοχα στο πρόσωπο του Οδυσσέα του το κύρος, την αποφασιστικότητα, αλλά και την ορμή του ήρωά του όντας καθηλωτικός ανά στιγμές. Η Δέσποινα Κούρτη, σαγηνευτική Πηνελόπη μέσα στο φόρεμα της Μαγδαληνής Αυγερινού, που έντυσε προσεγμένα όλους τους ηθοποιούς, έμοιαζε λες και βγήκε από τις σελίδες του ομηρικού έπους, κερδίζοντας τις εντυπώσεις τόσο στον μονόλογό της, όσο και με τους λαρυγγισμούς της στη σκηνή του ονείρου. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης ήταν πραγματικά απολαυστικοί υποδυόμενοι τους πάμπολλους μνηστήρες και όχι μόνο. Απέδειξαν για ακόμα μία φορά το πολύπλευρο ταλέντο τους. Ο Γιώργος Μπινιάρης έφερε στον Εύμαιο την εμπειρία των πολλών χρόνων του στο θέατρο, αλλά και μία εσωτερική ορμή που του χάριζε μία αναπάντεχη νεανικότητα επί σκηνής κυρίως στα ομαδικά μέρη. Τέλος, οι δύο νεότεροι ηθοποιοί, ο Γιώργος Δικαίος και η Μαίρη Μηνά ανταποκρίθηκαν εξαιρετικά στις απαιτήσεις των ρόλων τους ως Τηλέμαχος και Αθηνά αντίστοιχα. Με φωνή που στάθηκε υποδειγματικά στο μικρό θέατρο της Επιδαύρου, πολύ καλή κίνηση και αξιόλογες ερμηνευτικές επιδόσεις μοιάζουν να έχουν μέλλον.

 

Η “Άφιξις” ήταν ένα στοίχημα που κερδήθηκε. Ήταν ένας άλλος τρόπος για το πώς μπορεί να προσεγγιστεί με έμπνευση ένα κλασικό κείμενο της αρχαιότητας, που νομίζουμε ότι ξέρουμε, αν και στην πραγματικότητα το μόνο που ξέρουμε είναι ο μύθος. Θα ήθελα πραγματικά να δω την ίδια δημιουργική ομάδα να επιχειρεί σύντομα στη μικρή ή και στη μεγάλη Επίδαυρο την παρουσίαση μίας αρχαίας τραγωδίας. Με την ίδια τόλμη και την ίδια έμπνευση. 

 

250x300 knives

ANIXNOS

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία