Τελευταία Νέα
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη γίνεται «Περσεφόνη» του Γ. Ρίτσου και έρχεται στην οθόνη σου! ΑΝΑΚΑΛΥΨΤΕ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Κερδίστε Το Βιβλίο Της Επιλογής Σας Από Αυτή την υπέροχη συλλογή «Η Πανούκλα» έρχεται στο Θέατρο 104 «Η πιο δυνατή» στη κοινότητα Τέχνης Πράξις «Οι Καρέκλες» επιστρέφουν στο Από Κοινού «Μάρτυρες των Αθηνών»: Δείτε on line την παράσταση «STAND UP TRAGEDY»: Ο μονόλογος της Κάτιας Γέρου επιστρέφει στο Θέατρο Σταθμός Το «Αυτοί που περπατούν στα σύννεφα» θα κάνει πρεμιέρα στο Olvio Στρώστε τα χαλιά αλλά μην τ΄ αφήστε να κρύψουν τα χάλια μας Είδα τη «Μεταμφίεση», σε σκηνοθεσία Σταύρου Ράγια Κερδίστε τους 2 πρώτους τόμους από τη νέα σειρά Ζωάκια-Παρεάκια «Σύνθεση για έξι σώματα» της Αντωνίας Οικονόμου στο Θέατρο Ροές Ο «Δον Κιχώτης» καλπάζει στο Θέατρο Φούρνος «Λυσσασμένη μπαλαρίνα»: Δείτε πρώτοι την παράσταση στο Studio Μαυρομιχάλη Κώστας Γάκης: Το «ζιζάνιο» της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης δεν κόβεται καθόλου εύκολα!
 

Είναι Σάββατο πρωί, Αύγουστος στην Αθήνα. Γύρω στις 12. Μερικά ροδάκινα έχουν λιώσει στην Καλιδρομίου. Μία κοπέλα με ένα τατουάζ γοργόνα στον ώμο πατάει ένα με την παντόφλα της. Την ώρα που καταλαβαίνω πως τα καλοκαίρια, τελικά, τελειώνουν, συναντώ την Ιώ Βουλγαράκη.

Κάπου, λοιπόν, ανάμεσα σε ζευγάρια πιασμένα χέρι χέρι με σακούλες φρούτα για συνοδεία σε κάποια παραλία και σε ηλικιωμένες κυρίες με άσπρα καπέλα που θα φάνε τα κολοκυθάκια τους μόνο βραστά, κάναμε μια κουβέντα μακριά από ζαρζαβατικά και παραλίες, αλλά πολύ κοντά στη θεατρική επικαιρότητα.

Με αφορμή, το θεατρικό δρώμενο, το «Κοιμητήριο» που θα παρουσιαστει στο Διαχρονικό Μουσείο της Λάρισας, 31 Αυγούστου και 1 Σεπτεμβρίου, η κουβέντα μας ξεκίνησε από τη σχέση της γενιάς μας με το πενθος για να φτάσει στην πάλη του καλλιτέχνη με την εξουσία.

koimitirio 

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Πως προέκυψε η ιδέα να ασχοληθείς με το πένθος σ’ αυτή σου τη δουλειά;

Ξεκίνησε προς το τέλος της καραντίνας, όταν φάνηκε ότι επιστρέφουμε σε αυτή την περίφημη «κανονικότητα». Είχα πάρα πολλή θλίψη. Αρχικά, με επηρέασε το γεγονός ότι οι άνθρωποι, όπως σε κάθε μαζικό χαμό, είχαν μετατραπεί από ονόματα, σε νούμερα. Από την άλλη,  εγώ είχα για πρώτη φορά χρόνο μέσα στον οποίο αναδύθηκαν συναισθήματα τα οποία στην κανονική μου καθημερινότητα «μπαζώνω» και πάω παρακάτω. Και όταν σε επίπεδο κοινωνικού τοπίου προέκυψε αυτή η καταναγκαστική επιστροφή,  αναρωτήθηκα αν τελικά σήμερα παίρνουμε χρόνο για να βιώσουμε το πένθος. Πραγματικό, όμως, χρόνο αφούγκρασης, όχι χρόνο για να το ποστάρουμε, να το αναρτήσουμε, να το κραυγάσουμε, να το ξεράσουμε πάνω σε κάτι και να συνεχίσουμε. Εγώ, ένιωσα ότι δεν τον παίρνω αυτόν τον χρόνο γιατί ο μηχανισμός επιβίωσης που μου έχουν μάθει, είναι να προχωράω δυναμικά, να φοράω την πανοπλία μου και να συνεχίζω περιχαρής παρακάτω. Και ταυτόχρονα συνειδητοποίησα ότι το προσωπικό αυτό πένθος, έχει, σίγουρα, να κάνει και με τη δουλειά μας και με το γεγονός ότι η συνάντηση ανθρώπων ζωντανά σε ένα τόπο που λέγεται θέατρο, με την ευρεία έννοια, επλήγη και πλήττεται.

Η σχέση μας με το πένθος, σήμερα, σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, έχει μετασχηματιστεί;

Νομίζω πως έχουμε ξεχάσει να θρηνούμε για την απώλεια και πως το πένθος έχει γίνει ταμπού, το φοβόμαστε. Έχει διαμορφωθεί ένα κοινωνικό τοπίο που μας επιβάλλει να είμαστε ελαφρείς και δυναμικοί. Στη σχέση μας με την απώλεια και με το θάνατο κάτι έχει αποσυνδεθεί. Προσωπικά, αποφάσισα ότι αφού το ζήτημα της απώλειας μου δημιουργεί τόσο έντονα συναισθήματα και ταυτόχρονα με κάνει να  φοβάμαι την προσωπική μου σχέση μαζί του, θέλω να μιλήσω γι’ αυτό και πρέπει να βρω έναν τρόπο να το κάνω.

Το συνειδητοποίησες από την αρχή ότι το θέατρο πλήττεται;

Όχι. Στην αρχή, όταν έγινε το lockdown, είπα στους ηθοποιούς να πάρουν δυο τρεις μέρες χρόνο και μετά από Δευτέρα να ξεκινήσουμε πάλι πρόβα. Μέρα τη μέρα συνειδητοποιούσα τη μεγάλη εικόνα. Προσωπικά, νιώθω ότι είναι μια κρίση που εργαλειοποιείται με έναν πολύ επικίνδυνο τρόπο. Είμαστε σε μια εξαιρετικά συντηρητική στιγμή παγκοσμίως. Εγώ είμαι πάρα πολύ προσεκτική όλο αυτό το διάστημα, βάζω μάσκα, κρατώ αποστάσεις, όλα τα κάνω αλλά δεν μπορώ να μη διαπιστώσω ότι ο κοινωνικός ιστός αποδυναμώνεται. Οδηγούμαστε σε μια απομόνωση η οποία είναι βούτυρο στο ψωμί για όλες τις μορφές εξουσίας. Αντί να ψάξουμε τον τρόπο και από τον ιό να προστατευτούμε και την κοινωνία να κρατήσουμε ζωντανή και ελεύθερη. Αυτές τις μέρες ακυρώνονται παραστάσεις η μία μετά την άλλη, την στιγμή που το θέατρο είναι ίσως ο μόνος χώρος όπου τηρούνται ευλαβικά τα μέτρα προστασίας. Δεν υπάρχει κλάδος που να προσέχει περισσότερο, κι όμως δεν μπορούμε να δουλέψουμε, την ίδια ώρα που οι αεροπορικές πετάνε. Αδιανόητα πράγματα.

Πιστεύεις ότι έχει νόημα να αναρωτιόμαστε αν το θέατρο θα «πεθάνει»; Ή με την ερώτηση αυτή δίνουμε επιχειρήματα σε όσους το επιβουλεύονται;

Δεν συζητάμε το θάνατο αυτής της μορφής τέχνης. Το θέμα είναι με ποιον τρόπο θα συνεχίσουμε να συναντιόμαστε. Για μένα υπάρχει στο ζωντανό θέατρο μία πράξη πολιτική που λέγεται ντύνομαι, σηκώνομαι και βγαίνω από το σπίτι μου, την ίδια ώρα και μέρα που βγαίνεις κι εσύ από το σπίτι σου, και συναντιόμαστε εκεί με κάποιους άλλους και υπάρχει μία κοινωνία. Υπάρχει κάτι στην συνάντηση το οποίο δεν είναι τόσο αυτονόητο όσο νομίζουμε. Είναι κατάκτηση, είναι δικαίωμά μας. Με το να καθίσω σπίτι μου και να δω κάτι από την οθόνη μου,  υιοθετώ ένα σύστημα που μου επιβάλλουν. Εγώ, ο υπολογιστής μου και το σκυλί μου, κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους, ενώ έξω αποφασίζεται η τύχη μου.

Υπάρχει, όμως, πολιτική χροιά και στο θέατρο ως αστικό lifestyle;

Αυτό είναι ένα κομμάτι μίας συνολικής εικόνας. Αυτό που κάνει πολύτιμο το θέατρο, είναι η πολυφωνία του. Αυτό πρέπει να το διασώσουμε. Μόνο έτσι παράγεται ελεύθερη σκέψη. Το πρόβλημα είναι όταν θα καταλήξουμε να έχουμε μόνο το Δελφινάριο ή μόνο τον μεγάλο οργανισμό με το πολύ συγκεκριμένο brand. Όταν χάνεις την πολυφωνία, τότε η τέχνη που παράγεται είναι μονόδρομος και θα εργαλειοποιηθεί σίγουρα. H μαγεία σ’ αυτή τη δουλειά είναι το πόσο διαφορετικά επικοινωνούμε, το ότι είμαστε ο καθένας ένας άλλος κόσμος και συνδιαλεγόμαστε μεταξύ μας. Αυτό είναι υγεία. Το θέατρο είναι η γιορτή της υποκειμενικότητας.

Αντικειμενικότητα στο αν μια παράσταση είναι καλή ή όχι, υπάρχει;

Η ιδιαιτερότητα αυτής της δουλειάς είναι το ότι καταπιανόμαστε με κάτι αόρατο. Αυτό που εγώ μπορώ να αντικειμενικοποιήσω, είναι ο επαγγελματισμός. Και πάλι, όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το θέατρο με το ένα πόδι πατάει στην επιστήμη και με το άλλο πόδι σε κάτι υπερβατικό. Η Κάλας έλεγε σε μια συνέντευξη «Υπάρχουν φορές που το κοινό είναι μαζί μου και πάμε μαζί και τότε συμβαίνει ένα θαύμα. Και άλλες φορές που δεν θα συναντηθούμε και τότε είναι ένα μαρτύριο και για τους δυο». Η μόνη εγγύηση που μπορείς να δημιουργήσεις για τον εαυτό σου, είναι εάν έχεις πετύχει τον στόχο που είχες βάλει. Αυτή είναι η μόνη πυξίδα.

Πέρα από υλικό αντλημένο από το ποίημα του Σολωμού «Η τρελή μάνα ή το Κοιμητήριο», η δραματουργία του «Κοιμητηρίου» τι άλλο περιλαμβάνει;

Πατάει πάνω στο ποίημα του Σολωμού, αλλά και σε μια σειρά από συνεντεύξεις που πήραμε από αγνώστους στην Αθήνα και στη Λάρισα ρωτώντας τους για το πένθος. Συλλέξαμε αυτές τις αφηγήσεις και μετά από μία δραματουργική επεξεργασία κρατήσαμε ό,τι έχει το μεγαλύτερο συγκινησιακό φορτίο. Αυτό το υλικό θα το μοιραστούμε με τον κόσμο μέσα στο δρώμενο, με την ελπίδα κάποιος από το κοινό να θελήσει να αφηγηθεί κι εκείνος μια προσωπική ιστορία, να τη μοιραστεί μαζί μας. Εξαρχής δεν μας ενδιέφερε να χρησιμοποιήσουμε την «υψηλή» λογοτεχνία ως δραματουργικό υλικό, όσο να συζητήσουμε περισσότερο εμπειρικά το τι είναι το πένθος, πώς βιώνεται και πώς επικοινωνείται.

Είδες κάτι στις απαντήσεις των ανθρώπων σε σχέση με το πένθος που να σε εξέπληξε;

Μέσα στις συνεντεύξεις, βλέπω ότι το πένθος δεν τελειώνει. Είναι μέρος της βιογραφίας σου. Υπάρχουν άνθρωποι που μας μιλάνε για απώλειες που είχαν πριν 20 χρόνια. Επίσης αυτό που με εντυπωσίασε είναι η έντονη ανάγκη να επικοινωνηθεί. Μια ανάγκη, όμως, η οποία συνδυάζεται με ένα απίστευτο «μπλοκάρισμα». Οι άνθρωποι πολύ συχνά μας εξέφρασαν τη δυσκολία που βιώνουν στο να εξωτερικεύσουν το πένθος τους. Η δυσκολία αυτή είναι, σίγουρα, και ένας μηχανισμός προστασίας. Οι ισορροπίες, όμως, ανάμεσα στο μηχανισμό προστασίας και στην απώθηση είναι πολύ λεπτές.

Το θεατρικό, αυτό, δρώμενο θα παρουσιαστεί στο Διαχρονικό Μουσείο στη Λάρισα; Πιστεύεις ότι θα έπρεπε η επαρχία να παίζει μεγαλύτερο ρόλο στη θεατρική σκηνή της χώρας;

Το ότι στην Αθήνα παίζονται 1500 παραστάσεις το χρόνο και υπάρχουν 26 δραματικές σχολές είναι μια γιγάντωση παθογενής. Η πραγματική αλλαγή μπορεί να έρθει από την επαρχία. Πρέπει να επενδύσουμε στην αποκέντρωση και στη δημιουργία θεάτρων και δραματικών σχολών στην περιφέρεια. Είναι πολύ παράδοξο σε μια τόσο μικρή χώρα να μην στηρίζεται η καλλιτεχνική παραγωγή σε άλλες πόλεις. Η πολιτεία θα έπρεπε να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι πολλοί ενδιαφέροντες άνθρωποι είναι σε θέσεις διευθυντών ΔΗΠΕΘΕ ανά τη χώρα αυτή την στιγμή. Χρειάζεται χάραξη σοβαρής πολιτιστικής πολιτικής που να δημιουργήσει κίνητρο σε ανθρώπους της δικής μου γενιάς να θέλουν να πάνε στα Γιάννενα ή στη Λάρισα. Να νιώθουν ότι έχουν τα πλαίσια και το χώρο να δημιουργήσουν κάτι που τους αφορά.

Θεωρείς ότι η Αθήνα είναι συνδεδεμένη και με το κομμάτι της διασημότητας; Η νέα γενιά αναζητά, ακόμα, αυτή την αναγνωρισιμότητα;

Προ εικοσαετίας υπήρχε το παραμύθι της τηλεόρασης. Η νέα, όμως, γενιά -το βλέπω στους  μαθητές μου- μεγάλωσε στα χρόνια της κρίσης. Είναι μια γενιά πολύ πιο συνειδητοποιημένη και καταρτισμένη που βγαίνει με άλλα ζητούμενα. Αν τους εμφανιστεί το κίνητρο μπορούν να δημιουργήσουν μια νέα κατάσταση στη χώρα και όχι, μόνο, στην πόλη. Ψάχνουν κάτι στη σχέση τους με το θέατρο που δεν είναι ούτε τα χρήματα ούτε η αναγνωρισιμότητα. Πρέπει, ως χώρα, να το αξιοποιήσουμε αυτό το δυναμικό.

Θεωρείς ότι τέχνη είναι μία «τεχνική» ανεξάρτητη από κοινωνικό πρόσημο; Ή μοιραία έχει να  κάνει με κοινωνικό πρόσημο;

Ένας καλλιτέχνης δεν πέφτει από τον Άρη, είναι κομμάτι της κοινωνίας στην οποία ζει. Χρησιμοποιεί κάποια εργαλεία για να αφουγκραστεί την κοινωνία και την ύπαρξή του μέσα σ’ αυτή μ’ έναν άλλο από τον συνήθη τρόπο. Η διαδικασία αφούγκρασης είναι σε συνεχή διάλογο με την κοινωνία. Δεν έχει, όμως, να κάνει με ιδεολογικά πρόσημα. Ούτως ή άλλως ο καλλιτέχνης είναι μία αντισυμβατική ύπαρξη, μία ύπαρξη διαρκώς σε αναζήτηση. Οι άνθρωποι «κανονικά» θέλουν να τακτοποιηθούν. Οπότε μία ύπαρξη που θέλει να έχει διαρκώς τα πράγματα ανοιχτά και να συγκρούεται μ’ αυτά είναι μία ανήσυχη περίπτωση που ξεπερνάει την τεχνική και το εργαλείο. Είναι σαν να προσπαθείς να μην ησυχάζεις ποτέ το μέσα σου. Να σε ξεβολεύεις διαρκώς.

Ένας άνθρωπος συντηρητικός μπορεί να δημιουργήσει;

Όχι, δεν μπορεί. Αυτό, όμως, δεν θα το τοποθετούσα με όρους δεξιάς και αριστεράς. Εξάλλου ακόμα και ο συντηρητισμός είναι σχετικός. Σίγουρα δεν έχει να κάνει με το τι ψηφίζεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Χατζηδάκις που ήταν ένας «αναρχικός» δεξιός. Νομίζω ότι δεν καταλαβαίνω τον καλλιτέχνη που δεν δημιουργεί τον αντίλογο σε κάθε μορφή εξουσίας. Από τη στιγμή που δεν την «τσιγκλάς», όποια και να ‘ναι, είναι επικίνδυνο για την καλλιτεχνική σου δημιουργία. Είναι ανάγκη να είσαι σε μια τέτοια επαγρύπνηση. Δεν γίνεται να είσαι καλλιτέχνης χωρίς να είσαι ενεργός πολίτης.

Γιατί θεατρικό δρώμενο και όχι παράσταση;

Δεν είναι παράσταση. Είναι δρώμενο γιατί έχει μια εξωθεατρική λειτουργία. Από τη μία συμβαίνει σε ένα χώρο που δεν είναι θεατρικός και από την άλλη προσπαθεί να φτιάξει μία άλλου τύπου συνάντηση με τον κόσμο. Το ζητούμενο μας είναι να υπάρξει σ’ αυτή τη συνάντηση κάποιος χρόνος στον οποίο όσοι θα είναι παρόντες θα μπορέσουν να έρθουν μέσα τους σε μια επαφή με όποιον και με ό,τι έχουν χάσει. Είναι μια sui generis τελετή και ένα αντάμωμα με τον κόσμο. Είναι μία μάζωξη που θα μπορούσε να συμβεί σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο. Και μακάρι στο μέλλον να παιχτεί και σε σημεία που θα έχει κι ακόμα μεγαλύτερη περαντζάδα. Να περνάει ο κόσμος και να δούμε τι θα γίνει.

Το Κοιμητήριο

31 Αυγούστου, 1 Σεπτεμβρίου, Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας (Περισσότερα εδώ)

Σκηνοθεσία: Ιώ Βουλγαράκη

Ερμηνεύουν: Δημήτρης Γεωργιάδης

                       Αλεξάνδρα Καζάζου

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

«Η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής απεβίωσε»

Η «Ορέστεια» του Αισχύλου, η μοναδική σωζόμενη αρχαία τριλογία από την κλασική αθηναϊκή δραματουργία που πρωτοπαρουσιάστηκε το 458 π.Χ., αποτελείται από τις τραγωδίες «Αγαμέμνων», «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες».

Τις περισσότερες φορές , για πρακτικούς λόγους, τις παρακολουθούμε ξεχωριστά, πέρσι για παράδειγμα είδαμε τον «Αγαμέμνωνα» σε σκηνοθεσία Τσέζαρι Γκραουζίνι, μια εξαιρετική προσέγγιση από τους Vasistasκαι την Αργυρώ Χιώτη στις «Χοηφόρους» και έναν υποκριτικό άθλο από τη Στεφανία Γουλιώτη στις «Ευμενίδες».

Αυτό το καλοκαίρι το Εθνικό Θέατρο είχε την εξαιρετική πρωτοβουλία να παρουσιάσει την τριλογία μέσα από την ματιά τριών σκηνοθετών, δίνοντας βήμα τόσο στις νεότερες δημιουργούς, όσο και στη γυναικεία οπτική. Πήρε το ρίσκο, γνωρίζοντας τόσο τις πρακτικές δυσκολίες, όσο και το μη εμπορικό κομμάτι της παράστασης –δύσκολα θα παρακολουθεί το κοινό παράσταση 280 λεπτών!

Το ερώτημα είναι αν τελικά η παράσταση ως σύνολο κατάφερε τον σκοπό της. Και για ποιον σκοπό μιλάμε; Υπήρχε στόχος να δούμε διαφορετικές οπτικές; Μια κοινή αισθητική; Αυτό ομολογώ, πώς δεν το κατάλαβα. Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με την περίπτωση: «Η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής απεβίωσε».

«Αγαμέμνων»

Ο «Αγαμέμνονας» της Ιούς Βουλγαράκη, ξεκίνησε με το φως το ήλιου και στηρίχθηκε σ’ ένα εμπνευσμένο δίπολο αντιθέσεων και συμβόλων.

Η Κλυταιμνήστρα (Εύη Σαουλίδου) ήταν ντυμένη στα λευκά, ο Αγαμέμνων (Αργύρης Ξάφης)στα μαύρα, η πρώτη φορούσε παντελόνι , εκείνος φόρεμα (κουστούμια: Πάρις Μέξης). Η υποδοχή του βασιλιά γίνεται από την ίδια στρώνοντας κόκκινο χαλί, το ίδιο χρώμα θα βάψει και τα χέρια της. Το κόκκινο της υποδοχής είναι το χρώμα προαποφασισμένης θυσίας.

Ο Θοδωρής Αμπαζής έγραψε μια σπουδαία μουσική σύνθεση, παίζοντας με τις ανάσες και τους χτύπους. Δίνοντας την αίσθηση ότι το τέλος του στρατηλάτη είναι προ των πυλών.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών δεν εντυπωσιάσαν. Ξεχώρισε η Εύη Σαουλίδου, κυρίως για την εκφορά του λόγου της και ο Αργύρης Ξάφης για τις υποκριτικές πινελιές χιούμορ.

Με στόμφο και υπερβολή ο Κήρυκας του Δημήτρη Γεωργιάδη. Αδιάφορος ο Αίγισθος του Αλέξανδρου Λογοθέτη.

Ενδιαφέρουσα η προσέγγιση της Δέσποινας Κούρτη, ως Κασσάνδρα, αλλά στο κομμάτι του θρήνου κάτι δεν λειτούργησε. Πολύ καλός ο Φρουρός του Στέλιου Ιακωβίδη, αν και φλέρταρε  με τη γραφικότητα σε κάποια σημεία.

Μια αίσθηση απροσανατολισμού εισέπραξα από τον χορό των γερόντων (Θανάσης Βλαβιανός, Πάρις Θωμόπουλος, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Νίκος Καρδώνης, Κωστής Κορωναίος, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Νταλιάνης, Θέμης Πάνου, Στρατής Πανούριος)Χανόταν ο ρυθμός και σ’ ελάχιστα σημεία λειτούργησαν ως σύνολο. Τα δε ξύλινα σκαμπό δεν φάνηκε να αξιοποιούνται οργανικά στις ερμηνείες των ηθοποιών, αλλά μάλλον τους εμπόδιζαν.

Εντυπωσιακό το σκηνικό του Πάρι Μέξη και η σκηνή της κατάρρευσης του τεράστιου προσωπείου του βασιλιά. 

«Χοηφόροι»

Στον πυρήνα της τριλογίας, εκεί όπου εντοπίζει κανείς τη μεγαλύτερη δράση, υπήρχαν κατά τη γνώμη μου, και τα μεγαλύτερα προβλήματα.

Η Λιλλύ Μελεμέ είχε μια εμπνευσμένη οπτική για τον χορό, οκτώ ταλαντούχες ηθοποιοί, με καλοδουλεμένη κίνηση (Μόνικα Ελεάνα Κολοκοτρώνη) πήραν τη σκυτάλη από το χορό των γερόντων. Χαρίζοντας στην τριλογία μια από τις καλύτερες στιγμές της.

Τα κορίτσια του χορού( Νατάσα Εξηνταβελώνη, Σοφία Κουλέρα, Νεφέλη Μαϊστράλη, Μαίρη Μηνά, Νάνσυ Μπούκλη, Αρετή Τίλη, Ιώβη Φραγκάτου, Χριστίνα Χριστοδούλου) ντυμένα με τα εμπνευσμένα κουστούμια της Βασιλικής Σύρμα, τα οποία παρέπεμπαν και στην ισπανική κουλτούρα, μ’ αναφορές στο φλαμένκο ήταν εντυπωσικά και δημιούργησαν ένα καλαίσθητο περιβάλλον για τα αυτιά και τα μάτια του θεατή.

Δυστυχώς ,όμως οι βασικοί πρωταγωνιστές στάθηκαν πολύ κατώτεροι των προσδοκιών μας. Με το ζευγάρι Ηλέκτρα- Ορέστης (Μαρία Κίτσου και Γιάννης Νιάρρος) να στερούν από την παράσταση την πιο δυνατή σκηνή της, αυτή της αναγνώρισης. Έχω την αίσθηση ότι η αδικαιολόγητα κραυγαλέα Ηλέκτρα της Μαρίας Κίτσου, δεν άφηνε κανένα περιθώριο συγκίνησης,αντίθετα ακροβατούσε στα όρια με το κωμικό.

Παρομοίως και ο Γιάννης Νιάρρος, έδωσε έναν Ορέστη, σχεδόν αυτιστικό –σαν να τον βλέπαμε στο «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα».Ανούσια ξεσπάσματα, φλύαρες κινήσεις, είχαν σαν αποτέλεσμα μια "άχρωμη" ερμηνεία.  

Άτοπο και άστοχο το εύρημα με το νερό που τον έλουσε μετά τη δολοφονία. Ένα εφέ για το τίποτα.

Αντίθετα η Αγορίτσα Οικονόμου έλαμψε στο ρόλο της τροφού, με απλότητα και ειλικρίνεια, χωρίς στόμφο και επιτήδευση κατάφερε να κλέψει τις εντυπώσεις!

Η Φιλαρέτη Κομνηνού, χωρίς να αρτιώνει την κεντρική μορφή της Κλυταιμνήστρας δεν την προδίδει.

Αδιάφορος ο Πυλάδης του Γιώργου Στάμου  και ο Αίγισθος του Γιώργου Χρυσοστόμου. Δεν κατάφεραν στο μικρό τους πέρασμα να αφήσουν το στίγμα τους στην παράσταση. Σ’ αντίθεση με τον έμπειρο Βασίλη Καραμπούλα στον ρόλο του ικέτη.

65371118 2423362707950773 5409829879921246208 n

«Ευμενίδες»

Σημαντικότερο επίτευγμα από πλευράς σκηνοθεσίας ήταν οι «Ευμενίδες» της Γεωργίας Μαυραγάνη. Το τρίτο μέρος της τριλογίας διέσωσε το εθνικό θέατρο από το μεγάλο φιάσκο.

Εδώ, ναι, μπορούμε να πούμε ότι παρακολουθήσαμε μια παράσταση με έμπνευση, στόχο και όραμα.

Η Μαυραγάννη διεσώθη και από τον σκόπελο της παλιακής μετάφρασης του Κ.Χ Μύρη (Κώστας Γεωργουσόπολος), κάνοντας δραματουργική επεξεργασία στο τελευταίο μέρος της τριλογία (σύμβουλος δραματουργίας Δημοσθένης Παπαμάρκος).

Ο ταλαντούχος θίασος (Ναζίκ Αϊδινιάν, Μιχάλης Βαλάσογλου, Στέλλα Βογιατζάκη, Κατερίνα Καραδήμα, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Εμμανουέλα Μαγκώνη, Νίκος Μάνεσης, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Αγγελική Παπαθεμελή, Μαριάμ Ρουχάτζε, Τζωρτζίνα Τάτση) παίζοντας ένα αέναο παιχνίδι ρόλων ήταν εντυπωσιακός και κατάφερε να τραβήξει τα κουρασμένα μάτια των θεατών. 

Οι έντεκα ηθοποιοί, άλλοτε σαν ένα σώμα και άλλοτε σε ομάδες με την άρτια κίνησή τους (Άρτεμις Φλέσσα) κρατώντας μονίμως το τέμπο τους, που έμοιαζε να βγαίνει αβίαστα από τον καθένα ξεχωριστά, κατάφεραν, όχι μόνο να ακουστεί η ιστορία, η πιο δύσκολη ίσως από τις τρεις, αλλά και να συγκινήσουν βαθιά.

Οι Ευμενίδες της Γεωργίας Μαυραγάνη με στοιχεία εκκλησιαστικής μουσικής  (Χάρης Νέιλας) και παραδοσιακών τραγουδιών (Κοίτα με γλυκιά μου αγάπη) έδωσαν νόημα και στις δύο προηγούμενες τραγωδίες.  Καθώς οι χτύποι της καμπάνας μνημόνευαν όλους τους νεκρούς, ένα μνημόσυνο –κάθαρση για όλους τους ήρωες και ένα εντυπωσιακό παρασταστικό αποτέλεσμα με τους 41 ηθοποιούς επί σκηνής.

Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι παρά τις καλές προσθέσεις και τους ταλαντούχους συντελεστές. Ο ασθενής πέθανε... Μόνο η Γεωργία Μαυραγάνη του  έδωσε μια δυνατή ενδοφλέβια ένεση, που ήρθε όμως πολύ αργά... Κρίμα.

 

 

Εστιάζοντας στην 22η ραψωδία της “Οδύσσειας” – γνωστή και ως Μνηστηροφονία – η Ιώ Βουλγαράκη και η ομάδα ΠΥΡ φώτισαν μοναδικά μέσα από την παράσταση “Άφιξις”, που παρουσιάστηκε την Παρασκευή και το Σάββατο στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, μία από τις πιο αιματηρές σκηνές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

 

Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Δημήτρης Μαρωνίτης, την εξαιρετική μετάφραση του οποίου χρησιμοποίησε η Ιώ Βουλγαράκη στην παράσταση, σε αυτό το σημείο του ομηρικού έπους “ο πολύτλας Οδυσσέας αντιστρέφεται σε πολύφονον”. Στο πέρασμά του σαρώνει τα πάντα. 108 άνδρες που διεκδικούν τη γυναίκα του και τον θρόνο θα πέσουν νεκροί από το σπαθί του και τα βέλη του σε μία ανελέητη σφαγή χωρίς προηγούμενο που συντελείται στο παλάτι. Μία αντίστοιχης βιαιότητας σκηνή έχουμε δει και στο πρώτο ομηρικό έπος, την Ιλιάδα, με τον Αχιλλέα να σκοτώνει αδιακρίτως σε κατάσταση ξέφρενης μανίας και αφόρητου πόνου εξαιτίας του θανάτου του Πάτροκλου.

 

Όμως εδώ ο Οδυσσέας δεν μοιάζει να παρασύρεται από κανένα πάθος του. Δρα ψυχρά και υπολογιστικά βάσει σχεδίου. Αρνείται να δεχτεί τις ικεσίες των μνηστήρων να τους χαρίσει τη ζωή με αντάλλαγμα την παραίτηση τους από τη διεκδίκηση του θρόνου του νησιού. Θέλει αίμα και μόνο αίμα, κάτι που μάλλον δεν συμβαδίζει με οποιαδήποτε έννοια ηθικής.

 

Επιστρέφοντας στην Ιθάκη μετά από είκοσι χρόνια απουσίας ο Οδυσσέας βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα “φάντασμα ονείρου”, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Όμηρος. Η μνήμη τον έχει προδώσει. Τίποτα δεν τον θυμίζει στο νησί του. Νιώθει ξένος στην ίδια του την πατρίδα. Ο μόνος τρόπος για να υπάρξει ξανά στον τόπο του είναι να καταφέρει να ενώσει το νήμα της βασιλικής του διαδρομής. Να συνδέσει το “τώρα” με αυτό το χαμένο στον χρόνο “τότε”, που ψελλίζει ο Αργύρης Ξάφης ως Οδυσσέας στο τέλος της παράστασης. Έτσι μόνο θα ξαναβρεί την ταυτότητά του, θα θυμηθεί και ο ίδιος ποιος πραγματικά είναι. Όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να σβήσει κυριολεκτικά είκοσι χρόνια ιστορίας μαζί με όσους και όσα τη συναποτελούν. Αυτό ουσιαστικά πράττει με τη μνηστηροφονία. Η ίδια του η συνέχεια της ύπαρξης προϋποθέτει το μακελειό και όχι κάποιος κανόνας δικαίου. Το τέλος της “Οδύσσειας” είναι πολύ πιο σκοτεινό απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Ο Όμηρος, μέσω της Μνηστηροφονίας, αποκαλύπτει έναν Οδυσσέα, που πέρα από “πολυμήχανος” είναι και αδίστακτος. Ξεκάθαρα θύτης και καθόλου θύμα.

 

Όλα τα παραπάνω τα φώτισε συναρπαστικά η παράσταση της Ιούς Βουλγαράκη με όχημα την πραγματικά σπουδαία μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, που συνιστά ουσιαστικά ένα νέο λογοτεχνικό επίτευγμα. Η σκηνοθετική προσέγγιση που δομήθηκε πάνω σε μία πάλλουσα αφήγηση διανθισμένη από μία έντονη σωματικότητα – στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της παράστασης - και μία εγγενή μουσικότητα ανέδειξε την υπέροχη γλώσσα του κειμένου επιτρέποντας στον θεατή να κατανοήσει στο έπακρο την ιστορία, κάτι στο οποίο συνέβαλε θεωρώ καθοριστικά και η καίρια δραματουργική επεξεργασία της ίδιας της Βουλγαράκη.

 

Η παράσταση δεν επένδυσε στον ρεαλισμό, αλλά σε αυτή την ατμόσφαιρα ονείρου, έναν κόσμο σχεδόν στοιχειωμένο, που επικαλείται ο ίδιος ο Όμηρος. Μέσα σε ένα πολύ έξυπνο σκηνικό, που υπέγραψε η Άννα Φιοντόροβα και αποτελούνταν μόνο από φωτεινούς ράβδους με led παραπέμποντας ουσιαστικά στον σκελετό του παλατιού της Ιθάκης, σε ό,τι δηλαδή είχε διασωθεί από αυτό στη μνήμη του Οδυσσέα, η αφήγηση της ιστορίας από τους ηθοποιούς βαλλόταν συνεχώς από θραύσματα ονείρου, μέσα στα οποία φώλιαζαν μοναδικά οι μουσικοί πειραματισμοί της Σαβίνας Γιαννάτου μαζί με τους απόκοσμους ήχους τους και τους χαρακτηριστικούς λαρυγγισμούς τους. Μία μάλιστα από αυτές, που θέλει τον Οδυσσέα βουτηγμένο ήδη στο αίμα των μνηστήρων και χαμένο σε έναν εφιάλτη δίχως τέλος μέσα στα “ερείπια” της μνήμης του, μπορεί να θεωρηθεί, κατά τη γνώμη μου, σκηνή ανθολογίας που θα θυμόμαστε για καιρό.

 

Η σκηνοθετική ανάγνωση της Βουλγαράκη όμως θα έμοιαζε ελλιπής αν δεν υποστηρίζονταν σθεναρά από δύο άλλους βασικούς πυλώνες της παράστασης. Ο πρώτος ήταν η κίνηση των ηθοποιών που επιμελήθηκε η Σοφία Πάσχου. Είναι πραγματικά συναρπαστικό πώς μία σκηνή, όπως αυτή της μνηστηροφονίας, που για να αποτυπωθεί ρεαλιστικά χρειάζονται κανονικά περίπου 120 ηθοποιοί επί σκηνής ζωντάνεψε τόσο αποτελεσματικά με μόλις επτά ηθοποιούς! Με ευφυείς λύσεις και μία μοναδική αισθητική όσον αφορά την κίνηση των σωμάτων η Σοφία Πάσχου ουσιαστικά συν-σκηνοθέτησε με την Ιώ Βουλγαράκη τη μισή και πλέον παράσταση, υπακούοντας φυσικά στο σκηνοθετικό όραμα της δεύτερης. Χωρίς την καθοριστική της συμβολή το αποτέλεσμα πολύ εύκολα θα μπορούσε να καταστεί μονότονο. Μαζί φτιάξανε ένα σύμπαν, που ακροβατούσε ανάμεσα στον ρεαλισμό και την ψευδαίσθηση, την αλήθεια και το όνειρο, αφήνοντας παράλληλα να διαφανεί ενίοτε ένα υποδόριο χιούμορ, επιλογή που οφείλω να πω ότι πολύ εκτίμησα αφού κράτησε την παράσταση μακριά από μία σοβαροφάνεια που πολλές φορές φέρουν αντίστοιχοι πειραματισμοί.

 

Ο άλλος βασικός πυλώνας της παράστασης ήταν η μουσική της Σαβίνας Γιαννάτου. Νομίζω ότι στη δική της δουλειά οφείλει η παράσταση, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, την ονειρικά σκοτεινή της ατμόσφαιρα. Ο τρόπος που η Γιαννάτου επεξεργάζεται και νοηματοδοτεί εκ νέου τους ήχους του περιβάλλοντος και τους λαρυγγισμούς της ανθρώπινης φωνής είναι μοναδικός. Ειδικά στο τελευταίο μέρος της παράστασης, κατά το οποίο οι ηθοποιοί αφηγούνται την ιστορία στατικά γύρω από ένα μικρόφωνο που κρέμεται από πάνω τους, η συμβολή της Γιαννάτου στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας ήταν κάτι παραπάνω από καθοριστική, αφού με βάση τις φωνές των ηθοποιών και τους ηχητικούς αυτοσχεδιασμούς του μουσικού Γιάννη Δεσποτάκη, που βρισκόταν στο βάθος της σκηνής, δημιούργησε ένα υποβλητικό μουσικό χαλί που συνόδευε μοναδικά την αφήγηση.

 

Και οι επτά ηθοποιοί της παράστασης υπηρέτησαν υποδειγματικά τη σκηνοθετική γραμμή αφήνοντας πραγματικά τις καλύτερες εντυπώσεις σε μία ουσιαστικά ομαδική δουλειά. Ο Αργύρης Ξάφης σκιαγράφησε εύστοχα στο πρόσωπο του Οδυσσέα του το κύρος, την αποφασιστικότητα, αλλά και την ορμή του ήρωά του όντας καθηλωτικός ανά στιγμές. Η Δέσποινα Κούρτη, σαγηνευτική Πηνελόπη μέσα στο φόρεμα της Μαγδαληνής Αυγερινού, που έντυσε προσεγμένα όλους τους ηθοποιούς, έμοιαζε λες και βγήκε από τις σελίδες του ομηρικού έπους, κερδίζοντας τις εντυπώσεις τόσο στον μονόλογό της, όσο και με τους λαρυγγισμούς της στη σκηνή του ονείρου. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης ήταν πραγματικά απολαυστικοί υποδυόμενοι τους πάμπολλους μνηστήρες και όχι μόνο. Απέδειξαν για ακόμα μία φορά το πολύπλευρο ταλέντο τους. Ο Γιώργος Μπινιάρης έφερε στον Εύμαιο την εμπειρία των πολλών χρόνων του στο θέατρο, αλλά και μία εσωτερική ορμή που του χάριζε μία αναπάντεχη νεανικότητα επί σκηνής κυρίως στα ομαδικά μέρη. Τέλος, οι δύο νεότεροι ηθοποιοί, ο Γιώργος Δικαίος και η Μαίρη Μηνά ανταποκρίθηκαν εξαιρετικά στις απαιτήσεις των ρόλων τους ως Τηλέμαχος και Αθηνά αντίστοιχα. Με φωνή που στάθηκε υποδειγματικά στο μικρό θέατρο της Επιδαύρου, πολύ καλή κίνηση και αξιόλογες ερμηνευτικές επιδόσεις μοιάζουν να έχουν μέλλον.

 

Η “Άφιξις” ήταν ένα στοίχημα που κερδήθηκε. Ήταν ένας άλλος τρόπος για το πώς μπορεί να προσεγγιστεί με έμπνευση ένα κλασικό κείμενο της αρχαιότητας, που νομίζουμε ότι ξέρουμε, αν και στην πραγματικότητα το μόνο που ξέρουμε είναι ο μύθος. Θα ήθελα πραγματικά να δω την ίδια δημιουργική ομάδα να επιχειρεί σύντομα στη μικρή ή και στη μεγάλη Επίδαυρο την παρουσίαση μίας αρχαίας τραγωδίας. Με την ίδια τόλμη και την ίδια έμπνευση. 

 

popolaros banner

popolaros banner

popolaros banner

anixnos250x300

warplanes250x300

Video

«Λυσσασμένη Μπαλαρίνα» στο Studio Μαυρομιχάλη κλείστε έγκαιρα τις θέσεις σας εδώ.

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία