Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

SLIDER2019

 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

«Ο Χατζιδάκις ήταν η μοίρα μου», εξομολογείται η Ράνια Οικονομίδου επί σκηνής και μοιράζεται με το κοινό την τυχαία συνάντησή τους, η οποία στάθηκε ο λόγος να γίνει από αρχιτέκτονας, ηθοποιός. Λίγο αργότερα, θα διαμαρτυρηθεί για τη στάση πολλών σκηνοθετών οι οποίοι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «μας επιλέγουν ως ταλαντούχους, αλλά δεν θέλουν να έχουμε άποψη».

Σε μια άλλη σκηνή οι νεότεροι συνάδελφοί της Εύα Οικονόμου-Βαμβακά και Κωνσταντίνος Αρνάκουρος θα δηλώσουν τη δυσαρέσκειά τους για το κόψιμο μιας σκηνής για να λάβουν την αποστομωτική απάντηση του σκηνοθέτη τους, Δημήτρη Μαυρίκιου, από το ηλεκτρολογείο: «Θέλετε να παίξετε σε περισσότερες σκηνές ή σε καλύτερη παράσταση;» και να δώσουν, με τη σειρά τους, την ειλικρινή απάντηση: «Σε περισσότερες σκηνές».

Στη συνέχεια η φωνή της Λυδίας Φωτοπούλου, στον ρόλο της Ιουλιέτας, πριν 30 χρόνια (σε μια, όπως λένε, σπουδαία παράσταση του Μαυρίκιου το 1989 στο Εθνικό) θα συνοδεύει την εικαστική απόλαυση ενός αγάλματος από την ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ.

Η Γιούλικα Σκαφιδά, δεν θα αντέξει την πίεση της πρόβας και ψυχολογικά μπερδεμένη από τα πολλά επίπεδα του έργου θα λιποθυμήσει στη σκηνή.

Ο Γιάννης Βογιατζής θα μας ανατριχιάσει με την εξομολόγησή του: «Ο μόνος τρόπος για να μην πεθάνω είναι να βρίσκομαι στη σκηνή. Αυτή μου δίνει ζωή!»

apopse texnes plus

Ειδική μνεία θα γίνει και για τους συντελεστές εκτός σκηνής :«Εκείνος ο ωραίος ηλεκτρολόγος, ο Γιάννης, που σκοτώθηκε βάζοντας φώτα».

Τα παραπάνω σκηνικά περιστατικά είναι μερικές μόνο από τις προσωπικές πινελιές που καταθέτουν οι ηθοποιοί στην παράσταση «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» σε σκηνοθεσία και διασκευή του Δημήτρη Μαυρίκιου, την οποία απολαμβάνουμε στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Προσθήκες, οι οποίες μπόλισαν το έργο με μια σπάνια αμεσότητα κι έστρεψαν το ενδιαφέρον, όχι τόσο στη συνθήκη της παράστασης μέσα στην παράσταση, όπως συμβαίνει στο κείμενο του Πιραντέλλο, αλλά στο ζωτικό κομμάτι της ίδιας της τέχνης: στον άνθρωπο-καλλιτέχνη-ηθοποιό και την ψυχοσύνθεσή του.

Τα θεατρικά έργα δεν είναι παρά, κείμενα –από το αρχαίο ρήμα κεῖμαι= κοιμάμαι, αναπαύομαι- και το μόνο σίγουρο είναι ότι ο εκάστοτε δραματουργός και σκηνοθέτης θα τα «επαναγράψει» στην εποχή του. Το ζήτημα είναι η αισθητική κι ο τρόπος με τον οποίο θα καταφέρει να το υλοποιήσει.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένα έργο γραμμένο εννέα δεκαετίες πριν, καταφέρνει μέσα από ένα άλλοτε ρεαλιστικό κι άλλοτε ποιητικό ανέβασμα να αναδείξει τις ποιότητές του και τα βαθύτερα υπαρξιακά του διλήμματα. Ακόμα σημαντικότερο, όμως, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι όταν το ανέβασμα θίγει, εμμέσως, συμπεριφορές της εποχής του, χωρίς να τις υπογραμμίζει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή με τα προσωπεία, η οποία δεν μπορεί παρά να παραπέμψει στη στάση, την οποία υιοθετούμε μέσω των διαδικτυακών μας προφίλ.

Βέβαια, υπήρξαν κάποιες στιγμές, όπου μερικές προσθήκες δεν λειτούργησαν, και δεν κατάφεραν να μας πείσουν για την αλήθεια τους, χαρακτηριστικό παράδειγμα η δήθεν λιποθυμία της Γιούλικας Σκαφιδά, η οποία σαφέστατα, αν και δεν υπάρχει στο έργο, εδώ προοικονομεί το τραγικό φινάλε της ηρωίδας ταυτίζοντας την ηθοποιό με τον ρόλο της.

Στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» ο Λουίτζι Πιραντέλλο καταπιάνεται με την αγαπημένη του συνθήκη, αυτή της θεατρικής ψευδαίσθησης - τη βλέπουμε και στο «Έξι πρόσωπα αναζητούν συγγραφέα», που είχε σκηνοθετήσει ο Μαυρίκιος το 2003 και στο «Καθένας με τον τρόπο του» -πρόκειται για ένα έργο θεάτρου μέσα στο θέατρο και μέσα στο θέατρο. Όπου επικρατεί η θεωρητική προϋπόθεση, ότι η αλήθεια είναι σχετική κι ότι η προσωπικότητα ενός ατόμου δεν είναι μοναδική κι αμετάβλητη, αλλά πολύμορφη και ρευστή.

Η υπόθεση λίγο –πολύ γνωστή: ένας θίασος καλείται να ζωντανέψει επί σκηνής το διήγημα του Πιραντέλο, «Λεονόρα, αντίο!». Ο σκηνοθέτης καλεί τους ηθοποιούς, με τα πραγματικά τους ονόματα, από τις θέσεις των θεατών, στη σκηνή κι η διαδικασία του στησίματος του έργου ξεκινά με πολλά ευτράπελα και πρόβες.

Θέμα του έργου που καλούνται να παίξουν η ερωτική ζήλια. Πρωταγωνιστές η Μομμίνα (Γιούλικα Σκαφιδά) κι ο σύζυγός της Ρίκο Βέρρι ( Αλέξανδρος Βάθρης). Η Μομμίνα παντρεύεται τον Βέρρι μετά τον θάνατο του πατέρα της Παλμίρο (Γιάννης Βογιατζής).

Αφήνει πίσω τη μητέρα της (Λυδία Φωτοπούλου) και τις αδερφές της, μια οικογένεια που είχε ξεστρατήσει από τις κοινωνικές συμβάσεις και παντρεύεται τον μόνο άνθρωπο που την δέχθηκε κοντά του. Ο Ρίκο την κλειδώνει μέσα στο σπίτι κι εκείνη κρυφά ερμηνεύει ρόλους και τραγούδια στον γιο τους, όπως έκανε και παλιά, όταν εκπαιδευόταν από τη μητέρα της να γίνει ηθοποιός.

Από τα πιο δυνατά χαρτιά της παράστασης αναδεικνύεται η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, την οποία συνέθεσε για το πρώτο ανέβασμα του έργου στην Ελλάδα (το 1961, σε μετάφραση-σκηνοθεσία Δημήτρη Μυράτ) αντικαθιστώντας τον Βέρντι στο πρωτότυπο και χαρίζοντάς μας τραγούδια μοναδικής ευαισθησίας, όπως τον «Ταχυδρόμο», το «Μαντολίνo» και την «Πέτρα» που, τώρα, τα ενορχηστρώνει ο Νίκος Κηπουργός.

Επιπλέον, τα εξαιρετικής αισθητικής βίντεο, τα οποία κι  ο ίδιος ο συγγραφέας πρότεινε στο έργο του εν έτει 1929, την εποχή του βωβού κινηματογράφου, βοηθούν μοναδικά τη δράση, αλλά και τη ροή της παράστασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχημένης σύζευξης σινεμά και θεάτρου η σκηνή, όπου την ερμηνεία του Νίκου Καραθάνου στον «Ταχυδρόμο» ακολουθεί η συγκλονιστική εξομολόγηση του Γιάννη Βογιατζή, ο οποίος στα 92 του χρόνια καταφέρνει να μας συγκινεί ακόμα.

mavrikios texnes plus

Γενικότερα, όλα όσα συνθέτουν το εικαστικό κομμάτι της παράστασης: οι φωτισμοί (Λευτέρης Παυλόπουλος), τα κουστούμια (Νίκη Ψυχογιού) και τα απίστευτα σκηνικά του Δημήτρη Πολυχρονιάδη είναι υπέροχα. Ειδική μνεία για την έμπνευση με τους καθρέφτες και την εξέδρα των θεατών, η οποία για λίγα δευτερόλεπτα σε κάνει να νομίζεις ότι βλέπεις  πάλι μέσα από καθρέφτη.

«Η παράσταση όμως, δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικά, είναι οι άνθρωποι», όπως μας θυμίζουν τα λόγια του Χατζιδάκι, που τα μοιράζεται μαζί μας σαν καλός παραμυθάς ο Δημήτρης Μαυρίκιος στον ρόλο του σκηνοθέτη από την πρώτη σκηνή της παράστασης, η οποία σίγουρα δεν θα είχε αυτή την επιτυχία χωρίς αυτόν τον ξεχωριστό θίασο.

Το εγχείρημα και για τους 16 στη σκηνή είναι πολύ δύσκολο, λόγω της πολυπλοκότητας των ρόλων τους. Παρ’ όλα αυτά ανταποκρίνονται και με το παραπάνω.

Για τον Γιάννη Βογιτατζή αναφέρθηκα και παραπάνω, καθώς χάρισε στην παράσταση μια από τις σπουδαιότερες σκηνές της.

Απολαυστική η Παράβαση της Ράνιας Οικονομίδου, ένας σπαρταριστός μονόλογος για τα 7 δυσκολοχώνευτα επίπεδα που πρέπει να παίξουν στο έργο.

Σπάνια η σκηνή με τη Λυδία Φωτοπούλου, να προσπαθεί να «γεράσει» με το μακιγιάζ την κόρη της, κι άκρως συγκινητική η ίδια όταν απευθύνεται στον εγγονό της (ο μικρος Βαγγέλης Λυκούδης). Παρακολουθώντας τον μικρούλη σκεφτόμουν τη φράση του Γούντι Άλεν: «Δεν παίζω ποτέ με σκυλιά και παιδιά, σου κλέβουν την παράσταση». Πραγματικά και μόνο η παρουσία του μικρού στη σκηνή ενέδιδε μια δυναμική. Το ίδιο κι η φωνούλα του στο φινάλε: «Μαμά, κοίτα το θέατρο!»

Η Γιούλικα Σκαφιδά, στη μελοδραματική σκηνή του φινάλε, αφοπλίζει με την αμεσότητα της. Λίγο περισσότερο υπερβολικός ο, κατά τα άλλα πολύ καλός στην παράσταση, Αλέξανδρος Βάθρης.

Έξυπνη η χιουμοριστική αυτοβιογραφική σκηνή με την ταλαντούχα Εύα Οικονόμου-Βαμβακά να απελπίζεται, όταν ο σκηνοθέτης της δεν καταδέχεται να την ακούσει.

eva oikonomou texnes plus

Απολαυστική η ερμηνεία της Λιλής Νταλανίκα στο «Μαντολίνο».

Σε μια παράσταση απαιτήσεων και συνόλου, όμως, αξίζει να μνημονεύσει κανείς και τους νεότερους: Κωνσταντίνο Αρνόκουρο, Γιάννη και Μιχάλη Αρτεμισιάδη, Στέφανο Παπατρέχα, Νεκτάριο Φαρμάκη και Μαρία Βαρδάκα.

Μια παράσταση ύμνος στο θεάτρο και τους ανθρώπους του. Αν το αγαπάτε μην τη χάσετε!

φωτογραφίες:Πάτροκλος Σκαφιδάς

 

 

 

Αλέκα, Ηλέκτρα, Φωτεινή, Μάρω. Τέσσερις γυναίκες σε υστερία, οι οποίες έχουν λυμένα τα ουσιαστικά προβλήματα επιβίωσης, μένουν στην Κηφισιά, είναι οικονομικά ανεξάρτητες, έχουν ελεύθερο χρόνο και αναλώνονται στο να δώσουν λύση στη συναισθηματικά αδιέξοδη ζωή τους. Πίνουν ηρεμιστικά, υπερκαταναλώνουν γλυκά και οργανώνουν ένα ταξίδι-φάντασμα στην Ταϊλάνδη για να ξορκίσουν το ανικανοποίητο της ύπαρξής τους, τις ανασφάλειές τους, να ελευθερωθούν. Το ταξίδι-σύμβολο δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, σημάδι ότι και οι ίδιες δεν θα καταφέρουν ποτέ να απεγκλωβιστούν από τα στεγανά τους ‒γάμο, σχέση, μητρότητα‒ και να ζήσουν τη ζωή που λαχταρούν. Φοβούνται το άγνωστο και συμβιβάζονται με το «κακό» γνώριμο τοπίο. Οι γυναίκες αυτές, αν και φαίνονται απόλυτα διαφορετικές, μοιάζουν απίστευτα. Διαφέρουν μόνο στον βαθμό υστερίας. Ζουν στο παρελθόν, που το εξιδανικεύουν, αρνούνται να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, δεν παίρνουν το ρίσκο της αλλαγής. Ως αποτέλεσμα, είναι ευάλωτες και επιρρεπείς σε καταχρήσεις, διογκώνουν τα όποια συναισθήματά τους και καταλήγουν να βουλιάξουν όλο και πιο βαθιά στην υστερία. Ίσως επειδή αδυνατούν να ξεφύγουν από τα κοινωνικά τους στερεότυπα, ίσως επειδή φοβούνται, υποκύπτουν στη γυναικεία φύση τους και συντρίβονται.

 

Το κείμενο αυτό των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά, που γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, την εποχή των παχιών αγελάδων για την Ελλάδα και της ιδιωτικής τηλεόρασης, είναι απόλυτα ελληνικό, δραματικό στη βάση του. Σύμφωνα μάλιστα με την ίδια τη συγγραφέα: «Τα έργα μας δεν είναι κωμωδίες. Απλώς οι καταστάσεις με τις οποίες καταπιανόμαστε είναι ιδωμένες από μια γωνία λίγο… λοξή». Αυτό έδωσε βήμα στις γυναίκες, ίσως για πρώτη φορά όταν γράφτηκε. Και κάπως έτσι, με χιούμορ και σαρκασμό, προκύπτει το γέλιο. Πρωτοανέβηκε το 1995 στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων από τον Λευτέρη Βογιατζή και ξεχώρισε αμέσως χάρη στις αυθεντικές φιγούρες των ηρωίδων του, καθώς και για τη φυσικότητα των διαλόγων του. Γρήγοροι ρυθμοί, έξυπνες ατάκες και τσαλάκωμα των ηθοποιών συνθέτουν ένα διαχρονικό έργο, το οποίο 23 χρόνια μετά τη συγγραφή του παραμένει απελπιστικά σύγχρονο. Η πλοκή καλύπτει το διάστημα ενός μήνα περίπου, γεγονός που γίνεται αντιληπτό από τις εναλλασσόμενες σκηνές που διαδραματίζονται εξ ολοκλήρου στο σαλόνι του σπιτιού της Αλέκας και της κόρης της, της Ηλέκτρας, στα βόρεια προάστια. Η παρουσία των αντρών είναι διάχυτη στο έργο, αν και εκείνοι δεν εμφανίζονται επί σκηνής.

Ο έρωτας είναι σε πρώτο πλάνο, στην ουσία όμως απουσιάζει. Είναι κίνητρο ύπαρξης και αιτία συντριβής. Στο όνομα του έρωτα οι ηρωίδες εξαρτώνται από τα χάπια, τα τσιγάρα, φλυαρούν για ώρες και αφηγούνται ιστορίες από το παρελθόν που δεν έχουν αφήσει πίσω τους. Θέλουν ένα σύντροφο, αδύνατο, χοντρό, νεοναζί, κάποιον τέλος πάντων για να δώσει νόημα στην άδεια ζωή τους.

Η παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά έχει θετικότατο πρόσημο, όχι μόνο ως προς την επιλογή των πρωταγωνιστριών, αλλά στο σύνολό της. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει να συγκεράσει το δραματικό και το κωμικό στοιχείο σε σωστές δόσεις, ενώ ενδιαφέρουσες είναι οι εναλλαγές των σκηνών, οι οποίες προκύπτουν ομαλά χωρίς να διακόψουν τη ροή της ιστορίας.

Η Αλέκα (Λυδία Φωτοπούλου) αποπνέει έναν αισθησιασμό και μια θηλυκότητα απίστευτη. Η ερμηνεία της χαρακτηρίζεται από την παντελή έλλειψη υπερβολής,  επιτηδευμένη ή μη, ενώ ελέγχει απόλυτα το ρόλο της και είναι απολαυστική. Φωνή με διακυμάνσεις και μπρίο, κερδίζει τις εντυπώσεις από την πρώτη σκηνή που φορά φόρμα εφίδρωσης συνδυασμένη με κολιέ από πέρλες και παντόφλες με τακούνια για να ανέβει στο ποδήλατο γυμναστικής έως τη στιγμή που μπαίνει με μαύρο ταγιέρ, κόκκινη τσάντα, κόκκινο κραγιόν, μαύρα γυαλιά και ψηλά μαύρα τακούνια για να πει στην κόρη της Ηλέκτρα: «Έναν καφέ, παρακαλώ. Ο Στέφανος είχε ατύχημα, βρίσκεται στο ΚΑΤ με σπασμένο πόδι, σπασμένο χέρι, σπασμένα πλευρά. Έλαμπε όμως… Όταν ο άνθρωπος έχει προσωπικότητα… Και αυτό τον άνθρωπο τον πέταξαν με άλλους δέκα στο δωμάτιο, έξαλλη έγινα».

Η Μάρω (Γαλήνη Χατζηπασχάλη) είναι έξοχη ως νευρωτική φιγούρα που ζητά απελπισμένα να ξεφύγει από το παρελθόν της με τον παντρεμένο «χοντρό» και να βρει ένα σώμα που να μην είναι δανεικό. Δεν φεύγει ταξίδι για να μη χάσει την καινούργια γνωριμία, που μπορεί να είναι ο άντρας της ζωής της. Απολαυστική στη σκηνή που επαναλαμβάνει ακατάπαυστα «εκεί, εκεί, εκεί», καθώς και στη σκηνή που καταναλώνει μηχανικά μια ολόκληρη τούρτα. Καταιγισμός από ατάκες στο ρόλο που η ίδια με το ταμπεραμέντο της κάνει αβανταδόρικο.

 Η Φωτεινή (Έμιλυ Κολιανδρή) αναλαμβάνει το ρόλο της φοβισμένης γυναίκας που κρύβεται για να μην τη βρει ο Αντώνης στο σπίτι της φίλης της και τη σκοτώσει, ενώ αποζητά περισσότερο από όλες αυτό το ταξίδι για να μην υποκύψει σε γάμο. Και ο δικός της ρόλος δεν στερείται ατάκας, όπως όταν απαντά στη Μάρω που περιγράφει τη συνεύρεσή της με τον ξανθό: «Καλά, έχει κάνει την Υλίκη γκαρσονιέρα;» Ούσα η πιο νευρωτική από όλες, καταλήγει στο πάτωμα του σαλονιού να ονειροπολεί ταξίδια, συνδυάζοντας τις ονειροπολήσεις της με ποτό.

Η Ηλέκτρα (Ευδοξία Ανδρουλιδάκη) κινείται γύρω από τις τρεις και σπέρνει ζιζάνια. Λιγότερο κωμικός ο ρόλος της, εστιάζει στις κινήσεις του σώματος.

Αναφορικά με την ενδυματολογική προσέγγιση της Ιωάννας Τσάμη, είναι πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς και τα μοντέρνα σκηνικά της Αρτέμιδος Φλέσσα. Όσο για το σχεδιασμό φωτισμού του Αλέκου Αναστασίου, συνάδει με την ατμόσφαιρα της παράστασης.

 Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 

 

 

 

Το αντιπολεμικό κείμενο του Μπρεχτ «Μάνα Κουράγιο», με τίτλο «Μάνα κουράγιο και τα παιδιά της», ανεβαίνει από το Κρατικό Θέατρο στη σκηνή του Θεάτρου Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών. 

Την σκηνοθεσία υπογράφει ο Σέρβος καλλιτέχνης Νικήτα Μιλιβόγιεβιτς και στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκουμε την Λυδία Φωτοπούλου.

Ο σκηνοθέτης, κάτοχος των σημαντικότερων θεατρικών βραβείων σκηνοθεσίας στη χώρα του, είναι  ένας από τους σημαντικότερους της εποχής μας, σημείο αναφοράς για την δεκαετία του ενενήντα στη Σερβία, οδήγησε το σερβικό θέατρο στον νέο αιώνα.

Μία γυναίκα που με γνώμονα το κέρδος, καταλήγει να χάσει ό,τι πιο πολύτιμο έχει.

Επίκαιρο έργο-Σύγχρονο ανέβασμα 

«Νομίζω ότι η Μάνα Κουράγιο είναι ένα σπουδαίο θεατρικό κείμενο που αφορά το ελληνικό κοινό καθώς αντανακλά τη σημερινή κατάσταση της χώρας. 

Έχω την εντύπωση ότι, δυστυχώς, η Ελλάδα του σήμερα είναι μια Μάνα Κουράγιο. Όπως, εξάλλου, και η Σερβία» αναφέρει ο σκηνοθέτης της παράστασης. 

Στο σημείωμά του για την εμβληματική "Μάνα κουράγιο" του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που σκηνοθετεί για το ΚΘΒΕ ο Σέρβος πολυβραβευμένος σκηνοθέτης, Νικήτα Μιλιβόγιεβιτς είναι σαφής:

«Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε και ένα άλλο φαινόμενο: η μία γενιά (η γηραιότερη) πούλησε την άλλη (τη νεότερη). Με απασχολεί το γεγονός, ότι αυτή τη στιγμή εκατομμύρια άνθρωποι αναζητούν έναν πιο ήρεμο και αξιοπρεπή τόπο για να ζήσουν. Η “Μάνα Κουράγιο” είναι μία παράσταση, που αναφέρεται σε όλα αυτά τα θέματα».

mana_koyragio2.jpg

Η ιστορία 

Στη "Μάνα κουράγιο και τα παιδιά της" (έργο γραμμένο ενόσω ο Μπρεχτ βρισκόταν σε εξορία, την περίοδο 1938-39), η Άννα Φίρλινγκ, μάνα τριών παιδιών από διαφορετικούς πατέρες, είναι μια δαιμόνια εμπόρισσα, που κατά τη διάρκεια του τριακονταετούς ευρωπαϊκού πολέμου (1618-1648, μιας από τις πιο μακροχρόνιες και καταστροφικές συγκρούσεις στην ευρωπαϊκή ιστορία, που άρχισε σαν πόλεμος μεταξύ των καθολικών και διαμαρτυρομένων κρατών και σύντομα οι εμπλεκόμενες δυνάμεις κατέληξαν να αγωνίζονται για την πολιτική επικράτηση στην Ευρώπη), η Μάνα Κουράγιο ακολουθεί σταθερά τον στρατό με το κάρο της και ζει παρασιτικά από τον πόλεμο. 

Με έντονο αίσθημα αυτοσυντήρησης και εντυπωσιακή προσαρμοστικότητα, παμπόνηρη, σκληρή, αθυρόστομη, η Μάνα Κουράγιο, δρώντας με γνώμονα το κέρδος, καταλήγει, στο τέλος, να χάσει ό,τι πιο πολύτιμο έχει.

Η Μάνα Κουράγιο απομένει μοναχή της με τον αραμπά της, γριά, ωστόσο αποφασισμένη να συνεχίσει το εμπόριό της. 

Μιλά για τον πόλεμο σαν να ήταν ευλογία και επιβιώνει σαν επιχειρηματίας, εκμεταλλευόμενη τον πόλεμο.

Τριγυρνά από χώρα σε χώρα, ακολουθώντας στρατιωτικά τάγματα.

Δεν είναι με το μέρος κανενός, παρά μόνο με το μέρος του εμπορικού κέρδους. 

Πρωτοανέβηκε σε σκηνή το 1941 

Το αντιπολεμικό θεατρικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ ανέβηκε για πρώτη φορά σε σκηνή της Ζυρίχης στις 19 Απριλίου 1941 και στη Γερμανία μετά το τέλος του τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το 1949. 

Πρώτη πρωταγωνίστρια ήταν η Χελένε Βάιγκελ στο Deutsches Theater και ακολούθησαν δεκάδες παραστάσεις στο Berliner Ensemble. Έκτοτε, έχουν δοθεί περί τις 300 πρεμιέρες στον γερμανόφωνο χώρο, ενώ σύμφωνα με στοιχεία της Γερμανικής Ένωσης Θεατρικών Σκηνών, μετά τη γερμανική επανένωση, το έργο βρίσκεται στο πρόγραμμα τουλάχιστον τεσσάρων γερμανικών θεάτρων ανά σεζόν- πρακτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα σε όλα τα θέατρα της Ευρώπης.

Στο τραγικά διαχρονικό, ζοφερά "σύγχρονο" έργο του ο Μπρεχτ με "σκηνικό" τον 30ετή ευρωπαϊκό πόλεμο του 17ου αιώνα, "ανθρωπογεωγραφεί" τον παραλογισμό του πολέμου, ιστορικοποιώντας την ευθύνη όχι μόνο αυτών που τον προκαλούν αλλά και αυτών που τον υπηρετούν, τον συντηρούν, τον αποδέχονται ως μέσο εμπορίου και βιοπορισμού ενίοτε και πλουτισμού. 

Η παράσταση του ΚΘΒΕ σηματοδοτεί μια διπλή επιστροφή στις σκηνές του. 

Αυτή του σκηνοθέτη Νικήτα Μιλιβόγιεβιτς (επιστρέφει ύστερα από 13 χρόνια στο ΚΘΒΕ μετά τη "Φυγή" του Μπουλγκάκωφ, που σκηνοθέτησε το 2002 και τον "Πλατόνοφ" του Α. Τσέχωφ το 2003) κι αυτή της ηθοποιού Λυδίας Φωτοπούλου (από τις σημαντικότερες ηθοποιούς που υπήρξε "γέννημα και θρέμμα" του ΚΘΒΕ).

Για την παράσταση χρησιμοποιήθηκε νέα μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, ενώ τη μουσική (χρησιμοποιείται αυτή που έγραψε ο Paul Dessau για την παράσταση του 1949 στο Βερολίνο -στην εναρκτήρια λειτουργίας του ιστορικού θεάτρου του Μπρεχτ "BERLINER ENSEMBLE") ερμηνεύουν επί σκηνής οκτώ μουσικοί. 

Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι του Κέννυ Μακ Λέλαν και τους ρόλους ερμηνεύουν 15 ηθοποιοί του ΚΘΒΕ.

H "Μάνα Κουράγιο" θα παίζεται στη σκηνή του Θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, από Τετάρτη ως Κυριακή (παραστάσεις: Τετάρτη 18:00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21:00, Κυριακή 19:00) ως τις 21 Ιανουαρίου του 2017.

«Η ΜΑΝΑ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ» του Μπέρτολτ Μπρεχτ

ΘΕΑΤΡΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (EMΣ) 

Mετάφραση: Γιώργος Δεπάστας. Σκηνοθεσία: Νικίτα Μιλιβόγεβιτς.

Έναρξη: 20 Οκτωβρίου 2016

 

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Please enter youtube id.

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία