Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

 «Δεν υπάρχει οργή πιο φοβερή και αθεράπευτη από αυτή που γεννιέται ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν αγαπηθεί».

Το Θέατρο Τέχνης επέστρεψε μετά από εφτά χρόνια στην Επίδαυρο και η καλλιτεχνική διευθύντρια Μαριάννα Κάλμπαρη ανέλαβε να υπογράψει τη σκηνοθεσία και τη δραματουργική επεξεργασία (μαζί με την Έλενα Τριανταφυλλοπούλου) της «Μήδειας» του Ευριπίδη (διδάσκεται για πρώτη φορά το 431 π.Χ. ως πρώτο έργο της τετραλογίας που εκείνη τη χρονιά κερδίζει το τρίτο βραβείο στους δραματικούς αγώνες) σε μια δουλειά που έχει έντονα το προσωπικό της καλλιτεχνικό στίγμα, γεγονός που αποδεικνύεται και από την ανάγκη της να συνυπάρξει με τους ηθοποιούς της σκηνικά κρατώντας έναν από τους ρόλους της παράστασης, αυτόν της Τροφού. 

Η οπτική της πάνω στο έργο γίνεται σαφής πριν δει κανείς τους υποκριτές, τόσο από τη φράση «Η βαρβαρότητα του έρωτα» που ακολουθεί τη «Μήδεια» στον τίτλο της παράστασης και τις άκρως αισθησιακές φωτογραφίες του προγράμματος όσο και από το σκηνικό της. Ένα τεράστιο κρεβάτι έχει στηθεί στη θυμέλη (σκηνικά Κωνσταντίνος Ζαμάνης) που γύρω από αυτό περιστρέφεται όλη η δράση και πάνω του συμβαίνουν τα πιο τραγικά γεγονότα – π.χ., δολοφονία παιδιών, θάνατος Ιάσονα, αναγγελία θανάτων από Άγγελο.

Στο λόγο του Ευριπίδη θα προστεθούν και ένθετα από κείμενα και ποιήματα αρχαιοελληνικής γραμματείας (Πλάτων, Θεόκριτος, Παρθένιος, Πλούταρχος, Σαπφώ, Αρχίλοχος, Μελέαγρος κ.ά.), όλα για να εξυπηρετήσουν αυτόν το σκοπό, για να μιλήσει  η «παράσταση  για το ανεξήγητο του έρωτα.

Η σκηνοθετική άποψη ζωντανεύει επί σκηνής και τη Γλαύκη, τη νέα και ωραία βασιλοπούλα που πρόκειται να νυμφευθεί ο Ιάσονας, εγκαταλείποντας τη Μήδεια και τα παιδιά του και αδιαφορώντας για τη μοίρα τους. Ένα πρόσωπο που δεν έχει υπόσταση στην τραγωδία, παρά μόνο μέσα από τις περιγραφές. Παράλληλα, δίνει μορφή και στη δεύτερη όψη της Μήδειας, στο alter ego της, στη σκέψη της, στα μύχια της ψυχής της, στα άδυτα του μυαλού της. Θέλοντας ίσως έτσι να δικαιολογήσει και το «Δύο φορές βάρβαρη η Μήδεια, από καταγωγή και από έρωτα», όπως γράφει στον πρόλογο της μετάφρασής του ο Γιώργος Χειμωνάς.

Το πάθος του έρωτα και η πληγή της προδοσίας είναι  πρωταγωνιστές στη «Μήδεια» της Μαριάννας Κάλμπαρη και το  γνωστό τραγούδι «Του έρωτα μέγα κακό» ‒εδώ διασκευασμένο από τον Παναγιώτη Καλατζόπουλο, που ηχογραφήθηκε στο δίσκο «Ευριπίδη-Μήδεια» το 1990 με ερμηνεύτρια την Ελένη Βιτάλη, σε μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη, και ακούστηκε για πρώτη φορά στη «Μήδεια» που σκηνοθέτησε ο Ανδρέας Βουτσινάς το 1990 στην Επίδαυρο (Με Μήδεια τη Λυδία Φωτοπούλου και Ιάσονα τον Νίκο Σεργιανόπουλο) και τότε σε μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά‒ θα τραγουδηθεί, για πρώτη φορά από την ίδια τη σκηνοθέτιδα, στον ρόλο της Τροφού, από ένα μικρόφωνο που είναι τοποθετημένο στην άκρη της σκηνής δεξιά  ‒πόσες φορές θα δούμε πια αυτό το μικρόφωνο!!‒  και από αυτό το σημείο θα τονίζονται όλες οι σημαντικές φράσεις από εκεί και πέρα...

Μέχρι εδώ λοιπόν θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχει μια κάποια συγκεκριμένη κεντρική  οπτική που έχει η σκηνοθεσία πάνω στο έργο  ‒δεν είναι μόνο αυτή, θα πρέπει να αναλύσουμε, για παράδειγμα, και μια πιο φεμινιστική στάση της Μήδειας γενικότερα, που και αυτή οδήγησε σ’ άλλα αποτελέσματα–, και που είναι πάντα ενδιαφέρουσα, όπως κάθε «ανάγνωση». Το ζήτημα είναι όμως πώς αυτή αναπαρίσταται και πώς οδηγούνται οι ηθοποιοί στην υλοποίησή της. 

Προσωπικά, παρακολουθώντας την παράσταση ένιωσα ότι η κ. Κάλμπαρη πειραματίστηκε με πάρα πολλές ιδέες ,αλλά το τερμάτισε στην υπερβολή και σε κάποια σημεία επήλθε το χάος. Ένα χάος παρόμοιο με την τρύπα κάτω από το κρεβάτι του σκηνικού, όπου έριξε και τους ταλαντούχους ηθοποιούς της. Κάποιοι κρατιόνταν σε σκηνές από το χείλος του γκρεμού και έλαμπαν… 

Είναι πολύ διαφορετικό να θες να μιλήσεις μέσα από μια τραγωδία, ακόμη για «την πληγή του έρωτα», από ό,τι από ένα οποιοδήποτε άλλο έργο. Το δράμα επιδιώκει να μας κάνει να συναισθανθούμε τον πόνο και τη λύπη ενός άλλου. Η τραγωδία επιδίωκε και στοχεύει να μας  αναγκάσει να αλλάξουμε στάση απέναντι στα πράγματα, στο πώς σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε εμείς οι ίδιοι. Το δράμα έτσι αφορά πάντα τη δυνατότητα που έχουμε ως ανθρώπινα όντα να μπούμε στη θέση κάποιου άλλου ανθρώπου, ενώ η τραγωδία σκοπεύει να μας μετακινήσει εσωτερικά, να αλλάξει εμάς του ίδιους.

Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, όταν βλέπεις, για παράδειγμα, τόσους ηθοποιούς στη σκηνή (που δεν έχουν ρόλο) και αναρωτιέσαι γιατί υπάρχουν και στη συνέχεια τους παρακολουθείς να ντύνουν χορευτικά το «Του έρωτα μέγα κακό» σαν ομόφυλα και ετερόφυλα ζευγαράκια που τρέχουν για να αγκαλιαστούν σαν σε ταινία του ’60 σε κάποια ακρογιαλιά ή στη σκηνή της Eurovision (κίνηση Μαρίζα Τσίγκα), μάλλον λαϊκό ρομάντζο βλέπεις, δεν βλέπεις «Μήδεια». 

Από την άλλη πλευρά, ενώ εννοείται ότι η παράσταση αντιμετώπισε το έργο αλλιώς και από αισθητικής απόψεως, σύγχρονα κοστούμια με επιρροές βικτοριανής εποχής, ακόμα και η ενδιαφέρουσα μουσική του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου, είχε ηλεκτρονικό ήχο και οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτου, που ήταν ευφάνταστοι, έδιναν μια άλλη κινηματογραφική διάσταση, με ένα μαγευτικό φινάλε, οι ηθοποιοί κλήθηκαν να παίζουν με στόμφο και απίστευτη φλυαρία στην κίνηση. Τουλάχιστον όμως ακούγονταν ξεκάθαρα, ακόμη και χωρίς μικρόφωνα, κάτι που σπάνια συμβαίνει. 

Η Θεοδώρα Τζήμου, που πρώτη αποσχίζεται από τον κύκλο, περιγράφει αρχικά με λόγο καθαρό και μεστό πως «ο έρωτας είναι στη φύση μας από τα παλιά τα χρόνια» μια δυναμική έναρξη. Στη συνέχεια, η ηθοποιός θα ντυθεί με νυφικό και θα γίνει η Γλαύκη της ιστορίας. Απαγγέλλοντας κατά βάση τα περισσότερα ένθετα κείμενα που προστέθηκαν με τρόπο επιφανειακό και σε τέτοια έκσταση, που μάλλον Οφηλία μετά την τρέλα θύμιζε. 

Οι Αλέξανδρος Μυλωνάς και Γεράσιμος Γεννατάς κατάφεραν να γίνουν πιο πειστικοί και να δώσουν ανάσες ρεαλισμού στον Κρέοντα και τον Αιγέα αντίστοιχα. Αν και ο τελευταίος, ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί έπρεπε να κουνά συνέχεια τις δύο πλάγιες φάσες από το κοστούμι του ενώ μιλούσε.

Η Σύρμω Κεκέ και η Ιωάννα Μαυρέα, ως γυναίκες της Κορίνθου μαζί με τη Μαριάννα Κάλμπαρη (Τροφό), κλήθηκαν να καλύψουν τις ανάγκες του χορού και έκαναν ό,τι ήταν δυνατό. Γιατί ουσιαστικά οι νεότεροι που αναγράφονται ως χορός στο πρόγραμμα (Λήδα Κουτσοδασκάλου, Βασιλίνα Κατερίνη, Μάριος Κρητικόπουλος, Ευθύμης Χαλκίδης, Αλέξανδρος Σκουρλέτης) ήταν οι ηθοποιοί που πηγαινοέρχονταν και κυλιόνταν χωρίς λόγο και αιτία στο κοίλον, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω.  

Η Κωνσταντίνα Τάκαλου, ως Άγγελος, είχε να αφηγηθεί ένα συγκλονιστικό κείμενο, αλλά και εκείνη οδηγήθηκε σε απίστευτες υπερβολές στην κίνηση και στην εκφορά του λόγου. Μέχρι και από τη μουσική διακόπηκε η αφήγησή της σε σημείο κορύφωσης! Αδυνατώ να καταλάβω γιατί, όταν έχεις μια τόσο σπουδαία ηθοποιό και μια αφήγηση τέτοιας δυναμικής, βάζεις μόνος σου εμπόδια στη λειτουργία τους. 

Ο Ιάσονας του Χάρη Φραγκούλη ξένιζε αρκετά στην πρώτη του εμφάνιση. Αν όμως σκεφτεί κανείς ότι πέρα από την απιστία ο ήρωάς του φαίνεται να σφετερίζεται για τον εαυτό του τον ελληνικό πολιτισμό. Σκηνικά το στοιχείο αυτό έχει ενδιαφέρον αν παρουσιαστεί μ’ ένα λόγο αποκρουστικά εξορθολογισμένο και κυνικά χρησιμοθηρικό, που θα κρύβει και μια υποβόσκουσα ειρωνεία για να αναδείξει ίσως και ένα φεμινιστικό στοιχείο κόντρα στο μισογυνισμό του Ευριπίδη, και να έρθει στο φινάλε και η κατάρρευση του ήρωα. Δεν μπόρεσα όμως να αντιληφθώ αν αυτή η ερμηνεία είχε κάποιο τέτοιο ή άλλο ερμηνευτικό υπόβαθρο, σε πολλά σημεία πάντως ένιωθα τον ίδιο τον ηθοποιό να χλευάζει αυτό που κάνει, σαν να μην το πίστευε ούτε ο ίδιος. 

Η ερμηνεία της Μαρίας Ναυπλίωτου στη Μήδεια είχε πολλές προδιαγραφές για να μας συγκινήσει, αλλά εγκλωβίστηκε και αυτή στη σκηνοθεσία. Όσο και να προσπαθούσε η ηθοποιός να μπει στην ψυχοσύνθεση της τραγικής ηρωίδας, πλάι της υπήρχε απίστευτη βαβούρα που αποπροσανατόλιζε τον θεατή. Πρώτα από όλα, και κυρίως η «Βάρβαρη» Μήδεια, η ηθοποιός Αλεξάνδρα Καζάκου, που, άσχετα από το ταλέντο της και την καλοδουλεμένη της κίνηση, εδώ χτυπιόταν και επαναλάμβανε φράσεις, χωρίς ούτε μία φορά όλο αυτό το σκηνοθετικό εύρημα να έχει κάποιο νόημα. Στη συνέχεια οι συμπαίκτες της, που όλοι θα έπρεπε να κάνουν και άλλα εκατό τσαλιμάκια παίζοντας, ενώ σίγουρα κάποιος θα πηγαινοερχόταν παράλληλα. 

Παρ’ όλα αυτά, η Μαρία Ναυπλίωτου έδειξε ότι έχει τα εχέγγυα να τα καταφέρει σε αρκετές σκηνές. Ιδιαίτερα όταν η σκηνοθεσία την εμπιστευόταν και της άφηνε λίγο χώρο. Ήταν εξαιρετική στη σκηνή που έβαζε σε εφαρμογή το σχέδιό της. Έκανε μια εντυπωσιακή είσοδο, σαν αίλουρος με πλάτη στο κοινό, μιλώντας για ερπετά, και ένα εξαιρετικό φινάλε λουσμένη στο φως, σαν γνήσια κόρη του Ήλιου. Η σκληρή δουλειά που είχε κάνει φάνηκε και στον αγώνα λόγων με τον Ιάσονα, όπου, παρά την ιδιαίτερη ερμηνεία του συμπρωταγωνιστή της, εκείνη κράτησε τον ρυθμό της –και την ψυχραιμία της γενικότερα– , έτσι παρακολουθήσαμε ξεκάθαρα τους δύο διαφορετικούς κόσμους που με μαεστρία παρουσιάζει ο ποιητής να εξαρθρώνονται σε μια επίδειξη ρητορικής ευρεσιτεχνίας. 

Η Μήδεια αναλαμβάνει αρχικά να αποκαλύψει και στη συνέχεια να συντρίψει αυτή την πολιτισμένη φενάκη που την περιβάλλει. Αντιπροτείνει τους κανόνες του δικού της πολιτισμού, που αρνείται κάθε λογικό διακανονισμό, κάθε ρητορική συζήτηση και τους διαχωρισμούς του Ιάσονα ως στηρίγματα της ερωτικής του απιστίας. Η Μήδεια υποστηρίζει μέχρι τέλους την παθολογία του έρωτα. 

Η παιδοκτονία είναι το τρίτο μέρος μιας αποτρόπαιης κλίμακας που ξεκίνησε ως αδελφοκτονία για χάρη του Ιάσονα και συνεχίστηκε με την έμμεση πατροκτονία. Για τον αμοιβαίο έρωτα χύθηκε τόσο αίμα, γι’ αυτό και τώρα τον κατηγορεί πως η παιδοκτονία τού ανήκει. Στη βαρβαρότητα του πολιτισμού απαντά κανείς με τον πολιτισμό της βαρβαρότητας. Αυτή είναι και η μόνη νόμιμη άμυνα της Μήδειας. 

Θέματα «δύσκολα», που άλλοτε μοιάζουν μακρινά και άπιαστα και άλλοτε οικεία και κοντινά, διότι η τραγική ποίηση, αν και ξεκινά πάντα από την υποκειμενικότητα, καταφέρνει και αντικειμενοποιεί πάντα το συμβολισμό της, γιατί δεν χάνει ποτέ την όψη της ολότητας του κόσμου και του χρόνου. 

Οφείλουμε πάντως, παρά τις όποιες αντιρρήσεις μας για το συγκεκριμένο ανέβασμα, να παραδεχθούμε πως είναι μεγάλη επιτυχία το γεγονός ότι η κυρία Κάλμπαρη, ως καλλιτεχνική διευθύντρια, πέτυχε ένα μεγάλο στοίχημα: Να φέρει σε τόσο δύσκολες εποχές στην Επίδαυρο πάνω από 15.400 θεατές (6.500 την πρώτη μέρα και 8.900 τη δεύτερη) συμπράττοντας με το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων και το Φεστιβάλ Αθηνών, αναδεικνύοντας έτσι και τη σπουδαιότητα των συνεργασιών.  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Video

kart1

Kalomoira2.jpg

Ροή Ειδήσεων

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία