Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Μια από τις παραστάσεις που ξεχωρίσαμε το φετινό καλοκαίρι, το σατυρικό δράμα του Ευριπίδη, που σκηνοθέτησε εμπνευσμένα ο Παντελής Δεντάκης με ένα θίασο αποκλειστικά γυναικείο θα ανέβει για μια ακόμη φορά στο Ηρώδειο. Δίνοντας έτσι την ευκαιρία σ' όσους έχασαν την παράσταση στη Μικρή Επίδαυρο να την απολαύσουν στην Αθήνα. Ο "Κύκλωπας" θα παρουσιαστεί την Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου.  

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά τη γνώμη μας για την παράσταση.

Και εδώ τη συνέντευξη που παραχώρησε στο texnes-plus και τη Γιώτα Δημητριάδη η Στεφανία Γουλιώτη. 

 

goulioti_kyklopas.jpg

Ταυτότητα της παράστασης:

Μετάφραση:Παντελής Μπουκάλας 

Σκηνοθεσία:Παντελής Δεντάκης 

Σκηνικά - Κοστούμια:Γεωργία Μπούρδα 

Μουσική:Λευτέρης Βενιάδης 

Φωτισμοί:Σάκης Μπιρμπίλης

Επιμέλεια κίνησης:Ερμής Μαλκότσης

Βοηθοί σκηνοθέτη: Έφη Ρευματά, Θανάσης Ζερίτης

Βοηθός Σκηνογράφου – Ενδυματολόγου:Μυρτώ Κοσμοπούλου 

Κατασκευή Σκηνικού: Νίκος Δεντάκης 

Φωτογραφίες: Κική Παπαδοπούλου

Παίζουν:

Στεφανία Γουλιώτη, Άννα Καλαϊτζίδου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη

Νεφέλη Μαϊστράλη, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Νίνου, Μυρτώ Πανάγου, Ελένη Τσιμπρικίδου, Έφη Ρευματά

 

Προπώληση: ταμεία Φεστιβάλ Αθηνών, viva.gr 210 32 72 000

Στην αρχαιότητα το σατυρικό δράμα ήταν το τελευταίο έργο μιας δραματικής τετραλογίας, εκείνο που ακολουθούσε μετά από τρεις τραγωδίες, με σκοπό να ελαφρύνει το κλίμα στις κερκίδες μετά τη συσσώρευση της τραγικής έντασης από τις τρεις προγενέστερες τραγωδίες. Πιστεύεται ότι και αυτό ξεκίνησε από το διθύραμβο, όπως και η τραγωδία, όπου ο χορός μεταμφιεσμένος σε Σατύρους γλεντούσε πίνοντας κρασί – όλα δηλαδή ταυτισμένα με το πνεύμα της διονυσιακής λατρείας. Εισηγητής του στην Αθήνα θεωρείται ο Πρατίνας ο Φλ(ε)ιάσιος. Συνεχιστές του ο γιος του Aριστίας, ο Aχαιός (484-401 π.X.) και ο Αισχύλος.

Στις μέρες μας το μόνο ολοκληρωμένο σωζόμενο σατυρικό δράμα είναι ο «Κύκλωπας» του Ευριπίδη – σώζονται και στίχοι από τα έργα «Δικτυουλκοί» και «Ισθμιασταί» του Αισχύλου, και πολύ περισσότεροι στίχοι από το έργο «Ιχνευταί» του Σοφοκλή.

Ο Παντελής Δεντάκης ανέβασε το έργο του Ευριπίδη έχοντας ως βάση μόνο κάποια κύρια χαρακτηριστικά του σατυρικού δράματος, χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτά, αποφεύγοντας σκοπέλους, όπως, για παράδειγμα, οι βωμολοχίες, το κιτς και οι υπερβολικές επιδεικτικές ορχήσεις. Αντίθετα, παρέδωσε στο κοινό 100 λεπτά ενός θεατρικού δρώμενου με άποψη, άρτιου εικαστικά, χάρη και στην ευφάνταστη δουλειά της Γεωργίας Μπούρδας στα σκηνικά και στα κοστούμια και του Λευτέρη Βενιάδη στη μουσική, δικαιολόγησε πλήρως την επιλογή του να παρουσιάσει τον «Κύκλωπα» με γυναικείο θίασο, τολμώντας ακόμα και να παραβεί τυπικούς νόμους του σατυρικού δράματος, όπως, για παράδειγμα, την παντελή απουσία πολιτικοκοινωνικής σάτιρας, αφού ενέταξε επιτυχώς λίγα αλλά καίρια νεωτερικά σχόλια. Στη θυμέλη της Μικρής Επιδαύρου καυτηριάστηκαν απόψεις για τους ξένους που «μας παίρνουν τις γυναίκες και τα παιδιά», το international-theater, ενώ η φωνή του Καζατζίδη για τον πόνο της ξενιτιάς αντηχούσε από τα σπλάχνα του σπηλαίου του Πολύφημου. Επιπλέον, πρόσθεσε στην παράσταση, χαρίζοντάς της ένα ξεχωριστό φινάλε, στίχους από το ποίημα του Θεόκριτου «Κύκλωψ», το ενδέκατο από τα 31 ποιήματα που του αποδίδονται, τα επονομαζόμενα ειδύλλια, και αυτοί όπως και το έργο σε μια σύγχρονη και με έξυπνες λύσεις μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα.

Οι γυναίκες του θιάσου δεν καμώνονταν τους άντρες, ήταν οι ρόλοι της ιστορίας. Μιας ιστορίας που το φύλο μοιάζει να έχει τη μικρότερη σημασία στο παιχνίδι της επιβίωσης. Όπου η ανθρωποφαγία κατασπαράσσει τα πάντα και ακόμα και τα παιδιά των θεών δεν μπορούν να γλιτώσουν από το μένος της εκδίκησης.

Επιπλέον, μια γυναικεία φιγούρα του Κύκλωπα στη σκηνή του πόνου και στη συνέχεια κατατροπωμένου και αλυσοδεμένου μέσα στα αίματα να υποφέρει και να αναζητά την αγάπη μιας γυναίκας, ενθυμούμενος την άδικη μητέρα του, δίνει και μια ικανότητα βαθύτερης ενσυναίσθησης του ήρωα, επιβεβαιώνοντας το σωκρατικό «ουδείς εκών κακός».

Ο χορός των Σατύρων μέσα στην έκταση του διονυσιακού παραληρήματος θα εμφανίσει από φελλούς μέχρι γυναικείους μαστούς. Θα μιλήσει με αντρικό κυνισμό για την Ελένη στην Τροία και την τιμωρία της, αλλά θα φανεί και ευθυνόφοβος και δειλός όταν χρειαστεί να πάρει αποφάσεις. Κρατώντας από τη γυναικεία παρουσία ένα ναζιάρικό-σκανταλιάρικο πολύ ταιριαστό χαρακτηριστικό.

Η Νεφέλη Μαϊστράλη, η Μαρία Μοσχούρη, η Αμαλία Νίνου, η Μυρτώ Πανάγου και η Ελένη Τσιμπρικίδου λειτουργούν σαν ένα εξαιρετικό σύνολο, απόλυτα συντονισμένες, καταφέρνοντας παράλληλα να ξεχωρίσουν και ως μονάδες. Αδυναμίες φαίνονται να υπάρχουν στα χορικά, μάλλον λόγω τεχνικών θεμάτων ή τοποθέτησής τους, δεν κατάφεραν να ακουστούν ξεκάθαρα.

Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη κατάφερε να αναμετρηθεί επιτυχώς με γέροντα Σιληνό, έχοντας όλα τα ερμηνευτικά της μέσα σε εγρήγορση και με εντυπωσιακή σκηνική ενέργεια. Η αδύναμη φωνή της εδώ ταιριάζει με το ρόλο και δεν ενοχλεί.

Η Άννα Καλαϊτζίδου, έχοντας να αντιμετωπίσει ίσως το δυσκολότερο ρόλο της παράστασης, αυτόν του Οδυσσέα, από την άποψη ότι ο ήρωας, πέρα από το γεγονός ότι είναι κατά κάποιο τρόπο καταγεγραμμένος στη συνείδηση του καθενός μας, είναι και η πιο ανθρώπινη μορφή της παράστασης. Έχει το στιβαρό ερμηνευτικό υπόβαθρο για να τα καταφέρει. Έτσι, πέρα από την κάπως αμήχανη πρώτη σκηνή, στη συνέχεια φαίνεται να φωτίζει εξαιρετικά τις ποιότητες του ήρωα. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος που κινείται όταν πια έχει γίνει κυρίαρχος του παιχνιδιού. Εντυπωσιακή η σκηνή του λιθοβολισμού του αλυσοδεμένου Κύκλωπα, με την τελευταία βολή, όταν εκείνος προφητεύει για τους συντρόφους το θάνατο, να είναι η πιο αδυσώπητη από όλες.

Ο υποκριτικός άθλος της παράστασης όμως έρχεται από τη Στεφανία Γουλιώτη, που δεν καμώνεται τον Κύκλωπα, είναι ο Κύκλωπας! Άμα τη εμφανίσει, με το που πέφτει το φως πάνω της (φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης), η παρουσία της στη σκηνή είναι καθηλωτική. Ένας Κύκλωπας ειρωνικός, σαρκαστικός, παιγνιώδης, καιροσκόπος, εγωιστής, σκληρός, αφιλόξενος, που, όπως δηλώνει, «η αφεντιά μου δεν θα πάψει ποτέ να νοιάζεται για την καλοπέραση». Δεν πτοείται με τίποτα: «Όταν ο Δίας στέλνει βροχές, το δικό μου το σπίτι δεν το βρέχει» ή με σχεδόν τίποτα, γιατί και εκείνος, όπως θα μας αποκαλύψει τη στιγμή του μαρτυρίου, έχει την αχίλλειο πτέρνα του, τον έρωτά του για τη Νηρηίδα Γαλάτεια.

Η παράσταση με αυτό το φινάλε πρόσφερε στο θεατή και ένα κομμάτι γνώριμο από τις τραγωδίες. Μια αριστοτελική «κάθαρση» τόσο από την άποψη της δικαίωσης του Οδυσσέα όσο και από ένα είδος «συγκλονισμού» που βίωνε παρακολουθώντας τον εκπληκτικό, κατά τη γνώμη μου, απόλυτα ψυχαναλυτικό, μονόλογο της Στεφανίας Γουλιώτη, από το ποίημα του Θεόκριτου, που οδηγούσε ακαριαία σε μια ψυχική μετατόπιση.

Έναν αδέξιο ύμνο στον έρωτα από κάποιον που δεν τον γνώρισε ποτέ και επομένως δεν έχει τα συνήθη ποιητικά λόγια και τις ρομαντικές εκφράσεις. Αλλά και όσοι τον νιώσαμε πόσο συναισθηματικά ανάπηροι δεν είμαστε πολλές φορές ή τυφλοί σαν άλλοι Πολύφημοι για να βουτήξουμε στο πέλαγος και να αρπάξουμε τη δική μας Γαλάτεια;

 

Ανοίγει τον κατάλογο της καφετέριας αποφασισμένη να βρει το πιο δροσερό ρόφημα, όπως μου έχει δηλώσει. Στέκεται στις λεμονάδες. Η ποικιλία μεγάλη, τζίντζερ, πιπερόριζα, μαστίχα… Δεν το σκέφτεται πολύ, παίρνει μια απ’ όλα με πολλά πολλά παγάκια! Ο ενθουσιασμός της με παρασύρει στην ίδια επιλογή.

Λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα του «Κύκλωπα» στο Θέατρο Δάσους και στη συνέχεια την κάθοδό του στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου η Στεφανία Γουλιώτη βρίσκεται στη συνήθη υπερένταση που βιώνει σε κάθε περίοδο προβών. Μάλιστα, μου αναφέρει χαρακτηριστικά: «Πρέπει τα χέρια σου να καούνε! Με πληρώνεις για να θυσιάσω ένα προσωπικό μου κομμάτι που δεν μπορείς να θυσιάσεις εσύ.» ‒ και ας  παραδέχεται ότι τα σημάδια δεν είναι τόσο έντονα όπως άλλοτε. «Ξέρεις τι γίνεται τώρα; Όχι επειδή είμαι πιο μεγάλη, αλλά επειδή έχω δουλέψει περισσότερο, αυτή η διάλυση δεν με παρασέρνει σαν χείμαρρος, δεν χάνω τον κόσμο. Διοχετεύεται σαν ενέργεια πιο σωστά».

Η Στεφανία δεν θα σου κρυφτεί καθόλου. Ίσως, επειδή είναι τόσο σπουδαία ηθοποιός, αυτό το αφήνει μόνο για τους ρόλους, στη ζωή δεν προλαβαίνει να παίξει δράμι θέατρο. Ξεδιπλώνει την αφοπλιστική της ειλικρίνεια και κάνει τη συζήτηση απολαυστική, ιδιαίτερη και δροσιστική σαν τη λεμονάδα της. Γουλιά δεν μένει στον πάτο.

stefania_goulioti_2.jpg

Ο «Κύκλωπας» είναι ένα σατυρικό δράμα. Ούτε τραγωδία ούτε κωμωδία. Πώς το αντιμετωπίσατε σκηνικά;
Αυτή είναι μια μεγάλη παγίδα στην οποία πέφτουν πολλοί σκηνοθέτες προσπαθώντας να υποστηρίξουν ότι αυτό είναι ένα σατυρικό δράμα. Πολύ συχνά νιώθω ότι καταβάλλεται υπερβολική προσπάθεια για να υποστηριχτεί το είδος αυτό καθαυτό, επειδή φέρει τον συγκεκριμένο τίτλο. Σε μια τραγωδία απλώς παίζεις το έργο, σε μια κωμωδία το ίδιο, και αν βγει αστεία βγήκε. Δεν λες «Οι Βάτραχοι» είναι κωμωδία και το τονίζεις, διότι αυτό είναι το είδος τους κειμένου. Νομίζω ότι υπάρχει μια τάση να ερμηνεύουμε τη σημασία του σατυρικού δράματος ώστε να γίνει πιο εύληπτη.

Και επειδή δεν υπάρχουν άλλα σωζόμενα είδη…
Ναι, και γι’ αυτό φυσικά. Δεν έχει όμως καμία ιδιαιτερότητα. Είναι ένα έργο όπως όλα τα άλλα. Όπου χρειάζεται είναι αστείο και σε άλλα σημεία έχει βάθος και σοβαρότητα. Αυτό που πρέπει να κάνεις ως δημιουργός είναι να «αφουγκραστείς» το κείμενο. Αν αντιμετωπίσεις με έμφαση το επίθετο «σατυρικό», τότε τα πράγματα περιπλέκονται. Γιατί είναι ένας σπουδαίος μύθος με εξαιρετικά νοήματα, έτσι, αν πεις «Έλα μωρέ, σατυρικό είναι», το απλοποιείς και χάνεις πάρα πολύ από τον πλούτο που διαθέτει.

Υποκριτικά πώς προσεγγίζεις τον Κύκλωπα;
Για μένα ο Κύκλωπας είναι ένας άνθρωπος. Δεν είναι ένα δύσμορφο τέρας, δεν έχει νόημα να το αποδώσεις έτσι, γιατί ούτε κινηματογράφο κάνουμε ούτε μυθολογική απεικόνιση κάνουμε. Είναι ένας άνθρωπος που έχει ένα φυσικό ελάττωμα ή προτέρημα που είναι έξω από την κανονικότητα ‒αυτό που η κοινωνία ορίζει ως φυσιολογικό‒ και πρέπει να επιβιώσει σε έναν κόσμο κανονικό. Τι έχει κάνει λοιπόν; Έχει πάρει τα μπογαλάκια του και έχει απομονωθεί. Ζει χωρίς ανθρώπους γύρω του, έτσι αισθάνεται πιο ασφαλής. Είναι τρομερό να αισθάνεσαι πιο ασφαλής με τα ζώα και τους σατύρους παρά με τους ανθρώπους και, όταν εμφανίζονται, εσύ να τους τρως γιατί δεν θες να συνυπάρχεις μαζί τους.

stefania_goulioti_3.jpg

Πώς βουτάς στην ανδρική ψυχοσύνθεση;
Αυτό που με προκαλεί είναι αυτό που μόλις σου περιέγραψα. Το τι είναι αυτό που σε κάνει να θες να απομονωθείς από τους ανθρώπους να μην τους αντέχεις και, όταν έρχεται κάποιος κοντά σου, εσύ να τον τρως. Αυτό που σου περιγράφω δεν έχει φύλο. Είναι ένα ανθρώπινο, τερατώδες κομμάτι. Δεν έχει σημασία που λέγεται ο «Κύκλωπας». Θα μπορούσε να ήταν και η «Κυκλώπισσα». Είναι ένα κομμάτι βαθιά πληγωμένο, που αναγκάζει έναν ήρωα να απομονωθεί από τον κόσμο και να επιβάλει τη δική του τάξη πραγμάτων για να επιβιώσει. Αυτό είναι πολύ σκληρό από μόνο του. Δεν έχει φύλο. Όταν λέω αυτά τα λόγια, συναντώ κάτι πολύ προσωπικό μου. Δεν θα κάτσω να σκεφτώ αν είναι άνδρας ή γυναίκα. Σίγουρα είναι κάτι που προκαλεί τρόμο και φόβο. Όταν όμως βλέπω ότι και εγώ προκαλώ τρόμο και φόβο στους ανθρώπους που ζουν γύρω μου, φοβούνται να μου πουν κάτι, φοβούνται ότι, αν μου πουν αυτό, εγώ θα αντιδράσω έτσι, μου συμπεριφέρονται κάπως γιατί εγώ έχω ένα κομμάτι που τους φοβίζει... χρειάζεται να σκεφτώ αν θα παίξω τον μυθικό ήρωα, τον άνδρα ή τη γυναίκα; Είναι τόσος ο πλούτος που δεν χρειάζεται να ασχοληθείς με αυτό. Γίνεται από μόνο του.

Πότε λοιπόν η Στεφανία προκαλεί τρόμο και σε ποιους;
Στους κοντινούς μου ανθρώπους, γιατί έχω έναν τρόπο πολύ ευέξαπτο, πολύ απρόβλεπτο, και αυτό κάνει τον άλλον να προσέχει πολύ πώς θα μου απευθυνθεί. Αυτό φτωχαίνει πολύ την ύπαρξή μου, αν ο άλλος έχει έναν συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο μου απευθύνεται. Αυτό ήταν τρομακτικό όταν το συνειδητοποίησα. Μάλιστα, σε μια πρόβα, όταν με έπιασε το ηθοποιήστικο και άρχισα να μιμούμαι κάτι τρομακτικό, ο Παντελής (Δεντάκης) μου είπε: «Μην πας μακριά, υπάρχει… είναι εδώ, μη φοβάσαι». Όταν συνειδητοποίησα ότι όντως αυτό υπάρχει, τρόμαξα.

Επομένως, η διαδικασία των προβών λειτουργεί για σένα και ψυχαναλυτικά ως μια διαδικασία αυτογνωσίας;
Είναι μια διαδικασία που, αν δεν γίνει, αυτός που πληρώνει να δει μια παράσταση δεν έχει λόγο να πληρώσει. Αυτό έχω καταλάβει εγώ από την εμπειρία μου στο θέατρο. Με πληρώνεις για να θυσιάσω ένα προσωπικό μου κομμάτι που δεν μπορείς να θυσιάσεις εσύ. Ο θεατής δεν μπορεί να δει κάτι στον εαυτό του και πάει να πληρώσει στο θέατρο, μήπως και μέσω αυτής της διαδικασίας το δει. Αν εγώ δεν σε βάλω σε αυτό τον κόσμο, ώστε να ανοίξεις τον εαυτό σου, τότε τι με πληρώνεις; Για να μιμούμαι τον Κύκλωπα; Και να λέμε μετά τι ωραία που τον έκανα; Όχι, είναι για να ανοίξει η άβυσσος. Αν δεν μπω εγώ σε αυτό το άγνωστο, πώς θα καλέσω και σένα, τον θεατή; Είναι πάρα πολύ δύσκολο αυτό που σου περιγράφω. Σχεδόν ακατόρθωτο.

stefania_kyklopas.jpg

Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι αυτής της διαδικασίας;
Το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι, και ειδικά οι ηθοποιοί, έχουμε χτίσει πολλές άμυνες που πρέπει να γκρεμιστούν για να ανοίξει αυτή η δίοδος επικοινωνίας που σου περιγράφω. Τουλάχιστον όμως το να παλεύεις γι’ αυτό και όχι για να μιμηθείς ερμηνεύσεις το ρόλο αλλάζει την ποιότητα ύπαρξής σου στη σκηνή.

Πώς καταλαβαίνεις ότι «έχεις ανοίξει την άβυσσο» σε μια παράσταση;
Το καταλαβαίνεις όταν χάνεις τη συνείδησή σου στη σκηνή. Όταν όλα είναι συνειδητά, περιφρουρημένα, φτιαγμένα, ελεγχόμενα κ.λπ., έχεις ένα αίσθημα κακώς εννοούμενης ασφάλειας. Νιώθεις καλά, ότι ήσουν σπουδαίος, ότι έδειξες όλο αυτό που είχες, αλλά δεν έκανες τη δουλειά σου! Είναι άλλη η δουλειά σου να έχεις ξεχάσει τον εαυτό σου. Στη σκηνή, αν πραγματικά έχεις κάνει κάτι καλό, δεν έχεις αυτή τη συνείδηση. Αντίθετα, αν νομίζεις ότι έκανες κάτι επιτυχημένο, έχεις κάνει μια αποτυχία.

stefania_kyklopas2.jpg

Αυτός ο κόσμος της ανθρωποφαγίας που περιγράφεται στην παράσταση, που δεν αποδέχεται τον ξένο, είναι γενικότερα κάτι που υπάρχει στο DNA μας ή σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή γνωρίζει έξαρση;
Αυτό που ανέφερα πριν για εμάς τους ηθοποιούς, αλλά ισχύει και σε ευρύτερο πλαίσιο, ότι συνέχεια χτίζουμε. Χτίζουμε… χτίζουμε ασφάλεια. Θέλουμε να βγάλουμε και άλλα χρήματα για να έχουμε ακόμα μεγαλύτερη ασφάλεια. Έχουμε γύρω μας τείχη τα οποία θέλουμε να τα κάνουμε ψηλότερα. Έχουμε μια τρομερή αδηφαγία. Χτίζοντας λοιπόν αδιάκοπα και περιφρουρώντας τον χώρο σου βάζοντας σύνορα και «σπέρνοντας πεποιθήσεις» μέσα στους εγκεφάλους των ανθρώπων, σιγουρεύοντας την ανάγκη για ασφάλεια, τον περιφρουρείς τόσο πολύ που οτιδήποτε έξω από αυτόν το θεωρείς ξένο. Πώς το κάνει αυτό ο άνθρωπος όταν είναι ίδιος με όλους τους ανθρώπους του πλανήτη; Όταν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά; Όταν είναι ολόιδιος με αυτούς. Όταν έχει τις ίδιες ανάγκες. Το διαφορετικό είναι αυτονόητο ότι υπάρχει σε έναν πλανήτη πολυποικιλότητας. Δεν υπάρχει όμως κάτι ξένο. Εγώ θεωρώ ότι, όταν μιλάς για την έννοια του διαφορετικού, ξεκινάς λάθος, έχοντας περιχαρακώσει τη θέση σου. Γι’ αυτό για μένα δεν υφίσταται η έλευση του ξένου. Ειδικά στην παράστασή μας, στην οποία συμμετέχουμε εγώ και η Άννα (Καλαϊτζίδου), αυτός ο αντικατοπτρισμός είναι ένα και το αυτό. Είμαστε και γυναίκες και είναι σαν να βλέπεις μια γυναίκα που έχει αρνηθεί τη φύση της και μια που δεν την έχει αρνηθεί. Αυτό που θέλουμε να πετύχουμε είναι να δεις δύο γυναίκες να καθρεφτίζονται ως ένα. Το τερατώδες κομμάτι με το δήθεν πολιτισμένο.

Αυτή είναι για σένα και η βασική διαφορά του Κύκλωπα από τον Οδυσσέα; Ο πολιτισμός σε αντίθεση με τον κόσμο των ενστίκτων και της φύσης;
Ναι, που μπορεί τελικά το να ακούς τη φύση να είναι πιο φυσικό. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Κύκλωπας, «όσο γι’ αυτούς που βάλαν νόμους και φέραν μπερδέματα στους νόμους των ανθρώπων». Θα μου πεις είναι λογική η ανθρωποφαγία; Μπορεί και να είναι τελικά, γιατί δεν βλέπουμε και τον πολιτισμένο άνθρωπο να μην ανθρωποτρώει και στη μια περίπτωση και ο Οδυσσέας κατασπαράζει τον Κύκλωπα και ο Κύκλωπας έχει ως μότο του ότι τρώει ανθρώπους. Απλώς ο ένας είναι υποκριτής και ζει μέσα σε έναν πολιτισμό, ενώ ο άλλος το λέει ευθαρσώς. Δεν είναι το ίδιο και οι δύο; Η διαφορά εντοπίζεται στην υποκρισία.

Ο Κύκλωπας λέει: «Χάθηκα, με τύφλωσε ο Κανένας». Ο Κανένας μπορεί να είναι και ο καθένας. Πόσο βασανιστικό είναι όταν δεν ξέρεις, δεν ξέρουμε οι άνθρωποι, την αιτία της δυστυχίας μας;
Ωραία ερώτηση! Νομίζω ότι κάπως έτσι γεννιούνται και οι θρησκείες. Όταν δεν ξέρεις από πού σου έρχεται η δυστυχία, λες: «Παναγία μου…» Αν δεν ξέρεις από πού σου έρχεται η ευτυχία, λες: «Ο Θεός!» Αλίμονο, δεν μειώνω καθόλου την ανάγκη των ανθρώπων να πιστεύουν και να καταφεύγουν είτε στο Ευαγγέλιο είτε στο Κοράνι είτε στο Δωδεκάθεο. Θυμώνω τρομερά με την εκμετάλλευση που υπάρχει πίσω από αυτό. Ακόμα και ο Κύκλωπας, που στην αρχή υποτιμά τρομερά τους θεούς και το εκφράζει κιόλας με υβριστικό τρόπο, φτάνει στο σημείο μετά την τύφλωσή του να ζητήσει τον πατέρα του, τον Ποσειδώνα, να είναι παρόν. Είναι τρομερό ότι και εκείνος έχει ανάγκη να πιαστεί από κάπου.

Έχεις δηλώσει ότι ερμηνείες σου που αδιαμφισβήτητα ήταν συναρπαστικές, όπως στην «Ηλέκτρα» του Πήτερ Στάιν και στην «Αντιγόνη» του Λευτέρη Βογιατζή, όπου υποδύθηκες τον Τειρεσία, σε είχαν διαλύσει, και σωματικά και ψυχολογικά. Αυτό το βιώνεις ακόμη για ρόλους που θεωρείς πιο απαιτητικούς;
Ναι, απλώς δεν εκφράζεται τόσο πολύ. Δεν γίνεται πλέον τόσο εμφανές. Σε αυτές τις δύο περιπτώσεις που ανέφερες ήταν κάτι έντονο και αισθητό προς τα έξω. Στην πρώτη περίπτωση είχα αδυνατίσει, είχε αλλάξει η μούρη μου, ήθελα να παρατήσω τη δουλειά, νόμιζα ότι είμαι άχρηστη, ανήθικη, είχα πάθει κατάθλιψη, δηλαδή είχε «γράψει» πάνω μου όλη αυτή η κατάσταση. Στη δεύτερη περίπτωση μου είχε βγει πολύ ψυχοσωματικά, δεν μπορούσα να κοιμηθώ καθόλου ένα μήνα. Τώρα πλέον όλη αυτή τη διαδικασία τη βιώνω σαν μια εσωτερική πάλη με τον εαυτό μου. Διαλύομαι γιατί, όπως σου είπα, γνωρίζω καλύτερα τον εαυτό μου, αποδέχομαι τις άσχημες πλευρές μου, συνομιλώ με αυτές, αποκαλύπτομαι στον εαυτό μου περισσότερο. Ξέρεις τι γίνεται τώρα; Όχι επειδή είμαι πιο μεγάλη, αλλά επειδή έχω δουλέψει περισσότερο αυτή η διάλυση, δεν με παρασέρνει σαν χείμαρρος, δεν χάνω τον κόσμο. Διοχετεύεται σαν ενέργεια πιο σωστά.

Στη συγκεκριμένη φάση;
Αυτή τη στιγμή που παίζω τον Κύκλωπα η τοξικότητά του ‒έχει τρομερή τοξικότητα ο ρόλος‒ μου ασχημαίνει το πρόσωπο, με ασχημαίνει. Αυτός ο πληγωμένος άνθρωπος έγινε τέρας από κάποια πληγή του, έγινε όμως ένα τέρας και εγώ πρέπει να μπω μέσα σε αυτό. Όλη αυτή η διαδικασία είναι επώδυνη. Αυτό με διαλύει, όχι όπως παλιά με αϋπνία και ψυχοσωματικά, διαλύομαι αλλιώς. Διαλύομαι γνωρίζοντας τον εαυτό μου.

Ενέχει μαζοχισμό αυτό;
Όχι! Έτσι έπρεπε να είναι τα πράγματα! Ο οικοδόμος, όταν χτίζει μια οικοδομή, πονάνε τα χέρια του. Έχουμε ένα ειδικό εφέ για την παράσταση και πήγαμε να δούμε πώς το φτιάχνουν και διαπιστώσαμε ότι ο τεχνίτης είναι παντού καμένος στα χέρια. Έτσι γίνεται. Αυτό είναι το κανονικό. Δεν είναι κάτι που κάνω εγώ και μπορεί να είμαι καλή ηθοποιός γι’ αυτό. Αυτή είναι η δουλειά μας.

Με αυτά που λες μου φέρνεις στο νου όσα ανέφερες στις 30 Μαΐου στη διημερίδα για τον Λευτέρη Βογιατζή. Μεταξύ άλλων είπες ότι για επτά ολόκληρες ώρες ψάχνατε μια λεπτομέρεια για τον ρόλο του Τειρεσία και την επόμενη μέρα στην πρόβα ήταν σαν να μην είχε γίνει ποτέ αυτό.
Τρομερό, τρομερό περιστατικό! Όλοι περιγράφουν περιστατικά που μας διέλυαν και όντως έτσι ήταν. Βγαίναμε όλοι από τις πρόβες τσακισμένοι. Με την (Εύη) Σαουλίδου θυμάμαι, επειδή στην «Αντιγόνη» στο πρώτο μέρος του έργου έρχεται η Ισμήνη και μετά ο Τειρεσίας, οι μέρες της διάλυσης ήταν ή δικές μου ή της Σαουλίδου. Όμως με πολύ βίαιο τρόπο αυτός ο άνθρωπος προσπαθούσε να μας επικοινωνήσει αυτό που σου λέω, ότι έπρεπε τα χέρια σου να καούνε! Έτσι είναι αυτή η δουλειά. Όλοι λοιπόν περιγράφαμε το πόσο διαλυμένοι βγαίναμε, κάτι που ήταν αλήθεια. Η ιστορία ωστόσο που αφηγήθηκα εμένα με είχε σοκάρει, σαν κοσμοθεωρία, ότι όλα πρέπει να τα εξετάζω από την αρχή και να μη θεωρώ τίποτα δεδομένο.

Πάντως σε παρατηρούσα και ένιωθα ότι είχες πάρα πολύ μεγάλη ένταση εκείνη τη μέρα…
Η δουλειά που έκανε ο Λευτέρης (Βογιατζής) είναι μια άλλου τύπου διαδικασία. Από τότε που είδα πως υπάρχει αυτός ο τρόπος, παθιάστηκα τρομερά. Έχω βιώσει όλα τα συναισθήματα, γι’ αυτό κάθε φορά που μιλάω έχω αυτή την ένταση. Έχω ενθουσιασμό με αυτά τα θέματα αλλά και ένα μαράζι και μια απογοήτευση που δεν τα καταφέρνω. Ασχολούμαι πολύ με αυτό το κομμάτι και είναι για μένα ένας στόχος ζωής το να πετύχω όλα αυτά που μας έλεγε. Επειδή όμως δεν υπάρχει κάποιος να με καθοδηγήσει αυτή τη στιγμή, δεν τα καταφέρνω. Μετά προσπαθώ με τους μαθητές και πάλι δεν τα καταφέρνω, γιατί μια δραματική σχολή θα σου πει «θέλω ένα αποτέλεσμα θεατρικό αμέσως».

Υπήρχε τελικά μέθοδος ή μη μέθοδος;
Φυσικά και υπήρχε μέθοδος, απλώς δεν ήθελε να την οριοθετήσει και να την ονοματίσει. Για μένα υπάρχει μέθοδος, στον Λευτέρη όμως δεν άρεσε η έννοια της τεχνικής και η έννοια της μεθόδου επειδή σε κρατάει πολύ οριοθετημένο. Για μένα μέθοδος όμως είναι ό,τι είναι συγκεκριμένο με κανόνες και οριοθετήσεις. Έχει έναν πολύ συγκεκριμένο βατήρα από τον οποίο μπορείς να εκτοξευτείς εκτός ορίων, είναι η αλήθεια, και μάλλον γι’ αυτό δεν ήθελε να το κρατήσει σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Είχε έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς, ήταν πολύ συγκεκριμένο αυτό που ζητούσε αλλά τρομερά δύσκολο να επιτευχθεί. Στόχος του ήταν ο ηθοποιός να φύγει από τη μέση και έψαχνε τρόπους να το πετύχει.

stefania_kyklopas3.jpg

Τότε είχατε επτά ώρες για να ψάξετε μια λεπτομέρεια του ρόλου, την οποία αναιρούσατε κιόλας. Τώρα πλέον που δεν έχεις τόσο χρόνο για πρόβες τι κάνεις;
Κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς! Εγώ ξεκίνησα για τον «Κύκλωπα» σπίτι μου, μόνη. Δούλεψα πάνω στο αρχαίο κείμενο, ψάχνοντας τις λέξεις που μου εντυπώνονταν στα αρχαία ελληνικά στο λεξικό για να βρω τη σημασία τους. Αυτό μου ανοίγει κάποια πεδία. Δεν πρόλαβα να το κάνω για όλες τις σκηνές μου. Θα πάω με όσο έκανα. Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Βέβαια το χρόνο σου τον καθορίζεις και εσύ. Αν μου ήταν τόσο απαραίτητο, θα ξυπνούσα στις έξι το πρωί και θα το έκανα.

Ο Καβάφης λέει: «Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας / τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις / αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου / αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου». Κοντολογίς, τα στοιχειά και τα φαντάσματα δεν τα συναντάς, απλώς τα κουβαλάς. Τι κουβαλούσες μέσα σου που με το θέατρο εκφράστηκε και εξημερώθηκε;
Το θυμό μου. Νομίζω ότι, αν δεν έκανα θέατρο, θα έπεφτα στα ναρκωτικά. Κάπου έπρεπε να εκτονωθεί ένας εσωτερικός θυμός που υπάρχει μέσα μου και ξεκινά από την οικογένεια, την κοινωνία, το σχολείο, τους κοντινούς μου ανθρώπους και φυσικά από τον εαυτό μου. Επειδή, δυστυχώς κάνω, δηλαδή υπάρχει ένας θυμός που εκτονώνεται μέσα από το θέατρο. Κακώς γιατί δεν πληρώνομαι για να εκτονώνω τον θυμό, αλλά για τους άλλους λόγους που σου περιέγραψα, αυτό είναι ένα κομμάτι που με κάνει περιορισμένη ως ηθοποιό, άσχετα από το πόσο καλή μπορεί να είμαι και από το αν πετυχαίνω πράγματα. Παρ’ όλα αυτά, είμαι περιορισμένη ως ηθοποιός.

Περιορισμένη;
Εννοώ ότι μόνο οι ρόλοι που έχουν θυμό, που έχουν δυναμική, γράφουν καλύτερα πάνω μου. Δεν γράφουν οι ευαίσθητες κοπέλες. Μπορούν να γράψουν αλλά πολύ πιο δύσκολα. Πολύ πιο δύσκολα πετυχαίνω λεπτές ισορροπίες. Γιατί το πρώτο πράγμα που χρειάστηκε να κάνω στο θέατρο ήταν να εκτονώσω το θυμό μου, γι’ αυτό και η «Ηλέκτρα» πέτυχε τόσο πολύ.

Αυτό δεν σε ιντριγκάρει ώστε να στραφείς προς αυτές τις ευαίσθητες ηρωίδες;
Αυτό προσπαθώ τώρα και αυτό ήταν κάτι που ο Λευτέρης (Βογιατζής) ζητούσε και εγώ τότε βρέθηκα αντιμέτωπη με μια μεγάλη δυσκολία μου.

 Φωτογραφίες Κική Παπαδοπούλου

Η Στεφανία Γουλιώτη πρωταγωνιστεί στον «Κύκλωπα» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη

Θέατρο Δάσους, Θεσσαλονίκη: Πέμπτη 13 Ιουλίου, 21.15
Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου: Παρασκευή 21 & Σάββατο 22 Ιουλίου, 21:30

Κλείστε θέσεις εδώ

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Μετάφραση:
Παντελής Μπουκάλας
Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης
Σκηνικά-Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Επιμέλεια κίνησης: Ερμής Μαλκότσης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Έφη Ρευματά, Θανάσης Ζερίτης
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Μυρτώ Κοσμοπούλου
Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Δεντάκης
Φωτογραφίες: Κική Παπαδοπούλου
Ερμηνεύουν: Στεφανία Γουλιώτη (Κύκλωπας), Άννα Καλαϊτζίδου (Οδυσσέας), Αλεξάνδρα Αϊδίνη (Σιληνός), Νεφέλη Μαϊστράλη, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Νίνου, Μυρτώ Πανάγου, Ελένη Τσιμπρικίδου (Σάτυροι), Έφη Ρευματά (Κομπάρσος)

 

 

 

 

 

Μια στρογγυλή τράπεζα στήθηκε την Τρίτη (30/5) στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, με τον Δημήτρη Ήμελλο, τη Μαρία Κεχαγιόγλου, τη Στεφανία Γουλιώτη, τον Γιάννη Νταλιάνη, την Αγγελική Παπαθεμελή, τον Νίκο Χατζόπουλο, την Κατερίνα Ευαγγελάτου και την Έφη Θεοδώρου να κάθονται στο κέντρο της σκηνής. Αυτή τη φορά δεν τους απολαύσαμε σε κάποια παράσταση, πίσω από το προσωπείο ενός ρόλου, αλλά είχαμε την τύχη να γίνουμε μάρτυρες των προσωπικών τους εμπειριών από την κοινή τους πορεία με τον Λευτέρη Βογιατζή.

Ειλικρινείς, άμεσοι, γενναιόδωροι, ανθρώπινοι, ο καθένας με τον δικό του προσωπικό τρόπο μοιράστηκαν με το κοινό στιγμές από τη σκηνή αλλά και τη ζωή, σκιαγραφώντας την πολυσχιδή προσωπικότητα του σπουδαίου σκηνοθέτη.

Όλα αυτά στο πλαίσιο της επιστημονικής διημερίδας του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, στην οποία ακούστηκαν εξαιρετικές και εμπεριστατωμένες απόψεις από πολλούς ομιλητές για το σκηνικό έργο του Λευτέρη Βογιατζή.

Τη στρογγυλή τράπεζα των ηθοποιών συντόνιζε η σκηνοθέτις Έφη Θεοδώρου, που με τις εύστοχες ερωτήσεις-παρατηρήσεις της προσπαθούσε να εξελίξει τη συζήτηση.

Στη συνέχεια αναφέρονται μερικά μόνο από τα λόγια των συνεργατών του, αφενός επειδή πολλές φορές η συγκίνηση δεν επέτρεπε σε κάποιους να πουν περισσότερα, αφετέρου διότι ορισμένοι είπαν αλλά η γράφουσα είχε χαθεί στην περιπλάνηση των περιγραφών τους και γι’ αυτό αδικούνται από την παρούσα καταγραφή.

 

Δημήτρης Ήμελλος: «Ο Λευτέρης Βογιατζής είναι ένα σύνθετο φαινόμενο»

«Όπως ο Λευτέρης είχε έναν κόμπο για το πώς να ξεκινήσει την πρόβα, το ίδιο αισθάνομαι και εγώ τώρα που πρέπει να μιλήσω για εκείνον», είπε ο Δημήτρης Ήμελλος μόλις ξεκίνησε. Εξήγησε ότι για τον Λευτέρη Βογιατζή ακόμα και το πώς ξεκινά μια πρόβα ήταν ένα θέμα που τον ταλάνιζε. Ο ηθοποιός εξιστόρησε την εμπειρία του με τον σπουδαίο θεατράνθρωπο, ως παρτενέρ στη σκηνή, αφού οι δυο τους είχαν συμπρωταγωνιστήσει στο «Ύστατο σήμερα» του Βρετανού δραματουργού Χάουαρντ Μπάρκερ. Ο Δημήτρης Ήμελλος δήλωσε ότι στην αρχή της συνεργασίας τους εντυπωσιάστηκε επειδή ο Λευτέρης Βογιατζής «ήταν κακός ηθοποιός!» Κατόπιν εξήγησε ότι στόχος του ήταν να μην είναι ηθοποιός και αυτό ζητούσε και από τους άλλους ‒ κάτι που επισήμαναν και οι υπόλοιποι συνεργάτες του. Μοιράστηκε με το κοινό προσωπικές στιγμές του από τις πρόβες, το πώς έγινε η διανομή των ρόλων στη συγκεκριμένη παράσταση, του πελάτη-Δνείστερ και του κουρέα, αλλά και διάφορα ευτράπελα, θέλοντας να τονίσει την ανάγκη του Λευτέρη Βογιατζή να είναι θεατής. «Του άρεσε να βλέπει, να παρατηρεί, να γεύεται αυτό που βλέπει, γι’ αυτό και σκηνοθετούσε για να βλέπει αυτά που του άρεσαν…» ανέφερε χαρακτηριστικά ο ηθοποιός, ενώ πρόσθεσε ότι αυτό συνέβαινε πολλές φορές και στις πρόβες τους, που άφηνε τη θέση του σκηνοθέτη και καθόταν στις θέσεις των θεατών απολαμβάνοντας τον συμπαίκτη του.

Ο Δημήτρης Ήμελλος χαρακτήρισε τον Λευτέρη Βογιατζή «ένα σύνθετο φαινόμενο». «Τα μεγαλύτερά του προσόντα, τα μεγαλύτερά του προτερήματα ήταν και τα μεγαλύτερά του μειονεκτήματα και τα μεγαλύτερά του μειονεκτήματα ήταν και τα μεγαλύτερά του προσόντα», επισήμανε. Επιπλέον, είπε ότι λόγω αυτής της προσωπικότητας πολύ συχνά ήταν μόνος, «σαν ένα μικρό παιδί που προσπαθούσε να επικοινωνήσει».

 

 

imerida_2.jpg

 

Γιάννης Νταλιάνης: «Σου ανέβαζε συνεχώς την αδρεναλίνη στη σκηνή»

Ο Γιάννης Νταλιάνης, έχοντας μοιραστεί και εκείνος αρκετές φορές τη σκηνή με τον Λευτέρη Βογιατζή, δήλωσε: «Όταν ήσουν μαζί του στη σκηνή, απαιτούσε μεγάλη εγρήγορση και ετοιμότητα, διότι έπρεπε να βρεις τον τρόπο να τον μετατρέψεις από παρατηρητή σε παίκτη. Γεγονός πολύ δελεαστικό, που ανέβαζε συνεχώς την αδρεναλίνη». Ο ίδιος θυμήθηκε την αρχή της γνωριμίας τους, όταν ήταν ακόμη μαθητής του στο Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο, και περιέγραψε το πάθος και την αφοσίωση με την οποία ο Λευτέρης Βογιατζής τους δίδασκε τότε την «Αρετούσα». Μια μέρα μάλιστα κόντεψε να καεί με τη στάχτη του τσιγάρου, όταν πλησίασε το δάχτυλό του και εκείνος παρέμενε αφοσιωμένος στην πρόβα με τους μαθητές της σχολής.

 

Νίκος Χατζόπουλος: «Αυτό που σου άφηνε ήταν κάτι βραδείας καύσεως»

Ο Νίκος Χατζόπουλος δανείστηκε τον τίτλο του θεατρικού έργου του Τόμας Μπέρνχαρντ στο οποίο και πρωταγωνίστησε για να περιγράψει τον Λευτέρη Βογιατζή. «Σήμερα μιλάμε πολύ περισσότερο για θέατρο από το να κάνουμε θέατρο. Ο Λευτέρης δεν μιλούσε, έπραττε. Ήταν ένας πραγματικός θεατροποιός». Κατόπιν εξήγησε κάτι που παραδέχτηκαν και όλοι οι συνάδελφοί του που συμμετείχαν στη συζήτηση, ότι είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει κανείς τη μέθοδό του, γιατί όλα αυτά που έζησαν ήταν βιωματικά και δύσκολα μπορούν να ειπωθούν και να καταγραφούν. «Αυτό που σου άφηνε ήταν κάτι βραδείας καύσεως, γιατί έπειτα από τη συνεργασία μαζί του συνειδητοποιούσες ότι είχε αλλάξει η κοσμοθεωρία σου απέναντι στο θέατρο». Ο Νίκος Χατζόπουλος ανέφερε χαρακτηριστικά: «Θυμάμαι πολύ έντονα να λέει: ‘‘Μην παίζεις! Εννοώ παίζε 100%!’’» Στη συνέχεια επισήμανε τη δυσκολία που είχε στην αρχή να καταλάβει τη διττή σημασία του ρήματος «παίζω», καθώς και ότι, δυστυχώς, η φράση «Μην παίζεις» έχει πλέον παρερμηνευτεί από πολλούς σκηνοθέτες. Ο Νίκος Χατζόπουλος τόνισε επίσης τον σεβασμό που έδειχνε ο Λευτέρης Βογιατζής στο κείμενο: «Δεν θεωρούσε τον σκηνοθέτη πιο έξυπνο από τον συγγραφέα. Μέθοδός του ήταν να ξεζουμίσει το κείμενο μέχρι να του παραδοθεί».

 

Μαρία Κεχαγιόγλου: «Στις παραστάσεις εκτός Λευτέρη προσπαθούσα να εφαρμόσω όλα όσα έμαθα μαζί του»

Η Μαρία Κεχαγιόγλου με την ευκαιρία της διημερίδας ξεφύλλισε τα ημερολόγια που κρατούσε από τις πρόβες της με τον Λευτέρη Βογιατζή. Μίλησε για το σοκ που είχε υποστεί όταν στη δραματική σχολή ακόμη είχε παρακολουθήσει την παράσταση «Σε φιλώ στη μούρη». Όταν λοιπόν αργότερα, το 1995, συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον Λευτέρη Βογιατζή στον «Μισάνθρωπο», τον θαύμαζε τόσο πολύ που είχε «το σύνδρομο της καλής μαθήτριας», κάτι που δεν του άρεσε καθόλου. Η ηθοποιός αναφέρθηκε στις επώδυνες πρόβες αλλά και στη δύσκολη πρώτη χρόνια των παραστάσεων, που την οδήγησε στην απόφαση να αποχωρήσει. «Στις παραστάσεις εκτός Λευτέρη προσπαθούσα να εφαρμόσω όλα όσα έμαθα μαζί του». Έπειτα από λίγα χρόνια, όταν ξανασυνεργάστηκαν, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά και η σχέση τους μια σχέση αγάπης.

 

Στεφανία Γουλιώτη: «Ήθελε να σε πάει σε μια παράλογη περιοχή»

«Σου ζητούσε κάτι πέρα από τη φύση… Να γίνεις αφύλακτος… Να φύγεις εσύ από τη μέση, να εξαφανιστείς από τη σκηνή», είπε η Στεφανία Γουλιώτη προσπαθώντας να δώσει μια γεύση από τις οδηγίες του Λευτέρη Βογιατζή. Όσο για τους περιβόητους τονισμούς, εξήγησε ότι ήταν περίπλοκοι γιατί «ήθελε να σε πάει σε μια παράλογη περιοχή, μήπως και σου έκανε τη χάρη η λέξη και σου δώσει κάτι πίσω». Θυμήθηκε ένα απόγευμα, όταν σε ένα ρεπό από τις πρόβες της «Αντιγόνης», μελετούσαν τον μονόλογο του Τειρεσία και επί επτά ώρες διερευνούσαν έναν στίχο που αφορούσε κάποια έθιμα της εποχής. «Εγώ την επόμενη μέρα, σαν καλή μαθήτρια, πήγα στην πρόβα με χαρά για να πω και στους υπόλοιπους τι είχαμε μάθει. Έκπληκτη λοιπόν τον είδα να ξεκινά όλη τη διαδικασία από την αρχή με την ίδια ακριβώς περιέργεια…»

 

Αγγελική Παπαθεμελή: «Δεν φοβόταν να συγκρουστεί με τον ηθοποιό»

Η Αγγελική Παπαθεμελή τόνισε την ντομπροσύνη του χαρακτήρα του Λευτέρη Βογιατζή, που δεν φοβόταν να συγκρουστεί, λέγοντας ακριβώς αυτό που πίστευε, κάτι που, όπως είπε, δεν το έχει συναντήσει σε κανέναν άλλο σκηνοθέτη. «Ποτέ δεν συνεργάστηκα με κάποιον που η δική μου ελευθερία και μέριμνα ήταν ο στόχος του», δήλωσε χαρακτηριστικά. Αναφέρθηκε επίσης στον τρόπο δουλειάς του: «Δεν έχω ξαναγνωρίσει άνθρωπο που με παιδική αθωότητα να αναζητά κόλπα τα οποία μπορούσαν να σου λύσουν θέματα που τα κουβαλούσες πολύ καιρό». Θυμήθηκε την εποχή που έκανε πρόβες για τον «Γλάρο» με τον Νίκο Μαστοράκη στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας και μοιράζονταν την ίδια αυλή με τον θίασο του Λευτέρη Βογιατζή στα διαλείμματα. «Εμείς βγαίναμε χαρούμενοι και χαλαροί και έβλεπες να κάνουν την εμφάνισή τους από εδώ κάτι φιγούρες σκυθρωπές, ταλαιπωρημένες… Τότε λέγαμε: ‘‘Δεν θα πάμε ποτέ δίπλα…’’»

 

Κατερίνα Ευαγγελάτου: «Μου έλεγε: ‘‘Σε δέκα χρόνια θα καταλάβεις αυτά που λέω’’»

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου μοιράστηκε την εμπειρία της ως βοηθού σκηνοθέτη του Λευτέρη Βογιατζή στην παράσταση της «Αντιγόνης» το 2006. «Αυτά που έμαθα ήταν πολύ βραδυφλεγή. Πολλές φορές μού έλεγε ‘‘Σε δέκα χρόνια θα καταλάβεις αυτά που λέω’’ και είχε δίκιο». Η σκηνοθέτις αναφέρθηκε στη δουλειά που έγινε στις πρόβες, όταν της είχε αναθέσει να συντάξει όλο το κείμενο της αρχαίας τραγωδίας για να το διδάξει στους ηθοποιούς, αλλά και στην παιδική πλευρά του Λευτέρη Βογιατζή και στην τρομερή του παρατηρητικότητα, όταν, σαν μικρό παιδί, πρόσεχε για ώρα τους χειροποίητους σελιδοδείκτες με τα αυτοκολλητάκια που έφτιαχνε εκείνη για να ξεχωρίζει τις σημειώσεις της πάνω στα λεξικά των αρχαίων κειμένων.

Με συγκίνηση θυμήθηκε τη μέρα που την κάλεσε σπίτι του για να της διαβάσει τις «Ψευδαισθήσεις» του Ιβάν Βιριπάγεφ, έργο που της πρότεινε να ανεβάσει στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, όπως και έγινε την άνοιξη του 2012. Το έργο αφορούσε έναν άντρα που καθόταν στο κρεβάτι λίγο πριν πεθάνει και η Κατερίνα Ευαγγελάτου είπε χαρακτηριστικά: «Ο τρόπος που μου διάβαζε το έργο, το οποίο δεν γνώριζα, ήταν τόσο άμεσος, που δεν μπορούσα να καταλάβω αν μου διάβαζε κάτι ή αν μιλούσε σε εμένα. Μου είπε: ‘‘Έλα κάθισε να σου μιλήσω για την αγάπη…’’»

 

Φωτογραφίες: Νώντας Δουζίνας

 

 

«Θυμήσου, αγάπη μου, να ζεις…» 

Σαν δύο έμβρυα που ετοιμάζονται να βγουν στο φως ή να χαθούν για πάντα στο σκοτάδι. Σαν μια Οφηλία που ψάχνει εναγωνίως για τον Άμλετ της. Σαν έναν ψίθυρο που θα ξεσπάσει σε κραυγή. Σαν μια μάχη αέναη που δεν έχει τέλος. Σαν τον έρωτα, σαν τη ζωή και σαν το θάνατο ήταν αυτή η μοναδική σκηνική εμπειρία που έζησα στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής». 

Η Στεφανία Γουλιώτη και ο Αργύρης Πανταζάρας κατάφεραν με τις μοναδικές τους ερμηνείες να μας θυμίσουν γιατί ο λόγος του Σαίξπηρ είναι πάντα διαχρονικός, ακόμα και σε κείμενα όπως τα σονέτα του, με το απόσταγμα του λυρισμού του, που είναι πιο σπάνιο να τα απολαύσει κανείς. 

Η σύλληψη και η διασκευή των κειμένων ανήκει και στους δύο και το αποτέλεσμα είναι καθ’ όλα άρτιο. Η αριστοτεχνική συρραφή σονέτων και σκηνών από έργα του μεγάλου δραματουργού, η εναλλαγή τους και το μέτρο συμβάλλουν ώστε η εν λόγω παράσταση, μια όαση μέσα στην πολύβουη καθημερινότητά μας, να παρακολουθείται απνευστί. 

Με τη γλώσσα του σώματός τους οι δύο ηθοποιοί πετυχαίνουν μικρά σκηνικά θαύματα, λειτουργώντας τις περισσότερες φορές σαν ένα σώμα. Από το πιο απλό νεύμα μέχρι το πιο περίπλοκο ακροβατικό όλα αποδίδονται αβίαστα και το σκηνικό δίδυμο καθηλώνει. 

Πολύτιμη και η συμβολή των Rootless Root, της Λίντας Καπετανέα και του Josef Frucek στο κομμάτι της κίνησης. 

Εξαιρετική ατμόσφαιρα δημιουργούν οι φωτισμοί στου Γιώργου Καρβέλα, που σε συνδυασμό με τη μουσική επιμέλεια του Γιώργου Πούλιου απογειώνουν την ατμόσφαιρα. 

«Amors» σημαίνει έρωτας και θάνατος, όπως μας υπενθυμίζει ο Σαίξπηρ διά στόματος Στεφανίας Γουλιώτη και Αργύρη Πανταζάρα. Στο τέλος η φωνή του αγαπημένου γίνεται η φωνή μας. 

 

ΥΓ: Η παράσταση θα επαναληφθεί μόνο 4 φορές. Δευτέρα 23 και Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017, στις 19.30 & 21.00 στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων -Λευτέρης Βογιατζής. 

 

Video

Kalomoira2.jpg

Ροή Ειδήσεων

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία