Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο της Ισμήνης Καρυωτάκη, «Οι ληστές της ανθολογίας του μαύρου χιούμορ» (Εκδόσεις Ποταμός), ένα κυριακάτικο μεσημέρι στο παλιό αλλά κραταιό στέκι «Ιπποπόταμος» στον πεζόδρομο της οδού Δελφών. Σχεδόν δηλαδή στη γειτονιά που εκτυλίσσεται η δράση της νουβέλας της. Είχα όσο χρόνο χρειαζόμουν για να γεμίσω με τις εικόνες και την καταιγιστική δράση του, μέχρι να το ολοκληρώσω. Το έκανα. Κι αμέσως μετά άρχισα να κόβω βόλτες στη μνήμη μου φέρνοντας μπροστά ό,τι μπορούσα να θυμηθώ από τα τέλη του 80 και τις αρχές της δεκαετίας του 90, τότε που ζούσαν οι ήρωές της.

Δεν είναι τυχαία η αρχιτεκτονική που διέπει το βιβλίο της αρχιτεκτόνισσας Ισμήνης Καρυωτάκη.
Οι διηγήσεις αλλάζουν οπτική ανάλογα με το πρόσωπο που βάζει μπροστά και μας λέει τη δική του περιπέτεια, τη δική του συναισθηματική ανταπόκριση στις πράξεις των άλλων αλλά και του ίδιου του του εαυτού μερικές φορές.

 

Μαζί με τους ήρωες πρωταγωνίστρια και η πόλη, η Αθήνα, η Νεάπολη, τα Εξάρχεια.

Το βιβλίο της κυρίας Καρυωτάκη, στα δικά μου μάτια, είναι ένας φρενήρης σπαραγμός μιας νιότης που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, που αναζητά το αδύνατο, που διεκδικεί τη ζωή, τον έρωτα και τη λύτρωση.

Τόσο προσεγμένο με λέξεις τόσο ξεχωριστά διαλεγμένες και με ένα μαύρο χιούμορ – ιάμα στην εποχή της πολιτικής-δήθεν-ορθότητας.

Οι ήρωες του βιβλίου είναι νέα παιδιά που ζητούν να ζήσουν, μια γιαγιά, μια μάνα κι ένα περιβάλλον (οικονομικό, πολιτικό, αισθητικό) που αλλάζει. Και σ’ αυτή την αλλαγή κάποιοι αντέχουν και συνεχίζουν και κάποιοι όχι.

Συνεχίζω την πάγια τακτική μου να μην αναφέρω πολλά ή σχεδόν τίποτα για την υπόθεση αυτή καθαυτή του βιβλίου αλλά τα συναισθήματα και τις σκέψεις που μου προκάλεσε η ανάγνωση του. Και σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές, ένα μήνα σχεδόν μετά την ανάγνωσή του νομίζω ότι κατηφορίζω με ένα σκέιτ την Αλεξάνδρας και περπατάω χέρι χέρι με έναν εφηβικό μου έρωτα που χάθηκε σε κάποια αντανάκλαση μιας βιτρίνας.

Η επικοινωνία με την κυρία Καρυωτάκη ήταν σχεδόν άμεση με τη λήξη της ανάγνωσης και την ευχαριστώ για την υποδοχή, την καλή της διάθεση και τον χρόνο που αφιέρωσε για να απαντήσει στις ερωτήσεις μου.

Πόσες ομοιότητες έχουν Νεάπολη και Εξάρχεια σήμερα, σε σχέση με την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία του βιβλίου σας; 

Είμαι κάτοικος της Νεάπολης Εξαρχείων από το ’75 – επιστρέφοντας από το Παρίσι στην αρχή της μεταπολίτευσης – και συχνάζω στα Εξάρχεια από την εποχή που σπούδαζα στο Πολυτεχνείο – από το ’65. Πριν μερικές μέρες, κάποια φίλη «ανέβασε» μια φωτογραφία από το σπίτι με τον αρ. 30 της Δαφνομήλη – αυτό με την αυλή, τον φοίνικα και το γιασεμί, και μια γαζία που η μυρωδιά των λουλουδιών της σε συνοδεύει σε όλο το μήκος του δρόμου –  στο σχόλιο έλεγε ότι πρόκειται για το σπίτι της Φλώρας – της ηρωίδας του Τσίρκα στη «Χαμένη Άνοιξη». Μόλις μερικά σπίτια πιο κάτω – στον αρ. 8 – βρίσκεται ένα άλλο διώροφο νεοκλασικό όπου στεγαζόταν η Ταβέρνα του Μάνθου – στέκι αντιστασιακών στην χούντα και «ιστορημένη»  από τον «Κακομοίρα», επίσης ήρωα του Τσίρκα στη «Χαμένη Άνοιξη» – συχνάζαμε εκεί στη μεταπολίτευση, ως τις αρχές της εποχής των «Ληστών της Ανθολογίας του Μαύρου χιούμορ».

h
Φωτογραφία από το αρχείο της Ισμήνης Καρυωτάκη


Η περιοχή της Νεάπολης με κέντρο τα Εξάρχεια είναι η γειτονιά όπου επιμένει να ανθεί η ισορροπία των αντιθέσεων. Η ενέργεια και η ζωντάνια χέρι-χέρι με την ένταση και την επικινδυνότητα, η ομορφιά  της ριζωμένης ιστορικότητας αγκαλιά με την φθορά, σε γεωμετρική ίσως πρόοδο από τότε μέχρι σήμερα. Ένα θέλω να πω, ότι η πλατεία Εξαρχείων και η περιρρέουσα, ποτέ δεν με απέπεμψε, ούτε με αποπέμπει.  Κυκλοφορώ στους δρόμους και κατεβαίνω στα στέκια της με την ίδια εμπιστοσύνη που κυκλοφορούσα την δεκαετία του ’60 σαν φοιτήτρια και αργότερα σαν κάτοικος της ευρύτερης περιοχής –από το ’70 ως τα σήμερα.

Ως αρχιτεκτόνισσα πείτε μου, αν η νουβέλα σας ήταν κτίριο, ποιο θα ήταν; 

Χμμ, ωραία ερώτηση… Ε, λοιπόν  «οι Ληστές της Ανθολογίας μας» αν ήταν κτίσμα θα έλεγα πως θα τους ταίριαζε γάντι το ανεπανάληπτο «καταφύγιο» της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ στην Αίγινα. Κι αυτό γιατί, το τεράστιο οίκημα με τον απέραντο φυστικόκηπο – όπου είχα την τύχη να φιλοξενηθώ πολλές φορές όσο ζούσε η μυθική ποιήτρια, στη διάρκεια του ’80 και του ’90 – είχε ταυτόχρονα –και έχει– την ανεπιτήδευτη ομορφιά, την απλότητα, και την πατίνα της φθοράς καθώς έστεκε –και στέκει– αφρόντιστο και φροντισμένο μαζί,  με μια συναρπαστική ειλικρίνεια, φυσικότητα, και αυθεντικότητα –ταυτισμένο με τη σαγήνη του κατ’ επανάληψη «ανεκπλήρωτου» στους στίχους της ποιήτριας.

Το σπίτι της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στην Αίγινα (ευχαριστώ την φίλη μου Μαρία Γουσέτη τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες)

Κάθε δομικό στοιχείο αυτού του κτίσματος, με παραπέμπει στην διαχρονική γνησιότητα της Νεάπολης και των σκαλοπατιών της,  στην οπωσδήποτε ανυπόκριτη ιστορικότητα των χώρων της και πάνω απ’ όλα στο ανέφικτο του «καθωσπρεπισμού» της. Αλλά ακόμη και στην αύρα και την διάθεση που κατακλύζει τους κατοίκους –όσους…–, τους διαβάτες και περαστικούς της Νεάπολης,  αυτό το ίδιο αίσθημα που διακατέχει και τους ήρωες της «Ανθολογίας» μου,  τον Λουκά και τον Μανόλο και την Ξένη, την Νιόβη και την Μυρσίνη.

Ο Λουκάς κι ο Μανόλο, σήμερα, πού θα κυκλοφορούσαν; 

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη εδώ 

Η «Σούπερ γκρανόλα» βρίσκεται εδώ και λίγες ημέρες στα ράφια των βιβλιοπωλείων! Το νέο βιβλίο της Νάντιας Δρακούλα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός και απευθύνεται σε παιδιά από 8 ετών, αλλά και σε όλους τους λάτρεις της Αθήνας. Από τα Εξάρχεια, το Κολωνάκι, τον Λυκαβηττό και όλο το κέντρο, η «Σούπερ Γκρανόλα» είναι ένας ευφάνταστος περίπατος στο κέντρο της Αθήνας, με στοιχεία μαύρης κωμωδίας και δόσεις ελαφριάς μελαγχολίας.

Μία υπερφυσική περιπέτεια, όπου πρωταγωνιστούν τέσσερις γιαγιάδες, που έχουν ανακαλύψει τη μυστική συνταγή που τις μεταμορφώνει σε υπερ-ηρωίδες. Η ιδιαίτερη αυτή «συμμορία» εντοπίζει τα κακώς κείμενα στην πόλη και παρεμβαίνει για να τα διορθώσει, χρησιμοποιώντας τις μαγικές δυνάμεις που τους δίνει η όχι και τόσο αθώα συνταγή δημητριακών… Στο ταξίδι τους αυτό, οι γιαγιάδες θα κάνουν νέους φίλους, θα αποκτήσουν νέες γνώσεις και ενδιαφέροντα, θα αγωνιστούν με θάρρος, θα συγκρουστούν και θα φιλιώσουν, δείχνοντάς μας πως ποτέ δεν είναι αργά για να διεκδικήσεις το δίκαιο, να εξελιχθείς και να μάθεις. Είναι τελικά η τρίτη ηλικία ομάδα υψηλού κινδύνου ή μήπως είναι ομάδα υψηλής δράσης;

Η «Σούπερ Γκρανόλα» είναι το τρίτο βιβλίο της Νάντιας Δρακούλα, που έγινε ευρύτερα γνωστή με το θεατρικό έργο «Σχοινάκι». Το «Σχοινάκι» είχε ως βασικό θέμα τον σχολικό εκφοβισμό και παίχτηκε στο Εθνικό Θέατρο το 2017 (εκδ. Ευρασία). Το «Κάμπινγκ» (Πατάκης, 2017), είναι το πρώτο της παιδικό βιβλίο, με θέμα την αειφόρο ανάπτυξη. Αγαπήθηκε πολύ από μικρούς και μεγάλους και έγινε βιβλίο ανάγνωσης σε πολλά σχολεία της χώρας. Η «Σούπερ Γκρανόλα» είναι ένα προσωπικό αφιέρωμα της συγγραφέως στις γειτονιές του κέντρου, όπως τις έχει ζήσει η ίδια.

Η Νάντια Δρακούλα, εκτός από τη συγγραφή διανύει μια δυναμική επαγγελματική πορεία στην παραγωγή ντοκιμαντέρ και ταινιών.

Τη «Σούπερ Γκρανόλα» έχει εικονογραφήσει η πολυβραβευμένη, μεταξύ άλλων με Κρατικό Βραβείο, Ντανιέλα Σταματιάδη.

Σούπερ Γκρανόλα Εκδόσεις Ποταμός

Σελίδες: 280 – Λιανική τιμή: 15 ευρώ

tp250X300PAGAKI

anixnos250x300

warplanes250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία