Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Την προηγούμενη εβδομάδα έλαβε χώρα το ιταλόγλωσσο θεατρικό φεστιβάλ «Italian Focus 2019» υπό τη διοργάνωση του Θεάτρου Τέχνης.

Το Italian focus 2019 αποτελεί την πρώτη δράση του τριετούς προγράμματος συνεργασίας μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας (2019-2021) γύρω από τη θεματική: “Επανάσταση” (Revolution). Η συνεργασία έγινε με πρωτοβουλία του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν και των ιταλικών θεατρικών φορέων: Teatro di Sardegna (Cagliari, Nuoro), Primavera dei Teatri Festival (Castrovillari), Teatro della Città (Catania), Scena Nuda (Reggio Calabria).

Από την 1η μέχρι την 7η Οκτωβρίου είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε πολύ ενδιαφέρουσες παραστάσεις από θέατρα της Νότιας Ιταλίας. Το texnes-plus ήταν εκεί σε όλες τις παραστάσεις για να σας μεταφέρει το κλίμα του φεστιβάλ.

Polvere (Σκόνη) του Saverio La Ruina

Η αρχή του Italian Focus έγινε μ’ ένα σύγχρονο έργο του Saverio La Ruina (ο ίδιος υπογράφει και τη σκηνοθεσία)που έχει ως θεματική του τις τοξικές σχέσεις και την βία ενός άντρα προς την σύντροφό του. Το έργο υπογράφει και σκηνοθετεί ο Saverio La Ruina, ο οποίος ερμηνεύει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ουσιαστικά, το έργο παρακολουθεί στιγμές από την ερωτική γνωριμία ενός άντρα και μια γυναίκα, που ξεκινά από ένα παιχνιδιάρικο φλερτ, για να καταλήξει σε μια τοξικότητα που θα οδηγήσει στην ψυχική και σωματική κακοποίηση.

Η γραφή του έργου είναι πολύ ρεαλιστική και άμεση. Ο La Ruina έγραψε ένα εξαιρετικό έργο, που περιγράφει όλο το φάσμα μιας παθογενούς ερωτικής σχέσης. Η πένα του καταφέρνει να περάσει διάφορες ποιότητες, δείχνοντας ρεαλιστικά μια σχέση που από ρομαντική κι όμορφη, καταλήγει χειριστική και τοξική. Στις πρώτες δύο σκηνές του έργου, τις πιο ρομαντικές, υπάρχει ένα τρυφερό παιχνίδισμα που δείχνει πολλά για τον ψυχισμό των ηρώων, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν ψήγματα για τον χειριστικό χαρακτήρα του άντρα. Ιδιαίτερα ευφυή βρήκα την σκηνή με τον πίνακα που έδειχνε μια νευρωτική γυναίκα και τον παραλληλισμό της ζωγραφικής με τον ψυχισμό της ηρωίδας. Η αφαίρεση του πίνακα από την σκηνή, συμβόλιζε και την συρρίκνωση της έκφρασης της προσωπικότητάς της, σα να έπαυε πια να υπάρχει, και να είναι μονάχα το αντικείμενο της «αγάπης» του άντρα της.

Η δραματουργία του La Ruina, έρχεται σε μια κοινωνικοιστορική στιγμή, όπου το θέμα της γυναικοκτονίας μαστίζει. Βέβαια, αν μη τι άλλο, δεν πρόκειται για ένα καινούργιο θέμα, ή φαινόμενο των καιρών, αλλά τέτοιες υποθέσεις βγαίνουν στο φως και καταδεικνύουν τη νοσηρή αρρενωπότητα. Και στην χώρα μας, μετράμε ήδη δεκάδες υποθέσεις γυναικοκτονιών, για το 2019.

Όσον αφορά την συγκέντρωση τριών ιδιοτήτων σ’ ένα πρόσωπο, αφού ο La Ruina, είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, συνήθως μου φαίνεται πως μειώνει το αποτέλεσμα της παράστασης. Στην προκείμενη περίπτωση όμως, αισθάνομαι πως η πρόταση του La Ruina εξυπηρετείται άριστα από την παρουσία του στην σκηνή. Το γεγονός ότι ο ίδιος σκηνοθετεί και ερμηνεύει τον άντρα που χειρίζεται μια γυναίκα, ίσως του δίνει ένα ατού παραπάνω. Αυτό που θαύμασα περισσότερο στην παράσταση, ήταν η αμεσότητά της και η ιδιαίτερα προσωπική σχέση των δύο ερμηνευτών στην σκηνή. Οι ηθοποιοί έδωσαν πολύ πειστικές ερμηνείες με διακυμάνσεις, που ανέδειξαν τόσο τις ρομαντικές όσο και τις ψυχολογικά φορτισμένες σκηνές, που έφτασαν προς το ψυχολογικό θρίλερ.

Παραστάσεις σαν το Polvere νομίζω έχουν πάντα την θέση τους στο ρεπερτόριο ενός θεάτρου, και παρά την διαφορά της γλώσσας, έχουν άμεσο αντίκτυπο στο θεατή. Σε διάφορα σημεία δε χρειαζόταν να διαβάσω τους υπέρτιτλους για να καταλάβω τι συνέβαινε μέσα τους.

74187465 908005782901941 7618183634096226304 n

«MACBETTU» (Μακμπέθ) του Alessandro Serra

Παράσταση βασισμένη στον “Μακμπέθ” του Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Η παράσταση «Macbettu» του Alessandro Serra από το Θέατρο της Σαρδηνίας παρουσιάστηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά για μία μοναδική παράσταση την Πέμπτη 3 Οκτωβρίου. Θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν πρόκειται για ένα κλασσικό ανέβασμα του έργου, αλλά για μια σκηνική σύνθεση με δραματουργική αφετηρία το σαιξπηρικό αριστούργημα. Βασικά γνωρίσματα της παράστασης ήταν η ολοκληρωτικά αντρική διανομή, οι πρακτικές σωματικού θεάτρου, οι θεατρικοί φωτισμοί που αναδείκνυαν τις μπαρόκ εικόνες της σκηνοθεσίας και η έμπνευση από την ιταλική παράδοση.

Ο Alessandro Serra είχε ένα πολύ καθαρό σκηνικό όραμα για τον Μάκμπεθ και φροντίζει την κάθε λεπτομέρεια αυτού του οράματος, αφού πέρα ααπό την σκηνοθεσία ανέλαβε και τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς της παράστασης. Οι σκηνικές εικόνες που δημιούργησε με την ομάδα του ξεχειλίζουν από ποιητικότητα, ενώ ταυτόχρονα έχουν μια γειωμένη ερμηνεία των «τρομαχτικών» ρόλων του Σαίξπηρ. Μεταφέρει την δράση του από το Βασίλειο της Σκωτίας στην Σαρδηνία και οι χαρακτήρες από Κόμηδες και αυλικοί θυμίζουν λαϊκούς ανθρώπους που μπορούν να διαπράξουν έναν φόνο χωρίς να τσαλακώσουν το πουκάμισό τους. Είναι σαν ο Σαίξπηρ να ήταν σύγχρονος του Francis Coppola (δημιουργός της τριλογία «Νονός»).

Προτού περάσω σ’ επιμέρους κριτική της παράστασης, να σημειώσω κάτι άσχετο με την πραγματολογία της παράστασης. Συνηθίζω να κάθομαι στην πρώτη σειρά ενός θεάτρου, γιατί μου αρέσει να έχω καλή θέαση της παράστασης, και κυρίως της ερμηνείας. Όσο κι αν ωφελεί αυτό όμως στα μικρά θέατρα, στα μεγάλα χάνεις πράγματα με το να κάθεσαι μπροστά. Αν λάβουμε υπόψη πως η παράσταση Macbettu ήταν υπερτιτλισμένη, αυτό που έχασα ήταν οι υπέρτιτλοι κι άρα η «μετάφραση» αυτού που έβλεπα. Η δική μου θέαση της παράστασης, ήταν συνώνυμη με τη θέαση ενός σωματικού θεάτρου. Βέβαια, και η ίδια η παράσταση είχε βασιστεί κατά πολύ στην εξωγλωσσική ερμηνεία των ηθοποιών.

Οι ερμηνείες των βασικών ρόλων της παράστασης, ήταν ιδιαίτερα γειωμένες και μεσογειακές, σαν οι μεγάλοι άντρες με τους τίτλους και τις τιμές, να έπιναν τον καφέ τους στο ίδιο μαγαζί. Ο Andrea Bartolomeo υποδύεται τον Macbettu, με μια αυθεντικότητα, που παραπέμπει περισσότερο σ’ ένα σκοτεινό αστικό δράμα, παρά στο ζοφερό σεξπαιρικό σύμπαν. Βέβαια, οι φωτισμοί του Serra και οι τραγικωμικές φιγούρες των μαγισσών, βουλιάζει την καθαρότητα των ερμηνειών σ’ ένα γοητευτικό σκοτάδι.

Αυτός που ξεχωρίζει στην παράσταση είναι αναμφίβολα ο Fulvio Accogli που υποδύεται την Λαίδη Μάκμπεθ. Η εντυπωσιακή φυσιογνωμία του με το ψηλό ανάστημα, τα μακριά μαλλιά και τα γένια, τον έκαναν άμα τη εμφανίσει το κεντρικό πρόσωπο της παράστασης. Ο Μάμπεθ κούρνιαζε πλάι του, σαν ένα παιδί στην ποδιά της μάνας του. Μια θεατής πίσω μου, σχολίασε την εμφάνισή του ως «Conchita» και δεν μπορούσα παρά να συμφωνήσω. Η επιλογή ενός άντρα για τον ρόλο της Λαίδης, δικαιολογείται και δραματουργικά, αφού παρά το βιολογικό της φύλο, η ίδια φαίνεται να δρα με «αντρικό» τρόπο και να έχει μια κυνικότητα που την κάνει να έχει το πάνω χέρι στην μεταξύ τους σχέση, αλλά κι απέναντι σε άλλους ανθρώπους. Ξάφνιασε ιδιαίτερα το γυμνό του Accogli, που δεν πρόδιδε σε τίποτα την αντρική του υπόσταση, κι έδινε μια εντυπωσιακή ψευδαίσθηση ενός γυναικείου σώματος.

Σε πλήρη αντίστιξη με τους ηθοποιούς των βασικών ρόλων του έργου, κινήθηκαν οι τρεις μάγισσες. Οι μάγισσες ή στρίγγλες ή λάμιες, είναι φιγούρες που ξεπηδούν από διάφορες μυθολογίες και κουβαλούν θρύλους που συναρπάζουν τους αναγνώστες ή τους θεατές των έργων που αναφέρονται σε αυτές. Αυτές οι αιμοβόρες γυναίκες, στη μυθολογία είναι μικτά τέρατα, με ιδιότητες που γοητεύουν και τρομάζουν. Ειδικότερα στον Μάκμπεθ, οι μάγισσες, εμφανίζονται ήδη από την πρώτη πράξη του έργου, και φαίνεται να κατευθύνουν τον Μάμπκεθ στην δίψα για αίμα που θα του προσφέρουν εξουσία και δύναμη. Ο Alessandro Serra, φέρνει τις μάγισσες στην πρώτη θέση του ενδιαφέροντος, πλάθοντάς της εκ νέου, μ’ έναν γκροτέσκο τρόπο, έντονα φορμαρισμένο, σα να ξεπηδούν από πίνακες ζωγραφικής και την διάσημη comedia dell Arte. Ο σκηνοθέτης δεν περιορίζεται στην δραματουργική παρουσία τους στο κλασσικό αλλά έχει προσθέσει εμβόλιμες σκηνές με πλήρη υπόσταση που θυμίζουν τα λάτσι, τα κωμικά ιντερλούδια ανάμεσα στις «σοβαρές» σκηνές. Όσο κι αν με ξένισε αυτή η επιλογή, κι αν θεωρώ πως οι στρίγγλες «έχασαν» από την σκηνική τους απόδοση, συμπλήρωσαν καθοριστικά την πρόταση του Serra.

Ο Macbettu του Sardegna Teatro ήταν σίγουρα ένας «bagasa» και η παράσταση του Alessandro Serra κάτι τελείως καινούργιο για το αθηναϊκό κοινό.

 

«Όλη η ζωή είναι πόνος» επαναλαμβάνει η Teresa Timpano ως Penelope.

Τρίτη παράσταση του θεματικού ιταλόφωνου θεατρικού φεστιβάλ του Θεάτρου Τέχνης «Italian Focus». Όπως είχε εξαγγελθεί, το Θέατρο Τέχνης συνεργάζεται με μερικά θέατρα της Κάτω Ιταλίας στο πλαίσιο μιας τριετούς συνεργασίας, που σκοπό έχει να φέρει σ’ επαφή καλλιτέχνες από τις δύο χώρες, τόσο για να συστήσουν τη δουλειά τους στην έτερη χώρα, όσο και για να μετεκπαιδευτούν μέσα από μια σειρά από δράσεις. Μετά το Polvere (Σκόνη) του Saverio La Ruina, σειρά έχει το Penelope του Matteo Tarasco. Όπως μαρτυρά κι ο τίτλος, το έργο αναφέρεται στο μυθικό σύμβολο της συζυγικής πίστης, την Πηνελόπη, πασίγνωστη στον κόσμο από το ομηρικό έπος «Οδύσσεια».

Η «Penelope (Πηνελόπη)» από τη Scena Nuda της Κάτω Ιταλίας (Calabria) είναι ένας θεατρικός μονόλογος βασισμένoς σε κείμενα του Ομήρου, του Οβιδίου και της Μάργκαρετ Άτγουντ, σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία του Matteo Tarasco. Το κείμενο ουσιαστικά είναι μια γέφυρα στην αρχαία ελληνική και την κλασσική ιταλική λογοτεχνική παράδοση. Βέβαια, όσο κι αν διαφημίζεται ως μια μοντέρνα απόδοση του μύθου, κάτι τέτοιο δεν έγινε αντιληπτό από την παράσταση που παρακολουθήσαμε. Ο Tarasco συνέθεσε έναν σκηνικό ποιητικό μονόλογο που έκανε homage στην κλασσική λογοτεχνία, προσεγγίζοντας τον με ευαισθησία και θεατρικότητα. Δεν μπορώ να μην φέρω στο νου μου, τις εξαιρετικές δημιουργίες του δικού μας Δημήτρη Δημητριάδη με αρχαιόθεμο καμβά, ή αντίστοιχα δείγματα δραματουργίας από τον Ανδρέα Φλουράκη.

Η σκηνοθεσία

Ωστόσο, η παράσταση δεν κατόρθωσε ποτέ να φτάσει την ποιητικότητα του κειμένου, ούτε να δημιουργήσει πρωτότυπες σκηνικές εικόνες. Η βασική σκηνική συνθήκη ήταν πως η Πηνελόπη, βαμμένη με μία μάσκα από μακιγιάζ, βρίσκεται σ’ ένα γιγαντιαίο υφαντό από δίχτυ ψαρέματος. Το σκηνικό των Francesca Gambino και Laura Lagana παρέπεμπε αφενός στην βασική ενασχόληση της Πηνελόπης, όσο την πολιορκούσαν οι μνηστήρες, το πλέξιμο ενός υφαντού κι αφετέρου στην δεκαετή περιπλάνηση του Οδυσσέα στην θάλασσα. Η ίδια στέκεται στο προσκήνιο ντυμένη στα λευκά, σε πλήρη αντιστοιχία με το σκηνικό, ενώ το πρόσωπό της είναι επίσης λευκό. Ο λευκός αυτός καμβάς, αξιοποιείται φωτιστικά από διάφορα led χρώματα.

Την μονοτονία σπάνε τρεις θηλιές από καραβόσχοινο, που ενίσχυαν την δραματικότητα του μονολόγου. Αυτό για μένα ήταν το μεγαλύτερο ατόπημα της σκηνογραφίας, αφού σε μια από τις τελευταίες σκηνές της σύνθεσης, η Πηνελόπη πνίγεται από το πέπλο της. Είμαι της άποψης, ότι αν θες να δώσεις ένα σκηνικό σύμβολο, πρέπει να το υποστηρίξεις κι όχι να δίνεις άλλο ένα ισοδύναμο, πόσο μάλλον εδώ που έχουμε τρία. Αντίστοιχα, το υφαντό της Πηνελόπης θα έπρεπε να θύμιζε περισσότερο υφαντό, ή ακόμα να συνδέεται με αυτό που φορά. Μέσα σε όλα αυτά τα σκηνικά ή για ν’ ακριβολογούμε, μέσα σε όλο αυτό το ύφασμα, η ηθοποιός έμοιαζε περιορισμένη κι άρα δεν απέδωσε το μέγιστο των δυνατοτήτων της.

Μια τρίτη αδυναμία της παράστασης ήταν η μελοδραματική χρήση της μουσικής. Η μουσική του Mario Incudine, δεν ήταν απλώς ένα μουσικό χαλί, αλλά μια πολύ έντονη, σχεδόν επική μουσική, που συχνά η έντασή της υπερκάλυπτε την φωνή της ηθοποιού. Από μόνη της η μουσική ήταν καλή, αλλά σε συνδυασμό με το ποιητικό κείμενο και την τεατράλε σκηνογραφία, το αποτέλεσμα γινόταν μελοδραματικό και έχανε σε δυναμισμό.

Εν κατακλείδι, η παράσταση Penelope του Matteo Tarasco είχε καλές πρώτες ύλες, που σε συνδυασμό δεν κατόρθωσαν να δώσουν ένα καλαίσθητο και οργανικό σύνολο. Η Teresa Timpano έδωσε ένα καλό δείγμα του σκηνικού της ταπεραμέντου, αλλά δεν ευνοήθηκε από την συνολική σύνθεση.

«Miracolo» (Θαύμα) του Giuseppe Massa

Η παράσταση που με κέρδισε περισσότερο από το Φεστιβάλ Italian Focus 2019 ήταν το «Miracolo» του Giuseppe Massa.

Το “Θαύμα” γεννήθηκε μέσα από το Write 2016 (πρόγραμμα δημιουργικού residency με Σικελούς και άλλους Ευρωπαίους δραματουργούς στο μοναστήρι της Mandanici, Messina). Το έργο εμπνέεται από τα κύματα μεταναστών που διασχίζουν τη Μεσόγειο προκειμένου να διερευνήσει το πόσο απάνθρωπη γίνεται προοδευτικά η κοινωνία μας. Η υπόθεση του έργου αφορά δύο αδέρφια νεκροθάφτες που καλούνται να θάψουν έναν μετανάστη. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει πια πολύς χώρος στο νεκροταφείο, παρά μόνο δύο θέσεις, που θέλουν να τις κρατήσουν για τον εαυτό τους. Προσπαθούν λοιπόν να ξεφορτωθούν το νεκρό τους, «ανασταίνοντάς» το.

Ο Giuseppe Massa έγραψε μια τρομαχτικά σύγχρονη μαύρη κωμωδία, που αναμετράται μ’ ένα θέμα «καυτή πατάτα» για τους Ιταλούς, το τεράστιο μεταναστευτικό ρεύμα, που συχνά οδηγεί σε πολύνεκρα κύματα. Βρισκόμαστε μπροστά από μια σειρά από αντιφατικές ανθρώπινες συμπεριφορές αλλά και κοινωνικές πολιτικές, που δείχνουν το χαοτικό και συχνά αυτοκαταστροφικό πλάσμα που λέγεται «άνθρωπος». Από τη μία έχουμε την γενναιόδωρη καρδιά που σπεύδει να βοηθήσει τους ανθρώπους που παλεύουν με τα κύματα για μια καλύτερη ζωή κι από την άλλη τους ξενοφοβικούς και συχνά εγκληματικούς «ισχυρούς λευκούς άντρες» που πατούν επί πτωμάτων προκειμένου να διατηρήσουν την «αυθεντικότητά» τους. Κάπου ανάμεσα κινούνται οι ήρωες του έργου Miracolo.

Οι νεκροθάφτες από τη μία υποφέρουν στην ιδέα ότι ένας ξένος θα τους «πιάσει την θέση» στο νεκροταφείο κι από την άλλη δείχνουν να συγκινούνται από την δύναμη ψυχής ενός ανθρώπου που κάνει ένα υπερατλαντικό ταξίδι για μία καλύτερη ζωή και τελικά πεθαίνει. Το έξυπνο χιούμορ και η γρήγορη ροή της στιχομυθίας, κάνουν το έργο ζωντανό και προσιτό στον θεατή δίχως θεατρική επιτήδευση.

Σε αντίθεση με την υπερφορτωμένη σκηνογραφία της παράσταση «Penelope», το «Miracolo» έχει μια καθαρή σκηνογραφία με τα απολύτως απαραίτητα. Δεσπόζει το φέρετρο που κουβαλούν οι δύο ηθοποιοί, και οι στολές τους που θυμίζουν περισσότερο άντρες διάσωσης παρά τους συμβατικούς νεκροθάφτες. Τα σκηνικά και τα κοστούμια υπογράφει η Mela Dell Erba. Κάτι που εκτίμησα ιδιαίτερα ήταν η παρουσία ενός αληθινού (νεκρού) ψαριού, που έφερε τα αρώματα της Νότιας Ιταλίας στην σκηνή.

Το υπέροχο κείμενο του Massa ευτύχησε με την ερμηνεία από το σκηνικό ντουέτο της παράστασης (Paolo Di Piazza, Gabriele Cicirello) που το έβγαλε αυτοπρόσωπο. Κατάφεραν αμφότεροι να δώσουν δύο ιδιαίτερα απολαυστικές και συνάμα συγκινητικές ερμηνείες. Δεν ερμήνευσαν απλώς ατάκες, αλλά κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ζωντανούς χαρακτήρες, ζητούμενο σε κάθε σύγχρονη δραματουργία.

Η ερμηνεία του έργου στην ιταλική διάλεκτο, μετέφερε ανέγγιχτα τα «ζουμιά» του έργου και της εντοπιότητάς του. Αυτό ήταν για μένα και η μεγαλύτερη νίκη συνολικά του Italian Focus. Το Miracolo ήταν μια καλή αφορμή για να πάει κανείς θέατρο, και νομίζω πως αυτό είναι ο πιο άμεσος τρόπος για να επικοινωνήσει κανείς με τη γειτονική χώρα.

Αντί επιλόγου

Υπάρχουν δύο τρόποι να ταξιδέψεις κανείς σε μία χώρα. Ο πρώτος και πιο διαδεδομένος είναι να ταξιδέψεις φυσικά εκεί με κάποιο μεταφορικό μέσο και να δεις με τα μάτια σου την χώρα. Ο δεύτερος είναι να ταξιδέψεις σε αυτήν μέσω του πολιτισμού της κι ο πολιτισμός έχει την μαγική ιδιότητα να ταξιδεύει εκείνος προς εσένα μέσω των ανθρώπων και της Τέχνης. Παρακολουθώντας τις τέσσερες ξεχωριστές (τόσο προς εμάς όσο και μεταξύ τους) ιταλικές παραστάσεις, είχαμε τη δυνατότητα να πάρουμε μια γερή εμπειρία από την Ιταλία του σήμερα και να γνωρίσουμε εκ νέου το θέατρο.

Κοιτώντας συνολικά το φεστιβάλ, είχαμε δύο πρωτότυπα έργα, ένα αμιγώς δραματικό και ένα κωμικοτραγικό, μια εμπνευσμένη σκηνοθεσία σε κλασσικό έργο και μια δραματουργική σύνθεση από μεγάλα ποιητικά έργα. Νομίζω πως παρά τις διαφορετικές εντυπώσεις που αποκόμισα από τις παραπάνω παραστάσεις, το γεγονός ότι είχαμε την ευκαιρία να τις παρακολουθήσουμε όλες, άνοιξε το βλέμμα μας σ’ ένα διαφορετικό ή σ’ ένα όχι και τόσο διαφορετικό θέατρο από το δικό μας.

Ήταν πολύ σημαντική η πρωτοβουλία του θεάτρου Τέχνης και άψογη η διοργάνωση του φεστιβάλ. Ελπίζω πως θα έχουμε ξανά τέτοιες δραστηριότητες θεάτρων από όλο τον κόσμο, καθώς κρίνεται σκόπιμη η ανταλλαγή πολιτισμικών έργων και η συζήτηση που ανοίγει ανάμεσα στους πολίτες ή/και στους καλλιτέχνες.

Το ιταλοελληνικό project θα τρέξει για 3 χρόνια, οπότε δεν αποκλείεται να έχουμε Italian Focus 2020 και 2021. Χωρίς να θέλω να μιζεριάσω, εύχομαι να διαψευστούν οι αλγεινοί οιωνοί και η Ελευσίνα να είναι σε θέση να γίνει Πολιτιστική Πρωτεύουσα όπως έχει εξαγγελθεί. Βέβαια, ο πολιτισμός καλώς ή κακώς χρειάζεται και πολιτιστικούς φορείς και την πολιτική ηγεσία για να υπάρξει/προωθηθεί. Μικρά θαύματα συμβαίνουν κάθε μέρα, ας τα αναδείξουμε.

tg gif 300 250px

bookfeed_konstantinidis

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:00 στο Θέατρο 104

Κλείστε εγκαίρως τις θέσεις σας μέσω viva.gr 

Από 20 Νοεμβρίου μέχρι 23 Ιανουαρίου 2020

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία