Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Γιώτα Δημητριάδη

Γιώτα Δημητριάδη

Ο Γιάννης Νιάρρος είναι ο φετινός νικητής του «Βραβείο Δημήτρης Χορν» όπως ανακοινώθηκε πριν από λίγο. Το σταυρό του παρέδωσε ο περσινός νικητής Κωνσταντίνος Μπιμπής. Το βραβείο δίνεται φέτος για δέκατη όγδοη χρονιά. Ο ηθοποιός τιμήθηκε για την ερμηνεία του στο  έργο του Γιάννη Οικονομίδη «Στέλλα κοιμήσου», σε σκηνοθεσία Γιάννη Οικονομίδη (Εθνικό Θέατρο/Σκηνή "Νίκος Κούρκουλος"). Ο ηθοποιός ευχαρίστησε την οικογένειά του, την κοπέλα του, τον Γιάννη Οικονομίδη, την θεατρική του "μητέρα" Αγγελική Κιρκινούδη, τον Θέμη Πάνου και τον Ακύλλα Καραζήση.
 
Για την ίδια παράσταση βραβεύτηκε με το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» χθες η Ιωάννα Κολλιοπούλου. Μαζί με το σταυρό που φορούσε ο Δημήτρης Χορν το βραβείο, συνοδεύεται από μια περγαμηνή και από ένα χρηματικό ποσό. 
Υποψήφιοι ήταν επίσης οι :
 
Γιώργος Βουρδαμής για τον ρόλο του Κρις Κέλλερ στο έργο του Άρθουρ Μίλλερ «Ήταν όλοι τους παιδιά μου», σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου (Εμπορικόν).
 
Δημήτρης Πασσάς για την ερμηνεία του στο έργο του Ζοέλ Πομμερά «Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα», σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη (Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν "Υπόγειο").
 
Βασίλης Σαφός για την ερμηνεία του στο έργο του Ρόμπερτ Μούζιλ «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Τέρλες», σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη (Πόρτα).
 
Πάνος Παπαδόπουλος για το ρόλο του Βατλέν στο έργο του Ζωρζ Φεντώ «Το Έξυπνο πουλί», σε σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη και Γιώργου Κατσή (Tempus Verum - Εν Αθήναις).
 
 
Στην εκδήλωση της απονομής o Θανάσης Αλευράς μίλησε για το πόσο τον βοήθσε το βραβειό στην καριέρα του αλλά και το χρηματικό ποσό. Στο θεσμό του Βραβείου αναφέρθηκε ο πρόεδρος της επιτροπής, Κώστας Γεωργουσόπουλος (μέλη της επιτροπής είναι ο Σταμάτης Φασουλής, η Ξένια Καλογεροπούλου, η Λυδία Κονιόρδου και η δημοσιογράφος Αντιγόνη Καράλη).
 
Το βραβείο θεσμοθέτησε ο Σταμάτης Φασουλής και το χρηματοδοτεί ο Γιάννης Χορν.
 
 *Κεντρική Φωτό Σπύρος Σιακαντάρης

Η Ιωάννα Κολλιοπούλου είναι η νικήτρια του 12ου Θεατρικού Βραβείου«Μελίνα Μερκούρη», όπως ανακοινώθηκε πριν από λίγο. Η ηθοποιός τιμήθηκε για την ερμηνεία της στην παράσταση «Στέλλα Κοιμήσου» (Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης, Εθνικό Θέατρο). Η ίδια μάλιστα αφιέρωσε το βραβείο στο σκηνοθέτη της «Γιατί χωρίς εκείνον δεν θα γινόταν ποτέ αυτή η παράσταση».

Η απονομή πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη.

mekrouri2018a

Η νεαρή ηθοποιός παρέλαβε την καρφίτσα της από την Αλκη Ζέη, καθώς η περσινή νικήτρια Ανθή Ευστραριάδου απουσίαζε από την τελετή βράβευσης. 

Φετινές υποψήφιες για το βραβείο ήταν και οι: Ευγενία Δημητροπούλου, Αμαλία Καβάλη και Αλεξάνδρα Καζάζου

 

kolliopoulou

Το βραβείο ανέρχεται σε 3.000 ευρώ και η τιμώμενη ηθοποιός κρατά για ένα χρόνο την καρφίτσα της Μελίνας Μερκούρη, την οποία παραδίδει στην ομότεχνή της που διακρίνεται την επόμενη χρονιά. Την επιτροπή του βραβείου αποτελούν οι Μάγια Λυμπεροπούλου (πρόεδρος), Δηώ Καγγελάρη, Ματίνα Καλτάκη, Δημήτρης Λιγνάδης και Ρένη Πιττακή (μέλη).

merkouri2018

Με την άνοιξη να μην αποτελεί πλέον υπόσχεση, αλλά με τις ακτίνες του ήλιου να λούζουν επίμονα τον αττικό ουρανό δηλώνοντας το βροντερό παρόν της, η Νάντια κι η μικρή Lovett κάνουν την εμφάνισή τους στο πιο χαριτωμένο καφέ στην πλατεία Χαλανδρίου κλέβοντας, φυσικά, τις εντυπώσεις των θαμώνων.

Λίγα εικοσιτετράωρα πριν κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο Παλλάς, με την παράσταση «Αναζητώντας τον Αττίκ», η Νάντια Κοντογεώργη μοιράζεται μαζί μου τον ενθουσιασμό της για τον «ρηξικέλευθο καλλιτέχνη», ο οποίος κατάφερε να αποτυπώσει μέσα από τους στίχους και τη μουσική του, μια ολόκληρη εποχή, στην οποία οι άνθρωποι μπορούσαν να ερωτευτούν ολοκληρωτικά…

Για το απόλυτο δόσιμο, την «παράπλευρη συντροφικότητα» της εποχής μας, την επιτυχία της, τα όνειρα, τα σχέδια, την αναγνωρισιμότητα, τις κριτικές και την αισιοδοξία που την χαρακτηρίζει θα μιλήσουμε τα επόμενα λεπτά σε μια χαλαρή ανοιξιάτική κουβέντα, όπως επιβάλλει και η διάθεσή σας επηρεασμένη, σαφώς και από τις ρομαντικές ιστορίες ,πίσω από τα τραγούδια του Αττίκ και την εποχής της θρυλικής του «Μάντρα».

Kontogiorgi Attik

Στην παράσταση θα σε δούμε να ερμηνεύεις τις μούσες του Αττίκ;

Ναι, διαβάζω για όλες τις μούσες του. Είχε τη Σούρα, τη σταθερή σύζυγό του, παρ’ όλες τις απιστίες του, τη μητέρα του με την οποία είχε τεράστιο έρωτα, τα πρώτα και τα τελευταία τραγούδια του ήταν για τη μάνα του κι η αυτοκτονία του κάπως συνδέεται μ’ εκείνη και τη Δανάη, με την οποία ενώ δεν υπήρξε ποτέ κάτι το ερωτικό, αλλά κάτι ανταγωνιστικό, το οποίο δεν άφησαν ποτέ να φανεί, ήταν η μούσα του. Κάθε γυναίκα καθρέφτισε μέσα του ένα τελείως διαφορετικό πράγμα. Ήταν σαν να προέβαλλε την ψυχή του, κάθε φορά, σε διαφορετικά πανιά. Οπότε αισθάνομαι ότι ο Αττικ ερωτευόταν τον εαυτό του και τη ζωή μέσα από κάθε γυναίκα.

Δεν είναι δύσκολο να ερμηνεύεις τόσους ρόλους;

Δεν υπάρχει το περιθώριο να ερμηνεύουμε την κάθε προσωπικότητα. Περισσότερο γίνονται αναφορές, γιατί ουσιαστικά μιλάμε για μια ολόκληρη εποχή. Παρ’ όλα αυτά, και μόνο οι στιγμές που πάω στην ακρόαση ως νεαρή Δανάη, η οποία έχει κάνει κλασικό τραγούδι και μετά ξεκινάει και γίνεται η Δανάη, η τραγουδίστρια, είναι κάτι που ακουμπάει σε πολύ δικά μου πράγματα. Πώς ήμουν εγώ όταν πήγαινα στις πρώτες μου ακροάσεις, πώς ήταν όταν πήρα του πρώτους μου πρωταγωνιστικούς ρόλους κ.λπ. Μετά, όταν βγαίνω ως Κάκια Μένδρη και τραγουδάω το «Είναι η αγάπη Χίμαιρα» με μια απογοήτευση και μια ματαίωση, σκέφτομαι συνειρμικά τις δικές μου απογοητεύσεις ή ματαιώσεις, οπότε ουσιαστικά είναι σαν σε μια παράσταση να μου δίνεται η ευκαιρία να περάσω από πολλές φάσεις της ζωής μου.

Η παράσταση «Αναζητώντας τον Αττίκ» επιστρέφει στο θέατρο Παλλάς μετά τη μεγάλη επιτυχία που γνώρισε πριν έξι χρόνια στο Badminton. Γιατί πιστεύεις ότι η ιστορία του Αττίκ συγκινεί τόσα χρόνια μετά το κοινό;

 Ο Αττίκ ήταν μια ρηξικέλευθη καλλιτεχνική προσωπικότητα, δεν έζησε μια κανονική ζωή. Ούτε εγώ τη γνώριζα. Ήξερα μόνο το έργο του που με συγκινούσε, άκουγα πάντα τα τραγούδια του και μου άρεσαν πολύ, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ την τόσο ιδιαίτερη ζωή του. Νομίζω, λοιπόν, πως αυτό που συγκινεί πολύ είναι η βαθιά τρυφερότητα των στίχων του και της μουσικής του. Πρόκειται, ουσιαστικά μια ολόκληρη εποχή, όπου επειδή περιέγραφαν το συναίσθημα πιο ρομαντικά, έτσι ακριβώς το βίωναν. Υπήρχε μια άλλου είδους αθωότητα και τρυφερότητα κι ένας άλλος ρομαντισμός. Μακριά από τα μπλεξίματα της εποχής μας, που όλοι θέλουμε την ανεξαρτησία μας, αλλά και κάτι παραπλεύρως που θα μας ικανοποιήσει ως συντροφικότητα.

Παραπλεύρως συντροφικότητα;

Ναι, ενώ νιώθω ότι ακούγοντας αυτά τα τραγούδια οι άνθρωποι ερωτεύονταν αλλιώς, αγαπούσαν αλλιώς, πληγώνονταν αλλιώς….Τώρα είμαστε σε μια εποχή, όπου όλα είναι έμμεσα. Έτσι είναι κι ο τρόπος που επικοινωνούμε με τον άλλον κι ερχόμαστε κοντά, πάντα, έμμεσος…

ATTIK 2

Δεν μπορούμε να δοθούμε ολοκληρωτικά κάπου;

Ναι, και δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε κι ανοιχτά. Δίνουμε ένα κομμάτι μας, κρατώντας, πάντα, «μια πισινή». Ο Αττίκ αυτό που έκανε πάντα, ως άνθρωπος κι ως καλλιτέχνης, είναι ότι τα έδινε όλα γενναιόδωρα, ακόμα κι όταν έπαιζε κι έχανε. Αυτός νομίζω είναι ένας σημαντικός τρόπος να ζεις. Ακόμα και με τον τρόπο που επέλεξε να πεθάνει ήταν δική του επιλογή.

Εσύ στον έρωτα δίνεσαι ολοκληρωτικά;

Δεν ξέρω, δεν νομίζω. Προσπαθώ σ’ όλες μου τις σχέσεις, στις φιλίες και στον έρωτα να δίνω, όσο αντέχω και «το όσο αντέχω» εύχομαι, με τα χρόνια, να ανοίγει περισσότερο και να ανοίγω κι εγώ…

Με τα χρόνια, όμως, αυτό δεν είναι αντιστρόφως ανάλογο;

Εγώ προσπαθώ να κάνω το αντίθετο. Προσπαθώ να ανοίγομαι περισσότερο και βλέπω πως αυτό συμβαίνει. Εμπιστεύομαι περισσότερο τους ανθρώπους.

Πώς το καταφέρνεις αυτό;        

Βλέπω ότι χάνω όταν κλείνομαι. Βλέπω ότι όταν δεν επενδύεις στις σχέσεις και κλείνεσαι στον εαυτό σου, επενδύεις στη μοναχικότητά σου. Ενδιαφέρουσα είναι κι αυτή, αλλά μου αρέσει πιο πολύ να επενδύω στους ανθρώπους. Όσο ρίσκο κι αν ενέχει, νομίζω ότι η ζωή είναι σχέσεις και νιώθω ευτυχής, όταν ξέρω ότι οι άνθρωποί μου είναι εκεί κι έχω δώσει ένα κομμάτι που το έχουν δικό τους. Και αν χαθεί ξέρω, πια, ότι μπορώ να το διαχειριστώ. Δεν θα χαθώ.

Και καλλιτεχνικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχεις κάνει πολλά «ανοίγματα» κι ότι έχεις δοκιμαστεί σε διαφορετικά πράγματα. Εσύ πως νιώθεις γι’ αυτό; Σε τι φάση είσαι;

Νιώθω πολύ τυχερή, γιατί είναι τόσο δύσκολη αυτή η εποχή της κρίσης. Υπάρχουν τόσο ταλαντούχοι καλλιτέχνες, οι οποίοι όχι μόνο δεν μπορούν να πειραματιστούν πάνω στη δουλειά, αλλά, ενώ έχουν όλες τις περγαμηνές να κάνουν τόσα πράγματα, δεν μπορούν ούτε καν να βιοποριστούν. Οπότε αναγνωρίζω την τύχη μου σε σχέση μ’ αυτό. Διότι, σίγουρα μπορεί να δουλεύω κ.λ.π., αλλά υπάρχει κι ένα κομμάτι που δεν είναι στον έλεγχό μου. Από την άλλη, κάπως έτσι το είχα φανταστεί όσο ήμουν στη σχολή. Επειδή έτσι λειτουργώ και στη ζωή μου. Δηλαδή, με προετοιμάζω γι’ αυτό που θα ήθελα να έρθει, χωρίς να ξέρω, αν θα έρθει ποτέ, ούτε πάω να το διεκδικήσω ενεργητικά, να πάω για παράδειγμα να ζητήσω συνεργασία, αλλά προετοιμάζω τον εαυτό μου για να αντιμετωπίσω το ρεπερτόριο που θέλω να μου προταθεί…

Είχες φανταστεί - ονειρευτεί την επιτυχία σου δηλαδή;

Βγήκα από τη σχολή το 2005 κι είχα πει ότι μέχρι το 2020 θα μου δοθεί η ευκαιρία να κάνω κάποια, τελείως, διαφορετικά πράγματα. Έτσι είχα την ευκαιρία να δω όλη την παλέτα της ελληνικής θεατρικής πραγματικότητας, να δω που είμαι καλά, που ανθίζω, που δυσκολεύομαι. Οπότε, τώρα, είμαι σε μια μεταβατική φάση σε σχέση με το που θέλω να κινηθώ την επόμενη φορά.

Την οποία επόμενη φάση την έχεις φανταστεί κι αυτή;

(Γελάει). Τώρα είμαι σ’ αυτή την πορεία, στην οποία συγκεκριμενοποιώ τις επόμενες ανάγκες μου. Γιατί τα είδα, τα μύρισα τα πράγματα και, τώρα, θέλω να δω προς τα πού θα κινηθώ…

Η επιτυχία ήρθε πολύ ξαφνικά. Τουλάχιστον εμείς σε γνωρίσαμε σε χρόνο ρεκόρ μέσα από το «Κάτω Παρτάλι»….

Κατάλαβες, τι εννοώ τύχη; Μου ήρθε μια πάρα πολύ προσεγμένη σειρά, σε μια εποχή που δεν γίνονται τέτοιες σειρές, ούτε σε επίπεδο παραγωγής. Είχα την τύχη να γράψει ένας πάρα πολύ καλός σεναριογράφος, όπως είναι ο Λευτέρης Παπαπέτρου, έναν ρόλο που μου πήγαινε πάρα πολύ. Αυτό όμως, προϋπέθετε και δέκα χρόνια στο θέατρο, όπου με είδε ο Παπαπέτρου σε διάφορες παραστάσεις σκέφτηκε πράγματα, συνέδεσε, αποφάσισε ποιοι άλλοι έπρεπε να είναι μαζί….Εννοώ, ότι αν δεν υπήρχαν τα δέκα προηγούμενα χρόνια που δούλευα κι έκανα πράγματα, τα οποία πολλές φορές μπορεί και να με κούραζαν και να με στεναχωρούσαν δεν θα είχα πάρει ποτέ αυτόν τον ρόλο. Γενικά, αυτό «το ξαφνική επιτυχία» δεν νομίζω πως υφίσταται. Η επιτυχία είναι μέρος μιας διαδρομής κι έρχεται σαν μια φωτεινή στιγμή, όπως έρχονται και πολλές σκοτεινές στιγμές.

Οπότε δεν σου ήταν δύσκολο να διαχειριστείς την ξαφνική αναγνωρισιμότητα;

Όχι, ξέρεις επειδή εγώ είχα κάνει και μια σειρά όταν ήμουν παιδάκι στο Γυμνάσιο. Ήξερα πως είναι αυτό το κομμάτι με την αναγνωρισιμότητα και τότε, μάλιστα, το είχα βιώσει και σε πιο κλειστό χώρο, στο σχολείο και στην εφηβεία κι έτσι το είχα απομυθοποιήσει από πολύ νωρίς. Δεν ήταν κάτι που με αφορούσε ως στόχος. Το έβλεπα πάντα σαν μια θετική απόρροια της δουλειάς μου. Είχα ζήσει και την αναγνωρισιμότητα από την άλλη πλευρά όταν έκανα καθημερινό και έπαιζα την κακιά…Τότε δεν είχα καθόλου θετικές αντιδράσεις στο δρόμο. Ειδικά με γιαγιάδες και παππούδες που ήξεραν ότι εγώ είχα κάνει τον φόνο (γέλια). Οπότε μετά το «Παρτάλι», όπου ήμουν θετικά καταγεγραμμένη μέσα τους, ήρθε μια ισορροπία. Πάντως, εκείνη η περίοδος ήταν πολύ φωτεινή κι έντονη, κι εγώ, απλώς, ήμουν συντονισμένη σε τέτοια ενέργεια, δεν κοιμόμουν για να τα προλάβω όλα, τα γυρίσματα, τις πρόβες και τις συνεντεύξεις. Έπρεπε να είσαι λίγο alert, γιατί ξαφνικά έπρεπε να διαχειριστείς τη γνώμη των άλλων και το προφίλ σου, οπότε ήταν όλα πάρα πολλά, μια περίοδος συντονισμένη σε υψηλές ταχύτητες.

Έπρεπε «να διαχειριστείς τη γνώμη των άλλων» μου λες. Η γνώμη των άλλων πόσο σε επηρεάζει;

Κοίτα να λέω ότι δεν με επηρεάζει … Η αλήθεια είναι με επηρεάζει πάρα πολύ. Απλώς, νομίζω ότι το διαχειρίζομαι πια.

Κριτικές διαβάζεις;

Ναι, αλλά με κάποιες συμφωνώ με κάποιες διαφωνώ. Δηλαδή, και καλά να γράψουν έχω διαφωνήσει κι άσχημα να γράψουν έχω συμφωνήσει.

Όλη αυτή η αίσθηση της αισιοδοξίας που βγάζεις από πού πηγάζει;

Θα ήμουν αχάριστη, αν δεν ήμουν έτσι. Πέρασα πολλά χρόνια που ένιωθα ενοχικά, γιατί μου έχουν παρασχεθεί 34 υπέροχα χρόνια. Έχω εισπράξει αγάπη, αποδοχή, κάνω το επάγγελμα το αγαπάω, έχω πολλούς φίλους, την οικογένειά μου, την υγειά μου, θα ήμουν αχάριστη να γκρινιάζω. Οπότε, δεν έχω κανένα λόγο να μην είμαι αισιόδοξη.

Πιστεύεις ότι υπάρχει μια τάση οι καλλιτέχνες να είναι κάπως ταλαιπωρημένοι ή θλιμμένοι - καταθλιπτικοί;

Πιστεύω, πως ο καθένας έχει το κοινό του σ’ αυτή τη ζωή. Αν θες να επικοινωνεί η θλίψη σου κι η βαθιά σου απελπισία, φυσικά όλοι την κουβαλάμε, θα έρθει και το αντίστοιχο κοινό. Κι εγώ μπορεί σε κάποια φάση της ζωής μου να θελήσω να το κάνω, γενικώς όμως είμαι ένας άνθρωπος που θέλω να εστιάσω σ’ ό,τι μπορεί να είναι φωτεινό και να αποτελεί μια διέξοδο στα καθημερινά εμπόδια. Αυτός πιστεύω ότι είναι κι ο τρόπος για να πηγαίνεις μπροστά: η ζωή είναι νερό που ρέει, αν σταματάς συνέχεια στις πέτρες δεν θα φύγει το ποτάμι, θα βρωμήσουν τα νερά. Πρέπει να φεύγεις μαζί με τη ροή και να προχωράς. Είναι χαζό να μένουμε σε πράγματα που μπορεί να μας σκοτεινιάζουν γιατί αποτελούν παρελθόν. Κάθε στιγμή είναι άλλη, αλλάζουν τα κύτταρά μας, αλλάζουν τα μαλλιά μας, γιατί να μην πηγαίνει κι η ψυχή μας μαζί μ’ αυτό;

Και μετά τον «Αττίκ» το καλοκαίρι Αριστοφάνης και «Θεσμοφοριάζουσες»…

Πολλές συμπτώσεις μαζεμένες και χαίρομαι πολύ! Γιατί έλεγα εδώ και δύο χρόνια ότι ήθελα να συνεργαστώ με τον (Οδυσσέα) Παπασπηλιόπουλο. Στη «Μουρμούρα» αγαπήθηκα πολύ με τον Γιώργο Χρυσοστόμου και τον Μάκη Παπαδημητρίου, τον θεωρώ από τους καλύτερους ηθοποιούς τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Επίσης, είχα δει και την (Ελένη) Ουζουνίδου στο θέατρο κι είχα τρελαθεί, έλεγα: «Τι ηθοποιάρα είναι αυτή!». Με πήρε, λοιπόν, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος και μου είπε: «Λοιπόν, θα κάνω τις Θεσμοφοριάζουσες και θα είναι ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, ο Γιώργος Χρυσοστόμου, ο Μάκης Παπαδημητρίου κι η Ελένη Ουζουνίδου!» Εντάξει! Ενθουσιάστηκα! Επίσης, ο ρόλος που θα κάνω εγώ είναι η πρώτη γυναίκα, ένα κομμάτι που είχα δώσει και πέρασα στο Εθνικό. Ένιωσα ότι ανοίγει ένας καινούργιος κύκλος. Ήθελα πολύ να συνεργαστώ και με τον Βαγγέλη, με τον οποίο δεν είχαμε ξαναδουλέψει μαζί και, πάντα, η Επίδαυρος είναι μια μεγάλη χαρά. Περιμένω με αγωνία τις πρόβες.

ATTIK 4

Info:

Η Νάντια Κοντογεώργη πρωταγωνιστεί στο «Αναζητώντας τον Αττίκ» Πρεμιέρα 13 Απριλίου στο Θέατρο Παλλάς και για λίγες παραστάσεις.

 Και στις «Θεσμοφοριάζουσες» που κάνουν πρεμιέρα 27-28 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και θα ακολουθήσει περιοδεία σε κάποιες πόλεις της Ελλάδας.

 

 

ΕΚΕΙΝΗ μπαίνει στο μπαράκι. ΕΚΕΙΝΟΣ την προσέχει αμέσως. Το βλέμμα της καρφώνεται επάνω του. Το παιχνίδι έχει μόλις αρχίσει… Επιδίδονται στο κυνήγι της ευτυχίας. Ανταγωνίζονται ποιος αγαπάει περισσότερο! Στο τέλος και οι δύο δεν θα θέλουν να θυμούνται.

Οι ήρωες του έργου δεν έχουν συνηθισμένα καθημερινά ονόματα, ώστε να ταυτιστείς μαζί τους, ούτε κάτι μεγαλόπρεπες, που να εντυπώνεται στη μνήμη. Εξάλλου, όπως μου εξηγεί η συγγραφέας και πρωταγωνίστρια του «Έλα να παίξουμε» Γεωργία Πιερρουτσάκου: «Ο ΕΚΕΙΝΟΣ κι η ΕΚΕΙΝΗ είναι δυο πρόσωπα χωρίς όνομα, χωρίς ηλικία ή ιδιότητα, που προσδιορίζονται μόνο από τη μεταξύ τους σχέση στο πέρασμα του χρόνου, κι έτσι ο καθένας θα μπορούσε ίσως να δει κάτι από τον εαυτό του μέσα τους. Αυτή η αίσθηση πως όλοι έχουμε ζήσει κάποτε κάτι παρόμοιο που, όμως, δεν μπορεί ποτέ να είναι ίδιο με κάποιου άλλου».

Η Γεωργία μίλησε στο texnes-plus για την τριπλή της ιδιότητα στην παράσταση, όπου πέρα από τη συγγραφή του κειμένου, επιμελείται και τη σκηνοθεσία μαζί με τον Λάζαρο Βαρτάνη και συμπρωταγωνιστεί με τον Στέφανο Παπατρέχα στο Black Box του Θεάτρου Επί Κολωνώ. Η πρεμιέρα αναμένεται για μετά το Πάσχα (14 Απριλίου). Παράλληλα μας αποκάλυψε την εσωτερική ανάγκη που την οδήγησε στη συγγραφή αλλά τι σηματοδοτεί για την ίδια ο έρωτας…

Pierroutsakou1

Ποια ανάγκη σε οδήγησε στο Στούντιο Νέων Συγγραφέων του Εθνικού Θεάτρου;

 

Ας πούμε πως η δυσκολία μου να κοιμηθώ με έκανε να συνειδητοποιήσω την ανάγκη του παραμυθά μέσα μου! Ανά διαστήματα, κάπως υποφέρω από αϋπνίες εδώ και χρόνια… κι έτσι νομίζω άρχισα να φτιάχνω ιστορίες που να μου φέρνουν όνειρα... Κι ύστερα με τον καιρό, όταν άρχισαν να αποκτούν ενδιαφέρον κάποιες από αυτές, τις έβλεπα να συνεχίζονται το επόμενο άγρυπνο βράδυ… και να συνεχίζονται. Να εξελίσσονται. Οι αρχικές φιγούρες που αχνοφαίνονταν στην αρχή, αποκτούσαν νύχτα με τη νύχτα φωνή - καθεμία τη δική της μάλιστα – και λόγο, και προσωπικότητα. Κι ύστερα τρεις διαστάσεις. Και χρώματα. Και ήχους. Οπότε σιγά σιγά άρχισα να μην μπορώ να κοιμηθώ ακόμη περισσότερο, γιατί ήθελα να δω τη συνέχεια της ιστορίας. Κι έπειτα δημιουργήθηκε η ανάγκη να γράψω τη συνέχεια αυτή. Κι ολοκληρωμένη πια την ιστορία να τη δουλέψω ξανά και ξανά. Να την επεξεργαστώ. Να τη φιλτράρω μέσα από τα εργαλεία και τη λειτουργία του ηθοποιού, να ελέγχω για παράδειγμα, πώς μιλιέται καλύτερα μια φράση, πιο φυσικά, πώς αποκτάει προφορικότητα και αμεσότητα ο λόγος και γίνεται πιο ελλειπτικός και πώς αλλάζει η σύνταξη όταν γινόμαστε πιο λυρικοί. Η συγγραφή, βέβαια, έχει τα δικά της εργαλεία και τις δικές της τεχνικές. Ήδη από τη σχολή στο Παρίσι είχα έρθει σε επαφή με τεχνικές θεατρικής συγγραφής, μάλιστα είχα και μάθημα Συγγραφής, Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας, ένα πολύ απαιτητικό μάθημα.

Αφού επέστρεψα, όμως, στην Ελλάδα δεν είχα καθόλου στο μυαλό μου ν’ ασχοληθώ με το γράψιμο. Ήταν μόνο για προσωπική μου χρήση. Δεν είχα δείξει ποτέ γραπτό μου παρά μόνο στην αδερφή μου. Εκείνη με προέτρεψε να στείλω κείμενο στο Στούντιο Νέων Συγγραφέων του Εθνικού Θεάτρου. Επέμεινε πολύ. Και την ευγνωμονώ γι’ αυτό γιατί τελικά έστειλα. Το πρώτο σκαρίφημα του «Έλα να παίξουμε». Και με επέλεξαν. Και κάπως έτσι συνειδητοποίησα πόσο μ’ αρέσει να εκφράζομαι μέσα από το γράψιμο.

Στο «Έλα Να Παίξουμε» όλα ξεκινούν από τη συνάντηση δύο νέων σ’ ένα μπαρ και καταλήγουν να τους παρακολουθούμε μόνους «Να μη θέλουν να θυμούνται». Γιατί πιστεύεις ότι μετά από έναν έρωτα επιλέγουμε τη λήθη;

Όταν τελειώνει μία σχέση ερωτική, ή φιλική - ή και επαγγελματική ακόμη - η ροή της καθημερινότητας δε σταματάει στη στιγμή του τέλους. Αντιθέτως η ζωή τρέχει, συμβαίνουν τεράστιες αλλαγές, ιδίως όταν τελειώνει μια μακροχρόνια σχέση. Οι συνήθειες αλλάζουν άρδην – τα μέρη που συχνάζουμε, οι συναναστροφές. Kαι ξαφνικά βλέπουμε και πάλι φίλους και γνωστούς που ίσως είχαμε καιρό να δούμε ή γνωρίζουμε από την αρχή ανθρώπους και σιγά σιγά δημιουργούμε καινούριες εικόνες. Και καινούρια στέκια. Και ο κύκλος μας ανανεώνεται. Και φτιάχνουμε έτσι καινούριες εμπειρίες που γεμίζουν το χρόνο και τη σκέψη μας.Η λήθη έχει την ιδιότητα να κάνει χώρο. Για να χωρέσει ό,τι νέο και διαφορετικό.Όπως όταν σβήνουμε από το στικάκι περσινές λίστες τραγουδιών για να βάλουμε άλλες και να κάψουμε καινούριο cd για το δρόμο. Χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια, ότι το παλιό το cd δεν υπήρξε ποτέ. Το να επιλέγεις να μην το χρησιμοποιείς πια δε σημαίνει ότι διαγράφηκε. Είναι επιλογή, το να φτιάχνεις χώρο για το διαφορετικό, για το επόμενο. Και είναι και ελευθερία. Αυτό είναι η λήθη νομίζω.

Pierroutsakou2

Για εσένα ο έρωτας είναι ένα παιχνίδι; Γι’ αυτό έδωσες και αυτόν τον τίτλο στην παράσταση;

Ο τίτλος είναι αναφορά σε στίχο του ποιήματος του Μανώλη Αναγνωστάκη «Το Σκάκι». Έτσι αρχίζει. Μου αρέσουν οι αναφορές γενικώς. Και να τις ανακαλύπτω σε διάφορα έργα, λογοτεχνικά, ταινίες, εικαστικά. Και προσωπικά να δουλεύω με αναφορές. Σαν ένα παιχνίδι δικό μου.Έτσι την περίοδο που δούλευα πάνω στο συγκεκριμένο κείμενο κι ενώ διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, ήρθε μια στιγμή μπροστά στα μάτια μου «Το Σκάκι», μετά από πολύ καιρό, και κάπως φωτίστηκε αυτή η ανεξήγητη αλλά καθολικά και αδιαπραγμάτευτα υπαρκτή μάχη ανάμεσα σε δύο εραστές.Δύο είναι οι βασικοί στόχοι του παιχνιδιού. Η διασκέδαση και η νίκη. Και πραγματικά δεν ξέρω ποιος έρχεται πρώτος και ποιος δεύτερος.Στον έρωτα, πάλι, ψάχνει κανείς να κάνει δικό του το αντικείμενο του πόθου του, να του επιβληθεί, να το κερδίσει. Και ασφαλώς θέλει να περάσει όμορφα. Ακόμα κι όταν παιδευόμαστε, ωραία είναι, το ευχαριστιόμαστε, κακά τα ψέματα. Όλα τα υπομένουμε αρκεί να ‘χουμε την προσοχή του άλλου.Κάπως έτσι μοιάζει να ‘ναι ο έρωτας. Ένα παιχνίδι διασκεδαστικό και ανταγωνιστικό ταυτόχρονα. Έχει κανόνες. Στρατηγική. Σαν το σκάκι. Στο μόνο που διαφέρουν ίσως είναι ότι στον έρωτα ή κερδίζουν ή χάνουν και οι δύο. Κι ας παίζουν σε αντίπαλα στρατόπεδα.Αν πάλι καταφέρουν και βρεθούν απ’ την ίδια πλευρά του τείχους, και αποδεχτούν ο ένας τη διαφορετικότητα του άλλου, τότε ο έρωτας μπορεί να μετουσιωθεί σε αγάπη, που είναι η βάση για κάθε υγιή και ουσιαστική σχέση. Δυστυχώς – ή ευτυχώς – δεν έχουν όλοι οι έρωτες την ίδια κατάληξη.

Στην παράσταση έχεις μια ολοκληρωτική καλλιτεχνική σχέση, έχεις γράψει το κείμενο, σκηνοθετείς και πρωταγωνιστείς. Ελλοχεύουν κίνδυνοι όταν κάποιος είναι τόσο «μέσα» σε ένα δικό του έργο;

Οι λειτουργίες είναι ανεξάρτητες αλλά και συμπληρωματικές μεταξύ τους. Για παράδειγμα μου ήταν καθαρό το σκηνοθετικό πλαίσιο, έχοντας γράψει το κείμενο, ενώ συγχρόνως δουλεύοντας στις πρόβες, ανακάλυψα και συνειδητοποίησα πράγματα εκ νέου ως προς το περιεχόμενό του, μέσα από τις αναλύσεις με τους συνεργάτες μου.Από την άλλη, υπάρχουν σίγουρα κίνδυνοι, γιατί η έκθεση πλέον είναι σε κάθε επίπεδο και η συναισθηματική εμπλοκή μεγάλη, οι λειτουργίες πολλαπλές και το πέρασμα από τη μία στην άλλη απαιτητικό και κοπιαστικό. Παρόλα αυτά μια από τις μεγαλύτερες ευλογίες στο θέατρο είναι ότι είναι ομαδική δουλειά. Στηριζόμαστε ο ένας στον άλλον. Αφηνόμαστε ο ένας στα χέρια του άλλου. Κι αυτό προϋποθέτει εμπιστοσύνη. Έτσι κι εγώ εμπιστεύτηκα το Λάζαρο Βαρτάνη που σκηνοθετούμε μαζί και το Στέφανο Παπατρέχα για να μοιραστούμε τη σκηνή. Όπως με εμπιστεύτηκαν κι εκείνοι. Και μαζί με όλους μας τους συνεργάτες δουλεύουμε και συνδημιουργούμε την παράστασή μας. Και αυτή η συνεργασία είναι το μεγαλύτερο κέρδος μου νιώθω. Το ρίσκο είναι μεγάλο, ίσως. Σημασία έχει, όμως, ακόμα και όταν τρως τα μούτρα σου να σηκώνεσαι και να συνεχίζεις, έχοντας μάθει κάτι καινούριο.

Pierroutsakou3

Τι θες να θυμάται ο θεατής μετά την παράσταση;

Θα μου άρεσε να του ‘ρθει στο νου μια προσωπική ανάμνηση. Από κάποιο του έρωτα. Ένα στιγμιότυπο που ‘χει στη μνήμη χαραγμένο - κι ενδεχομένως να είχε και καιρό να αναπολήσει - να ξυπνήσει μέσα του στη διάρκεια της παράστασης, βλέποντας τα πρόσωπα του έργου.Άλλωστε ΕΚΕΙΝΟΣ κι ΕΚΕΙΝΗ είναι δυο πρόσωπα χωρίς όνομα, χωρίς ηλικία ή ιδιότητα, που προσδιορίζονται μόνο από τη μεταξύ τους σχέση στο πέρασμα του χρόνου, κι έτσι ο καθένας θα μπορούσε ίσως να δει κάτι από τον εαυτό του μέσα τους. Αυτή η αίσθηση πως όλοι έχουμε ζήσει κάποτε κάτι παρόμοιο που, όμως, δεν μπορεί ποτέ να είναι ίδιο με κάποιου άλλου. Αυτό κάνει ΕΚΕΙΝΟΝ κι ΕΚΕΙΝΗ να είναι ξεχωριστοί καθ’ όλα και σε τίποτα, την ίδια στιγμή.Το ξύπνημα μιας προσωπικής και ακριβής του στιγμής θα μ’ άρεσε, λοιπόν, να πάρει ο θεατής μαζί του. Ένα άγγιγμα χεριών κάτω από κάποιο τραπέζι, στα κλεφτά. Τη μυρωδιά απ’ τα φρεσκολουσμένα μαλλιά του αγαπημένου προσώπου. Πώς ηχούσε το γέλιο του κάποιο καλοκαιριάτικο απόγευμα.Αυτό το συναίσθημα. Της αφύπνισης μιας ολότελα δικής του ανάμνησης.

Τι είναι αυτό που σου δίνει ώθηση να συνεχίζεις να δημιουργείς στην Ελλάδα της κρίσης;

 Η ανάγκη για έκφραση και επικοινωνία. Να πλησιαστούμε κάπως, να βρίσκουμε αφορμές να τα λέμε, να εκτονώνουμε ό,τι χρειάζεται να εκτονωθεί, να περνάμε όμορφα, να ξεκαρδιζόμαστε, να ανταλλάσσουμε προβληματισμούς. Το θέατρο, η τέχνη, δε δίνουν απαντήσεις. Θέτουν ερωτήματα. Όπως τα παιδιά.Τέτοια ερωτήματα νιώθω πως θέλω να εκφράσω.

 Από πού αντλείς έμπνευση;

Από οτιδήποτε. Απ’ όσα ακούω και βλέπω. Όσα διαβάζω. Όσα συμβαίνουν γύρω μας, στην πόλη μας, στους καλοκαιρινούς προορισμούς, στα ταξίδια, στο μετρό, στις ουρές των ATM, στις καφετέριες που πάντα θα μου πιάσει τ’ αυτί κάτι που συζητάνε στο διπλανό τραπέζι και θα χάσω για λίγο την κουβέντα της δικής μου παρέας. Πάντα θα βρεις ν’ ακούσεις κάτι ενδιαφέρον. Στις φιλικές κουβέντες. Και στις εχθρικές ακόμη.Ακόμη και σ’ εκείνες που κάνω με πρόσωπα αγαπημένα που δεν είναι πια στη ζωή μου.Στα λόγια και τις ιδέες των άλλων γύρω μου, στο διαφορετικό τρόπο σκέψης, βρίσκω τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα. Τα πιο απλά. Τα πιο εντυπωσιακά

Μελλοντικά σχέδια

Στις 14 Απριλίου σηκώνει αυλαία το «Έλα να παίξουμε» στο Black Box του Επί Κολωνώ μέχρι τις 13 Μαΐου, ενώ μόλις ολοκλήρωσε τον κύκλο της για δεύτερη χρονιά η παράσταση «Στέλλα Βιολάντη», στο θέατρο Χορν, μια πολύ αγαπημένη δουλειά όπου ήμουν βοηθός σκηνοθεσίας. Θα πάω και στην Κύπρο για λίγες μέρες για κάποια γυρίσματα, λίγο μετά την πρεμιέρα μας. Στο μεταξύ ολοκληρώνω ένα καινούριο κείμενο, που ήδη έχουμε αρχίσει να συζητάμε για την ερχόμενη χρονιά. Και ακολουθεί μια μετάφραση θεατρικού κειμένου από τα γαλλικά. Κάπως έτσι θα με βρει το καλοκαίρι, καλά να ‘μαστε!

 

Το θέατρο φαίνεται να γοητεύεται από τις αληθινές ιστορίες. Τη φετινή σεζόν είδαμε στις αθηναϊκές σκηνές, περίπου, είκοσι βιογραφίες. Οι ζωές σπουδαίων ανθρώπων από τον χώρο της Τέχνης, της Επιστήμης και της Ιστορίας έγιναν πηγή έμπνευσης για τους Έλληνες δημιουργούς και σκηνοθέτες. Ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Φρίντα Κάλο, η Έμμα Ρέγιες, ο Μάρκος Βαμβακάρης, η Μαρί Κιουρί είναι, μόνο, μερικές προσωπικότητες, οι οποίες «ζωντάνεψαν» στα θέατρα της πόλης. Με τα αποτελέσματα, πολλές φορές, να είναι, ακόμη, κι εντυπωσιακά, σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, όμως, οι παραστάσεις στάθηκαν πολύ μικρές μπροστά στο μέγεθος του «μύθου», που έπρεπε να αναπαριστήσουν επί σκηνής.

FRIDA ΚΙ ΑΛΛΟ NEW 5

Τις εντυπώσεις κέρδισαν με την ξεχωριστή «Frida κι Άλλο» η Κατερίνα Δαμβόγλου κι ο Ρόμπιν Μπίαρ στο Θέατρο 104. H ηθοποιός ερμήνευσε την πολυτάραχη ζωή της Μεξικανής ζωγράφου μέσα σε ένα ξεχωριστό περιβάλλον με video art και πολυμέσα, λειτουργώντας ζωντανά πάνω στη σκηνή , ενώ ο δεύτερος συνθέτοντας ένα, άκρως, εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Η Δαμβόγλου κατάφερε να χτίσει τη σκηνική φιγούρα της ζωγράφου και να διηγηθεί την ιστορία της με τέτοια αμεσότητα που σπαρταρούσε στη σκηνή. Η θυελλώδης προσωπικότητα της ζωγράφου, το ατύχημα που τη σημάδεψε, ο γάμος της με τον μέντορα και ζωγράφο Ντιέγκο Ριβέρα γίνονται μια συναρπαστική ιστορία . «Ο θάνατος είναι σαν το βιολί. Δεν αρκεί να έχεις ταλέντο, θέλει και συστηματική εξάσκηση», λέει η Φρίντα μέσα στο υπέροχο αυτό εικαστικό σύμπαν παρασύροντάς σε, όπως κι οι πίνακές της. Εξαιρετικό είναι, επίσης, και το σκηνικό της Ερμίνας Αποστολάκη.

Emma Protopappa

Τη ζωή μιας ακόμη ζωγράφου με πολυτάραχο βίο και πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια παρακολουθήσαμε στη Β’ σκηνή του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας. Η Μαρία Πρωτόπαππα, στην έκτη σκηνοθετική της δουλειά, διασκευάζει το βιβλίο της Κολομβιανής ζωγράφου, Έμμα Ρέγιες, «Αναμνήσεις δι' αλληλογραφίας» (εκδ. Ίκαρος, μτφρ. Μαρίας Παλαιολόγου), δημιουργώντας έναν μονόλογο εξαιρετικής ροής με αρετές απεύθυνσης και ζωντανού λόγου, που σε ταξιδεύουν.

Μια σπουδαία ηθοποιός σε μια μοναδική θεατρική στιγμή καταφέρνει να διηγηθεί, τόσο ουσιαστικά, την ιστορία της Κολομβιανής ζωγράφου καθηλώνοντας τον θεατή σε μια παράσταση - διαμάντι! Μια ερμηνεία, που βρίθει αλήθειας κι απογειώνεται από τη γνήσια συγκίνηση.

Η Πρωτόπαππα μεταμορφώνεται σε παιδάκι από τη Μπογκοτά, το οποίο παίζει στις χωματερές ματώνοντας τα γόνατά του. Ένα παιδί, που, αντί για κούκλες, διασκεδάζει με το να αδειάζει το καθίκι της τουαλέτας και να φτιάχνει ήρωες με λάσπες. Ένα τετράχρονο, που βιώνει βαθιά την αδικία κι όταν ο ενήλικος εαυτός του λέει: «τότε κατάλαβα πως είναι ένα παιδί τεσσάρων ετών, να μπορεί να μη θέλει να ζει…», σε κάνει να σπαράζεις για όλα τα παιδιά του κόσμου.

markos vamvakaris

Δεν θα μπορούσαμε να μην μνημονεύσουμε τον Θανάση Παπαγεωργίου για το ρεσιτάλ ερμηνείας του ως Μάρκος Βαμβακάρης στο Θέατρο Στοά. Στην παράσταση «Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης», την οποία υπογράφει και σκηνοθετεί ο ίδιος, ανεβαίνει μόνος στη σκηνή, και, με μια αφοπλιστική παραστατικότητα, πείθει απόλυτα, έχοντας ως συμπρωταγωνιστή του μόνο το μπουζούκι του. «Ο άνθρωπος, για να λέγεται αληθινός άνθρωπος, πρέπει να έρχεται στη θέση του άλλου, του ομοίου του», θα πει μεταξύ άλλων ο Μάρκος, ο οποίος «υπόφερνε» στη ζωή και το έβγαζε στην «πενιά»… Το κείμενο έγραψε η Νάνση Τουρμπακάρη κι είναι βασισμένο στις αφηγήσεις του ίδιου του Μάρκου, έτσι όπως καταγράφηκαν στο βιβλίο της Αγγελικής Βέλλου-Κάϊλ «Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία». Την παράσταση επένδυσε μουσικά ο γιος του Στέλιος.

chaplin

Σημαντική ήταν κι η ερμηνεία του Θανάση Τσαλταμπάση στο θέατρο Ακροπόλ. Ο ηθοποιός ήρθε αντιμέτωπος με ένα μεγάλο υποκριτικό στοίχημα, υποδυόμενος τον αγαπημένο Τσαρλς Σπένσερ ή αλλιώς «Τσάρλι Τσάπλιν», ο οποίος έγινε γνωστός στην Ελλάδα με το προσωνύμιο «Σαρλό». Η ανέμπνευστη κι επίπεδη, όμως, σκηνοθεσία, όπως κι οι περισσότερες από τις υπόλοιπες ερμηνείες, οι οποίες ήταν μετριότατες, με εξαίρεση αυτή της Μαρίνας Ψάλτη και του Γιώργου Κωνσταντίνου, υποβάθμισαν το τελικό αποτέλεσμα μη αφήνοντας το βραβευμένο έργο του Daniel Colas να απογειωθεί.

kazatzidis meletis

Η ζωή του Έλληνα μεγάλου λαϊκού τραγουδιστή ζωντανεύει μέσα από την παράσταση «Στέλιος Καζαντζίδης - Η ζωή του όλη», που έγραψε η Μιμή Ντενίση μαζί με την Κωνσταντίνα Γιαχαλή, στηριζόμενες στο βιβλίο των Ν. Τζινιδάκη και Π. Υφαντή «Απομεσήμερο με τον Στέλιο» (Οδός Πανός). Η πρώτη υπογράφει και τη σκηνοθεσία της παράστασης, όπου δεν υπάρχει καθόλου ζωντανή μουσική, καθώς όλα τα τραγούδια του Στέλιου ακούγονται ηχογραφημένα με τη δική του φωνή. Επιλογή ορθή, γιατί όπως κι η ίδια είχε δηλώσει στη συνέντευξη Τύπου (11/12): «Σ’ ένα έργο που είναι η ζωή του Στέλιου, μου φαινόταν περίεργο να βγαίνει κάποιος τραγουδιστής και να κάνει πως είναι ο Στέλιος». Ο Μελέτης Ηλίας κλήθηκε να ερμηνεύσει τον λαϊκό τραγουδιστή, ο οποίος έγινε σύμβολο και λατρεύτηκε όσο λίγοι. Η πρόκληση ήταν μεγάλη κι η προσπάθεια του ηθοποιού σημαντική, καθώς κατάφερε να περάσει την εικόνα του αντι-σταρ, που δεν ενδιέφεραν οι κοσμικότητες, αλλά είχε επαφή μόνο με απλούς ανθρώπους φωτίζοντας, έτσι, κάποιες πλευρές της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του ερμηνευτή. Σε καμία περίπτωση, όμως, το κοινό δεν κατάφερε να ταυτιστεί μαζί του. Βεβαίως, οφείλουμε να πούμε ότι από όλες τις βιογραφίες που ανέβηκαν φέτος, αυτή αφορούσε τον πιο λαοφιλή καλλιτέχνη και πιο πρόσφατα χαμένο, αφού ο Καζαντζίδης έχει, μόλις, 17 χρόνια που απεβίωσε. Επομένως, το εγχείρημα ήταν τολμηρό. Σαρωτική η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου στον ρόλο της μητέρας του τραγουδιστή, κομβική η παρουσία της και δραματουργικά, καθώς όλη η ιστορία φαντάζει μέσα από τα δικά της μάτια.

zampetas aliki

Αντίθετα, ο Πέτρος Ζούλιας στο «Μάλιστα κύριε Ζαμπέτα...» προσπαθώντας να αποφύγει αυτόν τον σκόπελο δεν μας παρουσίασε κανέναν ηθοποιό στον ρόλο του Γιώργου Ζαμπέτα στο Θέατρο Αλίκη. Η παράσταση σκιαγραφεί τον μύθο του μέσα από τις δραματοποιημένες αφηγήσεις της γυναίκας της ζωής του, της μητέρας και του πατέρα του, της αδερφής του και των στενών του συνεργατών. Έτσι γίνεται μάλλον, περισσότερο ένα αφιέρωμα, παρά μια βιογραφία. Ακούμε για εκείνον ιστορίες από τη Βίκυ Σταυροπούλου, η οποία ερμηνεύει, με μπρίο, τη γυναίκα της ζωής του. Ο Τάσος Χαλκιάς είναι συγκινητικός στον ρόλο του πατέρα του, όπως κι η Χριστίνα Τσάφου στον ρόλο της μητέρας του Γιώργου Ζαμπέτα. Η Ελένη Καρακάση ξεχωρίζει με τη φωνή της, αλλά ο Ζαμπέτας δεν υπάρχει πουθενά. Παρ’ όλα αυτά, η παράσταση είναι μια ευχάριστη μουσική εμπειρία.

 valtinos zorbas

Μετά τη μεγάλη της καλοκαιρινή περιοδεία η παράσταση «Αλέξης Ζορμπάς» παρουσιάζεται, από τον Οκτώβριο, στο Θέατρο Βέμπο. Το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 1964 σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη με τον συγκλονιστικό Άντονι Κουίν στον ομώνυμο ρόλο, σε μια ταινία όπου καθιερώθηκε το συρτάκι του Μίκη Θεοδωράκη ως ελληνικό παγκόσμιο soundtrack, διασκεύασαν οι Μιχάλης Ρέππας και Θανάσης Παπαθανασίου. Την παράσταση σκηνοθέτησε ο Σταμάτης Φασουλής και τον ομώνυμο ρόλο ερμηνεύει ο Γρηγόρης Βαλτινός, ο οποίος ως μιναδόρος μακεδονικής καταγωγής, μιας ύπαρξης αχόρταγης, που ζει τη ζωή του χωρίς προκαταλήψεις, δείχνει να απολαμβάνει την κάθε του στιγμή στο σανίδι. Στην υπόλοιπή διανομή, όμως, υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες, όπως και στο εικαστικό κομμάτι της παράστασης.

diafani

Μια έξυπνη ιδέα είδαμε, φέτος, και στον Πολυχώρο Vault, στα πλαίσια του θεατρικού project «Ο Γιος μου», όπου επτά σκηνοθέτες ετοιμάζουν επτά παραστάσεις στηριγμένες πάνω σε επτά βιογραφίες. Επτά μάνες μιλούν για τους γιους τους. Επτά γυναίκες - ηθοποιοί παρουσιάζουν επτά γυναικείους μονολόγους , μιλούν για τα παιδιά τους, τα οποία εμείς γνωρίσαμε ως σπουδαίους και διακεκριμένους άντρες και τα οποία έλαμψαν με την προσωπικότητα, το έργο, την ευφυία, το ταλέντο, την τέχνη ή την επιστήμη τους. Μέχρι στιγμής, έχουν ανέβει οι τέσσερις από τους επτά μονολόγους

Παρακολούθησα την «Αγγέλικα Νίκλη Σολωμού ή Διάφανη», την οποία έγραψε και σκηνοθέτησε ο Περικλής Μοσχολιδάκης. Στην παράσταση η Μάγδα Κατσιπάνου, δίνει μια εκπληκτική ερμηνεία στον ρόλο της μητέρας του Διονύσιου Σολωμού, χρησιμοποιώντας, μάλιστα, την επτανησιακή διάλεκτο του 19ου αιώνα. Την παράσταση ντύνει μουσικά με το βιολοντσέλο του, ο Κωνσταντίνος Χίνης με τις νότες του, κάποιες στιγμές, να γίνονται συνοδοιπόροι της αφήγησης. Το κοινό, πέρα από την απόλαυση της παράστασης, έχει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή και με την ιστορική γνώση, μαθαίνοντας την ιστορία μιας άσημης, εκπάγλου όμως ομορφιάς γυναίκας, η οποία έφερε στον κόσμο τον εκφραστή του Ύμνου της Ελευθερίας των Ελλήνων.

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

 

Είχα να βιώσω τέτοια θεατρική χαρά, εδώ κι ένα χρόνο περίπου, όταν πέρσι τον Μάιο, είδα τον «Χαρτοπόλεμο» του Βαγγέλη Ρωμνιού στο Ιλίσια- Βολανάκης σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη, το πρώτο και τελευταίο του έργο, αφού ο Βαγγέλης έφυγε πολύ νωρίς.

Δυστυχώς, είναι εξαιρετικά σπάνιο για τα θεατρικά μας δρώμενα ο θεατής να απολαμβάνει καλά ελληνικά έργα και ακόμη πιο σπάνιο τα κείμενα να βρίσκονται στα χέρια σκηνοθετών, οι οποίοι καταφέρνουν να αποδώσουν τις λεπτές αποχρώσεις και τη βαθιά τους ευαισθησία.

Δέκα μήνες μετά, λοιπόν, και με την εμπειρία του «Χαρτοπόλεμου», με ενδιάμεσο σταθμό ενός νέου ελληνικού έργου, το οποίο να με συγκίνησε, πραγματικά, να μπορώ να εντάξω μόνο την «Γρανάδα» του Γιάννη Καλαβριανού, έρχεται ένα θεατρικό δώρο που ακούει στο όνομα «Mute», από τον ηθοποιό και συγγραφέα Γιώργο Αδαμαντιάδη. Ένα έργο, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο συγγραφέας στην παράσταση κι επιλέγει κάποιον άλλον να αναστήσει σκηνικά το συγγραφικό του παιδί. Έτσι, σκηνοθέτης της παράστασης είναι ο Στέλιος Πατσιάς.

Το «Mute» είναι ένα διαμάντι κι επειδή «εν αρχή ην ο Λόγος», εν προκειμένω, το θαυμάσιο κείμενο του Γιώργου Αδαμαντιάδη, ιστορικό, βρίθει έρευνας κι ενασχόλησης με την περίοδο που απεικονίζει, αλλά πάνω από όλα είναι θέατρο: ζωντανός λόγος, που σπαρταρά, ήρωες με αλήθειες, αδυναμίες, φόβους, εξαιρετική πλοκή και σασπένς.

Η ιστορία μας πάει στον Όλυμπο, το 1925, όταν δύο αδελφοί, αγανακτισμένοι από κάθε μορφή εξουσίας, ανεβαίνουν στο βουνό βρίσκοντας καταφύγιο στη ληστρική ζωή. Αποκομμένοι από τον δυτικό πολιτισμό συγκροτούν ομάδες επιστρέφοντας σε άλλες μορφές κοινωνικής ύπαρξης. Έρχονται σε σύγκρουση με όλες τις κρατικές και «παρακρατικές» δομές, καθώς το νεοελληνικό κράτος έχει χάσει κάθε διάστασηδικαιοσύνης, αφού υπερασπίζεται τους πλούσιους της εποχής,απογόνους των κοτζαμπάσηδων. Η δράση απέναντι στην κρατική διαφθορά οδηγεί, όχι μόνο, στη μυθοποίηση των δύο αδελφών ληστών στα μάτια των τοπικών πληθυσμών, αλλά και στη μετατροπή τους σε λογοτεχνικούς ήρωες στα αστικά κέντρα. Από τη μία, εκτελούν φιλανθρωπικό έργο, καθώς χτίζουν εκκλησίες και συντηρούν χήρες κι ορφανά, κι   από την άλλη, λειτουργούν ως τοπικές μαφίες, ζητώντας αντίτιμο για τις υπηρεσίες τους κι απειλώντας με μαζικές ανθρωποκτονίες.

Μπορεί οι ληστές να κάνουν πράξεις, τις οποίες η κοινωνία της εποχής καταδικάζει,αλλά μέσα σ’ αυτές βρίσκεται και μια μορφή επανάστασης ενάντια στο κατεστημένο. «Αν κάποιος πάρει χρήματα για να κάνει κάτι και δεν το κάνει ληστής δεν είναι;», ρωτά ο Μάρκος τον παπά του χωριού και συνεχίζει: «Λένε εμάς κακούργους, αλλά αυτοί κάνουν χειρότερα».

Πρόκειται για ένα κείμενο γεμάτο αλληγορίες, με σπουδαίες σκηνές, όπως αυτή με τον Λουκά να κάνει καψόνια στους υποτακτικούς τους,με ερωτήματα σχετικά με τα πάθη του Χριστού, θίγοντας ζητήματα που ακόμη αφορούν την ελληνική κοινωνία, όπως οι μισαλλοδοξίες, τα δαιμόνια και το φλέγον θέμα της ιστορικής εκπαίδευσης. «Τι ιστορία μαθαίνουμε στο σχολείο;»«Πώς να συντρίβουμε τον εχθρό.», είναι η απάντηση με τα παραδείγματα του Μέγα Αλέξανδρου, του Βασίλειου του Βουλγαροκτόνου, του Κολοκοτρώνη,του Καραϊσκάκη. Μαθαίνουμε για τον «Ιερό Πόλεμο», τι είναι, όμως,ιερό στον πόλεμο αναρωτιέται ο Πετράκης; Το «Mute» μας (υπεν) θυμίζει πόσο ζώα γίνονται όλοι στο πεδίο της μάχης και, κυρίως, πόσο λυσσομανούν προκειμένου να επιβάλλουν την εξουσία τους στον αδύναμο. Έλληνας ήταν εκείνος που βίαζε την ανήλικη Τουρκάλα.

Εμβληματικός και ευφυής ο τίτλος του έργου, «Mute» σε μια Ελλάδα, σε μια Ευρώπη, σε μια κοινωνία ολόκληρη, η οποία μένει - ή προτιμά να μένει - «βουβή» σ’ ό,τι συμβαίνει, πατώντας το κουμπάκι και συνεχίζοντας την πορεία της σαν ρομπότ.

 Ο Στέλιος Πατσιάς κατάφερε, με τη σκηνοθεσία του, να αναδείξει το έργο, φωτίζοντας κάθε λεπτή απόχρωσή του. Με ένα λιτό, αλλά ουσιαστικό ανέβασμα, χρησιμοποιώντας ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα, παίζοντας με τα κουστούμια (Γιάννης Μυρσιώτης)και τα σκηνικά (Μαρία Παλάντζα), καθώς και με τους φωτισμούς (Δημήτρης Λογοθέτης) έστησε μια παράσταση, την οποία θα θυμόμαστε για καιρό.

Οι έξι ηθοποιοί (Γιώργος Αδαμαντιάδης, Νικόλας Αλεξίου,Παύλος Ιορδανόπουλος, Σήφης Μηλιαράκης, Αλέξανδρος Σιάτρας και Χρόνης Barbarian),παρόντες στη σκηνή καθ’ όλη τη

διάρκεια του έργου, σε κερδίζουν με τη σκηνική τους ενέργεια, την αφοσίωση στο στόχο τους και την εντυπωσιακή κι εξαιρετική τους επικοινωνία.Μεγάλο ατού της παράστασης η ζωντανή μουσική, ο Γιώργος Καρανικολάου, ο οποίος παίζει τύμπανα.Η μουσική αξιοποιείται μοναδικά, χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα.

Αντίθετα, οι ήχοι γίνονται συμπρωταγωνιστές στο όλο εγχείρημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το φλυτζανάκι στην πρώτη σκηνή, που μάχεται με τις νότες από τα τύμπανα και την ανθρώπινή ανάσα… Σκηνική ποίηση.

Δείτε το «Mute» μένουν δύο ακόμη παραστάσεις σήμερα 26 και αύριο 27 Μαρτίου στο Θέατρο Σημείο. Είμαι σίγουρη όμως ότι θα υπάρξει συνέχεια…

  

  mute afisa

  

  

  

  

  

  

  

  

  

  

Μια βραδιά μνήμης, αφιερωμένη στη ζωή και το σπουδαίο καλλιτεχνικό έργο του Νίκου Κούρκουλου, διοργάνωσε ο Δήμος Ζωγράφου σε συνεργασία με τον Θανάση Παπαγεωργίου και το Θέατρο Στοά, τη Δευτέρα 19 Μαρτίου. Για τον ηθοποιό και καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, μίλησαν η Υπουργός Πολισμού, Λυδία Κονιόρδου, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο Σταμάτης Φασουλής, η Άννα Φόνσου κι ο οικοδεσπότης Θανάσης Παπαγεωργίου.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται στον εορτασμό των 70 χρόνων του Δήμου και μ’ αφορμή την επέτειο αυτή, τιμώνται σπουδαίες προσωπικότητες της πόλης. Η δήμαρχος, Τίνα Καφατσάκη ανακοίνωσε, μάλιστα, τη μετονομασία της οδού «Γαΐου» σε οδό «Νίκου Κούρκουλου». Σ’ αυτό τον δρόμο βρισκόταν το πατρικό του ηθοποιού, όπου και μεγάλωσε με τη μητέρα του Αυξεντία, τον πατέρα του Αλκίνοο, καθώς και τα άλλα τρία του αδέρφια.

nikos kourkoulos

Η Λυδία Κονιόρδου ανεβαίνοντας στο βήμα είπε: «Όταν καλούμαι να μιλήσω για τον Νίκο Κούρκουλο, μόνο βιωματικά μπορώ να το κάνω. Δεν μπορώ να μιλήσω σαν υπουργός. Είμαι παιδί του Εθνικού. Απομακρύνθηκα και γύρισα, όταν εκείνος ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής, γιατί ένιωσα ότι μαζί του γύρισε σελίδα το Εθνικό». Στη συνέχεια, τόνισε το σπουδαίο έργο του, ως καλλιτεχνικού διευθυντή, αφού εξαιτίας του « οι παραστάσεις του Εθνικού ταξίδεψαν στην υφήλιο. Άνοιξε η Πειραματική Σκηνή, το Παιδικό Στέκι, αλλά και το Εθνικό Θέατρο έγινε ανοιχτό για όλους, χαρίζοντάς μας αυτό το υπέροχο κτίριο, για το οποίο, τώρα, καμαρώνουμε». Η κ. Κονιόρδου στάθηκε πολύ και στον χαρακτήρα του Νίκου Κούρκουλου, λέγοντας χαρακτηριστικά: « Είχε μπέσα. Ο λόγος του ήταν συμβόλαιο».

Ο Θανάσης Παπαγεωργίου θυμήθηκε την πρώτη τους γνωριμία στη γειτονιά του Ζωγράφου, αλλά και μια περιοδεία τους στην Αυστραλία, κι όπως είπε, είδε «την αποθέωση του σταρ σε θέατρα 2.500- 7.000 θέσεων». Επιστρέφοντας στο σήμερα, όπου ο ίδιος είναι πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου, δήλωσε πως, ακόμα, νιώθει από τους εργαζομένους «τη λατρεία» που τρέφουν για τον Νίκο Κούρκουλο.

«Ακριβές» χαρακτήρισε και τις τέσσερις συνεργασίες που είχε με τον Νίκο Κούρκουλο, ο Σταμάτης Φασουλής, ο οποίος τόνισε πως «ο Κούρκουλος δεν καταδέχθηκε ποτέ να παίξει στο θέατρο αυτά που είχε κάνει στο σινεμά». Ενώ για τις τραγωδίες, στις οποίες είχε παίξει, διηγήθηκε μια ιστορία του «κακού» , όπως είχε αναφέρει κι ο Μινωτής, ο οποίος είχε παραδεχθεί πως «μετά από εκείνον, μόνο ο Κούρκουλος ήταν πολύ καλός στον Οιδίποδα». Στη συνέχεια κι εκείνος, τόνισε το σημαντικόέργο του Νίκου Κούρκουλου στο Εθνικό Θέατρο, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Τελείωσα το Εθνικό και δεν είχα πατήσει το πόδι μου ποτέ πριν αναλάβει εκείνος. Χρωστάω στον Κούρκουλο τη μεγάλη μου επιτυχία ‘’Βύρα τις Άγκυρες ‘’. Δεν ερχόταν να δει τις πρόβες. Ήρθε, μόνο, στην πρεμιέρα και χειροκρότησε ».

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος φώτισε μιαν άλλη πλευρά του ηθοποιού, σχετική με την εκπαίδευση που έλαβε ο ίδιος, ως μαθητής στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, με καθηγητές την Κατίνα Παξινού και τον Άγγελο Τερζάκη. Υπενθύμισε πως ο Κούρκουλος ήταν στην πρώτη παράσταση της Επιδαύρου το 1954, όταν την εγκαινίασε ο Δημήτρης Ροντήρης κι έπαιζε στον χορό του «Ιππόλυτου», με πρωταγωνιστή, τότε, τον Αλέκο Αλεξανδράκη (φωτογραφία υπάρχει και στο θεατρικό μουσείο). Σύμφωνα με τον Γεωργουσόπουλο, αυτή η παιδεία τον οδήγησε, αργότερα, στο θέατρο ρεπερτορίου, ανεβάζοντας, έτσι, Μπρεχτ, Πίντερ, Ανούιγ και, μάλιστα, με τόσο υψηλές προδιαγραφές. «Διάλεγε συνεργάτες στο ύψος του, όχι μικρότερους για να φαίνεται ο ίδιος στην κορυφή», τόνισε ο κ. Γεωργουσόπουλος.

Για μια πιο προσωπική στιγμή τους στη σκηνή μίλησε η Άννα Φόνσου, η οποία μοιράστηκε με το κοινό τα πρώτα χρόνια που έπαιζε μαζί με τον Νίκο Κούρκουλο στο θέατρο Προσκήνιο, τονίζοντας πως ήταν πάντα φίλοι γι’ αυτό δεν έπαιξε και πότε στο Εθνικό όσο εκείνος ήταν διευθυντής.

Κατά τη διάρκεια της βραδιάς παρουσιάστηκαν βίντεο με αποσπάσματα από ταινίες και παραστάσεις του ηθοποιού κι ακούστηκαν τραγούδια, που ερμήνευσαν η Εύα Καμινάρη, η Ανδριάνη Κυλάφη κι ο Σταύρος Παπασταύρου και ο αείμνηστος ηθοποιός είχε ερμηνεύσει στον κινηματογράφο και το θέατρο.

Το Θέατρο Στοά ήταν ασφυκτικά γεμάτο από καλλιτέχνες, φίλους και κατοίκους της περιοχής που είτε γνώρισαν από κοντά τον καλλιτέχνη είτε τον αγάπησαν μέσα από τις ταινίες και την πορεία του στο θέατρο.

stoa kourkoulos

Ο Νίκος Κούρκουλος μπορεί να έφυγε από κοντά μας εδώ και έντεκα χρόνια,(30/1/2007) το έργο και η προσωπικότητά του, όμως άφησαν άφησαν γερή παρακαταθήκη.

«Πριν ξεκινήσω για τον κόσμο, ανάσανα έναν αέρα που μύριζε αλλιώς».

Η Κολομβιανή καλλιτέχνις, Έμμα Ρέγιες, ξεδιπλώνει την απίστευτη αυτοβιογραφία της μέσα από τις επιστολές, που έστελνε στον φίλο της Χερμάν Αρσινέγας. Εκείνος, συγκλονισμένος από τις επώδυνες αναμνήσεις της παιδικής της ηλικίας, δείχνει τα κείμενα στον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο οποίος ενθάρρυνε τη Ρέγιες να συνεχίσει το γράψιμο. Η αλληλογραφία κράτησε ως το 1997. Σ' αυτό το διάστημα, ο Αρσινέγας κατάφερε να πάρει την έγκριση της Έμμα Ρέγιες, προκειμένου να εκδώσει τις επιστολές αυτές μετά τον θάνατό της (το 2003, στο Μπορντό, 83 ετών).

Έτσι, το βιβλίο οι «Αναμνήσεις δι' αλληλογραφίας» (εκδ. Ίκαρος, μτφρ. Μαρίας Παλαιολόγου), με μια γραφή ξεχωριστή, για την εντιμότητα και την απουσία κάθε επιτήδευσης, είναι από τα πιο συγκλονιστικά αυτοβιογραφικά κείμενα της πρόσφατης λατινοαμερικανικής πεζογραφίας, σύμφωνα με την εφημερίδα «Semana». Το καλύτερο βιβλίο των τελευταίων ετών στην Κολομβία, η αφήγηση μιας ζωής πέρα από τα όρια, πέρα από κάθε φαντασία.

Η Ρέγιες αφηγείται τις αντιξοότητες των παιδικών της χρόνων στην Κολομβία στις αρχές του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στη Μπογκότα το 1919. Μεγάλωσε χωρίς γονείς και ταυτότητα. Η γυναίκα, που την είχε υπό την επίβλεψή της, την εγκατέλειψε μαζί με την αδερφή της σ' ένα μοναστήρι, από όπου και δραπέτευσε κάνοντας ωτοστόπ. Χωρίς αυτολύπηση, με ευφυΐα ενηλίκου και ματιά κοριτσιού, καταφέρνει να μεταδώσει, με ακρίβεια, στον αναγνώστη τα συναισθήματά της.

Η Μαρία Πρωτόπαππα, στην έκτη σκηνοθετική της δουλειά, διασκευάζει το βιβλίο της Κολομβιανής ζωγράφου, δημιουργώντας έναν μονόλογο εξαιρετικής ροής με αρετές απεύθυνσης και ζωντανού λόγου, που καθηλώνουν.

Παράλληλα, ανεβαίνει μόνη στη μικρή, αλλά τόσο φιλόξενη, Β΄ σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, για να μας υπενθυμίσει μέσα στο συνονθύλευμα από ποιοτικές, δήθεν ποιητικές και «με άποψη» παραστάσεις που παρακολουθούμε, το τόσο απλό κι ουσιαστικό, που έχουμε χάσει: τις ρίζες του θέατρου. Μια εξαιρετική ηθοποιός ερμηνεύει στη σκηνή και, με πηγαία συγκίνηση, σε παρασύρει με την ιστορία της.

Η Πρωτόπαππα γίνεται το παιδάκι στη Μπογκοτά, το οποίο παίζει στις χωματερές και ματώνει τα γόνατά του. Ένα παιδί, που, αντί για κούκλες, διασκεδάζει με το να αδειάζει το καθίκι της τουαλέτας και να φτιάχνει ήρωες με λάσπες. Ένα τετράχρονο, που βιώνει βαθιά την αδικία κι όταν ο ενήλικος εαυτός του λέει: «τότε κατάλαβα πως είναι ένα παιδί τεσσάρων ετών, να μπορεί να μη θέλει να ζει…» σε κάνει να σπαράζεις για όλα τα παιδιά του κόσμου. Ένα κοριτσάκι, που δεν γνώρισε αγάπη και γονείς.

Όλα αυτά, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, αλλά με μια πηγαία αλήθεια, μια γνήσια συγκίνηση, που βγαίνει αβίαστα.

Ντυμένη μ’ ένα γαλάζιο κουστούμι, σαν μια μαγική νιφάδα, μια νεράιδα σε μουσικό κουτί, ζωντανεύει, στην αποτελούμενη μόνο με βελούδινες κόκκινες κουρτίνες σκηνή, έναν ολόκληρο κόσμο, αυτόν της Κολομβίας των αρχών του 20ου αιώνα, μέσα σε μια ατμόσφαιρα Λατινοαμερικάνικου μυστικισμού και Καθολικής αυστηρότητας.

Όσο το παιδάκι μεγαλώνει, ο μεγάλος του σύμμαχος το όνειρο, το εγκαταλείπει. Έτσι κι η μαγική νιφάδα σιγά-σιγά, αποδομείται από την ίδια την ηθοποιό επί σκηνής (κουστούμια – σκηνικά: Μαρία Πανουργιά)

Μ’ αυτό το στοιχείο του ονείρου, συνδιαλέγεται πολύ η σκηνοθεσία, προτάσσοντας την παιδικότητα, την αγνότητα της ψυχής, την αφέλεια και τη φαντασία κι επιτυγχάνοντας εξαιρετικά, όμως, τις μετακινήσεις στο χρόνο (flashback) με έξυπνες σκηνοθετικές λύσεις, όπως είναι η χρήση της σκιάς και του φωτός (φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης), καθώς και τα ενδιάμεσα μουσικά χαλιά. Η παράσταση σε κερδίζει, αδιαμφησβήτητα, λόγω της αμεσότητάς της. Η Μαρία Πρωτόπαππα είναι σαν να καταθέτει την ιστορία στον κάθε θεατή προσωπικά κι αυτό είναι ένα θεατρικό δώρο, που δεν το ξεχνάς εύκολα.

Στην παράσταση δεν γίνεται λόγος για τα έργα και την πορεία της ζωγράφου, για τις σπουδαίες συναντήσεις της (συγχρωτίστηκε με καλλιτέχνες, όπως ο Ντιέγκο Ριβέρα και διανοούμενους, όπως η Έλσα Μοράντε και ο Αλμπέρτο Μοράβια), για την προσωπική της ζωή (υπήρξε σύζυγος του γλύπτη Μποτέρο πριν παντρευτεί τον Ζαν Περομάτ, τον γιατρό που την κουράρησε στο πλοίο, που την έφερε στην Ευρώπη), για το γεγονός ότι έγινε προστάτιδα των κολομβιανών ζωγράφων, που την αποκαλούσαν «μεγάλη μαμά» τους.

Πρωταγωνίστρια είναι μόνο η μικρούλα Έμμα κι όλα όσα πέρασε στην παιδική της ηλικία. Η ενήλικη καλλιτέχνις μοιάζει να απουσιάζει. Αν, όμως, ρίξει κανείς μια απλή ματιά στα έργα της θα τη βρει εκεί, παρούσα. Τι σπουδαιότερο από μια παράσταση, με την οποία σου «συστήνεται», με έναν τόσο γλυκό τρόπο, μια καλλιτέχνιδα;

emma pinakas

Από τη Γιώτα Δημητριάδη 

«Ο θάνατος υπάρχει είναι εκεί, Μώρις ,και εσύ απλά σβήνεις τις ημέρες από το ημερολόγιο».
 
 
Η Ομάδα Νάμα ανεβάζει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το έργο «Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» του Ιρλανδού συγγραφέα Κόνορ Μακφέρσον κι έτσι έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε ένα ακόμη έργο του, μετά τον «Φάρο», που σκηνοθετήθηκε από τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη στο Θέατρο Αθηνών.
 
Ο θεατής μπορεί, πολύ εύκολα, να εντοπίσει αρκετές ομοιότητες ανάμεσα στα δύο κείμενα, τα οποία, φέτος, συστήνονται στο αθηναϊκό κοινό μέσα από δύο εξαιρετικές παραστάσεις.
 
Ο «Ιρλανδός Τσέχοφ», όπως συνηθίζουν να αποκαλούν τον συγγραφέα οι Άγγλοι γείτονές του, τοποθετεί στο επίκεντρο του έργου του τα αδιέξοδα του μέσου Ιρλανδού, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει ζώντας μέσα σ’ ένα σάπιο σύστημα καταναλώνοντας πολύ αλκοόλ και κάνοντας κι άλλες καταχρήσεις, χωρίς οικογενειακή θαλπωρή, χωρίς σταθερή επαγγελματική σχέση και σε άθλια οικονομική κατάσταση.
 
Στα έργα του εντοπίζουμε, σχεδόν πάντα, και κάποιον ήρωα με αναπηρία (στον «Φάρο» ο Ρίτσαρντ είναι τυφλός, στη «Λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» ο Ντοκ είναι νοητικά καθυστερημένος). Επιπλέον, οι ήρωες του λειτουργούν σαν το ζωικό βασίλειο, σαν μια τροφική αλυσίδα απέναντί στο πιο δυνατό ζώο. Πάντα υπάρχει κάποιος, ο οποίος νομίζει ότι ο άλλος είναι πιο ισχυρός. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, καθώς ο ένας ζηλεύει τον άλλον, κυριεύεται από ενοχές, και πνίγεται από τη σχέση αυτή, κανείς, όμως, δεν μπορεί να ξεφύγει. Ήρωες, οι οποίοι εθελοτυφλούν στη μιζέρια τους, οι οποίοι βλέπουν το δέντρο, αλλά χάνουν το δάσος. Σας θυμίζουν κάτι;
 
Στο δια ταύτα, όμως, η «Λάμψη της ασήμαντης νύχτας» (The Night Alive, 2013) ανέβηκε, για πρώτη φορά, σε σκηνοθεσία του ιδίου του συγγραφέα, στο θέατρο Donmar Warehouse στο Λονδίνο, τον Ιούνιο του 2013 ως μαύρη κωμωδία.
 
Η ιστορία επικεντρώνεται στη ζωή ενός άνδρα κοντά στα πενήντα, του Τόμμυ, ο οποίος έχει αποχωριστεί την οικογένειά του και ζει μόνος του, πια, σε ένα τμήμα του σπιτιού τού θείου του τού Μώρις, σε μια συνοικία του Δουβλίνου. Οι δουλειές του ποδαριού που κάνει με τον κολλητό φίλο του Ντοκ, οι γκρίνιες του θείου Μώρις κι οι τηλεφωνικοί καυγάδες με την πρώην γυναίκα του αποτελούν την καθημερινότητα του αποτυχημένου και μοναχικού Τόμμυ. Τη ζωή του έρχεται να ταράξει μια νεαρή κοπέλα, η Αϊμέ, που μόλις σώθηκε από μια άγρια επίθεση από τον σύντροφό της Κένεθ, ο οποίος την είχε σπρώξει στην πορνεία. Η ερωτική σχέση του Τόμμυ με την Αϊμέ θα αναστατώσει τη ζωή των πέντε ηρώων.
 
Η Ελένη Σκότη βρίσκει πρόσφορο έδαφος στο έργο σκηνοθετώντας το με τον προσφιλή της τρόπο, τον ρεαλισμό, καθώς δουλεύοντας με τη συγκεκριμένη ομάδα ηθοποιών κι έχοντας τα εχέγγυα της ευθύβολης μετάφρασης του Γιώργου Χατζηνικολάου οδηγείται σε μια παράσταση στην οποία δικαιώνεται απόλυτα.
 
Η σκηνοθεσία καταφέρνει να διεγείρει τόσα πολλά συναισθήματα στο θεατή, ώστε το έργο διατηρώντας την αξία και το ενδιαφέρον ενός θρίλερ και μιας μαύρης κωμωδίας, παράλληλα, συγκινεί.
 
Οι συντελεστές δεν αμέλησαν μια σημαντική παράμετρο του κειμένου: το εξαιρετικό χιούμορ του. Το διατήρησαν και το φώτισαν στις ανάλογες δόσεις.
 
Αυτό που μένει, όμως, από την παράσταση είναι οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών και όπως κι οι μεταξύ τους σχέσεις, που δουλεύτηκαν εξονυχιστικά.
 
Ο Δημήτρης Αλεξανδρής μοιάζει να μην παίζει τον Τόμμυ, αλλά να είναι ο ίδιος ο Τόμμυ, εξαιτίας της φυσικότητάς του και της άνεσής του με στον σκηνικό χώρο, που, σπάνια, κατακτά ένας ηθοποιός. Η φθορά του ήρωα κι η εσωτερική ένταση αντικατοπτρίζονταν στο πρόσωπό του, σαν όλα να έχουν βιωθεί βαθιά.
 
Ο Ερρίκος Λίτσης καταφέρνει να φέρει στη σκηνή μια άλλη κοινωνική τάξη κι έναν άλλο κόσμο, ο οποίος εξακολουθεί να επιζεί μέσω των αναμνήσεων του. Η πάλη των δύο κόσμων είναι, πάντα, παρούσα με τη μορφή της αναμέτρησης των ανθρώπινων υπάρξεων, γεγονός που κατάφερε να αποδώσει, περίφημα, ο ηθοποιός με την ερμηνεία του, ο οποίος ήταν εξαιρετικός στη σκηνή περιγράφοντας όσα συνέβησαν στο μνημόσυνο.
 
Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης κλέβει την παράσταση με τον αβανταδόρικο ρόλο του Ντοκ. Μια φιγούρα, η οποία ξεχωρίζει και, με πολύ χιούμορ, αποδίδει τις πιο τραγικές καταστάσεις. Υποψήφιος, πέρσι, για την ερμηνεία του στο έργο του Φέρντιναντ Μπρούκνερ «Η αρρώστια της νιότης», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λάλου, για το βραβείο «Δημήτρης Χορν» 2017, μ’ αυτή την ερμηνεία του δεν μπορεί να μην διεκδικήσει και, πάλι, τον Χρυσό Σταυρό του Ηθοποιού.
 
Η Κατερίνα Μαούτσου χάρισε στην Αϊμέ μια αυθεντικότητα. Ήταν λιτή, ουσιαστική και καίρια. Η σκηνή του εφιάλτη κι η συζήτηση που ακολούθησε με τον Τόμμυ (Δημήτρη Αλεξανδρή) ήταν, ίσως, η καλύτερη  σκηνή της παράστασης. Οι δύο ήρωες περιγράφουν τη συνουσία και ό,τι συνέβη μεταξύ τους προσπαθώντας, πίσω από τη σαρκική επαφή, να βρουν κάτι για να πιαστούν. «40 ευρώ εντάξει…Γιατί σε μια γνωριμία θέλει και όλο αυτό το ψηστήρι…» θα της πει ο Τόμμυ κι εκείνη θα προσπαθήσει δειλά να τον αγκαλιάσει...
 
Ο Αργύρης Σαζακλής, στον ρόλο του Κένεθ, εγκλωβίστηκε, ίσως, από τη σκηνοθεσία, στη γραφική φιγούρα του «κακού» κι η ερμηνεία του παρά ήταν εξωτερική.
 
Μεγάλο ατού της παράστασης αποτελεί και το σκηνικό του Γιώργου Χατζηνικολάου, που υπηρετώντας πιστά το πνεύμα αυτής, δηλ. το τμήμα του σπιτιού τού θείου του Μώρις, σε μια συνοικία του Δουβλίνου, μεταφέρεται στη σκηνή του Επί Κολωνώ με κάθε λεπτομέρεια, είτε αυτή είναι ένα μικρό βιβλίο pocket στη γωνία, είτε η αφίσα στον τοίχο δένοντας, έτσι, αρμονικά με τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του Αντώνη Παναγιωτόπουλου.
 
 
Μια παράσταση που μας συστήνει, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ένα σύγχρονο βραβευμένο έργο. (Την περίοδο κατά την οποία παίχτηκε στο Atlantic Theater της Νέας Υόρκης, απέσπασε το βραβείο Καλύτερου Έργου 2014 ενώ, ταυτόχρονα, ήταν υποψήφιο για τα βραβεία Drama Desk & Lucille Lortell, όπως και για το Βραβείο Ολίβιε). Μια, ακόμα, εξαιρετική παράσταση από την ομάδα Νάμα.
 
Από τη Γιώτα Δημητριάδη

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας αναζητήσαμε ιστορίες γυναικών που με τον τρόπο ζωή τους, την παρουσία τους, το καλλιτεχνικό τους έργο ή τη στάση τους στα πράγματα, επηρέασαν και ενέπνευσαν τόσο άλλες γυναίκες όσο και γενικότερα το περιβάλλον τους.

Μπορεί η πρώτη Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας να γιορτάστηκε το 1909 με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ και να υιοθετήθηκε δύο χρόνια αργότερα από τη Σοσιαλιστική Διεθνή. Όμως σίγουρα κάποιες κυρίες για τις οποίες θα διαβάσετε εδώ, αν και γεννημένες δεκαετίες πριν καθιερωθεί η γιορτή, ανήκουν αναμφίβολα στα γυναικεία πρότυπα, διεκδικώντας ξεχωριστή θέση και στο φεμινιστικό κίνημα.

Έξι αληθινές ιστορίες γυναικών που ζωντανεύουν στις αθηναϊκές σκηνές από αντίστοιχες γυναίκες ηθοποιούς που μάλιστα έχουν το θάρρος να τις ενσαρκώνουν στο πιο απαιτητικό είδος θεάτρου, τον μονόλογο.

maria protopapappa2

Μαρία Πρωτόπαππα – «Έμμα Ρέγες»

Η Έμμα Ρέγιες γεννήθηκε στη Μπογκοτά το 1919, όπου μεγάλωσε χωρίς γονείς και ταυτότητα, ζώντας μαζί με την αδελφή της σε μοναστήρι για χρόνια, από το οποίο δραπέτευσε κάνοντας οτοστόπ. Άρχισε να ζωγραφίζει με ένα ταλέντο τόσο πηγαίο κι εκρηκτικό, που έκανε τον Ντιέγκο Ριβέρα, αλλά και τον Πάμπλο Πικάσο να ξετρελαθούν.

Έγινε γνωστή στο Παρίσι τη δεκαετία του ’60. Υπήρξε σύζυγος του γλύπτη Μποτέρο, πριν παντρευτεί τον Ζαν Περομάτ, τον γιατρό που την κουράρησε στο πλοίο που την έφερε στην Ευρώπη. Εξέθεσε έργα της σε διάφορες πόλεις του κόσμου και συγχρωτίστηκε με καλλιτέχνες, όπως ο Ντιέγκο Ριβέρα και διανοούμενους, όπως η Έλσα Μοράντε κι ο Αλμπέρτο Μοράβια. Έγινε προστάτιδα των Κολομβιανών ζωγράφων, οι οποίοι την αποκαλούσαν «μεγάλη μαμά» τους.

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές την παρότρυνε να γράψει την ιστορία της ζωής της, όπως την περιέγραφε στα γράμματα που έστελνε στον καλό της φίλο Χερμάν Αρσινέγας. Έτσι, προέκυψαν οι «Αναμνήσεις δι' αλληλογραφίας», που κυκλοφορούν στη χώρα μας, από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση Μαρίας Παλαιολόγου.

Αυτό το βιβλίο αποτέλεσε το πρώτο υλικό για τη Μαρία Πρωτόπαππα, η οποία ερμηνεύει, σε δική της σκηνοθεσία, στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, την Κολομβιανή ζωγράφο δηλώνοντας σε συνέντευξή της στο texnes-plus : «Αυτή τη δουλειά δεν τη σκηνοθετώ. Τη φτιάχνω ως ηθοποιός με τα εργαλεία του. Δεν με νοιάζει η τέχνη σήμερα. Με ενδιαφέρει το παιδάκι. Η Έμμα. Σε όλα τα άλλα, θα ήθελα να βάλω μια μεγάλη φωτιά και να τα εξαφανίσω».

 epagelma porni

Αλεξάνδρα Παλαιολόγου- «Επάγγελμα Πόρνη»

Η Λιλή Ζωγράφου γεννήθηκε το 1922 στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας με φιλελεύθερες, για την εποχή του, ιδέες . Σπούδασε φιλολογία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στη γερμανική κατοχή και, ενώ ήταν έγκυος, φυλακίστηκε για αντιστασιακή δράση γεννώντας την κόρη της στη φυλακή. Όρθωσε το ανάστημά της στο φασισμό, αλλά και, γενικότερα, στα «πρέπει» της εποχής της.

Στην παράσταση «Επάγγελμα Πόρνη», ο σκηνοθέτης Ένκε Φεζολλάρι παρουσιάζει, με τη δική του λιτή και ουσιαστική ματιά, τη γυναίκα Λιλή Ζωγράφου. Η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου ενσαρκώνει αυτόν τον χαρακτήρα μέσα από την κομψή της παρουσία, αλλά και την δυναμική της στον λόγο, στην έκφραση και στις απαιτήσεις ενός μονολόγου. Ελεύθερη, ανυπότακτη και συνειδητοποιημένη η Λιλή Ζωγράφου μεταφέρει στα βιβλία της τη ζωή που έζησε, τη ζωή που της αντιστάθηκε, αλλά και άλλη τόση που της παραδόθηκε άνευ όρων. Δεν είναι εύκολο να πλησιάσεις αυτές τις «γαζέλες» της ζωής και της ύπαρξης. Ο Ένκε Φεζολλάρι μας έδωσε τη δυνατότητα, μέσα από μια σκηνοθεσία που σέβεται τη μνήμη, την ιστορία και τη ζωή, να δούμε και να ακούσουμε, χωρίς υπερβολές, τον λόγο μιας αγωνίστριας – μιας γυναίκας ελεύθερης.

Η συγκεκριμένη παράσταση ξεκίνησε το ταξίδι της από το ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης τον Δεκέμβριο του 2014. Στη συνέχεια, έκανε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα με μεγάλη επιτυχία. Επιστρέφει στην Αθήνα, στις 9 του Μάρτη, στο Τempus Verum - Eν Αθήναις.

lela karagianni2

Μαίρη Βιδάλη- «Λέλα Καραγιάννη- Η μάνα της Αντίστασης »

Η Λέλα Καραγιάννη γεννημένη το 1989 στο χωριό Λίμνη της Εύβοιας, έγινε η «Μπουμπουλίνα», η οποία εκτελέστηκε από τους Ναζί. Μια Ευβοιώτισσα, η οποία δεν δίστασε να μετατρέψει το σπίτι της σε αρχηγείο της αντιναζιστικής οργάνωσης «Μπουμπουλίνα», δείχνοντας, με αυτόν τον τρόπο, την αντίθεσή της απέναντι στους κατακτητές. Περιέθαλψε Έλληνες φαντάρους, που επέστρεφαν από το μέτωπο και περίπου 140 συμμάχους.

Τον Ιούλιο του 1944, η Λέλα Καραγιάννη συνελήφθη από τη Γκεστάπο μαζί με τα πέντε από τα παιδιά της. Βασανίστηκε στα μπουντρούμια των Ες-Ες, στην οδό Μέρλιν και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου Αττικής. Τελικά, άκαμπτη στις ανακρίσεις και τα βασανιστήρια, ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο κι εμψυχώνοντας, έως την τελευταία στιγμή τους μελλοθανάτους, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, μαζί με άλλους 27 αγωνιστές της Αντίστασης, στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 στο 'Αλσος Χαϊδαρίου.

Την ιστορία της σπουδαίας Ελληνίδας αγωνίστριας ερμηνεύει η Μαίρη Βιδάλη στο Διάχρονο Θέατρο, ενώ τη σκηνοθεσία υπογράφει η Γιώτα Κουνδουράκη. Η παράσταση βασίζεται σε κείμενο του Γιώργου Α. Χριστοδούλου. Η παράσταση συνεχίζεται για 3η χρονιά. Η Μαίρη Βιδάλη τιμήθηκε από την Ακαδημία Κορφιάτικων Βραβείων με το Α’ Βραβείο ερμηνείας μονολόγου «Αντιγόνη Βαλάκου» 2016-2017.

Γυναίκες – μάνες σπουδαίων ανδρών

 

Στο Πολυχώρο Vault, στα πλαίσια του θεατρικού project «Ο Γιος μου», επτά σκηνοθέτες ετοιμάζουν επτά παραστάσεις στηριγμένες πάνω σε επτά βιογραφίες. Επτά μάνες μιλούν για τους γιους τους. Επτά γυναίκες ηθοποιοί παρουσιάζουν επτά μονολόγους γυναικών, μιλούν για τα παιδιά τους, τα οποία εμείς γνωρίσαμε ως άντρες σπουδαίους και διακεκριμένους και τα οποία έλαμψαν με την προσωπικότητα, το έργο, την ευφυία, το ταλέντο, την τέχνη ή την επιστήμη τους. Αυτή την περίοδο, παρουσιάζονται οι τρεις από αυτούς.

spylioti

Χρύσα Σπηλιώτη - «Ο Γιος μου Νικόλαος Μάντζαρος»

Η Ρεγγίνα Μάντζαρου ήταν μητέρα του Νικόλαου Χαλικιόπουλου - Μάντζαρου συνθέτη του Εθνικού Ύμνου. Υπήρξε η πρώτη του δασκάλα στο πιάνο.

Αντάρτισσα η ίδια, παρά τις επιταγές της τάξης και της εποχής της, ερωτεύεται παράνομα. Προσπαθεί να σώσει το παιδί της και τον εαυτό της από τη μέγγενη των κοινωνικών περιορισμών και της υποκρισίας, που εκφράζει κι επιβάλλει ο δεσποτικός σύζυγός της Γιάκωβος. Εμπνέει στον γιο της, χωρίς καν να το αντιλαμβάνεται, αγάπη για τη ζωή και την ελευθερία. «Εγώ το μόνο που ‘κανα ήταν να τον αφήνω λεύτερο, να χαίρεται μέχρι τις πατουσίτσες του», καταφέρνοντας το σχεδόν ακατόρθωτο: Να δώσει τα εφόδια σ' έναν αριστοκράτη να γράψει τη μουσική για τον ξεσηκωμό των Ελλήνων.

Η Χρύσα Σπηλιώτη πρωταγωνιστεί στο μονόλογο, που έγραψε η ίδια, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Αυγουστίνου Ρεμούνδου ζωντανεύοντας τον μικρόκοσμο της ηρωίδας σαν παιδικό κουρδιστό παιχνίδι εποχής και δημιουργώντας έναν ολόκληρο κόσμο μέσα από σύμβολα.

 diafani

Μάγδα Κατσιπάνου-«Αγγέλικα Νίκλη Σολωμού η Διάφανη»

 Η Αγγέλικα Νίκλη πουλήθηκε σε ηλικία 13 ετών στον Κόντε Νικόλαο Σαλαμών για να γίνει παλλακίδα του – μαντενούτα του και έκανε μαζί του δύο νόθα αγόρια, τον Διονύσιο, ο οποίος αναδείχτηκε σε Εθνικό ποιητή των Ελλήνων και τον Δημήτριο, ο οποίος έγινε Γερουσιαστής των Ιονίων Νήσων. Η προσωπική της ιστορία και το δράμα της συγκλονίζουν.

Από αυτή τη σχέση λατρείας που για πολλά χρόνια δεν υφίσταται, λόγω της απόστασης που τους χώρισε και των οικογενειακών διαφορών, του Εθνικού μας ποιητή με τη μητέρα του εμπνεύστηκε ο Περικλής Μοσχολιδάκης κι έγραψε το μονόλογο, τον οποίο και σκηνοθετεί στη μικρή σκηνή του Vault. Μέσα από τον χειμαρρώδη μονόλογο της Αγγέλικας, την οποία ενσαρκώνει με την καταπληκτική της ερμηνεία η Μάγδα Κατσιπάνου, ξετυλίγεται η δραματική, άγνωστη ιστορία μίας άσημης, εκπάγλου, όμως, όμορφης γυναίκας, η οποία έφερε στον κόσμο τον Διονύσιο Σολωμό, παρ’ όλο που η ίδια διασύρθηκε και απαξιώθηκε τόσο όσο ο αγαπημένος της γιος αναγνωρίστηκε και δοξάστηκε. Μια παράσταση που την απολαμβάνεις και γοητεύεσαι από την εξαιρετική υποκριτική της πρωταγωνίστριας που αν και μόνη στη σκηνή με ένα μουσικό σε παρασύρει στον κόσμο της ηρωίδας της.

Makrigianni2

Ευγενία Αποστόλου- «Βασιλική Τριανταφύλλου: Αχ, Γιάννη μ’!» "Ο γιος μου Γιάννης Μακρυγιάννης"

 Ο Γιάννης Μακρυγιάννης γεννήθηκε το 1797-’98, στο Αβορίτι της Δωρίδας. Ήταν ενός έτους, όταν δολοφονήθηκε ο πατέρας του, Δημήτρης Τριανταφύλλου, από τους Τούρκους. Ο Γιάννης, ονομάστηκε, αργότερα, Μακρυγιάννης για το ψηλό του ανάστημα. Η μάνα του, η Βασιλική, φτωχή αγρότισσα, τον είχε γεννήσει επιστρέφοντας από το χωράφι στο σπίτι. Αναγκάστηκε να φύγει για τη Λειβαδιά. Άρχισε να γράφει τα Απομνημονεύματά του το 1829, ένα μνημείο λόγου και ιστορίας. «…Ό,τι πιο σπουδαίο πράμα τα γράμματα, η μόρφωση, να μη σε κοροϊδεύουν. Να δώσει να ’ρθει μια μέρα σ’ αυτό τον τόπο, που ο κόσμος θα ’ναι μορφωμένος και δεν θα μπορούν να κοροϊδεύουν τους ανθρώπους». Μέσα από την προσωπική του ιστορία, ξεδιπλώνεται ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της Ελλάδας. Με τα «κολλυβογράμματά του» κάνει μια καταγραφή σημαντικών ιστορικών γεγονότων και μέσα από τη ματιά και την αφήγηση της μητέρας του Βασιλικής Τριανταφύλλου, διαπιστώνουμε, για άλλη μια φορά, πως η ιστορία επαναλαμβάνεται με τις ίδιες ακριβώς αντιστοιχίες. Σχέσεις με την υπόλοιπη Ευρώπη, συμφέροντα ξένων και ντόπιων και μια χώρα, η Ελλάδα, πάντα χρεωμένη, διχασμένη και έρμαιο των ξένων Κυβερνητών ή Βασιλέων, να αγκομαχά και να υποφέρει.

Μια παράσταση, στη διάρκεια της οποίας, μέσα από τη ζωή του γιου ανακαλύπτουμε τη μητέρα και, από τα λίγα που ξέρουμε γι’ αυτήν, ανακαλύπτουμε το γιο.

Το κείμενο είναι του Γιώργου Μεσολλογγίτη , σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Πολυχρονοπούλου και στο ρόλο της Βασιλικής Τριανταφύλλου θα δούμε την Ευγενία Αποστόλου. (Πρεμιέρα 7/3)

 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη και τη Κατερίνα Κασελίμη 

Video

H ομάδα New Lab Theatre Company παρουσιάζει το έργο του Όσκαρ Ουάιλντ «Η Σημασία Να Είναι Κανείς Ειλικρινής»

Κάθε Σάββατο στις 19:00 στο Θεάτρο Αλκμήνη 

Κλείστε τις θέσεις σας εδώ

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία