Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Γιώτα Δημητριάδη

Γιώτα Δημητριάδη

Από τη Γιώτα Δημητριάδη 

Μιλάει ήρεμα αλλά κι αποφασιστικά συνάμα. Το ραντεβού μας για τη συνέντευξη, έχει δοθεί σ’ ένα καφέ κοντά στο θέατρο, «θέλω να είμαι δίπλα στην πρόβα γι’αυτό σας έφερα εδώ» θα μου πει, στρίβοντας το τσιγάρο και ρουφώντας μια γουλιά καφέ, έχοντας, ήδη, παραγγείλει τον δεύτερο σε πλαστικό ποτήρι, για να τον πάρει μαζί στο Θέατρο Σημείο, όπου πραγματοποιούνται οι τελευταίες πρόβες για την παράσταση «Το Κτήνος στο Φεγγάρι» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Παπαδάκη.

Ο Κώστας Αρζόγλου, δεν χρειάζεται συστάσεις και μόνο η αισθαντική φωνή του, σε πηγαίνει πίσω στο χρόνο κι ένα μαγικό κουτί με μοναδικές θεατρικές, αλλά και τηλεοπτικές εικόνες ξετυλίγεται μπροστά σου.

Ο σπουδαίος θεατράνθρωπος μ’ αφορμή τη νέα του παράσταση μου μίλησε για τις επαγγελματικές του εμπειρίες, τη σχέση του με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, την Κατίνα Παξινού, τον Δημήτρη Ψαθά, αλλά και για την πολυτάραχη ζωή του, η οποία μοιάζει με μυθιστόρημα κι αναμένεται, όπως μου αποκάλυψε, να δούμε και στη σκηνή!

Ο Κώστας Αρζόγλου, όμως, πάνω απ’ όλα, είναι κι ένας τρυφερός πατέρας, που καμαρώνει την κόρη του και ταλαντούχα ηθοποιό Aurora Marion, ενώ αγωνιά και για την μικρότερη Μαρία, η οποία είναι πρωτοετής στη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης.

 ktinos feggari

Στο έργο «Το Κτήνος στο Φεγγάρι» του Kalinoski, παρακολουθούμε την ιστορία του Αράμ και της Σέτας, δύο νέων προσφύγων, οι οποίοι επιβίωσαν της γενοκτονίας στην Αρμενία το 1915 καταφεύγοντας στην Αμερική και παλεύοντας να ξεκινήσουν μία νέα ζωή. Πόσο πιστεύετε ότι έχουμε εξοικειωθεί με το φαινόμενο των προσφύγων;

Στο έργο οι πρόσφυγες είναι μόνο η αφορμή, το θέμα είναι τι δημιουργήθηκε μετά την καταστροφή. Νομίζω, όμως, ότι σ’ αυτό το ζήτημα υπάρχει μια δυσθυμία, την οποία πρέπει να παλέψουμε, γιατί αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να είναι καλοδεχούμενοι. Βεβαίως, κουβαλάνε μια κουλτούρα δική τους, πολλές αξίες, που δεν έχουμε εμείς ή δεν έχουμε μεγαλώσει μ’ αυτές. Παρατηρώ ότι και σ’ εμένα κάποιες συνήθειες, που φέρουν αυτοί οι άνθρωποι, μ’ ενοχλούν λιγάκι. Αυτό που μ’ ενοχλεί ακόμα περισσότερο, όμως, είναι όχι το πώς είναι οι άνθρωποι, αλλά πως είναι το δικό μας κράτος, το οποίο αδυνατεί να αφομοιώσει αυτές τις ξένες κουλτούρες.

Αυτό πιστεύετε ότι οφείλεται στις δομές του κράτους, στα οικονομικά προβλήματα της χώρας ή εμείς δεν έχουμε την ανάλογη παιδεία;

Σίγουρα, δεν έχουμε την παιδεία! Αναφερόμαστε συνέχεια στα υπέροχα αρχαία χρόνια, τα οποία ουσιαστικά μας ενδιαφέρουν μόνο όταν υπάρχει κέρδος. Αυτό δεν είναι μια δομή παιδείας, στην οποία πρέπει να ενταχθεί ο ξένος. Αυτό που είναι διάτρητο, λοιπόν, είναι το ελληνικό κράτος κι η δική μας νοοτροπία. Δεν ισχύει ότι οι ξένοι κουβαλάνε ασθένειες και παραβατικές συμπεριφορές, αυτό είναι μια αυθαίρετη προκατάληψη.

Ο τίτλος του έργου «Το κτήνος στο φεγγάρι» τι σηματοδοτεί;

Λέγεται μέσα στο έργο. Οι Τούρκοι, όταν έγινε μια έκλειψη σελήνης, βγήκαν στους δρόμους και πυροβολούσαν το κτήνος, που έκρυβε το φεγγάρι. Μετά από δύο ή τρία χρόνια ο Σουλτάνος εκμεταλλεύτηκε αυτό το έθιμο κι έτσι πυροβολούσαν «κατά σύμπτωση» τους Αρμένιους γείτονές τους. Από εκεί ξεκίνησε και τα ξεκλήρισμα των Αρμενίων. Δεν πυροβολούσαν, όμως, διακριτικά μόνο τους Αρμενίους, νομίζω ότι πυροβολούσαν και τη γιαγιά μου και τον παππού μου. Θέλω να πω, ότι αυτά τα γεγονότα είναι πάρα πολύ κοντά μας.

Τη σκηνοθεσία της παράστασης υπογράφει ένας νέος σκηνοθέτης – ηθοποιός, ο Βαγγέλης Παπαδάκης. Αναρωτιέμαι, πώς μετά από τόσα χρόνια διαδρομής είναι εύκολο να είστε ανοιχτός και να μην παγιώνετε πράγματα;

Εμένα δεν με ενδιαφέρει τόσο πολύ η ληξιαρχική ηλικία. Μ’ ενδιαφέρει να δω μέσα από τη ματιά κάποιου, πώς βλέπει ένα κείμενο. Γιατί τα έργα, το 80-90%, μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο, τα γνωρίζω . Αυτό που δεν ξέρω, είναι η ματιά του σκηνοθέτη, ο τρόπος του.

Σ’ αυτή την περίπτωση τι σας άρεσε;

Καταρχάς, μου άρεσε το έργο.Το δεύτερο είναι ότι μου άρεσε πάρα πολύ ο ρόλος. Τρίτον, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα τη μεταστροφή που γίνεται μέσα στο έργο από τον αφηγητή σε κάτι άλλο, το οποίο είναι μια, ας το πούμε, έκπληξη! Όλα αυτά, όχι μόνο τα δέχτηκε ο Βαγγέλης (Παπαδάκης), αλλά νομίζω, ότι τον ενέπνευσαν ακόμη περισσότερο! Όλα αυτά μου άρεσαν πάρα πολύ κι είπα να δοκιμάσω τον εαυτό μου και να δω αν θα μπορέσω να συμμετέχω σ’ όλη αυτή τη σκηνοθετική μαγεία.

Έχετε πει ότι περάσατε μια ζωή, ζητώντας τον τάδε ηθοποιό, τον τάδε χορογράφο κι ότι τώρα είστε σε μια φάση που έχετε ανάγκη να ζητιέστε και όχι να ζητάτε. Πόσο διαφορετική είναι η συνθήκη αυτή για εσάς;

Αλλάξαν τα μυαλά μου! Τόσα χρόνια προσπαθούσα και πρωτοστατούσα σε διάφορα πράγματα, που χρειάζονταν άλλους. Όπως η δραματική σχολή που ίδρυσα, το Aεικίνητο, το Underground, σ’όλα αυτά έβαλα και πολύ προσωπικό χρόνο. Επί τέσσερα χρόνια, ήμουν κάθε μέρα στο Underground από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ και αυτό γιατί οι νέοι άνθρωποι, θα χρειάζονταν διάφορα πράγματα, τα οποία δεν μπορεί να τα υπολογίσει κάποιος χωρίς εμπειρία. Νομίζουν, ότι τα ξέρουν, αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν συμβαίνει.

Είναι χαρακτηριστικό της νέας γενιάς αυτό;

Ναι, μα η άγνοια κινδύνου χαρακτηρίζεται από την πεποίθηση ότι τα ξέρει κανείς όλα!

Πάντως, εσείς από πολύ μικρός είχατε την ανάγκη να δημιουργείτε και να ανήκετε σ’ ομάδες. Μόλις στα 17 σας φτιάξατε σχολική ομάδα και, φυσικά, είναι γνωστή η δράση σας στο Ελεύθερο Θέατρο. Γιατί πιστεύετε ότι οι ομάδες δεν γράφουν, πλέον, εύκολα ιστορία;

Ο λόγος είναι πολύ απλός. Το ότι οι παρέες είναι περαστικές, αφενός κι αφετέρου υπάρχει ένα ολόκληρο περιβάλλον, το οποίο μας εξωθεί σε μια ζωή μονήρη, δηλαδή, ο καθένας να είναι μόνος του και ανεξάρτητος. Το Ελεύθερο Θέατρο, επειδή το έχω ζήσει,δεν ήταν αυτό. Ίσα- ίσα είχαμε απαρνηθεί το σπίτι μας, μέναμε μαζί, ερωτευόμασταν μαζί. Τώρα πολύ εύκολα λένε «είμαστε ομάδα», μα δεν είναι ομάδες αυτές, είναι περιστασιακές συμπτώσεις. Ομάδα ήταν το Ελεύθερο Θέατρο, στο οποίο οι ηθοποιοί ήθελαν στη σκηνή ο ένας να αρέσει στον άλλον. Τώρα, βλέπω ότι οποιοσδήποτε είναι στη σκηνή και παίζει, θέλει να αρέσει στο κοινό κι έτσι χάνεται το παιχνίδι. Από την άλλη πλευρά, πώς θα μπορούσε να υπάρξει ομάδα όταν οι καημένοι οι ηθοποιοί τρέχουν από τη μια δουλειά στην άλλη; Έπαιζα σε μια παράσταση και κάναμε τις πρόβες τέτοιες ώρες, ώστε να προλαβαίνει ο ένας ηθοποιός να κάνει πρόβες για άλλη παράσταση, να κάνει μια διαφήμιση κ.λ.π. Οι πρόβες είναι σκάνδαλο το πώς γίνονται, μπορεί και να μην γίνονται πια. Επίσης, πολύ σημαντικό είναι κι ο λόγος για τον οποίο κάνει κάποιος θέατρο, για να ανακαλύψει πλευρές του εαυτού του, τις οποίες δεν γνώριζε.

Λειτουργεί και ψυχαναλυτικά για εσάς το θέατρο;

Ας το πούμε κι έτσι. Δεν μου αρέσουν οι όροι, γιατί εγκλωβίζουν τα πράγματα. Πιστεύω ότι το θέατρο είναι πολύ πιο ευρύ από οποιαδήποτε ψυχανάλυση κι από οποιαδήποτε επιστήμη. Μπορεί να βλέπει πράγματα, τα οποία η επιστήμη δεν τα έχει ακόμη κατακτήσει. Για παράδειγμα, πριν από δεκαπέντε χρόνια ανακαλύφθηκε ότι η διαδρομή των ερεθισμάτων δεν πάει στον εγκέφαλο. Εμείς έχουμε μεγαλώσει όλοι, νομίζοντας ότι όλα καταγράφονται στον εγκέφαλο. Βεβαίως, καταγράφονται, αλλά αποθηκεύονται εκεί και ανακαλούνται. Αυτό δε σημαίνει, ότι όταν καίει το μάτι της κουζίνας, πάει πρώτα στον εγκέφαλο το σήμα. Αυτό, λοιπόν, πριν από σαράντα χρόνια, η σκηνοθεσία του θεάτρου το επεσήμανε, όταν ο Κουν μιλούσε για ένα σωματικό θέατρο. Εγώ θα πρότεινα στους επιστήμονες και τους ερευνητές να έχουν τα μάτια τους περισσότερο ανοιχτά στο θέατρο.

Πάντως μπορούμε να πούμε ότι έχουν κοινά η επιστήμη και το θέατρο. Για παράδειγμα τη μέθοδο και την παρατήρηση…

Ναι, αλλά στο θέατρο υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Η τέχνη αυτή ασχολείται σχεδόν με τα πάντα, έχει να κάνει με μια σοφία, που επεκτείνεται σε διάφορους τομείς. Η επιστήμη όλο και πιο πολύ εξειδικεύεται. Λες για παράδειγμα, στον οφθαλμίατρο, αλλά σ’ αυτόν που εξειδικεύεται στο πρόβλημα του αμφιβληστροειδούς.

Δεν είναι λογικό να συμβαίνει αυτό, όσο διευρύνεται το γνωστικό πεδίο;

Όχι! Διαφωνώ κάθετα! Ο άνθρωπος χρειάζεται τα πράγματα που του είναι απαραίτητα. Θέλω να πω, ότι αν υπήρχε ένα πρόβλημα στο μάτι, πριν τρεις αιώνες, θα είχε βρεθεί λύση να προοδεύσει αυτό ειδικά. Πλέον, βλέπουμε ότι εξειδικεύονται πράγματα, στα οποία δεν έχει εμφανιστεί η ανάγκη τους. Η ανάγκη προκύπτει.

Και στο θέατρο, όμως, δεν βλέπουμε «εξειδίκευση» σε κάποιες περιπτώσεις;

Βλέπουμε, ναι. Αν προσέξετε, όμως, αυτά που είναι πιο εξειδικευμένα είναι τα φθηνά θεάματα. Δεν υπάρχει περίπτωση να δεις «σοβαρό» θέατρο και δεν εννοώ δραματικό έργο. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη και να γελάσει και να συγκινηθεί και να προβληματιστεί, όμως, συχνά το κοινό παρασύρεται και ψάχνει ένα ωραίο ψέμα. Νομίζω, ότι και το θέατρο πηγαίνει σ’ αυτή την εξειδίκευση, για την οποία στηλίτευα πριν την επιστήμη. Ξεχνώντας, ότι το κοινό είναι αδηφάγο, είναι καρνιβαλιστικό στα φτηνιάρικα θεάματα. Αυτό τι σημαίνει ότι το τάδε θέαμα φέτος, «δεν λέει τίποτα» γιατί ήταν καλύτερο το περσινό και από το περσινό δεν θυμάται την παράσταση, παρά μόνο το αίσθημά του από αυτήν. Αυτό είναι ένας αδηφάγος λάκκος, στον οποίο θα πέσει κάθε φτηνιάρικο θέατρο.

Για να επανέλθουμε σ’ εσάς. Είχατε μια ονειρεμένη, θα έλεγα, αρχή στη σκηνή με τον Δημήτρη Ψαθά να γράφει διθυράμβους για εσάς και την Κατίνα Παξινού να σας δίνει συγχαρητήρια. Μετά από τόσα χρόνια πώς έχουν καταγραφεί μέσα σας αυτές οι αναμνήσεις;

Αν θέλω να είμαι εντελώς, μα εντελώς ειλικρινής, μου αρέσει πάρα πολύ που αυτοί οι άνθρωποι μίλησαν τόσο όμορφα για μένα. Όμως, η Παξινού με παρέσυρε από κάτι άλλο, γιατί είχα, ήδη, πάρει υποτροφία για να σπουδάσω ψυχολογία στο εξωτερικό. Αν έπαιρνα αυτό τον δρόμο, δεν ξέρω που θα κατέληγα. Εκείνη την ώρα, όμως, με έλκυε η υποκριτική κι αυτό το ψυχοψάξιμο το βρήκα στο θέατρο. Νομίζω ότι το θέατρο είναι πολύ πιο ευρυθές από οποιαδήποτε επιστήμη.

Έχετε μετανιώσει ποτέ που ακολουθήσατε αυτόν τον δρόμο;

Υπάρχουν στιγμές, στιγμούλες όμως, στις οποίες αισθάνομαι ότι έχω μετανιώσει. Δεν έχω μετανιώσει μόνιμα. Αλλά, όταν συμβαίνει καταριέμαι. Βέβαια, το να καταριέται κανείς την Παξινού ή τον Μπόκοβιτς ή τον Χορν δεν είναι σωστό. Επίσης, κάποιες στιγμές σκέφτομαι πόσο ευτυχής μπορεί να είναι κάποιος, μη γνωρίζοντας.

Άγνοια κινδύνου….

Ναι, ας πούμε ένα σκυλάκι είναι ευτυχισμένο, γιατί δεν ξέρει ότι είναι σκυλάκι.Μπορεί και εγώ αν είχα πάει στην Αμερική να ήμουν ένα ευτυχισμένο σκυλάκι.

Θυμάμαι, παλιότερα να σας ακούω να λέτε ότι δεν έχετε γνωρίσει ηθοποιό να χαίρεται τόσο με την επιτυχία συναδέλφου του, όπως ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Γιατί δεν υπήρξαν κι άλλοι ηθοποιοί, οι οποίοι να σας έκαναν να αισθανθείτε έτσι;

Πιθανόν, να υπάρχουν κι άλλοι πολλοί ηθοποιοί. Ξέρετε, όμως, είναι τελείως διαφορετικό αυτό που έλεγα πριν για την ομάδα, ότι παίζαμε για να αρέσει, ο ένας στον άλλον και, τελείως, διαφορετική αυτή η γενναιοδωρία που είχε ο Αλεξανδράκης. Δεν την έχω ξανασυναντήσει σ’ άλλον ηθοποιό. Ίσως, και λίγο στη Λαμπέτη, αν και εγώ την πέτυχα σε μια χρονιά, που ήταν άρρωστη.

Νομίζω και στο σπίτι της μάθατε για το δυστύχημα της μητέρας σας;

Ναι, έμελλε σ’ εκείνη να μου το αναγγείλει. Ήταν να έρθει να με επισκεφθεί στην Αθήνα από τη Σέριφο, αλλά επειδή εκείνο το Σαββατοκύριακο θα πήγαινα στο σπίτι της Έλλης Λαμπέτη, της είπα να αλλάξει το εισιτήριο της και να έρθει άλλη στιγμή. Άλλαξε το εισιτήριο της, μπήκε στη θάλασσα και πνίγηκε.

Γενικότερα, η ζωή σας θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα. Έχετε βιώσει πάρα πολλά γεγονότα κι όχι μόνο, όσον αφορά την καριέρα σας, αλλά και την προσωπική σας ζωή. Σκεφτήκατε ποτέ να γράψετε μια αυτοβιογραφία;

Έγραψαν ήδη. Στη θεατρολογία του πανεπιστημίου Ναυπλίου μια εργασία, 170 σελίδων, πάνω στη ζωή μου με θέμα «Από τον Σκαρίμπα στον Μπέκετ» και το έχω στα χέρια μου.Είναι βιβλίο ολόκληρο και, τώρα, γίνεται μια προσπάθεια και με τη δική μου παρότρυνση αυτό να γίνει παράσταση. Γιατί δεν θέλω 100 σελίδες να βρίσκονται σε μια βιβλιοθήκη κάπου, θα ήθελα να επικοινωνηθεί, να γίνει δημιουργία. Έχει γραφτεί και θεατρικό για τη ζωή μου, το «Θυμάσαι ρε» από έναν σπουδαίο Κρητικό συγγραφέα, τον Πολυχρόνη Κουτσάκη.

Έχετε στο μυαλό σας κάποιον ηθοποιό, ο οποίος θα μπορούσε να ερμηνεύσει εσάς σε μικρότερη ηλικία;

Έχω εντοπίσει κάποιο νεότερο παιδί, όμως θέλω επί σκηνής σε κάποια φάση να συναντιέμαι μαζί του.

Μετά από όλη αυτή τη διαδρομή, αν είχατε απέναντί σας τον εικοσάχρονο εαυτό σας, ποια συμβουλή θα του δίνατε;

Να μην δειλιάσει σε τίποτα.

Ο τολμών νικά;

Ναι, αλλά και να μην νικήσει ο τολμών κι αν χάσει όφελος είναι.

Αυτό που συνέβη με το κλείσιμο Underground. Σας άφησε πικρία;

Μου άφησε μια πικρία, αλλά είναι αυτό που λέμε «ο τολμών νικά». Τόλμησα, να διακόψω την οποιαδήποτε συνεργασία και συνέχεια, ενώ είχαν κλειστεί οι προτάσεις ήδη, γιατί ο χώρος πουλήθηκε σ’ ένα αμερικάνικο επενδυτικό fund. Από αυτό, λοιπόν, κέρδισα. Τι κέρδισα; Το ότι αλλάξαν τα μυαλά μου, ότι άρχισα να θέλω να ζητιέμαι.

 prigkipas tis fotias

Το πολυβραβευμένο θεατρικό έργο του Richard Kalinoski «Το κτήνος στο φεγγάρι» επιστρέφει στο Θέατρο Σημείο από τις 19 Νοεμβρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Παπαδάκη. Πρωταγωνιστούν ο Κώστας Αρζόγλου, ο Βαγγέλης Παπαδάκης και η Σοφία Λιάκου.

Τον Κώστα Αρζόγλου παρακολουθούμε και στην καθημερινή σειρά του Open «Ο πρίγκιπας της φωτιάς»

1ον: Γιατί ο Άρης Μπινιάρης κατάφερε με τον καλύτερο τρόπο να ζωντανέψει ουσιαστικά, με φρέσκια και ενδιαφέρουσα οπτική μια κωμωδία του ΄60, σε μια εποχή που το θέατρο προσπαθεί μάταια με κλασικά έργα, τα οποία γνωρίσαμε μέσα από τις  ελληνικές ταινίες να πετύχει το τέλειο copy-paste,στοχεύοντας στο ταμείο και προτάσσοντας σαν κυρίαρχο δίλημμα: αν η πρωταγωνίστρια θα υποκύψει ή όχι στο ντεκαπάζ.

2ον:Γιατί ο θίασος είναι εξαιρετικός!Ο Γιώργος Γάλλος, η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, η Ηρώ Μπέζου, ο Αινείας Τσαμάτης, ο Γιώργος Παπαγεωργίου, ο Στέφανος Πίττας, η Λυδία Τζανουδάκη και ο Κωνσταντίνιος Σεβδαλής είναι μοναδικοί σε κάθε γκρο πλαν του σκηνοθέτη τους. Ειδική μνεία για τον Βασίλη του Γιώργου Γάλλου, μια ακόμη καταπληκτική ερμηνεία από έναν σπουδαίο ηθοποιό, μόνο και μόνο τις εκφράσεις του να παρακολουθήσει κανείς μαγεύεται με τον τρόπο που καταφέρνει να περάσει τα αδιέξοδα και την τραγικότητα του ήρωα μέσα από τις κωμικοτραγικές καταστάσεις που βιώνει.

gallos ksupna vasili texnes plus

3ον: Γιατί ο σκηνοθέτης,ο οποίος ξέρει όσο λίγοι να πατά στις μουσικές του παρτιτούρες,  έδωσε στην παράσταση έναν συναρπαστικό ρυθμό, μπλέκοντας  μοναδικά μια sixty ροκ μπάντα με την αφήγηση της ιστορίας με τέτοιο τρόπο, ώστε η περιγραφή να εντάσσεται μοναδικά στην μελωδία και το αντίστροφο. Χωρίς ούτε μια στιγμή η μουσική(Φώτης Σιώτας) να εκβιάζει το συναίσθημα του θεατή αλλά αντίθετα να γίνεται αρωγός και να επικοινωνεί με τις ανάσες των ηθοποιών.

 PatroklosSkafidas 1830 1021x580

4ον: Γιατί πίσω από την οθόνη, στην οποία παρακολουθούμε τη δράση εξελίσσεται μια άλλη παράσταση μεταξύ των ηθοποιών, μ’ αποτέλεσμα η φαντασία και η προσοχή μας να κινητοποιούνταν ακόμη περισσότερο.

5ον: Γιατί το εμπνευσμένο φινάλε της παράστασης παγώνει τα γέλια μας και δείχνει πως μάλλον «Τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά»

6ον: Γιατί άφησα τα «είδα», τα οποία συνηθίζουμε, αναλύοντας έργα και παραστάσεις και μπήκα στο ψητό: «Μην χάσετε αυτή την παράσταση!»

Τι με καίει; Μάλιστα. Καλή ερώτηση. Είναι αλήθεια ότι καίγομαι για πολλά: θεωρώ ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να τα απαριθμήσω τώρα. Μπορεί και μερικά από αυτά να φαντάζουν ευτελή, όπως για παράδειγμα ένας ήσυχος χωρίς την αγωνία της ημέρας που μόλις έχει φτάσει, πρωινός καφές. Μιας ξέγνοιαστης βραδινής κατάκλισης, δίχως το προσημο πλην (-), για αυτά που δεν έγιναν, πράξεις ή όνειρα που ξέμειναν για αύριο, όλα αυτά τα μικρά και ασήμαντα που μας καίνε.

Όμως καίγομαι και για κάποια μεγάλα. Όπως για την πατρίδα μου, τους ανθρώπους, τους πολίτες αυτής της χώρας που άγονται και φέρονται και που πεθαίνουν μέσα σε μύθους και χάνονται ακροβατώντας πάνω σε χίμαιρες.

Καίγομαι για το παιδί μου και τα παιδιά μας. Για το μέλλον που εμείς τους επιφυλάσσουμε.

Ως καλλιτέχνης οφείλω να επισημαίνω τον κίνδυνο για τον οποίο καίγομαι, υπαρκτό και ορατό μιας κοινωνίας που εξοκείλει σταθερά προς την αδιαφορία και τον αυταρχισμό, αμνήμων και αγνώμων. Για μια κοινωνία που δεν της καίγεται καρφάκι.

Τέλος πάντων, καίγομαι να πάει καλά το “Ζιλ και η Νύχτα” που παίζεται στο Θέατρο Σημείο κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9:00 και να βγουν τα έξοδα. Για αυτό καίγομαι να προσέλθετε μετά εισιτηρίου και ουχί προσκλήσεως.

 

O Νίκος Χατζηπαππάς σκηνοθετεί και ερμηνεύει τον μονόλογο «Ζιλ και η νύχτα» του Hugo Claus κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 στο Θεάτρο Σημείο. 

Διαβάστε εδώ την κριτική της Νατάσας Κωνσταντινίδη για την παράσταση. 

Σαν το χωράφι που έπαιζε μικρός κάτω απ’ τον ήλιο, σαν το φως που αναζητά για να ηρεμεί, περιγράφει ο Ζαχαρίας Καρούνης τη σχέση του με την μουσική.

Από πέντε χρονών στο ψαλτήρι της εκκλησίας του χωριού, έφτασε στη Βενετία να τραγουδά με την Δόμνα Σαμίου και να τους απολαμβάνει η Ελένη Αρβελέρ,αναλύοντας την ιστορία πίσω από τους παραδοσιακούς στίχους, αλλά και στον Ψηλορείτη να ερμηνεύει τα τραγούδια του Ξηλούρη από το ιστορικό «μεγάλο μας τσίρκο» στη συναυλία του Σταύρου Ξαρχάκου.

Μια καλλιτεχνική καριέρα γεμάτη ιστορίες.Μερικές από αυτές ετοιμάζεται να ξαναπεί στην μουσική- αφηγηματική παράσταση «Είμαι», την οποία θα απολαμβάνουμε τις Τετάρτες του Δεκεμβρίου στο Θέατρο Σταθμός.

Έτσι το «Είμαι», το οποίο καταλήγει στο «Είμαστε», όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ο ίδιος, γίνεται μια αφήγηση και μια μουσική διαδρομή,που θες να περπατήσεις.

 46108073 2045179148873294 2561735090535137280 n 1


«Είμαι», λοιπόν, ποια ανάγκη σας οδήγησε σε μια τόσο αυτοβιογραφική παράσταση;


Η παράσταση πήρε τον τίτλο της απ’την ποιητική συλλογή του αδερφού μου Γιάννη Μ. Καρούνη. Προηγήθηκε δηλαδή το «ΕΙΜΑΙ» του Γιάννη από το οποίο δημιουργήθηκε ο βασικός κορμός των τραγουδιών του νέου μου δίσκου με τίτλο «Αποστολή». Έχοντας την ανάγκη να φτιάξω μια μουσική παράσταση αρχικά για το δίσκο μου, προέκυψε ο τίτλος '' ΕΙΜΑΙ '' χωρίς να έχω διάθεση να φτιάξω μια αυτοβιογραφική παράσταση. Θα έλεγα πως κάθε άλλο παρά αυτοβιογραφική θα την χαρακτήριζα μιας και το «ΕΙΜΑΙ» στο τέλος γίνεται «ΕΙΜΑΣΤΕ». Θα χαρακτήριζα ως ευτυχή συγκυρία το γεγονός ότι και εγώ και ο αδερφός μου ζήσαμε πάνω - κάτω τα ίδια πράγματα στο χωριό,ό που μεγαλώσαμε και κάποια απ’ αυτά αποτυπώθηκαν και στην παράσταση. Μέχρις αυτού του σημείου φτάνει ο όρος αυτοβιογραφικό, από εκεί και πέρα εξελίσσεται αλλιώς η δράση .


Η παράσταση παρουσιάστηκε πέρσι με επιτυχία στην Αθήνα και κάνατε και μερικές εξορμήσεις στην επαρχία. Ποια συναισθήματα μοιράστηκε μαζί σας το κοινό;

Ο Χρήστος Δήμας κατάφερε να σκηνοθετήσει με τέτοιο τρόπο την παράσταση που εγώ θα την χαρακτήριζα μια λαϊκή λειτουργία. Το κοινό έμπαινε σε μια συνθήκη ''ιερής ''ατμόσφαιρας και ταύτισης με τα τεκταινόμενα επί σκηνής. Αυτό ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα.

Στο κείμενό σας αναφέρεστε μεταξύ άλλων και στις κρίσεις πανικού. Γιατί πιστεύετε ότι σήμερα είμαστε τόσο ευάλωτοι ψυχικά;

Θα έλεγα πως είμαστε περισσότερο μπερδεμένοι ψυχικά παρά ευάλωτοι. Οι πληροφορίες που καλούμαστε να αποκωδικοποιήσουμε καθημερινά , οι στόχοι που βάζουμε ,οι μέριμνες δεν μας αφήνουν σε ησυχία. Λέω στην παράσταση '' Κάτι το άγχος της δουλειάς , κάτι οι δαίμονές μου που δε με αφήνουν σε ησυχία...''. Αυτή είναι η κατάσταση. Η κρίση πανικού έρχεται να πιστοποιήσει τη μη δυνατότητα διαχείρισης . Πάντως μιας και το αναφέρατε το σημείο της κρίσης πανικού είναι απ’αυτά με τα οποία ταυτίζονταν περισσότερο οι θεατές.


Πόσο σας βοηθάει η μουσική να ξεπεράσετε τους φόβους σας;

Αν σκιαγραφούσα τους φόβους σαν ένα γενικότερο αδιέξοδο, σαν ένα κλειστό δωμάτιο, η μουσική απ’την άλλη για μένα είναι η απόλυτη ελευθερία. Είναι το χωράφι που έπαιζα μικρός κάτω απ’τον ήλιο. Είναι το φως που αναζητώ για να ηρεμώ. 


Σας είδαμε μαζί με την Δέσποινα Μπεμπεδέλη στη «Φιλιώ Χαιδεμένου» και μάλιστα μετά την παράσταση φαίνεται να διατηρείτε και μια φιλική σχέση μαζί της.Τι σας έδεσε;

 

Την Μπεμπεδέλη την θεωρώ οικογένεια μου. Πως έγινε; Δεν το γνωρίζω. Απλά έγινε . Κοινή αισθητική,κοινά ενδιαφέροντα, είναι λάτρης της Βυζαντινής μουσικής, με νοιάζεται,την νοιάζομαι, έχουμε συχνή επικοινωνία .Την  αγαπώ.

Καταφέρατε να αποκομίσετε πράγματα σε σχέση με την υποκριτική από αυτή τη συνεργασία;

Η συνεργασία μου μαζί της ήταν ένα δώρο. Δεν είναι πολύ γνωστό αλλά ξεκίνησα το ‘98 από το Εθνικό Θέατρο ύστερα από ακρόαση. Από τότε μέχρι σήμερα ο μουσικός μου δρόμος ήταν πάντα μέσα στο θέατρο και όχι σε κάποια μουσική σκηνή όπως θα περίμενε κανείς. Αγάπησα το θέατρο βαθιά , σε σημείο πια να μην μπορώ να κάνω κάτι αν δεν έχει μέσα του το θεατρικό στοιχείο. Φαντάζεστε λοιπόν τη χαρά μου ,όταν τα έφερε έτσι η τύχη να βρεθώ δίπλα στην Μπεμπεδέλη . Άκρως στοργική και δοτική στην σκηνή απέναντι μου. Μου διόρθωνε φράσεις , χαμογελούσε όταν έκανα κάτι σωστά. Φτάσαμε μετά από αρκετές παραστάσεις να κάνουμε πράγματα δικά μας και ύστερα να τα συζητάμε στις κουΐντες. Μεγάλο σχολείο. 


Έχετε μια ιδιαίτερη σχέση με τη βυζαντινή μουσική. Πώς προέκυψε;

Δεν προέκυψε, μαζί της γεννήθηκα (γέλια). Από 5-6 χρονών βρέθηκα στο ψαλτήρι του χωριού μου και έμεινα εκεί μέχρι που πέρασα στο πανεπιστήμιο και ήρθα στην Αθήνα . Θα μου πεις πως βρέθηκα στην εκκλησία.. Μάλλον ήταν η ανάγκη μου να εκφραστώ μουσικά σε ένα πολύ φτωχό καλλιτεχνικά περιβάλλον.

46153741 634802803588935 142188306833080320 n

Πιστεύετε ότι δεν έχουμε επενδύσει και προβάλλει αρκετά τη  λαϊκή παράδοση (και μουσική) ή γίνονται προσπάθειες; 

Δε θα έλεγα αρκετά αλλά καθόλου. Από το ’80 και μετά κανείς ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για την λαϊκή παράδοση. Ό,τι κάνει ο καθένας μόνος του. Αποτέλεσμα όλου αυτού είναι να βλέπουμε την παράδοση σαν ένα μουσειακό είδος που το βγάζουμε από το ντουλάπι σε περιόδους που θέλουμε να νιώσουμε εθνικά υπερήφανοι. Μια σχέση της παράδοσης με το Έθνος εντελώς αρρωστημένη κατά τη γνώμη μου. Η μόνη μου ελπίδα  εκτός από τις προσωπικές προσπάθειες του καθενός από εμάς, είναι τα μουσικά σχολεία. Εκεί φαίνεται πως γίνεται σοβαρή δουλειά .

Τι θυμάστε από τη συνεργασία σας με την Δόμνα Σαμίου;

Την ισχυρή προσωπικότητα της.Την αυστηρότητα της την ώρα της πρόβας και το φωτεινό γλυκό της γέλιο όταν χαλάρωνε και κάναμε πλάκες. Έμεινα δίπλα της δώδεκα χρόνια. Πήγα σε πολλά φεστιβάλ ανά τον κόσμο μαζί της . Μεγάλη εμπειρία και καθοριστική στη διαμόρφωση της αισθητικής μου. Φανταστείτε σε ηλικία κάπου στα 23 τραγουδάμε στη Βενετία και μετά τη συναυλία βρίσκομαι σε ένα σαλόνι σε μια ιδιωτική στιγμή , εγώ να λέω τραγούδια από την Πελοπόννησο η Δόμνα από την Μικρά Ασία και η Ελένη Αρβελέρ να τα αναλύει ιστορικά. 

Ποια ήταν η πιο δυνατή στιγμή που ζήσατε στο πλευρό του Σταύρου Ξαρχάκου;


Καλοκαίρι του 2012, στο Ηράκλειο της Κρήτης μετά την παράσταση , όλοι οι συγγενείς του Ξυλούρη κάλεσαν εμένα και τον Ξαρχάκο στα Ανώγεια. Μιλώ για το Μεγάλο μας Τσίρκο όπου έκανα το ρόλο του τραγουδιστή , ρόλο που είχε ενσαρκώσει ο Νίκος Ξυλούρης. Πήγαμε λοιπόν οι δύο μας στα Ανώγεια περάσαμε από το σπίτι του Ξυλούρη και μετά βρεθήκαμε στο μητάτο τον Ξυλούρηδων στον Ψηλορείτη στον Άγιο Φανούριο. Εκεί μας περίμεναν καμιά εκατοστοί άτομα όλοι Ξυλούρηδες ,όπου είχαν στήσει υπαίθριες ψησταριές , έπιναν ,γελούσαν, χόρευαν. Σε αυτό το σημείο λοιπόν τίμησαν τον Ξαρχάκο πάνω σε ένα βράχο, χαρίζοντας του μια λύρα και ένα ταγάρι ενώ εγώ τραγουδούσα το ΄΄ Και πάν και πάνε '' από το Μεγάλο μας Τσίρκο. 

Επόμενα επαγγελματικά σχέδια υπάρχουν;


Δουλεύω μια ποιητική συλλογή. Έχω έτοιμο ένα καινούργιο τραγούδι σε μουσική δική μου και στίχους του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου . Πρόκειται για ένα Μπάλκαν τσιφτετέλι για να με ακούσετε και σε κάτι διαφορετικό (γέλια). Πρόκειται να το βγάλω στο Youtube μαζί με ένα Βίντεο και επίσης ετοιμάζω έναν κύκλο τραγουδιών σε μουσική δική μου και στίχους του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου που θα λέγεται '' Κέντρο περίθαλψης άγριων ζωών '' προσοχή στον τόνο (γέλια). Στον δίσκο αυτό θα είναι βασική ερμηνεύτρια η υπέροχη Ηρώ Σαϊα, εγώ θα τραγουδήσω 2 τραγούδια και θα συμμετέχει και ο Χρήστος Γεροντίδης .

 

Οι φωτογραφίες είναι του Γιώργου Σπανού

 

To «ΕΙΜΑΙ» σκηνοθετεί ο Χρήστος Δήμας.

Τετάρτες του Δεκεμβρίου, ώρα 18.30

Έναρξη Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου

Θέατρο Σταθμός :Βίκτωρος Ουγκώ 55, Αθήνα

(Έναντι Μετρό: Μεταξουργείο)

Τηλέφωνο: 2105230267

Η Παράσταση " ΕΙΜΑΙ " πήρε τον τίτλο της από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Μ. Καρούνη που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Οδός Πανός.

 

Από τη Γιώτα Δημητριαδη

Από τη μια το γεγονός ότι κάποια θεατρικά κείμενα είναι κλασικά και γι’ αυτό κι εμπορικά, από την άλλη οι προσωπικές φιλοδοξίες σκηνοθετών, ίσως ακόμα κι η έλλειψη έμπνευσης σε κάποιες περιπτώσεις είχαν ως αποτέλεσμα, μέσα στην ίδια σεζόν, να δούμε τουλάχιστον δέκα ίδια έργα σε δύο ή και τρεις εκδοχές.

Αν συμπεριλάβει κανείς και τις διασκευές γνωστών έργων ή και τις συρραφές κειμένων το μέτρημα χάνεται…

Ποιοι, όμως, έβαλαν το ίδιο έργο στο στόχαστρο αυτήν τη σεζόν;

 gkontooo

«Περιμένοντας τον Γκοντό» επί 3

Όχι ένα, όχι δύο, αλλά τρία διαφορετικά ανεβάσματα για το γνωστό έργο του Σάμουελ Μπέκετ, το οποίο παρακολουθούμε συχνά στην Ελλάδα, παρουσιάζονται παράλληλα αυτήν την περίοδο.

Ο Σάββας Στρούμπος κι η ομάδα Σημείο Μηδέν συνεχίζουν τις παραστάσεις τους για δεύτερη σεζόν στο Θέατρο Άττις- Νέος Χώρος, με κάποιες αλλαγές στη διανομή (Έλλη Ιγγλίζ, Έβελυν Ασουάντ, Κωνσταντίνος Γώγουλος, Χρήστος Κοντογεώργης)

Διαβατήριο για δεύτερη σεζόν πήρε κι η παράσταση του Γιάννη Αναστασάκη, η οποία ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου στο Κρατικό Θέατρο της Βορείου Ελλάδος με τον Γιώργο Καύκα στον ρόλο του Βλαδίμηρου και τον Κωνσταντίνο Χατζησάββα στο ρόλο του Εστραγκόν.

Παράλληλα με το κλασικό μπεκετικό αριστούργημα κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο η ηθοποιός Έλενα Μαυρίδου στο θέατρο Χώρος με νέους ηθοποιούς ανάμεσά τους οι: Ανδρέας Κανελλόπουλος, Κίμωνας Κουρής, Νατάσα Εξηνταβελώνη, Γιάννης Καράμπαμπας, Γιάννης Λεάκος κ.α

doules texnis

«Δούλες» με γυναίκες κι άνδρες πρωταγωνιστές

Εγκλωβισμένες στο πολυτελές σπίτι οι δύο αδελφές κι υπηρέτριες, η Σολάνζ και η Κλερ, δοκιμάζουν βελούδινα φορέματα και στήνουν έναν φανταστικό κόσμο με τις δύο τους να ζουν, έστω και για λίγο, όπως η «κυρία» τους. Το παιχνίδι, όμως, θα πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Το έργο του Ζαν Ζενέ φαίνεται ότι γοητεύει ιδιαίτερα τους Έλληνες καλλιτέχνες, γι’ αυτό και έχουμε δει πάρα πολλές εκδοχές του τα τελευταία χρόνια.

Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει το έργο του Ζενέ να ανεβαίνει τόσο συχνά στην παγκόσμια σκηνή από το 1947 που γράφτηκε μέχρι τις μέρες μας; Σίγουρα: «Δεν πρόκειται για ένα έργο που θέλει να υπερασπιστεί τη μοίρα της τάξης των υπηρετών. Υπάρχει συνδικάτο που ασχολείται με τα ζητήματα αυτών των ανθρώπων. Πρόκειται για μια αλληγορική ιστορία…», διευκρινίζει ο ίδιος ο Ζενέ.

doules theatro neou kosmou texnes plus

Φέτος, ο Τσέζαρις Γκραουζίνις επιλέγει, όπως κι ο ίδιος ο συγγραφέας άλλωστε προτείνει, τρεις άνδρες για να ερμηνεύσουν τους ομώνυμους ρόλους.

Ο Δημήτρης Ήμελλος, ο Κώστας Μπερικόπουλος κι ο Αργύρης Ξάφης μπλέκονται σ’ ένα επικίνδυνο «παιχνίδι», μέχρι τελικής πτώσεως, στο θέατρο του Νέου Κόσμου.

Ενώ, από τις αρχές του 2018 αναμένεται να ανέβει, για δεύτερη σεζόν, η εκδοχή της Μαριάννας Κάλμπαρη. Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης, μάλιστα, πρωταγωνιστεί στην παράσταση μαζί με την Κάτια Γέρου και την Κωνσταντίνα Τάκαλου.

xristougieniatiki istoria 1

«Η Χριστουγεννιάτικη ιστορία» ή «Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία»;

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Μόσχος καταπιάνεται για πρώτη φορά με το μιούζικαλ και διασκευάζει τη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», προσκαλώντας μας να αφεθούμε στο όνειρο και τη φαντασία. Στο ρόλο του Εμπενέζερ Σκρουτζ θα απολαύσουμε τον Αλέξανδρο Μυλωνά μαζί μ’ έναν δυνατό θίασο. Η παράσταση θα κάνει πρεμιέρα στις 8 Δεκεμβρίου στο Θέατρο REX Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» με πρωτότυπη μουσική του Θοδωρή Οικονόμου.

Χριστούγεννα, όμως, έχουν μυρίσει και στην οδό Ιπποκράτους και το θέατρο Διάνα από την προηγούμενη εβδομάδα, καθώς το ίδιο έργο του Κάρολου Ντίκενς, με τίτλο «Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία» επέλεξε κι η Κωνσταντίνα Νικολαΐδη. Τσιγκούνης Σκρουτζ ο ηθοποιός Θανάσης Κουρλαμπάς, μαζί του ένας 15μελής θίασος, ενώ σε ρόλο έκπληξη ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης.

O KHPOS NEW PHOTO 1 by Patroklos Skafidas

«Ο Κήπος» σε ελληνική κι αγγλική version

Ο Κήπος (Tangled Garden) είναι το τελευταίο έργο του Bruce Gooch, σημαντικού ηθοποιού και συγγραφέα με επιτυχίες σε πολυάριθμες παραγωγές σε Η.Π.Α και Καναδά κι ιδρυτικού μέλους της Εταιρείας Θεάτρου NewFangledStages, η οποία εδρεύει στο Τορόντο.

Αυτή την περίοδο το έργο ανεβαίνει σε παγκόσμια πρεμιέρα και σκηνοθεσία του Δημήτρη Μυλωνά με τον Στέλιο Μάινα και την Κάτια Σπερελάκη στο Από Μηχανής Θέατρο.

Προς το τέλος της σεζόν, στο ίδιο θέατρο και σε συνεργασία με την NewFangledStages θα δούμε και την αγγλική παραγωγή του έργου « ο Κήπος» με πρωταγωνιστές τον ίδιο τον Bruce Gooch και την Lynn Voght.

Σύμφωνα με την ιστορία, ο Μπάρι, βετεράνος του Βιετνάμ κι οικοδόμος, τώρα, στο επάγγελμα, αναρρώνει μετά από εγχείρηση στο γόνατό του, όταν ξαφνικά εμφανίζεται στο σπίτι του η Λουίζ. Καθώς πρέπει, άψογη επαγγελματίας και με ποιητικές ανησυχίες, έχει προσληφθεί από τον ανιψιό της πρώην γυναίκας του Μπάρι για να τον φροντίζει. Ο άξεστος χαρακτήρας του την τρέπει σε άτακτη φυγή, όμως η συνέχεια τούτης της γνωριμίας κάθε άλλο παρά αναμενόμενη αποδεικνύεται. Ο Μπάρι δείχνει αποφασισμένος να γίνει καλύτερος άνθρωπος, ενώ η Λουίζ, στο πρόσωπο του, θα αναζητήσει απεγνωσμένα τη βοήθεια.

«Στη «ξηρή» ζωή των δύο ηρώων, ο Κήπος είναι μία όαση. Στον Κήπο θα συναντηθούν, εκεί θα προσπαθήσουν να αρθρώσουν μια κοινή γλώσσα, εκεί θα αναζητήσουν ρωγμές για να εισχωρήσουν και να τολμήσουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Παρά τις αντιθέσεις τους. Παρά τις αποτυχίες που κουβαλάνε. Παρά τον δισταγμό.

LaRonde texnes plus

«Το γαϊτανάκι του έρωτα» για δύο και για δέκα ηθοποιούς

Το γνωστό έργο του Άρτουρ Σνίτσλερ θα δούμε σε δύο διαφορετικές εκδοχές και με άλλους τίτλους, τη φετινή θεατρική σεζόν. Γραμμένο το 1900 στη Βιέννη, απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία κι έγινε αιτία να κατηγορηθεί ο συγγραφέας από την κοινή γνώμη ως «Εβραίος πορνογράφος», με συνέπεια να το αποσύρει ο ίδιος από τις γερμανόφωνες χώρες.

Μόλις το 1982, 40 χρόνια μετά τον θάνατο του Σνίτσλερ, ο γιος του κυκλοφόρησε το έργο του πατέρα του στη Γερμανία.

Παραλίγο, μάλιστα, να είχαμε και τρίτη εκδοχή στη θεατρική Αθήνα, αλλά η παράσταση της Αλίκης Δανέζη στο «Θησείον-Ένα θέατρο για τις τέχνες με το τίτλο «REIGEN-Δέκα διάλογοι για το Σεξ» ακυρώθηκε.

Έτσι στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα παρακολουθούμε μια διασκευή με δύο ηθοποιούς. Τη μετάφραση, υπογράφει η ψυχή του θεάτρου, Μαργαρίτα Δαλαμάγκα-Καλογήρου και τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο Θοδωρής Βουρνάς. Η παράσταση κρατάει τον γαλλικό τίτλο: «La Ronde» που μπορεί να σημαίνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: περιφέρεται γύρω, κάνει γύρους, γύρο ποτών, κυκλικό χορό.

Η Τζούλι Τσόλκα κι ο Αποστόλης Ψαρρός αλλάζουν επί σκηνής προσωπεία και διαθέσεις συνθέτοντας ένα ρεαλιστικό πορτραίτο ανθρώπων κι ανθρώπινων σχέσεων, όπως τους συναντάμε αναλλοίωτους μέσα στον χρόνο και τις εποχές. Βιώνοντας την αλήθεια της κάθε συγκυρίας, οι χαρακτήρες αποκαλύπτουν εναλλακτικές πτυχές του εαυτού τους μέσα από τον εκάστοτε «ρόλο».

Από το έργο του Άρτουρ Σνίτσλερ, φαίνεται να γοητεύτηκε κι ο Θωμάς Μοσχόπουλος, ο οποίος θα το σκηνοθετήσει στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά τον Μάιο. Στην παράσταση με τίτλο «Το γαϊτανάκι» θα δούμε έναν εξαιρετικό θίασο με τους Στεφανία Γουλιώτη, Χάρη Φραγκούλη, Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, Άννα Μάσχα, Αλέξανδρο Λογοθέτη, Ευδοκία Ρουμελιώτη, Κίττυ Παϊταζόγλου, Σίσσυ Τουμάση κι Αλέξανδρο Χρυσανθόπουλο να υποδύονται τα πέντε ζευγάρια στις δέκα σπονδυλωτές σκηνές.

Η ιστορία διαδραματίζεται τη δεκαετία του 1890 στη Βιέννη. Η δομή είναι σπονδυλωτή κι αποτελείται από δέκα σκηνές που αλληλοσυνδέονται και που, στην κάθε μία, πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι εραστών. Τα ζευγάρια είναι: Η πόρνη κι ο στρατιώτης, ο στρατιώτης κι η υπηρέτρια, η υπηρέτρια κι ο νεαρός κύριός της, ο νεαρός κύριος κι η παντρεμένη γυναίκα, η παντρεμένη γυναίκα κι ο σύζυγός της, ο σύζυγος κι η νεαρή κοπέλα, η νεαρή κοπέλα κι ο ποιητής, ο ποιητής κι η ηθοποιός, η ηθοποιός κι ο κόμης, ο κόμης κι η πόρνη.

 

Σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη

gualinos kosmos mpetu avaniti texnes plus

 

«Γυάλινος Κόσμος» 

Πόσους «Γυάλινους Κόσμους» έχει δει ο μέσος θεατρόφιλος; Συνήθως δεν φτάνουν τα δάκτυλα των δύο χεριών για να μετρήσεις τις παραστάσεις. Όταν, όμως, το αριστούργημα του Τένεσι Ουίλιαμς σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά και με ηθοποιούς όπως η Μπέττυ Αρβανίτη, ο Χάρης Φραγκούλης, η Ελίνα Ρίζου κι ο Έκτορας Λιάτσος, τότε μια επίσκεψη στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας είναι επιβεβλημένη.

gualinos kosmos thesaloniki texnes plus

Παράλληλα, οι Θεσσαλονικείς παρακολουθούν για δεύτερη σεζόν, το αυτοβιογραφικό έργο του Ουίλιαμς με τη σκηνοθετική υπογραφή της Γλυκερίας Καλαϊτζή. Στο θέατρο Τ , τον ρόλο της Αμάντας ερμηνεύει η έμπειρη Γιώτα Φέστα. Μαζί της στη σκηνή οι νεότεροι Χρήστος Παπαδόπουλος, Κατερίνα Συναπίδου και Δημήτρης Κρίκος.

poios skotwse to skylo ta mesanyxta3

«Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» και για εφήβους

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, για πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια, δεν θα σκηνοθετήσει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου κι αυτό γιατί όπως εξήγησε και στη συνέντευξη Τύπου του θεάτρου το πολυβραβευμένο έργο Μαρκ Χάντον σε διασκευή Σάιμον Στήβενς είχε ανάγκη από μια μεγαλύτερη σκηνή. Έτσι, θα το παρακολουθήσουμε, τελικά, στο Τζένη Καρέζη. Στο θέατρο της οδού Ακαδημίας θα ζωντανέψει μια γλυκόπικρη ιστορία για τον αυτισμό, την εφηβεία, την οικογένεια, τα μαθηματικά και τα χρώματα.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών έχει επιλέξει έναν διαλεχτό θίασο: Γιάννη Νιάρρο, Μαρία Καλλιμάνη, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Θέμη Πάνου κ.α

Παράλληλα, στη Θεσσαλονίκη και τη νεανική σκηνή του Κ.Θ.Β.Ε. η Ελεάνα Τσίχλη σκηνοθετεί ίδιο έργο στοχοπροσανατολισμένο για το εφηβικό κοινό.

Τον ρόλο του Κρίστοφερ έχει αναλάβει ο Βασίλης Ντάρμας, ο οποίος υποδύεται έναν «ιδιόρρυθμο» δεκαπεντάχρονο του οποίου το μυαλό του λειτουργεί μ’ έναν δικό του, ιδιαίτερο τρόπο. Ξέρει πάρα πολλά για τα μαθηματικά και πολύ λίγα για τους ανθρώπους. Του αρέσει να φτιάχνει χάρτες και σχεδιαγράμματα, είναι εκπληκτικός αριθμομνήμων, λατρεύει τα αστυνομικά μυθιστορήματα και την αστρονομία. Δεν ανέχεται να τον αγγίζουν και δεν μπορεί να πει ψέματα. Ένα βράδυ βρίσκει νεκρό τον σκύλο της γειτόνισσάς του κι αποφασίζει να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Αυτή η αναζήτηση τον παρασέρνει σε μονοπάτια δύσβατα, αλλά τον οδηγεί, κιόλας, στη χαμένη από καιρό μητέρα του. Καλείται τώρα να ξεδιαλύνει παραπανίσια μυστήρια, εκείνα του κόσμου των μεγάλων, πολύ πιο περίπλοκα από το απλό: «Ποιος σκότωσε τον σκύλο».

Τελειώνει η μια εκδοχή… ξεκινάει η επόμενη

enta gabler texnes plus

Πριν λίγες μέρες έριξε αυλαία η «Hedda Gabler» στο Μπάγκειον σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου. Παράλληλα το ίδιο έργο του Ίψεν έχει ήδη ανέβει και παίζεται με τον γνωστό ελληνικό τίτλο στο «Έντα Γκάμπλερ» στο θέατρο Κάτω από τη Γέφυρα σε σκηνοθεσία Γιάννη Δρίτσα.

H kyra tis thalassas 1 1021x580

Ίδιο έργο από την ανθολογία του Νορβηγού συγγραφέα, επέλεξαν κι η Δανάη Σπηλιώτη με την Βαλεντίνη Λουρμπά. Ο λόγος για την «Κυρά της Θάλασσας». Η πρώτη παρουσίασε το έργο για λίγες παραστάσεις και δεύτερη σεζόν στο Tempus Verum, ενώ η δεύτερη κάνει πρεμιέρα σε λίγες μέρες στο θέατρο Εκάτη.

 TσPatroklos Skafidas 2660

Τέλος, λίγο πριν την εκπνοή της παράστασης «Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε», σε σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού στο Studio Κυψέλης, έκανε πρεμιέρα του ίδιο έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου, στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μ’ έναν εξαιρετικό θίασο και τον ίδιο τον σκηνοθέτη επί σκηνής!

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

«Θέλω να μείνω και εγώ στην ιστορία».

Πώς είναι τα παιδιά σήμερα; «Φανταστικά!» αναφωνεί ο Ορέστης Τζιόβας ως Μιγκέλ, «Ακόμη πιο φανταστικά», συμπληρώνει ο Πάτρικ του Σταύρου Σβήγκου. Η κυρία Κ. (Νικολέτα Παπαδοπούλου), ένα ρομπότ τελευταίας τεχνολογίας, έχει μπει στο ξεχωριστό δωμάτιό τους, στο ίδρυμα, όπου ζουν έγκλειστοι τα τελευταία δέκα χρόνια και τους σερβίρει, για μια ακόμη μια μέρα, το μεσημεριανό τους σε χρωματιστά χαπάκια. Το μοβ χαπάκι, είναι κιμάς, το κίτρινο μακαρόνι, ενώ κάθε γεύμα περιλαμβάνει κι ένα χαπάκι –σαλάτα.

Οι δύο τους μοιάζουν να περιμένουν κάτι, σαν τον Βλαδίμηρο και τον Εστραγκόν του Μπέκετ στο «Περιμένοντας τον Γκοντό».

Έξω, μαίνεται πόλεμος, ο κόσμος έχει χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, της Ευρασίας και της Αμερικής, κι ένας πύραυλος απειλεί να τον καταστρέψει.

Οι δύο ήρωες αποφασίζουν να παραβούν τους κανόνες του ιδρύματος, να πάρουν και πάλι στα χέρια τους τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αντικείμενο από το οποίο προσπαθούν να απεξαρτηθούν, και να γράψουν την ιστορία με τον δικό τους τρόπο.

Έτσι, από έγκλειστοι τρόφιμοι θα γίνουν δύο Θεοί και θα ξαναγράψουν την ιστορία με τον δικό τους μοναδικό τρόπο. Στόχος τους να γίνουν γνωστοί στις επόμενες γενιές που θα κατοικήσουν τον πλανήτη.

Όσο μεγαλόπνοο κι αν είναι, όμως, το σχέδιό τους υποκύπτει, τελικά, στην ανθρώπινη ματαιοδοξία. Άλλωστε οι δύο φίλοι, στη διάρκεια της αναζήτησης στοιχείων για το φιλόδοξο έργο τους, ανακαλύπτουν ότι η διάσωση των ιστορικών δεδομένων είναι υπόθεση άκρως υποκειμενική. Κι άκρως διασκεδαστική βέβαια. Όσο για τα θρησκευτικά δόγματα, οι ορθολογικές εξηγήσεις περισσεύουν τόσο πολύ, ώστε ακόμα κι οι ίδιοι μπορούν να εμφανιστούν στην Ιστορία ως Θεοί. Ο κόσμος έχει πιστέψει και χειρότερα…

DyoTheoi 3aDomniki Mitropoulou

Στη διάρκεια της εργασίας τους ακόμα κι ο άλλοτε σκληρός διευθυντής (Σωκράτης Πατσίκας) θα υποταχθεί μπροστά τους για να πάρει μια θέση στην ιστορία και να γίνει ο Τζόνυ Βαΐσμίλερ. Ενώ ο φοβισμένος Τζο (Παύλος Παυλίδης) θα γίνει ο δίαυλος των αιτημάτων των υπολοίπων «παιδιών» του Μπάμπη του Χοντρού, ο οποίος θέλει να γίνει ο Σωκράτης, του Ζήρο-Ζήρο, ο οποίος διεκδικεί τον Σοπέν και του Έντυ του Γιατρού, ο Παστέρ.

Αυτή η αλληγορία του σήμερα, δύο δεκαετίες μετά τη συγγραφή του έργου, από τον Λένο Χρηστίδη, μας κάνει να σκεφτούμε το κλισέ: «πιο σύγχρονο από ποτέ» ανεβαίνει στο θέατρο Ροές και σε σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη.

Έργο που τιμήθηκε με το «Βραβείο Κουν»,ανέβηκε για πρώτη φορά σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, εγκαινιάζοντας τον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και πριν οκτώ χρόνια το είδαμε και στο Studio Μαυρομιχάλη σε σκηνοθεσία του Φώτη Μακρή.

Ο Παντελής Δεντάκης στήνει μια ενδιαφέρουσα παράσταση. Δουλεύει με προσήλωση πάνω στους ελλειπτικούς διαλόγους του έργου, αναδεικνύοντας, αβίαστα, το μαύρο χιούμορ του, χωρίς να υπογραμμίζει τα αυτονόητα, αλλά δίνοντας στο κοινό τροφή για σκέψη.

Αρωγοί του σ’ αυτή την προσπάθεια είναι το άκρως λειτουργικό κι εμπνευσμένο σκηνικό του Νίκου Δεντάκη, το οποίο μαζί με τα έξυπνα κουστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη και τους φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη συνθέτουν ένα γοητευτικό σύμπαν, συνεισφέροντας με θετικό πρόσημο στο εικαστικό κομμάτι της παράστασης.

Η παράσταση, όμως, οφείλει αδιαμφισβήτητα την επιτυχία της στη δυνατή πεντάδα των ηθοποιών της, την οποία κίνησε λειτουργικά, μέσα στον περιορισμένο χώρο, η Σεσίλ Μικρούτσικου.

Ο Σταύρος Σβήγκος κι ο Ορέστης Τζιόβας με υποκριτική άνεση και σκηνική χημεία γίνονται ένα δυναμικό ντουέτο, το οποίο αναδεικνύει τις κωμικές σκηνές του έργου, αποφεύγοντας τον σκόπελο της υπερβολής. Οι συνέπειες του ιδρυματισμού υπάρχουν στις συμπεριφορές τους, αλλά, εντέχνως, οι δύο ηθοποιοί δεν τις βάζουν στο επίκεντρο, μετατρέποντας του ήρωες τους, σ’ ανθρώπους της διπλανής πόρτας.

Ο Σωκράτης Πατσίκας με τη γνώριμη σκηνική του πληθωρικότητα πείθει στον ρόλο του Διευθυντή, ο οποίος δίνει τα πάντα για μια θέση στην ιστορία.

Ο Παύλος Παυλίδης, με αμεσότητα, υποκριτική ευστροφία κι εξαιρετική κινησιολογική ικανότητα κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον κερδίζοντας το γέλιο του κοινού άμα τη εμφανίσει.

Απολαυστική κι η κυρία της παρέας, η Νικολέτα Παπαδοπούλου, αντιμετώπισε τον ρόλο του ρομπότ, της κυρίας Σίγμα, μ’ έναν ευφυή κι ευαίσθητο τρόπο, αναδεικνύοντας μια σημαντική προέκταση του κειμένου: πώς ένα εξελιγμένο ανδροειδές, μπορεί να έχει βαθύτερα συναισθήματα από τους ανθρώπους.

Ένα σύγχρονο σκηνικό ανέβασμα, που διασκεδάζει, ενώ παράλληλα προβληματίζει με την μοναδική ειρωνεία και τον σαρκασμό του, καλώντας μας να δούμε κατάματα στον καθρέφτη.

 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη
 
Σε διπλό θεατρικό ταμπλό συναντάμε, αυτή τη σεζόν, την Ειρήνη Μελά. Η ταλαντούχα ηθοποιός υποδύεται τη μάνα στο ομώνυμο σκοτεινό παραμύθι για ενηλίκους του Σταμάτη Πακάκη στο Faust. Παράλληλα, βρίσκεται σε εντατικές πρόβες για την παράσταση «Η εξομολόγηση της υπηρέτριας Τσερλίν» του Χέρμαν Μπροχ, σε σκηνοθεσία Μαρώς Τριανταφύλλου στο Studio Μαυρομιχάλη (Πρεμιέρα 19/11).
Το κείμενο συναντάμε στο πέμπτο κεφάλαιο του εμβληματικού και τραγικά επίκαιρου μυθιστορήματος «Οι αθώοι», το οποίο έγραψε ο  Μπροχ, έναν χρόνο πριν πεθάνει το 1950.
Λίγες μέρες, πριν φορέσει το κουστούμι της μοχθηρής κι ανταγωνιστικής υπηρέτριας με την πολύπλοκη προσωπικότητα, Τσερλίν, η ηθοποιός μίλησε στο texnes-plus για τον φασισμό, την ελευθερία της βούλησης κι όλα όσα σημαίνει για την ίδια αυτός ο ρόλος. 
«Ο  κάθε ένας μας κρύβει έναν μικρό ή μεγάλο φασίστα μέσα του. Το κτήνος μέσα μας.  Το θέμα είναι πόσο θέλει ο κάθε ένας να "θρέψει" αυτό το κτήνος ή να το αφήσει να πεινάσει και να σβήσει σιγά- σιγά», σημειώνει μεταξύ άλλων η ηθοποιός.
 tserlin 2 texnes plus
 
Το έργο διαδραματίζεται τη δεκαετία του ’30, λίγο πριν ανέβει στην εξουσία ο Χίτλερ – όταν οι άνθρωποι δεν συμμετείχαν στα πολιτικά δρώμενα, καθώς ήθελαν την ησυχία τους. Πόσο μοιάζει αυτή τους η στάση με την σημερινή κατάσταση στη χώρα μας;
 
Ειρήνη Μελά: Δυστυχώς, τώρα, μοιάζει πολύ. Δεν ήταν έτσι πριν λίγο καιρό...  Με το σύστημα που κυβερνούσε τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, με τις τόσες αδικίες στον άνθρωπο, με την τρομοκρατία προς τον άνθρωπο, την άνοδο φασιστικών συμμοριών, την άνιση κατανομή του πλούτου, την ανεργία - θα μπορούσα να περιγράφω και να συνεχίσω να γράφω για αυτήν την άδικη ζωή που ζούσαμε - ο κόσμος είχε αρχίσει να δυσανασχετεί και να "επαναστατεί",  τουλάχιστον, στη σκέψη του για μια άλλη πιο δίκαιη καθημερινότητα και ζωή.  Η "αριστερά" ή οι άνθρωποι με αριστερή σκέψη ξεσηκώθηκαν και πάλεψαν για κάτι καλύτερο. Δυστυχώς, αυτό το καλύτερο - στον βαθμό που θα θέλαμε - δεν ήρθε. Δεν θα μπω στη διαδικασία του «ποιος φταίει και τι θα μπορούσε να γίνει», «τι έφταιξε» κ.τ.λ. αυτό είναι μεγάλη κουβέντα. Πάντως δεν ήταν αυτό που πίστεψε, ή που οραματίστηκε, ή που φαντάστηκε ο περισσότερος κόσμος.  Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να "καθίσει" ο κόσμος. 
Τώρα, λοιπόν, αυτό που λέτε στην ερώτησή σας να "μην συμμετέχει στα πολιτικά δρώμενα" συμβαίνει.  Είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε μια κοινωνία. Να μην ενδιαφέρεται, να "μην ασχολείται" . Αυτό δίνει χώρο στο θηρίο που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος να φανερωθεί. Στον φασισμό.  Με τη γενική του τρομακτική έννοια, αλλά και με την ατομική του έννοια. Ο  κάθε ένας μας κρύβει έναν μικρό ή μεγάλο φασίστα μέσα του. Το κτήνος μέσα μας. Το θέμα είναι πόσο θέλει ο κάθε ένας να "θρέψει" αυτό το κτήνος ή να το αφήσει να πεινάσει και να σβήσει σιγά- σιγά.
 
Φοράτε το κοστούμι της υπηρέτριας στην παράσταση «Η εξομολόγηση της υπηρέτριας Τσερλίν» και μεταμορφώνεστε  σε μια γυναίκα που σκορπίζει κακό και  καταστρέφει ζωές. Πως προσεγγίσατε μια τόσο ακραία ψυχοσύνθεση;
 
Ειρήνη Μελά:  Δεν ήταν πολύ δύσκολο να την προσεγγίσω και να την καταλάβω για να μπορέσω, τελικά, να την ερμηνεύσω.  (Το δύσκολο και το στοίχημα είναι κατά πόσο την ερμηνεύω καλά τελικά  ως ηθοποιός εννοώ). Είναι μια γυναίκα, η οποία υπάρχει γύρω μας. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει, όσο ισχύει αυτό που είπα πιο πάνω κι όσο η παιδεία αυτού του τόπου είναι στο επίπεδο που είναι.  Για το τι είμαστε, τι γινόμαστε τελικά, ευθύνεται η παιδεία ενός τόπου. Σύμφωνα με αυτήν την παιδεία μεγαλώνει μια μάνα το παιδί της, ένας πατέρας, ένα σχολείο, μια θρησκεία, μια κοινωνία, μια πολιτική. Είναι πια στο χέρι του κάθε ενός να μορφωθεί πραγματικά κι από πηγές αμερόληπτες, να καλλιεργήσει τον εαυτό του και να θέλει να αναδείξει τη φωτεινή πλευρά του ανθρώπου κι όχι την σκοτεινή. 
Η "ΤΣΕΡΛΙΝ" δεν κάνει αυτό. Το αντίθετο, ακριβώς, κάνει. Μένει μέσα στον μικρόκοσμο του σπιτιού, στους "τοίχους της" και παλεύει να ζήσει μέσα από τις ζωές των άλλων. Των "καλύτερων" κατά τη δική της άποψη.  Οι "καλύτεροι" γι’  αυτήν είναι όσοι έχουν εξουσία. Πολιτική, κοινωνική, χρηματική. Θέλει να τους εξουσιάσει, λοιπόν, αυτούς και να πάρει τη θέση τους. Να συνεχίσει να είναι το ίδιο πράγμα μ’ αυτούς όμως. Απλά να πάρει τη θέση τους.  Δεν έχει φυσικά ταξική συνείδηση. Μόνο να καταστρέψει και να πάρει την εξουσία θέλει. Την εξουσία του σπιτιού, όμως. Τόσο φτηνές είναι οι επιθυμίες της.  Θέλει να γίνει η "κυρία" του σπιτιού στη θέση της κυρίας της. Είναι, λοιπόν, "ανθρώπινα" όλα αυτά κι έτσι ένας ηθοποιός μπορεί να τα προσεγγίσει, αν έχει εξασκήσει την παρατηρητικότητα του, τη γνώση του και την πολιτική του σκέψη. Μετά "ψαχουλεύει" στις πιο κρυφές πτυχές μέσα του και στις πιο σκοτεινές και πάντα βρίσκει κάπου να "ακουμπήσει" στον ρόλο. Σημαντικός ο ρόλος του σκηνοθέτη, όμως. Καθοριστικός. Η ανάλυση που κάναμε με τη Μαρώ Τριανταφύλλου, η οποία σκηνοθετεί την παράσταση ήταν εξαιρετική από πλευράς της. Με καθοδήγησε στο κάθε βήμα μου. 
 
«Οὐδεὶς ἑκὼν κακός» υποστήριζε ο  Σωκράτης στα πλαίσια μιας αρχαίας ελληνικής ηθικής. Το πιστεύετε  αυτό και για την Τσερλίν; 
 
Νομίζω ότι η "ΤΣΕΡΛΙΝ", "βάζει" δικαιολογίες για κάθε πράγμα που κάνει για να μην πιστέψει πόσο διεστραμμένος είναι ο χαρακτήρας της, οι σκέψεις της κι οι πράξεις της. Ο πόθος της για εξουσία είναι τόσο μεγάλος που της χρειάζεται κάτι τέτοιο. Αυτό δεν κάνουν όλοι, όμως, όσοι έχουν φασιστικές συμπεριφορές;  Βλέπουμε μέσα στο έργο, πάντως, κάποια "φωτεινά" σημεία του μυαλού της. Κάποια αποφθέγματα που λέει η ίδια για τη ζωή, κάποιες φορές, κάποιες σοφίες, που σε ξαφνιάζουν! Εκεί έρχεσαι και λες ότι έχει ή είχε τις προδιαγραφές για να γίνει ένα φωτεινό πλάσμα, γιατί καταλήγει έτσι; Γιατί επιλέγει να καταλήξει έτσι; Αυτό το ζοφερό, καταστροφικό πλάσμα, οπότε καταλήγω, πάλι, στο ότι κάποιος επιλέγει να γίνει "κακός"  και βάζει τις δικαιολογίες του. Μένει στην αμάθειά του, στην ημιμάθειά του και στο βόλεμά του, γιατί αυτό τον συμφέρει. Αλλιώς, πάλι, θα αναφερθώ στην ευθύνη της πολιτείας και της παιδείας. 
 
Οι ήρωές του Χέρμαν Μπροχ, βυθισμένοι στις προσωπικές τους ιστορίες, ερωτεύονται, ζηλεύουν, θυμούνται, επιτίθενται ο ένας στον άλλον και παραμένουν θεατές των εξελίξεων. «Αθώοι» για ό,τι συμβαίνει γύρω τους, άρα συνένοχοι στην επερχόμενη βαρβαρότητα. Πόσο ένοχοι είμαστε, όταν γινόμαστε απαθείς θεατές των γεγονότων; 
 
 Φυσικά κι είμαστε ένοχοι. Πολύ ένοχοι και καθόλου αθώοι. Είμαστε το πρόσωπο της αυριανής κοινωνίας. Φέρουμε στον κόσμο παιδιά, τα οποία αύριο θα είναι ενήλικες, θα πρέπει να αποφασίσουν για τη ζωή που θέλουν, θα πρέπει να φτιάξουν τον κόσμο που θέλουν. Αυτό το "θέλουν" το διαμορφώνουμε εμείς. Είμαστε, καλώς ή κακώς, το παράδειγμα. Αν είμαστε απαθείς και θεατές θα φτιάξουμε μια απαθή και γεμάτη θεατές κοινωνία, όπου άλλοι θα κινούν τα νήματα για μας κι εμείς, απλά, θα δυσανασχετούμε.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια αύξηση των ποσοστών των ακροδεξιών κομμάτων παγκοσμίως. Κατά τη γνώμη σας γιατί συμβαίνει αυτό, ενώ οι άνθρωποι γνωρίζουν την ιστορία. 
Ειρήνη Μελά:  Η αύξηση των ποσοστών των ακροδεξιών κομμάτων, παγκοσμίως, είναι γεγονός όπως και ο εκφασισμός της κοινωνίας μας.  Ο άνθρωπος έχει ξεχάσει πως είναι να ζει ελεύθερος. Να έχει την ελεύθερη βούληση.  Έμαθε να τον καθοδηγούν, τις περισσότερες φορές με σκληρότητα, με απολυταρχικότητα. Έζησε δικτατορίες, φασισμούς. Δεν θυμάμαι να έζησε ελεύθερα. Αυτό αν έγινε, έγινε πολύ- πολύ παλιά. Ο άνθρωπος στα δύσκολα ανατρέχει  σ’ αυτό που ξέρει, σ’ αυτό που του είναι οικείο. Στην "ασφάλειά" του. Πως να διαχειριστεί κάτι που του είναι άγνωστο;  Η ελευθερία είναι άγνωστη. Δεν ξέρει τι να την κάνει.  Επιλέγει,  λοιπόν, τη  σκληρότητα που γνωρίζει,  που έχει και κάποια καλά, κατά την κρίση του.  "Θέλει αρετήν και τόλμη η ελευθερία…" 
tserlin 3 texnes plus
 
Στην παράστασή σας προβήκατε σε μια μικρή «αυθαιρεσία», όπως δηλώνει η σκηνοθέτις σας: καθώς αντικαταστήσατε τον ακροατή της Τσερλίν με μια κυρία, η οποία τραγουδά και αδιαφορεί για την Τσερλίν. Πόσο επηρέασε η παρουσία της την ερμηνεία σας;
 Είναι μια "αυθαιρεσία" πολύ έξυπνη και πολύ χρήσιμη για την παράσταση που αναδεικνύει αυτό που θέλει να αναδείξει η σκηνοθέτις, η Μαρώ. Η "κυρία που τραγουδά και αδιαφορεί" είναι η ίδια η αστική τάξη. Μια συγκεκριμένη αστική τάξη που βοήθησε, στήριξε κι αυτή πολύ στην άνοδο του φασισμού.  Η παρουσία, λοιπόν, αυτή όχι μόνο βοήθησε κι επηρέασε την ερμηνεία μου ως ηθοποιό, αλλά νομίζω ότι την αναδεικνύει κιόλας. Επίσης, να πω εδώ ότι η Αιμιλία Ράπτη, η οποία υποδύεται αυτήν την "κυρία" είναι εξαιρετική κι έχει υπέροχη φωνή.
 
Δεν είναι η πρώτη φορά που σας σκηνοθετεί η Μαρώ Τριανταφύλλου. Μιλήστε μας γι’ αυτήν τη συνεργασία. 
 
 Ναι, δεν είναι η πρώτη μας φορά. Με τη Μαρώ έχουμε πολύ καλή χημεία. Ως καλλιτέχνες και ως άνθρωποι. Αυτό είναι υπέροχο, όταν συμβαίνει στο θέατρο.  Είναι πολύ σημαντικό για μένα να "μιλάω την ίδια γλώσσα" με τους ανθρώπους, με τους οποίους που συνεργάζομαι στο θέατρο. Να έχουμε κοινούς ηθικούς, αξιακούς κώδικες κατ’ αρχήν. Όταν βλέπεις ότι μέσα σ’ αυτά έρχεται να προστεθεί κι ίδια "ματιά" στο θέατρο και στο γιατί κάνει κανείς θέατρο, τότε νιώθεις τυχερός.  Η Μαρώ έχει μια βαθειά γνώση πάνω στην λογοτεχνία, κάνει μια εξαιρετική ανάλυση χαρακτήρων - ρόλων και καθοδηγεί με ακρίβεια τον ηθοποιό.  "Παίζει" με εναλλαγές συναισθημάτων μέσα στην ίδια πρόταση.  Πολλές φορές στη ζωή μας αλλιώς ξεκινάμε να πούμε κάτι και μέσα στην ίδια πρόταση αλλιώς καταλήγουμε. Με διαφορετικά συναισθήματα εννοώ. Αυτό το ξέρει πολύ καλά να το δουλεύει η Μαρώ κι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον για μένα από τη θέση του ηθοποιού. Αναδεικνύεται το κείμενο έτσι κι αυτό που θέλει να πει ο συγγραφέας. Τίποτα δεν είναι μονότονο, ίδιο σε εκφορά λόγου, όλα "ισορροπούν" σε μια "ανισορροπία" συναισθημάτων.  Πιστεύω και αγαπώ τη Μαρώ. Το λέω γιατί το ξέρει κι η ίδια. Ονειρευόμαστε και "μαγειρεύουμε" κι άλλα πράγματα για το θέατρο που τόσο αγαπάμε και οι δυο. 
 
mela mana texnes plus
Σας βλέπουμε και στην παράσταση «ΜΑΝΑ» στο Faust. Πείτε μας λίγα λόγια και γι’ αυτή την παράσταση. 
 
 Στο "ΜΑΝΑ" του Σταμάτη Πακάκη ερμηνεύω τη Μάνα.  Μια Μάνα ιδέα, με όλα της τα αρνητικά και κάποια θετικά.  Ίσως, ελάχιστα θετικά. Ο Σταμάτης είναι ένας νέος ταλαντούχος άνθρωπος. Έχω χαρεί τόσο που τον έχω γνωρίσει και που συνεργάζομαι μαζί του. Είναι αυτό που λέμε η "ελπίδα" που φορτώνουμε τους νέους.  Όμως αυτό το παιδί είναι πράγματι ταλαντούχο και πιστεύω πως θα κάνει εξαιρετικά πράγματα στην τέχνη του.  Η παράσταση "ΜΑΝΑ" είναι ένα σκοτεινό παραμύθι για ενήλικες. Το έχει γράψει ο Σταμάτης, το έχει σκηνοθετήσει, έχει γράψει στίχους και μουσική και στην παράσταση υποδύεται τον "Υπνο".  Δεν θέλω να πω κάτι περισσότερο, απλά προσκαλώ και προκαλώ τον κάθε έναν να έρθει να δει αυτήν την παράσταση.  Κάθε Παρασκευή στις 9, λοιπόν, στο θέατρο Faust.
 
Επόμενα επαγγελματικά σχέδια υπάρχουν;
 
Επόμενα επαγγελματικά σχέδια; Προς το παρόν δεν κάνω σχέδια. Είναι μια πολύ γεμάτη και δημιουργική περίοδος για μένα θεατρικά και την απολαμβάνω.  Πρέπει να μένουμε στη "στιγμή" και να την γευόμαστε. Να μην τρέχουμε, να μην προσπερνάμε στιγμές, καταστάσεις κι ανθρώπους σ’ αυτήν την ζωή. Είναι τόσο μικρή για κάτι τέτοιο και δεν της αξίζει!
 
 
Η «ΜΑΝΑ» σε κείμενο και σκηνοθεσία του Σταμάτη Πακάκη, Παρασκευή στις 21:00 στο Faust. 
«Η εξομολόγηση της υπηρέτριας Τσερλίν» του Χέρμαν Μπροχ, σε σκηνοθεσία Μαρώ Τριανταφύλλου, κάνει πρεμιέρα στο Studio Μαυρομιχάλη στις 19 Νοεμβρίου κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15
 

 

«Εσύ, πρέπει να προχωρήσεις πολύ περισσότερο από εμένα, αλλιώς, ποιό το νόημα;» φράση, η οποία αν δεν έχει ακουστεί από τα χείλη κάθε μητέρας, έχει γίνει τόσο εμφανής με τη συμπεριφορά και τη στάση της, ακόμα κι ασυνείδητα, που πολύ συχνά νιώθεις το βάρος της να στοιχειώνει κάθε σου βήμα.

Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση μάνας, η οποία επενδύει υλικά και συναισθηματικά στα παιδιά της, ώστε αυτά να ζήσουν «καλύτερα» απ’ ότι εκείνη προβάλλοντας, ουσιαστικά, τα προσωπικά απωθημένα, τους στόχους και τα όνειρά της σε αυτά.

Αυτή η προσδοκία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, είναι ένα από τα βασικά θέματα του έργου «Μη σκοτώνεις τη μαμά» της Σαρλότ Κήτλυ, το οποίο ανεβαίνει στο θέατρο Olvio, σε μια ευέλικτη μετάφραση του Αλέξανδρου Κοέν.

Γραμμένο το 1985, πρωτοπαρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στο Contact Theatrer του Μάντσεστερ το 1987, αποσπώντας το βραβείο Royal Court / George Devine και το βραβείο Manchester Evening News για το καλύτερο νέο έργο.

Ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με μεγάλη επιτυχία, το 1995 από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, στη Θεσσαλονίκη (με τις Λυδία Φωτοπούλου, Ελένη Δημοπούλου, Έφη Σταμούλη, Κυριακή Ματσακίδου).

Στο θεατρικό έργο της Βρετανίδας συγγραφέως η σχέση μητέρας - κόρης μπαίνει στο επίκεντρο και ψυχογραφείται, λεπτομερώς, μέσα από καταστάσεις της καθημερινότητας. Παρακολουθούμε τέσσερις γενιές γυναικών - γιαγιά, μητέρα, κόρη κι εγγονή - που αλληλεπιδρούν μέσα στο πέρασμα του χρόνου, από τη δεκαετία του ’40 μέχρι τη δεκαετία του ’80, στην Αγγλία.

Μια επισκόπηση της γυναικείας ζωής, με τη μητρότητα, την καριέρα, την οικογένεια, τους έρωτες, τη σεξουαλική απελευθέρωση και, πάνω απ’ όλα, το παιδί που κρύβει μέσα της, να προβάλλονται αποσπασματικά, φωτίζοντας παράλληλα τις σχέσεις, που δημιουργούνται μέσα στα χρόνια. Στο έργο δεν υπάρχει χρονολογική σειρά. Μεταφερόμαστε από το μέλλον στο παρελθόν κι αντίστροφα με πολλές εγκιβωτισμένες αφηγήσεις.

Το ζήτημα του χρόνου κι η σκηνοθετική προσέγγισή του είναι ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα της σκηνοθεσίας. Η Ρέινα Εσκενάζυ, όμως, παρά την τηλεοπτική και κινηματογραφική της εμπειρία, μοιάζει αμήχανη στη διαχείριση της κινηματογραφικής δομής του έργου.

Έτσι τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των σκηνών, έχουν μεγάλη διάρκεια, κουράζουν τον θεατή δίνοντας την αίσθηση, ότι ακόμα κι οι τέσσερις ηθοποιοί μπαινοβγαίνουν στην παράσταση με άγχος, χάνοντας χρόνο στο πολλαπλό ερμηνευτικό στοίχημα του κατακερματισμού των ηρωίδων τους και στην απόδοση των συναισθηματικών απαιτήσεων της κάθε ηλικίας, που καλούνται να υποδυθούν .

Ο χρόνος προσχεδιασμού στερεί από την παράσταση τη ροή της κι η απουσία σκηνοθετικής λύσης για ένα έργο τέτοιας δομής, μοιραία, επηρεάζει αρνητικά το συνολικό αποτέλεσμα.

Αντίθετα, η επιλογή των ηθοποιών, μάλλον, σώζει την κατάσταση: η Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, η Πέγκυ Σταθακοπούλου, η Ισιδώρα Δωροπούλου κι η Ελίνα Γιαννάκη μοιάζουν να δένουν ως ομάδα και, παρά τις επιμέρους υπερβολές κι υποκριτικές εξάρσεις, δίνουν ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα, με την πρώτη να ξεχωρίζει για τη δωρικότητα της ερμηνείας της.

Τα σκηνικά του Μιχάλη Σδούγκου είναι λειτουργικά χωρίς, όμως, να δίνουν μια ουσιαστική σκηνογραφική πρόταση. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τα κουστούμια. Η αισθητική ακόμα και των σκηνικών αντικειμένων, όπως για παράδειγμα του παιδικού καροτσιού ή του χαρταετού, μοιάζει φτωχή και πρόχειρη.

Ακόμα κι οι μουσικές επιλογές, όπως το «All we need is love», δεν έχουν σαφή προσανατολισμό, σαν να επιστρατεύονται, απλώς, για να καλύψουν τα χρονικά κενά.

Όλα τα παραπάνω κάνουν ένα έργο, που σ’ άλλη περίπτωση θα μπορούσε να μας αφορά, να μοιάζει σαν συμπαθητικό μελόδραμα, μιας ιστορίας, την οποία έχουμε δει και διαβάσει, πάρα πολλές φορές. Η ανύπαντρη κόρη, μετά από πιέσεις της μητέρας της να βάλει σε προτεραιότητα την καριέρα της, της παραδίδει το τριών μηνών βρέφος της, όπου το παιδί μεγαλώνει θεωρώντας τη γιαγιά του ως μητέρα του. Μετά από χρόνια η μητέρα-γιαγιά πεθαίνει κι εκείνη ανακαλύπτει τυχαία σε κάποια έγγραφα το πιστοποιητικό της γέννησής της.

Μέσα στη λέξη μητέρα ακούγεται η λέξη τέρας αλλά και το μη, το αποτρεπτικό του τέρατος, η ασφάλεια από την απειλή, όπως και στο mother ακούγεται το other, το άλλο, ένα άλλο που, όμως, είναι σε συνεχή γειτνίαση με το όμοιο.

Η σχέση με τη μητέρα μας δεν συνίσταται μόνο από το εδώ και το τώρα, από το τρέχον, από το παρόν, το πιο καθοριστικό της κομμάτι έχει να κάνει με ό,τι παραμένει ψυχικά ενεργό από το παρελθόν.

Όλες αυτές τις ισορροπίες ζωής, που δομούν τη πιο σημαντική σχέση της ζωής μας, δεν καταφέραμε να τις δούμε στο έργο της Σαρλότ Κήτλυ. Με τον τρόπο που ανεβαίνει η παράσταση στο Olvio, ο θεατής εισπράττει μόνο ένα πρώτο επίπεδο, τελείως, επιφανειακό.

 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

Η ιστορία της πάντα συγκινεί, όχι μόνο για το αδιαμφισβήτητο ταλέντο της στην όπερα, αλλά και για την πολυτάραχη ζωή της, καθώς και για τον κατά πολλούς, αδιευκρίνιστο θάνατό της. Τέσσερις δεκαετίες μετά τον θάνατό της, η ζωή και το έργο της Μαρίας Κάλλας συνεχίζουν να απασχολούν όλες τις μορφές Τέχνης και, φυσικά, το θέατρο.

Πέρσι, είδαμε μια ενδιαφέρουσα έκθεση «Maria Callas Αιώνια Πηγή Έμπνευσης» στο Ίδρυμα Ευγενίδου, η οποία έκλεισε με μια δημοπρασία με στόχο τα έσοδά της να βοηθήσουν το νέο μουσείο «Μαρία Κάλλας», τα εγκαίνια του οποίου αναμένονται το 2019, με στέγη στο τετραώροφο νεοκλασικό κτίριο 1.070τ.μ., επί της οδού Μητροπόλεως 44, ιδιοκτησίας του Δήμου Αθηναίων.

Τον Ιανουάριο του 2018, στο Θέατρο Αργώ ανέβηκε με τη σκηνοθετική υπογραφή της διακεκριμένης Ελληνίδας υψιφώνου, Τζένης Δριβάλα, η παράσταση «Κάλλας: Η Ζωή μου, η Τέχνη μου».

Τη φετινή σεζόν, η ζωή της απόλυτης ντίβας του λυρικού θεάτρου, θα απασχολήσει τρεις σκηνές της πόλης με έργα που εστιάζουν σε διαφορετικές ιστορίες φανταστικές και μη.

 naupliotou kallas texnes plus

Το «MasterClass» και η απίστευτη μεταμόρφωση της Μαρίας Ναυπλιώτου

Το θεατρικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα TerrenceMcNally, βασισμένο στο περίφημο σεμινάριο της Μαρία Κάλλας στη Μουσική Σχολή Τζούλλιαρντ της Νέας Υόρκης στις αρχές της δεκαετίας του '70, είδαμε για πρώτη φορά στη χώρα μας, πριν 20 χρόνια σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη και μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη, με την Κάτια Δανδουλάκη στον ρόλο της Κάλλας.

dandoulaki kallas texnes plus

Η Κάτια Δανδουλάκη ως Μαρία Κάλλας

Από τις 9 Νοεμβρίου στο νέο «Μικρό Χορν» (πρώην Αμιράλ) τον ομώνυμο ρόλο αναλαμβάνει η Μαρία Ναυπλιώτου σε μια παράσταση που φέρει την υπογραφή του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου. Η καλλιτεχνική τους συνεύρεση αλλά κι η εντυπωσιακή μεταμόρφωση της ηθοποιού (με το μακιγιάζ του Αχιλλέα Χαρίτου και τα κουστούμια του Βασίλη Ζούλια) μας έχουν, ήδη, δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες. Η παράσταση θα ανέβει με νέα μετάφραση του Στρατή Πασχάλη.

Με ραγισμένη φωνή και καρδιά η Μαρία Κάλλας, στα χρόνια του '70, λίγο μετά το γάμο του άλλοτε πολυαγαπημένου της Ωνάση με τη Τζάκι Κέννεντι και τη δική της εμβληματική εμφάνιση στην άτυχη, ωστόσο, εμπορικά κινηματογραφική «Μήδεια» του τραγικού Παζολίνι, που η ίδια τον ερωτεύτηκε απελπισμένα, η μεγάλη αοιδός αποφασίζει να δώσει αυτά τα μαθήματα φωνητικής σε νέους τραγουδιστές. Κινήσεις απόγνωσης λίγο πριν την καταβάλει η κατάθλιψη και τη θερίσει πρόωρα ο θάνατος, πριν καν κλείσει τα πενήντα τέσσερα χρόνια της. Τα μαθήματα αυτά μαγνητοσκοπούνται κι οι φωτογραφίες της ίδιας, με παντελόνια και γυαλιά να διδάσκει, κάνουν τον γύρο του κόσμου.

Τον ρόλο της Μαρίας Κάλλας, έχουν ερμηνεύσει στο παρελθόν: η Φαίη Ντάναγουέι, αλλά κα η Φανή Αρντάν στο Παρίσι σκηνοθετημένη από τον Ρομάν Πολάνσκι.

kallas vembo texnes plus

«ΑΚΡΟΠΟΛ ’61-Κάλλας –Βέμπο»: Μια συνάντηση που δεν έγινε ποτέ

Ο Βασίλης Αναστασίου εμπνέεται από τις δύο κυρίες και γράφει, ενώ παράλληλα σκηνοθετεί την παράσταση στο Half Note Jazz Club, από την Τρίτη 13 Νοεμβρίου και κάθε Τρίτη.

Στη σκηνή θα παρακολουθήσουμε μια φανταστική συνάντηση της Μαρίας Κάλλας, φωνή του κόσμου, με τη Σοφία Βέμπο, φωνή της Ελλάδας, μια βραδιά με διαδηλώσεις για το «Ένα-Ένα Τέσσερα»- «Βία και νοθεία», στο πιάνο – μπαρ του ξενοδοχείου της οδού Πατησίων “Ακροπόλ Παλλάς”.

Στο μπαρ του θρυλικού ξενοδοχείου ο πιανίστας παίζει ένα νωχελικό σκοπό . Απ΄ έξω ακούγονται συνθήματα μιας διαδήλωσης που πλησιάζει. Σε λίγο εισβάλλει στο μπαρ μια κυρία φανερά αναστατωμένη κι έπειτα μια άλλη…

Έτσι, μια σημαντική βραδιά του ’61 η Κάλλας θα συναντήσει τη Βέμπο. Οι άριες της ντίβας θα δέσουν αρμονικά με τα τραγούδια της μεγάλης ερμηνεύτριας. Δύο παράλληλοι δρόμοι που συναντώνται σε μια φανταστική συνάντηση. Μια βραδιά γεμάτη μουσική… Μια μουσική περιπέτεια ξεκινά.

Η σοπράνο Κάτια Πάσχου θα ερμηνεύσει την Μαρία Κάλλας κι η Αργυρώ Καπαρού, τη Σοφία Βέμπο.

 kallas monroe texnes plus

«Όταν η Κάλλας συνάντησε τη Μονρόε»: Ένας φανταστικός διάλογος για μια πραγματική συνάντηση

Η Μαρία Κάλλας κι η Μέριλιν Μονρόε είχαν συναντηθεί, στις 19 Μαίου του 1962, στα γενέθλια του Τζον Κέννεντυ στο Madisson Square Garden της Νέας Υόρκης. Η μέρα έχει περάσει στην ιστορία με το αισθησιακό Happy Βirthday Mr. President, που ερμήνευσε η ξανθιά ηθοποιός.

Λίγα γνωρίζουμε για το τι κουβέντες αντάλλαξαν, εάν αντάλλαξαν, οι δυο τους εκείνο το βράδυ. Τι θα μπορούσαν να είχαν πει δυο γυναίκες φαινομενικά εκ διαμέτρου αντίθετες;Τι σχέση μπορεί να έχουν οι παραπάνω ερωτήσεις με τη συνάντηση αυτών των δυο;

Από τον Ιανουάριο στο Bar του Θεάτρου «Άλφα. Ιδέα» η ομάδα Dots θα μας βάλει στο κλίμα αυτής της συνάντησης. Στην παράσταση θα δούμε τη Δανάη Σταματοπούλου και τη Τζελέπη Αναστασία.

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

Καταλαβαίνεις πόσο γενναιόδωρος και σπουδαίος είναι ένας καλλιτέχνης, όταν μετά από μια συνέντευξη μαζί του, σχεδόν αδυνατείς, να ξεχωρίσεις μόνο μια φράση του για τίτλο.

Η Πέγκυ Σταθακοπούλου, δεν δίνει συχνά συνεντεύξεις κι όταν το κάνει, προτιμά να το βλέπει σαν μια κουβέντα, όπου με απλότητα κι αφοπλιστική ειλικρίνεια σου αποκαλύπτει την αλήθειά της. Την ίδια αλήθεια, που επιδιώκει να ανανεώνει κάθε βράδυ στη σκηνή.

Φέτος, έρχεται αντιμέτωπη με δύο ρόλους στο θέατρο και πρωταγωνιστεί σε καθημερινή τηλεοπτική σειρά, μετά από μια δεκαετή απουσία από τη μικρή οθόνη. Μ’ αφορμή τη δυναμική της επιστροφή κάναμε μια κουβέντα για το θέατρο, την τηλεόραση, τους ρόλους, τους φόβους, τα φαινόμενα βεντετισμού, τη σχέση μητέρας-κόρης, την αγάπη, τα όνειρα, την υστεροφημία και την αυτογνωσία.

Παρόντες νοερά o Λευτέρης Βογιατζής , ο Μάνος Κατράκης , η Αλίκη Βουγιουκλάκη , η Βέρα Ζαβιτσιάνου , ο Αλέκος Αλεξανδράκης : «Μεγάλοι ηθοποιοί, που ήταν παιδιά, μαθητές που έτρεμαν για κάθε ατάκα» , όπως θα μου επισημάνει την ίδια, συνειδητοποιώντας από τα πρώτα της βήματα, ότι βλέπει «το θέατρο σαν κάτι ιερό, αλλά όχι σαν καριέρα ή τακτική» .

pegi stathakopoulou texnes plus2

Έχω την αίσθηση ότι δεν δίνετε συχνά συνεντεύξεις…

Αλήθεια είναι αυτό.

Γιατί;

Εδώ και αρκετά χρόνια, όταν δίνω μια συνέντευξη έχω περισσότερο την αίσθηση ότι κουβεντιάζω με κάποιον, παρά ότι υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες ερωτήσεις, οι οποίες πρέπει να απαντηθούν κάπως. Δηλαδή το σχήμα μιας κλασικής συνέντευξης, δεν μου πολύ αρέσει. Η κουβέντα, όμως, μου αρέσει. Δεν μιλάω συχνά, γιατί τα τελευταία χρόνια δεν δουλεύω κάθε σεζόν. Γενικότερα, πιστεύω, ότι δεν είναι πάντα κατάλληλη στιγμή να μιλάς είτε για τη δουλειά σου, είτε για τα προσωπικά σου. Υπάρχουν εποχές που δεν κομίζεις κάτι νέο και αυτό είναι κουραστικό και για σένα και για τους άλλους.

Κάνετε συχνά διαλείμματα, αλλά φέτος επιστρέψατε δριμύτερη με δύο θεατρικές παραστάσεις και μια καθημερινή σειρά!

Ναι, φέτος έγινε το αντίθετο. Η αλήθεια είναι ότι εδώ και πάρα πολλά χρόνια κάνω μεγάλα διαλείμματα κι όταν επιστρέφω συγκεντρώνομαι σ’ ένα πράγμα. Ανεξάρτητα μ’ αυτό που συμβαίνει φέτος, νομίζω ότι αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να δουλεύω, να αφοσιώνομαι σε ένα έργο και μέσα σ’ αυτό να ταξιδεύω.

Αυτή τη σεζόν, ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε δεν μπόρεσα να τους αντισταθώ. Πρώτα έγινε μια θεατρική πρόταση για το «Μη σκοτώνεις τη μαμά» και διαβάζοντας το έργο δεν μπορούσα να πω όχι. Το βρήκα εξαιρετικά τρυφερό κι επειδή και σε προσωπικό επίπεδο, μ’ αφορά η σχέση της μαμάς –κόρης, με συγκίνησε κι είπα έτσι απλά: «Θέλω!». Στην πορεία ήρθε η πρόταση του Μάνου Καρατζογιάννη γι’ αυτό το σπουδαίο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη («Ο ήχος του όπλου»), που δεν πιστεύω ότι μπορείς να πεις «όχι» σ΄ αυτό και σε συνδυασμό ότι η κάθε παράσταση είναι τρεις μέρες την εβδομάδα, σκέφτηκα να δεχθώ και τις δύο προτάσεις.

Και κάπου εκεί ήρθε κι η τηλεοπτική πρόταση;

Ναι, είχα δέκα ολόκληρα χρόνια να κάνω τηλεόραση.

Γιατί;

Την τηλεόραση την αγαπώ πάρα πολύ και μου έχει λείψει όλα αυτά τα χρόνια. Σαν μεγαλύτερη είχα ζήσει άλλες εποχές της τηλεόρασης κι οι προτάσεις, που έρχονταν τα τελευταία χρόνια δεν αντιστοιχούσαν σ’ αυτά που ονειρευόμουν να κάνω τηλεοπτικά.

Από την άποψη του σεναρίου και της παραγωγής εννοείτε;

Από όλες τις απόψεις. Έτσι, όταν διάβασα το σενάριο για τον «Πρίγκιπα της φωτιάς», λαχτάρησα να παίξω! Είδα μια ιστορία με ενδιαφέρον και μια ηρωίδα, η οποία είναι γραμμένη εξαιρετικά από τον Γιώργο Κυρίτση και την ομάδα του. Μου δίνεται η ευκαιρία να την εξελίξω υποκριτικά.

Επίσης, το γεγονός ότι ήταν ο Χρήστος Δήμας στη σκηνοθεσία, στον οποίο έχω μια τρομερή αδυναμία, με έκανε να πω ακόμα πιο εύκολα το «ναι». Δίπλα στον Χρήστο, είναι δύο εξαιρετικοί σκηνοθέτες, ο Βασίλης ο Τσελεμέγκος, με τον οποίο έχω κάνει τρία σίριαλ και τον λατρεύω αλλά κι ο Κώστας Βαρελίδης, που δεν έχουμε ξανασυνεργαστεί αλλά μου αρέσει πολύ η δουλειά του. Τέλος, στη σειρά παίζουν πολλοί αξιόλογοι συνάδελφοι από το θέατρο, οι οποίοι ξέρω ότι δεν κάνουν εύκολα τηλεόραση.

Έτσι, λοιπόν, δέχτηκα κι αυτή την πρόταση και τώρα χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο! (γέλια). Όχι, επειδή δεν περνάω καλά, αλλά επειδή και τα τρία είναι πολύ απαιτητικά και δεν πρέπει το ένα να υπάρχει εις βάρος του άλλου. Σίγουρα, αυτή η κατάσταση είναι μια άσκηση πειθαρχίας για μένα και με ιντριγκάρει πολύ το γεγονός, ότι έχω τρεις τελείως διαφορετικές γυναίκες να ερμηνεύσω.

Έχοντας, όμως, βιώσει τις εποχές, όπου κάνατε εννέα μήνες πρόβα, αναφέρομαι για παράδειγμα στο «Bella Venezia» και τον Λευτέρη Βογιατζή, πώς προσαρμόζεστε, σήμερα, σ’ αυτή τη fast-forword εποχή;

Σ’ αυτά τα μικρά θέατρα, που δουλεύω τώρα, δεν είχα ξαναδουλέψει τα τελευταία χρόνια. Ο τελευταίος μικρός χώρος που με φιλοξένησε ήταν το θέατρο Τέχνης, όπου κι εκεί ίσχυαν τότε, και φαντάζομαι και σήμερα, αυτά που έχω μάθει εγώ ως γενιά, ότι έχουμε το θέατρο δικό μας όλη μέρα και μπορούμε να μπούμε ανά πάσα στιγμή μέσα να κάνουμε πρόβα, ότι ξέρουμε που βρίσκονται, ανά πάσα στιγμή, τα πράγματά μας και τα φροντιστηριακά μας είδη κ.λ.π. Μπαίνοντας σ’ αυτή τη διαδικασία, τώρα, βλέπω πως λειτουργούν αυτοί οι νέοι χώροι, στους οποίους γίνονται πολλά κι ενδιαφέροντα πράγματα για να επιβιώσουν. Ταυτόχρονα, όμως, αυτό φέρνει μια φοβερή ανατροπή σε μια σειρά από δεδομένα που έχουμε στο θέατρο. Αυτό, για να είμαι ειλικρινής, με έχει τρομάξει και μ’ έχει αποπροσανατολίσει πολλές φορές. Από την άλλη, όμως, δεν είναι μια πρόκληση να προσπαθείς, ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες, να βρεις την αυτοπειθαρχία σου και την ισορροπία σου και να μην χαθεί η αγάπη γι’ αυτό που κάνεις; Νομίζω είναι.

Επομένως, σ’ αντίθεση με την Κάτια στον «ήχο του όπλου», η οποία θέλει να αλλάξει τα πάντα, αλλά δεν μπορεί, εσείς προσαρμόζεστε εύκολα στις αλλαγές;

Δεν είμαι εύκολη στις μεγάλες αλλαγές, στις βαθιά συναισθηματικά αλλαγές. Προσαρμόζομαι όμως σ’ άλλα πράγματα. Δεν δένομαι με τα αντικείμενα και τις μικρές καθημερινές συνήθειες, μου αρέσει να αλλάζουν τα προγράμματά μου και να μπαίνουν καινούργια ενδιαφέροντα στη ζωή μου, νέοι συνεργάτες και φίλοι.

Είμαι πάρα πολύ ανασφαλής, αλλά μ’ έναν υπόγειο τρόπο, όσο μεγαλώνω πιο πολύ συμβαίνει αυτό, μου αρέσει να αισθάνομαι ότι όλα εκκρεμούν μ’ έναν τρόπο. Δεν μου δημιουργεί τους τρόμους που μου δημιουργούσε νεότερη. Ίσως, αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι η συνεργασία μου με τον Λευτέρη Βογιατζή μου έμαθε μερικά πράγματα πάρα πολύ σοβαρά. Φυσικά, μου δημιούργησε καινούργιες αγωνίες, γιατί κατάλαβα για παράδειγμα τι σημαίνει κάθε βράδυ να γεννιέται μια αλήθεια, η οποία είναι συνεπής με τον ρόλο, τον χαρακτήρα και τη δουλειά που έχει γίνει αλλά, ταυτόχρονα, να είναι και καινούργια αλήθεια.

pegi stathakopoulou texnes συν 3

Πόσο εφικτό είναι αυτό;

Είναι δύσκολο κι όταν ο εαυτός μου με προδίδει και δεν συμβαίνει αυτό, είμαι πάρα πολύ δυστυχισμένη, γιατί τώρα πια έχω συνείδηση ότι λέω ψέματα.

Είναι σαν αυτό που λέει η Νίνα στον μονόλογό της στον «Γλάρο», ότι είναι άσχημο να ξέρεις ότι δεν παίζεις καλά;

Ναι, και πάλι θα πω κάτι που έλεγε ο Λευτέρης, ο οποίος μου λείπει πολύ και σαν άνθρωπος, γιατί μπορεί να μην ήμασταν κολλητοί φίλοι, αλλά μου έδωσε πολλά και τον αγάπησα πολύ. Έλεγε ότι παίζουμε για όλους τους θεατές, αλλά θα πρέπει να μας απασχολεί ο ένας ευφυής θεατής, ο οποίος θα καταλάβει το ψέμα που βγάλαμε από την τσέπη μας. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει μόνο ένας ευφυής θεατής, υπάρχουν πολλοί περισσότεροι. Εμείς νομίζουμε ότι μπορούμε να τους ξεγελάσουμε. Πιστεύω, ότι ένας ευαίσθητος άνθρωπος, μπορεί να μην ξέρει να σου πει τι ακριβώς του φταίει στην ερμηνεία σου, αλλά διαισθάνεται πότε η απόλυτη αλήθειά σου έρχεται στη σκηνή και πότε κάνεις σκόντο.

Επομένως, αυτό κρατάτε από τον Λευτέρη Βογιατζή;

Και άλλα πολλά… Κρατάω αυτό που έλεγε: «Μη φοβάσαι να κρεμαστείς στο κενό, γιατί μόνο έτσι υπάρχει περίπτωση να μάθεις κάτι, να δοκιμάσεις κάτι καινούργιο και να μην είσαι μια συνεχής επανάληψη του εαυτού σου». Δεν είναι εύκολο, είναι πάρα πολύ δύσκολο όλο αυτό. Όταν, καμιά φορά, σου συμβαίνει πραγματικά αισθάνεσαι πολύ απελευθερωμένος ως προς την εικόνα σου. Γιατί το πρόβλημα στο θέατρο είναι ότι δεν έχουμε εικόνα του εαυτού μας, πλάθουμε μια εικόνα του εαυτού μας για εμάς την ώρα που ερμηνεύουμε έναν ρόλο κι αυτή κυνηγάμε κάθε βράδυ να αναπαράξουμε. Αυτό είναι λάθος γιατί κάθε βράδυ η στιγμή είναι διαφορετική, οι θεατές άλλοι, επομένως άλλη ατμόσφαιρα κι είσαι άλλος κι εσύ, γιατί έχουν μεσολαβήσει γεγονότα από την μια μέρα στην άλλη. Επομένως, αυτή την αλήθεια οφείλεις να την ανανεώνεις, να της επιτρέπεις να ανανεώνεται για να ακριβολογήσω.

Πέρα από το σκηνικό φόβο, τι άλλο φοβάστε;

Φοβάμαι τις απώλειες σημαντικών σχέσεων κι αγαπημένων ανθρώπων. Φοβάμαι μήπως κάποτε αλλάξει τόσο πολύ η σχέση μου με την κόρη μου, που χάσει αυτό το ιερό και πολύτιμο που έχει για μένα. Ξέρω, ότι θα αλλάξει όσο μεγαλώνει, και πρέπει να αλλάξει, αλλά δεν θέλω να χαθεί τίποτα από αυτό το πολύτιμο που μας δένει. Γιατί για μένα η σχέση μου με τη Χριστίνα είναι ό,τι πιο σημαντικό έχω. Όχι, τόσο με την έννοια της μάνας – κόρης, όσο ότι είναι ο μοναδικός άνθρωπος στη ζωή μου, που μ’ έχει αγαπήσει με τον τρόπο που εγώ έχω ανάγκη να αγαπιέμαι.

Με ποιο τρόπο έχετε ανάγκη να αγαπιέστε;

Δεν ξέρω, οι άλλοι το ξέρουν. Εννοώ, αυτό είναι που σε συνδέει βαθιά μ’ έναν άνθρωπο, όταν ανακαλύπτεις τον τρόπο που εκείνος έχει ανάγκη να τον αγαπάς κι εκείνος είναι εκεί για σένα. Δεν ορίζεται πάντα με λόγια, σίγουρα μ’ ενδιαφέρει να αποδέχεται τη διαφορετικότητά μου, να μπορεί να καταλάβει τις στιγμές της δικής μου απομόνωσης, την ελευθερία που έχω ανάγκη να έχω, το να μου επιτρέπει να αλλάζω και, κυρίως, να μην φοβόμαστε να λέμε αλήθειες.

Έχετε εκφράσει ένα γλυκό παράπονο για τη μητέρα σας που δεν είχε χρόνο να παίξει μαζί σας…

Ναι, η μητέρα μου ήταν μια σκληρά εργαζόμενη γυναίκα, η οποία κατάφερε πολλά πράγματα, χωρίς τις ευκολίες που έχουμε σήμερα. Τη θαυμάζω πάρα πολύ και την αγαπώ πάρα πολύ. Είναι αλήθεια ότι μου έλειψε η παρουσία της, γιατί απλώς δεν μπορούσε να σπαταλήσει χρόνο μ’ εμάς, με το παιχνίδι, με τη σκανταλιά, τη χαζομάρα… Τέτοια πράγματα που τα παιδιά έχουν ανάγκη.

Να φανταστώ ότι γι’ αυτό κι εσείς κάνετε αυτά τα μεγάλα διαλείμματα για να είστε κοντά στη Χριστίνα;

Ακριβώς, εγώ επειδή έκανα τη Χριστίνα σε μεγάλη σχετικά ηλικία και με πολύ κόπο, ήταν τόσο σημαντικό και μοναδικό γεγονός για μένα, που δεν ήθελα να χάσω καμία στιγμή της. Ακόμα κι όταν ξεκίνησα τη συνεργασία με τον Λευτέρη (Βογιατζή), την εποχή που η Χριστίνα ήταν τεσσάρων μηνών και τα ωράρια ήταν τρομακτικά, προτιμούσα να κοιμάμαι δύο με τρεις ώρες για να είμαι μαζί της.

Αισθάνεστε ότι σας έχει μετατοπίσει κι υποκριτικά η μητρότητα;

Με έχει μετατοπίσει ως άνθρωπο πολύ, οπότε σίγουρα και στην υποκριτική μου. Νομίζω όμως, ότι ο τρόπος που μεγαλώνω, κυρίως, με επηρεάζει περισσότερο ο τρόπος που δέχομαι τον χρόνο ή δεν τον δέχομαι, πολλές φορές, μερικές φορές , όλα αυτά που με τρομάζουν και όλη η προσπάθεια να δω πολλές πλευρές του εαυτού μου, νομίζω ότι αυτά με μετακινούν συνεχώς. Είναι ένα σύνολο εργαλείων αυτογνωσίας που έχουμε όλοι οι άνθρωποι. Δεν είναι μόνο η σχέση μας με τους αγαπημένους μας ανθρώπους, δεν είναι μόνο η δουλειά μας, τα διαβάσματά μας, τα ταξίδια μας, η ψυχοθεραπεία, ακόμα και πρακτικά καθημερινά πράγματα είναι και άλλα πολλά τα εργαλεία που κανείς χρειάζεται για να καταλάβει λίγο καλύτερα τον εαυτό του. Νομίζω, όμως, ότι αυτό το σύντομο ταξίδι, που είναι η ζωή, μόνο γι’ αυτό τον λόγο έχει τόση αξία, να καταλάβεις λίγο από εσένα και λίγο από τον κόσμο.

Όλα αυτά τα δύσκολα που έχετε περάσει κι αναφέρομαι και στην περιπέτεια υγείας του συζύγου σας, αισθάνεστε ότι σας έχουν κάνει καλύτερο άνθρωπο ή ενδεχομένως σας έχουν κάνει πιο κλειστή, πιο επιφυλακτική;

Νομίζω ότι με γέμισαν πάρα πολλά στίγματα, μ’ έκαναν να αισθάνομαι πάρα πολύ εύθραυστη, μερικές φορές, ευάλωτη, πέρασα από στάδια φόβου, τρόμου και ταυτόχρονα έπρεπε να κρατηθώ στα πόδια μου, να βοηθήσω και να βοηθηθώ. Τελικά,πιστεύω, πως ό,τι άντεξα, ό,τι πέρασα και ό,τι έμεινε πίσω, μόνο για καλό έγινε, ή τουλάχιστον εγώ προσπάθησα να το δω έτσι….

Είστε φύσει αισιόδοξη, δηλαδή;

Ναι, υπάρχουν στιγμές που μελαγχολώ και κλείνομαι στον εαυτό μου. Μπορώ, όμως, να πω ότι αγαπώ πάρα πολύ τη ζωή και τους ανθρώπους και, ιδιαίτερα, τους νέους ανθρώπους πάρα πολύ, γι’ αυτό και θα διδάξω από τον άλλον μήνα.

Είχατε κι εσείς σπουδαίους δασκάλους στο Εθνικό Θέατρο…

Πολύ σπουδαίους κι η αλήθεια είναι ότι λείπουν αυτοί οι άνθρωποι σήμερα.

Πολύ νέα παίξατε με τον Μάνο Κατράκη στην τελευταία του παράσταση. Τι θυμάστε από εκείνη τη συνεργασία;

Θυμάμαι, πόσο αθώα με την έννοια, πόσο αδαής ήμουν. Αν κι ήμουν μόλις εννέα μηνών ηθοποιός κι ο Κατράκης ήταν ένα σύμβολο, δεν ήταν μόνο ένας πολύ μεγάλος ηθοποιός, ήταν ένα αερικό παρ’ όλα αυτά, δεν μ’ έκανε ποτέ να φοβηθώ δίπλα του.

Κατά έναν παράξενο τρόπο, όλο αυτό το δέος, το οποίο λογικά, θα προκαλούσε σ’ ένα νέο ηθοποιό, δεν υπήρχε. Αντίθετα, υπήρχε ένα αίσθημα ασφάλειας δίπλα του, ένα αίσθημα ότι πρέπει να παρακολουθώ είτε αυτό που λέει, είτε αυτό που μου ζητάει, είτε αυτό που ο ίδιος κάνει πάνω στη σκηνή. Αλλά όλο αυτό δεν γινόταν με τεράστιο κόπο, δεν ξέρω πώς να το πω… Επίσης, ήταν ένας πάρα πολύ τρυφερός και γενναιόδωρος άνθρωπος.

Θυμάμαι, μια φορά, είχα πάει στο θέατρο, πάρα πολύ λυπημένη και στενοχωρημένη, για προσωπικούς μου λόγους, και με το που με είδε είπε στη Λίντα Άλμα, η οποία ήταν πάντα μαζί στις πρόβες, «Λίντα, παίρνουμε το παιδί και πάμε για ψάρι τώρα».

Ο Κατράκης είχε ένα βάρος, ένα μέγεθος τεράστιο, αλλά δεν είχε τίποτα από βεντετισμούς, τους οποίους συνάντησα πολύ συχνά αργότερα στο θέατρο.

Πιστεύετε ότι οι βεντετισμοί είναι πιο έντονοι σήμερα;

Βεντετισμοί για το τίποτα κι από το τίποτα! Από ανθρώπους που είναι τίποτα δημιουργούνται κάτι απίστευτες συνήθειες και βεντετιστικές συμπεριφορές, και άνθρωποι που είχαν το μέγεθος, το ταλέντο, τη λάμψη ήταν οι πιο εργατικοί, οι πιο μεθοδικοί, οι πιο σοβαροί. Το ίδιο ίσχυε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τη Βέρα Ζαβιτσιάνου, τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο και τον Νικήτα Τσακίρογλου στα νεότερα χρόνια. Μεγάλοι ηθοποιοί, οι οποίοι ήταν παιδιά, μαθητές που έτρεμαν για κάθε ατάκα. Δεν είναι έτσι σήμερα, αυτό δεν σημαίνει και το λέω επειδή δουλεύω με νέα παιδιά ότι δεν έχουν λαχτάρα. Νομίζω, όμως, ότι υπάρχει ένα κενό του τι γίνεται με τα παιδιά, όταν μπαίνουν στις σχολές. Εκεί μέσα χτίζεται μ’ άλλους όρους από αυτούς που δημιουργούσαν σ’ εμάς μια τεράστια αίσθηση ευθύνης.

Αν σας ζητούσα να συλλέξετε κάποιες στιγμές από τη ζωή σας στο θέατρο και να τις βάλετε σ’ ένα μαγικό μπαούλο για να τις θυμάστε πάντα, ποιες θα επιλέγατε;

Όσον αφορά στο θέατρο, δεν μπορώ να ξεχωρίσω εύκολα. Σίγουρα, θα έπαιρνα στιγμές από τη ζωή μου με τον Κατράκη, από τις στιγμές μου με την Αλίκη, από τα βράδια μου με τη Ζαβιτσιάνου, από τον Λευτέρη Βογιατζή, από τη γαλήνη και την ομορφιά που υπάρχει στο Υπόγειο του Κουν κι από τα διαβάσματά μου με την Πηνελόπη Δέλτα, την οποία αγάπησα πολύ κι ως προσωπικότητα και σαν ρόλο, όταν μου δόθηκε η ευκαιρία.

Από την προσωπική μου ζωή, θα έβαζα τις δυνατές ερωτικές στιγμές που είχα, την κόρη μου πάνω απ’ όλα, τη σχέση μου με τον αδερφό μου και τη μητέρα μου, κάτι από τα λουλούδια μου, που τους μιλάω κι ασχολούμαι πολύ μαζί τους και σίγουρα κάτι από τα όνειρά μου.

stathakopoulout texnes plus

Τα διαλείμματα που συχνά κάνετε μου δίνουν μια αίσθηση ότι δεν ενδιαφέρεστε και τόσο για την υστεροφημία σας. Ισχύει αυτό;

Ναι, ούτε για την καριέρα με την έννοια ότι εγώ πριν φύγω από αυτή τη ζωή πρέπει να παίξω, αυτούς τους ρόλους. Πρέπει να παίξω μια Μπλανς για παράδειγμα. Ποτέ δεν το είχα αυτό και νομίζω ότι, στη δική μου περίπτωση, αυτό ήταν ζήτημα ατολμίας, όχι τόλμης. Γιατί δεν ένιωθα ποτέ πάρα πολύ σίγουρη ως ηθοποιός, ώστε να διεκδικήσω μεγάλους ρόλους. Να πάρω εγώ μια θεατρική αίθουσα και να παίξω τον ρόλο που θέλω.

Μου κάνει εντύπωση να το λέτε αυτό, μετά από τόσα χρόνια διαδρομής.

Κι όμως δεν έφτασα πότε στο σημείο να πω, για παράδειγμα: «εγώ θα πάρω αυτό το έργο, αυτό το θέατρο, θα ζητήσω να μου βάλει λεφτά ο συγκεκριμένος άνθρωπος, θα οργανώσω έναν θίασο και θα πάω να το κάνω». Ήμουν άτολμη. Γενικά στη ζωή μου, ενώ είμαι πολύ τολμηρή, έχω κι ένα κομμάτι πολύ άτολμο. Επίσης, νομίζω ότι σχετικά νωρίς συνειδητοποίησα, ότι το θέατρο, το αγαπάω κι είναι για μένα πολύ ιερό, αλλά δεν μπορώ να το δω σαν καριέρα και σαν τακτική. Βάζω στόχους και πάω για τον επόμενο, ήταν σαν πολλές φορές να καθόμουν στην άκρη και να περίμενα τι θα έρθει να με συναντήσει. Και όλοι αυτοί οι ρόλοι ήρθαν και με βρήκαν, αν θέλεις το πιστεύεις.

Εντάξει, δεν πιστεύω ότι ήταν μόνο τύχη….

Θέλω να πω ότι υπήρχαν ρόλοι, που ήθελα να παίξω νέα και ήρθαν και με βρήκαν μετά από δέκα χρόνια, όπως ήταν η Ρωξάνη ή έργα όπως ήταν το «Ψηλά από τη Γέφυρα» κι «Ο θάνατος του Εμποράκου». Κάπως μεταφυσικά συνέβη όλο αυτό, σαν να ήρθαν όταν ήμουν έτοιμη.

Τώρα υπάρχει κάποιος ρόλος που θα θέλατε να παίξετε;

Θα ήθελα να παίξω έναν ρόλο, που έχει περάσει η ηλικία μου, αλλά θα ήθελα πολύ να αναμετρηθώ μαζί του. Μιλάω για την Άλμα, στο «Καλοκαίρι και Καταχνιά» του Τένεσι Ουίλιαμς. Δεν έχει σημασία που έχω μεγαλώσει, μπορείς να προσεγγίσεις κι έναν τέτοιο ρόλο, αρκεί να υπάρχει η άποψη που θα τον δικαιολογήσει. Θα μου άρεσε πολύ να παίξω και στο «Σκηνές από ένα γάμο» του Ινγκμαρ Μπέργκμαν, μου αρέσει πολύ ως έργο, όχι για τον ρόλο. Ναι, υπάρχουν πράγματα που τα αγαπάω αλλά δεν τα προγραμματίζω, θα έρθουν στην ώρα τους.

 

Οι 3 πρώτες φωτογραφίες είναι του Νίκου Πανταζάρα

Η Πέγκυ Σταθακοπουλου πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Μη Σκοτώνεις τη Μαμά» της Σαρλότ Κήτλυ, η οποία παρουσιάζεται στο θέατρο Olvio σε μετάφραση του Αλέξανδρου Κοέν, σκηνοθεσία της Ρέινας Σ. Εσκενάζυ.

Από τις 9 Νοεμβρίου θα την απολαύσουμε και στον «Ήχο του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη, στο θέατρο Σταθμός, σε σκηνοθεσία του Μάνου Καρατζογιάννη.

Ενώ κάθε πρωταγωνιστεί και στην καθημερινή σειρά του Open TV «Ο Πρίγκιπας της Φωτιάς», σε σενάριο Γιώργου Κυρίτση και σκηνοθεσία Χρήστου Δήμα.

 

ANIXNOS

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Τα "Καβουράκια"συνεχίζονται για 4 ακόμα παραστάσεις στο Studio Μαυρομιχάλη. 

4 τελευταίες παραστάσεις

Κάθε Τετάρτη στις 18:45 ( 27/3, 3/4, 10/4, 17/4) 

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία