Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Δημήτρης Χαλιώτης

Δημήτρης Χαλιώτης

Ο Άρης και η Ζωή. Δύο έφηβα αδέλφια κλεισμένα στο παιδικό τους δωμάτιο. Κάπου. Κάποτε. Ένα παιχνίδι εξουσίας μέσα σε τέσσερις τοίχους. Κι έξω από το παράθυρο η πόλη. Μία παρέλαση που πρόκειται να γίνει. Ο άλλος κόσμος που τους περιβάλλει. Με τους δικούς του κανόνες, τις δικές του ψευδαισθήσεις. Πόσο διαπλέκεται το μέσα με το έξω; Πού συναντά το ιδιωτικό το δημόσιο; Πόσο ξέχωρα είναι τελικά;

Δεν υπάρχουν πολλοί Έλληνες συγγραφείς της γενιάς του ’60 και του ’70, των οποίων τα έργα τους να μπορούν να συνομιλήσουν αποτελεσματικά με το σήμερα. Η Λούλα Αναγνωστάκη είναι μία εξαίρεση. Ίσως γιατί είχε εγκαίρως καταλάβει αυτό που δήλωνε στην τελευταία, πριν από περίπου έναν χρόνο, συνέντευξή της: «Ένα καλό έργο -δεν μιλάω για τα δικά μου, αυτό να το γράψετε παρακαλώ- πρέπει να έχει πάντα κάτι που να το κάνει επίκαιρο».

Το μονόπρακτο «Η Παρέλαση» της Αναγνωστάκη γράφτηκε το 1965, αλλά θα μπορούσε να είχε γραφτεί και σήμερα. Έργο πολιτικό, αλληγορικό, αλλά βαθιά ανθρωποκεντρικό, που κρύβει στον πυρήνα του αυτή την αλλόκοτη δύναμη της ποίησης. Ένας ρεαλισμός που σιγά σιγά αποκαλύπτει τις ρωγμές του. Μία ομολογία της ήττας. Για τον κόσμο που φτιάξαμε, για το τέρας μέσα μας.

Ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος και η Ελένη Στεργίου, που παρουσιάζουν το έργο σε δική τους σκηνοθεσία, κρατώντας παράλληλα και τους δύο βασικούς ρόλους, στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, κατανόησαν τη βαθύτερη ουσία του, συντονίστηκαν με τις παύσεις του και τις ανάσες του, βούτηξαν στα σκοτάδια του χωρίς να παραγνωρίζουν το πικρό του χιούμορ και μας χάρισαν μία παράσταση σφιχτή και παλλόμενη, με λόγο ύπαρξης. Είναι εντυπωσιακή η ενέργεια και η χημεία τους επί σκηνής και πολύ ενδιαφέρουσες οι σκηνοθετικές, αλλά και οι σκηνογραφικές τους λύσεις που βρήκαν με την αρωγή της Ζωής Μολυβδά-Φαμέλη  και του Μπάμπη Καμπανόπουλου. Ο σχεδιασμός του ήχου (Νεφέλη Σταματογιαννοπούλου) και των φωτισμών (Μελίνα Μάσχα) συμπληρώνουν ιδανικά ένα πολύ αξιόλογο σκηνικό αποτέλεσμα, που αναδεικνύει στο έπακρο τη διαχρονική δύναμη του κειμένου της Αναγνωστάκη.

 

 

Ένα αμαξίδιο διασχίζει το δρόμο για να βρεθεί στη σκηνή, δυο χέρια σε θέση υπτίου ετοιμάζονται για την τελευταία διαδρομή στην πισίνα,  δυο αβέβαια πόδια έχουν βάλει σκοπό να εξομολογηθούν ένα έρωτα, τα κουρασμένα δάχτυλα 45 χρόνων γάμου καθαρίζουν το ψάρι του μεσημεριανού φαγητού, δυο κορμιά πνίγονται από πόθο, δυο μάτια γράφουν αυτά που δεν λέγονται…

Αυτά τα μικρά ξεκινήματα, αυτές τις μικρές αδιόρατες κινήσεις που μεγαλώνουν μέσα μας και μας «ψηλώνουν» παρακολουθεί η παράσταση «50μ ελεύθερο» της ομάδας ARTimeleia, σε σκηνοθεσία της Αννίτας Καπουσίζη,  που παρουσιάστηκε με πολύ μεγάλη επιτυχία στις αρχές του περασμένου καλοκαιριού, και τώρα επιστρέφει στο θέατρο Φούρνος για δύο μόνο παραστάσεις στις 7 και 8 Οκτωβρίου. 

Η ομάδα ARTimeleia έχει κάτι που την ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες θεατρικές ομάδες της πόλης. Σε αυτή συμμετέχουν άτομα με νευρομυϊκές παθήσεις, αλλά και περιπατητικοί ηθοποιοί. Επιθυμία όμως της Αννίτας Καπουσίζη, της ψυχής της ομάδας, είναι να έρχεται κάποιος στην παράσταση χωρίς να χρειάζεται να του διευκρινίσει ότι οι άνθρωποι που παίζουν έχουν νευρομυϊκή πάθηση. «Να καταφέρουμε να γίνουμε όλοι μέρος του όλου όπως είναι η φυσική διάταξη των πραγμάτων».

Είχα τη χαρά να δω το «50μ ελεύθερο» τον περασμένο Ιούνιο. Η παράσταση της ομάδας ARTimeleia είναι σαν ένα ποίημα. Περισσότερο τη νιώθεις, παρά την κατανοείς. Σου δημιουργεί κραδασμούς. Θέλω όμως να σταθώ σε μία σκηνή της, που λειτούργησε πραγματικά αποκαλυπτικά για μένα και τη σχέση μου με το θέατρο. Σε ένα σημείο της παράστασης ένας από τους ηθοποιούς, ο Δημήτρης Αγγελόπουλος, που μέχρι τότε κάθεται πλάτη στο κοινό, ουσιαστικά στην πρώτη σειρά με τους θεατές, σηκώνεται και πάει και κάθεται δίπλα σε μία άλλη ηθοποιό, τη Μαριλιάνα Λυγερή, σε έναν καναπέ. Κρατάει μία ανθοδεσμή στα χέρια του. Εξαιτίας του προχωρημένου σταδίου της νευρομυϊκής πάθησης από την οποία πάσχει όταν ξεκινάει να μιλάει δεν καταλαβαίνεις τίποτα, σχεδόν ούτε μία λέξη. Και όμως, είναι σαν να τα καταλαβαίνεις όλα! 

Ήταν κάτι το μαγικό. Ήταν τέτοια η ενέργειά του, τέτοια η έκφραση του προσώπου του, τέτοια η ανάγκη του να σου μεταδώσει αυτό που άρθρωνε, που ξαφνικά νόμιζες πως ακούς την κάθε του λέξη πεντακάθαρη στα αυτιά σου. Δεν το έχω ξαναζήσει αυτό. Δεν νομίζω ότι κανείς μας μπορεί να το κάνει. Ούτε κάποιος επαγγελματίας ηθοποιός. Και κάθισα και σκέφτηκα... Κοίτα να δεις, το θέατρο είναι κάτι πολύ περισσότερο από λόγος. Είναι έκφραση, μία πολύ σύνθετη μορφή έκφρασης που χωράει τα πάντα. Και μπορεί να το κάνει ο οποιοσδήποτε αρκεί να είναι αληθινός. Να βρει την αλήθεια του. Να μην καμώνεται. Είναι τρομακτικό και άκρως σκοταδιστικό που τόσα χρόνια όλα αυτά τα παιδιά είναι εξορισμένα από τις δραματικές σχολές. Νομίζω ότι έχουμε χάσει σκηνές ανθολογίας στο θέατρο μας. Όπως αυτή. Μακάρι να τη δείτε αυτή την παράσταση.

 Μπορείτε να διαβάσετε εδώ τη συνέντευξη της Αννίτας Καπουσίδης στη Δημήτρη Χαλιώτη. 

Info παράστασης:

Σκηνοθεσία: Αννίτα Καπουσίζη

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαίρη Κωνσταντινίδου

Παίζουν: Δημήτρης Αγγελόπουλος, Φανή Ζαφειροπούλου, Κόνυ Ζήκου, Εύα Λαμπάρα, Μαριλιάνα Λυγερή, Γιώργος Σταυριανός.

Φωτισμοί: Αποστόλης Τσατσάκος

Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Νίκος Συμβουλίδης

Ζωντανή λήψη:Ζαφείρης Χαϊτίδης

Επιμέλεια βίντεο: Κυρηναίος Παπαδημάτος

Φωτογραφίες παράστασης: Αντώνης Προβιάς

 

Παραστάσεις: 7 & 8 Οκτωβρίου

 

Θέατρο ‘ΦΟΥΡΝΟΣ’

 Μαυρομιχάλη 168, Αθήνα

Τηλ. Κρατήσεων: 2106460748

Τιμές εισιτηρίου: 10ευρώ, 5ευρώ (μειωμένο)

 

 

25 παραστάσεις επιστρέφουν στα αθηναϊκά θέατρα τον φετινό χειμώνα έχοντας ήδη κερδίσει την αγάπη του κοινού.

 

Υπάρχουν παραστάσεις, που αν και είχατε βάλει πέρυσι στη θεατρική σας ατζέντα δεν προλάβατε να δείτε; Υπάρχουν άλλες που θέλετε να ξαναδείτε, γιατί μόνο μία φορά δεν φτάνει; Μία σειρά από επιτυχημένες θεατρικές δουλειές δίνουν την ευκαιρία στο θεατρόφιλο κοινό να τις απολαύσει ξανά εγκαινιάζοντας έναν νέο κύκλο παραστάσεων τον φετινό χειμώνα. Το να τις αναφέρεις όλες μοιάζει με εξαντλητικά δύσκολο εγχείρημα. Εμείς ξεχωρίσαμε 25 από αυτές.

 

katerina.jpg

Κατερίνα

πρεμιέρα 2.10 | Θέατρο Βασιλάκου

Η sold out παράσταση του Γιώργου Νανούρη, βασισμένη στο ομότιτλο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Αύγουστου Κορτώ που αναφέρεται στη ψυχική ασθένεια της μητέρας του, επιστρέφει για ακόμα μία χρονιά στο θέατρο Βασιλάκου έχοντας κατακτήσει ήδη τις καρδιές κοινού και κριτικών. Η Λένα Παπαληγούρα θα ερμηνεύσει ξανά την ηρωίδα, που ουσιαστικά την καθιέρωσε στη σύγχρονη θεατρική σκηνή. Μαζί της ο ίδιος ο σκηνοθέτης και ο Λόλεκ με την κιθάρα του.

 

stella_ethniko.jpg

Στέλλα κοιμήσου

πρεμιέρα τον Οκτώβριο | Εθνικό Θέατρο

Μία παράσταση – πρόταση από τον κινηματογραφιστή Γιάννη Οικονομίδη, εμπνευσμένη από το κλασικό έργο του Ξενόπουλου «Στέλλα Βιολάντη». Το «Στέλλα κοιμήσου» είναι ένα νέο πρωτότυπο έργο, μία σύγχρονη μετεγγραφή της «Στέλλας Βιολάντη», σκηνοθετημένο δεξιοτεχνικά από τον Οικονομίδη με τρόπο απολύτως έντονο και υποβλητικό. Μία παράσταση, που λειτουργεί σαν ωρολογιακή βόμβα και απευθύνεται σίγουρα σε ένα ανήσυχο θεατρόφιλο κοινό. Πέρυσι έπρεπε να προνοήσεις έναν μήνα πριν για να βρεις εισιτήριο. Φέτος επιστρέφει για λίγες παραστάσεις για να τη δουν όσοι δεν πρόλαβαν. Και είναι πολλοί…

 

kataleifos_sakellaropoulou239.jpg

Ήταν όλοι τους παιδιά μου

πρεμιέρα 11.10  | Θέατρο Εμπορικόν

Το αριστούργημα του Άρθουρ Μίλλερ ευτύχησε πέρυσι σε μία εξαιρετική, λιτών γραμμών, αλλά έντονων συγκινήσεων, παράσταση που υπέγραψε ο Γιάννης Μόσχος με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Καταλειφό και την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου. Μετά από μία πολύ επιτυχημένη σεζόν επιστρέφει για έναν δεύτερο κύκλο παραστάσεων και φέτος, που θα κρατήσει μέχρι τις γιορτές. Μην την χάσετε!

  Διαβάστε  εδώ την αναλυτική κριτική της παράστασης. 

korea.jpg

Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα

πρεμιέρα τον Νοέμβριο | Υπόγειο Θεάτρου Τέχνης

Μία από τις πιο πολυσυζητημένες παραστάσεις της περσινής σεζόν επιστρέφει στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης με ανανεωμένο θίασο (στις νέες αφίξεις ο Θάνος Τοκάκης και η Λουκία Μιχαλοπούλου), αλλά πάντα υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Νίκου Μαστοράκη. Το σύγχρονο έργο του Ζοέλ Πομερά στοχάζεται πάνω στην έννοια της αγάπης μέσα από μικρές διαφορετικές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων, που βασανίζονται, ηλεκτρίζονται, συγκρούονται και διαλύονται ψυχικά στο όνομά της. Τελικά τι είναι αγάπη; Υπάρχει ή μήπως είναι μία κατασκευή; Η εντελώς προσωπική νοηματοδότηση της από τον καθέναν μας μήπως καθιστά την ίδια την έννοια αίολη; Μία παράσταση που μπορείς να συζητάς για μέρες.

 Διαβάστε εδώ την αναλυτική κριτική της παράστασης.

ximaira.jpg

Η μεγάλη χίμαιρα

Πρεμιέρα 19.9 | Θέατρο Πορεία

Με έναν αποχαιρετιστήριο κύκλο 18 παραστάσεων η «Μεγάλη Χίμαιρα», το θρυλικό μυθιστόρημα του Καραγάτση που μετέφερε στη σκηνή ο Δημήτρης Τάρλοου, εγκαινιάζει την τέταρτη θεατρική της περίοδο. Ο αριθμός των 100.000 θεατών που την έχουν δει μέχρι σήμερα μιλάει από μόνος του. Μία παράσταση, που κατέρριψε πολλά ρεκόρ και αγαπήθηκε πολύ.

 

miti.jpg

Μύτη

Πρεμιέρα 23.10 | Θέατρο Πόρτα

Οι Patari Project ανεβαίνουν ξανά στα καθίσματα του θεάτρου Πόρτα, αλλάζοντας θέση με το κοινό που κάθεται στη σκηνή, προκειμένου να μας διηγηθούν και φέτος την ιστορία της «Μύτης» του Γκόγκολ μέσα από το εντελώς δικό τους προσωπικό πρίσμα. Η Σοφία Πάσχου εμπνέεται από την ομότιτλη νουβέλα του Γκόγκολ και μαζί με την ομάδα της φτιάχνουν μία παράσταση ανατρεπτική, γεμάτη χιούμορ και αναπάντεχα σκοτάδια, που διαπραγματεύεται με το παράλογο και τον κόσμο που ζούμε. Μία ακόμα παράσταση – εμπειρία των Patari Project που αξίζει αναμφίβολα να δείτε.

 Διαβάστε εδώ την αναλυτική κριτική της παράστασης. 

augoustos.jpg

Αύγουστος

Πρεμιέρα 4.10 | Θέατρο Δημήτρης Χορν

Το βραβευμένο με Πούλιτζερ και Τόνι έργο του Τρέισι Λετς επαναλαμβάνεται φέτος στο θέατρο Χορν με κάποιες μικρές αλλαγές στη διανομή. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης σκηνοθετεί ένα οικογενειακό δράμα, πικρό στον πυρήνα του, αλλά πλημμυρισμένο από μαύρο χιούμορ. Μία δυσλειτουργική οικογένεια, τόσο προβληματική που το δράμα της μπορεί να το διαβάσεις με τρόπο που να σου ανοίξει την καρδιά. Η Θέμις Μπαζάκα, η Μαρίνα Ασλάνογλου, η Μαρία Πρωτόπαππα και η Βίκυ Βολιώτη δημιουργούν ένα εκρηκτικό πρωταγωνιστικό κουαρτέτο.

 Διαβάστε εδώ τη κριτική μας για την παράσταση. 

 

mpeimpin.jpg

Τι απέγινε η Μπέημπι Τζέiν

Πρεμιέρα 25.10 | Θέατρο Σφενδόνη

Η ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του 1961 με την Μπέτι Ντέιβις και τη Τζόαν Κρόφορντ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους μεταφέρθηκε πέρυσι στη θεατρική σκηνή από τον Απόλλωνα Παπαθεοχάρη με τη Ρούλα Πατεράκη και τη Ρένη Πιττακή. Φέτος η ιστορία της Μπέιμπι Τζέιν, ενός άλλοτε παιδιού θαύματος που πια έχει παρανοήσει κρατώντας εγκλωβισμένη μέσα στο πατρικό τους σπίτι την ανάπηρη αδελφή της, ζωντανεύει ξανά στο θέατρο Σφενδόνη, μόνο που αυτή τη φορά δίπλα στη Ρούλα Πατεράκη θα δούμε τη Μπέτυ Λιβανού.

 

lesxi.jpg

Λέσχη

Πρεμιέρα τον Οκτώβριο | Υπόγειο Θεάτρου Τέχνης

Το πρώτο μέρος της εμβληματικής τριλογίας του Στρατή Τσίρκα «Ακυβέρνητες Πολιτείες» παρουσιάστηκε πέρυσι από την Έφη Θεοδώρου στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης σε μία υποδειγματική παράσταση, που αναδείκνυε την ατμόσφαιρα και την εξαιρετική γλώσσα του κειμένου. Φέτος, λίγο πριν ακολουθήσει η παρουσίαση των επόμενων δύο μερών της τριλογίας από τον ίδιο θίασο ηθοποιών αλλά με διαφορετικές σκηνοθετικές υπογραφές, η «Λέσχη» επαναλαμβάνεται στο Θέατρο Τέχνης για λίγες παραστάσεις για να την απολαύσουν αυτοί που δεν πρόλαβαν. Το project των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» είναι μία συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης για πρώτη φορά στην ιστορία τους.

 

psiles-gunaikes.JPG

Τρεις ψηλές γυναίκες

Πρεμιέρα 19.10 | Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

Το σπουδαίο έργο του Έντουαρντ Άλμπι, που παρουσίασε την περασμένη άνοιξη η Μπέτυ Αρβανίτη, σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη, έχοντας στο πλευρό της τη Μαρία Κεχαγιόγλου και τη Νεφέλη Κουρή επαναλαμβάνεται στη σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας.

 

diki.jpg

Δίκη

Πρεμιέρα τον Δεκέμβριο | Θέατρο Πόρτα

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις της περσινής σεζόν επιστρέφει από τον Δεκέμβρη στο θέατρο Πόρτα και θα παρουσιάζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μετέφερε με ευφυή τρόπο στη σκηνή το δαιδαλώδες, εμβληματικό μυθιστόρημα του Φραντς Κάφκα με ένα εξαιρετικό ensemble νέων ηθοποιών αποσπώντας ενθουσιώδεις κριτικές. Από τις παραστάσεις που αξίζουν την προσοχή σας.

 Διαβάστε εδώ την αναλυτική κριτική της παράστασης. 

taksi mas.jpg

Η τάξη μας

Πρεμιέρα τον Οκτώβριο | Εθνικό Θέατρο

Το εξαιρετικό έργο του Ταντέους Σλομποτζιάνεκ, που παρουσίασε ο Τάκης Τζαμαργιάς την περσινή σεζόν στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού, συγκίνησε τους θεατές μέσα από τις ιστορίες των συμμαθητών μίας τάξης στην προπολεμική Πολωνία, που διατρέχουν 70 χρόνια ιστορίας. Ένα τραγικό ιστορικό γεγονός που αποσιωπήθηκε, η θρησκευτική μισαλλοδοξία, ο εθνικισμός και η μεγάλη πληγή του διχασμού συνθέτουν το κάδρο του έργου, που ευτύχησε σε μία παράσταση καθαρών γραμμών και καλών ερμηνειών.

 Διαβάστε εδώ την αναλυτική κριτική της παράστασης.

GREEK FREAK1.jpg

Greak Freak

Πρεμιέρα 27.10 – Θέατρο Χώρος

Η πιο ανατρεπτική παράσταση του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών δια χειρός Σίμου Κακάλα επιστρέφει! Ένα βιτριολικό, αναρχικό, αρκούντως προβοκατόρικο βαριετέ, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Μία παράσταση σκεπτόμενη και ενίοτε ξεκαρδιστική, με πολιτική θέση και αναρχική διάθεση, που είναι καταδικασμένη να διχάσει. Κάποιοι θα τη λατρέψετε και κάποιοι θα τη μισήσετε.

 Διαβάστε εδώ την αναλυτική κριτική της παράστασης. 

operetta.jpg

Οπερέτα

Πρεμιέρα τον Νοέμβριο | Εθνικό Θέατρο

Ακόμα μία σπουδαία παράσταση δια χειρός Νίκου Καραθάνου. Ένα σπαρακτικά αστείο σκηνικό ποίημα για το βαθύ αδιέξοδο της ανθρωπότητας μέσα από μία παράσταση πολυσήμαντη και εξαντλητικά δουλεμένη. Πληθωρικός και αταξινόμητος ο Καραθάνος συνεχίζει το θεατρικό του ταξίδι με μόνη πυξίδα το ένστικτό του. Στη θέση σας δεν θα την έχανα την «Οπερέτα».

Διαβάστε εδώ την αναλυτική κριτική της παράστασης. 

xartopolemos.jpg

Χαρτοπόλεμος

Πρεμιέρα 26.9| Μικρό Γκλόρια

Μία από τις ευχάριστες εκπλήξεις της περασμένης θεατρικής άνοιξης, ο «Χαρτοπόλεμος» του Βαγγέλη Ρωμνιού, σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη, μετακομίζει από το θέατρο Ιλίσια – Βολανάκη στο Μικρό Γκλόρια. Μία ομάδα νέων ταλαντούχων ηθοποιών (Φ. Ριμένας, Γ. Τσουρής κ.α.) καθοδηγείται εξαιρετικά από τον Παλούμπη σε ένα κωμικοτραγικό θρίλερ, που βουτάει στα άδυτα της νεοελληνικής οικογένειας. Φέτος επιστρέφει επιθυμώντας να ανανεώσει και να αναπτύξει τη σχέση της με το θεατρόφιλο κοινό.

 Διαβάστε εδώ την αναλυτική κριτική της παράστασης. 

 

Parelasi_5!.jpg

Η Παρέλαση

Πρεμιέρα 30.9 | Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας (Β’ Σκηνή)

Ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος και η Ελένη Στεργίου σκηνοθετούν κι ερμηνεύουν για δεύτερη σεζόν, μετά την επιτυχία που σημείωσε η παράσταση το Μάιο, την «Παρέλαση», ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της Λούλας Αναγνωστάκη. Δύο αδέλφια, ο Άρης και η Ζωή, ζουν απομονωμένα στην σοφίτα του σπιτιού τους. Έξω η Πόλη, ο άγνωστος κόσμος. Μία φρέσκια ανάγνωση σ’ ένα από τα κορυφαία νεοελληνικά έργα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα.

 

afentis_doulos.jpg

Αφέντης και δούλος

πρεμιέρα 5.10 | Θέατρο Βασιλάκου

Ο Δημήτρης Λιγνάδης και ο Γιώργος Νανούρης ζωντανεύουν στη σκηνή, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του δεύτερου, την ομώνυμη νουβέλα του Λέοντος Τολστόι που θέλει έναν Αφέντη και τον Δούλο του στη ρώσικη επαρχία του 19ου αιώνα να χάνονται μέσα σε μία χιονοθύελλα περνώντας μία νύχτα που θα αναθεωρήσει μια για πάντα τη σχέση τους και τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο.

 

texnes-plus-12 enorkoi.jpg

12 ένορκοι

Πρεμιέρα 6.10 | Θέατρο Αλκμήνη

Τέταρτη χρονιά παραστάσεων για τους πολυσυζητημένους «12 ενόρκους» με κάποιες μικρές αλλαγές στη διανομή. Η διάσημη ταινία μεταφέρθηκε πριν από τρία χρόνια στη σκηνή από την Κωνσταντίνα Νικολαϊδη κερδίζοντας το ενδιαφέρον του κοινού και προκαλώντας απανωτά sold out. Ένα δικαστικό θρίλερ με 12 ενόρκους, ένα 16χρονο παιδί στη θέση του κατηγορούμενου και μία ετυμηγορία που αναμένεται να το αθωώσει ή να του στερήσει τη ζωή.

 

to-eksupno-pouli-ftanei-ksana-sti-theatriki-athina.w_l.jpg

Έξυπνο πουλί

Πρεμιέρα 6.10 | Θέατρο Tempus Verum

Μία διαφορετική σκηνοθετική ανάγνωση της ομώνυμης σπαρταριστής κωμωδίας του Φεντώ από μία ομάδα νέων ταλαντούχων ηθοποιών. Παρεξηγήσεις, ανατροπές, απιστίες, ψέματα, πάθη, πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν ασταμάτητα… Μία παράσταση που αποδομεί τη φάρσα όπως την ξέρουμε και μέσα από μία σύγχρονη, ανανεωτική και μάλλον αιρετική ματιά επιτρέπει στον σημερινό θεατή να ταυτιστεί με τους ήρωες του έργου και να γελάσει με την ψυχή του. Ίσως γι’ αυτό και να κέντρισε τόσο πολύ το ενδιαφέρον του κοινού πέρυσι με αποτέλεσμα η επανάληψη της να κριθεί επιβεβλημένη.

 Διαβάστε εδώ την αναλυτική κριτική της παράστασης 

wraia-peran.jpg

H Ωραία του Πέραν

Πρεμιέρα 9.10 | Θέατρο του Νέου Κόσμου

Βασισμένη σε ένα ερωτικό ρομάντζο του 1920, που αποτέλεσε αγαπημένο έργο των λαϊκών θιάσων της εποχής εκείνης, η «Ωραία του Πέραν» επαναλαμβάνεται για τρίτη χρονιά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου μετά από απανωτά sold out. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου και η Αντιγόνη Φρυδά ζωντανεύουν την ερωτική ιστορία του Αιμίλιου και της Ερμιόνης προκαλώντας δάκρυα στα μάτια των θεατών.

 

 

terastia_ekriksi.jpeg

Μία τεράστια έκρηξη

Πρεμιέρα 2.10 | Θέατρο Skrow

Μία παράσταση με παιδική καρδιά, εφηβική ορμή και έναν εξαιρετικό Ορφέα Αυγουστίδη. Το έργο του Βασίλη Μαυρογεωργίου, που παρουσιάστηκε πριν από λίγους μήνες στο Skrow αποσπώντας τα δυνατά γέλια των θεατών, συνεχίζει το ταξίδι του και τη νέα σεζόν. Μία ιδιόμορφη ιστορία ενηλικίωσης. Το ταξίδι του Γιώργου για να βρει τον ήρωα μέσα του σε έναν κόσμο που αν και λατρεύει τους σούπερ ήρωες τούς θέλει πάντα σε μία απόσταση από εμάς.

 

petres.jpg

Πέτρες στις τσέπες του

Πρεμιέρα 6.10 | Θέατρο Κιβωτός

Μετά από μισή σεζόν στο Θέατρο του Νέου Κόσμου και μία επιτυχημένη καλοκαιρινή περιοδεία το «Πέτρες στις τσέπες του» με τους Μάκη Παπαδημητρίου και Γιώργο Χρυσοστόμου μετακομίζει στο θέατρο Κιβωτός. Μία παράσταση που, χωρίς να αγνοεί το χιούμορ του έργου, αναδεικνύει και τα βαθύτερα κοινωνικά του στοιχεία. Το «Πέτρες στις τσέπες του» είναι έργο που σε κάνει να γελάς. Αλλά αν το ξανασκεφτείς καλύτερα θα έπρεπε να κλαις.

 Διαβάστε εδώ την αναλυτική κριτική της παράστασης 

 

adais.jpg

Ο αδαής και ο παράφρων

Πρεμιέρα 16.1 | Θέατρο Πορεία

Ένα πολυσήμαντο και πολυεπίπεδο έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ ευτύχησε σε μία εξαιρετικά καλοφτιαγμένη παράσταση του Γιάννου Περλέγκα, που παρουσιάστηκε ενάμιση χρόνο πριν στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Σκεπτόμενο, βαθιά πολιτικό θέατρο με εξαιρετική αισθητική. Είναι ευτύχημα το γεγονός ότι θα το ξαναδούμε στη σκηνή, με τη νέα χρονιά στο Πορεία.

 

ORLANDO 2.jpg

Ορλάντο

Πρεμιέρα 7.10 | Θέατρο Skrow

Η Ιώ Βουλγαράκη διασκεύασε το «Ορλάντο» της Βιρτζίνια Γουλφ σκύβοντας πάνω στον αινιγματικό ήρωα του έργου με μία συγκινητική τρυφερότητα. Μία παράσταση που αφήνει να ακουστούν καθαρά οι λέξεις, οι ανάσες, οι παύσεις. Να αναδυθούν τα κρυμμένα νοήματα πίσω από τις σαγηνευτικές περιγραφές της Γουλφ.

 Διαβάστε εδώ τη κριτική της παράστασης. 

mikros-efw.jpg

Μικρός Εγώ

Πρεμιέρα 9.10 | Θέατρο Άλφα

Τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη της παρουσίαση η παράσταση του Βασίλη Ανδρέου βασισμένη στο έργο του Κώστα Ταχτσή και με τον ίδιο τον συγγραφέα στον ρόλο του κεντρικού ήρωα επιστρέφει για έναν ακόμα κύκλο παραστάσεων. Ένα ταξίδι αυτογνωσίας στη ζωή ενός ανθρώπου, που πάλεψε να βρει την ταυτότητα του σε μία κοινωνία που δεν τον «χώρεσε».

 

 

Ένα από τα σημαντικότερα μιούζικαλ του Broadway παρουσιασμένο υποδειγματικά από την Καμεράτα – Ορχήστρα Φίλων της Μουσικής σε μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσετε!

Ο Stephen Sondheim, ένας από τους σπουδαιότερους λιμπρετίστες του Broadway, ο άνθρωπος που έχει υπογράψει τους στίχους στο “West Side Story” και το “Gypsy”, εμπνεύστηκε το μιούζικαλ “Sweeney Todd” από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Cristopher Bond, ένα μελόδραμα του 1973 που για πρώτη φορά χάρισε έναν πιο ουσιαστικό μυθοπλαστικό πυρήνα στον θρύλο του Sweeney Todd, γνωστό ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τον θρύλο ο Todd ήταν ένας δαιμόνιος κουρέας, που σκότωνε με τα σύνεργά του τα ανυποψίαστα θύματά του και στη συνέχεια τα παρέδιδε στον φούρναρη γείτονά του, ο οποίος τα μαγείρευε και τα πουλούσε στους πελάτες του σαν κρέας εκλεκτής ποιότητας! 

Ο Bond  όμως ήταν ο πρώτος συγγραφέας, που ασχολούμενος με τον θρύλο, έδωσε στον Todd ένα ισχυρό άλλοθι για τα φρικιαστικά του εγκλήματα μετατρέποντας τον ουσιαστικά από μία χάρτινη καρικατούρα σε έναν στιβαρό δραματικό χαρακτήρα.

Σύμφωνα με το έργο του, ο Sweeney Todd δεν παρουσίαζε ανέκαθεν δολοφονικές τάσεις. Για την ακρίβεια ήταν ένας φιλήσυχος και ευσυνείδητος κουρέας γνωστός ως Benjamin Barker, που ζούσε στο βικτωριανό Λονδίνο μαζί με την πολυαγαπημένη του σύζυγο και τη νεογέννητη κόρη τους. Μέχρι που η όμορφη σύζυγός του μπήκε στο μάτι του πανίσχυρου αρχιδικαστή Turpin. Προκειμένου να την κλέψει από τον Sweeney Todd ο Turpin τον κυνήγησε ανελέητα εξορίζοντας τον από τον Λονδίνο. Η γυναίκα του μην θέλοντας να πέσει στα χέρια του Turpin αυτοκτόνησε και η μικρούλα κόρη τους, μωρό ακόμα, μεγάλωσε πιστεύοντας ότι ο Turpin είναι ο πατέρας της. Δύο περίπου δεκαετίες μετά ο Barker επιστρέφει στο Λονδίνο ως Sweeney Todd πια και ζητάει εκδίκηση… Ο ήρωας του Bond λοιπόν δεν είναι απλώς ένας μανιακός δολοφόνος χωρίς λόγο και αιτία, αλλά ένας άνθρωπος που έχασε άδικα ό,τι αγαπούσε πιο πολύ και τώρα κινείται από οργή και δίψα για εκδίκηση όχι μόνο απέναντι στον δικαστή Turpin, αλλά κι απέναντι σε μία ολόκληρη κοινωνία που του επιτρέπει με την ανοχή της να την εξουσιάζει. Κάπου εδώ το θεατρικό του Bond αποκτά ταξικά χαρακτηριστικά.

Πάνω σε αυτό το έργο λοιπόν στήριξαν όλη την πλοκή του μιούζικαλ τους ο Stephen Sondheim, που υπογράφει τη μουσική και το λιμπρέτο, και ο Hugh Wheeler, που υπογράφει το σενάριο, κάνοντας τον διευθυντή της Metropolitan Opera να δηλώσει μετανιωμένος, μετά την πρεμιέρα του μιούζικαλ, που το πρώτο ανέβασμα δεν έγινε στη MET. 

Το μιούζικαλ “Sweeney Todd” είναι ένα σκοτεινό μουσικό θρίλερ με κωμικές ανάσες και μελωδίες που ακροβατούν ανάμεσα στο μουσικό θέατρο και την όπερα. Η ιστορία του ανατριχιαστική, το χιούμορ του βιτριολικό, η αισθητική του σαγηνευτική, το υπόβαθρο του έντονα δραματικό, οι συνθέσεις του αριστοτεχνικά δομημένες και ενορχηστρωμένες με εμφανείς τις αναφορές σε έργα κλασικών συνθετών, όπως ο Ravel και ο Prokofiev. Αναμφισβήτητα πρόκειται για μία κορυφαία στιγμή του αμερικάνικου μουσικού θεάτρου.

Η Καμεράτα – Ορχήστρα Φίλων της Μουσικής, υπό τη διεύθυνση του ικανότατου Γιώργου Πέτρου, τόλμησε να το παρουσιάσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, σε μία παράσταση που θα επαναληφθεί στις 31 Αυγούστου. Είναι η τρίτη φορά που ο Γιώργος Πέτρου και η Καμεράτα κάνουν κατάδυση στα νερά του αμερικάνικου μιούζικαλ. Η αρχή έγινε πρόπερσι με το “Kiss me Kate”, ακολούθησε πέρυσι το “West Side Story” και φέτος είναι η σειρά του “Sweeney Todd”. Θέλω να πω εξαρχής ότι εκτιμώ βαθιά αυτή την επιλογή της Καμεράτα. Διότι οι παραγωγές της στο εν λόγω είδος εξασφαλίζουν, αν μη τι άλλο, δύο δομικά στοιχεία του μιούζικαλ, που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα, αλλά στην Ελλάδα δεν είναι: Πρώτον, όλοι οι ηθοποιοί τραγουδάνε εξαιρετικά, και δεύτερον η μουσική εκτελείται άψογα από μία πολυμελή και ικανότατη ορχήστρα που παίζει τις αυθεντικές ενορχηστρώσεις του κάθε μουσικού έργου.

Έχοντας παρακολουθήσει και τα τρία μιούζικαλ που έχει παρουσιάσει η Καμεράτα οφείλω να επισημάνω ότι κάθε φορά ο πήχης ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. Στο “Sweeney Todd” δεν θαυμάζεις μόνο τις φωνητικές ικανότητες των ηθοποιών ή την εξαιρετική διεύθυνση ορχήστρας από τον Πέτρου. Βρήκα επίσης πολύ προσεγμένη την απόδοση στα ελληνικά του λιμπρέτου από τον ίδιο τον Πέτρου, ενώ και η σκηνοθεσία του είχε πολλές ενδιαφέρουσες ιδέες και άψογη αισθητική παραμένοντας εύρυθμη στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης παρά την σχεδόν τρίωρη διάρκειά της. Αν τη συγκρίνουμε με τη σκηνοθετική του δουλειά στο “Kiss me Kate” θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Πέτρου έχει εξελιχθεί πολύ και ως σκηνοθέτης.

Φυσικά είναι αρκετά ευφυής ώστε να έχει πάντα στο πλευρό του σε αυτά τα παράτολμα εγχειρήματα μία σειρά από εξαιρετικούς συνεργάτες. Η Ζωή Χατζηαντωνίου και ο Κώστας Τσιούκας κίνησαν έξυπνα, άκρως θεατρικά και χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς τους ηθοποιούς της παράστασης. Ο Πάρις Μέξης έφτιαξε μέσα από ένα σύμπλεγμα ξύλινων κιβωτίων και σκαλωσιών ένα απολύτως λειτουργικό σκηνικό που άλλαζε επίπεδα και χώρους και έδενε έξοχα τόσο με την ατμόσφαιρα της εποχής όσο και με την επιβλητική πλάτη του Ηρωδείου. Η Γιωργίνα Γερμανού έκανε υποδειγματική δουλειά στα κοστούμια της, τα οποία σκιαγραφούσαν άψογα την αισθητική του βικτωριανού Λονδίνου έχοντας παράλληλα και κάποιες σύγχρονες πινελιές. Ο Γιώργος Τέλλος και η Στέλλα Κάλτσου χάρισαν μέσα από τους ατμοσφαιρικούς τους φωτισμούς μία κινηματογραφική διάσταση στην παράσταση.

Η ψυχή της παράστασης ωστόσο ήταν φυσικά οι ηθοποιοί της. Όλοι ανεξαιρέτως με συναρπαστικές φωνές. Ο Γιάννης Καλύβας στον ρόλο του Anthony Hope απέδειξε για ακόμα μία φορά ότι είναι ένας ηθοποιός που έχει όλα τα προσόντα για να μεσουρανήσει στο είδος του μιούζικαλ. Άρτιος τόσο φωνητικά, όσο και υποκριτικά. Η Άννα Κουτσαφτίκη εντυπωσίασε στη ζητιάνα της (αν και το μικρόφωνο της δεν της έκανε πάντα την χάρη να ακουστεί) χαρίζοντας μας μία έντονα δραματική ερμηνεία με πολύ καλές τραγουδιστικές επιδόσεις. Ο Χριστόφορος Σταμπόγλης είναι ένας έξοχος βαρύτονος (δεν νομίζω ότι χρειάζεται συστάσεις) που απέδωσε εξαιρετικά το κύρος και τη διαστροφή του δικαστή Turpin. Η Μυρσίνη Μαργαρίτη στον ρόλο της Johanna, κόρης του Todd, μας μέθυσε με τη φωνή της, αν και δεν μπόρεσε να κρατήσει το ίδιο επίπεδο και υποκριτικά στην πρόζα της. Ο Άρης Πλασκασοβίτης, από τους ηθοποιούς που παίζουν στα δάχτυλα το είδος, υποδυόμενος τον Tobias Ragg χάρισε στην παράσταση τις κωμικές της νότες. Στο φινάλε όμως μας απέδειξε ότι τα καταφέρνει περίφημα και στις πιο δραματικές σκηνές. Ο Χρήστος Κεχρής στον ρόλο του Επίτροπου Bamford ήταν απολαυστικός στη σκηνή που παίζει πιάνο ενθυμούμενος τραγούδια που του έλεγε η μαμά του, ενώ ο Γιάννης Χριστόπουλος (Adolfo Pirelli), ο Σωτήρης Τριάντης (Jonas Fogg), η Δήμητρα Κώνστα (νεαρή Lucy) και ο Αποστόλης Ψυχράμης (πωλητής πτηνών) απέδωσαν με χιούμορ και υποκριτικό οίστρο τους μικρότερους ρόλους τους. 

Ο Χάρης Αδριανός στον ρόλο του Sweeney Todd τα κατάφερε πολύ καλά χωρίς ωστόσο να λάμψει. Ήταν άψογος τραγουδιστικά, αλλά υποκριτικά, κατά τη γνώμη μου, παρέμενε θολός σε αρκετές στιγμές της παράστασης. Παρ’ όλα αυτά κέρδισε τις εντυπώσεις στο δραματικό του φινάλε. Ίσως ο ρόλος του Sweeney να απαιτούσε έναν ηθοποιό, που εκτός από εξαιρετική φωνή, να ήταν και πιο στιβαρός υποκριτικά.

Κράτησα για το τέλος τη Νάντια Κοντογεώργη. Νομίζω ότι αποτελεί μία ξεχωριστή μονάδα του μουσικού μας θεάτρου. Το έχει αποδείξει πολλάκις, αλλά εδώ έκανε την υπέρβαση. Και φωνητικά και υποκριτικά. Ένας σίφουνας επί σκηνής που σε συνεπαίρνει άμα τη εμφανίσει. Μαγική φωνή, κωμική φλέβα, με δραματικές αποχρώσεις όταν το επιθυμεί, κυρίαρχος των εκφραστικών της μέσων και της σκηνής. Στον ρόλο της Mrs Lovett πέτυχε έναν πραγματικό άθλο. Δεν νομίζω ότι αυτή τη στιγμή διαθέτουμε στην Ελλάδα μία ηθοποιό αντίστοιχων ικανοτήτων στο είδος του μιούζικαλ.

Τέλος, ιδιαίτερα εύσημα ανήκουν και στο chorus του μιούζικαλ (Λητώ Μεσσήνη, Χριστίνα Μιχαλάκη, Μαριλένα Χρυσοχοΐδη, Μαρία Μουρκούση, Αναστασία Κότσαλη, Μιράντα Μακρυνιώτη, Αθηνά Καστρινάκη, Βαγγέλης Αγγελάκης, Σταύρος Ζουλιάτης, Χρήστος Χριστοδούλου, Γιάννης Μανιατόπουλος, Αποστόλης Ψυχράμης, Νικόλας Μπογιατζής, Σωτήρης Τριάντης, Αντώνης Δήμου, Άγγελος Χονδρογιάννης) που τραγούδησαν συναρπαστικά πλαισιώνοντας υποδειγματικά τους υπόλοιπους ηθοποιούς.

Συμπερασματικά, το “Sweeney Todd” είναι μία παράσταση που πρέπει να δείτε οπωσδήποτε αν αγαπάτε το είδος του μιούζικαλ!  

 

Μία ενδιαφέρουσα παράσταση σαν εγχείρημα, που δεν μπόρεσε όμως να συνδυάσει αρμονικά τα πολλά και ετερόκλητα στοιχεία της.

Η «Ειρήνη», η πρώτη από τις δύο φετινές θερινές παραγωγές του Εθνικού Θεάτρου, είναι ουσιαστικά μία μετεγγραφή της ομώνυμης αριστοφανικής κωμωδίας σε ένα νέο αμιγώς μουσικό έργο, που υπογράφουν ο Νίκος Κυπουργός (σύνθεση) και ο Δημοσθένης Παπαμάρκος (λιμπρέτο). Αυτό που έχει ουσιαστικά κρατηθεί από το έργο του Αριστοφάνη είναι η πλοκή και η σκαλέτα του. Ο λόγος του έχει αντικατασταθεί πλήρως από το νέο λιμπρέτο, εξού και δεν αναφέρεται πουθενά στους συντελεστές της παράστασης όνομα μεταφραστή.

Το εγχείρημα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είμαι της άποψης ότι είναι απολύτως θεμιτό – αν όχι αναγκαίο – οι σύγχρονοι δημιουργοί να εμπνέονται από τα κορυφαία κλασικά κείμενα και να πειραματίζονται πάνω σε αυτά δημιουργώντας νέες φόρμες σε όλα τα επίπεδα. Τα έργα των αρχαίων ποιητών δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν ιερές αγελάδες, που δεν μπορεί να τις αγγίζει κανείς. Αντιθέτως οφείλουν να λειτουργούν ως πεδίο δημιουργίας και πειραματισμού για τους σύγχρονους καλλιτέχνες. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τη σκηνοθετική προσέγγιση του κάθε έργου, αλλά και το ίδιο καθ’ εαυτό το κείμενο. Η σκέψη λοιπόν του Εθνικού Θεάτρου να παρουσιάσει μία νέα μουσική παράσταση βασισμένη στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη ήταν εξαιρετική, πόσο μάλλον που ανέθεσε την υλοποίηση της ιδέας σε τρεις σημαντικούς και ταλαντούχους ανθρώπους από τον χώρο του πολιτισμού, όπως είναι ο Νίκος Κυπουργός, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, που ανέλαβε τη σκηνοθεσία.

Έχω ωστόσο την αίσθηση, κρίνοντας πάντα εκ του αποτελέσματος, ότι αυτοί οι τρεις ικανοί άνθρωποι ξεκίνησαν από διαφορετικές αφετηρίες και έχοντας μία πολύ διαφορετική οπτική πάνω στο έργο που αποτέλεσε τη βάση εργασίας τους. Αυτό μου έγινε ξεκάθαρο διαβάζοντας και τα σημειώματά τους στο πρόγραμμα της παράστασης. Ο Νίκος Κυπουργός, που υπογράφει την πανταχού παρούσα μουσική του έργου, θεωρεί ότι η «Ειρήνη» είναι ένα έργο με εναλλαγές κωμικών και τραγικών στοιχείων. Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, που με το «Γκιακ» απέδειξε περίτρανα το συγγραφικό του ταλέντο, τη διαβάζει ως ένα μανιφέστο για την κατάκτηση της ουτοπίας, ενώ ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης υποστηρίζει ότι πρόκειται  για «μία προχειράντζα που ξεπέταξε ο Αιγινίτης με αφορμή τη Νικίειο Ειρήνη». Προσωπικά δεν με ενδιαφέρει να κρίνω καμία από τις παραπάνω απόψεις. Αυτό που με αφορά είναι το πώς αυτές οι τρεις «αναγνώσεις» του έργου θα μπορούσαν να παντρευτούν συνθέτοντας μία παράσταση με συγκεκριμένη αισθητική και άποψη. 

Θεωρώ ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν κατάφερε να ομογενοποιήσει τα ετερόκλητα στοιχεία, που συνθέτουν την παράσταση. Οι πολύ ωραίες – αν τις απομονώσεις – επικολυρικές συνθέσεις οπερατικών (κυρίαρχα) αναφορών του Νίκου Κυπουργού έμοιαζαν να μην δένουν σε πολλά σημεία με το λιμπρέτο του Παπαμάρκου, που πάλευε να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στη λαϊκότητα του Αριστοφάνη και μία πιο στιβαρή ποίηση. Από την άλλη ο Αρβανιτάκης, αν και προσπάθησε να μείνει μακριά από επιθεωρησιακές λογικές, ενίοτε υπέκυπτε σε «ευκολίες» για να αποσπάσει το γέλιο του κοινού, όπως οι αναφορές σε γνωστά τραγούδια (από Χατζιδάκι μέχρι Μπιθικώτση). 

Αυτή η απουσία συγκεκριμένης γραμμής αδίκησε εντέλει μια σειρά από πολύ ωραία στοιχεία που είχε η παράσταση. Βρήκα εξαιρετικής αισθητικής τα ασπρόμαυρα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, ευφυή την ιδέα του 3D Projection Mapping δια χειρός Στάθη Μήτσιου, που λειτουργούσε σαν εικονική σκηνογραφία πάνω στη γυμνή ορχήστρα της Επιδαύρου, με διακριτικό χιούμορ τις χορογραφίες της Σεσίλ Μικρούτσικου, ατμοσφαιρικούς – αν και αρκετά υποτονικούς – τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, πολύτιμη την παρουσία της Καμεράτα που διηύθυνε ζωντανά ο Γιώργος Πέτρου.  

Μπορώ να κρατήσω πολλές ωραίες εικόνες από την παράσταση. Ένιωσα ότι όλα σχεδόν τα στοιχεία της μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά το καθένα από μόνο του. Δεν μπόρεσαν όμως να ταιριάξουν αρμονικά μαζί κι αυτό δεν το λες μία λεπτομέρεια. Προσωπικά θα προτιμούσα μία ξεκάθαρα λυρική ανάγνωση χωρίς το άγχος της ύπαρξης του κωμικού και του «λαϊκού» στοιχείου στο όνομα του Αριστοφάνη. Θα ήταν νομίζω πιο συνεπής.

Όσον αφορά τους ηθοποιούς κι εδώ ήταν εμφανείς οι διαφορετικές σχολές που εκπροσωπεί ο καθένας τους. Ο Τζίμης Πανούσης (Τρυγαίος) είναι ένας βιτριολικός stand up comedian (βασικά είναι ένα είδος από μόνος του, σχεδόν ακατάτακτος), που δεν διαθέτει όμως ούτε τη λαϊκή στόφα ενός αριστοφανικού ηθοποιού που θα σαρώσει τη σκηνή, αφού από μόνος του είναι πιο μπλαζέ, ούτε σίγουρα χωράει σε ένα μουσικό έργο οπερατικών αναφορών. Παρ’ όλα αυτά ήταν αρκετά αποτελεσματικός και πειθαρχημένος σε αυτά που του είχαν ζητηθεί από τη σκηνοθεσία. Δεν με ενθουσίασε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν λειτούργησε η παρουσία του σε βάρος της παράστασης.

Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος (Ερμής) και η Ειρήνη Καράγιαννη (Ειρήνη) είναι δύο λυρικοί τραγουδιστές με εντυπωσιακή φωνή, των οποίων όμως ο φυσικός χώρος είναι η όπερα και όχι ο Αριστοφάνης. Υποκριτικά ήταν μάλλον αδιάφοροι, φωνητικά φυσικά κέρδιζαν τις εντυπώσεις. Το δε στοιχείο της σκηνοθεσίας που ήθελε την Ειρήνη να μιλάει μέσα από οπερατικούς λαρυγγισμούς, που έμοιαζαν με μία γλώσσα ακατάληπτη από τους υπόλοιπους, ήταν ευφυέστατο. Ο Αιμιλιανός Σταματάκης είναι αναμφισβήτητα από τους πιο ικανούς ηθοποιούς μας στο μιούζικαλ. Εδώ όμως στον ρόλο του Πολέμου, αν και τραγουδιστικά άψογος, τον ένιωσα σαν βρισκόταν έξω από τα νερά του και χωρίς καμία αίσθηση χιούμορ στην ερμηνεία του.

Σε πιο αριστοφανικό κλίμα κινήθηκαν οι Ευαγγελία Καρακατσάνη (Τροφός) και ο Νίκος Καρδώνης (Δούλος), με την πρώτη να συνδυάζει άψογα την κωμικότητα με τις υψηλές τραγουδιστικές επιδόσεις. Ο υπόλοιπος Χορός (Ασημίνα Αναστασοπούλου, Θωμάς Βελισσάρης, Δημήτρης Γεωργιάδης, Γιάννης Δενδρινός, Βάσια Ζαχαροπούλου, Γιασεμί Κηλαηδόνη, Γιάννης Κλίνης, Ελίτα Κουνάδη, Ηλίας Κουνέλας, Ελένη Μπούκλη, Μαρία Νίκα, Γιάννης Σελητσανιώτης, Βασιλική Τρουφάκου, Αντιγόνη Φρυδά )λειτούργησε συγκροτημένα σαν σύνολο αν και δεν κατάλαβα γιατί πολλοί από τους ηθοποιούς, αν και είχαν σολιστικά μέρη, δεν διέθεταν μικρόφωνο με αποτέλεσμα να μην γίνεται ανά στιγμές κατανοητό το λιμπρέτο.

 

Ο Ένκε Φεζολλάρι μετέφερε στη σκηνή ένα εξαιρετικό αλβανικό μυθιστόρημα με τρόπο όμως έντονα εξωστρεφή, που εκβιάζει το συναίσθημα.

Η Ελβίρα Ντόνες θεωρείται μία από τις σημαντικότερες συγγραφείς της Αλβανίας. Στο μυθιστόρημά της «Ορκισμένη παρθένα», το οποίο μεταφέρθηκε μάλιστα πριν από δύο χρόνια και στη μεγάλη οθόνη από την Ιταλίδα Λάουρα Μπισπούρι, φωτίζει με ιδιοφυή τρόπο μία παράδοση αιώνων κυρίαρχα στην Αλβανία, αλλά και σε άλλες βαλκανικές χώρες, που ήθελε κάποιες γυναίκες να απαρνούνται το φύλο τους, να ορκίζονται αγαμία και να μεταμορφώνονται σε άντρες προκειμένου να επιβιώσουν σε μία ακραία συντηρητική, ανδροκρατούμενη κοινωνία που δεν αναγνώριζε στις γυναίκες σχεδόν κανένα δικαίωμα. 

Τις αποκαλούμενες Ορκισμένες Παρθένες μπορούσε κανείς να συναντήσει πιο συχνά στα χωριά της βόρειας Αλβανίας. Το έθιμο προέκυψε από το ίδιο το Κανούν, ένα σύνολο εθιμικών κανόνων που κωδικοποίησε στον Μεσαίωνα ο Λεκ Ντουκαγκίνι και όριζε σε απόλυτο βαθμό την κοινωνική και ατομική ζωή των κατοίκων της Αλβανίας. Σύμφωνα με το Κανούν οι γυναίκες ήταν ουσιαστικά κτήματα των ανδρών, θεωρούνταν ξεκάθαρα κατώτερες από τη φύση τους και δεν τους αναγνωριζόταν κανένα δικαίωμα αυτοδιάθεσης και ατομικής ελευθερίας. Οι Ορκισμένες Παρθένες, αφού έδιναν όρκο ισόβιας αγνότητας ενώπιον δώδεκα ηλικιωμένων ανδρών από το χωριό τους, συνέχιζαν τη ζωή τους σαν άνδρες, τους αναγνωρίζονταν ίσα δικαιώματα με το «ισχυρό φύλο» και ο θάνατος τους ισοδυναμούσε με την απώλεια της ζωής ενός άνδρα. Παρ’ όλα αυτά ανατομικά οι Ορκισμένες Παρθένες παρέμεναν γυναίκες, αλλά χωρίς να έχουν δυνατότητα επιστροφής στην αρχική τους ζωή. Κάτι τέτοιο τιμωρούνταν με θάνατο.

Η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος της Ντόνες, η Χάνα, ζει με τον θείο της σε ένα ορεινό χωριό της βόρειας Αλβανίας την εποχή που στη χώρα κυριαρχεί ο Ενβέρ Χότζα έχοντας εγκαθιδρύσει ένα ιδιότυπο κομμουνιστικό καθεστώς αγροτικού τύπου, που συνεπαγόταν μία εξαιρετικά κλειστή οικονομία που δεν επέτρεπε οποιαδήποτε αλληλεπίδραση με τον υπόλοιπο κόσμο. Μετά τη φυγή της αδελφής της, που παντρεύεται και εγκαταλείπει το χωριό και την οικογένεια, η Χάνα μένει μόνη της να φροντίζει τον θείο και το σπίτι. Χάρη στη διαλλακτικότητα του θείου της καταφέρνει να πάει στο Πανεπιστήμιο, όμως το εγκαταλείπει εσπευσμένα και επιστρέφει στο χωριό μόλις μαθαίνει ότι ο θείος της είναι βαριά άρρωστος. Εκείνος επιχειρεί να την παντρέψει χωρίς τη θέλησή της. Μία απόπειρα βιασμού της από τρεις στρατιώτες είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι για την εγκλωβισμένη Χάνα και παίρνει την απόφαση να απαρνηθεί τη θηλυκή της ταυτότητα και να γίνει Ορκισμένη Παρθένα. Το νέο της όνομα είναι Μαρκ και πια συμπεριφέρεται σαν άνδρας. Η κατάρρευση του καθεστώτος του Χότζα όμως με την παράλληλη εισβολή του δυτικού τρόπου ζωής στην καθημερινότητα των Αλβανών θα ξυπνήσει στη Χάνα/Μαρκ τη γυναικεία φύση της. Απαρνιέται τον ρόλο της Ορκισμένης Παρθένας, εγκαταλείπει άρον άρον τον τόπο της για να γλιτώσει τη τιμωρία και φεύγει για την Αμερική. Γρήγορα όμως θα διαπιστώσει ότι ούτε εκεί πρόκειται για τη «γη της επαγγελίας». Το παρελθόν της την κυνηγά και η δυτική κοινωνία μοιάζει έτοιμη να τη βιάσει ξανά, αυτή τη φορά με τον δικό της τρόπο…

Το μυθιστόρημα της Ντόνες μοιάζει από μόνο του συναρπαστικό. Μία εξαιρετικά δυνατή ιστορία που μιλάει ουσιαστικά για τη γυναικεία (και όχι μόνο) ελευθερία και το αναφαίρετο δικαίωμα στην αυτοδιάθεση της ύπαρξης μας. Η Χάνα, στο βιβλίο της Ντόνες, γίνεται ένα σύμβολο για όλες τις καταπιεσμένες και κακοποιημένες από την κοινωνία γυναίκες, για όλους τους ανθρώπους που παλεύουν για την προσωπική τους ελευθερία.

Ο Ένκε Φεζολλάρι, που σκηνοθέτησε και διασκεύασε για το θέατρο σε συνεργασία με τη Μαρία Σκαφτούρα και τη Ναταλί Μηνιώτη (δραματουργική επεξεργασία) το μυθιστόρημα παρουσιάζοντας το στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, έχει κάθε λόγο να αισθάνεται έναν ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό με το βιβλίο της Ντόνες, αφού γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Αλβανία του Χότζα, προτού έρθει με την οικογένειά του στην Ελλάδα το 1993. Είναι σαφές ότι τα όσα περιγράφει η Ντόνες στο βιβλίο ακουμπούν και σε δικές του μνήμες, όσον αφορά την πατριαρχική οργάνωση της κοινωνίας, αλλά και τον γενικότερο τρόπο ζωής. Είναι λοιπόν προς τιμή του που ανατρέχοντας στις ρίζες του θέλησε να μας συστήσει το συγκεκριμένο βιβλίο και μαζί ένα κομμάτι της ιστορίας της χώρας του.  

Ωστόσο στο σκηνοθετικό του σημείωμα επιχειρεί έναν παραλληλισμό της Χάνα με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή χαρακτηρίζοντας την ως «μια ιδιόμορφη βαλκάνια Αντιγόνη, διαμαρτυρόμενη ενάντια στον ανορθολογισμό της εξουσίας, αιώνες μετά από εκείνη την κόρη-σύμβολο, που αποφασίζει να θάψει όχι το σώμα ενός νεκρού αδελφού, αλλά το δικό της σώμα, στα πέτρινα τοπία της Σκόδρας, στη Βόρεια Αλβανία». Ομολογώ ότι στην παράσταση του δεν μπόρεσα να βρω τίποτα από το μέγεθος της αρχαίας τραγωδίας, εάν αυτός φυσικά ήταν ο στόχος του Φεζολλάρι. Υποθέτω για να κάνει αναφορά στην Αντιγόνη μάλλον κάτι τέτοιο είχε στο μυαλό του. Προσωπικά είδα μία ροπή προς τη φόρμα του μελοδράματος, το οποίο όμως ούτε αυτό υπηρετούνταν με συνέπεια, αφού υπονομευόταν κατά διαστήματα μέσα από σκηνοθετικούς νεωτερισμούς και ένα έντονο στυλιζάρισμα που δεν άφηνε χώρο σε οποιοδήποτε στοιχείο ρεαλισμού. Ο Φεζολλάρι οδήγησε τους ηθοποιούς του σε ένα αδικαιολόγητα εξωστρεφές, κατά τη γνώμη μου, παίξιμο, χωρίς καμία ουσιαστική εσωτερικότητα (εδώ εξαιρώ την Παρθενόπη Μπουζούρη στην οποία θα επανέλθω) και κάνοντας τους να μοιάζουν περισσότερο με σκίτσα, παρά με κανονικούς ανθρώπους. 

Για να είμαι ειλικρινής δεν κατάλαβα ποια ήταν ακριβώς η σκηνοθετική γραμμή. Ένιωσα ότι κάθε σκηνή αυτονομούνταν από τον κορμό του έργου και με διάφορα σκηνοθετικά τεχνάσματα, που άλλοτε παρέπεμπαν σε ένα πιο εμπορικό κι άλλοτε σ’ ένα μεταμοντέρνο θέατρο, επιχειρούνταν να εντυπωσιαστεί  και να εκβιαστεί συναισθηματικά ο θεατής. Οι μουσικές υπογραμμίσεις των σκηνών (τη μουσική επιμέλεια είχε ο ίδιος ο Φεζολλάρι) ήταν ενδεικτικές του σκηνοθετικού μετεωρισμού που χαρακτήριζε ολόκληρη την παράσταση. Από παραδοσιακά άσματα και λαϊκότροπα ποπ μέχρι hits των ’80s και ατμοσφαιρικές μουσικές βγαλμένες λες κι από ρομάντζο του Χόλλυγουντ. 

Είμαι της άποψης ότι η ιστορία της Ντόνες είναι τόσο δυνατή από μόνη της, που δεν έχει ανάγκη να υπογραμμιστεί τίποτα και μάλιστα με τόσο προφανή τρόπο. Η παράσταση του Φεζολλάρι αγνόησε επιδεικτικά τους εσωτερικούς παλμούς των ηρώων του βιβλίου και προσπάθησε να κραυγάσει τα συναισθήματά τους. Δεν άφησε τίποτα να υπονοηθεί. Δεν άφησε τον θεατή να βγάλει τα συμπεράσματά του, αλλά προσπάθησε πεισματικά να τον κατευθύνει. Θεωρώ ότι σε αυτό το σημείο η προσωπική εμπλοκή του Φεζολλάρι στα όσα διηγείται το βιβλίο είχε τα αντίθετα αποτελέσματα, αφού η ματιά του μόνο ψύχραιμη δεν ήταν.

Την ίδια στιγμή χάθηκε και ο αμιγώς κινηματογραφικός ρυθμός του έργου, που έμοιαζε να πατάει φρένο μέσα από αδικαιολόγητες παύσεις και παρηχήσεις φράσεων, που δεν κατάλαβα που ακριβώς εξυπηρετούσαν. Μέσα σ’ όλα αυτά δεν μπόρεσαν να λάμψουν και μερικές πραγματικά ωραίες σκηνές της παράστασης, με έξυπνα σκηνοθετικά ευρήματα και ενδιαφέρουσα αισθητική, όπως η σκηνή του αυνανισμού της Χάνα και του τείχους που χτίζεται (με μάλλον αδόκιμο τρόπο) μπροστά της και γκρεμίζεται από την ίδια. 

Το σκηνικό της Δάφνης Κολυβά και της Εβελίνας Δαρζέντα, μία ιδιόμορφη φυλακή μέσα σ’ ένα σωρό ερειπίων, είχε και αισθητική και λόγο ύπαρξης, και ήταν αναμφισβήτητα από τα καλά στοιχεία της παράστασης. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τα κοστούμια τους, πολλά από τα οποία κινήθηκαν στα όρια του φολκλόρ και του κιτς. Η θεατρική διασκευή και δραματουργική επεξεργασία των Φεζολλάρι, Σκαφτούρα και Μηνιώτη, που δεν ακολούθησε μία γραμμική εξέλιξη της πλοκής, νομίζω ήταν αρκετά καλή, όσο τουλάχιστον μου επέτρεψε να καταλάβω η σκηνοθεσία. Προσεγμένη δουλειά έκανε και ο Αλέκος Γιάνναρος στο σχεδιασμό των φωτισμών.

Όσον αφορά τους ηθοποιούς της παράστασης, τους περισσότερους από τους οποίους γνωρίζω και εκτιμώ, πιστεύω ότι αδικήθηκαν στην προσπάθεια τους να ακολουθήσουν τη σκηνοθετική γραμμή. Ο Στάθης Σταμουλακάτος ουσιαστικά επανέλαβε, αλλά μόνο σχηματικά, τον ρόλο του στο «Στέλλα κοιμήσου», που είδαμε στο Εθνικό τον χειμώνα. Τίποτα όμως δεν έβραζε πραγματικά μέσα του, όπως συνέβαινε στην παράσταση του Οικονομίδη που ήταν καθηλωτικός. Εδώ ήταν, αν μη τι άλλο, διεκπεραιωτικός. Ο Γιώργος Παπαπαύλου, από τους ικανούς νέους ηθοποιούς, οδηγήθηκε στις περισσότερες σκηνές σε ένα εξαιρετικά υπερβολικό παίξιμο με κραυγές και χειρονομίες, που προσωπικά δεν μου επέτρεψε ποτέ να ταυτιστώ με τον ήρωα του. Η Μαρία Σκαφτούρα κινήθηκε σε λίγο πιο χαμηλούς και ρεαλιστικούς τόνους, αλλά ούτε εκείνη με έπεισε στη σκηνή της έκρηξής της. Ο Αντώνης Φραγκάκης ήταν επαρκής χωρίς να με εντυπωσιάσει, αλλά τον βρήκα αρκετά πειστικό στο τέλος στη σκηνή του «δυτικού βιασμού». Η Γεωργιάννα Νταλάρα ήταν επίσης επαρκής. Όσον αφορά την Άντζελα Μπρούσκου, που κράτησε τον ρόλο της αφηγήτριας και της μάνας της ηρωίδας, είναι από μόνη της μία πολύ ιδιαίτερη περσόνα, που θεωρώ ότι ποτέ δεν συντονίστηκε πραγματικά με το ύφος της παράστασης.

Οφείλω όμως να ξεχωρίσω από όλους την Παρθενόπη Μπουζούρη, που υποδύθηκε και την κεντρική ηρωίδα. Δεν θα είμαι υπερβολικός αν πω ότι ουσιαστικά σήκωσε στις πλάτες της όλη την παράσταση. Ηθοποιός χαμηλών τόνων και εκρηκτικού ταλέντου κατάφερε, παρά τις αντιξοότητες, να φωτίσει όλες τις εσωτερικές μεταπτώσεις της ηρωίδας της. Δεν έφτιαξε μία καρικατούρα, που περνάει τα πάνδεινα. Βούτηξε μέσα στη Χάνα, ανακάλυψε όλες τις χορδές της, δικαιολόγησε όλες τις εκρήξεις της, συντονίστηκε με τους χτύπους της καρδιάς της. Η ερμηνεία της ήταν όντως σπουδαία και θεωρώ ότι της αξίζουν διπλά συγχαρητήρια, γιατί δεδομένου όλου αυτού που συνέβαινε γύρω της δεν πιστεύω ότι βοηθήθηκε από τη σκηνοθεσία. Εκτός κι αν η σκηνοθεσία ζήτησε και από τους υπόλοιπους αυτό που κατόρθωσε η Μπουζούρη και οι άλλοι δεν μπόρεσαν να φτάσουν υποκριτικά στο δικό της επίπεδο. Δεν το γνωρίζω. Πάντως για τη δική μου αισθητική κάτι δεν λειτούργησε  σ’ αυτή την παράσταση. Όσο κι αν η μουσική πάλευε να με φορτίσει συγκινησιακά με αποκορύφωμα το φινάλε. 

 

 

Εστιάζοντας στην 22η ραψωδία της “Οδύσσειας” – γνωστή και ως Μνηστηροφονία – η Ιώ Βουλγαράκη και η ομάδα ΠΥΡ φώτισαν μοναδικά μέσα από την παράσταση “Άφιξις”, που παρουσιάστηκε την Παρασκευή και το Σάββατο στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, μία από τις πιο αιματηρές σκηνές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

 

Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Δημήτρης Μαρωνίτης, την εξαιρετική μετάφραση του οποίου χρησιμοποίησε η Ιώ Βουλγαράκη στην παράσταση, σε αυτό το σημείο του ομηρικού έπους “ο πολύτλας Οδυσσέας αντιστρέφεται σε πολύφονον”. Στο πέρασμά του σαρώνει τα πάντα. 108 άνδρες που διεκδικούν τη γυναίκα του και τον θρόνο θα πέσουν νεκροί από το σπαθί του και τα βέλη του σε μία ανελέητη σφαγή χωρίς προηγούμενο που συντελείται στο παλάτι. Μία αντίστοιχης βιαιότητας σκηνή έχουμε δει και στο πρώτο ομηρικό έπος, την Ιλιάδα, με τον Αχιλλέα να σκοτώνει αδιακρίτως σε κατάσταση ξέφρενης μανίας και αφόρητου πόνου εξαιτίας του θανάτου του Πάτροκλου.

 

Όμως εδώ ο Οδυσσέας δεν μοιάζει να παρασύρεται από κανένα πάθος του. Δρα ψυχρά και υπολογιστικά βάσει σχεδίου. Αρνείται να δεχτεί τις ικεσίες των μνηστήρων να τους χαρίσει τη ζωή με αντάλλαγμα την παραίτηση τους από τη διεκδίκηση του θρόνου του νησιού. Θέλει αίμα και μόνο αίμα, κάτι που μάλλον δεν συμβαδίζει με οποιαδήποτε έννοια ηθικής.

 

Επιστρέφοντας στην Ιθάκη μετά από είκοσι χρόνια απουσίας ο Οδυσσέας βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα “φάντασμα ονείρου”, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Όμηρος. Η μνήμη τον έχει προδώσει. Τίποτα δεν τον θυμίζει στο νησί του. Νιώθει ξένος στην ίδια του την πατρίδα. Ο μόνος τρόπος για να υπάρξει ξανά στον τόπο του είναι να καταφέρει να ενώσει το νήμα της βασιλικής του διαδρομής. Να συνδέσει το “τώρα” με αυτό το χαμένο στον χρόνο “τότε”, που ψελλίζει ο Αργύρης Ξάφης ως Οδυσσέας στο τέλος της παράστασης. Έτσι μόνο θα ξαναβρεί την ταυτότητά του, θα θυμηθεί και ο ίδιος ποιος πραγματικά είναι. Όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να σβήσει κυριολεκτικά είκοσι χρόνια ιστορίας μαζί με όσους και όσα τη συναποτελούν. Αυτό ουσιαστικά πράττει με τη μνηστηροφονία. Η ίδια του η συνέχεια της ύπαρξης προϋποθέτει το μακελειό και όχι κάποιος κανόνας δικαίου. Το τέλος της “Οδύσσειας” είναι πολύ πιο σκοτεινό απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Ο Όμηρος, μέσω της Μνηστηροφονίας, αποκαλύπτει έναν Οδυσσέα, που πέρα από “πολυμήχανος” είναι και αδίστακτος. Ξεκάθαρα θύτης και καθόλου θύμα.

 

Όλα τα παραπάνω τα φώτισε συναρπαστικά η παράσταση της Ιούς Βουλγαράκη με όχημα την πραγματικά σπουδαία μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, που συνιστά ουσιαστικά ένα νέο λογοτεχνικό επίτευγμα. Η σκηνοθετική προσέγγιση που δομήθηκε πάνω σε μία πάλλουσα αφήγηση διανθισμένη από μία έντονη σωματικότητα – στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της παράστασης - και μία εγγενή μουσικότητα ανέδειξε την υπέροχη γλώσσα του κειμένου επιτρέποντας στον θεατή να κατανοήσει στο έπακρο την ιστορία, κάτι στο οποίο συνέβαλε θεωρώ καθοριστικά και η καίρια δραματουργική επεξεργασία της ίδιας της Βουλγαράκη.

 

Η παράσταση δεν επένδυσε στον ρεαλισμό, αλλά σε αυτή την ατμόσφαιρα ονείρου, έναν κόσμο σχεδόν στοιχειωμένο, που επικαλείται ο ίδιος ο Όμηρος. Μέσα σε ένα πολύ έξυπνο σκηνικό, που υπέγραψε η Άννα Φιοντόροβα και αποτελούνταν μόνο από φωτεινούς ράβδους με led παραπέμποντας ουσιαστικά στον σκελετό του παλατιού της Ιθάκης, σε ό,τι δηλαδή είχε διασωθεί από αυτό στη μνήμη του Οδυσσέα, η αφήγηση της ιστορίας από τους ηθοποιούς βαλλόταν συνεχώς από θραύσματα ονείρου, μέσα στα οποία φώλιαζαν μοναδικά οι μουσικοί πειραματισμοί της Σαβίνας Γιαννάτου μαζί με τους απόκοσμους ήχους τους και τους χαρακτηριστικούς λαρυγγισμούς τους. Μία μάλιστα από αυτές, που θέλει τον Οδυσσέα βουτηγμένο ήδη στο αίμα των μνηστήρων και χαμένο σε έναν εφιάλτη δίχως τέλος μέσα στα “ερείπια” της μνήμης του, μπορεί να θεωρηθεί, κατά τη γνώμη μου, σκηνή ανθολογίας που θα θυμόμαστε για καιρό.

 

Η σκηνοθετική ανάγνωση της Βουλγαράκη όμως θα έμοιαζε ελλιπής αν δεν υποστηρίζονταν σθεναρά από δύο άλλους βασικούς πυλώνες της παράστασης. Ο πρώτος ήταν η κίνηση των ηθοποιών που επιμελήθηκε η Σοφία Πάσχου. Είναι πραγματικά συναρπαστικό πώς μία σκηνή, όπως αυτή της μνηστηροφονίας, που για να αποτυπωθεί ρεαλιστικά χρειάζονται κανονικά περίπου 120 ηθοποιοί επί σκηνής ζωντάνεψε τόσο αποτελεσματικά με μόλις επτά ηθοποιούς! Με ευφυείς λύσεις και μία μοναδική αισθητική όσον αφορά την κίνηση των σωμάτων η Σοφία Πάσχου ουσιαστικά συν-σκηνοθέτησε με την Ιώ Βουλγαράκη τη μισή και πλέον παράσταση, υπακούοντας φυσικά στο σκηνοθετικό όραμα της δεύτερης. Χωρίς την καθοριστική της συμβολή το αποτέλεσμα πολύ εύκολα θα μπορούσε να καταστεί μονότονο. Μαζί φτιάξανε ένα σύμπαν, που ακροβατούσε ανάμεσα στον ρεαλισμό και την ψευδαίσθηση, την αλήθεια και το όνειρο, αφήνοντας παράλληλα να διαφανεί ενίοτε ένα υποδόριο χιούμορ, επιλογή που οφείλω να πω ότι πολύ εκτίμησα αφού κράτησε την παράσταση μακριά από μία σοβαροφάνεια που πολλές φορές φέρουν αντίστοιχοι πειραματισμοί.

 

Ο άλλος βασικός πυλώνας της παράστασης ήταν η μουσική της Σαβίνας Γιαννάτου. Νομίζω ότι στη δική της δουλειά οφείλει η παράσταση, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, την ονειρικά σκοτεινή της ατμόσφαιρα. Ο τρόπος που η Γιαννάτου επεξεργάζεται και νοηματοδοτεί εκ νέου τους ήχους του περιβάλλοντος και τους λαρυγγισμούς της ανθρώπινης φωνής είναι μοναδικός. Ειδικά στο τελευταίο μέρος της παράστασης, κατά το οποίο οι ηθοποιοί αφηγούνται την ιστορία στατικά γύρω από ένα μικρόφωνο που κρέμεται από πάνω τους, η συμβολή της Γιαννάτου στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας ήταν κάτι παραπάνω από καθοριστική, αφού με βάση τις φωνές των ηθοποιών και τους ηχητικούς αυτοσχεδιασμούς του μουσικού Γιάννη Δεσποτάκη, που βρισκόταν στο βάθος της σκηνής, δημιούργησε ένα υποβλητικό μουσικό χαλί που συνόδευε μοναδικά την αφήγηση.

 

Και οι επτά ηθοποιοί της παράστασης υπηρέτησαν υποδειγματικά τη σκηνοθετική γραμμή αφήνοντας πραγματικά τις καλύτερες εντυπώσεις σε μία ουσιαστικά ομαδική δουλειά. Ο Αργύρης Ξάφης σκιαγράφησε εύστοχα στο πρόσωπο του Οδυσσέα του το κύρος, την αποφασιστικότητα, αλλά και την ορμή του ήρωά του όντας καθηλωτικός ανά στιγμές. Η Δέσποινα Κούρτη, σαγηνευτική Πηνελόπη μέσα στο φόρεμα της Μαγδαληνής Αυγερινού, που έντυσε προσεγμένα όλους τους ηθοποιούς, έμοιαζε λες και βγήκε από τις σελίδες του ομηρικού έπους, κερδίζοντας τις εντυπώσεις τόσο στον μονόλογό της, όσο και με τους λαρυγγισμούς της στη σκηνή του ονείρου. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης ήταν πραγματικά απολαυστικοί υποδυόμενοι τους πάμπολλους μνηστήρες και όχι μόνο. Απέδειξαν για ακόμα μία φορά το πολύπλευρο ταλέντο τους. Ο Γιώργος Μπινιάρης έφερε στον Εύμαιο την εμπειρία των πολλών χρόνων του στο θέατρο, αλλά και μία εσωτερική ορμή που του χάριζε μία αναπάντεχη νεανικότητα επί σκηνής κυρίως στα ομαδικά μέρη. Τέλος, οι δύο νεότεροι ηθοποιοί, ο Γιώργος Δικαίος και η Μαίρη Μηνά ανταποκρίθηκαν εξαιρετικά στις απαιτήσεις των ρόλων τους ως Τηλέμαχος και Αθηνά αντίστοιχα. Με φωνή που στάθηκε υποδειγματικά στο μικρό θέατρο της Επιδαύρου, πολύ καλή κίνηση και αξιόλογες ερμηνευτικές επιδόσεις μοιάζουν να έχουν μέλλον.

 

Η “Άφιξις” ήταν ένα στοίχημα που κερδήθηκε. Ήταν ένας άλλος τρόπος για το πώς μπορεί να προσεγγιστεί με έμπνευση ένα κλασικό κείμενο της αρχαιότητας, που νομίζουμε ότι ξέρουμε, αν και στην πραγματικότητα το μόνο που ξέρουμε είναι ο μύθος. Θα ήθελα πραγματικά να δω την ίδια δημιουργική ομάδα να επιχειρεί σύντομα στη μικρή ή και στη μεγάλη Επίδαυρο την παρουσίαση μίας αρχαίας τραγωδίας. Με την ίδια τόλμη και την ίδια έμπνευση. 

 

Ένα βιτριολικό, αναρχικό, αρκούντως προβοκατόρικο βαριετέ, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο.

Φοβάμαι να χρησιμοποιήσω εκφράσεις, όπως «σπάει τις συμβάσεις», «αιρετική παράσταση» ή «άγρια σάτιρα», γιατί θα ακουστούν κλισέ και έχω την αίσθηση ότι μπορεί να προκαλέσουν… αναγούλα στους συντελεστές του “Greek Freak / all star game”, που παρουσιάστηκε χθες βράδυ στο θέατρο Ολύμπια στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και θα συνεχιστεί μέχρι την Τετάρτη, 14 Ιουνίου. Η αλήθεια όμως είναι ότι η παράσταση του Σίμου Κακάλα είναι όλα τα παραπάνω. Ένα βιτριολικό, αναρχικό, αρκούντως προβοκατόρικο βαριετέ, γραμμένο σε εντελώς προσωπικό τόνο, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο, μιλάει συγκεκριμένα - με ονόματα και επώνυμα -, δεν φοβάται να παίξει με το σαχλό ούτε να κουράσει (η παράσταση κρατάει τρεις ώρες), δεν έχει πρόβλημα να μην αρέσει (γιατί δεν είμαστε υποχρεωμένοι να αρέσουμε σε όλους ούτε να παράγουμε πάντα έργα υψηλής τέχνης!), κανιβαλίζει στερεότυπα και ιδεοληψίες της ελληνικής πραγματικότητας και κουλτούρας, γυρίζει την πλάτη σε όλες τις ισορροπίες που οφείλει δήθεν να κρατάει η «ευφυής σάτιρα» και τα κάνει όλα γυαλιά καρφιά! 

Όση ώρα έβλεπα την παράσταση ένιωθα τον Κακάλα να μου φωνάζει στο αυτί: «Θα πεθάνεις, ρε φίλε, και δεν θα σε θυμάται κανείς! Χαλάρωσε! Άσε στην άκρη τις πόζες, σταμάτα να νοσταλγείς, πάψε να προσποιείσαι και πες τα πράγματα με το όνομά τους. Με δυο λόγια ζήσε τώρα που μπορείς, όπως μπορείς, μέσα σε αυτόν τον βουτηγμένο στα σκατά κόσμο». 

Το “Greek Freak / all star game” είναι ο ορισμός της απρόβλεπτης παράστασης. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για το τι θα ακολουθήσει. Μπορεί ένα τραγούδι των AC/DC, μπορεί κι ένα λαϊκο-ποπ σκυλάδικο με αντίστοιχη χορογραφία. Μία σκηνή αλά «Ρετιρέ» ή ένα θεατρικό δια χειρός Κιτσοπούλου. Ένα πρόωρο (βασικά εξαιρετικά πρόωρο, στα πρώτα πέντε λεπτά!) φινάλε της παράστασης ή ένα διάλειμμα με ανάγνωση λόγιου πορνό! Ο Κακάλας και οι συνεργάτες του οργιάζουν επί σκηνής χωρίς να υπολογίζουν τη γνώμη των θεατών και το πώς τους φαίνεται το θέαμα που παρουσιάζουν. Βασικά, όπως λέει και ο ίδιος, «στ’ αρχ…α του!»

Κι αν καλοσκεφτείτε, έχει τόσο δίκιο. Ποτέ η τέχνη – όπως την εννοεί ο καθένας – δεν πρέπει να ορίζεται και να διαμορφώνεται από τα θέλω του κοινού, των κριτικών ή των παραγωγών. Ο καλλιτέχνης θα κάνει αυτό που θέλει, θα εκφράσει τη δική του ανάγκη της στιγμής και δεν θα απολογηθεί και σε κανέναν. Μέσα από αυτό το πρίσμα η παράσταση του Κακάλα είναι αληθινή τέχνη.

Φυσικά την απόλυτη καυστικότητά της δεν είναι σε θέση να τη διαχειριστούν οι πάντες. Εξού και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αποχώρησαν στο διάλειμμα ή ακόμα και κατά τη διάρκεια του πρώτου μέρους της παράστασης. Νομίζω ότι έχει να κάνει με την ικανότητα αυτοσαρκασμού του καθενός. Το “Greek Freak / all star game” σε προκαλεί να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να τον φτύσεις. Ό,τι βλέπεις πάνω στη σκηνή είσαι εσύ. Ακόμα και το «σαχλό» ή «σκατολογικό» που σε ενοχλεί είσαι εσύ. Ο Κακάλας δεν αυτολογοκρίθηκε στιγμή, δεν χαρίστηκε σε κανέναν (ούτε στον ίδιο του τον εαυτό) και δεν προσπάθησε να στρογγυλέψει τα πράγματα για να αρέσει στο κοινό του Φεστιβάλ. Έχω την αίσθηση ότι επίτηδες φλέρταρε κάποιες στιγμές και με την αισθητική της «φτηνής» επιθεώρησης για να σκανδαλίσει ένα σοβαροφανές κοινό, που είναι έτοιμο να αποθεώσει την κάθε… μεταμοντέρνα σκηνοθετική ανάγνωση κλασικού κειμένου, αλλά βγάζει σπυριά σε κάθε τι που του θυμίζει Σεφερλή.

Μόνο που ο Κακάλας δεν είναι Σεφερλής. Όχι μόνο επειδή έχει δώσει ήδη το στίγμα του στο θέατρο, αλλά κυρίαρχα επειδή ο Σεφερλής επιζητά εναγωνίως να αρέσει στο ευρύ κοινό του, ενώ ο Κακάλας με το “Greek Freak – all star game” ρισκάρει να μην αρέσει (αν όχι και να χλευάσει) σε πολλούς από αυτούς που τον έχουν αποθεώσει σε προηγούμενες δουλειές του.

Κατά τη γνώμη μου, η παράσταση του είναι συναρπαστικά ευφυής και με σαφέστατη πολιτική θέση. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη δηκτικότητα με την οποία αντιμετωπίζει όλες τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας. Νομίζω το βαθύτερο μήνυμα της παράστασης είναι το εξής πολύ απλό: Σταματήστε να προσπαθείτε να αρέσετε στους άλλους και κάντε αυτό που σκέφτεστε και θέλετε! 

Ο Σίμος Κακάλας και οι συνεργάτες του - Δήμητρα Κούζα, Μιχάλης Βαλάσογλου, Κωνσταντίνος Μωραΐτης, Κλέων Γρηγοριάδης, Έλενα Μαυρίδου, Χρίστος Θεοδώρου (πιάνο, πλήκτρα, μεταλλόφωνο), Γιώτης Παρασκευαΐδης (κιθάρες), Αντώνης Αρβανίτης (κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο), Ρόλη Γιαμοπούλου (τύμπανα), Αντώνης Δαγκλίδης (σκηνικά), Κλαιρ Μπρέσγουελ (κοστούμια), Μάρθα Φωκά & Jonathan Becker (μάσκες), Περικλής Μαθιέλλης (φωτισμοί), Φωκάς Ευαγγελινός (χορογραφίες), Αλέξανδρος Λόγγος (ειδικά εφέ) – έφτιαξαν μία ουσιαστικά ανατρεπτική παράσταση, σκεπτόμενη και ξεκαρδιστική, που είναι καταδικασμένη να διχάσει. Κι αυτό είναι πολύ υγιές στην τέχνη.      

 

Η Αννίτα Καπουσίζη μαζί με την ομάδα της ARTimeleia κάνουν θέατρο σπάζοντας στερεότυπα μέσα σ’ ένα περιβάλλον σταθερά εχθρικό απέναντι στα άτομα με αναπηρία.

Είναι φορές που μία φράση στο τέλος μίας συζήτησης συμπυκνώνει μαγικά όλη την ουσία όσων ειπώθηκαν πριν από αυτή. «Τι επιθυμείς για το μέλλον της ομάδας σου;» ρωτάω την Αννίτα Καπουσίζη, υπεύθυνη της ομάδας ARTimeleia που απαρτίζεται από ηθοποιούς - μέλη του MDA ΕΛΛΑΣ, του σωματείου για τη φροντίδα ατόμων με νευρομυϊκές παθήσεις, αλλά και από περιπατητικούς ηθοποιούς. «Να έρχεσαι στην παράσταση χωρίς να χρειάζεται να σου διευκρινίσω ότι οι άνθρωποι που παίζουν έχουν νευρομυϊκή πάθηση» μου λέει. «Να καταφέρουμε να γίνουμε όλοι μέρος του όλου όπως είναι η φυσική διάταξη των πραγμάτων».

Αυτό το τελευταίο μόνο εύκολη υπόθεση δεν είναι. Προσκρούει σε ένα κύμα προκαταλήψεων, σε παθογένειες της κοινωνίας μας, που προκειμένου να τις υπερβεί ο καθένας μας απαιτείται μία εσωτερική μετακίνηση. Μία νέα αφετηρία. «Για μένα η κίνηση εμπεριέχει την έννοια του ‘μετά’. Σε μετακινεί, σε μετατοπίζει χωρικά, χρονικά, ψυχικά. Δεν είσαι ποτέ ο ίδιος μετά από μία κίνηση. Έχεις δώσει κάτι για να γίνει αυτή η κίνηση και έχεις αφήσει κάτι πίσω σου όταν την ολοκληρώνεις. Αυτό σε αναδομεί, σχεδόν σε ανανεώνει και σου δίνει την απαραίτητη ορμή να συνεχίσεις» μου εξηγεί η Αννίτα, που στη νέα παράσταση της ομάδας της ξεκινάει ακριβώς από αυτή τη βασική αρχή, ότι η κίνηση με την έννοια της πρόσληψης και της πρόθεσης έχει ήδη υπάρξει στον εγκέφαλό μας ακόμα και αν δεν βλέπουμε την πρακτική εφαρμογή της. «Μια ακολουθία κινήσεων αποτελείται από πολλές μικρές αφετηρίες, πολλά μικρά ξεκινήματα και αυτό σου θυμίζει πως μπορείς πάντα να κάνεις μια καινούργια αρχή».

Το «50 μ. ελεύθερο», που παρουσιάζει η ομάδα ARTimeleia, σε σκηνοθεσία της Αννίτας Καπουσίζη στις 9, 10 και 11 Ιουνίου στο θέατρο Φούρνος, παρακολουθεί αυτά τα μικρά ξεκινήματα, αυτές τις μικρές αδιόρατες κινήσεις που μεγαλώνουν μέσα μας και μας «ψηλώνουν». 

50m3.jpg

Ένα αμαξίδιο διασχίζει το δρόμο για να βρεθεί στη σκηνή, δυο χέρια σε θέση υπτίου ετοιμάζονται για την τελευταία διαδρομή στην πισίνα,  δυο αβέβαια πόδια έχουν βάλει σκοπό να εξομολογηθούν ένα έρωτα, τα κουρασμένα δάχτυλα 45 χρόνων γάμου καθαρίζουν το ψάρι του μεσημεριανού φαγητού, δυο κορμιά πνίγονται από πόθο, δυο μάτια γράφουν αυτά που δεν λέγονται…

«Ήθελα να στρέψω την προσοχή του θεατή στα επιμέρους ενός συνόλου. Δύο σώματα με αναπηρία δεν είναι ποτέ τα ίδια και δεν έχουν τις ίδιες κινητικές ευκολίες και δυνατότητες, όπως αντίστοιχα δύο σώματα περιπατητικά. Έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους και τις καταστάσεις γύρω μας μ’ έναν ολοκληρωτισμό και αυτό βλέπουμε καλά που οδηγεί» μου επισημαίνει η Αννίτα. «Τα μέλη της ομάδας μου είναι μεν άνθρωποι με αναπηρία, όμως η Εύα έχει μπλε μάτια και κουνάει μόνο τους μύες του προσώπου της, ενώ η Μαριλιάνα είναι καστανή και κάνει κολύμβηση. Μόνο αν δώσουμε στον καθένα την προσωπική ταυτότητα που έχει, θα μπορέσουμε να σχετιστούμε ουσιαστικά μεταξύ μας. Οτιδήποτε άλλο είναι απλά γραφικό».

50m.jpg

Είμαστε πολύ ξεχωριστοί, αλλά είναι αυτές οι ίδιες οι διαφορές μας που μας ενώνουν. «Οι διαδρομές μας απ’ όπου κι όπως αν ξεκινάει ο καθένας αρχικά μοιάζουν, κάποιες φορές συμπίπτουν και τελικά με κάποιο τρόπο ενώνονται» υπογραμμίζεται στο δελτίο τύπου της παράστασης και η Αννίτα σπεύδει να μου διευκρινίσει: «Ξεχνιόμαστε πολλές φορές μέσα στην ατομικότητά μας και βιαζόμαστε να περιφρουρήσουμε αυτό που θεωρούμε κατακτημένο, τόσο που δεν βλέπουμε πως όσο μοναδικοί άλλο τόσο ίδιοι είμαστε. Αυτή η συγκίνηση που παρατηρώ κάθε φορά που κάποιος άνθρωπος ανοίγεται απέναντι σε κάποιον ‘’διαφορετικό’’ και ανακαλύπτει την ομοιότητα μέσα από τη μοναδικότητα, είναι  για μένα όλη η ουσία της συνύπαρξης».

Κάπως έτσι, όλα τα κείμενα της παράστασης, που γράφτηκαν από τα ίδια τα μέλη της ομάδας, αλλά και αυτά που προέρχονται από τη σύγχρονη λογοτεχνία, συγκροτώντας το κεντρικό αφήγημα του «50 μ. ελεύθερο» έχουν σαν συνδετικό κρίκο τις διαδρομές που κάνουν οι άνθρωποι με το σώμα  και το μυαλό τους.

Η ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό της Αννίτας κατά τη διάρκεια της εξάμηνης παραμονής της στην Αμερική, όπου και έκανε μια νευρολογική έρευνα πάνω στη διάγνωση και θεραπεία των νευρομυϊκών παθήσεων στο Carolinas Healthcare Neurosciences Institute. «Το ιατρικό περιβάλλον της νευρολογικής κλινικής μου έδωσε πολλές πληροφορίες και υλικό για να μπορέσω να κατανοήσω καλύτερα τις μορφές των νευρομυϊκών παθήσεων και τον τρόπο λειτουργίας τους. Η δική μου ‘’μετάφραση’’ στις πληροφορίες αυτές ήταν η γέννηση της παράστασης. Η παραμονή μου εκεί και η εξέλιξη της ιδέας της παράστασης στο μυαλό μου, μου έδειξε πόσο σημαντική και δημιουργική είναι η σύμπραξη φαινομενικά διαφορετικών κλάδων σ’ ένα αποτέλεσμα» μου εξηγεί.

50m2.jpg

Στόχος της έρευνας της στην Αμερική, στο πλαίσιο της υποτροφίας Fulbright που κέρδισε, ήταν να μαζέψει το απαραίτητο θεωρητικό και εκπαιδευτικό υλικό, το οποίο στη συνέχεια θα χρησιμοποιήσει προκειμένου να στοιχειοθετήσει μια ακολουθία ασκήσεων πάνω σε βασικές αρχές της υποκριτικής για τους ανθρώπους με νευρομυϊκές και νευρολογικές παθήσεις που θέλουν να σπουδάσουν υποκριτική. «Στη Νεα Υόρκη συνεργάστηκα μ’ έναν καθηγητή πάνω στην Alexander Technique, ο οποίος τη χρησιμοποιεί σε ανθρώπους με νόσο του Πάρκινσον. Αυτό που συνειδητοποίησα δουλεύοντας τόσο με την ομάδα μου όσο και στο θέατρο γενικότερα είναι ότι όσο πιο συγκεκριμένη και σαφής είναι η εκπαίδευση πάνω στο αντικείμενο σου, τόσο πιο ξεκάθαρη είναι και η οπτική σου σε σχέση με αυτό» μου εξομολογείται.

Όσο όμως εκείνη βρισκόταν στην Αμερική προσπαθώντας να εμβαθύνει στο αντικείμενο της και να βοηθήσει στη συνέχεια ουσιαστικότερα ανθρώπους με νευρομυϊκές παθήσεις που βρίσκουν στο θέατρο έναν λόγο για να μην παραιτηθούν, εδώ τα μέλη της ομάδας της είδαν τα περιθώρια δράσης τους να στενεύουν επικίνδυνα. Δεν είχαν τρόπο να κάνουν θέατρο. Καμία άλλη δομή στην Ελλάδα δεν μπορούσε να τα συμπεριλάβει κάνοντας τα κοινωνούς στη θεατρική διαδικασία. «Ήμουν μακριά και ένιωθα ανίσχυρη και γι’ αυτό θυμωμένη» παραδέχεται η Αννίτα. «Είναι δύσκολο ν’ αντιληφθεί κανείς πόσο περιοριστικοί είναι οι όροι διαβίωσης για ανθρώπους με αναπηρία στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι έχουν την εσφαλμένη εντύπωση ότι ένας χώρος με μια ράμπα αρκεί. Έτσι στέκονται εφησυχασμένοι. Η γνώση μας είναι ελλιπέστατη και αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα, γιατί λειτουργεί αποτρεπτικά για την οποιαδήποτε προσπάθεια ανέρευσης λύσης».

Η πρόσφατη αλλαγή του απαρχαιωμένου νόμου περί αρτιμέλειας, που δεν επέτρεπε σε οποιονδήποτε έχει μία κάποια αναπηρία να φοιτήσει σε δραματική σχολή στην Ελλάδα, είναι σίγουρα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν είναι αρκετή. «Είναι ένα πρώτο θετικό βήμα το οποίο πρέπει ν’ αποτελέσει την αρχή μιας πορείας για να στοιχειοθετήσει μια αλλαγή. Δεν μπορεί να υπάρξει αλλαγή χωρίς την πρακτική εφαρμογή της. Η θεωρία οφείλει να επιβεβαιώνεται από την πράξη».

Η Αννίτα, ένας άνθρωπος ευφυής και ανήσυχος που δεν σταματά να ψάχνεται και να παθιάζεται με τη δουλειά του, δίνει μαζί με τα μέλη της ομάδας της τον δικό της αγώνα για να ανατρέψουν στερεότυπα και νοοτροπίες σ’ ένα περιβάλλον που δεν είναι στο ελάχιστο φιλικό απέναντι τους. Η ARTimelia όμως επιμένει και μετράει πια επτά χρόνια λειτουργίας. «Στην πορεία αυτών των χρόνων άλλαξαν και αλλάζουν πολλά, γιατί αλλάζουμε εμείς. Από την πρώτη στιγμή που δημιουργήσαμε την ομάδα, ο στόχος μας ήταν να δοκιμάζουμε  κάθε χρόνο τα όρια μας, λίγο πιο μακριά από τις ασφάλειες μας, λίγο πιο κοντά στην πρόκληση του ν’ ανακαλύψουμε και να επαναπροσαρμόσουμε τα δεδομένα μας» μου λέει η Αννίτα. «Φυσικά από μόνη της η εξέλιξη των διαφορετικών τύπων παθήσεων των μελών της ομάδας αποτελεί έναν γνώμονα δουλειάς. Πέρα όμως από το ιατρικό κομμάτι, δουλεύουμε πάνω σε καινούργιες κάθε φορά παραστασιακές πρακτικές, σε καινούργιες κινησιολογικές προκλήσεις».

Σας προτείνω ανεπιφύλακτα να πάτε να δείτε τη νέα τους παράσταση στις 9, 10 και 11 Ιουνίου στο θέατρο Φούρνος. Όχι, επειδή είναι ασθενείς, ούτε επειδή είναι ανάπηροι. Όχι για να τους εμψυχώσετε χτυπώντας συμπονετικά το χέρι σας στην πλάτη τους παλεύοντας να ησυχάσετε τις προσωπικές σας ενοχές. Να πάτε να τους δείτε, γιατί κάνουν πραγματικά πολύ καλή δουλειά. Έχοντας δει ήδη δύο παραστάσεις τους μπορώ να σας το πω με αμιγώς θεατρικά κριτήρια. Αυτά τα παιδιά, αυτή η ομάδα, αξίζει την προσοχή σας.

50m_afisa.jpg

Μία πραγματικά εξαιρετική και ουσιαστικά καινοτόμα σε πολλά επίπεδα παράσταση.

Η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου έχει μείνει στην ιστορία ως η νύχτα της μεγάλης σφαγής. Τα ξημερώματα της 23ης προς 24ης Αυγούστου του 1572, ανήμερα της εορτής του Αγίου Βαρθολομαίου, εξαπολύθηκε από τους Καθολικούς του Παρισιού ένα πρωτοφανές πογκρόμ εναντίον των Γάλλων Ουγενότων (Διαμαρτυρόμενοι) με αποτέλεσμα να πεθάνουν περισσότεροι από 3000 άνθρωποι. Τις επόμενες μέρες οι σφαγές γενικεύτηκαν σε όλη τη Γαλλία και μέχρι τις 3 Οκτωβρίου, οπότε και ο Βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος Θ’ διέταξε την παύση των εχθροπραξιών, είχαν σκοτωθεί περισσότεροι από 30.000 Διαμαρτυρόμενοι.

Η περιβόητη «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» αποτελεί στην πραγματικότητα μόνο ένα επεισόδιο στο έργο του Κρίστοφερ Μάρλοου «Η Σφαγή των Παρισίων», το οποίο διατρέχει με άλματα μία περίοδο από το 1572 μέχρι το 1589. Ξεκινάει με τον Κάρολο Θ’ στον θρόνο της Γαλλίας για να καταλήξει στην κατάκτηση του στέμματος από τον Ερρίκο της Ναβάρας. 17 χρόνια δολοπλοκιών, δολοφονιών, ασύλληπτης βίας και εκτεταμένων σφαγών πάντα στο όνομα του Θεού και της χριστιανικής θρησκείας. Στο παρασκήνιο ο Δούκας ντε Γκιζ Ερρίκος και η βασιλομήτωρ Αικατερίνη των Μεδίκων κινούν τα νήματα στέλνοντας στον τάφο όποιον τολμήσει να σταθεί εμπόδιο στα σχέδια τους.

Το έργο του Μάρλοου, ενός από τους κορυφαίους ποιητές της ελισαβετιανής περιόδου και του μοναδικού ίσως που μπορεί να σταθεί αξιοπρεπώς δίπλα στον Σαίξπηρ, θεωρείται από τους ειδικούς ένα μάλλον προβληματικό κείμενο με πολλές ελλείψεις και χάσματα στον χρόνο. Παρ’ όλα αυτά διακρίνεται για τον σαρκασμό και την ωμότητά του. Η ποίηση του Μάρλοου είναι βουτηγμένη στο μαύρο. Ο λόγος του δεν είναι περίτεχνος, δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με όμορφες λέξεις, ούτε φλυαρεί στο ελάχιστο όπως συμβαίνει αρκετές φορές με έργα του Σαίξπηρ. Όλα γίνονται στο εδώ και το τώρα, όλα γίνονται με μία απίστευτη ταχύτητα, με έναν τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό. Υπάρχουν σκηνές που μπορεί να κρατάνε μερικά μόλις δευτερόλεπτα. Δύο ατάκες, ένας φόνος, τέλος, πάμε παρακάτω. Κι όλο αυτό γεννάει σταδιακά αυτό που αποκαλούμε «άγρια ποίηση του συμβάντος». Ενυπάρχει μία απίστευτη δύναμη σε όλο αυτό. Ένα σκοτάδι που σαρώνει τα πάντα.

Το έργο του Μάρλοου μπορεί να ιδωθεί ως ένα αμιγώς ιστορικό έργο, είναι όμως κι ένας καθρέφτης της ίδιας της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτά τα 17 χρόνια που διατρέχει το έργο δύσκολα μπορούν να αυτονομηθούν. Παραμένουν αναπόσπαστο κομμάτι του όλου, ενός όλου βουτηγμένου στη βία και στο αίμα. Και όλο αυτό με την ευλογία πάντα του Θεού, που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν κατά το δοκούν μέσα από την κοσμική λειτουργία της θρησκείας.

Αυτό το ανέγνωσε πολύ σωστά ο Χρήστος Θεοδωρίδης, που σκηνοθέτησε το κείμενο του Μάρλοου για το Φεστιβάλ Αθηνών χαρίζοντας μας μία πραγματικά εξαιρετική και ουσιαστικά καινοτόμα σε πολλά επίπεδα παράσταση. Ο Θεοδωρίδης φώτισε το βιτριολικό χιούμορ του κειμένου που αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ιστορία ως φάρσα και ως τραγωδία συγχρόνως, δηλαδή σαν αυτό που πραγματικά είναι. Οι ήρωες του έργου, με εξαίρεση τον μακιαβελιστή Δούκα ντε Γκιζ που με τον εναρκτήριο κιόλας μονόλογο του παραδέχεται ότι χρησιμοποιεί τη θρησκεία ως προκάλυμμα για να αναρριχηθεί στον θρόνο της Γαλλίας, παρουσιάζονται στην παράσταση σαν κάτι γελοία υποκείμενα που άγονται και φέρονται, τρώνε σαν ζώα, σκοτώνουν, σκοτώνονται και ανασταίνονται με χαρακτηριστική ευκολία σαν ρομπότ – κλώνοι, νικημένοι από τα πιο βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης φύσης τους. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από μαριονέτες της εξουσίας.

Η ευφυέστατη σκηνοθεσία του Χρήστου Θεοδωρίδη – υπόδειγμα για το πώς μπορεί κάποιος να προσεγγίσει σήμερα ένα κλασικό έργο με νεωτερική ματιά αλλά χωρίς να το βεβηλώσει ή να το μικρύνει– αναδεικνύει μοναδικά το «τραγικά γελοίον» της ανθρώπινης υπόστασης. Χρησιμοποιώντας μία σειρά από ανατρεπτικές μουσικές επιλογές και μία συγκρατημένη φόρμα στην κινησιολογία που ενίοτε ρέπει προς το καρτούν (έξοχη η δουλειά της Ξένιας Θεμελή) ο Θεοδωρίδης παίζει με το γκροτέσκο, το θέατρο και την πραγματικότητα, τη σύμβαση και την αλήθεια, το φως και το σκοτάδι. Η παράσταση του μοιάζει με ένα διεστραμμένο μιούζικ χολ, χωρίς τραγούδι, αλλά με άπειρο αίμα. Μία κατά λάθος κωμωδία, που ενίοτε παγώνει το γέλιο στα χείλη. Όχι επειδή κάποιος πεθαίνει – αυτό το έχεις συνηθίσει από την αρχή, αφού οι ήρωες σχεδόν με το που συστήνονται πεθαίνουν – αλλά επειδή διαπιστώνεις ότι όλο αυτό είναι μία νομοτέλεια, που ξεπερνά την εποχή του έργου και φτάνει στο σήμερα και στο πάντα. Με άλλο προσωπείο, αλλά με την ίδια φρίκη. Πάντα στο όνομα ενός Θεού.

Η παράσταση της «Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων», που παρουσιάστηκε φέτος για δεύτερη χρονιά στο Φεστιβάλ Αθηνών, είναι μία πραγματικά εμπνευσμένη δουλειά, εκπληκτικά σκηνοθετημένη με θέση και άποψη, καθώς και αμέτρητα σκηνοθετικά ευρήματα που βρίσκουν τέλεια εφαρμογή στον αχανή χώρο Δ’ της Πειραιώς 260, που διαμορφώθηκε έτσι από τον Θεοδωρίδη ώστε να αποκτήσει το απαιτούμενο βάθος και τα διαφορετικά επίπεδα που επιζητούσε η παράσταση. Η δε σκηνή της σφαγής τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου – στην οποία συμμετέχουν 42 κομπάρσοι – είναι πραγματικά σκηνή ανθολογίας, ένας πίνακας του ρομαντισμού που ζωντανεύει σταδιακά μπροστά στα μάτια σου.

Όλοι οι συντελεστές δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό. Εκτός από τη Ξένια Θεμελή στην κίνηση που ήδη αναφέραμε, η Τίνα Τζόκα εντυπωσιάζει με τη δουλειά της τόσο στα κοστούμια εποχής που δεν στερούνται και σύγχρονων αναφορών, όσο και στο λιτό, αλλά εξαιρετικά καλαίσθητο και λειτουργικό σκηνικό της, που ουσιαστικά αποτελείται από ένα μεγάλο μακρόστενο ξύλινο τραπέζι γεμάτο φαγητά. Η παράσταση τής οφείλει ένα μεγάλο μέρος της εξαιρετικής αισθητικής της, που αναδεικνύεται επίσης και από τους εύστοχους και όχι εντυπωσιοθηρικούς φωτισμούς του Τάσου Παλαιορούτα. Όσον αφορά τη δραματουργική επεξεργασία νομίζω ότι η Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου μαζί με τον Χρήστο Θεοδωρίδη έχουν δουλέψει υποδειγματικά πάνω στην ούτως ή άλλως φροντισμένη μετάφραση του Σεραφείμ Βελέντζα.   

Η παράσταση φυσικά απαιτεί τρομακτικές αντοχές και ικανότητες από τους ηθοποιούς της. Η «Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων» είναι μία πολύ δεμένη ομάδα κι αυτό φαίνεται. Οι Παναγιώτης Εξαρχέας, Ξένια Θεμελή, Γιώργος Κισσανδράκης, Ντένης Μακρής, Μαρία Μπαγανά, Κατερίνα Πατσιάνη, Τατιάνα-Άννα Πίττα, Σαμψών Φύτρος και Σπύρος Χατζηαγγελάκης υπηρετούν εξαιρετικά το σκηνοθετικό όραμα με μερικούς εξ αυτών να μας χαρίζουν πραγματικά πολύ δυνατές ερμηνείες, όπως ο Ντένης Μακρής ως Ερρίκος της Ναβάρας στην τελευταία σκηνή του έργου ή Μαρία Μπαγανά ως Αικατερίνη των Μεδίκων. Θα μου επιτρέψετε όμως να ξεχωρίσω τον Γιώργο Χριστοδούλου, που δεν ανήκει στα μόνιμα μέλη της ομάδας αν κι ερμηνεύει εδώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Δούκα ντε Γκιζ. Η ερμηνεία του είναι σαρωτική. Ανασαίνει το κάθε κύτταρο του ήρωα του. Δαιμονισμένα ταλαντούχο πλάσμα.

Το έργο κλείνει με μία φράση που ακούγοντας την δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις. Με το που κατακτά τον θρόνο της Γαλλίας ζητείται από τον Ερρίκο της Ναβάρας να αλλάξει θρησκεία (να γίνει δηλαδή από Προτεστάντης Καθολικός), αφού το στέμμα της Γαλλίας υποστηρίζει παραδοσιακά την καθολική πίστη. Κι εκείνος απαντά (κι αυτό είναι καταγεγραμμένη ιστορική μαρτυρία): «Να αλλάξω θρησκεία; Ποτέ δεν ήμουν επίμονος με τις ιδέες μου!» Μετά από τόσο αίμα, τόσες σφαγές, τόσες δολοπλοκίες στο όνομα μίας θρησκείας και ενός Θεού ο Ερρίκος της Ναβάρας αλλάζει θρησκευτικές πεποιθήσεις μέσα σε ένα λεπτό, γιατί ποτέ δεν υπήρξε επίμονος με τις ιδέες του! Αυτό είναι το έργο. Αυτή είναι η παράσταση. Αυτή είναι η πληγή μας. Αυτός είναι ο καθρέφτης μας.

 

Video

Kalomoira2.jpg

Ροή Ειδήσεων

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία