Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
viewtag.gr

viewtag.gr

«Η σκιά του Κυβερνήτη» του Άρη Σφακιανάκη (Εκδόσεις Κέδρος) είναι ένα συναρπαστικό οδοιπορικό σε ένα κομμάτι της ιστορίας μας, που (φυσικά) οι περισσότεροι αγνοούμε.

Είναι όμως και μια «ματιά» σε ό,τι ζούμε γιατί ο συγγραφέας μας παρασύρει σε μια ανάγλυφη παρουσίαση της πολιτικοκοινωνικής κατάστασης του πρώιμου ελληνικού κράτους και των παθογενειών που πληρώνουμε (κυριολεκτικά και μεταφορικά) σήμερα.

 

Ο μυθιστορηματικός ήρωας που γίνεται «Η σκιά του Κυβερνήτη» είναι ο ιδεώδης «ξεναγός» σε αυτό το ταξίδι της ιστορίας μας.

Ο καταιγιστικός ρυθμός που επιλέγει ο συγγραφέας κάνει την ανάγνωση ενός ιστορικού μυθιστορήματος απολαυστική και συναρπαστική. Στοιχεία νουάρ και κατασκοπευτικού θρίλερ με έκαναν να μην αφήσω το ογκώδες βιβλίο από τα χέρια μου μέχρι να φτάσω στην τελευταία σελίδα.

Ο Καποδίστριας ήταν μια ευκαιρία για την Ελλάδα που χάθηκε. Ο Άρης Σφακιανάκης πιστεύει ότι το μεγαλύτερο λάθος του πρώτου Κυβερνήτη εκείνης της μικρής Ελλάδας ήταν «Η απόλυτη –σχεδόν εμμονική – αφοσίωση στο όραμά του για την Ελλάδα».

Οι μικρότητες, οι συμπεριφορές και οι κουτοπονηριές που υποθήκευσαν το μέλλον του ελληνικού κράτους αλλά και διάβρωσαν την ελληνική κοινωνική ζωή παρουσιάζονται εν τη γενέσει τους στο βιβλίο του Άρη Σφακιανάκη «Η σκιά του Κυβερνήτη».

Αξίζει να ζήσει ο κάθε αναγνώστης την εμπειρία του βιβλίου του Άρη Σφακιανάκη γιατί η «σκιά» εκείνης της εποχής έχει καθορίσει  το μέλλον αυτού του τόπου (μας).
Ο λόγος τώρα στον ίδιο τον συγγραφέα:

Πώς αποφάσισες να γράψεις μια ιστορική βιογραφία;

Έβρεχε δυο μέρες συνέχεια, δεν μπορούσα να βγω από το σπίτι –όχι χωρίς παπούτσια κόλετζ, τέλος πάντων- γύρω μου βρίσκονταν σκόρπια βιβλία σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση (αφού είχα μόλις τελειώσει το μυθιστόρημά μου για την Έξοδο του Μεσολογγίου) κι έπιασα πάλι το μολύβι.

Γιατί ο Καποδίστριας;

Αφού είχα αποφασίσει να γράψω μια τριλογία για την γένεση του νέου Ελληνικού κράτους, θεωρώ ότι ο Καποδίστριας ήταν μια ιστορική στιγμή του έθνους που δεν γινόταν –και βέβαια δεν  ήθελα- να αγνοήσω.

Δουλεύοντας για το βιβλίο σου αισθάνθηκες ότι ιστορικώς είμαστε λίγο αναλφάβητοι, ελέω εκπαιδευτικού συστήματος;

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα λειτουργούσε ανέκαθεν αποτρεπτικά σε κάθε επίπεδο γνώσης ή έρευνας. Γι’ αυτό και δεν διαβάσαμε ποτέ τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς,  δεν μάθαμε ποτέ την Ιστορία μας και δεν ξέρουμε να ξεχωρίσουμε την 28η Οκτωβρίου από την 25η Μαρτίου.

Ποια πτυχή της προσωπικότητας του Καποδίστρια, πιστεύεις ότι ήταν  η «κερκόπορτά» του;

Η απόλυτη –σχεδόν εμμονική – αφοσίωση στο όραμά του για την Ελλάδα.

Ποιο ήταν το  μεγαλύτερο του προτέρημα;

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr

Το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα «Επικίνδυνοι συγγραφείς» είναι ένα εγχειρίδιο για κάθε βιβλιόφιλο αλλά συγχρόνως και ένα βαθύτατα πολιτικό κείμενο, και πιστεύω ότι αξίζει να διαβαστεί με τη διπλή του αυτή «ταυτότητα».

Ο συγγραφέας για μια τετραετία έκανε μια σπουδαία – εκ του αποτελέσματος – έρευνα και μας έχει παραδώσει σε μια εξαιρετική έκδοση (Καστανιώτης) με σκληρό εξώφυλλο ένα μεγάλο έργο που καταγράφει κριτικά τους σπουδαίους λογοτέχνες του πλανήτη που κυνηγήθηκαν από την κρατική λογοκρισία.

 

Κάθε κεφάλαιο είναι μια αφορμή να βάλεις λίγα ευρώ στην άκρη για να πάρεις να διαβάσεις έργα γνωστά ή και λιγότερο γνωστά ή και μια αφορμή να ξαναδιαβάσεις βιβλία που ίσως βρίσκονται σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης σου με άλλο μάτι.

Ο Κώστας Αρκουδέας καταφέρνει να φτιάξει ένα εγχειρίδιο που ξεφεύγει από τα στενά όρια της λογοτεχνίας και μας δίνει με πλούσιο υλικό και το δικό του φίλτρο κομμάτια της παγκόσμιας ιστορίας και της εξέλιξης των κοινωνικών κινημάτων. Οι «Επικίνδυνοι συγγραφείς» αντιμετωπίστηκαν ως τέτοιοι από πολιτικοκοινωνικές εξουσίες, τις οποίες ο Αρκουδέας μας παρουσιάζει ανάγλυφα.
Οι παραπομπές από τα έργα που παρουσιάζει κάνουν την αναγνώση του βιβλίου ακόμη πιο συναρπαστική και σχεδόν σου επιβάλλουν να αναζητήσεις (όπως λέγαμε παραπάνω) κάποια, αν όχι όλα, από τα έργα που μελέτησε.

Στο βιβλίο υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για την Ελλάδα και τους συγγραφείς που διώχθηκαν.

Η λογοκρισία λοιπόν ήταν η αφορμή και το βασικό περιεχόμενο της συνέντευξης που μου παραχωρησε:

 Τελικά υπήρξε κάποια λογοκρισία που πέτυχε να μην διαδοθεί το μήνυμα ενός βιβλίου;

Υπήρξε. Στη Νότιο Αφρική, για παράδειγμα, όταν έπεσε το καθστώς του Απαρτχάιντ, οι τίτλοι των απαγορευμένων βιβλίων έφταναν τους είκοσι χιλιάδες. Ιδού το σχετικό απόσπασμα:

Η λογοκρισία στη Νότια Αφρική, με την αγριότητα που την διέκρινε, απέτρεψε πολλούς νέους από το να ασχοληθούν με τη συγγραφή, μη επιτρέποντας έτσι να γεννηθούν μια σειρά από πνευματικά έργα –μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, πραγματείες και δοκίμια– που θα μπορούσαν να είχαν γραφεί.

          Επίσης, το σταλινικό καθεστώς όχι μονάχα εμπόδισε αλλά και θανάτωσε μια πλειάδα νέων συγγραφέων χρησιμοποιώντας διάφορες ευφάνταστες κατηγορίες. Ο πρόεδρος της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων Αλεξάντρ Φαντέγιεφ, ο οποίος εξωθήθηκε στο περιθώριο από τη νέα ηγεσία για να καταλήξει αλκοολικός και να αυτοκτονήσει το 1965 με μια σφαίρα στην καρδιά, έγραψε στο σημείωμα που άφησε πίσω του:   

«Τα καλύτερα στελέχη της λογοτεχνίας μας έχουν βιολογικά εξοντωθεί ή έχουν πεθάνει εξαιτίας της εγκληματικής συνενοχής των γραφειοκρατών. Οι καλύτεροι λογοτέχνες πέθαναν σε αφύσικα νεαρή ηλικία. Όλοι οι υπόλοιποι που ήταν ικανοί να παραγάγουν αληθινά έργα αξίας πέθαναν πριν φτάσουν τα σαράντα πενήντα χρόνια. Τώρα η λογοτεχνία έχει τεθεί υπό τον έλεγχο ατάλαντων, μικροπρεπών και μνησίκακων ανθρώπων. […] Η αυταρέσκεια των νεόπλουτων στα μεγάλα διδάγματα του Λένιν, ακόμα κι όταν ορκίζονται πίστη σε αυτά, με κάνει να δυσπιστώ απέναντί τους. Αυτοί είναι χειρότεροι ακόμα και από τον σατράπη Στάλιν. Εκείνος ήταν τουλάχιστον καλλιεργημένος, ενώ αυτοί είναι αστοιχείωτοι».

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr 

Θα είμαι εκεί! Ξέχνα ποιος είμαι. Το “Θα είμαι εκεί” είναι για όλους εκεί έξω που νιώθουν πως το φινάλε της Χρυσής Αυγής είναι προσωπική υπόθεση. Οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής των Αιγυπτίων αλιεργατών καλούν τον κόσμο να παραστεί στο εφετείο ανήμερα της απολογίας του Εθνικού Φύρερ Μιχαλολιάκου.

Σε μια περίοδο που η αντίσταση κατά της Ναζιστικής κατοχής “μαρκάρεται” από μέινστριμ κυβερνητικές υποπερσόνες ως εθελοντική δράση -όχι συνειδητή αντίδραση κατά του φασισμού, ολοκληρωτισμού- η καταδίκη της Ναζιστικής οργάνωσης αλλά και το μήνυμα πως υπάρχουν αντανακλαστικά ελευθερίας ανάμεσα μας είναι απαραίτητη.

 

Και είμαι περίεργος αύριο και μεθαύριο τα “κανονικά” μέσα ενημέρωσης που θα έχουν το θέμα της κατάθεσης Μιχαλολιάκου. Πώς θα της συμπεριφερθούν

#Χρυσή_Αυγή

Θα είμαι εκεί

Κυκλοφορούμε ανάμεσα σε μισανθρώπους και βλαμμένους. Είναι περισσότεροι και δεν πρέπει να μας παίρνει από κάτω!
Να χθες ο άλλος ντύθηκε αρχαίος, πήρε τη σάρισα και έστησε μπλόκο να μην περάσει πούλμαν με προσφυγες/μετανάστες.
Τελικά το πούλμαν μετέφερε γραίες που πήγαιναν ομαδόν για νυχτερινό πικ νικ!
(δεν μάθαμε αν τελικά έγινε το υπαίθριο τσιμπούσι!)
#ρατσισμός

(Φωτογραφία του του μουσικοσυνθέτη Κώστα Καλδάρα / Facebook)

Το υπουργείο του Βασίλη Κικίλια, της Υγείας, στο πλαίσιο του αντικαπνιστικού νόμου, σκοπεύει να επιδοτήσει θερμάστρες για να μην κάθεται ο κόσμος που καπνίζει στο κρύο!!!

#λατρεμένη_επιθεώρηση

Θα είμαι εκεί
Η μάχη του μπάρμπεκιου

Ο Γιαννούλης του ΣΥΡΙΖΑ είπε ότι είναι κτηνωδία να μαζεύονται κάποιοι έξω από τους χώρους κράτησης (ε, με συγχωρείτε) διαμονής (άθλιας) μεταναστών και προσφύγων που είναι κατά βάση μουσουλμάνοι και να στήνει ψησταριές με χοιρινά (που ως γνωστόν απαγορεύονται από τη θρησκεία τους) και ο Κυρανάκης της ΝΔ αρχισε ν’ αλυχτάει ότι ο ΣΥΡΙΖΑς θέλει να απαγορέψει  το μπάρμπεκιου στους Έλληνες.
Και μόνο να διαβάσεις το θέμα βγάζει γέλιο. Οπότε η σάτιρα σιωπά και υποκλίνεται.
Βεβαίως η γαλάζια διάθεση για fake news είναι ένα θέμα. Και πολλά Media που γουστάρουν να τρομάζουν τους «νοικοκυραίους» με αυτά και άλλα ψεύδη είναι θέμα. Μεγάλο!

#Pulp_Politics

Κατά τα άλλα στο υπόλοιπο σύμπαν της νορμαλιτέ κάποια στιγμή, χτες – προχτές- από την τηλεόραση έπιασε το μάτι μου τον Κώστα Μπογδάνο.

Κάτι είπε πως στην Πλατεία Αμερικής το πράγμα πάει καλύτερα στο ματσάκι Νομιμότητα Vs Παραβατικότητα.

Εκεί χαμογέλασα γλυκόπικρα. Αν κατεβαίνεις την Πατησίων κάθε μέρα ξέρεις τι εννοώ…

Το πρώτο είναι πως ο Κώστας  δεν ξέρει τι λέει…

#Μπογδανισμός

Ο Χάρης και η Αντελίνα Βαρθακούρη τσακώνονται μπροστά στην κάμερα και γίνονται In και ασχολούνται τα κανάλια μαζί τους. Εγώ ξέρετε τι καλά που τσακώνομαι με τον δικό μου και δεν παίρνω και φράγκο; Μόνο καμιά βαλεριάνα για να ηρεμήσω

 

#eleos-kapou

Είδα το «Ενώπιος Ενωπίω»  και θυμήθηκα τον εαυτό μου, 20 χρόνια πριν παιδί να το βλέπει κρυφά και να σκέφτομαι….”Αυτή είναι ωραία δουλειά!”
 Αχ! Που να ήξερα; Πάντως και 20 χρόνια μετά ο Νίκος Χατζηνικολάου, μας θυμίζει τι θα πει “συνέντευξη”, χωρίς κιτρινίλες, με χιούμορ και αμεσότητα. Για να μην πω το αυτονόητο! Ενημερωμένος!

#enopios_enopio

Είδα και τον “Τζόκερ” θα μου πεις τώρα μαντάμ; Τι να κάνω;  Έχω λιώσει στο θέατρο….Λοιπόν, μπορείτε να μου πείτε γιατί πρέπει να μου αρέσει αυτή η αρρώστια και η βία; Από εμένα είναι “Όχι”.
Τόσο σκληρή ταινία δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί.
 #Joker

Αν όμως δίδασκα σε σχολείο ή ήμουν μητέρα θα είχα πολλά να συζητήσω μ’ ένα έφηβο. Να μιλάμε με τα παιδιά!

Σε Γενικές Γραμμές. Τρεις δημοσιογράφοι, τρία site, σε ιστορίες καθημερινής τρέλας!Η Γιώτα Δημητριάδη @Τεχνες-Plus, ο Γιάννης Καφάτος @Viewtag.gr και ο Γιάννης Παναγόπουλος @Fragilemag.gr φτιάχνουν μια λίστα μ’ όλα όσα άκουσαν, είδαν και σκέφτηκαν την εβδομάδα που πέρασε, βολτάροντας στην πόλη, διαβάζοντας πρωτοσέλιδα εφημερίδων, κουβεντιάζοντας μεταξύ τους, κοιτώντας βιτρίνες μαγαζιών, ακούγοντας μουσική και συμφωνώντας πως ο διάβολος στις λεπτομέρειες βρίσκεται.

Σε ένα πόλεμο χαμένος πάντα είναι αυτός που δεν έχει επιλέξει στρατόπεδο. Αυτός που είναι ανένταχτος γιατί θέλει να έχει καθαρή συνείδηση. Το ήξερε καλά αυτό η Ελένη Παπαδάκη και το επαναλάμβανε αρκετά συχνά το τελευταίο διάστημα της ζωής της. Συνήθως με σκωπτική διάθεση. Πολλές φορές σαρκαστική. Ήξερε ότι προκαλούσε την μοίρα της.

Της το έλεγαν όλοι οι κοντινοί της άνθρωποι και περισσότερο από όλους η μητέρα της. Κάποια φορά μάλιστα ήταν τόση η ένταση που της μίλησε, που η Ελένη έφυγε χτυπώντας  την πόρτα με όλη της την δύναμη. Η κ. Αικατερίνη μία μεγολοαστή της εποχή της σοκαρίστηκε εκείνο το απόγευμα , παρόλο που φαινόταν από τα νηπιακά της  κιόλας χρόνια ότι η Ελένη δεν ήταν συνηθισμένο πλάσμα.
Είναι γνωστό σε όσους την  έχουν μελετήσει (έστω και λίγο από τις αποσπασματικές πηγές του διαδικτύου) το περιστατικό από το οποίο φάνηκε με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι η Ελένη Παπαδάκη προοριζόταν, προαλειφόταν μάλλον από την μοίρα, να γίνει η μεγαλύτερη ντίβα του Θεάτρου.

Σε βρεφική και εφηβική ηλικία με τον πατέρα της που την λάτρευε και την αποκαλούσε πριγκίπισσά του. 
 

Την εποχή εκείνη, όπως συνηθιζόταν, η μητέρα της δεχόταν κόσμο στο σπίτι και έπαιζε πιάνο… κάποια στιγμή ακούστηκε θόρυβος και φωνές από το διπλανό δωμάτιο. Έτρεξαν όλοι να δουν τι συμβαίνει και βρέθηκαν μπροστά σε ένα θέαμα σουρεαλιστικό!

Μία υπέροχη παιδική φωτογραφία με τον αδερφό της

Η μικρή Ελένη Παπαδάκη,νήπιο είχε ανέβει πάνω σε ένα έπιπλο και έπαιζε τον πρώτο της ρόλο. Είχε φροντίσει όμως πριν να τοποθετήσει καρέκλες για το κοινό της. Γιατί μία θεατρίνα έχει πάντα κοινό.

https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/10/papadaki-teleftaia-foto-viewtag-152x270.jpg 152w, https:/
Η Ελένη Παπαδάκη σε μία από τις Τελευταίες φωτογραφίες της. Ίσως είναι η τελευταία φωτογραφία Μέσα στο σπίτι της. Η αδυναμία και η θλίψη είναι εμφανής. Στο φόντο διακρίνονται τα 2 κηροπήγια που βρίσκονται πάνω στο πιάνο.

Η μητέρα της λοιπόν ανησυχούσε για το ποια θα ήταν η τύχη της  κόρης της όταν θα τελείωνε ο πόλεμος. «Όλοι αυτοί που τώρα βοηθάς και σώζεις από το εκτελεστικό απόσπασμα νομίζεις ότι θα είναι εκεί για σένα όταν θα χρειαστείς εσύ βοήθεια;”

Η μεγαλύτερη σταρ του μεσοπολέμου

Στο μικρό της δάχτυλο η Ελένη Παπαδάκη φορά το δαχτυλίδι από το οποίο αναγνωρίστηκε το πτώμα της

Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή. Η Παπαδάκη χρησιμοποίησε την γνωριμία που είχε με τον Δήμαρχο τον Αρχιεπίσκοπο και τον Πρωθυπουργό προκειμένου να σώζει αγωνιστές της Αντίστασης. Τον τελευταίο μάλιστα τον ήξερε πολλά χρόνια πριν γίνει Κατοχικός Πρωθυπουργός. Ήταν φίλος του πατέρα της και οικογενειακός φίλος και συνέτρωγε κάποιες Κυριακές μαζί τους στην οικία των Παπαδάκηδων.

Όσο έβλεπε την Ελένη να μεγαλώνει τόσο γοητευόταν από την χάρη και την πνευματικότητα της αλλά ποτέ δεν της εξέφρασε αυτόν τον θαυμασμό  όσο ζούσε ο πατέρας της.


Στο πιάνο σε νεαρή ηλικία

Όταν λοιπόν έγινε Πρωθυπουργός τύπου Κουίσλινγκ αποφάσισε να κρατήσει για τον εαυτό του και τον τίτλο του προέδρου του Συμβουλίου που διευθύνει διοικητικά το Εθνικό Θέατρο. Έτσι θα την έβλεπε πιο συχνά.

Η Παπαδάκη βέβαια ήταν ήδη πια αυτή που ήτανε. Η μεγαλύτερη ηθοποιός της εποχής αλλά και η μεγαλύτερη σταρ (γιατί ήταν η μεγαλύτερη σταρ του Μεσοπολέμου). Έχει σημασία αυτό για την πορεία της.

 Το κοινό την ήξερε και την λάτρευε και είναι γνωστό σε όλους του πνευματικούς κύκλους ότι πολύ συχνά αναρωτιόντουσαν όλοι μετά από μία καλή ή πολύ καλή ερμηνεία «ναι αλλά πως θα το έπαιζε άραγε η Παπαδάκη;» Εφημερίδες της εποχής έγραψαν «Λατρεύτηκε και μισήθηκε όσο καμία» και  «για αυτήν έχουν χυθεί τόνοι μελάνης».


Στο πατρικό της

Γιατί η Παπαδάκη ήταν μια αντισυμβατική προσωπικότητα με πολύ ριζοσπαστικές αντιλήψεις για την εποχή της παρόλο που οι περισσότεροι την κατατάσσουν στην λεγόμενη «συντήρηση» λόγω της αστικής καταγωγής της.

 Δείτε τις υπόλοιπες φωτογραφίες στο viewtag.gr
 

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο «Μικροί Δρόμοι της Αθήνας» του Νίκου Βατόπουλου έχω την αίσθηση ότι περπατάω σε γειτονιές και γωνίες της πόλης όχι με την τουριστική διάθεση κατανάλωσης εικόνων αλλά με την «ευλάβεια» ενός κατοίκου αυτής της πόλης.

 

Τα παλιά, τα καινούργια, τα ξεχασμένα κτίρια της πόλης «μιλάνε» αρκεί να έχει κανείς το χρόνο και τη διάθεση να «ακούσει» τις ιστορίες τους.
Ο ήχος της πόλης είναι παρών αρκεί, όπως ο συγγραφέας, να έχει κανείς τις αισθήσεις του σε εγρήγορση, και να σέβεται την πόλη που τον φιλοξενεί.
Έχουν προηγηθεί εκατομμύρια και θα ακολουθήσουν άλλα τόσα, και η πόλη έχει διάθεση να μας μεταλαμπαδεύσει τη ζωή της. Είπαμε, αρκεί να είμαστε ανοιχτοί, λιγότερο βιαστικοί και να έχουμε τόλμη και διάθεση να σκαλίζουμε τη μνήμη.

Οι «Μικροί δρόμοι της Αθήνας» (εκδόσεις Μεταίχμιο) στάθηκε η αφορμή να γνωρίσω τον αρθρογράφο και συγγραφέα Νίκο Βατόπουλο και να σας παρουσιάσω τον άνθρωπο που του αρέσει να περιδιαβαίνει την πόλη, την Αθήνα και τις γειτονιές της και να μας μεταφέρει τον παλμό της.

Η πιο κλισέ ατάκα της επικαιρότητας στον καιρό της κρίσης ήταν “στις λεπτομέρειες κρύβεται ο διάβολος”. Στους μικρούς δρόμους της μεγάλης Αθήνας τι κρύβεται;

Στους μικρούς δρόμους της Αθήνας συναντώ πάντα κάτι που θα με εκπλήξει. Αλλά, ας πω, ότι ξεκινώ με σκοπό να βρω ένα στοιχείο αιφνιδιασμού, μία διάσταση έξω από τη στερεότυπη ανάγνωση της πόλης. Αυτό μπορεί να είναι ένα άδειο οικόπεδο, που έχει προέλθει από κατεδάφιση παλιού σπιτιού, και έχει γεμίσει με αγριόχορτα ενώ στα ξέφτια του παλιού σπιτιού μπορεί κανείς να δει χρωματιστούς τοίχους και τα ράφια από μια ντουλάπα. Μπορεί, ακόμη, αυτό το οικόπεδο να έχει ένα εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο, ένα Fiat της δεκαετίας του ’80 ή μια Mercedes της δεκαετίας του ’60. Μπορεί σε αυτές τις περιηγήσεις να παρατηρήσω μια μεγάλη συκιά ή μια χαρουπιά, που να τη θεωρήσω σημαντικό κομμάτι του αστικού τοπίου, ή να εντοπίσω απλώς το εσωτερικού ενός σπιτιού από το σπασμένο τζάμι της εξώθυρας.

Τι είναι αυτό που σε τραβάει για να αποτυπώσεις ένα παλιό κτίριο;

Περισσότερο από τη μορφολογία του, την όψη του, δηλαδή, με τραβάει η αύρα του, η πατίνα, εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, συχνά χαμηλόφωνα και για πολλούς επουσιώδη, που το κάνουν να ξεχωρίζει, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Ένα παλιό κτίριο έχει εγγενή αφηγηματική ικανότητα. Αυτήν προσπαθώ να εντοπίσω. Μπορεί να είναι ένα απλό σπίτι κατοικίας, μια τριπλοκατοικία, μια αποθήκη, ένα κλειστό μαγαζί, ένα χάλασμα ή ένα αρχοντικό.

Τα καινούργια κτίρια θα έχουν κάτι αντίστοιχο να τραβήξει το μάτι του περιπατητή στην Αθήνα του μέλλοντος;

Σαφώς. Το βλέμμα αλλάζει και αποκτά μνήμη και ευρυχωρία. Αυτό που ελκύει το βλέμμα δεν είναι μόνο η αισθητική ή η ιστορική αξία αλλά και το σώμα των αναμνήσεων, η συναισθηματική επένδυση κα η δυνατότητα ανάσυρσης συνειρμών.  Παλαιότερα, δεν με συγκινούσαν π.χ., ιδιαίτερα, τα κτίρια μετά το 1960 αλλά με την πάροδο των ετών απέκτησαν και αυτά πατίνα και εντάχθηκαν στη μυθολογία της πόλης. Όσο λιγοστεύουν οι μάρτυρες με ζώσα μνήμη από την εποχή που χτίστηκαν τα κτίρια, τόσο ενισχύεται ο μύθος τους.

Μας έλεγες στην παρουσίαση του βιβλίου σου ότι η πόλη όταν αλλάζει, εκτός από αυτά που βλέπει το μάτι, έχει το δικό της ήχο. Σήμερα τι ήχο διαδίδει η πόλη; Είναι ήχος αλλαγής, ή κάποιας αναμονής;

Η πόλη σήμερα παράγει πολλούς ήχους, ίσως πιο δυνατούς από παλιά, αλλά κάθε εποχή είχε τον ήχο της. Τον 19ο αιώνα ας πούμε υπήρχε ο καλπασμός των αλόγων που έσερναν τις άμαξες, υπήρχαν κοκόρια σε αυλές και ταράτσες, υπήρχαν οι φωνές των μικροπωλητών και πραματευτάδων. Σήμερα, ακούμε πολλά ringtones, τις φωνές όσων συνομιλούν δυνατά στο κινητό τους σε δημόσιο χώρο, έχουμε φρεναρίσματα, κομπρεσέρ, τον ήχο του συρμού στο μετρό και τόσα άλλα. Θα έλεγα ότι είναι ο ήχος μιας διαρκούς μεταβολής σε έναν αέναο κύκλο. Όπως είναι η ζωή.

Τι σκέφτεσαι όταν βλέπεις αυτά, που κάποιοι λένε σκωπτικά «γκρέμια», τα χαλάσματα στο κέντρο και τις γειτονιές της Αθήνας;

Με συγκινούν. Πάντα πλησιάζω ένα αστικό ερείπιο όπως πλησιάζει κάποιος ένα ζώο που κοιμάται. Με αργά βήματα. Μπαίνω στην αύρα των χαλασμάτων και παρατηρώ τις στρώσεις της τοιχοποιΐας τους, τη «σάρκα» τους, τις πέτρες, τα τούβλα, τον σοβά. Σαφώς, σκέφτομαι τις μέρες που τα σπίτια αυτά ζούσαν και φιλοξενούσαν μια καθημερινότητα που με δυσκολία μπορούμε να αναπαραστήσουμε σήμερα στη φαντασία μας.

Πιστεύεις ότι η ευκολία του κινητού, που κάνει τους πάντες “φωτογράφους” μπορεί να διασώσει κομμάτια της πόλης που χάνεται;

Τα τελευταία χρόνια έχουν ληφθεί περισσότερες φωτογραφίες παρά ποτέ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουμε βελτίωση της ποιότητας. Ελάχιστο υλικό από όσο υπάρχει σήμερα σε κινητά και  υπολογιστές θα παραδοθεί στις μελλοντικές γενιές ως αρχειακό υλικό ή ως υλικό τεκμηρίωσης. Το ζήτημα είναι σύνθετο. Σαφώς, βέβαια, επειδή φωτογραφίζονται σχεδόν τα πάντα, όσες φωτογραφίες ερασιτεχνών και ευκαιριακών φωτογράφων διασωθούν θα αποτελούν τεκμήριο. Υπάρχει και μια κατηγορία ερασιτεχνών και επαγγελματιών (τους βλέπω στο Instagram) που έχουν δώσει εξαιρετικά ωραίες και πολύτιμες εικόνες της Αθήνας. Ελπίζω να οργανώσουν το αρχείο τους με τη σκέψη στο μέλλον.

Νίκος Βατόπουλος
Η παρουσιάση του βιβλίου “Μικροί Δρόμοι της Αθήνας” στο Booktalks ήταν μια πολύ ωραία βραδιά, σαν μια βόλτα με φίλους στην πόλη. Και φυσικά αφορμή να γνωρίσουμε τον Νίκο Βατόπουλο

Αν και στις φωτογραφίες σου λείπουν οι άνθρωποι, εγώ τουλάχιστον δεν θα τις έλεγα νεκρές φύσεις. Διαβάζοντας τις ιστορίες σου, διέκρινα σωστά ότι ο κάτοικοι της πόλης σε ενδιαφέρουν εξίσου με το περιβάλλον τους;

Ναι, με ενδιαφέρουν εξ ίσου. Θα έλεγα ότι η ανθρωπολογική προσέγγιση της Αθήνας προέχει στο βλέμμα μου έναντι της αυστηρά αρχιτεκτονικής. Με ενδιαφέρει το ίχνος του ανθρώπου στο άστυ. Με κάθε μορφή. Γι’ αυτό με ενδιαφέρουν τόσο τα σημαντικά, από αρχιτεκτονικής απόψεως, κτίρια όσο και τα «κοινά» σπίτια της λεγόμενης ανώνυμης αρχιτεκτονικής. Περιηγούμαι την πόλη επιδιώκοντας την κατανόηση της εξέλιξής της. Κυκλοφορώ με πολλά ερωτήματα στο νου, οπότε σε αυτήν την αναζήτηση η δραστηριότητα του ανθρώπου, οι ζωές που πέρασαν, οι άνθρωποι που δούλεψαν και χάρηκαν σε αυτήν την πόλη, είναι ψηλά στις προτεραιότητές μου. Φωτογραφίζω τα σπίτια ως κελύφη ζωής.

Ποια είναι μυρωδιά της Αθήνας; 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr 

Παγκόσμια ημέρα μετάφρασης… ακούγεται τόσο “βαρετή” όσο και άλλες λιγότερο διάσημες παγκόσμιες ημέρες.
Εκείνο που την κάνει ξεχωριστή (όπως και κάθε βαρετή παγκόσμια ημέρα) είναι ότι γίνεται αφορμή! Αφορμή για μια σκέψη. Μικρή, φευγαλέα, μεγάλη, επίμονη, βασανιστική … όπως του βγει του καθενός!

 

Η μετάφραση είναι είναι μια πολύ πιο σοβαρή διαδικασία από ό,τι φανταζόμαστε.
Για σκέψου τι θα είμαστε χωρίς μεταφράστριες και μεταφραστές; Πόσο λιγότερα θα ξέραμε, θα βλέπαμε, θα καταλαβαίναμε!

Οι μεταφραστές είναι οι συνοδοιπόροι μας σε ταξίδια που χωρίς τη δική τους μεσολάβηση δε θα κάναμε ποτέ! Τουλάχιστον οι περισσότεροι από εμάς!

Αφορμή λοιπόν, η παγκόσμια ημέρα Μετάφρασης, για να μιλήσουμε δύο ελληνίδες μεταφράστριες (με αλφαβητική σειρά) τις κυρίες Δήμητρα Δότση, που μεταφράζει ιταλικά, και Κλαίρη Παπαμιχαήλ που μεταφράζει από τα αγγλικά.

Οι μεταφράστριες

Πώς διαλέξατε να γίνετε μεταφράστριες;

Δ.Δότση
Η μετάφραση δεν ήταν όνειρο ζωής για μένα. Προέκυψε στις αρχές του 2000, με αφορμή το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Μετάφραση-Μεταφρασεολογία» του ΕΚΠΑ, το οποίο παρακολούθησα με απώτερο σκοπό να ειδικευτώ στη συνέχεια στη διδασκαλία της ιταλικής λογοτεχνίας. Κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού κι ενώ εργαζόμουν ήδη ως καθηγήτρια ιταλικής γλώσσας, ανέλαβα τις πρώτες μου μεταφράσεις, κάτι που έκανα μάλλον εν είδει πειραματισμού. Κάπως έτσι συνειδητοποίησα ότι η μετάφραση μου δημιουργούσε ένα αίσθημα πληρότητας, που προφανώς δεν είχα βιώσει με τη διδασκαλία.

Κ.Παπαμιχαήλ
Τυχαία. Ήθελα να φύγω από το σπίτι μου, έψαχνα τι δουλειά μπορούσα να κάνω, ήξερα πολύ καλά αγγλικά και τα λάτρευα κι έτσι άρχισα να μεταφράζω. Ούτως ή άλλως, αγαπούσα από πολύ μικρή τη λογοτεχνία και διάβαζα πάρα πολύ. Μετά… κόλλησα. Δεν ήθελα να κάνω τίποτε άλλο στη ζωή μου.

Η μετάφραση είναι τέχνη ή τεχνική;

Δ.Δότση
Είναι μια τέχνη, η οποία, ωστόσο, διέπεται από ορισμένες τεχνικές, τις οποίες οι παλιότεροι μεταφραστές κατακτούσαν έπειτα από πολλά χρόνια συστηματικής δουλειάς, αποκτώντας την κατάλληλη εμπειρία. Σήμερα, τις τεχνικές αυτές διδάσκουν έμπειροι επαγγελματίες, μυώντας τους επίδοξους μεταφραστές στην τέχνη της μετάφρασης. Οι τεχνικές αυτές ουσιαστικά σε βοηθούν να ξεδιπλώσεις πιο εύκολα – και πιο γρήγορα – το ταλέντο σου, που ούτως ή άλλως αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να επιβιώσεις σ’ αυτό το επάγγελμα.  

Κ.Παπαμιχαήλ
Μολονότι χρειάζονται τεχνικές γνώσεις [ορθογραφία, γραμματική, συντακτικό], θεωρώ ότι η μετάφραση είναι τέχνη, γιατί είναι κάτι πολύ παραπάνω από απλή μεταφορά από τη μια γλώσσα στην άλλη. Όπως κάθε είδους τέχνη, θέλει «ψυχή».

Πόσο η επαφή με τον/την συγγραφέα μπορεί να βοηθήσει τη μετάφραση;

Δ.Δότση
Προσωπικά με έχει βοηθήσει πάμπολλες φορές να λύσω τυχόν απορίες ή αμφιβολίες μου, ιδίως σε θέματα ιδιόλεκτου ή αμφισημίας. Η αλήθεια είναι πως, μόλις αναλάβω μια καινούρια μετάφραση, η πρώτη μου κίνηση είναι να επικοινωνήσω με τον συγγραφέα.  Με τους περισσότερους συγγραφείς μου έχω πλέον φιλικές σχέσεις, κάτι που με βοηθάει εξαιρετικά στο να μπαίνω με μεγαλύτερη ευκολία στο μυαλό τους. Τα πιθανά προβλήματα προκύπτουν όταν ο συγγραφέας δεν βρίσκεται εν ζωή, αλλά και σε αυτή την περίπτωση η λύση είναι το Διαδίκτυο και η πρόσβαση σε αντίστοιχα βιβλία, μελέτες ή μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες, ιδίως αν πρέπει να αναμετρηθούμε με κάποιον κλασικό συγγραφέα.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ

Στην εφηβεία είχα ερωτική σχέση με τον Καραγάτση- λάτρευα τα βιβλία του, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα. Ανάμεσα στους κλασικούς, στα βιβλία φαντασίας και τρόμου, σε όλον αυτόν τον αχταρμά που ήταν τα εφηβικά μου αναγνώσματα, ο Καραγάτσης ξεχώριζε πάντα. Έκτοτε δεν τον είχα ξαναπιάσει. Ίσως γιατί ήξερα τα βιβλία του απέξω πια. Ή γιατί έλεγα με ύφος γεμάτο τουπέ πως «τον έχω ξεπεράσει». [Θα παρατηρήσατε την ερωτική ορολογία, αυτό δεν αλλάζει, πάντα με τέτοιους όρους θα τον σκέφτομαι].

Ξαναδιάβασα τον Κίτρινο φάκελο για τις ανάγκες της Λέσχης Ανάγνωσης του Booktalks. Βυθίστηκα στο εμμονικό δίχτυ που στήνει ο Μάνος Τασάκος για τους συμπρωταγωνιστές του, μπήκα στον άρρωστο ψυχισμό του διάσημου συγγραφέα Κωστή Ρούση, στη διαστροφική και φλογερή καρδιά της Μαρίας, θυμήθηκα τι αριστοτέχνης της περιγραφής είναι ο Καραγάτσης, πόσο έξοχος ψυχογράφος. Ένας μάγος της αφήγησης.

 

Ο Κίτρινος φάκελος ξεκινά ως αστυνομικό μυθιστόρημα- ένας άντρας, ο Μάνος Τασάκος, γνωστός λογοτέχνης και δικηγόρος, βρίσκεται νεκρός. Στα χαρτιά του αφήνει σημείωμα αυτοκτονίας, όμως το σκηνικό δεν συνάδει με μια τέτοια κατάσταση. Η αστυνομία κλείνει την υπόθεση. Αρκετά χρόνια μετά, ο φίλος του και συνάδελφος Μ. Καραγάτσης συναντά στον τάφο του μια γυναίκα. Εκείνη, θα του δώσει τον κίτρινο φάκελο, που έχει τα στοιχεία για το τελευταίο μυθιστόρημα του Τασάκου και τον θάνατό του.
Ο Μάνος Τασάκος είναι στενός φίλος του νομπελίστα Κωστή Ρούση- ενός υποχόνδριου που αρνείται να δει το φως της μέρας, έχει παθολογική αγάπη στον ανεπρόκοπο ανιψιό του Νίκο και είναι μεγαλοφυής. Ο Τασάκος καταφέρνει να μπει στο πολύ κλειστό σαλόνι του Ρούση, κάνοντας τα γλυκά μάτια στην σταφιδιασμένη υπηρέτρια του, την Κατερίνα. Ο Ρούσης έχει έξη από την Κατερίνα, γιατί τρέφει την οπιομανία του.
Εκεί ο Τασάκος με τα χρόνια εδραιώνεται, γίνεται μέλος της οικογένειας σχεδόν και συλλαμβάνει ένα σχέδιο: να κινήσει αυτός τα νήματα, να στήσει ένα μυθιστόρημα στην πράξη. Στα δίχτυά του πλέκει τον ανιψιό του Ρούση, Νίκο, τη νεαρή Μαρία που τραβολογιέται με τον Νίκο στα παγκάκια του Ζαππείου για μια δεκαετία, αλλά και τον χαμένο γιο του Ρούση, χωροφύλακα Μίλτο. 
Όμως ο Τασάκος υπολογίζει χωρίς τον ξενοδόχο, μια γυναίκα που αποδεικνύεται ίση του στην περιπέτεια της ζωής, τη Μαρία. Μεταξύ τους θα υπάρξει ένας παθιασμένος έρωτας, καταραμένος και τελικά μακάβριος. Οι δολοπλοκίες του Τασάκου θα καταλήξουν σε έναν περίεργο και ανίερο γάμο, θα βγάλουν τον Κωστή από την μιζέρια του, θα καταστρέψουν τον Νίκο, θα οδηγήσουν τον Μίλτο στην απόλυτη επιτυχία και τον ίδιο στο θάνατο.
Ο Μάνος Τασάκος, εμβληματικός χαρακτήρας, αλαζόνας και υπερόπτης, ένας μικρός Νιτσεϊκός θεός, είναι στην ουσία όλα όσα ονειρεύτηκε κάθε συγγραφέας για τον ήρωα του. Είναι συγγραφέας επί του πεδίου, πανίσχυρος, διαπράττει ύβρη και τελικά πέφτει. Με πάταγο.
Όμως πέρα από τον Μάνο, η Μαρία είναι ηρωίδα εξίσου ενδιαφέρουσα και δυνατή. Είναι η θηλυκή εκδοχή του, με όλα της τα πάθη, αλλά και το ηθικό ανάστημα να βρεθεί απέναντι του, στο πλάι του και στο κρεβάτι του. Η απόδειξη πως ο Καραγάτσης, αν και λεκτικά είναι μισογύνης, στην πράξη λατρεύει τις γυναίκες.

Ο Κίτρινος φάκελος έχει πολλά μεταμοντέρνα στοιχεία, είναι ένα μυθιστόρημα σαφώς επηρεασμένο από τον νατουραλισμό, αλλά αυτό που το ξεχωρίζει δεν είναι ούτε το αφηγηματικό κόλπο του φακέλου, ούτε καν η ίδια η ιστορία με τη γεμάτη εντάσεις πλοκή. Είναι οι χαρακτήρες. Αυτούς θυμάσαι, με αυτούς ταυτίζεσαι, αυτούς θέλεις να ταρακουνήσεις όσο κάνουν τα λάθη τους και παραδίδονται στα πάθη τους. 

 

Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο εδώ

 

Ο ενθουσιασμός μου όταν διάβασα «Τα χαμένα» του Μιχάλη Φακίνου ήταν μεγάλος. 
Ένα σπουδαίο βιβλίο για τον έρωτα, την απώλεια, τη ζωή.

Πριν ακόμη γράψω τις σκέψεις μου επ’ αυτού έψαξα τον κύριο Φακίνο στο Facebook να του στείλω ένα μήνυμα. Άφαντος. Κι έτσι κατέφυγα στο σταθερό τηλέφωνο. Ευγενής και φιλόξενος. Έτσι κανονίσαμε αυτή την «κουβέντα». 
Μιλήσαμε για το βιβλίο του φυσικά, αλλά και για θέματα που πιστεύω ότι αξίζει να κουβεντιάζονται. Συγγραφέας-δημοσιογράφος (στον κ.Φακίνο αναφέρομαι): ένας καλός συνδυασμός για μια ωραία συζήτηση. Για τη συγγραφή, την πολιτική και όχι μόνο!

 

Μου είπατε στο τηλέφωνο ότι είναι ένα δύσκολο βιβλίο. Τι εννοούσατε;

Έπρεπε να αντιμετωπίσω την περίπτωση του Αλτσχάιμερ της ηρωίδας με σεβασμό και δέος μπροστά στο άγνωστο. Κουβέντιασα με ειδικούς και συγγενείς που συντρόφευαν τέτοια άτομα, για τις μικρολεπτομέρειες. Όμως έπρεπε να σπάσω τον τοίχο της σιωπής, να διεισδύσω στα άδυτα των αδύτων του ανέκφραστου σώματος, να προκαλέσω ερεθίσματα με ήχους, με λέξεις, με αντικείμενα, μήπως και γίνει κάποιο θαύμα κι ανάψουν πάλι τα λαμπάκια της μνήμης και μάθουμε τι κρύβεται, τι πέρασε, πώς έζησε τη ζωή της τούτη η γυναίκα. Και το ρόλο αυτόν τον ανέθεσα στον σύντροφό της, σύντροφο εξ απαλών ονύχων.

Πώς γράφετε τα βιβλία σας;

Μέσα στη σιωπή. Στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Ενώπιον ενός λευκού χαρτιού που με προκαλεί να του ξεπαρθενέψω τη λευκότητα με λέξεις. Μ’ ένα στυλό διαρκείας στο χέρι. Η μόνη μουσική που με συνοδεύει είναι οι ήχοι της πόλης: συναγερμοί από κάποιο σπίτι ή αυτοκίνητο, το σκουπιδιάρικο που αδειάζει τους κάδους, το μεγάφωνο του παλιατζή του «Αλέξανδρου, του καλού παιδιού που ξεμορφώνει το χώρο σας», που και που κάποιοι αναστεναγμοί από γειτονικά παράθυρα, φωνές παιδιών στο διάλειμμα από το διπλανό σχολείο. Βοηθάει, ξέρετε, καλύτερα από Σοπέν.

Πότε μια απώλεια γίνεται αβάσταχτη;

Η ζωή μας είναι γεμάτη απώλειες. Απώλεια πορτοφολιού, απώλεια όρασης, απώλεια μιας περιουσίας στον τζόγο, απώλεια θέσης εργασίας και πώς θα θρέψω την οικογένεια, απώλεια αξιοπρέπειας, απώλεια μνήμης. Η μεγαλύτερη απώλεια όμως είναι η ανθρώπινη. Δεν αντιμετωπίζεται, δεν διορθώνεται. Η ώρα του πένθους που κάθε άνθρωπος τη ζει με τον δικό του τρόπο. Στην ιστορία που αφηγούμαι σε τούτο το βιβλίο έχουμε να κάνουμε με πολλαπλές απώλειες μιας ζωής, όμως δεν είναι ένα «μαύρο βιβλίο», αφού, κάθε τόσο, ξεπηδούν φωτεινές και γλυκύτατες σκηνές νεότητα και ομορφιάς, καλοκαίρια με μπάνιο σε μια στέρνα, θερινά σινεμά, ροκ εν ρολ, ερωτικά σκιρτήματα κι ένα τσιγάρο Camel. Η μνήμη που χάθηκε ζει στους συντρόφους.

Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αγάπη, ο έρωτας και η αφοσίωση προς τον ερωτικό σύντροφο; Μπορεί ένα άτομο να εξαφανιστεί προκειμένου να συνεχίσει να ζει τον έρωτα;

Η αγάπη, ο έρωτας δεν έχει ορατά όρια. Δεν είναι προκαθορισμένες οι συμπεριφορές. Ο καθείς κι ο έρωτάς του.

Πόσο άνθρωπος παραμένει κάποιος που απλώς κοιτάει μια κλειστή τηλεόραση χωρίς μνήμες, χωρίς ενσυνείδητες αισθήσεις;

Εδώ ρωτάς για την ηρωίδα του βιβλίου. Είναι ένα σώμα που έχει χάσει    την ωραιότητα και τη σπιρτάδα της νεότητας αλλά ο σύντροφός της την αντιμετωπίζει σαν ένα μυστήριο, σαν ένα ναό που περιέχει τις μνήμες και δεν πιστεύει πως η φθορά του χρόνου πρέπει να συνοδεύεται κι απ’ τη φθορά της μνήμης.

Ο κύριος Ευτύχιος βλέπει τη γυναίκα του, τη Ζωή, σαν τη σιωπή του Θεού. Σαν να είναι κλειδωμένη σ’ ένα δωμάτιο και τον έχει αφήσει απέξω. Και προσπαθεί να ξεκλειδώσει με την αγάπη του.

Μου έχει κάνει εντύπωση ότι απέχετε από κάθε είδους ηλεκτρονικό «πολιτισμό». Όχι μόνο μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε μέιλ δεν διαθέτετε. Πώς αισθάνεστε «εκεί έξω» μόνος σας;

Πολύ καλά, ευχαριστώ. Ο καθείς και το χάος του. Εγώ κάθε μέρα παίζω παρτίδα σκάκι με το δικό μου χάος. Όσο για το «εκεί έξω» σας πληροφορώ ότι εκτός από εξωγήινους υπάρχουν και άνθρωποι, υπάρχει πολιτισμός.

Σήμερα εσείς ενημερώνεστε;

Ειδησεογραφικά από εφημερίδες, ραδιόφωνο και τηλεόραση.

Από δημοσιογράφος γίνατε συγγραφέας. Σε μια εποχή που οι δημοσιογράφοι γίνονταν πολιτικοί πώς τοποθετείστε εσείς απέναντι στο φαινόμενο.

Ήμουνα δημοσιογράφος και συγγραφέας. Όσο για τους δημοσιογράφους που γίνονται πολιτικοί πού βλέπετε το κακό. Κάθε πολίτης έχει αυτό το δικαίωμα.  Ο «σοφός λαός» ψηφίζει…

Διδάξατε στο Πάντειο δημοσιογραφία. Τι δεν ξέρουν, τι δεν μαθαίνουν οι νέοι δημοσιογράφοι, και τι δεν έμαθαν οι παλαιότεροι με τα γνωστά αποτελέσματα αισθητικής και αγραμματοσύνης που συναντάμε εντύπως και ηλεκτρονικώς;

Τα προβλήματα αισθητικής και αγραμματοσύνης πάντα υπήρχαν στο δημοσιογραφικό επάγγελμα. Τολμώ να πω όμως ότι τώρα, κυρίως με τον ηλεκτρονικό  «πολιτισμό», έχουν γίνει περισσότερα και πιο ευδιάκριτα.  Εκτός κι αν έχουν αλλάξει πια οι έννοιες «αισθητική» και «αγραμματοσύνη» και δεν το έχω πάρει χαμπάρι γιατί βρίσκομαι «εκεί έξω».

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr και τον Γιάννη Καφάτο εδώ

Ο «Οδηγός φόνων» του Αντώνη Γκόλτσου (Εκδόσεις Μεταίχμιο) διαθέτει όλες τις αρετές ενός αστικού νουάρ αλλά και ενός ψυχολογικού θρίλερ που κρατάει τον αναγνώστη σε εγρήγορση ως την τελευταία του σελίδα.

 

Πριν από περίπου τρία χρόνια, όταν είχε κυκλοφορήσει «Η Αφιέρωση» είχαμε κάνει μια συζήτηση για το βιβλίο του και την αστυνομική λογοτεχνία μετά μουσικής στο στούντιο του trollradio.gr και από την επαφή μας μου έμεινε η ευγένεια, η οξύνοια και η αγάπη του για τα βιβλία και τη μουσική.

Με αφορμή το καινούργιο του μυθιστόρημα κάναμε μια virtual συζήτηση για τις δικές μου απορίες που σημείωσα όταν τέλειωσα το βιβλίο του.

Στον «Οδηγό φόνων» ο συγγραφέας – βασικός ήρωας ψυχολογικά εξαντλημένος, παραιτημένος και ετοιμόρροπος από τις αποκαλύψεις με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπος στο πρώτο βιβλίο, βρίσκεται να παίζει έναν φρικαλέο ρόλο: τον ινστρούχτορα του δολοφόνου. 
Κι ενώ όλα αρχίζουν ως ένα μοναχικό παιχνίδι συγγραφής, ο κατά συρροήν δολοφόνος, οι (αστυνομικές) αρχές και εν τέλει οι «αρχές του» αναγκάζουν τον Αλκιβιάδη Πικρό να παίξει ένα φονικό παιχνίδι ως το τέλος. 
Το σπιράλ θανάτου που επιλέγει – μη μπορώντας να κάνει αλλιώς ο Πικρός – να εμπλακεί είναι ένας λεπτεπίλεπτος ιστός που με τις λέξεις και τις παράλληλες ιστορίες που έχει στήσει ο Γκόλτσος κανένας αναγνώστης δεν μπορεί να ξεφύγει! Και στο τέλος, ο αναγνώστης, βγαίνει κερδισμένος!

Είπα «δολοφόνος» αλλά μην το δέσετε! Άλλωστε μιλάμε για ένα βιβλίο γεμάτο διανοητικούς δαιδάλους, ανατροπές και  δράση μέσα στην ίδια τη… δράση του βιβλίου.

Μην περιμένετε όμως περισσότερα από εμένα γιατί δεν θέλω να χαλάσω την ατμόσφαιρα και τις εκπλήξεις που τόσο έξυπνα έχει ετοιμάσει ο συγγραφέας διανθισμένες με το στιλ γραφής του που σίγουρα τον κατατάσσει ως έναν ξεχωριστό Έλληνα γραφιά.  

Από θεωρητικός και αναλυτής της αστυνομικής λογοτεχνίας, συγγραφέας. Πόσο δρόμο διένυσες για να φτάσεις στον «Οδηγό φόνων»;

Ακριβώς 42 χιλιόμετρα και 195 μέτρα… Πρόκειται για έναν Μαραθώνιο, που δεν έχω τρέξει, αλλά που τον έχω “μετρήσει”. Και υποθέτω πως, όσοι γράφουμε -μυθιστόρημα, νουβέλα ή και διήγημα- είμαστε δρομείς μεγάλων αποστάσεων. Του “τυπωθείτω”, δεν προηγείται μόνο ο χρόνος συγγραφής, αλλά και το διάβασμα, και οι σημειώσεις, και οι πειραματισμοί, και οι συζητήσεις για την ιστορία σου (αν είσαι αρκετά -έως σκανδαλωδώς- τυχερός, να βρεις κάποιον που τον ενδιαφέρει να τη συζητήσει), όπως και η ατέρμονη προσπάθεια -ηθελημένη ή αθέλητη- διαμόρφωσης προσωπικού ύφους. Προσωπικά, ορίζω τον Μαραθώνιο όχι τόσο σε όρους συγγραφής, όσο σε όρους χρόνου αφιερωμένου στην Επιμέλεια, στις διορθώσεις και στο σκίσιμο σελίδων∙ οι οικολόγοι του χαρτιού θα πρέπει να με μισούν. Μιλώντας για διορθώσεις, υπάρχει, εδώ, ένα πρόβλημα και οι διατεινόμενοι ότι η ανηλεής διόρθωση “σκοτώνει” τον αυθορμητισμό και το άμεσο, μπορεί να έχουν δίκιο∙ μάλλον έχουν δίκιο. Και επιχειρώ να σκηνοθετήσω τον αυθορμητισμό. Αδυνατώ να πιστέψω πως με την πρώτη, ή τη δεύτερη, ή την έκτη, μπορώ να έχω το επιθυμητό, σε μένα τουλάχιστον, αποτέλεσμα. Ίσως να φταίει και η έλλειψη έφεσης στο ανεμπόδιστο και πηγαίο γράψιμο (είμαι ο έσχατος της αυτόματης γραφής), ίσως να παίζουν και κάποια κατάλοιπα επαγγελματικής εμμονής, όταν έπρεπε να εστιάζω στην ακρίβεια της κάθε λέξης∙ και ξεκίνησα να γράφω, εξαιρετικά αργά, χάνοντας τη συγγραφική μου εφηβεία, αν όχι και ενηλικότητα.    

Αν και η εποχή που εξελίσσεται η δράση του βιβλίου σου δεν είναι πολύ μακρινή, μου έκανε εντύπωση η παντελής απουσία του «παράγοντα»… social media στην εξέλιξη της ιστορίας σου. Γιατί;

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr

 Η Ευτυχία Γιαννάκη, συγγραφέας της γνωστής – πλέον – Τριλογίας της Αθήνας (Στο πίσω κάθισμαΑλκυονίδες μέρεςΠόλη στο φως)  έχει αποδείξει ότι ήρθε για να μείνει στην Ελληνική λογοτεχνία. Το αστυνομικό είδος που υπηρετεί στα τρία βιβλία της την έχει κερδίσει, όπως η γραφή και το στιλ της έχει κερδίσει τους αναγνώστες που την παρακολουθούν.


Πάντα ανήσυχη, αυτή την εντύπωση έχω αποκομίσει από όσες φορές έχουμε συναντηθεί για να κάνουμε συνεντεύξεις και σε άλλες βιβλιοφιλικές ευκαιρίες, η Ευτυχία Γιαννάκη τολμάει μια βουτιά σε πολύ ιδιαίτερα νερά: αυτά της λογοτεχνίας για παιδιά. 
Το εικονογραφημένο βιβλίο  «Μυστήριο στη Λίμνη Λαμπίκο» με τον υπέρτιτλο «Πιτσιμπουίνοι – Τα πρώτα μου μυστήρια» είναι το πρώτο της σειράς με παιδικό «νουάρ».  (Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος σε εικονογράφηση Σοφίας Τουλιάτου)

Το «Μυστήριο στη Λίμνη Λαμπίκο» είναι φυσικά παιδικό βιβλίο αλλά μέσα στην παιδικότητα του έχει στο… παιδικό του όλα τα στοιχεία μιας νουάρ ιστορίας.

 

Ο ήρωας είναι ο Μικρός Μπλε, που είναι περίεργος και δεν μπορεί να μένει χωρίς απαντήσεις – όπως κάθε ντετέκτιβ που σέβεται τον εαυτό του.

Τα παιδιά μου δεν είναι πια σε ηλικία για να με ανεχτούν να τους διαβάζω, αυτό δηλαδή που αναζητούσαν ως μικρά παιδιά, αλλά όσο διάβαζα το βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη, ζούσα τη χαρά του μπαμπά που διαβάζει κάτι πολύ όμορφο στα παιδιά του κι εκείνα τον κοιτούν χαρούμενα ανακαλύπτοντας τον κόσμο της συγγραφέως μέσα από τις ολοζώντανες και εξίσου παιδικές (κι αυτό είναι παράσημο) εικόνες της Σοφίας Τουλιάτου.

Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο του Γιάννη Καφάτου στο viewtag.gr 

theatroathinon

bookfeed_konstantinidis

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:00 στο Θέατρο Φούρνος. 

Από 23 Οκτωβρίου και για 20 μόνο παραστάσεις. 

Κλείστε πιο οικονομικά τις θέσεις σας με μόλις 5 ευρώ από το viva

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Banners 728mm x 90mm

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία