Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
viewtag.gr

viewtag.gr

Στην εφηβεία είχα ερωτική σχέση με τον Καραγάτση- λάτρευα τα βιβλία του, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα. Ανάμεσα στους κλασικούς, στα βιβλία φαντασίας και τρόμου, σε όλον αυτόν τον αχταρμά που ήταν τα εφηβικά μου αναγνώσματα, ο Καραγάτσης ξεχώριζε πάντα. Έκτοτε δεν τον είχα ξαναπιάσει. Ίσως γιατί ήξερα τα βιβλία του απέξω πια. Ή γιατί έλεγα με ύφος γεμάτο τουπέ πως «τον έχω ξεπεράσει». [Θα παρατηρήσατε την ερωτική ορολογία, αυτό δεν αλλάζει, πάντα με τέτοιους όρους θα τον σκέφτομαι].

Ξαναδιάβασα τον Κίτρινο φάκελο για τις ανάγκες της Λέσχης Ανάγνωσης του Booktalks. Βυθίστηκα στο εμμονικό δίχτυ που στήνει ο Μάνος Τασάκος για τους συμπρωταγωνιστές του, μπήκα στον άρρωστο ψυχισμό του διάσημου συγγραφέα Κωστή Ρούση, στη διαστροφική και φλογερή καρδιά της Μαρίας, θυμήθηκα τι αριστοτέχνης της περιγραφής είναι ο Καραγάτσης, πόσο έξοχος ψυχογράφος. Ένας μάγος της αφήγησης.

 

Ο Κίτρινος φάκελος ξεκινά ως αστυνομικό μυθιστόρημα- ένας άντρας, ο Μάνος Τασάκος, γνωστός λογοτέχνης και δικηγόρος, βρίσκεται νεκρός. Στα χαρτιά του αφήνει σημείωμα αυτοκτονίας, όμως το σκηνικό δεν συνάδει με μια τέτοια κατάσταση. Η αστυνομία κλείνει την υπόθεση. Αρκετά χρόνια μετά, ο φίλος του και συνάδελφος Μ. Καραγάτσης συναντά στον τάφο του μια γυναίκα. Εκείνη, θα του δώσει τον κίτρινο φάκελο, που έχει τα στοιχεία για το τελευταίο μυθιστόρημα του Τασάκου και τον θάνατό του.
Ο Μάνος Τασάκος είναι στενός φίλος του νομπελίστα Κωστή Ρούση- ενός υποχόνδριου που αρνείται να δει το φως της μέρας, έχει παθολογική αγάπη στον ανεπρόκοπο ανιψιό του Νίκο και είναι μεγαλοφυής. Ο Τασάκος καταφέρνει να μπει στο πολύ κλειστό σαλόνι του Ρούση, κάνοντας τα γλυκά μάτια στην σταφιδιασμένη υπηρέτρια του, την Κατερίνα. Ο Ρούσης έχει έξη από την Κατερίνα, γιατί τρέφει την οπιομανία του.
Εκεί ο Τασάκος με τα χρόνια εδραιώνεται, γίνεται μέλος της οικογένειας σχεδόν και συλλαμβάνει ένα σχέδιο: να κινήσει αυτός τα νήματα, να στήσει ένα μυθιστόρημα στην πράξη. Στα δίχτυά του πλέκει τον ανιψιό του Ρούση, Νίκο, τη νεαρή Μαρία που τραβολογιέται με τον Νίκο στα παγκάκια του Ζαππείου για μια δεκαετία, αλλά και τον χαμένο γιο του Ρούση, χωροφύλακα Μίλτο. 
Όμως ο Τασάκος υπολογίζει χωρίς τον ξενοδόχο, μια γυναίκα που αποδεικνύεται ίση του στην περιπέτεια της ζωής, τη Μαρία. Μεταξύ τους θα υπάρξει ένας παθιασμένος έρωτας, καταραμένος και τελικά μακάβριος. Οι δολοπλοκίες του Τασάκου θα καταλήξουν σε έναν περίεργο και ανίερο γάμο, θα βγάλουν τον Κωστή από την μιζέρια του, θα καταστρέψουν τον Νίκο, θα οδηγήσουν τον Μίλτο στην απόλυτη επιτυχία και τον ίδιο στο θάνατο.
Ο Μάνος Τασάκος, εμβληματικός χαρακτήρας, αλαζόνας και υπερόπτης, ένας μικρός Νιτσεϊκός θεός, είναι στην ουσία όλα όσα ονειρεύτηκε κάθε συγγραφέας για τον ήρωα του. Είναι συγγραφέας επί του πεδίου, πανίσχυρος, διαπράττει ύβρη και τελικά πέφτει. Με πάταγο.
Όμως πέρα από τον Μάνο, η Μαρία είναι ηρωίδα εξίσου ενδιαφέρουσα και δυνατή. Είναι η θηλυκή εκδοχή του, με όλα της τα πάθη, αλλά και το ηθικό ανάστημα να βρεθεί απέναντι του, στο πλάι του και στο κρεβάτι του. Η απόδειξη πως ο Καραγάτσης, αν και λεκτικά είναι μισογύνης, στην πράξη λατρεύει τις γυναίκες.

Ο Κίτρινος φάκελος έχει πολλά μεταμοντέρνα στοιχεία, είναι ένα μυθιστόρημα σαφώς επηρεασμένο από τον νατουραλισμό, αλλά αυτό που το ξεχωρίζει δεν είναι ούτε το αφηγηματικό κόλπο του φακέλου, ούτε καν η ίδια η ιστορία με τη γεμάτη εντάσεις πλοκή. Είναι οι χαρακτήρες. Αυτούς θυμάσαι, με αυτούς ταυτίζεσαι, αυτούς θέλεις να ταρακουνήσεις όσο κάνουν τα λάθη τους και παραδίδονται στα πάθη τους. 

 

Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο εδώ

 

Ο ενθουσιασμός μου όταν διάβασα «Τα χαμένα» του Μιχάλη Φακίνου ήταν μεγάλος. 
Ένα σπουδαίο βιβλίο για τον έρωτα, την απώλεια, τη ζωή.

Πριν ακόμη γράψω τις σκέψεις μου επ’ αυτού έψαξα τον κύριο Φακίνο στο Facebook να του στείλω ένα μήνυμα. Άφαντος. Κι έτσι κατέφυγα στο σταθερό τηλέφωνο. Ευγενής και φιλόξενος. Έτσι κανονίσαμε αυτή την «κουβέντα». 
Μιλήσαμε για το βιβλίο του φυσικά, αλλά και για θέματα που πιστεύω ότι αξίζει να κουβεντιάζονται. Συγγραφέας-δημοσιογράφος (στον κ.Φακίνο αναφέρομαι): ένας καλός συνδυασμός για μια ωραία συζήτηση. Για τη συγγραφή, την πολιτική και όχι μόνο!

 

Μου είπατε στο τηλέφωνο ότι είναι ένα δύσκολο βιβλίο. Τι εννοούσατε;

Έπρεπε να αντιμετωπίσω την περίπτωση του Αλτσχάιμερ της ηρωίδας με σεβασμό και δέος μπροστά στο άγνωστο. Κουβέντιασα με ειδικούς και συγγενείς που συντρόφευαν τέτοια άτομα, για τις μικρολεπτομέρειες. Όμως έπρεπε να σπάσω τον τοίχο της σιωπής, να διεισδύσω στα άδυτα των αδύτων του ανέκφραστου σώματος, να προκαλέσω ερεθίσματα με ήχους, με λέξεις, με αντικείμενα, μήπως και γίνει κάποιο θαύμα κι ανάψουν πάλι τα λαμπάκια της μνήμης και μάθουμε τι κρύβεται, τι πέρασε, πώς έζησε τη ζωή της τούτη η γυναίκα. Και το ρόλο αυτόν τον ανέθεσα στον σύντροφό της, σύντροφο εξ απαλών ονύχων.

Πώς γράφετε τα βιβλία σας;

Μέσα στη σιωπή. Στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Ενώπιον ενός λευκού χαρτιού που με προκαλεί να του ξεπαρθενέψω τη λευκότητα με λέξεις. Μ’ ένα στυλό διαρκείας στο χέρι. Η μόνη μουσική που με συνοδεύει είναι οι ήχοι της πόλης: συναγερμοί από κάποιο σπίτι ή αυτοκίνητο, το σκουπιδιάρικο που αδειάζει τους κάδους, το μεγάφωνο του παλιατζή του «Αλέξανδρου, του καλού παιδιού που ξεμορφώνει το χώρο σας», που και που κάποιοι αναστεναγμοί από γειτονικά παράθυρα, φωνές παιδιών στο διάλειμμα από το διπλανό σχολείο. Βοηθάει, ξέρετε, καλύτερα από Σοπέν.

Πότε μια απώλεια γίνεται αβάσταχτη;

Η ζωή μας είναι γεμάτη απώλειες. Απώλεια πορτοφολιού, απώλεια όρασης, απώλεια μιας περιουσίας στον τζόγο, απώλεια θέσης εργασίας και πώς θα θρέψω την οικογένεια, απώλεια αξιοπρέπειας, απώλεια μνήμης. Η μεγαλύτερη απώλεια όμως είναι η ανθρώπινη. Δεν αντιμετωπίζεται, δεν διορθώνεται. Η ώρα του πένθους που κάθε άνθρωπος τη ζει με τον δικό του τρόπο. Στην ιστορία που αφηγούμαι σε τούτο το βιβλίο έχουμε να κάνουμε με πολλαπλές απώλειες μιας ζωής, όμως δεν είναι ένα «μαύρο βιβλίο», αφού, κάθε τόσο, ξεπηδούν φωτεινές και γλυκύτατες σκηνές νεότητα και ομορφιάς, καλοκαίρια με μπάνιο σε μια στέρνα, θερινά σινεμά, ροκ εν ρολ, ερωτικά σκιρτήματα κι ένα τσιγάρο Camel. Η μνήμη που χάθηκε ζει στους συντρόφους.

Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αγάπη, ο έρωτας και η αφοσίωση προς τον ερωτικό σύντροφο; Μπορεί ένα άτομο να εξαφανιστεί προκειμένου να συνεχίσει να ζει τον έρωτα;

Η αγάπη, ο έρωτας δεν έχει ορατά όρια. Δεν είναι προκαθορισμένες οι συμπεριφορές. Ο καθείς κι ο έρωτάς του.

Πόσο άνθρωπος παραμένει κάποιος που απλώς κοιτάει μια κλειστή τηλεόραση χωρίς μνήμες, χωρίς ενσυνείδητες αισθήσεις;

Εδώ ρωτάς για την ηρωίδα του βιβλίου. Είναι ένα σώμα που έχει χάσει    την ωραιότητα και τη σπιρτάδα της νεότητας αλλά ο σύντροφός της την αντιμετωπίζει σαν ένα μυστήριο, σαν ένα ναό που περιέχει τις μνήμες και δεν πιστεύει πως η φθορά του χρόνου πρέπει να συνοδεύεται κι απ’ τη φθορά της μνήμης.

Ο κύριος Ευτύχιος βλέπει τη γυναίκα του, τη Ζωή, σαν τη σιωπή του Θεού. Σαν να είναι κλειδωμένη σ’ ένα δωμάτιο και τον έχει αφήσει απέξω. Και προσπαθεί να ξεκλειδώσει με την αγάπη του.

Μου έχει κάνει εντύπωση ότι απέχετε από κάθε είδους ηλεκτρονικό «πολιτισμό». Όχι μόνο μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε μέιλ δεν διαθέτετε. Πώς αισθάνεστε «εκεί έξω» μόνος σας;

Πολύ καλά, ευχαριστώ. Ο καθείς και το χάος του. Εγώ κάθε μέρα παίζω παρτίδα σκάκι με το δικό μου χάος. Όσο για το «εκεί έξω» σας πληροφορώ ότι εκτός από εξωγήινους υπάρχουν και άνθρωποι, υπάρχει πολιτισμός.

Σήμερα εσείς ενημερώνεστε;

Ειδησεογραφικά από εφημερίδες, ραδιόφωνο και τηλεόραση.

Από δημοσιογράφος γίνατε συγγραφέας. Σε μια εποχή που οι δημοσιογράφοι γίνονταν πολιτικοί πώς τοποθετείστε εσείς απέναντι στο φαινόμενο.

Ήμουνα δημοσιογράφος και συγγραφέας. Όσο για τους δημοσιογράφους που γίνονται πολιτικοί πού βλέπετε το κακό. Κάθε πολίτης έχει αυτό το δικαίωμα.  Ο «σοφός λαός» ψηφίζει…

Διδάξατε στο Πάντειο δημοσιογραφία. Τι δεν ξέρουν, τι δεν μαθαίνουν οι νέοι δημοσιογράφοι, και τι δεν έμαθαν οι παλαιότεροι με τα γνωστά αποτελέσματα αισθητικής και αγραμματοσύνης που συναντάμε εντύπως και ηλεκτρονικώς;

Τα προβλήματα αισθητικής και αγραμματοσύνης πάντα υπήρχαν στο δημοσιογραφικό επάγγελμα. Τολμώ να πω όμως ότι τώρα, κυρίως με τον ηλεκτρονικό  «πολιτισμό», έχουν γίνει περισσότερα και πιο ευδιάκριτα.  Εκτός κι αν έχουν αλλάξει πια οι έννοιες «αισθητική» και «αγραμματοσύνη» και δεν το έχω πάρει χαμπάρι γιατί βρίσκομαι «εκεί έξω».

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr και τον Γιάννη Καφάτο εδώ

Ο «Οδηγός φόνων» του Αντώνη Γκόλτσου (Εκδόσεις Μεταίχμιο) διαθέτει όλες τις αρετές ενός αστικού νουάρ αλλά και ενός ψυχολογικού θρίλερ που κρατάει τον αναγνώστη σε εγρήγορση ως την τελευταία του σελίδα.

 

Πριν από περίπου τρία χρόνια, όταν είχε κυκλοφορήσει «Η Αφιέρωση» είχαμε κάνει μια συζήτηση για το βιβλίο του και την αστυνομική λογοτεχνία μετά μουσικής στο στούντιο του trollradio.gr και από την επαφή μας μου έμεινε η ευγένεια, η οξύνοια και η αγάπη του για τα βιβλία και τη μουσική.

Με αφορμή το καινούργιο του μυθιστόρημα κάναμε μια virtual συζήτηση για τις δικές μου απορίες που σημείωσα όταν τέλειωσα το βιβλίο του.

Στον «Οδηγό φόνων» ο συγγραφέας – βασικός ήρωας ψυχολογικά εξαντλημένος, παραιτημένος και ετοιμόρροπος από τις αποκαλύψεις με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπος στο πρώτο βιβλίο, βρίσκεται να παίζει έναν φρικαλέο ρόλο: τον ινστρούχτορα του δολοφόνου. 
Κι ενώ όλα αρχίζουν ως ένα μοναχικό παιχνίδι συγγραφής, ο κατά συρροήν δολοφόνος, οι (αστυνομικές) αρχές και εν τέλει οι «αρχές του» αναγκάζουν τον Αλκιβιάδη Πικρό να παίξει ένα φονικό παιχνίδι ως το τέλος. 
Το σπιράλ θανάτου που επιλέγει – μη μπορώντας να κάνει αλλιώς ο Πικρός – να εμπλακεί είναι ένας λεπτεπίλεπτος ιστός που με τις λέξεις και τις παράλληλες ιστορίες που έχει στήσει ο Γκόλτσος κανένας αναγνώστης δεν μπορεί να ξεφύγει! Και στο τέλος, ο αναγνώστης, βγαίνει κερδισμένος!

Είπα «δολοφόνος» αλλά μην το δέσετε! Άλλωστε μιλάμε για ένα βιβλίο γεμάτο διανοητικούς δαιδάλους, ανατροπές και  δράση μέσα στην ίδια τη… δράση του βιβλίου.

Μην περιμένετε όμως περισσότερα από εμένα γιατί δεν θέλω να χαλάσω την ατμόσφαιρα και τις εκπλήξεις που τόσο έξυπνα έχει ετοιμάσει ο συγγραφέας διανθισμένες με το στιλ γραφής του που σίγουρα τον κατατάσσει ως έναν ξεχωριστό Έλληνα γραφιά.  

Από θεωρητικός και αναλυτής της αστυνομικής λογοτεχνίας, συγγραφέας. Πόσο δρόμο διένυσες για να φτάσεις στον «Οδηγό φόνων»;

Ακριβώς 42 χιλιόμετρα και 195 μέτρα… Πρόκειται για έναν Μαραθώνιο, που δεν έχω τρέξει, αλλά που τον έχω “μετρήσει”. Και υποθέτω πως, όσοι γράφουμε -μυθιστόρημα, νουβέλα ή και διήγημα- είμαστε δρομείς μεγάλων αποστάσεων. Του “τυπωθείτω”, δεν προηγείται μόνο ο χρόνος συγγραφής, αλλά και το διάβασμα, και οι σημειώσεις, και οι πειραματισμοί, και οι συζητήσεις για την ιστορία σου (αν είσαι αρκετά -έως σκανδαλωδώς- τυχερός, να βρεις κάποιον που τον ενδιαφέρει να τη συζητήσει), όπως και η ατέρμονη προσπάθεια -ηθελημένη ή αθέλητη- διαμόρφωσης προσωπικού ύφους. Προσωπικά, ορίζω τον Μαραθώνιο όχι τόσο σε όρους συγγραφής, όσο σε όρους χρόνου αφιερωμένου στην Επιμέλεια, στις διορθώσεις και στο σκίσιμο σελίδων∙ οι οικολόγοι του χαρτιού θα πρέπει να με μισούν. Μιλώντας για διορθώσεις, υπάρχει, εδώ, ένα πρόβλημα και οι διατεινόμενοι ότι η ανηλεής διόρθωση “σκοτώνει” τον αυθορμητισμό και το άμεσο, μπορεί να έχουν δίκιο∙ μάλλον έχουν δίκιο. Και επιχειρώ να σκηνοθετήσω τον αυθορμητισμό. Αδυνατώ να πιστέψω πως με την πρώτη, ή τη δεύτερη, ή την έκτη, μπορώ να έχω το επιθυμητό, σε μένα τουλάχιστον, αποτέλεσμα. Ίσως να φταίει και η έλλειψη έφεσης στο ανεμπόδιστο και πηγαίο γράψιμο (είμαι ο έσχατος της αυτόματης γραφής), ίσως να παίζουν και κάποια κατάλοιπα επαγγελματικής εμμονής, όταν έπρεπε να εστιάζω στην ακρίβεια της κάθε λέξης∙ και ξεκίνησα να γράφω, εξαιρετικά αργά, χάνοντας τη συγγραφική μου εφηβεία, αν όχι και ενηλικότητα.    

Αν και η εποχή που εξελίσσεται η δράση του βιβλίου σου δεν είναι πολύ μακρινή, μου έκανε εντύπωση η παντελής απουσία του «παράγοντα»… social media στην εξέλιξη της ιστορίας σου. Γιατί;

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr

 Η Ευτυχία Γιαννάκη, συγγραφέας της γνωστής – πλέον – Τριλογίας της Αθήνας (Στο πίσω κάθισμαΑλκυονίδες μέρεςΠόλη στο φως)  έχει αποδείξει ότι ήρθε για να μείνει στην Ελληνική λογοτεχνία. Το αστυνομικό είδος που υπηρετεί στα τρία βιβλία της την έχει κερδίσει, όπως η γραφή και το στιλ της έχει κερδίσει τους αναγνώστες που την παρακολουθούν.


Πάντα ανήσυχη, αυτή την εντύπωση έχω αποκομίσει από όσες φορές έχουμε συναντηθεί για να κάνουμε συνεντεύξεις και σε άλλες βιβλιοφιλικές ευκαιρίες, η Ευτυχία Γιαννάκη τολμάει μια βουτιά σε πολύ ιδιαίτερα νερά: αυτά της λογοτεχνίας για παιδιά. 
Το εικονογραφημένο βιβλίο  «Μυστήριο στη Λίμνη Λαμπίκο» με τον υπέρτιτλο «Πιτσιμπουίνοι – Τα πρώτα μου μυστήρια» είναι το πρώτο της σειράς με παιδικό «νουάρ».  (Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος σε εικονογράφηση Σοφίας Τουλιάτου)

Το «Μυστήριο στη Λίμνη Λαμπίκο» είναι φυσικά παιδικό βιβλίο αλλά μέσα στην παιδικότητα του έχει στο… παιδικό του όλα τα στοιχεία μιας νουάρ ιστορίας.

 

Ο ήρωας είναι ο Μικρός Μπλε, που είναι περίεργος και δεν μπορεί να μένει χωρίς απαντήσεις – όπως κάθε ντετέκτιβ που σέβεται τον εαυτό του.

Τα παιδιά μου δεν είναι πια σε ηλικία για να με ανεχτούν να τους διαβάζω, αυτό δηλαδή που αναζητούσαν ως μικρά παιδιά, αλλά όσο διάβαζα το βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη, ζούσα τη χαρά του μπαμπά που διαβάζει κάτι πολύ όμορφο στα παιδιά του κι εκείνα τον κοιτούν χαρούμενα ανακαλύπτοντας τον κόσμο της συγγραφέως μέσα από τις ολοζώντανες και εξίσου παιδικές (κι αυτό είναι παράσημο) εικόνες της Σοφίας Τουλιάτου.

Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο του Γιάννη Καφάτου στο viewtag.gr 

Ανακάλυψα τον Θανάση Σκρουμπέλο στο μπαρ «Αισθηματίες». Ένα ξημέρωμα κουβεντιάζοντας για βιβλία με τον Κώστα (Παντιώρα) μου είπε: «Διάβασε Μπλε Καστόρινα Παπούτσια». Του λέω: «Στείλε μου μήνυμα τώρα, γιατί με τόσα ποτά θα το ξεχάσω το πρωί». Κι όμως, την άλλη μέρα, Κυριακή ήταν, θυμόμουν τον τίτλο, τον έψαξα και τον παρήγγειλα στο Booktalks και τη Δευτέρα μπήκα στον κόσμο του Θανάση Σκρουμπέλου. Κι αφού τελείωσαν τα Μπλε Καστόρινα Παπούτσια, πήρα το Bella Ciao, τον Μαύρο ΜακεδόναΤα φίδια στον Κολωνό, και φυσικά τη Βέλβετ Παλμ (όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν από τον Τόπο-Μοτίβο Εκδοτική) για την οποία είχα γράψει εδώ στο viewtag.

Ο κόσμος στα βιβλία του Θανάση Σκρουμπέλου είναι τόσο αναγνωρίσιμος γιατί παίρνει θραύσματα της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας μας, αυτή που είτε αγνοούμε είτε λησμονούμε, και με τους ζωντανούς χαρακτήρες που φτιάχνει, τη γλώσσα που χρησιμοποιεί και την έντονη κοινωνική ματιά του δημιουργεί ένα σύμπαν άγριας οικειότητας.

 

Η συζήτησή μας ήταν εξίσου αποκαλυπτική για μένα όσο και τα βιβλία του. Θέλω να τονίσω ότι διάβασα τα βιβλία του, όλα μερικά χρόνια μακριά από την πρώτη ημερομηνία έκδοσης. Γεγονός που ενισχύει την άποψή μου ότι τα καλά βιβλία «σε βρίσκουν» ή τα βρίσκεις μακριά από λίστες ευπώλητων (όχι ότι είναι κακό να τις συμβουλεύεται κάποιος) ή το τρέχον μάρκετινγκ του «μόλις κυκλοφόρησε».

Προτείνω και πάλι σε κάθε αναγνώστη που θέλει να γνωρίσει μια Αθήνα που χάνεται στην εποχή της ανακαίνισης λόγω Airbnb, και κομμάτια της πολιτικής ιστορίας –κυρίως της αριστεράς– να αναζητήσει τα βιβλία του Θανάση Σκρουμπέλου.

Ειδικά στους «απόλυτους» που λένε, «Δεν διαβάζω Έλληνες συγγραφείς», προτείνω να σταματήσουν να είναι απόλυτοι και να ανακαλύψουν ιδιαίτερους τρόπους γραφής και ωραίες ιστορίες – ακόμη κι όταν αυτές είναι για σκληρές και πληγιασμένες καταστάσεις!

Τριακόσιες λέξεις… λογοδιάρροιας. Μάλλον ήθελα να μεταφέρω τον ενθουσιασμό μου.

Ο λόγος τώρα στον Θανάση Σκρουμπέλο!

Πώς μπορεί η λογοτεχνία να είναι φορέας ιστορίας;

Η λογοτεχνία έτσι κι αλλιώς ως παιδί της εποχής της κουβαλάει μέσα της την ιστορία του βιωμένου χρόνου και των βιωμάτων του συγγραφέα. Τίποτα, ούτε καν ο «φαντασιακός» λόγος δεν υπάρχει εν κενώ και έξω από τον χρόνο. Όλοι μας ως υπάρξεις είμαστε οχήματα ιστορίας και ως αυτόπτες και ως ακροατές της ιστορίας των άλλων. Η λογοτεχνία λοιπόν είναι έτσι κι αλλιώς φορέας της ιστορίας. Ακόμη και μια φάρσα, ακόμη και το πιο «ελαφρύ» κείμενο είναι όχημα ιστορίας της εποχής που γράφτηκε.

Γιατί η ιστορία μας ενώ είναι τόσο πλούσια σε πτυχές και υλικό είναι τόσο παραγκωνισμένη; Φταίνε οι πολιτικοί, φταίνε οι πρωταγωνιστές;

Όχι, δεν είναι παραγκωνισμένη η ιστορία. Όμως η ιστορία για να γίνει λογοτεχνία θέλει τον αναγκαίο χρόνο, την αναγκαία απόσταση από το ιστορικό γεγονός. Να χωνευτεί, να ζυμωθεί ώστε από πληροφορία να μετατραπεί σε πρώτη ύλη για πλάσιμο εικόνων, λόγου, χαρακτήρων, αφηγήματος, μύθου. Ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας ποτέ δεν είναι μονοδιάστατος ή πρωτογενής, είναι συμπίλημα πολλών, όχημα που μεταφέρει σκέψεις, πράξεις παραδειγματικές μιας ολόκληρης εποχής. Ακόμη και η δισδιάστατη φιγούρα του θεάτρου σκιών είναι πολυδιάστατο όχημα ιστορίας και πολιτισμού.

Ο λαός πόση ευθύνη έχει για την άγνοια της καθημερινής ιστορίας της πόλης που ζει, κινείται και δραστηριοποιείται;

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr

Πηγή: viewtag.gr

Η τρίτη σεζόν του TRUE DETECTIVE, της αστυνομικής τηλεοπτικής σειράς του HBO, μπορεί να μη φτάνει την εκπληκτική πρώτη σεζόν ποιοτικά, αλλά στέκεται δίπλα της, σχεδόν ισάξια, σβήνοντας από τη μνήμη μας την μετριότατη παρένθεση της δεύτερης σεζόν. Πέντε χρόνια έχουν περάσει από το 2014, από το πρώτο επεισόδιο της πρώτης σεζόν, και οι αναμνήσεις από τον ενθουσιασμό που είχε προκαλέσει η σειρά δεν έχουν σβήσει ακόμα. Προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν την επιτυχία της, οι συντελεστές της σειράς, επανήλθαν ένα χρόνο αργότερα, με την δεύτερη σεζόν, απογοητεύοντας τόσο πολύ το κοινό, που δεν περίμενα κάποια συνέχεια, ήρθε όμως η τρίτη σεζόν, να επαναφέρει τα πράγματα στη θέση τους.

Για όσους δεν γνωρίζουν, τι ακριβώς είναι το TRUE DETECTIVE (και ίσως θα πρέπει να σταματήσουν να διαβάζουν αυτό το κείμενο), να πω ότι η σειρά ακολουθεί το τυπικό μιας καθαρά αστυνομικής ιστορίας – ένας ή δύο ντετέκτιβ προσπαθούν να εξιχνιάσουν μια υπόθεση, πιο κοινότοπο (είναι η αλήθεια) δεν έχει.
Με αυτό το τρικ, ο ιδιοφυής δημιουργός της σειράς, σεναριογράφος και παραγωγός (αλλά και βραβευμένος συγγραφέας) Nick Pizzolatto, που σκηνοθετεί αρκετά επεισόδια σε όλους τους κύκλους, προκαλεί το αρχικό ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού, για να ανατρέψει τους κανόνες στην συνέχεια. Οι διάφορες σεζόν δεν έχουν κάποια συνεχόμενη πλοκή, ούτε έχουν ένα κοινό ήρωα, οπότε δεν χρειάζεται να παρακολουθήσεις την πρώτη σεζόν για να δεις τις υπόλοιπες, μπορεί κανείς να τις παρακολουθήσει αυτόνομα.

TRUE DETECTIVE 3 
 

Στην πρώτη σεζόν, οι δύο ντετέκτιβ (έξοχα ερμηνευμένοι από τους Μ. Μακόναχι και Γ. Χάρελσον) βρίσκονται στο κυνήγι ενός σίριαλ-κίλερ στη Λουιζιάνα που επανεμφανίζεται δεκαεπτά χρόνια μετά τον πρώτο φόνο. Στην δεύτερη σεζόν, η δράση μεταφέρεται στην Καλιφόρνια, σε μια μπερδεμένη ιστορία, διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα. Παρά την καλή σκηνοθεσία και τους γνωστούς σταρ που επιστρατεύτηκαν (Κ.Φάρελ, Ρ.Μακάνταμς και άλλοι), το μόνο που μπορεί να θυμηθεί κανείς, είναι μερικές ωραίες σκηνές και την υπερβολική βία.

Στην τρίτη σεζόν, εκεί που οι περισσότεροι είχαμε ξεχάσει την γεύση της πρώτης, γίνεται η έκπληξη – ο Πιτσολάτο μάλλον έμαθε από τα λάθη του, και άφησε στην άκρη τις υπερβολές και τους φθηνούς εντυπωσιασμούς της δεύτερης σεζόν, προσφέροντάς μας 8 υπέροχα επεισόδια, που θυμίζουν σε πολλά σημεία την σκοτεινή και γκόθικ ατμόσφαιρα της πρώτης σεζόν, με μια whodunit ιστορία, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα με πολλές ανατροπές, όπου δεσπόζει η μοναδική ερμηνεία του σπουδαίου Mahershala Ali.

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε τρείς χρονικές περιόδους, το 1980, το 1990 και το 2015, στα βόρεια της πολιτείας του Αρκάνσας, στην οροσειρά των Όζαρκς. Βαθιά Αμερική, με ότι αυτό συνεπάγεται, συντήρηση και ρατσισμός, μισαλλοδοξία και τσαμπουκάδες, φτώχεια και εγκατάλειψη, συνθέτουν ένα νοσηρό κλίμα που εντείνεται από μια υπόθεση εξαφάνισης δύο μικρών παιδιών για την οποία κανείς δεν άκουσε ή είδε τίποτα.

Η αρχή της ιστορίας είναι στο 1980, και τα δύο μικρά αδέρφια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, που βγαίνουν για μια βόλτα με τα ποδήλατά τους, δεν επιστρέφουν ποτέ σπίτι. Οι δύο ντετέκτιβ που αναλαμβάνουν την υπόθεση (ο Mahershala Ali και Stephen Dorff στους ρόλους), διαπιστώνουν ότι τα παιδιά ζούσαν σε μια ουσιαστικά διαλυμένη οικογένεια, με τον πατέρα αλκοολικό και μονίμως θυμωμένο, την μητέρα ουσιαστικά απούσα, και έναν περίεργο ξάδελφο να έχει φιλοξενηθεί για αρκετό καιρό στο σπίτι. Όταν το πτώμα του μικρού αδελφού βρίσκεται σε στάση προσευχής σε μια σπηλιά, οι έρευνες εντείνονται, όπως και οι πολιτικές πιέσεις να βρεθεί ο ένοχος. Η καχυποψία στη πόλη μεγαλώνει και όσο δεν βρίσκεται πουθενά κάποιο ίχνος της μικρής, ο εκνευρισμός είναι διάχυτος, ενώ κατά την διάρκεια των ερευνών, Ali γνωρίζει την δασκάλα των παιδιών (στον ρόλο η έξοχη και πολύ όμορφη Carmen Ejogo).

TRUE DETECTIVE 3

Το δεύτερο χρονικό πλαίσιο της δράσης, είναι το 1990 και ο Mahershala Ali, που είναι παντρεμένος με δύο μικρά παιδιά με την πρώην δασκάλα, καλείται να βοηθήσει στις έρευνες που ξαναζωντανεύουν μετά από δέκα χρόνια, καθώς ένα αποτύπωμα της εξαφανισμένης μικρής βρίσκεται σε μια απόπειρα ληστείας ενός μαγαζιού, ανατρέποντας την κοινή πεποίθηση ότι ήταν νεκρή. Ένα ακόμα ενδιαφέρον και πολύ σημαντικό στοιχείο της ιστορίας, είναι ότι η σύζυγος του Ali, έχει γράψει ένα επιτυχημένο βιβλίο με την ιστορία των εξαφανισμένων παιδιών, και τώρα μετά την αποκάλυψη ότι η μικρή είναι ζωντανή, ετοιμάζει την συνέχεια της ιστορίας. Ο Ali μετά τις άκαρπες αναζητήσεις του 1980 είχε φύγει από την “μονάδα σημαντικών εγκλημάτων”, σαν μιας μορφής υποβιβασμό, και τώρα, βρίσκει τον πρώην συνεργάτη του, να προΐσταται των ερευνών που θα πάρουν μια περίεργη τροπή, με τις σχέσεις των δύο συνεργατών και κάποτε καλών φίλων να χαλάνε οριστικά.

Σε τρίτο χρόνο, είναι πλέον το 2015, ο Ali έχει συνταξιοδοτηθεί, η σύζυγός του έχει πεθάνει και εκείνος πάσχει από αρχές αλτσχάιμερ. Ένα τηλεοπτικό συνεργείο, επανεξετάζει την υπόθεση που είναι ακόμα ανοιχτή και παίρνει συνέντευξη από τον Ali που προσπαθεί να θυμηθεί τα γεγονότα με την μνήμη του να χάνεται και να επανέρχεται. Είναι πλέον ένας γηραιός άνθρωπος που ζει με τα φαντάσματα του παρελθόντος, που την ζωή του έχει στοιχειώσει αυτή η υπόθεση και τώρα, στα τελειώματα, την βρίσκει μπροστά του ξανά.

Ακούγεται μπερδεμένο, αλλά δεν είναι. Σε κάθε επεισόδιο, παρακολουθούμε τις εναλλαγές των χρονικών περιόδων της ιστορίας, η οποία κορυφώνεται στο τελευταίο επεισόδιο με το υπέροχο και αμφίσημο φινάλε. Ο Mahershala Ali, ερμηνεύει ιδανικά, τον στιβαρό και σίγουρο πρώην ανιχνευτή του στρατού, με τον ρομαντισμό του 1980, τον δυναμισμό και τον εγωισμό του πανίσχυρου ντετέκτιβ του 1990, την αμηχανία από την αδυναμία του μυαλού να θυμηθεί, την θολή ματιά και την ήττα του 2015. Μέσα από την σωματική και διανοητική του ερμηνεία περνάει η ιστορία, με τα συνεχή πισωγυρίσματα, τα πισώπλατα μαχαιρώματα και τις ανατροπές καθώς όλες οι βεβαιότητες ανατρέπονται. Δίπλα του στέκεται επάξια, η Carmen Ejogo, που δεν είχα προσέξει ιδιαίτερα στην αρκετά πλούσια καριέρα της μέχρι τώρα.

Υπνωτιστική και σκοτεινή ατμόσφαιρα, η νύχτα που είναι πάντα υγρή, τοπίο όμορφο και σκληρό, μυστηριώδεις κούκλες που παραπέμπουν σε μυστικιστικές τελετές, αρκετά γκόθικ στοιχεία όπως και όπως και στην πρώτη σεζόν, αγωνία και οξύ κοινωνικό σχόλιο. Η ιστορία μπορεί να φαίνεται και ίσως είναι παραφορτωμένη σε σημείο να ξεστρατίζει και κάποιες φορές να πλατειάζει αλλά δεν χάνει το ενδιαφέρον και την γοητεία της ούτε λεπτό. Η σύγκριση με την πρώτη σεζόν, αναπόφευκτη αλλά το τελικό συμπέρασμα είναι πολύ θετικό, εγώ προσωπικά απόλαυσα το TRUE DETECTIVE 3 και πέρασα θαυμάσια μαζί του.

Πηγή: viewtag.gr

 

«Τα τάπερ της Αλίκης» της Έλενας Ακρίτα (εκδόσεις Διόπτρα) είναι το καινούργιο μυθιστόρημα της δημοσιογράφου και συγγραφέως που ήρθαν τη φετινή άνοιξη  με εικόνες και μυρωδιές μιας Αθήνας που χάνεται.

 

Εκείνο που δεν χάνεται όμως, και δίνει ακόμη μεγαλύτερη αξία στο βιβλίο είναι τα συναισθήματα των ηρωίδων του βιβλίου αλλά και τα μηνύματα κατά της βίας εναντίον των γυναικών και των ομοφυλόφιλων. Μη φανταστείς ότι πρόκειται για ένα βιβλίο –μανιφέστο από κάποιον που μας «κουνάει το δάχτυλο» – έχουμε γεμίσει από τέτοιους στην καθημερινότητά μας (και την πραγματική και την διαδικτυακή – κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης).

Η Έλενα Ακρίτα έχει γράψει ένα τρυφερό και συνάμα σκληρό κωμειδύλλιο με φόντο την Αθήνα των τελευταίων δεκαετιών. Μια πόλη που αλλάζει, και μαζί της αλλάζουν και οι άνθρωποι. Η οικονομική ευμάρεια και η  προσμονή του «καλύτερου» που ευαγγελίζονται οι πολιτικοί, και βλέπουν οι πολίτες κρύβει την σκληρότητα που υπάρχει και που επειδή ενοχλεί κάποιοι τη βάζουν κάτω από το χαλί. Η Έλενα σηκώνει αυτό το «χαλί» και περιγράφει το χάλι της διαπόμπευσης και των οδυνηρών σχέσεων που πολλές φορές γίνονται χάπια μιας απόπειρας αυτοκτονίας, ή μελανιές που προσπαθεί το θύμα να κρύψει άτσαλα με ένα φτηνό μέικαπ.

Οι ηρωίδες του έργου είναι περισσότερες από τους άνδρες, όμως το να κατατάξει κανείς το βιβλίο στην ετικέτα «γυναικεία λογοτεχνία» μάλλον είναι  μια ευκολία του κριτικού και σίγουρα αδικεί το τελικό αποτέλεσμα.

«Τα τάπερ της Αλίκης»  είναι μια παρέλαση όλων των εικόνων που κουβαλάει κάποιος άνω των 40 από την Αθήνα και  την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ως εικόνες αλλά και ως νοοτροπίες.  Και όλα αυτά γίνονται αβίαστα: μέσα από τις περιγραφές, τη γλώσσα και τους χαρακτήρες που έχει δημιουργήσει η Έλενα Ακρίτα. Κι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που κάνει το μυθιστόρημα ενδιαφέρον.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη, είναι η νονά της ηρωίδας του έργου – κι αυτό δεν είναι σπόιλερ. Το γράφει στο οπισθόφυλλο. Μαζί με την Αλίκη όμως περνάνε από τις σελίδες του μυθιστορήματος και άλλα τρομερά «παιδιά» του δημόσιου βίου.

Η Έλενα Ακρίτα με το δημοσιογραφικό της κριτήριο και το συγγραφικό της τάλαντο καταπιάνεται όμως , όπως ήδη ανέφερα, και με θέματα που ακόμη και σήμερα – πολύ πιο έντονα μάλιστα – απασχολούν ή πρέπει να απασχολούν κάθε σκεπτόμενο πολίτη:  τη βία στα σχολεία, την ενδοοικογενειακή  βία όπως αυτή εκφράζεται στις γυναίκες και στους ομοφυλόφιλους.

Τα πρόσωπα του βιβλίου είναι χαρακτήρες πραγματικοί με σάρκα και οστά – που κάποιους θες να τους χαστουκίσεις κι άλλους να τους δώσεις μια τρυφερή αγκαλιά. 
Ο λόγος της Ακρίτα, ένα κέντημα: Χιούμορ και σαρκασμού στα καλύτερά του, με μια αφήγηση που ρέει με πολύ γρήγορους ρυθμούς, σαν  βλέπεις ένα φλασμπακ σε timelapse – γρήγορη κίνηση!

Τελειώνοντας το βιβλίο σκέφτηκα κι εγώ τις επιδείξεις τάπερ στο σπίτι με τη μαμά και τις φίλες της. Και τις σκέψεις, και τα συναισθήματα που μένουν καταχωνιασμένα και πρέπει να βγουν, να πάρουμε παρέα τον άερά μας!

Γιάννης Καφάτος

Η φωτο είναι από το Facebook της Έλενας Ακρίτα

Δύο πολύ καλές ταινίες για την εφηβεία και τα προβλήματά της, από δύο καταξιωμένους κωμικούς του κινηματογράφους που στις πρώτες τους σκηνοθετικές απόπειρες εντυπωσιάζουν. Οι δύο ταινίες, είναι το MID90’s του Jonah Hill (ιδιαίτερα γνωστού ηθοποιού που διακρίνεται σε κωμικούς ρόλους αλλά ήταν και υποψήφιος για Όσκαρ Β ανδρικού δύο φορές για τις ωραίες του δραματικές ερμηνείες στο “Moneyball” και στον «Λύκο της Γουόλ στριτ» πριν μερικά χρόνια), και το EIGHTH GRADE του νεότατου (1990), Bo Burnham (κωμικού περισσότερο γνωστού από την τηλεόραση).

Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι στα 13 αποτελούν τους πρωταγωνιστές των δύο ταινιών, στο MID90’s είναι ο ατίθασος Stevιe με την εμφάνιση 10άχρονου, και στο EIGHTH GRADE είναι η Kayla, η άχρωμη μικρούλα που τελειώνει την Όγδοη τάξη και ετοιμάζεται για το γυμνάσιο. Και τα δύο παιδιά ζουν σε μονογονεϊκές οικογένειες, ο Stevie με την μητέρα και τον μεγαλύτερο αδερφό του, η Kayla με τον πατέρα της. Οι εμφανείς ομοιότητες σταματούν κάπου εδώ – εξάλλου μιλάμε για διαφορετικές εποχές που διαδραματίζονται (κάτι που παίζει ουσιαστικό ρόλο τελικά), υπάρχουν βέβαια τα κοινά στοιχεία λόγω ηλικίας των πρωταγωνιστών τους, αλλά ας δούμε αναλυτικότερα τις δύο ταινίες.

 

Στο πολύ σκληρό, θαυμάσιο, MID90’s, ο Jonah Hill σκηνοθετεί μια περίοδο από τη ζωή ενός παιδιού στα μέσα της δεκαετίας του ’90 (εποχή που κι ο ίδιος ήταν στα 13 του) στο Λος Άντζελες. Ο πρωταγωνιστής του, ο Stevie (έξοχος ο μικρούλης Sunny Suljic), υφίσταται καθημερινό μπούλινγκ από τον μεγαλύτερο αδερφό του, τον 18άχρονο Ian (σε άλλη μια φοβερή ερμηνεία ο Lucas Hedges) με πολύ ξύλο (πολύ όμως – στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας, ο Stevie προσκρούει με πολλή δύναμη στον τοίχο του διαδρόμου μετά από σπρώξιμο του Ian) – είναι μόνος του και προσπαθεί να ενταχθεί κάπου όπως όλοι οι έφηβοι, μόνο που τα κοινωνικά δίκτυα δεν είχαν ακόμα μπει στη ζωή τους/μας.

Περνάει άπειρες ώρες στον δρόμο, το ίνδαλμά του είναι ο αδερφός του που τον ξυλοκοπάει καθημερινά, θέλει να μάθει skateboard και καταφέρνει να μπει στην παλιοπαρέα (με την κυριολεκτική έννοια), κάποιων αρκετά μεγαλύτερών του skaters που στην αρχή τον αντιμετωπίζουν σαν γραφικό στοιχείο αλλά αργότερα του φέρονται σαν να είναι ο μικρός τους αδερφός. Μαζί τους ο Stevie (που δεν φοβάται τίποτα και χώνεται μέσα σ΄όλα), θα αλητέψει, θα δοκιμάσει το πρώτο του τσιγάρο, θα κάνει τα πρώτα του ναρκωτικά, θα κινδυνεύσει να συλληφθεί από την αστυνομία, θα μάθει επιτέλους skate, θα έχει την πρώτη του ερωτική (όχι σεξουαλική) εμπειρία. Συνηθισμένος (και σίγουρα εθισμένος) στον πόνο, θα αντιδράει με αυτοτραυματισμούς όταν στενοχωριέται, θα βρίσει σκιωδώς την μητέρα του απειλώντας την, θα τσαμπουκαλευτεί στον αποκαθηλωμένο πλέον από το βάθρο αδερφό του, θα είναι επιτέλους το cool τυπάκι που προσπαθούσε να γίνει με όποιες συνέπειες μπορεί να έχει αυτό…

 

Απόηχοι από το KIDS (την ταινία του Larry Clark από το 1995), κάποιες διασκεδαστικές σκηνές αλλά και πολλές βίαιες και πολύ σκληρές σκηνές, εξαίρετη μουσική υπόκρουση από το τρομερό δίδυμο Trent Reznor και Atticus Ross , το MID90’s εντυπωσιάζει με τον ρεαλισμό και τον δυναμισμό του και με τις «αλήθειες» που θέτει χωρίς συναισθηματισμούς στην οθόνη. Υπάρχουν σκηνές ανθολογίας (όπως αυτή με την απόπειρα σεξ) αλλά υπάρχουν και αρκετά σεναριακά μειονεκτήματα που όσο κυλάει η ροή της ταινίας γίνονται εμφανή.

Το σενάριο είναι το αδύναμο σημείο του MID90’s, το σενάριο είναι το δυνατό σημείο του υπέροχου EIGHTH GRADE, μιας ταινίας που δεν σε αφήνει να εφησυχάσεις σε κανένα σημείο τηπαρότι πλασάρεται ως «κωμωδία» μόνο τέτοια δεν είναι.

Η Kayla (τι ερμηνεία από την Elsie Fisher!), είναι μια άχρωμη και αδιάφορη εμφανισιακά έφηβη, που ζει με τον πατέρα της στην πολιτεία της Ν.Υόρκης. Είναι αρχή του καλοκαιριού του 2017 και το δημοτικό σχολείο (στην Αμερική το δημοτικό είναι οκτατάξιο) τελειώνει, κι εκείνη συνειδητοποιεί την τεράστια μοναξιά της, κι όπως γράφει στο ημερολόγιο της «πρέπει να βρει κολλητούς», «πρέπει να βρει γκόμενο». Η Kayla νιώθει την ανάγκη να μπει σε παρέες αλλά είναι δειλή, έχει το κανάλι της στο youtube (το οποίο κανένας δεν βλέπει), που δίνει συμβουλές αυτοπεποίθησης σαν να μιλάει στον καθρέφτη της, ζει συνεχώς με το κινητό της σε λειτουργία, τραβώντας άπειρες selfies, ακούγοντας μουσική όταν τρώει, φρικάροντας συνέχεια με τον (συμπαθέστατο αλλά μάλλον χαζοχαρούμενο και πολύ αγχωμένο) πατέρα της, που μάταια προσπαθεί να την πλησιάσει – ενδεικτικές οι δύο σκηνές, στη μία κάθονται να φάνε και τον αγνοεί επιδεικτικά παίζοντας με το κινητό της, στην άλλη σκηνή, βρίσκονται στο αμάξι και του ουρλιάζει να μη της απευθύνει τον λόγο. Οι προσπάθειές της για κοινωνικοποίηση αποτυγχάνουν, ακολουθεί μάταια προσπαθώντας να φλερτάρει τον “ωραίο” της τάξης, αλλά όλοι συνεχίζουν να την αγνοούν εντείνοντας το άγχος και την απελπισία της.

Διαβάστε όλο το άρθρο στο viewtag.gr 

Από τον Γιάννη Καφάτο 

 

Τα ονόματα με αλφαβητική σειρά: Νάσος Ηλιόπουλος, Κώστας Μπακογιάννης. 
Δύο αντίπαλοι στη μάχη για να κερδίσουν την ψήφο των Αθηναίων. Και οι δύο θέλουν να γίνουν δήμαρχοι. 
Ήταν πολύ θετικοί σ’ αυτο το ιδιότυπο «debate» για το viewtag.gr
Η διάθεσή μου ήταν να γνωρίσουμε τους δύο υποψηφίους και ελπίζω να το δείτε αυτό στις απαντήσεις που πολύ ευγενικά δέχτηκαν να μου δώσουν. 
Το “παιχνίδι” ήταν απλό: Ίδιες ερωτήσεις και στους δύο. 
Το βαρύ πρόγραμμα όλων μας ήταν μονοδρομος οπότε οι ερωτήσεις και απαντήσεις στάλθηκαν μέσω μέιλ και γι’ αυτό δεν υπάρχει συνέχεια σε θέματα που θίγουν.

 

Πάμε λοιπόν να …ακούσουμε τους δύο υποψηφίους Δημάρχους να μιλάνε για την δική τους Αθήνα, αλλά και ο ένας για τον άλλον.

Ποια είναι η πιο παλιά σας ανάμνηση περπατώντας στην Αθήνα;

Νάσος Ηλιόπουλος:
Οι τούμπες με το ποδήλατο που είχα πάρει δώρο για τα Χριστούγεννα και η μπάλα μέχρι εξάντλησης στο παρκάκι πίσω από τα σχολεία στη γειτονιά μου στα Κάτω Πατήσια. Περνάω ακόμα από εκεί και βλέπω ότι ο δήμος έχει βάλει εμπόδια που δεν επιτρέπουν το παρκάρισμα, αλλά δυστυχώς την ίδια στιγμή δεν επιτρέπουν το παιχνίδι.

Κώστας Μπαγκογιάννης:
Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ήταν, αλλά μια χρονιά, δεκαετία 80, είχε ρίξει χιόνι μέσα στην Αθήνα και τελευταία στιγμή μας είπαν ότι δεν θα έχουμε σχολείο. Εμείς όμως είχαμε ήδη κατέβει στη στάση του σχολικού με την αδερφή μου και μας θυμάμαι με τις σάκες, να τρέχουμε μέσα στα στενά του Παγκρατίου, γύρω από την πλατεία Προσκόπων, ήταν και πρωί, λίγο σκοτεινά, με τα πρώτα φώτα της πόλης να ανάβουν. Λόγω χιονιά (που δεν είμασταν μαθημένοι), δεν είχε και πολλά αυτοκίνητα, οι άνθρωποι μου φαινόταν ότι όλοι χαμογελούσαν και υπήρχε μια αίσθηση ελευθερίας τρομερή!

Ποιο τραγούδι όταν το ακούτε σας θυμίζει την Αθήνα και πώς αποκτήσατε αυτόν τον «σύνδεσμο»;

Νάσος Ηλιόπουλος:
Το καλοκαίρι του 2000 εγώ τελείωνα το σχολείο και οι Radiohead έφταναν στην Αθήνα για τις δύο συναυλίες στον Λυκαβηττό. Με την παρέα μου είχαμε κανονίσει την πρώτη μέρα να ανεβούμε στα βραχάκια και τη δεύτερη να έχουμε εισιτήριο. Θυμάμαι ότι η εικόνα με όλους εμάς σκαρφαλωμένους έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση στο γκρουπ, που τη δεύτερη μέρα αφιέρωσαν το Karma Police στους ανθρώπους των βράχων. Ξέρω ότι είναι κάπως παράξενος ο συνειρμός, αλλά από τότε αυτό είναι το αθηναϊκό μου τραγούδι!

Κώστας Μπακογιάννης:
«Αυτή που περνάει» του Φοίβου Δεληβοριά. Όχι μόνο για την περιγραφή της πόλης, αλλά κυρίως για αυτόν τον κορυφαίο στίχο «ομορφαίνεις βάδισμά μου την Αθήνα».  Που όταν πρωτοβγαίναμε με τη Σία και πηγαίναμε σε διάφορα μέρη στο κέντρο, όταν την έβλεπα να έρχεται αυτό τον στοίχο σκεφτόμουν. Γιατί τελικά, μια πόλη είναι οι άνθρωποί της, οι άνθρωποι που αγαπάμε και όσα ζούμε μαζί τους μέσα σ’αυτή. Στιγμές είναι η πόλη, κι εμείς εδώ, απλώς να τις ντύσουμε λίγο καλύτερα προσδοκούμε τελικά.

Ποιες είναι σήμερα οι βασικές πιάτσες πρέζας στην Αθήνα, τις έχετε περπατήσει, και τι οργανώνετε ώστε να λύσετε το πρόβλημα αυτό;

Νάσος Ηλιόπουλος:
Ξέρω την απάντηση γιατί περπατάω από παιδί στην πόλη. Ξέρω την πλατεία Βάθης, τα στενά της Ομόνοιας, το Μεταξουργείο, το παρκάκι της Νομικής. Και η εικόνα που έχω, ενδυναμώνει την πεποίθησή μου ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε στο δρόμο της καταστολής που οδηγεί απλά σε χωρική μετάθεση της πιάτσας κάθε τόσο. 
Ξέρω επίσης ότι ο Δήμος, κανένας Δήμος, από μόνος του δεν αρκεί. Αλλά ο Δήμος μπορεί να κάνει πολλά. Η Ανοιχτή Πόλη, η παράταξη την οποία εκπροσωπώ, έχει καταρτίσει εδώ και χρόνια ένα ολοκληρωμένο σχέδιο παρέμβασης για την αντιμετώπιση του προβλήματος της ουσιοεξάρτησης βασιζόμενο και στην διεθνή εμπειρία. 
Τα βήματα είναι συνδυαστικά και ξεκινάμε από την πρόληψη μέσω ενημέρωσης, τη δουλειά στο δρόμο (street work) με στόχο την καταγραφή και τη συστηματική επαφή με τους χρήστες, την οριοθέτηση χώρων εποπτευόμενης χρήσης, τη δημιουργία ξενώνων βραχείας φιλοξενίας ιδιαίτερα για χρήστες που είναι και άστεγοι και καταλήγουμε σε προγράμματα κοινωνικής ένταξης με στόχο την επανασύνδεση με το εκπαιδευτικό σύστημα και την ένταξη στην εργασία. 
Θα επιμείνω στους χώρους εποπτευόμενης χρήσης: είναι μέτρο που διασφαλίζει την αξιοπρέπεια των τοξικοεξαρτημένων, εμπεδώνει την ασφάλεια των πολιτών και θέτει όρια στην σημερινή προβλητική εικόνα με τις πιάτσες.

Κώστας Μπακογιάννης:
Πριν από λίγους μήνες, πήγαμε με την οργάνωση steps χαμηλά στην Χαλκοκονδύλη και στην Ιάσωνος…  Είναι τετριμμένο προφανώς αυτό που θα πω, αλλά γύρισα άρρωστος. Μου πήρε καιρό να συνέλθω και για να σας είμαι ειλικρινής, αρκετά πράγματα, ακόμα και στην ανατροφή των παιδιών μου, τα είδα διαφορετικά.

Ας ξεκινήσω από το προφανές: ας διαχωρίσουμε επιτέλους, στα κεφάλια μας πρωτίστως, την αντιμετώπιση του εμπόρου από το ανθρώπινο ράκος που είναι ο χρήστης. Εμείς πιστεύουμε ότι η στρατηγική του Δήμου για τα ναρκωτικά πρέπει να τοποθετεί στο επίκεντρό της τον χρήστη. Γι αυτό και προτείνουμε την δημιουργία κλειστών ελεγχόμενων χώρων χρήσης, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση του street work, την διασύνδεση του χρήστη με τις κοινωνικές και νοσοκομειακές υπηρεσίες που χρειάζεται (και η συνοδεία του σε αυτές) καθώς και την υποστήριξή του για την έκδοση των απαιτούμενων εγγράφων. 
Μπορούμε επίσης να βοηθήσουμε πολύ ως δήμος στη δημιουργία δομών φιλοξενίας άστεγων χρηστών. Αυτές είναι μόνο κάποιες από τις πολλές πρωτοβουλίες που θέλουμε να πάρουμε.
Ζούμε στη μόνη ευρωπαϊκή χώρα που δεν έχει εθνική στρατηγική στο θέμα των ναρκωτικών. Και είναι λόγος παραπάνω να αποκτήσουμε ως Δήμος.  Σύμφωνα με τις τελευταίες μελέτες, η Αθήνα αντιμετωπίζει το πρόβλημα αυτό περισσότερο από κάθε άλλη πόλη.

Οι πεζόδρομοι της Αθήνας, δε λέω του κέντρου (της μόστρας) είναι πολύ ρυπαροί. Αν μάλιστα είναι πεζόδρομοι με σκάλες η κατάσταση είναι θλιβερή για τους περαστικούς άθλια για τους μόνιμους κατοίκους. Πώς θα καθαρίσετε την πόλη;

Νάσος Ηλιόπουλος:
Εχετε δίκιο και τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Οι πεζόδρομοι είναι μια ψηφίδα της ακόλουθης εικόνας: η Αθήνα θα έπρεπε να ανακυκλώνει το 75%, αλλά ανακυκλώνει μόλις το 5% των απορριμμάτων της, ενώ την ίδια στιγμή στέλνει το 92% των απορριμμάτων της στη χωματερή της Φυλής η οποία κλείνει το 2020. 
Αν δεν δράσουμε άμεσα, όταν κλείσει η Φυλή, η σημερινή εικόνα θα φαντάζει  ειδυλλιακη. Το κύριο είναι να δράσουμε γρήγορα και αποτελεσματικά, έχοντας στόχο τη ριζική αλλαγή του μοντέλου διαχείρισης που επικρατεί έως τώρα. 
Πρώτον, η Αθήνα πρέπει άμεσα -χτες αν θα ήταν δυνατό- να αποκτήσει σύγχρονο τοπικό σχέδιο διαχείρισης απορριμμάτων. 
Δεύτερον, άμεση ενίσχυση των υπηρεσιών καθαριότητας σε εξοπλισμό και σε προσωπικό. 
Τρίτον, πρόγραμμα ανακύκλωσης και διαλογής στην πηγή που να λειτουργεί και να εκτείνεται στα βιολογικά απόβλητα με κομποστοποίηση.
Τέταρτον, μικρά και μεγάλα πράσινα σημεία εντός των ορίων του Δήμου για τη συλλογή συσκευών, επίπλων και αντικειμένων.

Κώστας Μπακογιάννης:
Πάμε λοιπόν. Σαράντα χρόνια τώρα συζητάμε το ίδιο θέμα! Δεν μπορεί να φταίνε πάντα τα πρόσωπα. Ας έχουμε το κουράγιο να πούμε επιτέλους ότι μπορεί να φταίει και το σύστημα. 
Η καθαριότητα των πεζοδρομίων συγκεκριμένα, είναι ένα πολύ ωραίο παράδειγμα όπου θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά η σύμπραξη του ιδιωτικού με τον δημόσιο τομέα. 
Και να τα πούμε ευθέως: να κρίνεσαι και να ΠΛΗΡΩΝΕΣΑΙ από το πόσες τσίχλες έχεις ξεκολλήσει (τρόπος του λέγειν προφανώς, μην αρχίσουμε τώρα) και το πόσο καθαρά είναι τα πεζοδρόμια. Συγκεκριμένα πράματα.  Το ίδιο ισχύει και για τους τοίχους, τα πάρκα και τους κάδους. 
Ας βοηθήσουμε τους ανθρώπους της καθαριότητας στο Δήμο να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους, δίνοντάς τους όλα τα εργαλεία που υπάρχουν. Χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες.

Πώς θα πείσετε τους ψηφοφόρους ότι είστε εδώ για την πόλη και όχι ως αντιπρόσωποι των δύο μεγάλων κομμάτων;

Ηλιόπουλος Vs Μπακογιάννης

Νάσος Ηλιόπουλος:
Αντιλαμβάνομαι ότι με ρωτάτε αν ενδιαφέρομαι όντως να ασχοληθώ με την πόλη ή απλά τη βλέπω σαν το επόμενο σκαλί σε μια πολιτική καριέρα. Ξέρετε, η δική μου πορεία είναι η αντίστροφη από τη συνηθισμένη: έφυγα από την κυβέρνηση για να έρθω στο Δήμο. Και το έκανα αυτό διότι η Αθήνα είναι το σπίτι μου και με πληγώνει να βλέπω τους κατοίκους της να τη θεωρούν χαμένη υπόθεση. Γιατί την ίδια στιγμή που έχει τόσα προβλήματα, ξέρω ότι έχει και απεριόριστες δυνατότητες. Αλλά για να τις ξεκλειδώσει κανείς τις δυνατότητες αυτές απαιτείται χρόνος. 
Είμαι λοιπόν εδώ για την πόλη και τους ανθρώπους της και θα συνεχίσω να είμαι για όσο χρειαστεί μέχρι να κάνω την Αθήνα μια σύγχρονη ευρωπαϊκή μητρόπολη που προσφέρει περισσότερα στους ανθρώπους της.

Κώστας Μπακογιάννης: 
Ας μιλήσει ο καθένας για τον εαυτό του. Σε ο,τι με αφορά μπορεί να κοιτάξει την πορεία μου των τελευταίων δέκα ετών. Οι πράξεις μας μιλούν καλύτερα από τα λόγια. Εχω πάντα συγκροτήσει υπερκομματικά ψηφοδέλτια, δεν ρωτάω κανέναν τι ψηφίζει, αρκεί να κάνουμε τη δουλειά μας και 8 στις 10 αποφάσεις στην Περιφέρεια παίρνονται με διευρυμένες πλειοψηφίες. Δεν κοιτάω ποτέ αν μια πρόταση είναι αριστερή ή δεξιά. Κοιτάω αν είναι αποτελεσματική για αυτό που καλούμαστε να κάνουμε. 
Η τοπική αυτοδιοίκηση έχει υποφέρει από την «κοματίλα». Πολύ. Και ο ρόλος του Δημάρχου είναι να είναι Δήμαρχος όλων. Γι αυτό και λέγεται Δήμος Αθηναίων και όχι Δήμος Αθήνας. Αυτή είναι και η μεγάλη του διαφορά από την κεντρική πολιτική σκηνή. Για τα υπόλοιπα, ρωτήστε τους υπουργούς.

Το Πεδίον του Άρεως (ναι, δεν ανήκει τυπικά στο δήμο αλλά οι δημότες θα έπρεπε να το χαίρονται) είναι ευκαιρία για εσάς ή μια πληγή που απλώς πρέπει να την επουλώσετε;

Νάσος Ηλιόπουλος:
Είμαι ο τελευταίος που θα κρυφτεί πίσω από αρμοδιότητες αν πρέπει να λυθεί κάποιο πρόβλημα προς όφελος των Δημοτών της Αθήνας. Ας δούμε όμως και την άλλη όψη.
Ο λόφος του Στρέφη, ένας χώρος πρασίνου που βρίσκεται 100% στην αρμοδιότητα του Δήμου Αθηναίων είναι σήμερα ένας από τους πιο παρατημένους δημόσιους χώρους της πόλης. Φανταστείτε ότι φεύγει χώμα από τον λόφο όχι μόνο όταν βρέχει αλλά ακόμη και όταν φυσάει! 
Ο Δήμος λοιπόν πρέπει να ξεκινήσει από τους χώρους που βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία του και να τους αξιοποιεί προς όφελος των κατοίκων του. Όσον αφορά το Πεδίο του Άρεως τώρα, από μια περιοχή η οποία αποτελούσε «μαύρη τρύπα» στο κέντρο της Αθήνας, πλέον έχει ξαναγίνει ένας χώρος πρασίνου και αναψυχής που μπορούν να τον απολαμβάνουν η γειτονιά και ολόκληρη η πόλη χάρη στο συντονισμένο σχέδιο που υλοποίησε η Περιφέρεια μαζί με τους συναρμόδιους φορείς. 
Ως μελλοντική Δημοτική Αρχή θα ήμουν πολύ ευχαριστημένος αν θα μπορούσαμε με συνδυαστικές δράσεις πολιτισμού, και αθλητισμού να συνεισφέραμε και εμείς στην αναγέννηση αυτού του εμβληματικού χώρου για την Αθήνα.

Κώστας Μπακογιάννης:
Είναι τρομερή ευκαιρία για μας,  και γι αυτό πιστεύω ότι πρέπει να περιέλθει στη δικαιοδοσία του Δήμου Αθηναίων, όπως άλλωστε και όλοι οι χώροι πρασίνου, οι δρόμοι και οι νησίδες, οι οποίοι βρίσκονται μέσα στα όρια του Δήμου Αθηναίων αλλά υπάγονται είτε στο κεντρικό κράτος είτε στην Περιφέρεια.

Τέρμα με το μπαλάκι των ευθυνών που στο τέλος δεν φταίει ποτέ κανείς. Αυτό είναι μια βασική διεκδίκησή που έχουμε από το κεντρικό κράτος και στην οποία θεωρώ ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι.

Αν σας ρωτούσε έναν φίλος σας από το εξωτερικό, που έρχεται στην Αθήνα για να μείνει ένα διάστημα , σε ποιες  περιοχές  θα του συστήνατε να μείνει και ποιες  να αποφύγει και γιατί; 

Νάσος Ηλιόπουλος:
Θα του πρότεινα να επιλέξει μια από τις γειτονιές της «πίσω αυλής» της Αθήνας. Θα τον καλούσα σίγουρα στη γειτονιά μου, τα Κάτω Πατήσια. Νομίζω ότι εκεί μπορεί να δει κανείς πιο έντονα τις αντιφάσεις αυτής της πόλης, τις ομορφιές αλλά και τα αδιέξοδά της. Να δει την ιδιαιτερότητα των μικτών χρήσεων, με την συνύπαρξη τόσων διαφορετικών δραστηριοτήτων που αποτελεί πλούτο για μια γειτονιά. Δε θα του έλεγα να αποφύγει κάτι αν και σίγουρα δε θα χαιρόμουν να βιώσει την Αθήνα σαν μια Disneyland βραχυχρόνια μίσθωσης όπως τείνουν να εξελιχθούν δυστυχώς κάποιες γειτονιές της. 

Ηλιόπουλος Vs Μπακογιάννηςhttps://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag-360x270.jpg 360w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag-30x23.jpg 30w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag-678x509.jpg 678w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag-326x245.jpg 326w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag-80x60.jpg 80w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag.jpg 1024w" data-lazy-sizes="(max-width: 540px) 100vw, 540px" srcset="https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag-540x405.jpg 540w, /https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag-360x270.jpg 360w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag-30x23.jpg 30w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag-678x509.jpg 678w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag-326x245.jpg 326w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag-80x60.jpg 80w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/03/Bakogiannis-Viewtag.jpg 1024w" sizes="(max-width: 540px) 100vw, 540px" style="margin:0px;padding:0px;font:inherit;vertical-align:bottom;border-radius:5px;max-width:100%;height:auto">

Κώστας Μπακογιάννης:
Κάθε γειτονιά της Αθήνας έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και τις ομορφιές της. Προσωπικά αγαπώ πολύ το Παγκράτι γιατί εκεί μεγάλωσα και τώρα έχει «ανθίσει» μοναδικά. Αλλά βεβαίως δεν μπορεί να μην πάει βόλτα στη Πλάκα και στην πλατεία Αγ. Ειρήνης. Για να μην μιλήσουμε για τα όμορφα Πετράλωνα και το Κουκάκι.  Και το δυστύχημα αυτής της ερώτησης είναι αν εξαιρέσω το θέμα της ασφάλειας, θα του έλεγα κυρίως να πάει στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της πόλης για να δει τι είναι η Αθήνα πραγματικά σήμερα. Διότι αυτές οι περιοχές,  έχουν πολύ συχνά, εκπληκτικά κτίρια,  πολύχρωμες γωνιές, πρωτοποριακή τέχνη και πεντανόστιμα στέκια. Γιατί η Αθήνα είναι οι άνθρωποί της και οι άνθρωποί της δεν έχουν παραιτηθεί. Ούτε αυτοί που ήταν, ούτε αυτοί που ήρθαν. Και αυτή είναι η μαγεία της.

Αν είχατε ένα παιδί δώδεκα ετών , θα το αφήνατε να κυκλοφορήσει μόνο του στις 7:00 το απόγευμα , στον Άγιο Παντελεήμονα, στα Εξάρχεια, στον Βοτανικό;

Νάσος Ηλιόπουλος:
Κοιτάξτε, το να περιπλανιέται ένα δωδεκάχρονο παιδί σε περιοχές που δεν ξέρει είναι επικίνδυνο σε οποιαδήποτε πόλη του κόσμου. Αλλά  αν καταλαβαίνω σωστά με ρωτάτε για το ζήτημα της ασφάλειας. Αντιλαμβάνομαι ότι πολλοί κάτοικοι της Αθήνας δε νιώθουν ασφαλείς. 
Και αυτό είναι πρόβλημα και του δημάρχου γιατί μια πόλη με φοβισμένους ανθρώπους δεν μπορεί να ναι μια δημοκρατική πόλη. Και επειδή ασφαλείς γειτονιές είναι οι ζωντανές γειτονιές, δεσμεύομαι για μια σειρά από δράσεις που θα ζωντανέψουν τις γειτονιές, ενίσχυση του ηλεκτροφωτισμού, κίνητρα για εμπορικές χρήσεις, κοινωνική κατοικία και πολιτιστικές εκδηλώσεις σε κάθε διαμέρισμα.

Και φυσικά καμιά ανοχή στις μαφίες και στις παραβατικές συμπεριφορές.

Κώστας Μπακογιάννης:Μάλλον όχι. Εσείς; Αν και όλες οι γειτονιές που αναφέρατε δεν είναι ίδιες, ούτε έχουν τα ίδια προβλήματα. Μην τα μπερδεύουμε όλα. Ο Βοτανικός και τα Εξάρχεια π.χ. δεν είναι το ίδιο. 
Αν μιλάμε ωστόσο για το θέμα της εγκληματικότητας συνολικά, θα σας πω ότι πρώτα απ’όλα δεν πρέπει να ομφαλοσκοπούμε. Υπάρχει πολύ μεγάλο θέμα ασφάλειας στην Αθήνα και αυτή είναι μια μεγάλη διαφορά με το παρελθόν. 
Ο Δήμος μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός, κυρίως στο θέμα της πρόληψης. Μια πόλη φωτισμένη και καθαρή, μια πόλη με ευκαιρίες ανάπτυξης στην κάθε γειτονιά ξεχωριστά, είναι μια πόλη φιλική στον κάτοικο και τον επισκέπτη και εχθρική στην εγκληματικότητα. 
Ταυτόχρονα, να αναβαθμίσουμε τον ρόλο της δημοτικής αστυνομίας και να τις δώσουμε τα μέσα που χρειάζεται -ηλεκτρονικά και άλλα-  ώστε να μπορεί σε συνδυασμό με την ελληνική αστυνομία να λειτουργήσει σωστά.

Και «μια ερώτηση» …δέσμης: Αν η Αθήνα ήταν 
α) Ταινία, ποια;

Νάσος Ηλιόπουλος:
Θα διάλεγα εύκολα τον σκηνοθέτη και όχι την ταινία. Η Αθήνα θα μπορούσε να είναι μια ταινία του Woody Allen με τη γοητεία της να κρύβεται στις αντιφάσεις των χαρακτήρων και της ίδιας της πόλης. Συχνά, και δικαίως, γκρινιάζουμε για την πόλη μας και την ίδια στιγμή απολαμβάνουμε τη γλυκύτητά της. Είμαι σίγουρος ότι ο Allen κάτι θα σκάρωνε πάνω σε αυτό. Σίγουρα πάντως η Αθήνα δεν μου θυμίζει τον Batman. Δε ζούμε στη Gotham City όσο και αν κάποιοι θέλουν να μας πείσουν για αυτό.

Κώστας Μπακογιάννης:
Το Σινεμά ο Παράδεισος

β) Βιβλίο;

Νάσος Ηλιόπουλος:
“Οι αόρατες πόλεις” του Ίταλο Καλβίνο. Για τις πολλές ταυτότητες, τις αθέατες όψεις και τα διαδοχικά στρώματα χρονότοπων που έχει η Αθήνα.  


Κώστας Μπακογιάννης:
Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων

γ) Θετική σκέψη. Ποια;

Νάσος Ηλιόπουλος:
Η σκέψη που κάνεις μετά από μια δύσκολη μέρα ότι παρά τις αναποδιές και την απογοήτευση μπορείς να πάρεις τα πράγματα από την αρχή, για αυτό κιόλας το σύνθημα μας: Αθήνα από την αρχή!


Κώστας Μπακογιάννης:
Ολα γίνονται.

Ποιο είναι το στέκι σας στην Αθήνα;

Νάσος Ηλιόπουλος:
Τον καιρό που ήμουν στο ΣΕΠΕ και το Υπουργείο Εργασίας ανακάλυψα το περίφημο «2 γουλιές και 2 μπουκιές». Εκεί, πέρα από τον εξαιρετικό καφέ, εκτίμησα το φιλόξενο κλίμα και την απαγόρευση του καπνίσματο. Συχνάζω λοιπόν εκεί όποτε βρίσκω λίγο χρόνο μέσα στη μέρα μεταξύ των συναντήσεων και υποχρεώσεων, και πάντα με δικαιώνει. 

Κώστας Μπακογιάννης:
Το Ιτ

Ποιο είναι το μεγαλύτερο προτέρημα του αντιπάλου σας;

Νάσος Ηλιόπουλος:
Αναγνωρίζω ότι ο κύριος Μπακογιάννης είναι συνεχιστής μια μακράς παράδοσης με μεγάλη εμπειρία στην πολιτική και στη διαχείριση των κοινών.
Ίσως βέβαια αυτό να είναι ταυτόχρονα και μειονέκτημα γιατί δεν είμαι σίγουρος ότι έχει καταφέρει να πείσει πως η δημαρχία της Αθήνας είναι κάτι παραπάνω από ένα σκαλοπάτι στα πλαίσια ενός οικογενειακού πολιτικού προγραμματισμού.

Κώστας Μπακογιάννης:
Είναι νέος και ευγενής.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο δικό σας πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου σας;

Νάσος Ηλιόπουλος:
Ότι κάθε πρωί που βγαίνω από το σπίτι μου συναντώ τους πραγματικούς κατοίκους της πόλης. Τους ξέρω και με ξέρουν. Δε ξέρω την Αθήνα από την τηλεόραση αλλά από πρώτο χέρι. Δεν έχω δει τη βιτρίνα, αλλά την λεγόμενη «πίσω αυλή» της και ξέρω τις πραγματικές ανάγκες και προβλήματα των ανθρώπων της. 

Κώστας Μπακογιάννης:
Ξέρω από Τοπική Αυτοδιοίκηση. Από την καλή και την ανάποδη, και το έχω κάνει πετυχημένα με πολλές διαφορετικές κυβερνήσεις.

Πώς σκέφτεστε τον εαυτό σας σε πέντε χρόνια;

Νάσος Ηλιόπουλος: 
Είναι παράξενο, αλλά η εμπειρία της κρίσης μας σήμανε, μεταξύ άλλων, τη συρρίκνωση της δυνατότητάς μας να σκεφτόμαστε μακροπρόθεσμα. Σκεφτόμασταν όλοι και όλες μας “μέρα με τη μέρα”. 
Σήμερα νιώθω ότι αυτό έχει αλλάξει. Σε πέντε χρόνια λοιπόν θα ήθελα να είμαι ο δήμαρχος Αθήνας που ανανέωσε την πόλη μέσα από την εμπέδωση της ανακύκλωσης, τον ολοκληρωμένο ηλεκτροφωτισμό, την ίδρυση δημοτικής συγκοινωνίας και την ανάπτυξη της κοινωνικής κατοικίας για νέους Αθηναίους. 
Και ξέρετε κάτι; Μόλις τα καταφέρουμε αυτά, θα πρέπει και πάλι να σκεφτούμε την Αθήνα από την αρχή. Αλλά θα είναι μια άλλη Αθήνα.

Κώστας Μπακογιάννης:
Να σας πω αυτό που θα ήθελα, διότι ως γνωστόν, όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια ο Θεός γελάει. 
Θα ήθελα να είμαι στη δεύτερη θητεία μου, να έχουμε αντιμετωπίσει πλέον τα προβλήματα της καθημερινότητας και να ξεκινάμε να υλοποιούμε τα μεγάλα.

Γιάννης Καφάτος

Ένα μεγάλο ευχαριστώ για τη βοήθεια από τους συναδέλφους μου: Σωτήρη Ξενάκη από το επιτελείο του Κώστα Μπακογιάννη και Κώστα Ταχτσίδη από το επιτελείο του Νάσου Ηλιόπουλου – κι εδώ αλφαβητικά!)

Μέσα στον σωρό των ταινιών που βγαίνουν στις κινηματογραφικές αίθουσες, και τον καταιγισμό δήθεν “αριστουργημάτων”, και ψεύτικων “διαμαντιών” που “πρέπει όλοι να δουν”, ξεχωρίζουν δύο ταινίες που δεν προσέχτηκαν ιδιαίτερα από το πλατύ κοινό (εν μέρει αναμενόμενο γιατί διακρίνονται για την εσωτερικότητα τους), όταν βγήκαν στις αίθουσες και μόνο οι συνεπείς σινεφίλ τις πρόσεξαν και σιγά σιγά μιλάνε γι’ αυτές. Πως όμως να μην εντυπωσιαστείς από τις έξοχες  “ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ” (“First Reformed”) του βετεράνου σκηνοθέτη και σεναριογράφου Paul Schrader και το υπέροχο “Η ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΣ” (“The Kindergarten Teacher”) της νεότατης σκηνοθέτιδας Sara Colangelo. Διαφορετικές ως προς την θεματική τους, οι δύο ταινίες ξεχωρίζουν για την υπαινικτικότητά τους, την στιβαρή σκηνοθετική τους ματιά αλλά και (ίσως κυρίως), για τις μοναδικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών τους.

 

Στο “First Reformed” (ατυχέστατος ο ελληνικός τίτλος “Ακρότητες”) ο αντιφατικός και άνισος σκηνοθέτης (που μόνιμα αδικεί τον εαυτό του και τις ικανότητές του), και σεναριογράφος Paul Schrader – που έχει σκηνοθετήσει ταινίες σαν το “Mishima” και το “Hardcore” αλλά και απίστευτες μπαλαφάρες όπως το “Dog eat dog” (“Τελευταία αρπαχτή” – κυριολεκτικά όμως) και “Canyons”, και έχει γράψει εμβληματικά σενάρια όπως αυτό, του “Ταξιτζή” και του “Οργισμένου ειδώλου” αλλά και “τέρατα” όπως το “Dying of the light” (“Μέχρι τέλους”) – φτιάχνει μια χαμηλότονη και σπαρακτική ταινία που παραπέμπει στο σινεμά του Μπρεσόν και του Ντράγιερ (σκηνοθετών που επηρέασαν πολύ τον Σρέιντερ). Η θεματική του Σρέιντερ δεν έχει αλλάξει με τα χρόνια, ο καλβινισμός, οι ενοχές, η ηθική άνοδος και η πτώση σε συνδυασμό με τα βασανιστικά ερωτικά συμπλέγματα και προβλήματα, είναι κι εδώ παρόντα, αυτό όμως που εντυπωσιάζει στο “First Reformed” είναι το χαμηλότονο και στοχαστικό ύφος που δεν συνηθίζει ο σκηνοθέτης.

Ο Ίθαν Χοκ ερμηνεύει τον ρόλο, του Τόλερ ενός αλκοολικού ιερωμένου σε μια από τις παλαιότερες καλβινιστικές εκκλησίες της Αμερικής, η οποία διατηρείται με την αρωγή μιας από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες πλαστικών της χώρας. Ο Τόλερ που ήταν πρώην στρατιωτικός ιερέας, παρότι λειτουργεί σε μια άκρως τουριστική εκκλησία, ο κόσμος που την επισκέπτεται είναι λιγοστός, και οι ώρες της μοναξιάς του ατελείωτες, ενώ όλη η πόλη προετοιμάζεται για την επέτειο των 250 χρόνων από την θεμελίωση του ναού.


Βασανισμένος από τα φαντάσματα του, τον θάνατο του γιού του στην Μέση Ανατολή και το διαζύγιο που ακολούθησε με την σύζυγό του, ο Τόλερ αποφασίζει να κρατήσει ένα ημερολόγιο, ενώ τα προβλήματα υγείας του εντείνονται. Την καθημερινότητά του θα διαταράξει η επίσκεψη της Μέρι, μιας όμορφης νεαρής εγκύου γυναίκας (στον ρόλο η άχρωμη και αδιάφορη Αμάντα Ζέιφριντ που χαλάει την εικόνα της ταινίας), η οποία του ζητάει να μιλήσει με τον ακτιβιστή σύζυγό της, ο οποίος είχε μπλέξει σε επεισόδια και φυλακίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα, τώρα δε, που γύρισε σπίτι, αρνείται να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα, και ζητάει από την σύζυγό του να κάνει έκτρωση. Ο ιερωμένος επισκέπτεται το ζευγάρι, και συζητώντας με τον Μάικλ, τον εμφανώς καταθλιπτικό σύζυγο, ανησυχεί, διαπιστώνοντας, ότι εκείνος του μιλάει με φανατισμό για την ρύπανση του περιβάλλοντος, την καταστροφή του κόσμου λόγω της κλιματικής αλλαγής. Όταν μετά από λίγες ημέρες, ο Μάικλ αυτοκτονεί, τα περίεργα ευρήματα στο γκαράζ του σπιτιού του, που βρίσκει η συντετριμμένη Μέρι, όπως και τα έγγραφα με την μεγάλη περιβαλλοντολογική μόλυνση της περιοχής, συγκλονίζουν τον Τόλερ που έρχεται πιο κοντά στην Μέρι, διαπιστώνοντας ότι κάτι περίεργο και όχι τόσο αθώο υπάρχει στις τεράστιες χορηγίες προς την εκκλησία.

 

Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο στο viewtag.gr

250x300 knives

ANIXNOS

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Στο πλαίσιο της έναρξης του 3ου Διεθνούς Φεστιβάλ Εκκλησιαστικού Οργάνου την Δευτέρα 19 Αυγούστου στην Άνω Σύρο, σας παρουσιάζουμε το τηλεοπτικό spot με πρωταγωνίστρια την νεαρή πετυχημένη ηθοποιό Εύη Δαέλη- με καταγωγή από την Σύρο - γνωστή από τη συμμέτοχη της σε πολλές τηλεοπτικές και κινηματογραφικέςδουλειές («Ευτυχισμένοι μαζί» - Mega, «Έλα στην Θέση μου» - Alphaκλπ).

To σποτ γυρίστηκε στα στενά της Άνω Σύρου από τον Γιάννη Μανούσο πάνω σε μια δική του ιδέα.

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία