Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
viewtag.gr

viewtag.gr

Από τον Γιάννη Καφάτο 

Κυριακή βράδυ, θέατρο «Βέμπο». Ουρά στο ταμείο, ουρά στην είσοδο, μυρωδάτο ποπ-κορν στο φουαγιέ, ευγενικές ταξιθέτριες, κατάμεστο θέατρο με τις απαραίτητες σέλφι στις παρέες, πρώτο κουδούνι, δεύτερο και μετά το τρίτο κουδούνι: γέλια, γέλια γέλια.

Η θεατρική παράσταση σε κείμενα του Λάμπρου Φισφή είναι όντως μια «διαφορετική επιθεώρηση».

Το «Τι ζούμε», που έχει κλέψει τις καρδιές του αθηναϊκού κοινού, είναι μια παράσταση που βγάζει αβίαστο γέλιο,  διαπνέεται από μια ευγένεια, δίνει τροφή για σκέψη χωρίς ίχνος διδακτισμού, και με απόλυτο σεβασμό σε όλους τους θεατές που βρίσκονται στην αίθουσα.

 

Η έναρξη γίνεται με μια σάτιρα της κλασικής επιθεώρησης, αυτής που η παράσταση θέλει να ανατρέψει.  Δεν το έγραψα «σωστά». Αυτό που θέλει και κατά τη γνώμη μου καταφέρνει να ανατρέψει η παράσταση του Φισφή και του σκηνοθέτη, Γιάννη Καρακατσάνη, είναι η χυδαιότητα που στα μυαλά πολλών  ηθοποιών, συγγραφέων και σκηνοθετών  είχε πάρει τη θέση της «κλασικής επιθεώρησης» και κορυφώθηκε με δεκάδες αρπαχτές τη δεκαετία του 90 (τότε που η επίπλαστη ευμάρεια είχε καλύψει τα πάντα).

Καλός οιωνός. Ακόμη κι αυτή η αποδόμηση  είχε έξυπνα κείμενα που έβγαζαν γέλιο, είχε όλους τους αναγνωρίσιμους χαρακτήρες της προς σάτιρα «επιθεώρησης» ως καρικατούρες που «έβγαζαν» αυτό το ξεπερασμένο που ήθελε να μας δείξει ο συγγραφέας.

Η παράσταση «Τι ζούμε» είναι μια σπονδυλωτή συρραφή καταστάσεων, γνώριμων από όλους τους θεατές – ανεξαρτήτου ηλικίας με βασικό συνεκτικό ιστό το ταλέντο και τη ζεστασιά του κυρίου Φισφή που ως standup comedian έπαιζε με το κοινό προετοιμάζοντας το επόμενο σκετς.

 

Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr 

Είναι ο άστεγος επαγγελματίας; Υπάρχει επαγγελματική ιδιότητα “άστεγος; Υπάρχει κωδικός στην Εφορία τέτοιου “επιτηδεύματος”; Μπορεί να μην υπάρχει, υπάρχει όμως ως πραγματικότητα η υποχρέωση αυτασφάλισης των αστέγων, όπως έγινε από τη “Σχεδία”, το περιοδικό δρόμου, που έδωσε διέξοδο σε πολλούς αστέγους, εξασφαλίζοντας ένα έστω μικρό ποσό για την επιβίωσή τους.

Διάβασα και τη διευκρινιστική ανακοίνωση της “Σχεδίας” που προσπαθεί να μετακυλήσει τη δαπάνη για τον ΕΦΚΑ στον αγοραστή (και καλά κάνει- και 5 ευρώ να πάει το περιοδικό εγώ θα το αγοράζω). Το δεδομένο όμως είναι ότι σύμφωνα με τα νέα δεδομένα η εισφορά βαρύνει αυτόν που λαμβάνει το ποσό, δηλαδή ΚΑΙ τον άστεγο- πωλητή. Απλώς στην περίπτωση της “Σχεδίας” η λύση που προκρίθηκε για να μην έχουν μείωση στο ποσό που λαμβάνουν οι πωλητές ήταν η αύξηση της τιμή του περιοδικού. Κατά την ταπεινή μου άποψη σε περιπτώσεις όπως αυτή των ανθρώπων της “Σχεδίας” η ασφαλιστική δαπάνη θα έπρεπε να καλύπτεται από το ίδιο το Κράτος. Ας έχουμε στο τέλος του έτους μερικά χιλιάρικα μικρότερα πλεονάσματα, ας μοιράσουμε μερικά χιλιάρικα μικρότερο μέρισμα. Είναι κάτι που δεν έπρεπε καν να το συζητάμε. Αντ’ αυτού όμως συζητάμε, αν είναι σωστή ή όχι η αυτασφάλιση (!!!) των αστέγων.

Επιβάλλεται μία κατ’ επίφαση νομιμότητα, καθώς προτάσσεται το επιχείρημα του ότι η ασφάλιση είναι καθολική και άρα αφορά και τους αστέγους. Οι οποίοι όμως δεν αντιμετωπίζονται ως κοινωνική ομάδα, η οποία χρήζει βοήθειας (αν όχι αυτή, ποιά άλλη;), αλλά ως «επαγγελματικός κλάδος» (δεν ξέρεις αν πρέπει να κλάψεις ή να γελάσεις με τέτοιες αντιλήψεις), στην οποία επιβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές, «όπως σε όλους τους άλλους». Επιβάλλεται έτσι μία «κανονικότητα» εξώφθαλμα μη κανονική.

Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr

Τι θα λέγατε για μια πρόγευση από τις εκπλήξεις που επιφυλάσσει το 2018 στους απανταχού θαυμαστές του Jo NesboΔιαβάστε την αρχή του νέου του αιματοβαμμένου θρίλερ με τίτλο Μάκβεθ δύο μήνες πριν από την κυκλοφορία του από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Οι Έλληνες Nesbomaniacs μπορούν να το αναζητήσουν στα βιβλιοπωλεία από τις 5 Απριλίου 2018.

 

Ο αρχηγός των μοτοσικλετιστών είχε μήνες να εμφανιστεί, αλλά μόνο ένας άνθρωπος φορούσε κράνος με κέρατα ταύρου και οδηγούσε κόκκινη μοτοσικλέτα Indian Chief. Οι φήμες έλεγαν ότι ήταν μία από τις πενήντα που είχαν κατασκευαστεί κατά παραγγελία της Αστυνομίας της Νέας Υόρκης με απόλυτη μυστικότητα το 1955. Στον δεξιό πλαϊνό προφυλακτήρα της γυάλιζε η κυρτή ατσαλένια θήκη της σπάθας του αναβάτη.
Ο Σβένο.
Μερικοί ισχυρίζονταν ότι ήταν νεκρός και άλλοι ότι το είχε σκάσει από τη χώρα, είχε αλλάξει ταυτότητα, είχε κόψει τις ξανθές κοτσίδες του και απολάμβανε τα γεράματά του και τα αγαπημένα του σιγαρίλος αραχτός σε μια βεράντα κάπου στην Αργεντινή.  
Κι όμως να τος. Ο αρχηγός συμμορίας και δολοφόνος αστυνομικών που…

Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr

Από τον Γιάννη Καφάτο

Η Ζαν ντ’ Αρκ είναι πάντα το κορίτσι που ακούει φωνές, εμπνέει και στο τέλος πεθαίνει. 
Η εξαιρετική παράσταση με την ιστορία της, ελαφρώς πειραγμένη, που είδα όμως στο Θέατρο Φούρνος δεν έχει καθόλου φωνές! 
Μπορεί ο κάθε θεατής ήρεμα και καλά να βασανίζεται από τις φωνές μέσα στο δικό του κεφάλι, επί σκηνής όμως δεν ακούς τίποτα. 
Η παράσταση είναι μια παντομίμα! Και ήταν μια σπουδαία παράσταση!
Μια ιδέα –  για μένα που πρώτη φορά βρέθηκα στην παράσταση της ομάδας SplishSplash pantomime+more – πρωτότυπη, μια θεατρική εμπειρία πρωτόγνωρη, και ένα αποτέλεσμα μοναδικό. 

Οι ηθοποιοί της παράστασης Αλέξης Βιδαλάκης, Βασίλης Ζαϊφίδης, Ευγενία Μαραγκού, Γιάννης Φιλίππου, Νάνσυ Χρυσικοπούλου και Johnny O καταφέρνουν με τις κινήσεις τους, την ενέργεια, το βλέμμα και τις εκφράσεις του καλομακιγιαρισμένου προσώπου τους να μεταφέρουν στον θεατή  το έργο στην ολότητα του.

Μετά το πρώτο σάστισμα, δεν σου λείπει η ομιλία. Βλέπεις τους ηθοποιούς να τρώνε ένα μήλο και ακούς στ’ αυτιά σου τον θόρυβο που κάνει η σάρκα του μήλου όταν της μπήξεις τα δόντια. Σχεδόν βλέπεις το κατακκόκινο ζουμερό μηλό που …παριστάνουν ότι κρατάνε.

Κι εδώ νομίζω είναι η μαγεία: Οι ηθοποιοί δεν παριστάνουν. Ζουν ό,τι κάνουν. Περνάει σε κάθε μυ του προσώπου και του σώματός τους. Γι’ αυτό και ως θεατής ζεις ό,τι υφίστανται κατά τη διάρκεια της παράστασης.

Α, κάνουν ότι μιλάνε: κουνάνε τα χείλη τους δηλαδή, όπου το απαιτεί η σκηνοθεσία. Δεν κουνάνε απλώς τα χείλη. Μιλάνε τη γλώσσα της ηρωίδας: Γαλλικά.

Η ευρηματική σκηνογραφία του Κωνσταντίνου Οικονόμου  που έχει επιμεληθεί και τις βίντεο – προβολές σε συνδυασμό με τους σωστούς για την ατμόσφαιρα φωτισμούς του Αποστόλη Τσατσάκου  συμβάλουν στη δημιουργία ενός εξαιρετικού θεάματος, που επαναλαμβάνω ακόμη και η απουσία ομιλίας είναι τελικά μια αμελητέα λεπτομέρεια!

Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr

Οι δυο πολύ γνωστοί και καταξιωμένοι λογοτέχνες, ο Γάλλος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Πωλ Κλωντέλ και ο Τσέχος συγγραφέας Φραντς Κάφκα είναι τα κεντρικά πρόσωπα του θεατρικού έργου του Φερνάντο Αρραμπάλ «Κλωντέλ και Κάφκα» (εκδόσεις Ηριαδανός) που έγραψε το 2000 σε συνεργασία με την Ρουθ Ράικελμπεργκ.

Τόπος συνάντησής τους «ο Παράδεισος, ο ουρανός, η Εδέμ», όπως αναφέρει ο συγγραφέας.

 

Συμμετέχουν στην φανταστική κουβέντα τους η Καμίγ, αδελφή του Κλωντέλ, η Ροζαλί Βελτς, ερωμένη του Κλωντέλ στο διάστημα που υπηρέτησε ως πρέσβης στην Κίνα, η Μιλένα Γιεσένκα, φίλη του Κάφκα με την οποία διατηρούσε ερωτική αλληλογραφία τουλάχιστον για δυο χρόνια, η νοσοκόμα που παραστάθηκε στον Κάφκα τα τελευταία χρόνια του.
Ως σαφείς αναφορές- επιρροές στις λογοτεχνικές διαδρομές των δύο συνομιλητών ακούγονται οι φωνές του Πωλ Σαρτρ και της Σιμόν ντε Μπωβουάρ, του Άλμπερτ Αϊνστάιν και του Βάλτερ Μπένγιαμιν, του Αλφρέντ ντε Μυσέ και του Τόμας Μαν.

Ποια μπορεί να είναι η σχέση ανάμεσα στις δυο αυτές τόσο διαφορετικές προσωπικότητες;

Κλωντέλ: Εσείς κι εγώ ταξιδέψαμε, πετάξαμε, υπερυψωθήκαμε γράφοντας.
Οι παραδοχές γύρω από τη ζωή τους είναι συγκλονιστικές:

Κλωντέλ: Έως την τελευταία ημέρα της ζωής μου, το θέατρο που έγραφα μου προσέφερε όσα η ζωή δεν μπορούσε πια να μου προσφέρει: τη μέθη του έρωτα, τη μεγαλειώδη φρενίτιδα, όλα όσα είχα θυσιάσει στον βωμό του καθήκοντος, στο βωμό της τεκνοποίησης!
Κάφκα: Όσα έγραψα εγώ έμειναν ημιτελή και προορίζονταν για την πυρά.
Οι διαφορές στον χαρακτήρα τους είναι εμφανείς από τις πρώτες κιόλας ατάκες που ανταλλάσσουν:
Κάφκα: Είμαι ο γιός του Χέρμαν Κάφκα, ιδιοκτήτη του καταστήματος της οδού Τσελεντά στην Πράγα. Το μικρό μου όνομα είναι Φραντς και το επώνυμο Κάφκα. Κάπα, άλφα, φι…
Κλωντέλ: …είμαι η Αυτού Εξοχότης Πωλ Κλωντέλ, ακαδημαϊκός και πρέσβης της Γαλλίας.

Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr 

“Αποφάσισα να τον πιστέψω, ξέροντας πως η ζημιά θα ’ταν ανεπανόρθωτη. Ο Ντανιέλ, σκυμμένος πάνω από το τραπεζάκι του μπαρ, έδινε τις λεπτομέρειες μιας υπόθεσης που διαγραφόταν ανησυχητική. Θυμάμαι τα λόγια του να πέφτουν αργά από το στόμα του, την κατάπληξη που προκαλούσαν, όχι μόνο επειδή αυτά που έλεγε είχαν να κάνουν με τον Μπόρχες, αλλά και επειδή δε θύμιζαν σε τίποτα τη συνήθη του μετριοπάθεια: Ο Μπόρχες είναι επινόημα, είναι ένα συλλογικό δημιούργημα… ακόμα και η Κοδάμα αγνοούσε όλα αυτά τα χρόνια πως ο συγγραφέας Μπόρχες δεν ήταν παρά μια κατασκευή, βάσει ενός συμφώνου που παρέμεινε σε ισχύ ως το θάνατό του.”

 

 

Κλείνοντας το βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου, με τη “Συνωμοσία Μπόρχες”, Γκαστόν Φιόρδα το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να το ξαναδιαβάσω.

Δεν μου έχει ξανατύχει. Ήθελα να συνεχίσω να ζω μέσα στο δυστοπικό περιβάλλον που έφτιαξε ο συγγραφέας του μέσα σε λίγες σελίδες, από τις πολύ σπουδαίες που διάβασα τελευταίως.

Ο Αργεντινός δημοσιογράφος και πτυχιούχος φιλοσοφίας, Γκαστόν Φιόρδα έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα ψυχολογικό θρίλερ ακροβατώντας σε λογοτεχνικά μονοπάτια κάνοντας ήρωα του βιβλίου τον ίδιο τον αναγνώστη.

Η παράλογη υπόθεσή του είναι ότι ο Χορχέ Λουίς Μπόρχες δεν υπήρξε ποτέ ως αυτός που αναγνωρίζεται παγκοσμίως στη λογοτεχνία. Ήταν ένα δημιούργημα μιας ομάδας γύρω από το περιοδικό Sur, ένας ατάλαντος γραφιάς που υπέγραφε διηγήματα και ποιήματα της ομάδας.

Η αφήγηση του Φιόρδα είναι καταιγιστική ακόμη κι όταν η δράση είναι εσωτερική.

Δεν θα έλεγα ότι το βιβλίο του είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά αν το κατατάξει κάποιος σε αυτήν την κατηγορία σίγουρα είναι μεγαλειώδες.

Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr

Ο Michael Bolton είναι ένας καλλιτέχνης που διαθέτει το δικό του αστέρι στη λεωφόρο της φήμης και των διάσημων στο Hollywood. Είναι δηλωμένος οπαδός του ωραίου φύλου και θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ερμηνευτές παγκοσμίως. Ένα φεγγάρι βρέθηκε στην Ελλάδα για συναυλίες και είχα την ευκαιρία να μιλήσω μαζί του αποκλειστικά.

Ένα μέρος της κουβέντας μας σας μεταφέρω σήμερα εδώ για να μάθετε μερικές από τις λεπτομέρειες που χαρακτηρίζουν έναν αληθινό αστέρα.
Ο Michael Bolotin, αυτό είναι το πραγματικό του επώνυμο, γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1953 στο New Haven του Κονέκτικατ των ΗΠΑ. Εδώ και πολλά χρόνια θεωρείται ο κατ’ εξοχήν ερωτικός τραγουδιστής σε παγκόσμια κλίμακα. Οι πωλήσεις των άλμπουμ του ξεπερνούν τα 60 εκατομμύρια αντίτυπα. Έχει κερδίσει αμέτρητα βραβεία Grammy και διακρίσεις ως ο καλύτερος άντρας τραγουδιστής. Έχει τραγουδήσει μοναδικές επιτυχίες όπως To Love Somebody, When A man Loves a Woman, How I am Supposed to Live without You?, All for Love, Only A Woman Like You, Said I loved you but I lied, ενώ παράλληλα έχει διασκευάσει με τεράστια επιτυχία τραγούδια που έχει ερμηνεύσει ο Frank Sinatra όπως το «Fly me to the moon», «I’ve Got You Under My Skin», «My Funny Valentine».
Λάτρης της Ελλάδας
Όταν τον συνάντησα με πρόλαβε και άρχισε να μιλάει πρώτος για την Ελλάδα της οποίας δηλώνει λάτρης.

Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr 

Είδα τη παράσταση «Ζωή μετά χαμηλών πτήσεων» στο Θέατρο Σημείο μέσα στις γιορτές. Με τα παιδιά μου, όπως και πολλοί άλλοι από τους θεατές. Προφανώς δεν είναι μια παράσταση για παιδιά αλλά η διαχρονικότητα του χιούμορ του Αρκά μας κράτησε σε όλη τη διάρκεια της παράστασης σε μια εύθυμη και γλυκόπικρη εγρήγορση.
Οι ηθοποιοί εναλλάσσονταν στη σκηνή που άλλαζε χάρη στο πολυμορφικό σκηνικό και οι ήρωες του Αρκά ήταν εκεί μπροστά μας.

Εκτός όμως από την γλύκα που σου αφήνει η παράσταση (ειδικά όταν έχεις διαβάσει τα κόμικς στην πρώτη τους έκδοση, δηλαδή πριν από περίπου 30 χρόνια) ένα πρόσωπο μου είχε μείνει στο κεφάλι.
Ο ηθοποιός που ενσάρκωσε το ανελέητο σπουργίτι  (αλλά και άλλους ρόλους από τους ήρωες του Αρκά),  Αλέξης Βιδαλάκης,  κέρδισε όλες τις εντυπώσεις με τον τρόπο που έπαιξε, τραγούδησε, και κινήθηκε πάνω στη σκηνή.
Με μια ακρίβεια, έναν εξαιρετικό ρυθμό, με μια φωνή που άλλαζε χρώματα όπως οι διαθέσεις του σπουργιτιού, και με μια αέρινη και συγχρόνως δυναμική κίνηση. Όμως εκείνο που περισσότερο μου έκανε εντύπωση ήταν η ευγένεια που - όταν υπάρχει δεν μπορεί να κρυφτεί και - έντεχνα τρύπωνε σε κάθε πτυχή της ερμηνείας του.
Κι αυτή η ευγένεια, μαζί με μια συστολή που τον διακρίνει «ήρθαν μαζί του» στο ραντεβού μας στο Κουκί, λίγες ώρες πριν ακόμη μια παράσταση.

Πριν σας αφήσω να διαβάστε και να γνωρίσετε τον Αλέξη Βιδαλάκη, επιτρέψτε μου να σας προϊδεάσω λέγοντας ότι  είναι ένας άντρας που ενώ σχεδόν έχει πιάσει το όνειρό του, όπως και χιλιάδες άλλοι νέοι στην ηλικία του, σκέφτεται να τα παρατήσει όλα και να γυρέψει την τύχη του στο εξωτερικό. Κι αυτό το κομμάτι της συνέντευξης μαζί του με εξέπληξε.

Όμως, πιστέψτε με: Ο Βιδαλάκης έχει πολλά να προσφέρει στους τυχερούς θεατές που θα τον δουν στο σανίδι. Διαθέτει μια εσωτερική δύναμη και ισορροπία που αν του δοθούν οι ευκαιρίες θα γράψει εξαιρετικές ερμηνείες! Κι αυτό το λέω και ως δημοσιογράφος αλλά και ως επαγγελματίας της τηλεόρασης. Ελπίζω κάποιος να τον δει και να τον συμπεριλάβει σε ένα καστ!

Ώρα όμως να γνωρίσουμε μέσα από τις δικές του κουβέντες, τον Αλέξη Βιδαλάκη:

Είμαι 33 ετών. Είμαι επαρχιώτης, από τα Χανιά. Η μητέρα μου από το Καστέλι, από τον Μπάλο και ο πατέρας μου ήταν από το Αμυγδαλοκεφάλι (στην κορφή του βουνού πηγαίνοντας για το Ελαφονήσι). Είμαι από το βουνό και τη θάλασσα της Κρήτης. Ωραία μέρη. Εκεί μεγάλωσα.
Πέρασα στο Μαθηματικό και ήρθα στην Αθήνα. Και σιγά-σιγά με κέρδισαν άλλα πράγματα.

Είμαι απόφοιτος της σχολής Βεάκη. Αποφοίτησα  πριν από δύο χρόνια. Είμαι από τους τυχερούς. Δούλεψα κατευθείαν στο θέατρο. Ήμουν πέντε χρόνια στο θέατρο «Ιλίσια», στην παιδική σκηνή με τις «Μαγικές Σβούρες» και παράλληλα έχω κάνει μουσικές παραστάσεις και χοροθέατρο. Είμαι μέλος στον «Κινητήρα Studio». Ο Αρκάς είναι η πρώτη μου δουλειά μη παιδικού θεάτρου.
Δοκιμάζω τις δυνάμεις μου ως …σκηνοθέτης (δυσκολεύεται να το πει)
Συνήθως ή αντικαθιστώ ηθοποιούς ή φίλοι που θέλουν να κάνουν κάτι αλλά δεν έχουν τον τρόπο (χρήματα και γνωριμίες) για κάποιο λόγο εμπιστεύονται  τη ματιά και την οργάνωσή μου. Μέχρι τώρα έχω κάνει τρεις παραστάσεις. (Ο Φον Κουραμπίες και Δον Μελομακαρονος – παιδική Χριστουγεννιάτικη παράσταση, η άλλη είναι στο Θέατρο Καρτέλ το έργο μιας φίλης μου, της Νίκης Μαυροειδή (με αφορμή τις βομβιστικές επιθέσεις στην Ευρώπη ένα έργο πολύ σκληρό) «Who the Fuck is Alice» και η τρίτη παράσταση είναι ένα κείμενο πάλι μιας φίλης-συμμαθήτριας από τη σχολή. Ένα κείμενο για τη σχέση μιας μητέρας και της κόρης της. Ένα σκοτεινό και συμβολικό κείμενο αλλά πολύ ρεαλιστικά δοσμένο. Το έργο λέγεται: «Σιωπή, σε λίγο φεύγουμε», στον Τεχνοχώρο Φάμπρικα. Και σκηνοθέτησα την παράσταση «Nightmare before Christmas» για την εκδοχή της στο bar Vault.

Γιατί δεν  τη λες τη λέξη «σκηνοθετώ» με την καρδιά σου, σε βλέπω διστακτικό…

Και το «ηθοποιός» μου φαίνεται βαριά λέξη, πόσο μάλλον το «σκηνοθέτης» - είναι δύσκολο. Οφείλει κανείς να έχει μια βάση γνώσης και μελέτης. Ηθοποιός έχω σπουδάσει, έχω την πρώτη βάση. Σκηνοθέτης …πώς να δηλώσω, μου φαίνεται περίεργο!

Παιδικό θέατρο ή Θέατρο για παιδιά, τι νομίζεις ότι πρέπει να λέμε;

Δεν πιστεύω στο «παιδικό θέατρο». Για κάποιο λόγο από την εποχή που μπήκα στη σχολή συνειδητοποίησα ότι το θέατρο δεν έχει κατηγορίες. Το  Παιδικό θέατρο είναι ένα Σωματικό θέατρο, ένα θέατρο φόρμας. Η θεματολογία του, απλώς, αναφέρεται σε θεατές που δεν είναι ακόμα ενήλικες. Είναι λίγο πιο αθώοι, πιο αγνοί, λιγότερο υποψιασμένοι και θέλουν να κρατήσουν την παιδικότητά τους και την αγνότητά τους λίγο παραπάνω. Δεν χρειάζεται να τους καταργήσουμε αυτές τους τις ιδιότητες που θα τους είναι – κατά τη γνώμη μου – πολύ χρήσιμες για το μέλλον.
Είναι ένα θέατρο φόρμας. Όπως η commedia delarte, όπως είναι το θέατρο που κάνει ο Bob Wilson. Φόρμα. Αν παιχτεί με ουσία, αλήθεια και είναι καλά οργανωμένο είναι για όλους. Δεν είναι μόνο για τα παιδιά. Υπ’ αυτή την έννοια θεωρώ λάθος να λέμε «παιδικό θέατρο». Κάθε παράσταση πρέπει να είναι σωστά δομημένη, με στόχο και με όραμα.

Πώς μπήκες ως «σπουργίτης» στην παράσταση του Αρκά;

Με τον Δημήτρη Αγορά (σκηνοθέτης και ηθοποιός της παράστασης) δουλεύαμε μαζί στο παιδικό στο «Ιλίσια». Εκεί στην παράσταση «Δον Κιχώτης» …

Σε διακόπτω: Στον «Δον Κιχώτη» λένε όσοι σε είδαν ότι έκανες πολύ ξεχωριστή ερμηνεία.

Ο σκηνοθέτης μου επέτρεψε να παρέμβω στον ρόλο και να τον πάω εκεί που φανταζόμουν. Δεν πιστεύω ότι ήταν μια παιδική παράσταση. Τον αντιμετώπισα ως παράσταση για ενήλικες.
Εκεί λοιπόν ο Δημήτρης Αγοράς έκανε τον Σάντσο και με επέλεξε  για το «σπουργίτη». Με ήθελε γι’ αυτόν ακριβώς τον ρόλο, με είχε φανταστεί. Εγώ του είπα ότι δεν μπορώ να το κάνω, είναι δύσκολος ρόλος. Αλλά ήταν  κάθετος. Πίστευε ότι θα τον κάνω καλά. Με αγαπάει τόσο πολύ που θεωρεί ότι μπορώ να αποδώσω καλύτερα από ότι φαντάζεται τον ρόλο.  Εκείνος πιστεύει πιο πολύ σε μένα από ότι εγώ για τον εαυτό μου.

Αν και η παράσταση είναι «μη παιδικό θέατρο» εντούτοις είναι γεμάτη παιδιά, πώς το εξηγείς αυτό;

Είναι οικογενειακή παράσταση. Ο Αρκάς δεν κάνει κόμικς για παιδιά. Είναι πολύ σκληρός και καυστικός και άγριος. Θίγει θέματα ταμπού. Για παιδιά πάντως δεν είναι. Είναι σίγουρα για εφήβους. Αλλά αυτό που συμβαίνει νομίζω ότι είναι τόση η αγάπη των γονιών για τις δουλειές του, εδώ και τριάντα χρόνια, που θέλουν να φέρουν τα παιδιά τους σε επαφή με τον «κόσμο» τους.

Ο ρόλος σου, το σπουργίτι, παιδί είναι ο κάτι σαν τον «ορισμό του κυνισμού». Πού συναντάς το κυνισμό σήμερα;

Ο Αρκάς γράφει με έντονο κυνισμό σε όλους τους ήρωες. Το σπουργίτι τον εξυπηρετεί μάλλον επειδή είναι «παιδί» να είναι πιο ευθύ και ο κυνισμός πιο άγριος. Νομίζω η Ελλάδα τα τελευταία 6-7 χρόνια είναι βουτηγμένη στον κυνισμό. Όλοι σαδίζουμε τον άλλον αλλά και την ίδια μας την ύπαρξη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος χώρος που να μην επικρατεί ο κυνισμός, η απόσταση, η επιθετικότητα, η σκληρότητα. Το αισθάνομαι παντού: είτε μπεις σε ένα μαγαζί, είτε σε κάποιο χώρο εργασίας. Νομίζω ότι τρωγόμαστε μεταξύ μας και ότι αυτός ο κυνισμός βγάζει μια άμυνα και δημιουργεί μια απόσταση.

Εσύ είσαι έτσι στη ζωή σου;

Όχι. Αγαπάω πολύ τους ανθρώπους.

Πες μου αντίθετες έννοιες του κυνισμού που σε χαρακτηρίζουν

Η εμπιστοσύνη,  η αποδοχή – δέχομαι πολύ εύκολα τον άλλον όπως είναι και προσπαθώ να τον προσεγγίσω. Και η κατανόηση.
Πολύ σπάνια βγάζω την άμυνα «ποιος είσαι εσύ;» Από μικρός  το είχα αλλά και ως ηθοποιός μου αρέσει να παρατηρώ και να «κλέβω» πράγματα από χαρακτήρες. Είναι χρήσιμο.
Δεν έχω ποτέ την «άμυνα»: Γιατί με σκούντησες, γιατί εσύ, κλπ.

Εσύ το έχεις υποστεί αυτό;

Συνεχώς. Μόλις πας να μιλήσεις σε κάποιον η τάση του είναι να σε βάλει στη θέση σου: «Πρόσεξε είμαι αυτός, τι θα μου πεις γιατί μέχρι εκεί πάω…»
Εμένα μου αρέσει να δέχομαι και να αποδέχομαι τον άλλον.

Πώς δούλεψες λοιπόν για να μας αποδώσεις αυτόν τον ρόλο που είναι τόσο έξω από ‘σένα;

Πήρα την κατεύθυνση από τον σκηνοθέτη. Ήθελε να βρούμε την αλήθεια του ρόλου. Να παίξουμε ανθρώπους και όχι ζώα και δεν ήθελε να πλασάρουμε το αστείο ως αστεία ατάκα. Με αυτές τις οδηγίες, και τη δική μου ματιά – την οποία μου επέτρεψε να εντάξω στο ρόλο – φτάσαμε στο αποτέλεσμα που είδατε. Εγώ δεν παίζω ένα σπουργίτι, παίζω ένα παιδί. Ένα παιδί που έχει μεγάλο πρόβλημα με τον πατέρα του. Ο πατέρας διαβάζει μια εφημερίδα από το πρωί μέχρι το βράδυ και δεν του δίνει καμία σημασία. Δεν έχει μαμά και το παιδί αποζητά την προσοχή, την ασφάλεια και τη σταθερότητα από τον πατέρα του και δεν την έχει. Και όλο αυτό στην ηλικία του το ξεσπάει στον πατέρα του, αλλά επειδή είναι πολύ έντονο, όποιος περνάει από κοντά του υφίσταται τα ίδια.
Παίζω ένα μικρό παιδί που με κάθε τρόπο φωνάζει στον πατέρα του: Κοίτα με, είμαι εδώ! Σε παρακαλώ πολύ σταμάτα να αποφεύγεις τις ευθύνες σου. Σε έχω ανάγκη. Αυτό παίζω εγώ.

Εσύ αυτά τα είχες πει με τον τρόπο σου στον πατέρα σου;

Ναι. Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ καλός και γλυκός άνθρωπος. Τον αγαπούσαν όλοι. Αλλά σαν μπαμπάς ήταν … απών. Δεν μας διάβασε ποτέ. Σπάνιες φορές μου είχε αφήσει χαρτζιλίκι για το σχολείο. Δεν ήταν δίπλα μου. Πάντα είχα την ανάγκη να του τραβάω την προσοχή. Αλλά επειδή ήμουν το τρίτο παιδί είχα μάθει να είμαι αποστασιοποιημένος. Είχα ελευθερία. Πήγαινα μόνος μου σχολείο, είχα μια αυτονομία.
Και κάποια στιγμή το αποφάσισα: Δεν τον αγαπάω ως «μπαμπά» με την λατρεία που είχαν άλλα παιδιά τον σέβομαι γιατί μου έδωσε Ελευθερία. Ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος, άλλα όχι πατρική φιγούρα. Δεν ήταν «μπαμπάς».
Έτσι το καταλαβαίνω αυτό το σπουργιτάκι που θέλει την προσοχή. Δεν έχω βεβαίως τον χαρακτήρα του. Αλλά το καταλαβαίνω. Είναι πολύ σκληρό να έχεις γονείς που δεν ασχολούνται  μαζί σου.

Για πάμε πιο πίσω:  Ήθελες να γίνεις ηθοποιός;

Πότε δεν το είχα σκεφτεί. Ήθελα όπως και τα αδέλφια μου να γίνω επιστήμονας. Δεν είχα φανταστεί ότι τραγουδάω ή ότι μπορώ να παίξω.

Αυτά βγήκαν στην επιφάνεια όταν βρέθηκα πρωτοετής στο Μαθηματικό στην Αθήνα. Επαρχιωτόπουλο στην Αθήνα, σε μια δύσκολη σχολή. Και βρέθηκα απέναντι σε ένα μεγάλο κομματικό bullying. Το πανεπιστήμιο ήταν γεμάτο με τα τραπεζάκια των κομμάτων και τους πρωτοετείς μας είχαν λίγο στην πίεση. Αυτή η συμπεριφορά με κλείδωσε. Άρχισα  να έχω αγοραφοβία. Έμενα κλεισμένος στο δωμάτιό μου, δεν ήθελα να βγω έξω.
Αλλά από μικρός είχα μια τάση: όταν κάτι αισθανόμουν ότι δεν πάει καλά, ότι κάτι με φοβίζει πήγαινα κόντρα. Φοβόμουν τη θάλασσα, πήγα σε σχολή ναυαγοσωστών. Έτσι πήγα να κάνω ερασιτεχνικό θέατρο. Αφού φοβούμουν να εμφανιστώ στη σχολή, να πάω σε παραδόσεις ή να πάω να δώσω τα μαθήματα μου σκεφτόμουν τι είναι αυτό που μπορεί να με βοηθήσει; Τι μπορώ να κάνω για εμφανίζομαι σε κόσμο χωρίς να έχω πρόβλημα Έπρεπε να εκτεθώ, ώστε να ανοίξει αυτό που είχε «κλειδώσει» μέσα μου! Έτσι ξεκίνησα! Δεν ήθελα να γίνω ηθοποιός. Πήγα σε μια ερασιτεχνική ομάδα στην τότε γειτονιά μου, στον Κολωνό που για καλό δικό μου την διοικούσαν πολύ καλοί άνθρωποι. Ήξεραν την δουλειά τους και μας δώσανε μια διέξοδο. Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γεράσιμος Σπαθής ήταν αυτός που μας είχε αναλάβει. Κάνει τη θεατρική αγωγή σε ιδιωτικά σχολεία κι έχει φοβερή εμπειρία.

Κι έτσι το αγάπησα. Δεν ήξερα ότι μπορούσα να το κάνω.

Κι έτσι από την πίεση στο Μαθηματικό που ήξερα ότι δεν με ενδιαφέρει να ακολουθήσω αντί να κάνω ψυχοθεραπεία βρέθηκα για εξετάσεις στη δραματική σχολή.

Για κόντρα. Πήρα την υποτροφία και τελείωσα τη σχολή και προχωράω.

Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε πέντε χρόνια;

Η ερώτησή σου είναι δύσκολη. Κι είναι δύσκολη γιατί είμαι στα πρόθυρα να τα παρατήσω.  Είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα.

Όσοι με ξέρουν και τους το λέω εκπλήσσονται, όπως εσύ. Κοίτα τι γίνεται να σου πω την αλήθεια μου: ξεκίνησα μαθηματικά, δεν πήρα πτυχίο δεν κάνω κάτι (παρά μόνο κάτι ιδιαίτερα για βιοπορισμό), είμαι διερμηνέας νοηματικής γλώσσας, έδωσα εξετάσεις δεν πέρασα για το πτυχίο και δεν έχω τα λεφτά για δεύτερη φορά. Είμαι ναυαγοσώστης δεν εξασκώ το επάγγελμα. Το «χορεύω, τραγουδάω, παίζω, κάνω θέατρο» δεν βιοπορίζομαι. Νομίζω ότι σκοπός του ανθρώπου είναι να παράγει έργο. Αν είμαι 33 ετών κι έχω παράξει ελάχιστο έργο και το μέλλον δείχνει τόσο δυσοίωνο όσο είναι και δεν μπορώ να επιβιώσω, δεν μπορώ να κάνω οικογένεια (που θέλω πολύ!), δεν μπορώ στηρίξω ένα σπίτι, η ίδια η δουλειά χάνει την ουσία της. Δηλαδή το να δουλεύεις, να κάνεις αυτό που αγαπάς και να μην μπορείς να ζήσεις και να σε φθείρει και να το βασανίζεις κι εσύ, να μην είσαι χρήσιμος στην κοινωνία … Τι νόημα έχει;

Συζούσα με μια κοπέλα επτά χρόνια. Έφυγε και δουλεύει στην Αγγλία εδώ κι εφτά μήνες.  Δεν χωρίσαμε, είπαμε να δούμε πώς θα πάει.  Εκείνη βρήκε δουλειά, πήρε προαγωγή, ετοιμάζεται και γι’ άλλη προαγωγή. Εξελίσσεται και ριζώνει σιγά – σιγά. Σκέφτομαι λοιπόν κι εγώ να φύγω αν δεν μπορώ να κάνω κάτι εδώ.
(με την αγωνία της γενιάς του που βιώνει αυτό που δημοσιογραφικά ονομάζουμε «κρίση» μου μιλάει και πραγματικά βλέπω έναν άνθρωπο σε απόγνωση)

Αυτή τη στιγμή κάνω πέντε δουλειές και έχω λεφτά μέχρι για το νοίκι του Μαρτίου. Μετά; Είναι τόσο χαζά όλα. Και πόσα να κάνεις, και πώς να τα κάνεις όλα και πώς να τα κάνεις σωστά; Είναι μια τρέλα.
Και σκέψου εγώ είμαι και τυχερός. Ό,τι κάνω αφορά στο θέατρο (εκτός των ιδιαίτερων) άλλοι συνάδελφοί μου κάνουν από μπαρ και καφέ μέχρι λογιστικά.
Και εδώ και πέντε χρόνια που άρχισα – από το μηδέν – προχωράω κιόλας. Αλλά είναι μια τρέλα.

Σου έλεγα πριν για τον προορισμό μας. Τι κάνουμε. Η ζωή μας είτε είναι 50, 70, 80 χρόνια είναι σαν ένα δευτερόλεπτο για τη Γη, το σύμπαν. Σημασία έχει να έχει μια ουσία και μια αξία. Πρέπει να αφήσει κάτι. Αν περάσω και δεν αφήσω κάτι  είναι σαν να μην έζησα.
Και για να μην παρεξηγηθώ δεν εννοώ μια καλλιτεχνική σφραγίδα και φανφάρες.  Μιλάω να κάνω κάτι που θα το θυμάται έστω ένας άνθρωπος: ότι του κράτησα το χέρι μια δύσκολη στιγμή. Αυτή είναι η δική μου κινητήριος δύναμη. Αυτό εννοώ.

Παίζοντας δεν  πιστεύεις ότι μπορεί εξίσου να κάνεις κάποιον νοερά να σε ευχαριστήσει;

Δεν ξέρω αν μπορώ να το καταφέρω. Μπορεί, δεν ξέρω. Παράτησα πολλά για να το παλέψω, και το δουλεύω το θέατρο. Αλλά μπορεί να μπορώ να κάνω και κάτι άλλο. Δεν ξέρω.

Όταν ξεκίνησα είχα βάλει ένα χρονοδιάγραμμα που έλεγα: ένας ηθοποιός χωρίς γνωριμίες, θέλει δέκα χρόνια για να καθιερωθεί και να κάνει κάτι. Κατέβασα το όριο στα επτά χρόνια, αλλά φοβάμαι θα το πάω στα έξι. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Πρέπει να δω τι θα κάνω; Θέλω να κάνω οικογένεια. Θα μπορώ;
Δυστυχώς το επάγγελμα του ηθοποιού δεν είναι για τη μέση τάξη. Πρέπει να έχεις λεφτά. Να μην έχεις ανάγκη. Το βλέπω κι από τους ανθρώπους που  γνωρίζω. Όσοι έχουν μια στήριξη κάνουν και πιο σωστές επιλογές και διαχειρίζονται πιο καλά το ταλέντο τους. Η ανάγκη να δουλέψουμε, όσοι δεν έχουμε κάποια λεφτά πίσω μας να μας στηρίξουν, μας οδηγεί σε λάθος κινήσεις και σε κακή χρήση των ταλέντων που μπορεί να έχει ο καθένας.

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη που παραχώρησε ο ηθοποιός στον Γιάννη Καφάτο και το viewtag εδώ.

 

Ο δίσκος «Η γιαγιά μου μαγειρεύει όνειρα τηγανητά» είναι ο τελευταίος που ηχογράφησε η αγαπημένη μας Αρλέτα, σε μουσική του Λάκη Παπαδόπουλου και στίχους της Sunny Μπαλτζή.

Ο δίσκος άρχισε να ετοιμάζεται το 2014, οι ηχογραφήσεις του ολοκληρώθηκαν τον Ιούλιο του 2017 και κυκλοφορεί πλέον σε CD αλλά και ψηφιακά από τη Feelgood Records. Σε αυτόν περιλαμβάνονται 13 νέα τραγούδια. Τα σκίτσα που φιλοτεχνούν το CD καθώς και το εισαγωγικό σημείωμα στο οποίο περιγράφεται η συνεργασία και η πολύτιμη σχέση των τριών συντελεστών του δίσκου, είναι της Αρλέτας.

 

Τα 13 τραγούδια του δίσκου είναι 13 διαφορετικές ιστορίες, με διαφορετική θεματολογία και μουσικό ύφος, αλλά με κοινό πάντα παρονομαστή τη μοναδική ερμηνεία της Αρλέτας. 13 ερμηνείες με την ωριμότητα αλλά και την παιδικότητα της φωνής της. Με νοσταλγία, χιούμορ, χαρά και λύπη, όπως όλα στη ζωή.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο και ακούστε το τραγούδι εδώ.

Η δουλειά του dj  είναι ό,τι πιο κοντά σε σκανταλιά υπάρχει. Διαλέγεις μουσική για να φτιάξεις το κέφι δεκάδων αγνώστων, και να τους κάνεις να λυθούν, να χαλαρώσουν, να βγάλουν τη «σκανταλιά» από μέσα τους.

Όταν όμως πρέπει να ντύσεις με μουσική τα γυμνά κορίτσια ενός strip show, τα πράγματα …σοβαρεύουν. 
Πώς να είσαι αιτία για «σκανταλιές», πώς να “ντοπάρεις” το κοινό, να ευχαριστήσεις τις επί σκηνής καλλιτέχνιδες (έτσι τις λέει ο Χρήστος) και συγχρόνως να κάνεις και τον εκφωνητή;

Ο Χρήστος Γιώτης, φαίνεται ότι όχι μόνο τα καταφέρνει εδώ χρόνια και με το παραπάνω αλλά το ευχαριστιέται κιόλας.

Γνωριστήκαμε σε άσχετο περιβάλλον με το striptease και προφανώς έμεινα με το στόμα ανοιχτό όταν μου είπε τι δουλειά κάνει.

 

Διαβάστε τη συνέντευξη εδώ

Video

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία