Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
viewtag.gr

viewtag.gr

Διαβάζοντας το βιβλίο του Κωστή Γκιμοσούλη, «Όλες μία» – Σαν μυθιστόρημα  (εκδόσεις Καστανιώτη) γράφει στο εξώφυλλο, καταλαβαίνεις ότι διαβάζεις μια δύσκολη εξομολόγηση.

Ο συγγραφέας μιλάει για τις γυναίκες, που είχε και που τον είχαν. Και «σταγόνα-σταγόνα» γεμίζει ένα ποτήρι που φυσικά μια τελευταία το ξεχειλίζει.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε «σταγόνες» αντί κεφαλαίων. Άλλες «σταγόνες» είναι μικρά ποιήματα και άλλες είναι λόγια σταράτα, σκέψεις εξομολογητικές.

 

Και ανάμεσα σε αυτά τα δύο είδη λόγου παρεμβάλλονται και σκίτσα, με τις χαρακτηριστικές του γραφικού του χαρακτήρα τρεμάμενες γραμμές. Σκίτσα από γάτες, που ως καταλύτες λένε κι αυτές τις δικές τους ιστορίες ή βγάζουν συμπεράσματα. Οι γάτες «διδάσκουν» – θα μου πει ο Γκιμοσούλης παρακάτω.

Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο ανάγνωσμα, αυτό το «σαν μυθιστόρημα» του Κωστή Γκιμοσούλη. Διαπνέεται από μια μελαγχολία, αλλά και μια άδολη αγάπη για την ίδια τη γραφή και φυσικά τις γυναίκες (του).

Θα μπορούσε να πει κανείς, γιατί τελικά οι «ταμπέλες» βρίσκουν τρόπο να μπαίνουν ότι έχουμε να κάνουμε, ότι έχουμε  να κάνουμε με έναν Αθηναίο Μπουκόφσκι. Ο Γκιμοσούλης είτε παρατηρεί τους περαστικούς έξω από το παράθυρο του στο ισόγειο του σπιτιού του στου Φιλοπάππου, είτε κυκλοφορόντας (χωρίς κράνος μερικές φορές) στους δρόμους της Αθήνας φτιάχνει ένα ιδιότυπο ερωτικό σύμπαν στο οποίο κι ο ίδιος είναι μέρος.

Είναι ένα απολαυστικό βιβλίο το «Όλες μία» και μας δείχνει έναν συγγραφέα – αν και ο ίδιος προτιμά τον χαρακτηρισμό «άνθρωπος»  – σε ωριμότητα και σε μια γαλήνη με τον εαυτό του. Άλλωστε είναι φανερό ότι κλείνει και προσωπικούς λογαριασμούς μέσα από τις 55 «σταγόνες» του βιβλίου του.  Πάνω απ’ όλα τα δικά μου συμπεράσματα, που η μόνη τους αξία είναι η δική μου αλήθεια, στο βιβλίο του ο Γκιμοσούλης μιλάει για το μεγάλο του πάθος, αυτό από το οποίο δεν μπορεί ξεφύγει που είναι οι γυναίκες!

Με αυτά το στο μυαλό μου κάθισα απέναντι του στο γραφείο του στο σαλόνι του σπιτιού,  εκεί στις παρυφές του Φιλοπάππου και τον κουβέντιασα και με κουβέντιασε. Φυσικά θα διαβάσετε μόνο τις δικές του κουβέντες

Επίτηδες δεν λέω «συνέντευξη» γιατί το κουβεντολόι με τον Γκιμοσούλη έχει μεγάλυτερο ενδιαφέρον από μια τυπική συνέντευξη.

Ελπίζω να απολαύστε τον συγγραφέα και τις κουβέντες του, όπως εγώ απόλαυσα και το βιβλίο αλλά και την παρέα μαζί του!

Οι γυναίκες και οι φόβοι. Πώς είσαι απέναντι τους;

Πάντα στεκόμουν απέναντι στις γυναίκες με μεγάλο φόβο και ερωτευόμουν με πάθος. Και δεν έχει τέλος αυτό το πράγμα. Όλες κάτι έχουν: και οι όμορφες και οι άσχημες και οι χοντρές και οι λεπτές. Δεν καταλήγεις ποτέ κάπου.

Δε θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς φλερτ και χωρίς γυναίκες, αλλά ούτε και χωρίς ανθρώπους.

Ναι, αλλά δείχνεις πολύ μοναχικός…

Είμαι! Αλλά έχω ανάγκη από τους ανθρώπους. Τους αγαπάω. Ακόμη και τους πιο απαίσιους.

Που σταματάει το φλερτ και αρχίζει η παρενόχληση;

Η παρενόχληση ξεκινάει από τον φασισμό. Ο φασισμός του δυνατού. Του δυνατού με κάθε τρόπο. Δεν μιλάω μόνο για μυική δύναμή. Και γυναίκες και άντρες μπορεί να είναι αυτό που εννοώ «δυνατό».  Μπορεί να σε εκβιάζει κάποιος. Μπορεί να είναι η προϊσταμένη σου.  Αν δεν την πηδήξεις να χάσεις ρόλο, ή μια δουλειά.

Εσύ, Κωστή έχεις βρεθεί σε τέτοια κατάσταση;

Φυσικά έχω βρεθεί. Νομίζω όλοι έχουμε βρεθεί.

Έχεις αδικήσει γυναίκα;

Ναι , κατ’ επανάληψη. Κατάλαβα όμως κατά βάθος αδικούσα τον εαυτό μου και το έχω πληρώσει. Είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα.

Οι γυναίκες όταν δεν τις θέλεις στο κρατάνε. Και ο μόνος τρόπος να αντισταθείς σε μια γυναίκα είναι να μην μπεις μέσα της.

Είσαι θλιμμένος ή οργισμένος;  Έτσι μου προέκυψε από το βιβλίο, μαζί με τη χαρά για τον γυναικείο έρωτα.

Είμαι απ΄όλα. Περιέχω και τη λύπη και τη χαρά και την οργή, αλλά περιέχω και την γυναικεία μου πλευρά. Ακόμη κι αν το αρνιόμαστε με κάθε τρόπο, πιστεύω ότι μέσα μας υπάρχει και η γυναικεία μας πλευρά.

Είμαι άνθρωπος. Άρα περιέχω και τον άντρα και τη γυναίκα. Τα πιο σπουδαία τα παθαίνουμε από γυναίκες.  Από γυναίκες  προερχόμαστε.

Διαβάζοντας το βιβλίο σου μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι γράφοντας ήταν σαν να ήθελες να κλείσεις κάποιους λογαριασμούς. Ισχύει;

Ως ένα σημείο ισχύει. Δένω κόμπους. Ή λύνω κόμπους. Κάνω κόμπους αναρρίχησης, για να προχωρήσω. Όταν λέω λύνω κόμπους εννοώ ότι κατανοώ πράγματα και προχωράω.

Όλοι έχουμε να κλείσουμε λογαριασμούς με το χθες. Γράφουμε ή μιλάμε για τα πράγματα όταν η σκόνη κατακάτσει.

Όταν είσαι ερωτευμένος δεν μιλάς για τον έρωτα σου, τον ζεις. Πρέπει να είσαι ή ηλίθιος ή επαγγελματίας για να το κάνεις. Όταν κατακάτσει η σκόνη, τότε το κάνεις.

Κουβαλάς ακόμη κάποιο φόβο που τον είχες ως παιδί;

Ο φόβος του να γίνεις κάποιος που να σε σέβεται η κοινωνία. Οι γονείς, οι πολιτικοί και οι παπάδες έχουν την τάση να σε γεμίζουν με ενοχές. Που συνήθως είναι ψέματα. Δεν υπάρχουν. Όταν σταματήσουν αυτοί οι παράλογοι φόβοι, τότε αρχίζεις να ζεις. Βεβαίως στην πραγματικότητα δεν καταφέρνεις ποτέ να τους κάνεις τελείως στην άκρη, καταφέρνεις όμως να κινείσαι χωρίς αυτούς.  Να τους μειώνεις. Βλέποντας  ότι πρόκειται για σκιές, που δεν υπάρχουν. Πηγαίνοντας κόντρα μερικές φορές, στην ψύχωσή σου. Όλοι έχουμε ψυχώσεις. Σκεφτόμαστε: άμα περάσω αυτή τη γραμμή δεν θα ξυπνήσω αύριο, ή κάτι θα μου συμβεί. Άμα δεν το κάνω αυτό…

Ως παιδί, αισθανόσουν «προγραμματισμένος» να γίνεις κάτι;

Ναι, το ένιωθα. Ενώ τα γυφτάκια είναι πιο ελεύθερα. Βλέπεις ένα ξυπόλητο παιδί και κάνει μπάνιο, και τρελαίνεσαι. Όμως αν δεις τα μάτια τους είναι πιο καθαρά, πιο ζωντανά και πιο ζωντανά από τα παιδιά που ουρλιάζουν στις παραλίες με τους γονείς για ένα αυγό.
Οι γονείς καταπιέζουν τα παιδιά όπως καταπιέζουν και τους σκύλους τους.  Συχνά έξω από το παράθυρο μου βλέπω ανθρώπους που μιλάνε στο σκύλο τους λες κι είναι στρατιώτες: έλα, κάνε. Και τα σκυλιά αντιδρούν και τα παιδιά αντιδρούν! Κι εγώ ήμουν τέτοιο παιδί. Με είχαν προγραμματισμένο, στρατιωτάκι, κουρδισμένο.

Και πώς …ξεκουρδίστηκες;

Ξεκουρδίστηκα, όπως λες, σε σχέση με τον εαυτό μου. Βλέπεις ότι κουβαλάς  αυτά. Θέλει αρχίδια για να μην τα περάσεις στα παιδιά σου, ή στις γυναίκες με τις οποίες κάνεις σχέσεις. Νομίζεις ότι αν κάποια στιγμή σταματήσεις να λειτουργείς όπως σε έχουν κουρδίσει, σε έχουν μάθει ότι θα πεθάνεις. Αλλά τελικά δεν πεθαίνεις.

Μέσα στο βιβλίο, ζωγραφιές δικές σου με γάτες παρεισφρέουν και διακόπτουν την αφήγηση. Και έχουν και μια δική τους «φωνή». Πώς προέκυψε αυτό;

Οι γάτες έχουν πλάκα. Είναι αστείες. Πολλές φορές κάθονται στο παράθυρο και με κοιτάνε λες κι είμαι τηλεόραση. Και με μαθαίνουν διάφορα πράγματα. Οι γάτες είναι άγιες.
Έχουν μια ελαστικότητα και μια φοβία που δεν έχουν οι άνθρωποι. Έχουν τεράστια υπομονή.

Κωστής Γκιμοσούλης

Ποιο δικό σου χαρακτηριστικό ταιριάζει μ’ αυτό που μου λες;

Ξέρω να περιμένω μερικές φορές. Άλλες πάλι όχι.

Θα σου άρεσε να κυκλοφορείς σαν γάτος, χωρίς «ήχους»;

Ναι μερικές φορές θα ήθελα να είμαι αόρατος. Επειδή μάλιστα οδηγώ μηχανή, είναι ταλέντο να περνάς αόρατος από τους μπάτσους. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι γεννημένοι για να τους πιάνουν οι μπάτσοι αν δε φοράνε κράνος, ή να τους πιάνει η εφορία. Κι άλλοι πάλι είναι γεννημένοι αόρατοι.

Τι σε ενοχλεί;

Με ενοχλεί η εξουσία, με ενοχλούν αυτοί που έχουν την εξουσία. Είτε είναι εκδότες, είτε είναι λεφτάδες. Με ενοχλούν μερικές φορές οι άνθρωπος που είναι «γαμάω»  και τα κάνουν όλα; Είναι μια ενόχληση καθαρά πρακτικής φύσεως σε πρώτη ανάγνωση και μετά γίνεται αισθητικής και πολιτικής φύσης.

Ξαναγυρνάω στις σελίδες του βιβλίου: Γάτες, αφήγηση και ποιήματα. Πώς το αποφάσισες να τα συνδυάσεις;

Γράφω βιβλία που μου αρέσει να διαβάζω. Μου αρέσει το βιβλίο – τουρλού. Μ’ αρέσουν τα σκιτσάκια με τα ζώα που λένε τις δικές τους ιστορίες. Έτσι κι αλλιώς τα ζώα λένε ιστορίες και δεν υποκρίνονται, και δεν ασχολούνται με ανθρώπινες βλακείες. Από όλα τα ζώα μόνο ο άνθρωπος υποκρίνεται. Τα ζώα θέλουν χάδι, το ζητάνε, θέλουν  αγητό, ή αν δε σε θέλουν φεύγουν.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ

«Ο χάρτης του κόσμου στο μυαλό σου» (Εκδόσεις Κέδρος), το βιβλίο της Λίλας Κονομάρα που μόλις κυκλοφόρησε έφτασε στα χέρια μου μέσω μιας φίλης και ευτυχώς άκουσα την προτροπή της να το διαβάσω.

Βρέθηκα μπροστά σε εικόνες και περιγραφές που όμοιές τους είχα καιρό να βρω σε ελληνικό μυθιστόρημα.
Οι ήρωες του βιβλίου είναι τόσο οικείοι είτε είσαι πατέρας, είτε έφηβος, είτε μάνα ακριβώς γιατί είναι αληθινοί και υφίστανται όλα όσα ξέρεις ό,τι συμβαίνουν. Ακόμη κι αν δεν σου έχουν συμβεί, τα ξέρεις γιατί τα υφίστανται φίλοι και γνωστοί, η γιατί τα έχεις ακούσει από ανθρώπους που ξέρεις.

 

Η κοινωνική ματιά, η τόσο οξυδερκής, σε συνδυασμό με την αφήγηση της ιστορίας μέσα από την ψυχή του κάθε ήρωα κάνει την ανάγνωση απολαυστική.
Κορμός της ιστορίας είναι η οικογένεια. Και όπως κάθε οικογένεια έχει μυστικά, κόντρες, αποτυχίες κι ευτυχισμένες στιγμές. Η οικογένεια στο βιβλίο της Κονομάρα ζει μέσα στη σημερινή Αθήνα. Έχει όμως και το ταξίδι σαν σκοπό, αλλά και ως μέσο – έτσι όπως είναι τα ταξίδια!

Το βιβλίο είναι τρυφερό εκεί που χρειάζεται και ανελέητα σκληρό όταν πρέπει. Κι αυτό είναι ένα σημαντικό προσόν για το δικό μου αναγνωστικό σύμπαν. 
Η Λίλα Κονομάρα έγραψε ένα βιβλίο για όλα όσα μας καταπιέζουν και εν τέλει μας διαμορφώνουν. Χωρίς νουθεσίες και με ένα αίσθημα αισιοδοξίας και ανθρωπιάς.

Ένα περιστατικό της επικαιρότητας, με έναν τρόπο «κούμπωσε» στο κεφάλι μου και αποτέλεσε την πρώτη ερώτηση στην ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε με την Λίλα Κονομάρα.
Τις προάλλες, δικαστήριο της Νέας Υόρκης δικαίωσε γονείς που μήνυσαν τον 30αρη γιο τους επειδή δεν έφευγε από το σπίτι. Οι Έλληνες γονείς μεγαλώνουν παιδιά για ν’ ανοίξουν τα φτερά τους (έστω και χωρίς την ακρότητα του αμερικανικού παραδείγματος) ή μεγαλώνουν παιδιά με φοβίες και «αλυσίδες» που δεν τα αφήνουν να βρουν μόνα τους το δρόμο τους;  Η οικογένεια είναι στο επίκεντρο του βιβλίου. Πόσο «κεντρικό» ρόλο παίζει σήμερα στην Ελλάδα;

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr

Το βιβλίο του Αντώνη Καρά, «Κωδικό όνομα ΙΑΠΕΤΟΣ» (εκδόσεις Πνοή) ήρθε στα χέρια μου μέσω ενός φίλου.

Από την πρώτη σελίδα οικείες εικόνες ξεπηδούσαν από τις σελίδες του. Σιγά σιγά η ανάγνωση γινόταν απόλαυση.
Ένα πολιτικό βιβλίο με αστυνομική πλοκή με τις αρετές μιας εύστοχης πένας.
Εικόνες σκληρές από τη φρίκη που ζουν οι πρόσφυγες που προσπαθούν να βρουν μια διέξοδο στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας.

 

Ο συγγραφέας επιλέγει να πει την ιστορία ενός παιδιού, που σημαίνει πολλά για τον εγωισμό του πατέρα του που τυχαίνει να είναι ένας πολέμαρχος. Το παιδί αυτό ψάχνουν πρωτοπαλίκαρα του πολέμαρχου, η Ελληνική Αστυνομία και οι Αμερικάνοι.

Με φόντο την Αθήνα της κρίσης, τους καταυλισμούς των προσφύγων, τις ΜΚΟ, τις σκιές που ρίχνουν στην Ελληνική αστυνομία οι ακροδεξιοί παραστρατιωτικοί θύλακες, έναν αστυνομικό καθαρό μεν αλλά πολλούς δαίμονες του παρελθόντος να απειλούν το παρόν του είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που ο Καράς χρησιμοποιεί με μαεστρία για να φτιάξε μια συναρπαστική αφήγηση σε μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Το «Κωδικό όνομα ΙΑΠΕΤΟΣ» είναι νομίζω μια σημαντική σελίδα για τη νέα Ελληνική Λογοτεχνία και την μπολιάζει με την πολιτική ματιά. Ο ουμανισμός που αποπνέει είναι σημαντικό στοιχείο σε μια εποχή που ο κυνισμός «πωλείται» ως στιλ και άποψη.

Κλείνοντας το βιβλίο θέλησα να γνωρίσω τον πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, Αντώνη Καρά.
Έτσι συνάντησα τον τραπεζικό υπάλληλο που έχει εκδώσει ένα μυθιστόρημα, κι έχει στο συρτάρι του ακόμη ένα έτοιμο, μια νουβέλα και πολλά διηγήματα.

Μου εξήγησε ότι γράφει από την εφηβεία του, συνεχώς, ως μια ανάγκη.  Μόνο όμως  το βιβλίο «Κωδικό Όνομα ΙΑΠΕΤΟΣ» πέρασε το δικό του φιλτράρισμα ώστε να δοθεί για έκδοση.
Μιλάει με πάθος για τη χαρά της γραφής και κάπως έτσι ξεκινάει η κουβέντα μας:

Όταν γράφω διηγήματα είναι συνήθως σε δύο θεματικούς κύκλους. Είναι είτε παράξενες ιστορίες, όπως τις λέω –ε πιστημονικής φαντασίας, τρόμου, αστυνομικές -είτε αστικές ιστορίες: με τις αγωνίες των ανθρώπων που ζουν στις μεγάλες πόλεις και ό,τι μπορεί να τους απασχολεί. Οι φοβίες, τα πάθη, τα «θέλω» τους.

Το βιβλίο σου, πού το κατατάσσεις;

Στην επιφάνειά του είναι ένα action βιβλίο δράσης. Προσωπικά πιστεύω ότι είναι περισσότερο ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, παρά ένα αστυνομικό.

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr

Ένας από τους σπουδαιότερους Αμερικάνους συγγραφείς έφυγε από τη  ζωή. Ο Φίλιπ Ροθ, πέθανε σε ηλικία 85 ετών, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά 30 βιβλίων. Ο Ροθ έχει βραβευτεί δύο φορές με το Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβείο των ΗΠΑ  και με το βραβείο Πούλιτζερ για το “American Pastoral” (Αμερικανικό ειδύλλιο). Αν και το όνομα του είχε ακουστεί πολλές φορές για το βραβείο Νόμπελ δεν το έλαβε ποτέ.

 

Μεταξύ των πιο γνωστών βιβλίων του Ροθ είναι το «Αντίο Κολόμπους», το «Αμερικανικό ειδύλλιο», το «Ανθρώπινο στίγμα», το «Σύνδρομο Πόρτνοϊ» “Παντρεύτηκα ένανα κομμουνιστή” και η σειρά μυθιστορημάτων με αφηγητή το alter ego του Νέιθαν Ζούκερμαν.

Ο Ροθ γεννήθηκε στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ στις 19 Μαρτίου 1933, ως το δεύτερο παιδί μιας αμερικανοεβραϊκής οικογένειας με καταγωγή από τη Γαλικία της Κεντρικής Ευρώπης. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Μπάκνελ (Bucknell) και Αγγλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Δίδαξε δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα και στο Πρίνστον και στη συνέχεια συγκριτική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια. Αποσύρθηκε από την ακαδημαϊκή διδασκαλία το 1991.

Κατά την παραμονή του στο Σικάγο ο Ροθ γνώρισε το νομπελίστα συγγραφέα Σολ Μπέλοου και την πρώτη του γυναίκα του Μάργκαρετ Μάρτινσον (Margaret Martinson). Χώρισαν το 1963 και το 1968 η Μάρτινσον σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα. Το 1990 παντρεύτηκε την αγγλίδα ηθοποιό Κλερ Μπλουμ (Claire Bloom). Το 1994 χώρισαν και το 1996 η Μπλουμ εξέδωσε αυτοβιογραφία με τίτλο “Leaving a Doll’s House”, όπου περιγράφει λεπτομέρειες του γάμου της με το συγγραφέα.

Το πρώτο βιβλίο του Ροθ “Goodbye, Columbus” (Αντίο Κολόμπους), ήταν μια συλλογή διηγημάτων με την οποία κέρδισε το Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβείο των ΗΠΑ το 1960.
Μεγάλη εμπορική επιτυχία γνώρισε με το τρίτο του μυθιστόρημα “Portnoy’s Complaint” (Το σύνδρομο Πόρτνοϊ) το 1969.

ο 1979 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο όπου αφηγητής είναι ο Νέιθαν Ζούκερμαν με τίτλο “The Ghost Writer”. Ακολούθησαν αρκετά ακόμα όπου ο Ζούκερμαν είναι είτε αφηγητής ή παίρνει κάποιο μέρος στην πλοκή, με πιο πρόσφατο το “Exit Ghost” (Φεύγει το φάντασμα) του 2007. Το 1997 κέρδισε για δεύτερη φορά το Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβείο με το βιβλίο “Sabbath’s Theater” (Το θέατρο του Σάμπαθ) και το 1998 βραβεύτηκε με Πούλιτζερ για το “American Pastoral” (Αμερικανικό ειδύλλιο).
Το 2011 βραβεύτηκε για την συνολική προσφορά του στη λογοτεχνία με το Διεθνές βραβείο Μπούκερ.

Πολλά από τα βιβλία του Ροθ έχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία: εκτός του Ζούκερμαν που θεωρείται alter ego του συγγραφέα, ο χαρακτήρας Ντέιβιντ Κέπες που εμφανίζεται σε τρία βιβλία έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τον ίδιο, ενώ σε κάποια βιβλία του έχει χρησιμοποιήσει χαρακτήρες με το όνομα Φίλιπ Ροθ.

 
 

Ο Δημήτρης Νταούλης έχει ήδη ένα βιβλίο  με θεατρικούς μονολόγους στο ενεργητικό του και γράφει θεατρικά από μικρό παιδί.

Γιος της δημοσιογράφου – και συγγραφέως – Μάρως Λεονάρδου και του σκηνοθέτη Γιώργου Νταούλη, ο Δημήτρης Νταούλης μας εξηγεί γιατί δεν έμπλεξε με την τηλεόραση και με αφορμή το έργο του «Για μια φέτα πεπόνι» κάναμε μια μικρή κουβέντα για τις σχέσεις, τα σόσιαλ μίντια και για τα εμπόδια που έχει να ξεπεράσει ένας νέος δημιουργός στην Αθήνα της κρίσης.

 

Για μια φέτα πεπόνι – Θέατρο Επί Κολωνώ Δευτέρα 28 και Τρίτη 29 Μαΐου

Ο κύριος και η κυρία Κούκου γνωρίζει τον κύριο και την κυρία… Κούκου. Τα δύο μάλλον όχι και τόσο συνηθισμένα αντρόγυνα δειπνούν με σκοπό να κάνουν μια ανταλλαγή ζευγαριών ώστε να ξεφύγουν από τη ρουτίνα που τους έχει καταβάλει. Οι μεταξύ τους συζητήσεις, ένα παιχνίδι και κυρίως ένα… πεπόνι θα οδηγήσει τους τέσσερις πρωταγωνιστές σε εκρήξεις αλήθειας.

Μια καλή ευκαιρία για να γνωρίσουμε έναν νέο θεατρικό συγγραφέα που αποφασίζει να καθοδηγήσει σκηνοθετικά τους συντελεστές της ομάδας «Ξύστρα».
Πόση αλήθεια αντέχει ένα ζευγάρι;

Την αλήθεια ορίζει η σχέση του ζευγαριού. Αν δηλαδή βασίζεται σε αυτήν ή αν είναι μια συνθήκη για να κρύψουμε την πραγματικότητα του καθενός. Ποτέ δεν μπορούμε να ξέρουμε την απόλυτη αλήθεια. Θέλω να πω πως πολλές φορές, πράγμα που φαίνεται και στο έργο, αυτό που νομίζουμε ως αλήθεια, δεν είναι παρά κάτι φτιαχτό, ένα ακόμη ψέμα. Ένα ψέμα μεταξύ των ζευγαριών όσο επίσης και ένα ψέμα για τον έξω κόσμο όπως επίσης και ένα ψέμα που λέει ο καθένας στον εαυτό του για να είναι αποδεκτός.

Η αλήθεια που μπορεί να αντέξει ένα ζευγάρι προσεγγίζεται στο “για μια φέτα πεπόνι” υπαρξιακά αλλά και χιουμοριστικά και όπως αποκαλύπτεται τελικά τα ζευγάρια δεν μπορούν να την αντέξουν καθόλου. Καταλήγουμε λοιπόν σε ένα αδιέξοδο. Άλλωστε σπάνια όταν βγαίνει ο πραγματικός εαυτός είναι και αρεστός.

Η “ανταλλαγή ζευγαριών” πιστεύεις ότι μπορεί να γίνει ποτέ “mainstream”;

 

Σε μια κοινωνία σαν την ελληνική είναι και θα παραμείνει ταμπού. Αλλά τα ταμπού είναι στη μόδα είτε αφορούν τη σεξουαλικότητα είτε ό,τι άλλο. Στη χώρα μας τα ταμπού υπάρχουν για να σοκάρουν και τα προσεγγίζουμε συνήθως με μια εφηβική ματιά. Στο έργο η “ανταλλαγή ζευγαριών” προσεγγίζεται με έναν μάλλον σουρεαλιστικό τρόπο.

Πού υπάρχει μεγαλύτερη διάθεση “καθωσπρεπισμού”; Στους άνδρες ή τις γυναίκες;

Κατά τη γνώμη μου συναντά κανείς όλους τους τύπους ανθρώπων και συμπεριφορών και στα δύο φύλα γι αυτό και η διάθεση καθωσπρεπισμού φαίνεται στο “για μια φέτα πεπόνι” και στα δύο φύλα.

Έρωτας και σχέση στην εποχή των social media. Τι έχεις να παρατηρήσεις;

Έχω να παρατηρήσω πως οι σχέσεις μέσω social media είναι πια fast food. Με την ίδια ευκολία που γνωρίζονται οι άνθρωποι στις εφαρμογές με την ίδια ευκολία αφήνουν ο ένας τον άλλο και δεν χρειάζεται να πουν και καμία δικαιολογία αφού γνωρίστηκαν από το τίποτα. Έτσι μειώνεται η ποιότητα των σχέσεων, χάνεται ο ρομαντισμός. Πιστεύω αυτό μας πηγαίνει πίσω σαν ανθρώπους, μας κάνει πιο άγριους.

Πότε έγραψες το πρώτο σου θεατρικό;

Το πρώτο μου θεατρικό έγραψα στην Πέμπτη δημοτικού. Λεγόταν “Εμπρός στην Αποτυχία” και αφορούσε έναν αποτυχημένο θίασο που μετά το θάνατο του παραγωγού του θα ανέβαζε μια τελευταία παράσταση στη μνήμη του. Τα ευτράπελα και οι παρεξηγήσεις δεν άφηναν το θίασο να ενωθεί μέχρι που στο τέλος τα κατάφερναν. Συνέχισα  να γράφω παραστάσεις  στο  Γυμνάσιο και το Λύκειο.

Σκηνοθέτης ή συγγραφέας. Τι σε γεμίζει περισσότερο;

 

Αναμφίβολα με γεμίζει περισσότερο η  ιδιότητα του συγγραφέα. Άλλωστε ακόμα δεν μπορώ να χαρακτηριστώ “σκηνοθέτης” επειδή δίνω δυο οδηγίες για το πώς να παίξουν τα κείμενά μου.
Αλλά ό,τι κι αν κάνω στη ζωή μου πάντα θέλω να έχω κάθε βράδυ μισή με μια ώρα να κάθομαι στον υπολογιστή μου και να γράφω. Κι αυτό είναι κάτι που με ευχαριστεί, με ηρεμεί και με εξελίσσει σαν άνθρωπο. Επαγγελματικά, ως συγγραφέας θα μπορούσαμε να πούμε ότι την αρχή έκανα με το πρώτο μου βιβλίο με θεατρικούς μονολόγους το 2017 “Ο Κόσμος που γύρισε ανάποδα” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη και ελπίζω να ακολουθήσουν πολλά πολλά ακόμα.

Διαβάστε όλη τη συνεντευξη στο viewtag.gr

Η «Πόλη στο Φως» της Ευτυχίας Γιαννάκη (Εκδόσεις Ίκαρος) είναι το τρίτο βιβλίο από την Τριλογία της Αθήνας και ήδη έχει ξεκινήσει το ταξίδι του στους λάτρεις της καλής λογοτεχνίας και της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Η Ευτυχία Γιαννάκη, πιο ώριμη από την πρώτη της γνωριμία με το κοινό και με έντονο το στοιχείο του πειραματισμού στη γραφή της, μας δίνει – πέρα από μια συναρπαστική αστυνομική ιστορία – δυνατούς και μεστούς χαρακτήρες που τους βλέπεις, τους μυρίζεις, τους λατρεύεις,  ή τους σιχαίνεσαι. Και «κλείνει» με έναν τρόπο τους λογαριασμούς της με τους βασικούς χαρακτήρες που μας σύστησε στο πρώτο της βιβλίο.

 

Μια ιστορία με φόντο την Αθήνα της κρίσης, με εικόνες και λεπτομέρειες που προκαλούν όλα εκείνα τα συναισθήματα μιας αμερικάνικης υπερπαραγωγής αλλά με ευρωπαϊκή ντελικάτη αισθητική – αν μιλήσουμε με κινηματογραφικούς όρους.

Με την «Πόλη στο Φως» , το τρίτο βιβλίο, μετά  το «Στο Πίσω Κάθισμα» και «Αλκυονίδες μέρες», η Ευτυχία Γιαννάκη δείχνει ότι ήρθε για να μείνει ως μια από τις καλύτερες εκπροσώπους της νέας γενιάς ελλήνων συγγραφέων που γράφουν αστυνομική λογοτεχνία.

Κατά την προσφιλή μου τακτική δεν θέλω να μιλήσω για την υπόθεση του μυθιστορήματος. Θέλω να μόνο να τονίσω ότι η δράση και οι ανατροπές – χωρίς καμία δημοσιογραφική υπερβολή υπάρχουν από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα.  (Θέλω πολύ να πω για το τέλος αλλά δεν θα το κάνω!!!)
Αυτό που καταφέρνει η συγγραφέας είναι να με παίρνει ως αναγνώστη σε ένα ταξίδι που το ευχαριστιέμαι όσες παρακάμψεις και αν κάνει. Περιμένω να φτάσω στον προορισμό μου αλλά περνάω θαυμάσια μέχρι εκείνη την ώρα.

Στο νέο της μυθιστόρημα η Ευτυχία Γιαννάκη φέρνει στο προσκήνιο σημαντικά κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας χωρίς μελό διδακτισμούς, αλλά ως χαρακτηριστικά των ηρώων της. Όπως τα συναντάς καθώς περιδιαβαίνεις την Αθήνα: είτε στα βόρεια προάστια, είτε στο κέντρο, είτε στα νότια.

 

«Πόλη στο Φως» λοιπόν και αφορμή για μια – ελπίζω ενδιαφέρουσα  – κουβέντα που κάναμε στο Κουκάκι, τη γειτονιά που ζει η συγγραφέας, αλλά την έχει περπατήσει κ αι ο Χάρης Κόκκινος, ο βασικός ήρωας της Τριλογίας της Αθήνας.

Ευτυχία, πώς είναι η επιτυχία; Τρία βιβλία μετά την πρώτη μας συνέντευξη,  είσαι πλέον μια επιτυχημένη συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Αν ορίσουμε ως επιτυχία το γεγονός ότι σε διαβάζουν περισσότεροι  από αυτοί που με διάβαζαν στο πρώτο μου βιβλίο, μου δίνει χαρά, μου δίνει και  δύναμη για να συνεχίσω. Ανήκω στη γενιά των συγγραφέων που ναι μεν τους ενδιαφέρει το εσωτερικό ταξίδι – κι αυτό είναι το κύριο μέλημά τους – όμως από εκεί και πέρα ειδικά όταν είσαι σε μια φάση που διαμορφώνεις, πειραματίζεσαι, ρισκάρεις, οι σκέψεις και τα συναισθήματα που σου μεταφέρει ο αναγνώστης και ιδίως η αρνητική κριτική, μπορεί να σε βοηθήσουν να κάνεις κάποια βήματα που θα τα έκανες ενδεχομένως πιο αργά και πιο δύσκολα.

Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr 

Γράφει ο Γιάννης Καφάτος

 

Το θέατρο στο Ίδρυμα μείζονος Ελληνισμού γεμάτο. Το κοινό είναι πολυποίκιλο, δεν το λέω ετερόκλητο γιατί αυτό που ήρθαμε να δούμε «μας χωράει» όλους! Και όλοι ταιριάζουν ως κοινό ενός μιούζικαλ.

«Ενός μιούζικαλ» … ατυχής έκφραση για να περιγράψεις ένα από τα μακροβιότερα μιούζικαλ σε Βρετανία και Αμερική, που το έχουν δει μερικά εκατομμύρια θεατών.

Cats, οι «Γάτες» λοιπόν ήρθαν στην σκηνή του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού και μιλούν Ελληνικά.

Κι αυτή είναι η πρώτη από τις πολλές θετικές εκπλήξεις της παράστασης: Η απόδοση του κειμένου και των τραγουδιών στα Ελληνικά έχουν γίνει με τόση φροντίδα που πραγματικά με άφησαν άφωνο. Το λέω αυτό γιατί η απόδοση στα ελληνικά εμβληματικών τραγουδιών πολλές φορές μας έχει απογοητεύσει ως πιστή μετάφραση.

Στην παράσταση Cats ένιωσα ότι κάθε λέξη ήταν τόσο προσεκτικά βαλμένη στη θέση που της έπρεπε. Η δουλειά του κ. Γεράσιμου Ευαγγελάτου είναι πραγματικά άψογη.

Καμία ευκολία, κανένας υπερφίαλος ενθουσιασμός. Λόγια που αποδίδουν κάθε σκηνή και συναίσθημα με τόση ακρίβεια και μια «λιτότητα» που κλέβει την παράσταση σε ένα υπερθέαμα!

Ο θίασος είναι καλοκουρδισμένος και κάθε ηθοποιός – χορευτής – τραγουδιστής αποδίδει τον χαρακτήρα που υποδύεται με απόλυτη επάρκεια. Ο Δημήτρης Μαλισσόβας έχει σκηνοθετήσει μια δύσκολη ομάδα (ακριβώς γιατί αποτελείται από ηθοποιούς, χορευτές, τραγουδιστές) με εξαιρετικά αποτελέσματα. Έχει πάρει από τον καθένα το καλύτερο που έχει να δώσει κι έτσι εμείς οι θεατές απολαμβάνουμε ένα ξεχωριστό θέαμα.

Από τις ερμηνείες η γάτα που κλέβει την παράσταση είναι ο Rum Tum Tugger, Ίαν Στρατής, που παίζει, χορεύει και τραγουδάει με θαυμαστά αποτελέσματα. Η κίνησή του είναι τόσο μέσα στο ρόλο από το πρώτο λεπτό που εμφανίζεται στη σκηνή μέχρι το φινάλε!

Διαβάστε την υπόλοιπή κριτική στο viewtag.gr

Είναι γνωστό πως έχω αδυναμία στον Φίλιπ Κ.Ντικ, οπότε πιθανότατα δεν θα είμαι αντικειμενική ούτε με αυτό το βιβλίο. Αλλά εδώ που τα λέμε, για αυτό είναι φτιαγμένα τα μπλογκς, για να λέει ο συντάκτης τους την υποκειμενική αλήθειά του χωρίς φόβο, άντε με λίγο πάθος.

Διάβασα «Τα ομοιώματα» κυρίως σε προθάλαμους νοσοκομείων, περιμένοντας για εξετάσεις, με παππούδες που σκύβαν συνωμοτικά και με ρωτούσαν τι είναι αυτό με το περίεργο εξώφυλλο. Και πρέπει να πω πως το απόλαυσα, αν και η ανάγνωση προχωρούσε αργά, μιας και στο σπίτι, στην πραγματική ζωή, διάβαζα μεγαθήρια.

«Τα ομοιώματα» είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα όπου ο Ντικ παίζει με το αποτέλεσμα του 2ου Παγκόσμιου Πόλεμου- καλύτερα το έκανε στο «Άνθρωπο στο ψηλό κάστρο». Βρισκόμαστε κάπου στα μέσα του 21ου αιώνα, ο 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει και η Δυτική Γερμανία έχει γίνει ομοσπονδία με τις ΗΠΑ. Οι άνθρωποι χωρίζονται σε Ge (αυτούς που ξέρουν το μυστικό) και Be που είναι φτιαγμένοι να ακολουθούν. Απόλυτη ηγέτιδα είναι η Νικολ Τιμποντώ, πρώτη κυρία της Ομοσπονδίας, και γυναίκα του εκάστοτε ντερ Άλτε (Ο Γέρος). Μόνο που ο συγκεκριμένος ντερ Άλτε είναι ανδροειδές, και η συγκεκριμένη Νικόλ ηθοποιός. Οι πραγματικοί έχουν πεθάνει δεκαετίες πριν.

 

Ο Ντικ, αν και «Τα ομοιώματα» είναι ένα από τα τέσσερα(!) βιβλία που έβγαλε εκείνη τη χρονιά, φαίνεται να είναι εδώ σε μεγάλα κέφια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως πως το βιβλίο είναι γραμμένο το 1964, και αυτό, για την επιστημονική φαντασία, μοιάζει εξωφρενικό, άρα πολλά από τα βασικά του στοιχεία μοιάζουν τώρα παρωχημένα.

Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr

«Θα ήθελες να δουλέψεις μαζί μου;» Ο Πεπάν τον ξαναφέρνει στην πραγματικότητα. «Ή είσαι ευχαριστημένος με ό,τι κάνεις τώρα;»

 

«Κάνω ό,τι μπορώ για να επιζήσω».

«Τότε, δέξου την προσφορά μου».

«Θέλεις να κάνω τατουάζ σε άλλους ανθρώπους;»

«Κάποιος πρέπει να τα κάνει».

«Εγώ δε νομίζω ότι μπορώ. Να σημαδεύω κάποιον, να τον πονάω… Αυτό πονάει, ξέρεις».

Το βιβλίο της Χέδέρ Μόρρις, «Ο Δερματοστίκτης του Άουσβιτς» (εκδόσεις  Ωκεανός, μετάφραση Γιάννη Σπανδώνη) δεν είναι μόνο μια βιογραφία του Λούντβιχ Άιζενμπεργκ, που τον φώναζαν Λάλε.

Στις 23 Απριλίου του 1942, ο Λάλε μεταφέρεται από το Κρομπάχι της Σλοβακίας στο Άουσβιτς. Του χάραξαν το τατουάζ 32407.

Η Χέδερ Μόρρις γνώρισε τον Λάλε, γέρο πια, σε ένα νοσοκομείο της Μελβούρνης. Της τον σύστησαν ως κάποιον που έχει μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί.

Τρία χρόνια κράτησε η φιλία τους, μέχρι που πέθανε – αφού είχε πει την ιστορία του. Ο ίδιος βιαζόταν να πει ό,τι έζησε. Και η Μόρρις κατέγραφε. Στην αρχή άρχισε να δουλεύει την ιστορία του ως σενάριο.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ

Την Τετάρτη 25 Απριλίου ο γνωστός μπάρμαν και ιδιοκτήτης cocktail μπαρ Butler’s cup (Κορυδαλλός) και Sinnerman (Αιγάλεω) Χρήστος Παρασκευόπουλος κατάφερε να βάλει το όνομα του στην ιστορία φτιάχνοντας το πρώτο στον κόσμο κοκτέιλ με την βοήθεια της φαρμακευτικής κάνναβης.

Παρουσίασε για πρώτη φορά σε επίπεδο παγκόσμιου διαγωνισμού την πρώτη μαργαρίτα με κάνναβη. Την πρωτότυπη αυτή συνταγή την έφτιαξε στα πλαίσια της νέας του έρευνας για ποτά που ρυθμίζουν την διάθεση (mood regulator drinks) η οποία έχει ξεκινήσει και εξαπλώνεται σιγά σιγά τους τελευταίους εννέα μήνες.

 Τα mood regulator drinks είναι συνταγές οι οποίες τα υλικά τους αλληλοεπιδρούν με νευρώνες στον εγκέφαλο και στο σώμα και  προσφέρουν ευεργετικές αντιδράσεις όπως χαρά, ενέργεια, διώχνουν το άγχος αλλά και μας ανεβάζουν την λίμπιντο!

 

Η γνωριμία μου με τον Χρήστο πάει πολλά χρόνια πίσω. Εργαζόταν στο marketing του Rock Fm, εγώ έκανα εκπομπή. Μετά χαθήκαμε και τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε στα μπαρ που έχει άλλα και στα tattoo convention, αφού και τους δύο μας χτύπησε η τρέλα του τατουάζ και γίναμε και τατουατζήδες.
Είναι ένα πρόσωπο όλο εκπλήξεις και τώρα με την ιδιαίτερη αυτή πρωτιά του θέλω να σας τον συστήσω.

Χρήστο, πότε έκανες το πρώτο σου κοκτέιλ;

Θυμάμαι στα παιδικά πάρτι που ενώ όλοι βάζανε απλά αναψυκτικά εγώ πάντα ανακάτευα κόλα με πορτοκαλάδα και λεμονάδα και έφτιαχνα ένα ποτό που μόνο εγώ θα απολάμβανα όταν μεγάλωσα και ασχολήθηκα με τα μπαρ ήταν η εποχή που όλοι μας έπρεπε να μάθουμε την συνταγή για καρπούζι η Β52.

 Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr

Video

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία