Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

SLIDER2019

 
viewtag.gr

viewtag.gr

Σήμερα θα σας μιλήσω εδώ για την Έλενα Αρβανίτη. Είναι ηθοποιός και παραγωγός ραδιοφώνου. Έχει κάνει εκπομπές στον Sky 100.4 ( 1989  – 1990 ), στον Αθήνα 9.84 ( 1990 – 1995 ) και στο Love Radio ( 1996 – 2006 ). Παράλληλα έχει κάνει και τηλεοπτικές μουσικές εκπομπές στην Ετ 1 – Ετ 2 ( Στο ρυθμό της νεολαίας – Μικτό Λύκειο 1990 – 1992 ). Τα τελευταία χρόνια ασχολείται επίσης συστηματικά με το θέατρο.

Η Έλενα είναι ένα κορίτσι χαμηλών τόνων. Είναι ρομαντική. Είναι ειλικρινής. Δεν έχουμε κάνει κολλητή παρέα αλλά θεωρώ ότι είναι ένα ευαίσθητο πλάσμα. Είναι μακριά από κλίκες και γνωστές γελοίες παρεούλες που κυριαρχούν στα media. Είναι μαμά. Είναι ταλαντούχα. Είναι ένα εξαιρετικό κορίτσι που γνώρισα στο τέλος των 80’s. Τότε ήμουν υπεύθυνος ξένου ρεπερτορίου και μέλος της πενταμελούς επιτροπής προγράμματος στον Sky 100,4 fm stereo. Εκεί στα εκπληκτικά στούντιο και στα γραφεία στην Παλλήνη. Επί ημερών Γραμμής. Έχουν ρημάξει όλα εκείνα πια κι αν περάσεις απέξω βλέπεις τα χαλάσματα ενός σουπερ μάρκετ που είχε ανοίξει για ένα φεγγάρι στο χώρο που γνώρισε τεράστια ακμή και δόξα. Θυμάμαι ακόμη την ευγένεια της Έλενας. Πάνω από όλα όμως μου έχει μείνει κολλημένο στη μνήμη το χαμόγελο της. Είναι κάτι που με τα χρόνια έγινε νομίζω και το βασικό σήμα κατατεθέν της. Τα πολλά λόγια είναι περιττά. Γνωρίστε την καλύτερα μέσα από τις γραμμές που ακολουθούν.

 

Πότε πρωτοέπιασες δίσκο στα χέρια σου ;

Αρχές δεκαετίας του ‘70,πολύ πιτσιρίκι. Κάτι 45άρια της Linguaphone με αγγλικά τραγουδάκια για παιδιά! Σύντομα ανακάλυψα στο σπίτι Λουκιανό, Θέμη Ανδρεάδη, τον Αττίκ στη μάντρα του, Βέμπο, Ελίζα Μαρέλλι, Μπιθικώτση και φορητό πικ απ βαλιτσάκι! Οι δικοί μου δίσκοι ήρθαν πιο μετά. Η βόλτα στα δισκάδικα, είχαμε τρία στη γειτονιά, ήταν μια αξέχαστη ,απελευθερωτική και συνάμα ερωτική τελετουργία.

Έλενα Αρβανίτηhttps://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/02/Elena-Viewtag-203x270.jpg 203w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/02/Elena-Viewtag-23x30.jpg 23w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/02/Elena-Viewtag.jpg 600w" data-lazy-sizes="(max-width: 304px) 100vw, 304px" srcset="https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/02/Elena-Viewtag-304x405.jpg 304w, /https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/02/Elena-Viewtag-203x270.jpg 203w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/02/Elena-Viewtag-23x30.jpg 23w, https://www.viewtag.gr/wp-content/uploads/2019/02/Elena-Viewtag.jpg 600w" sizes="(max-width: 304px) 100vw, 304px" style="margin:0.3125rem 1.25rem 1.25rem 0px;padding:0px;font:inherit;vertical-align:bottom;border-radius:5px;max-width:100%;height:auto;display:inline;float:left">Ποιες θεωρείς ως τις πιο σημαντικές στιγμές της καριέρας σου;

Νομίζω ήταν στον 9.84. Μπόρεσα να κάνω πολλά και σε διαφορετικές ζώνες, με ωραίους συνεργάτες, έμπνευση, χιούμορ, αυθορμητισμό, να συναντηθώ με σημαντικούς παραγωγούς ραδιοφώνου, όπως τον Ζακ Μεναχέμ και τον Θόδωρο Σαραντή και να γνωρίσω πολλά και μεγάλα ονόματα της δισκογραφίας μέσα από συνεντεύξεις. Την ίδια εποχή ήρθε και η τηλεόραση,ΕΤ1-ΕΤ2, ελληνικό ροκ, Ξυδούς, Κουτουβός -καλή τους ώρα- διαγωνισμοί συγκροτημάτων και  σούπερ αποκλειστικότητες από την διεθνή σκηνή. Ανάμεσά τους, Scorpions και Duran Duran live στην εκπομπή με εκατοντάδες fans να κοιμούνται έξω από το πλατώ εκείνες τις μέρες, για να μην χάσουν το θέαμα!

Μεγαλύτερη χαρά ποια είναι;

Μεγαλύτερη χαρά στη ζωή, ο ερχομός του γιού μου! Ένα διαφορετικό παιδί, που μας μαθαίνει καθημερινά την αγάπη και την υπέρβαση. Στην καριέρα μου, αξέχαστη η χαρά της πρώτης φοράς στο ραδιόφωνο, στον Sky 100,4 της Παλλήνης. Είχα κολλήσει, απ’ την αγωνία, στο τραπέζι του talk room και οι χτύποι της καρδιάς μου περνούσαν στα ακουστικά και φυσικά στον αέρα! Λυτρωτικό το φινάλε με lady writer των Dire Straits,που πάντα μου προκαλεί ευφορία και …ανακούφιση !

Μεγαλύτερη απογοήτευση υπάρχει;

Δεν αφορά σε κάποιο γεγονός αλλά σε μια νοοτροπία ενδεχομένως. Το να βλέπω ανθρώπους που θαύμαζα στα media, να στενεύουν το μυαλό τους μεγαλώνοντας, να βολεύονται, να χάνουν κάθε όραμα, να επαναλαμβάνονται μέσα σε προχειρότητες και αρπαχτές.

Δεκαετία 80. Σου λείπει κάτι από τότε; –

Σίγουρα όχι τα ντραμοκούτια και οι σύνθι πλάτες στα τραγούδια! Μου λείπω …εγώ! Ο εαυτός μου στην αφετηρία του! Με την νεολαιίστικη ανεμελιά και το ριψοκίνδυνο σε όλες τις επιλογές. Και φυσικά ο ενθουσιασμός για κάποιους έρωτες! Αλλά και με τη μουσική, οι σχέσεις μας ήταν βαθύτερες. Ήταν μια περιπέτεια να ανακαλύψεις τραγούδια. Ήταν και το βινύλιο ακόμα που επέβαλλε μια συνθήκη στην ακρόαση και τη συμμετοχή. Νομίζω ότι όταν αρχίσαμε να πατάμε κουμπάκια, αρχίσαμε και να ξεπετάμε τα πράγματα. Βέβαια με τον καιρό, βρήκαμε μια ισορροπία ανάμεσα στην τεχνολογία και την έκφραση, αλλά οι πληροφορίες είναι τόσες πολλές πια και ο χρόνος τόσο λίγος για να δημιουργήσεις μια αληθινή σχέση, να βιώσεις τη μουσική!

Ποια είναι τα κορυφαία άλμπουμ Ελλήνων και ξένων ονομάτων για σένα και ποτε τα άκουσες για πρώτη φορά;

Κορυφαία δεν ξέρω γιατί δεν είμαι κριτικός, μιλάω πάντα συναισθηματικά για τα τραγούδια και τις κρυμμένες προσωπικές ιστορίες μου πίσω τους. Θα σταθώ λοιπόν στον  πρώτο μου Elvis,ένα κόκκινο greatest hits,τον οποίο πρωτοάκουσα παιδάκι ακόμα σε ένα κινηματοθέατρο στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 στην Κέρκυρα και κατηγοριοποίησε έκτοτε τα γούστα μου, σε ένα νέο και εκκεντρικό είδος: Τα Ξένα! Πολύ γρήγορα πέρασα στο κόκκινο και μπλε άλμπουμ των Beatles λόγω ξαφνικού έρωτα με τον McCartney, τον οποίο εγκατέλειψα αργότερα για τον Βowie που γνώρισα μέσα από μια κασέτα με το The rise and fall of Ziggy Stardust. Νέο χτυποκάρδι και τρέξιμο στα δισκάδικα! Καμιά φορά βέβαια όλοι αυτοί μου φαίνονταν φλώροι μπροστά σε ένα νιαούρισμα του Dylan, αλλά αισθανόμουν πολύ λίγη για να σηκώσω τα μάτια μου πάνω του! Το Freewheelin έχει τους αγαπημένους μου ύμνους. Αλλά και το Sticky Fingers από R. Stones το ‘λιωσα, το Wish you Where here από P. Floyd,το News of the world από Queen (διαβάζοντας τους στίχους μάθαμε αγγλικά) το L. A Woman από Doors που έμειναν χαραγμένοι στη στρατιωτική σχολική τσάντα μέχρι το τέλος του σχολείου. Σοβαροί καβγάδες ανάμεσα σε μουσικόφιλους για το ποιό άλμπουμ ήταν καλύτερο από Zepellin το ΙΙ ή το ΙV; Θα σας γελάσω! Αλλά και το Moondance από Van Morrison και Harvest από Neil Young είναι πάντα “έξω” έτοιμα για ακρόαση. Επίσης δίσκοι σαν το Nothing like the sun του Sting μου λείπουν σήμερα. Μπορεί να μην τα ακούω πια όλα αυτά, αλλά βρίσκονται μέσα σε ό,τι ακούω! Αλλά και στα δικά μας, ενώ οι μεγάλοι μας Μίκης και Μάνος μπαινόβγαιναν μέσα μου άλλοτε με ενθουσιασμό κι άλλοτε με αμφισβήτηση, το Φορτηγό και η Ρεζέρβα του Σαββόπουλου ήταν σταθερή αξία, το Ενέχυρο του Μούτση, ο Σταυρός του Νότου – Μικρούτσικος,ο Θεσσαλικός κύκλος του Μαρκόπουλου που θα θελα να τον δω σε θεατρικό ανέβασμα, Τα μπαράκια του Γερμανού, Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, οι Τρύπες,τα Ζεστά ποτά των Κατσιμιχαίων.

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη εδώ

Από τον Γιάννη Καφάτο

Πηγή:www.viewtag.gr/oi-aoratoi-me-ta-kokkina-gileka-i-poylontas-gia-mia-ora-ti-schedia/

Ο αόρατος μανδύας του Χάρι Πότερ, το όνειρο κάθε παιδιού που θέλει να κάνει μια σκανταλιά και ενήλικα που θέλει να κρυφτεί από τους δαίμονες του δεν είναι τίποτα μπροστά στην αίσθηση να βρίσκεσαι ανάμεσα σε ένα πλήθος και να μην σε βλέπει κανείς τους.

Τα «κόκκινα γιλέκα» είναι οι άστεγοι πωλητές της Σχεδίας, το περιοδικό δρόμου που πουλώντας το εξασφαλίζουν τα ελάχιστα για την αξιοπρέπειά τους.

Το περασμένο Σάββατο, όπως κάθε δεύτερο Σάββατο του Φεβρουαρίου, το περιοδικό Σχεδία οργάνωσε την ενέργεια «Πωλητής για μια ώρα». Καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι και απλοί αναγνώστες που δηλώνουν «παρών» φορέσαμε για μια ώρα τα κόκκινα γιλέκα και …

 

…βιώσαμε στον απειροελάχιστο βαθμό σωματικά τι σημαίνει να εξαρτάται το μεσημεριανό σου φαΐ από την καλοσύνη των περαστικών.
Λέω σωματικά, γιατί συναισθηματικά ξέραμε ότι μετά τη μια ώρα θα επιστρέψουμε ο καθένας σπίτι στον περίγυρό του, θα κάνουμε ένα καυτό μπάνιο, θα φάμε ένα καλομαγειρεμένο φαγητό, θα συνεχίσουμε τη ζωή μας. Μια ζωή που όσες δυσκολίες κι αν καταγράφει είναι σαφώς πιο ασφαλής και χορτάτη από τους επίσημους πωλητές της Σχεδίας.

Οι αόρατοι

Το πόστο μου είχε καθοριστεί στη συμβολή της Κολοκοτρώνη με την Ευαγγελιστρίας, στο ιστορικό κέντρο. Λίγο πριν βάλω το δικό μου γιλέκο, οι συνάδελφοι από τον Αθήνα 9,84, Ελευθερία Κουμάντου και Ελεωνόρα Ορφανίδη έκαναν τη δική τους βάρδια.
Όλα κυλούσαν ομαλά. Ο κόσμος τις αγνοούσε. Εκτός από έναν καταστηματάρχη που βγήκε από το μαγαζί του και κινήθηκε με άγριες διαθέσεις προς το μέρος μας.
«Θα φύγετε μπροστά από το μαγαζί μου, δε μου το κλείσετε εσείς, ο κόσμος πρέπει να βλέπει τη βιτρίνα»!

Μια κυρία που σταμάτησε να αγοράσει το περιοδικό του έδωσε την καλύτερη απάντηση από τις δικές μας αιτιάσεις: Πρέπει να είστε περήφανος που έξω από το μαγαζί σας είναι οι άνθρωποι της Σχεδίας. Δεν σας κόβουν πελάτες.

Με αυτό το περιστατικό που μας αναστάτωσε γιατί φυσικά δεν μπορούσαμε να του απαντήσουμε ως άτομα αλλά ως εκπρόσωποι της Σχεδίας και με βασικό πράγμα στο κεφάλι μας ότι αύριο στο ίδιο πόστο θα ήταν ένας κανονικός σε ανάγκη συνάνθρωπός μας, φόρεσα κι εγώ το κόκκινο γιλέκο.
Η Ελευθερία αγόρασε το πρώτο μου τεύχος. Ήταν μια γλυκιά χειρονομία που μου έδωσε κουράγιο.

Η Μαρία, που είναι πωλητής της Σχεδίας, και η Ηρώ που είναι εθελόντρια, μου έδωσαν τη συμβουλή: Κρατάμε ψηλά το περιοδικό να φαίνεται, και λέμε σχετικά δυνατά – όχι πολύ: Σχεδία, περιοδικό δρόμου ή Σχεδία, κυκλοφόρησε το καινούργιο τεύχος. Δεν μιλάμε χαμηλόφωνα σα λεμέ μυστικό. Είμαστε περήφανοι που το πουλάμε.

Μια ώρα, πολλές «εκφωνήσεις» πολύ περπάτημα πάνω κάτω, όπου πίστευα ότι ο κόσμος που ανεβοκατέβαινε σε Κολοκοτρώνη και Ευαγγελιστρίας μπορεί να σταματούσε … και πολύ απογοήτευση. Ο καταστηματάρχης που είχε επιτεθεί στις συναδέλφους μου, έβγαινε κάθε τόσο να δει αν η απόστασή μου από την βιτρίνα του επηρεάζει τις πωλήσεις του.
Δεν με έβλεπε κανείς. Ήμουν αόρατος. Δεν αφορούσα κανέναν. Κανείς δε νοιάζεται αν κάποιος δίπλα του πεινάει και πουλάει ένα περιοδικό για να φάει κάτι.

Κάποιες στιγμές πριν πω το «Σχεδία, περιοδικό δρόμου» έβαλα και μια «καλημέρα». Ένα δύο κεφάλια γύρισαν και κοίταξαν. Μια κυρία χαμογέλασε. Προσπέρασε.
Η πρώτη ικανοποίηση ήρθε όταν ένας κύριος αντιγύρισε την «καλημέρα – το έχω αγοράσει όμως».

Μισή ώρα πάνω κάτω και τίποτα στην τσέπη. Μέχρι που μια κυρία, κι αυτή όπως οι άλλοι με τα ψώνια στα χέρια σταμάτησε μπροστά μου και μου ζήτησε ένα τεύχος κι άρχισε μια κουβέντα. Την έκοψα γρήγορα γιατί αυτή νόμισε ότι απευθύνεται σε έναν πωλητή. Της εξήγησα ότι είμαι εθελοντής, χαμογέλασε επίσης πλατιά, και συνέχισε το δρόμο της.

Περήφανος πωλητής του ενός τεύχους. Για μια στιγμή έφυγε το πέπλο που με έκανε αόρατο και αισθάνθηκα …λιγότερο μόνος.

Η μοναξιά μπορεί να είναι πιο άγρια από την πείνα; Δεν θέλω να μάθω ποτέ από πρώτο χέρι την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα.

Εκείνο που ξέρω κυρίως ως αναγνώστης της Σχεδίας είναι ότι εκτός από την αγορά του περιοδικού, μια καλή κουβέντα με τον κάθε πωλητή είναι βάλσαμο. Διώχνει, έστω και για λίγο τη μοναξιά.

Είναι πολύ σκληρό να είσαι αόρατος ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους.
Πώς έχουμε γίνει έτσι;

Η ώρα περνάει, παραμένω αόρατος και με τα περιοδικά απούλητα. Σκεφτόμουν διάφορα πράγματα όσο φώναζα «Σχεδία, περιοδικό δρόμου» και δεν μου έδινε κανείς σημασία.

Δεν έχει σημασία να πω τι σκεφτόμουν, αφού ήμουν αόρατος, δεν υπήρχα. Τι αξία έχουν οι σκέψεις κάποιου που δεν υπάρχει;

Η ώρα μου πέρασε. Παρέδωσα το κόκκινο γιλέκο μου στην Καλλιόπη, μια ακόμη εθελόντρια, αγόρασα κι εγώ ένα τεύχος για να πάρει κουράγιο και  άρχισα να περπατάω, ορατός πάλι ανάμεσα στους ανθρώπους, προς το Σύνταγμα.

Οι αόρατοι

 

Του Νότη Μαυρουδή

Τελευταία, όλο και περισσότερο ακούω για την ανάγκη επιστροφής στην Άδεια Ασκήσεως Επαγγέλματος Ηθοποιού, όπως και για καλύτερη —ουσιαστικότερη εκπαίδευση και αξιολόγηση των τίτλων σπουδών (διπλώματα-πτυχία), ώστε ένας ηθοποιός να επαγγέλλεται νομίμως και με τη δέουσα σοβαρότητα.

Παρουσιάζει ενδιαφέρον αυτή η άποψη, ιδίως εάν συνειδητοποιήσει κανείς το υπάρχον πλήθος των νέων ηθοποιών, είτε από αναγνωρισμένες θεατρικές σχολές, είτε από απλά εργαστήρια, είτε από το… πουθενά· ηθοποιοί (?) οι οποίοι όλο και περισσότεροι εμφανίζονται στο προσκήνιο, αναζητώντας εναγωνίως θεατρική εργασία στις υπάρχουσες (?) λιγοστές.
Το θέμα τής άδειας πάντα δίχαζε τον θεατρικό κόσμο. Η θεωρία πως, σε μια ελεύθερη αγορά, ο καθένας μπορεί να συμμετέχει, δεν αρκεί για να προσπεράσουμε το γεγονός ότι το θέατρο είναι μια πολύ σοβαρή και συλλογική τέχνη, ώστε να επιτραπεί να παρεισφρέουν στον χώρο ανεκπαίδευτοι και απροετοίμαστοι…

 

Θεωρώ πως σχεδόν όλα τα προβλήματα ξεκινούν από την πλημμελή σπουδή των δραματικών Σχολών στη χώρα μας, πολλές εκ των οποίων στηρίζονται στην προχειρότητα και τo κενό.

Από τη σύντομη διαδικασία διδασκαλίας των ειδικών μαθημάτων, έως και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της τρίχρονης διάρκειας σπουδών, η τρίχρονη αυτή εμπειρία, έτσι όπως γίνεται σε πολλές θεατρικές σχολές, ακόμα και «αναγνωρισμένες από το κράτος», εκ των πραγμάτων δεν προλαβαίνει να αποτελέσει σπουδή σε βάθος για τον νέο, ο οποίος θα γραφτεί σε μια Σχολή μετά το Λύκειο, για να αφομοιώσει μια απέραντη ύλη ειδικών γνώσεων ενός πολυσύνθετου θεάματος, το οποίο αναπτύσσει και ανανεώνει το υλικό του (θεατρικούς συγγραφείς, μεταφραστές, διασκευαστές, σκηνοθέτες, νέα θεατρικά ρεύματα) σε ένα είδος τέχνης που έχει ως προορισμό, παράλληλα με το κλασικό ρεπερτόριο, να ασχολείται με ό,τι νεότερο δημιουργείται στον ορίζοντα και στις νέες αισθητικές θεωρίες.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: δίπλωμα με άδεια ή ελεύθερα, δίχως κανένα χαρτί σπουδών για τους νέους ηθοποιούς;
Μια απάντηση στα γρήγορα και πρόχειρα, επαναλαμβάνω, θα ήταν επιπόλαιη και θα μπορούσε να «σκοντάψει» σε αντεπιχειρήματα του τύπου: το ταλέντο ή το ‘χεις ή δεν το ‘χεις· ή, γιατί να μην έχει ευκαιρία να ασχοληθεί με το θέατρο κι ένας εραστής αυτής της τέχνης, που όμως δεν έχει ιδιαίτερο ταλέντο; Εξ’ άλλου, οι τόσες θεατρικές παραστάσεις κατά τη διάρκεια των σχολικών σπουδών, είναι ήδη μια σπουδαία εμπειρία… ή, βλέπουμε και σπουδαγμένους ηθοποιούς που είναι χάλια… Το ζήτημα της άδειας του επαγγέλματος του ηθοποιού, αν δεν απατώμαι, «απελευθερώθηκε» ουσιαστικά επί Μελίνας, όταν οι καιροί ήταν διαφορετικοί, με λιγότερα θέατρα, λιγότερες Σχολές, λιγότερους ηθοποιούς, σκηνοθέτες, παραγωγούς, θεατρικές σκηνές.
Τώρα, στην εποχή τής έκρηξης της θεατρικής τέχνης, με δεκάδες θέατρα και με σχεδόν 1500 παραστάσεις τον χρόνο, με αμέτρητους πλέον ηθοποιούς στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο, ταλαιπωρημένοι οικονομικά και ανασφάλιστοι από πολλούς παραγωγούς, οι οποίοι τους αντιμετωπίζουν ως άτομα που έχουν εκλάβει την υποκριτική τέχνη σαν ένα απλό… χόμπι, το οποίο το εμφανίζουν, κακοπαιγμένο μάλιστα, στα τηλεοπτικά σήριαλ, το θέμα της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τίθεται έντονα και πλέον, ε π ι τ α κ τ ι κ ά.

Για την ιστορία, θυμίζω (και αντιγράφω) πως ο νόμος 1158/1981—ΦΕΚ 127/13-5-1981 περί οργανώσεως και διοικήσεως σχολών Ανωτέρας Καλλιτεχνικής Εκπαιδεύσεως, Κρατικού Βραβείου Θεάτρου και καταργήσεως Αδείας Ασκήσεως Επαγγέλματος Ηθοποιού, αποφασίστηκε τον Μάιο του 1981 με υπογραφή του πρώην υπουργού Ανδρέα Ανδριανόπουλου. Να πούμε και τη λεπτομέρεια πως, επειδή τον Οκτώβριο του ’81 ανέβηκε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ, με την Μελίνα Μερκούρη στο ΥΠΠΟ, κακώς θεωρήθηκε πως η άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού καταργήθηκε από τη Μελίνα. Απλώς, η υπουργός κράτησε αυτή την απόφαση…
Από το 1981 έχουν περάσει 37 ολόκληρα χρόνια! Μέσα σ’ αυτό το διάστημα έγιναν τεράστιες αλλαγές και στο θέατρο με την κατάσταση να είναι παντελώς — ριζικά διαφορετική. Στο θέμα τής θεατρικής εκπαίδευσης, εάν εξαιρέσει κανείς το τμήμα Θεατρολογίας του πανεπιστημίου, όπου όμως δεν διδάσκεται συστηματικά η υποκριτική τέχνη, οι απλές Σχολές είναι πλέον τόσες πολλές ώστε να μπορούν να καλύψουν, αριθμητικά τουλάχιστον, τους ενδιαφερόμενους σπουδαστές.
Εκεί λοιπόν, με τον πλημμελέστατο έλεγχο από το ΥΠΠΟ, οι περισσότερες αναγνωρισμένες από το κράτος Σχολές έχουν γίνει τόποι εμπορίου ελπίδων και ξοδέματος ονείρων… Τόσοι συγγραφείς, τόσα θεατρικά είδη, τόση ιστορία, τόσες ανανεωτικές θεωρήσεις, νέες τεχνολογίες, θεωρητική γνώση των εποχών, των στιλ, των ρευμάτων… Πώς να… στριμωχτούν και να μαθευτούν όλα αυτά σε διάστημα τριών χρόνων;
Το υπάρχον πρόγραμμα της εκπαιδευτικής ύλης στις Σχολές θεάτρου, επαναλαμβάνω, είναι ελλειμματικό και ξεπερασμένο. Το γνωρίζω από πρώτο χέρι γιατί δούλεψα πάνω από δέκα χρόνια στη θεατρική εκπαίδευση και αντιμετώπισα τα προαναφερόμενα προβλήματα με έκπληξη και απορία…

Το ίδιο συμβαίνει και με τα Ωδεία· κεντρικά και περιφερειακά. Παρ’ όλο που το πρόγραμμα σπουδών των Ωδείων διαρκεί (κανονικά) δέκα χρόνια, και εκεί, οι σπουδές και τα συστήματα χωλαίνουν και εξαρτώνται— μόνο και αποκλειστικά — από την συνείδηση και την γνωστική επάρκεια του καθηγητή που θα βρεθεί στο διάβα τού μαθητή… Αυτό όμως δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον κύκλο σπουδών.
Μεγάλες οι ευθύνες των αρμόδιων θεσμικών φορέων. Έχουν προ πολλού απαξιώσει τέτοιου είδους πολιτισμική εκπαίδευση και έλεγχο στα υπό την ευθύνη τους εκπαιδευτικά ιδρύματα, είτε δημοτικά, είτε ιδιωτικά· όσον αφορά την έδρα μουσικής τής Μουσικολογίας και της Θεατρολογίας τού Πανεπιστημίου, δεν είμαι εγώ ο καταλληλότερος που θα ομιλήσει…

Η επαναφορά της άδειας εργασίας του ηθοποιού, σήμερα, ίσως αναζωογονήσει το ελληνικό θέατρο. Ίσως οι τόσες παραπαίουσες Σχολές θεάτρου να αντικατασταθούν από άλλες πιο οργανωμένες ή τουλάχιστον να παραμείνουν όσες δουλεύουν σοβαρά και με προγραμματισμό ο οποίος στοχεύει σε ποιοτικά αποτελέσματα.
Ούτως ή άλλως, το επάγγελμα του ηθοποιού δεν είναι από τα εύκολα και η εύρεση εργασίας με φυσιολογικές συνθήκες (αμοιβή για τις πρόβες, λογικός μισθός, ασφαλιστικά κλπ) είναι δύσκολη και ψυχοφθόρα. Η παράλληλη εργασία των νέων ηθοποιών σε ντελιβεράδες, οικοδόμους, σκόρπια μεροκάματα, συγχρόνως και σε άλλες παραστάσεις, δεν μπορούν να βοηθήσουν ούτε τον ηθοποιό, ούτε την ίδια τη θεατρική τέχνη.
Εάν η άδεια αναβαθμίσει αυτή την τελματωμένη κατάσταση, ας γίνει αύριο κιόλας! Τα ανακλαστικά τής πολιτείας δεν μπορεί να συνεχίζουν να είναι τόσο νωχελικά…
Δεν υποστηρίζω την επαναφορά της άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού με ενθουσιασμό, επειδή γνωρίζω πως αυτό, αν πραγματοποιηθεί, θα «χτυπήσει» αναπόφευκτα πολλούς άνευ αδείας ηθοποιούς, ακόμα και ταλαντούχους. Θα κλείσουν θεατρικές Σχολές και θα αναστατωθούν οι συντεχνίες και ο κλάδος, αλλά τίποτα δεν γίνεται δίχως να σπάσεις αυγά…

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ

Ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας είναι ένας χρυσός Ολυμπιονίκης του φωτορεπορτάζ. Ένας διεθνής Έλληνας που τίμησε τις φωτογραφικές του μηχανές όσο λίγοι στον κόσμο.

Είναι ένα παιδί από την Καισαριανή που λαχτάρησε την «γη της επαγγελίας», την Αμερική μετά τον πόλεμο, και μετά ήρθε μια άλλη Λαχτάρα στη ζωή του: Η φωτογραφία. Του έκανε «κλικ», και ξέχασε την Αμερική.
Έχει τραβήξει χιλιάδες φωτογραφίες αλλά και μόνο για τις τρεις φωτογραφίες με το τανκ της χούντας να εισβάλει στο Πολυτεχνείο θα μπορούσε να μπει στο πάνθεον αυτών που σώζουν την ιστορία και συμβάλλουν στην αποκάλυψη της  αλήθειας.

 

Τον έβλεπα μέχρι τα μέσα της δεκατίας του ’90 που συνταξιοδοτήθηκε να είναι έξω, στους δρόμους που βγαίναμε για ρεπορτάζ.
Οι φωτορεπόρτερ της γενιάς μου τον αγαπούν και τον τίμησαν και τις προάλλες καθώς είχαν γεμίσει τα έδρανα της Παλαιάς Βουλής στην παρουσίαση του βιβλίου του «Ζην επικινδύνως – 40 χρόνια φωτορεπορτάζ» (εκδόσεις Μένανδρος).

Ένας ευγενής άνθρωπος που παρά το γεγονός ότι έχει ζήσει τη φρίκη και την αγωνία του θανάτου σε πολεμικά πεδία σε πολλά σημεία του πλανήτη, όταν τον συναντάς βλέπεις ένα καθάριο βλέμμα γεμάτο λαχτάρα.

Το βιβλίο του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα δεν είναι μόνο ένα φωτογραφικό λεύκωμα. Είναι και αυτό καθώς έχει μερικές εκατοντάδες από τις ιστορικές φωτογραφίες του. Το βιβλίο του είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο με την αξία της προφορικής ιστορίας.
Διηγείται ό,τι έζησε πριν γίνει δημοσιογράφος – γιατι δεν μπορείς να είσαι φωτορεπόρτερ του δικού του βεληνεκούς αν δεν είσαι και πολύ καλός δημοσιογράφος, αλλά και ιστορικά γεγονότα, τεκμηριωμένα με ημερομηνίες και ονόματα.
Έτσι είχε μάθει να δουλεύει. Δεν νοείτω να στείλει φωτογραφία στο Associated Press στη Νέα Υόρκη χωρίς λεζάντες και χωρίς τα ονόματα των πρωταγωνιστών.

Το «Ζην επικινδύνως – 40 χρόνια φωτορεπορτάζ» θα έπρεπε να διδάσκεται σε κάθε σχολή δημοσιογραφίας και φωτογραφίας.
Με αφορμή αυτό το βιβλίο τον συνάντησα ένα απόγευμα και πίνοντας ένα τσάι μιλήσαμε για τη ζωή του φωτορεπόρτερ, φυσικά για την μοιραία βραδιά της 17ης Νοέμβρη και είχα τη χαρά να μου καταθέσει στιγμές που τον σημάδεψαν στη 40χρονη πορεία του.

Η συνέντευξη μας θα μπορούσε να κρατήσει πολλές ώρες γιατί όσο τον έβλεπα όταν μου διηγιόταν τη συναρπαστική του ζωή ένιωθα ένα δέος που λίγες φορές μου έχει συμβεί. Άλλωστε πόσους με πόσους θρύλους μπορείς να πιεις ένα τσάι και να τους ακούς να σου μιλάνε! Γι’ αυτό και τον ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο που μου διέθεσε και την εμπιστοσύνη.

-Όταν κλείνετε τα μάτια σας, το βράδυ, ποια φωτογραφία, ποια εικόνα από τις χιλιάδες που έχετε τραβήξει σας έρχεται στο μυαλό;

Είναι πολύ δύσκολη ερώτηση. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα της δουλειάς υπήρξαν πολλές συγκλονιστικές φωτογραφίες, πάρα πολλές. Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να πω ότι θυμάμαι μια συγκεκριμένη.

-Μια εικόνα που δε θέλετε να θυμάστε;

Κι αυτές είναι πολλές. Οι εικόνες που αντίκριζα στη Βυρηττό σε όλη τη δεκαετία του ’70, και στην Αφρική τον εμφύλιο μεταξύ των Χούτου και των Τούτσι, το 1994. Η σφαγή στην Ουγκάντα ήταν τρομερή. Τρομακτικές σκηνές. Δε θέλω να τις σκέφτομαι.

-Έχετε ωφελήσει με τα πορτραίτα σας πολλούς πολιτικούς. Έχουν συμπεριφερθεί με μπέσα; Ή απλώς σας χρησιμοποιούσαν

(γελώντας) Πολιτικός με μπέσα … είναι σα να σου πέφτει το λαχείο. Αλλά μην τους βάλουμε όλους σε ένα τσουβάλι. Υπήρχαν άνθρωποι σοβαροί. Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ανδρέας Παπανδρέου, Χαρίλαος Φλωράκης ήταν από τους ανθρώπους που μπορεί να μην πίστευαν αυτά που έλεγαν αλλά έκαναν τους άλλους να τους πιστεύουν.

Αν το …πάρουμε « ινδιάνικα», τους κλέβατε την ψυχή. Πώς ήταν η κατ΄ ιδίαν συνεργασία μαζί τους;

Σε κάθε συνάντηση έχω τις καλύτερες αναμνήσεις από όλους. Γνωρίζοντας ότι η φωτογραφία που τους τραβούσα θα πήγαινε μέσω Associated Press σε όλον τον κόσμο, και ως έξυπνοι άνθρωποι μου παρείχαν κάθε ευκολία για να κάνω τη δουλειά μου.

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr 

Μετά το «Γάλα», την ιστορική πρώτη παρουσιάσή του στη σκηνή, και την ανάγνωση του βιβλίου δεν διάβασα, ούτε έτυχε να δω κάποια άλλα από τα έργα του Βασίλη Κατσικονούρη μέχρι που ο τίτλος «Καρό παιδιά ριγέ πατεράδες – Ιστορίες από δυο γενιές» (Εκδόσεις Καστανιώτη) ήρθε και με ξεσήκωσε, κι ευτυχώς τον …συνάντησα και πάλι.

Ο Κατσικονούρης  φτιάχνει τον πιο σαγηνευτικό ιστό που μπορεί να παρασύρει έναν ονειροπόλο βιβλιόφιλο. Ιστορίες και λέξεις και με ό,τι γεννούν αυτές – και στην περίπτωση του «Καρό παιδιά ριγέ πατεράδες» γεννούν πολλά – γίνονται ένα απολαυστικό ταξίδι σε δύο παράλληλους κόσμους: Αυτόν του συγγραφέα αλλά και ένα προσωπικό ταξίδι στον δικό μου κόσμο με τις αναμνήσεις, τις απογοητεύσεις, τις προσπάθειες.
Αυτή θεωρώ ότι είναι η μεγάλη αρετή αυτού του βιβλίου.

 Τα διηγήματά του Βασίλη Κατσικονούρη έχουν την πυκνότητα μυθιστορήματος και την ένταση δοκιμίων αλλά με μια απλότητα που τα κάνουν σαγηνευτικά μοναδικά! Αυτή η απλότητα κρύβει …όσα μυστικά μπορεί να αντέξει κάποιος!

 

Ενθουσιασμένος, μετά την ανάγνωση, σας  «συστήνω» τον κύριο Βασίλη  Κατσικονούρη μέσα από τις δικές του απαντήσεις στη συνέντευξη που μου παραχώρησε (και τον ευχαριστώ πολύ για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε!)

-Το βιβλίο σας τελειώνει με την παράγραφο που ξεκινάει: …Αλλά και μήπως γράφουμε μόνο για όσους μπορούν να τα διαβάζουν;  Ίσως, κι ας μην το ξέρουμε, πιο πολύ να γράφουμε για όσους πια δεν μπορούν. Ποια ανάγκη, σάς «κάθισε» πρώτη φορά σε μπροστά σε ένα χαρτί και το γεμίσατε με λέξεις; Σε ποιον απευθυνθήκατε ή απευθύνεστε;

Η λογοτεχνία είναι η απώλεια που γίνεται τέχνη. Αυτό που έγινε και δεν θα ξαναγίνει. Αυτό που χάθηκε και δεν θα ξαναβρεθεί. Με τη λογοτεχνία είναι κάπως σαν να φτιάχνουμε ένα τόπο όπου ξαναανταμώνουμε και συνομιλούμε για λίγο με όσα και όσους χάσαμε. Κι ας μην μας ακούνε, είναι μια παρηγοριά. Το όπιο ενός ευαίσθητου λαού.

Σήμερα τόσα γραπτά μετά, γιατί εξακολουθείτε να γράφετε. Αναζητάτε ή ξορκίζετε;

Αναζητώ την επικοινωνία με τους συνανθρώπους, ξορκίζω τις περιττές διατυπώσεις μεταξύ μας.

Με δύο παιδιά, μάθημα στο σχολείο, συγγραφή. Πώς γεμίζετε τις μπαταρίες του Βασίλη;

Μα, με τα δύο μου παιδιά (και τη μαμά τους), το σχολείο και τη συγγραφή.
Ο. Κ, παίζω και λίγο Pro στο playstation.

Συγγραφή ή διδασκαλία; Πού υπάρχουν κοινά σημεία και πού το ένα μπορεί να γίνει βραχνάς για το άλλο;

Η συγγραφή γίνεται «βραχνάς» σε όλα. Από τη στιγμή που της δοθείς, είσαι λίγο σαν καλόγερος σε κατάσταση αδιάλειπτης προσευχής. Ρίχνει ένα άλλο φως στα πράγματα και στις καταστάσεις της καθημερινότητας. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι γίνεσαι και λίγο αφηρημένος…

Ένα σύγχρονο «trend» είναι τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Δε σας θυμίζουν λίγο τις σχολές χορού, που καταλαβαίνεις τους «αποφοίτους» τους σε μια πίστα αφού δεν χορεύουν αλλά μετράνε (χορεύοντας);

Πολύ ωραία η παρομοίωσή σου. Δεν πιστεύω όμως ότι είναι κανείς τόσο χαζός ώστε να παίρνει τοις μετρητοίς αυτά που λέγονται σ` ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Προσωπικά θεωρώ αυτά τα μαθήματα σαν μία κλωτσιά στο κεφάλι για να ξυπνήσει ο συγγραφέας που κοιμάται ή χαζολογάει εκεί μέσα. Αν δεν υπάρχει κανείς τέτοιος εκεί, κάλλιστα μπορείς να ξεσηκώσεις τον αναγνώστη να διεκδικεί τα δικαιώματά του και να έχει τις απαιτήσεις του από ένα κείμενο. Στο κάτω κάτω, η αρχική προϋπόθεση για να γίνει κάποιος  καλός συγγραφέας είναι πρώτα να είναι καλός αναγνώστης.

Πώς εξαργυρώνει ένας συγγραφέας την επιτυχία του;

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο Γιάννη Καφάτο και το viewtag.gr

Εκεί που η λογοτεχνία συναντάει το σινεμά, βρίσκεις σκηνοθέτες σαν τον Nuri Bilge Ceylan. Έχει περάσει πάνω από μια βδομάδα που είδα την «Άγρια αχλαδιά», τη νέα ταινία αυτού του εξαιρετικού Τούρκου δημιουργού, που είχα γνωρίσει με το εκπληκτικό «Οι τρείς πίθηκοι» (δέκα χρόνια πριν), και ακόμα την σκέφτομαι.

Μόνο με βιβλία συμβαίνει (τουλάχιστον σε μένα) αυτό, να σε ακολουθούν εβδομάδες, μήνες μετά την ανάγνωσή τους, ελάχιστες ταινίες έχουν αυτή την επίδραση μέσα μου. Η «Άγρια αχλαδιά» είναι μία από αυτές.

 

Το σινεμά του Τζεϊλάν, είναι ιδιόμορφο, δεν απευθύνεται στην πλατιά μάζα των θεατών. Κρίνοντάς το όσο πιο αντικειμενικά μπορώ, αδυνατώ να βρω πολλούς θεατές που θα αφιερώσουν πάνω από 3 ώρες από τον χρόνο τους για να δουν μια αργόσυρτη, στοχαστική ταινία στα Τουρκικά, με άγνωστους ηθοποιούς, χωρίς κανένα γκλάμουρ και εντυπωσιακές σκηνές. Να δουν μια ταινία που σε προκαλεί να σκεφτείς και να βυθιστείς στην ατμόσφαιρά της για τόσο πολύ. Η «Άγρια αχλαδιά» είναι μια ταινία Δημιουργού, μια ταινία που αγγίζει πολλά θέματα. Μπορεί να μην φτάνει το επίπεδο της Τσεχοφικής προηγούμενης ταινίας του Τζεϊλάν, της εμβληματικής «Χειμερία νάρκη», η οποία ήταν ένα πραγματικό αριστούργημα, αλλά είναι έξοχη, γι’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία.

Η «Χειμερία νάρκη» εκτυλισσόταν στα εντυπωσιακά τοπία της Καππαδοκίας, η «Άγρια αχλαδιά» διαδραματίζεται στην ευρύτερη περιοχή των Δαρδανελίων, γύρω από την πόλη του Τσανάκαλε με τα αρχαία της Τροίας να δεσπόζουν στην περιοχή.

Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τον Σινάν, έναν νεαρό απόφοιτο του τοπικού πανεπιστημίου, που επιστρέφει στην μικρή του πόλη μετά τις σπουδές του. Ο Σινάν που έλειπε αρκετά χρόνια παρά την μικρή απόσταση που χωρίζει τις δύο πόλεις, βρίσκει την οικογένειά του σε αποσύνθεση, με τον δάσκαλο πατέρα να έχει χάσει τα πάντα από τα χρέη στον τζόγο (ακόμα και το σπίτι τους), την μητέρα του εμφανώς καταρρακωμένη να παρακολουθεί κατατονικά, σαπουνόπερες στην τηλεόραση, την κοπέλα που του άρεσε κάποτε, να παντρεύεται έναν εύπορο άντρα, πολύ μεγαλύτερό τους και την παλιούς του φίλους να του είναι τελείως ξένοι. Την μεγαλύτερη απογοήτευση την εισπράττει από τον πατέρα του, που τον βλέπει αποξενωμένο και καταθλιπτικό που το μόνο που τον ενδιαφέρει πλέον είναι να βρει νερό από ένα παλιό πηγάδι σε ένα κτήμα στο χωριό του.

Ο Σινάν θέλει να γίνει συγγραφέας και να διδάξει σε σχολείο. Προσπαθεί να βρει χρήματα να εκδώσει το βιβλίο που έχει γράψει όπως και να περάσει τις εξετάσεις (κάτι σαν το ΑΣΕΠ) μπας και προσληφθεί σε κάποιο σχολείο έστω και στα βάθη της Ανατολίας. Με τα πολλά καταφέρνει να βγάλει το βιβλίο του με δικά του έξοδα, αλλά αποτυγχάνει πανηγυρικά στις εξετάσεις του. Η αποξένωσή του από την οικογένεια και τοπική επαρχιακή κοινωνία είναι εμφανής, όπως και η ηθελημένη απομόνωσή του. Ξεσπάει μπροστά στη συνειδητοποίηση του αδιέξοδου, εκνευρίζεται, τσακώνεται με όλους και ψάχνει απαντήσεις παντού. Κάνει μεγάλους διαλόγους με μουσουλμάνους ιερείς στο χωριό, θυμώνει με έναν γνωστό συγγραφέα και του τα ψέλνει χωρίς εμφανή λόγο. Είναι ένας άλλος Μερσώ (ο Ξένος του Καμύ) αιχμάλωτος σε έναν αόρατο ιστό της αράχνης, αντιπαθής και μάλλον δυσάρεστος όχι μόνο στους οικείους του, αλλά και σε όποιον συναντάει, ακόμα και στον ίδιο τον θεατή, ο οποίος κάποια στιγμή αισθάνεται άβολα με αυτόν τον ιδιόρρυθμο τύπο, τον μονίμως θυμωμένο και εμφανώς αποπροσανατολισμένο. Το φινάλε πικρό και δραματικό θα τονίσει εμφαντικά το αδιέξοδο του πρωταγωνιστή θυμίζοντάς του ότι δεν μπορεί να αλλάξει τη μοίρα του, κι ότι δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί από τους γονείς μας.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ

Συλλαλητήριο και στερεότυπα και η νέα συλλογική συνείδηση

  • Προφανώς ο κόσμος που μαζεύτηκε στο Σύνταγμα έχει τα αιτήματά του και όλα τα δικαιώματα να τα εκφράσει σε μια διαδήλωση, συλλαλητήριο.
  • Με αφορμή το συλλαλητήριο έχουν κυκλοφορήσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πολλά, άλλα χαριτωμένα, άλλα χοντροκομμένα, άλλα άθλια «αστεία» και αφορμή για να γράψω τις παρακάτω γραμμές στάθηκε ένα τέτοιο «κείμενο» ενός υποτιθέμενου χρήστη (προφανώς είναι ψεύτικο προφίλ για να προκαλέσει γέλιο)

 

νέα κοινωνική συνείδηση

  • Ο χρήστης λοιπόν «Οικογενειάρχης» (να ένα στερεότυπο) γράφει: Πολλοί αναρχικοί μπαίνουν  ντυμένοι πατριώτες στα λεωφορεία που φεύγουν για το συλλαλητήριο ώστε να μας σαμποτάρουν. Για να είμαστε σίγουροι ρωτάμε πάντα τον διπλανό μας πώς γράφεται το «συλλαλητήριο» και αν απαντήσει σωστά δεν τον αφήνουμε να επιβιβαστεί.
  • Δεν μπορώ να μην σκάσω στα γέλια διαβάζοντας την ανάρτηση αυτή. Προφανώς είναι ψεύτικη, το ξαναλέω. Έχει όμως περάσει στα σόσιαλ μίντια χιλιάδων χρηστών και πλέον είναι μια πραγματικότητα.
  • Γέλασα μέχρι δακρύων όταν τη διάβασα. Είναι πολύ μαύρο χιούμορ που αναπαράγει το στερεότυπο ότι οι πατριώτες είναι αγράμματοι. Ναι αλλά αυτό δεν είναι σωστό.
  • Αγράμματους σε κακουργηματικό βαθμό (κι αυτό είναι αστείο για να μην παρεξηγηθούμε) θεωρεί πολύς κόσμος τους χρυσαυγίτες.
  • Ας μην παραδώσουμε λοιπόν αυτούς που θεωρούν τον εαυτό τους πατριώτες, και που δεν έχουν σχέση με τους ευκαιριακούς «πατριώτες» στους φασίστες!
  • Επίσης γιατί θεωρούμε τους αναρχικούς de facto εγγράμματους;
  • Το πρώτο στερεότυπο που βλέπεις στην ανάρτηση είναι το όνομα του χρήστη: Οικογενειάρχης! Τι θέλει να μας πει ο… ποιητής; Εμπιστέψου αυτόν που υπογράφει γιατί δεν είναι κανένας «άπλυτος» , μοναχικός, άτεκνος. Είναι οικογενειάρχης, αρά εμπεδωμένα στυλοβάτης της κοινωνίας.

  • Γελάω λοιπόν με την δηκτικότητα του τύπου ή της τύπισσας που σκέφτηκε αυτό το όνομα χρήστη και φυσικά την υπόλοιπη ανάρτηση.
  • Σε 30 λέξεις (και λίγο παραπάνω) καταφέρνει να: κάνει πλάκα, και να μας δώσει ανάγλυφα μια συλλογική «εικόνα» για δύο κατηγορίες πολιτών. Μια «εικόνα» που έχει περάσει στη συλλογική συνείδηση μέσα από κείμενα, άρθρα, και φυσικά αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο του Γιάννη Καφάτου στο viewtag.gr

Είχα πολλά χρόνια να διαβάσω Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ακολουθώντας μια μάλλον άκυρη παρόρμηση, ισχυριζόμουν ότι έφταιγε πως τον είχα σιχαθεί όσο μάθαινα Γαλλικά. Τελικά αυτό ήταν μάλλον μια φτηνή δικαιολογία, και νιώθω τώρα, αφού έχω ολοκληρώσει τις 875 σελίδες των Χαμένων Ψευδαισθήσεων πως πρέπει να επανορθώσω, να κερδίσω τον χαμένο χρόνο.

Οι “Χαμένες Ψευδαισθήσεις” είναι μέρος της Ανθρώπινης Κωμωδίας, του μεγαλεπίβολου σχεδίου του χαοτικού αλλά και ιδιοφυούς Μπαλζάκ να ενώσει τα μυθιστορήματά του κι έτσι να μιλήσει για την κοινωνία και την ανθρώπινη φύση στην ολότητά της. Το βιβλίο γράφτηκε σε συνέχειες στη διάρκεια έξι (1837-1843) χρόνων και στην αρχή εκδόθηκε σε τρεις διαφορετικούς τόμους, για αυτό τα τρία μέρη του είναι εμφανή και διακριτά.
 
Στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστεί ο Λυσιέν, ένας 21χρονος πανέμορφος ποιητής που ζει σε ένα χωριουδάκι στην Ανγκουλέμη. Ο Λυσιέν είναι ευγενικής καταγωγής από την μητέρα του- ένας ντε Ρυμπαμπρέ- και κατώτερης από τον πατέρα του- ένας Σαρντόν. Δεν έχει χρήματα, αλλά χάρη στην αδελφική του φιλία με τον γιο του βασικού τυπογράφου της Ανγκουλέμης- τον Νταβίντ Σεσάρ, κατορθώνει να φύγει για Παρίσι. Πίσω του αφήνει τη μάνα του – που ξενόπλενε για να τον ζήσει- και την αδελφή του, παντρεμένη με τον Νταβίντ, όλους εξαθλιωμένους, γιατί τους πήρε όλα τα χρήματα∙ του τα έδωσαν με την καρδιά τους γιατί πιστεύουν σε αυτόν.
 
Για το Παρίσι φεύγει με την κυρία ντε Μπαρζετόν, μια ξερακιανή, μεγαλύτερή του, παντρεμένη γυναίκα, που είχε κάποια μόρφωση και νιώθει πως δεν την χωρά η επαρχία. Στο Παρίσι η μαντάμ παρατάει αμέσως τον Λυσιέν, μόλις καταλαβαίνει πως τον λοιδορούν για την ταπεινή καταγωγή του και τους άξεστους χωριάτικους τρόπους του. Ο Λυσιέν για δύο χρόνια ζει στα όρια της πείνας, κάνοντας φιλίες με συγγραφείς σε αντίστοιχη κατάσταση. Δεν κατορθώνει να εκδώσει τα σονέτα ή το μυθιστόρημά του, αλλά διαβάζει και μελετά λυσσασμένα. Ώσπου με κάποιο γύρισμα της τύχης μπλέκεται με τον κόσμο των δημοσιογράφων, αποκτά μια όμορφη θεατρίνα για ερωμένη, ξεχνά τους φίλους του, κι αρχίζει η άνοδός του. Και η πτώση.
Το μυθιστόρημα του Μπαλζάκ είναι εντυπωσιακό, τόσο για το πώς παρουσιάζει τη ζωή στην επαρχία σε αντίστιξη με την Παρισινή, όσο και γιατί κατορθώνει να στήσει ήρωες τόσο ζωντανούς που κοντά διακόσια χρόνια μετά νομίζεις ακόμα πως θα σου μιλήσουν.
Ο Λυσιέν Σαρντόν ή ντε Ρυμπαρμπέ είναι ταυτόχρονα ένας άγγελος και ένας δαίμονας. Όμορφος, μορφωμένος, ταλαντούχος, αφήνεται να παρασυρθεί από το όνειρο της μεγάλης ζωής, από τους τίτλους της αριστοκρατίας, την προοπτική για επιτυχία και λεφτά, και τελικά κατακρημνίζεται εκκωφαντικά. Ο κόσμος των εκδόσεων, της δημοσιογραφίας, της λογοτεχνίας στο Παρίσι του 1830 μοιάζει τόσο πολύ με αυτό που συμβαίνει ακόμα και σήμερα, που σε ανατριχιάζει. Οι δημοσιογράφοι-συγγραφείς γράφουν άρθρα ο ένας για τον άλλον, σχεδιάζουν επιθέσεις, κανονίζουν εκδόσεις, μπλέκονται με πρωταγωνίστριες του θεάτρου, τρώνε λεφτά και μένουν στην ψάθα, ασχολούνται με την πολιτική, αλλάζουν στρατόπεδα.
 
Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr
 
 

Τα δάση, όπως και όλος ο φυσικός κόσμος, από πάντα γοήτευαν τους ανθρώπους και γι’ αυτό έφτιαχναν μικρές και μεγάλες θεότητες, ξωτικά, νεράιδες, τρομακτικά και λιγότερο τρομακτικά παραμύθια… Όλα τα δάση, ακόμα και τα μικρά, τα δασύλλια. Πάντα η παρουσία ενός δέντρου χαρίζει ένα φωτάκι αισιοδοξίας. Γι’ αυτό και τόσα μπαλκόνια μέσα στο πράσινο. Πόσο μάλλον τα μεγάλα ρουμάνια, οι τεράστιες εκτάσεις δασών, όπως οι περιοχές που ακολουθούν τον σπουδαιότερο… γεννήτορα του πλανήτη, τον θεϊκό Αμαζόνιο! Το μεγαλύτερο ποτάμι τής Γης, μετά τον Νείλο, με τη ζούγκλα των δασών να έχει αναπτυχθεί σε όλο το μήκος των 6.992 χιλιομέτρων του.

Ο Αμαζόνιος είναι ο κεντρικός πνεύμονας καθώς και η Γη αυτοχθόνων φυλών, οι οποίες διαφυλάσσουν αυτά τα δάση ως κόρη οφθαλμού εδώ και αιώνες…
Το θέμα τού Αμαζονίου είναι κεντρικής και παγκόσμιας σημασίας ζήτημα, αφού, εκτός των άλλων, είναι αυτός που παράγει το 37% του οξυγόνου τού πλανήτη, ενώ φιλοξενεί δεκάδες χιλιάδες φυτά, εκατομμύρια απαραίτητα και χρήσιμα έντομα, όπως και σημαντικούς για την ανθρώπινη εξέλιξη γηγενείς φυλές με τους πολιτισμούς τους.

 

Αυτή η τεράστιας σημασίας δασική περιοχή δεν έχει προστατευθεί από την παγκόσμια κοινότητα και έχει επικίνδυνα αποψιλωθεί, μέσα από καταπατήσεις παράνομων γεωργικών… δραστηριοτήτων και εκμεταλλεύσεων ξυλείας με υπερβολικές κοπές δέντρων, οι οποίες προκαλούν προβλήματα στην βιοποικιλότητα της περιοχής, αλλά και στην κλιματική αλλαγή· σε αυτή την ήδη ανησυχητική κατάσταση ήρθε να προστεθεί η εκλογή (νόμιμη βεβαίως-βεβαίως) του Ζαϊχ Μπολσονάρο, ο οποίος έχει αναλάβει πλέον την Προεδρία αυτής της αχανούς χώρας και έχει μεγάλη σημασία για την διάσωση ή την καταστροφή τού Αμαζονίου, πέρα από τα καθαρά πολιτικά στοιχεία τής ακροδεξιόστροφης πορείας και της Λατινικής Αμερικής.

 

Διαβάστε τη συνέχεια στο Viewtag.gr

Το Facebook είναι το «σπίτι», παρέα, κόλλημα, ό,τι θες πες αλλά είναι ένα βαθιά συντηρητικό μέσο και φυσικά μέσα σε αυτό είμαστε τόσο ελεύθεροι όσο το ίδιο μας επιτρέπει! 

Ακόμη ένα κρούσμα λογοκρισίας με …θύμα μια πληρωμένη (μάλιστα) ανάρτηση που προσπάθησε να κάνει ο εκδότης Αργύρης Καστανιώτης.

Αυτή τη φορά «ένοχος» ήταν ο ζωγράφος Έγκον Σίλε, έργο του οποίου κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου της Μαρίας Κουγιουμτζή «Όλα μπορούν να συμβούν με ένα άγγιγμα». 
Το βιβλίο βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος -Νουβέλας και οι εκδόσεις ήθελαν να κάνουν μια πληρωμένη καταχώρηση στο Facebook.

 

Τα υπόλοιπα τα διαβάζουμε στη σελίδα του κυρίου Καστανιώτη:

Θελήσαμε να “μπουστάρουμε” την είδηση των κρατικών βραβείων που έλαβαν δύο συγγραφείς μας, όπως λέγεται η χορηγημένη ανάρτηση, αλλά το αίτημά μας απορρίφθηκε γιατί η ανάρτηση περιέχει γυμνά:

Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Μια ρομαντική κωμωδία κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:οο στο Studio Μαυρομιχάλη.

Δύο τελευταίες παραστάσεις 18 και 19 Φεβρουαρίου. 

 Κλείστε τις θέσεις σας στο 21 0645 3330

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία