Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Νατάσα Καλογήρου

Νατάσα Καλογήρου

Από τη Νατάσα Καλογήρου και τη Σπυριδούλα Μπιρπίλη

Το Texnes-plus και η δημοσιογραφική ομάδα του αγαπούν πολύ το θέατρο για παιδιά. Κάθε βδομάδα παρακολουθούμε παραστάσεις και βολιδοσκοπούμε τι παίζει στην πόλη για τους μικρούς μας φίλους. Με αφορμή τις γιορτινές μέρες κάνουμε
έναν πρώτο απολογισμό και παρουσιάζουμε τις έντεκα παραστάσεις που πρέπει να δείτε… Παραστάσεις για όλα τα γούστα, υπερπαραγωγές, κλασικά παραμύθια, ελληνική λογοτεχνία αλλά και κουκλοθέατρο με μικρές και μεγάλες κούκλες έχουν θέση στις καλύτερες παραστάσεις της Αθήνας. Φυσικά δεν είναι μόνο αυτές… Θα ακολουθήσει και δεύτερο μέρος.

*Η σειρά δεν είναι η αξιολογική 

1. «Κόκκινη Μύτη», Θέατρο 104
Μπαίνοντας στο θέατρο οι ηθοποιοί της ομάδας ΠυροΤέχνες σάς περιμένουν στη σκηνή κάνοντας προθέρμανση. Μιλούν μεταξύ τους, έχουν ρόδες και παιχνίδια, κάνουν ασκήσεις και νιώθετε ήδη μέλη του τσίρκου τους. Αφήγηση και βιντεοπροβολές συνθέτουν μια μαγευτική παράσταση και ο Γιάννης Δρακόπουλος αποδίδει με τον πιο αυθεντικό τρόπο τον παιχνιδιάρη και καλόκαρδο κλόουν Ζαν Ζακ Περώ. Δίπλα του οι Βιβή Πέτση, Βίκη Χατζοπούλου, Μαρίνα Τσουμπρή και Κλέα Σαμαντά σας μεταφέρουν με τις μεταμφιέσεις τους στις γειτονιές του Λονδίνου, στο τρένο ακόμα και μέσα στο παλάτι!

Τα σκηνικά και τα αντικείμενα είναι όλα από χαρτί, όπως και τα παιχνίδια των παιδιών. Ένας χάρτινος κόσμος, που όμως είναι αληθινός, αφού οι γύρω τον θεωρούν αληθινό. Κάπως έτσι μου γεννήθηκε η ιδέα ότι «Η κόκκινη μύτη» δεν είναι απλώς ένα έργο που αφορά την αποδοχή του εαυτού μας και το «άλλου», αλλά και για την παιδικότητα. Η κόκκινη μύτη και ο Ζαν Ζακ Περώ είναι το παιδί που μεγάλωσε. Μια μέρα το μαγικό τσίρκο που πετά στα σύννεφα, η παιδική μας ηλικία, κλείνει και ξαφνικά όλα αλλάζουν. Οι κολλητοί φίλοι φεύγουν, κανένας από τους γύρω δεν δίνει σημασία στα παιχνίδια που ο κλόουν φτιάχνει και όλοι προσπαθούν να τον πείσουν να εγκαταλείψει την κόκκινη μύτη του. Η γιαγιά, σαν ένας άλλος προστατευτικός γονέας, τον νουθετεί. Του δίνει συμβουλές πώς να μοιάσει με όλους τους υπόλοιπους, όμως τελικά συνειδητοποιεί πόσο λάθος έκανε. «Σ’ τα είπα όλα ανάποδα, μείνε όπως είσαι!»

Διαβάστε τις ιδέες της Σπυριδούλας Μπιρπίλη για παιχνίδια ΠΡΙΝ και ΜΕΤΑ την παράσταση εδώ.

 

2. «Εφευρέσεις που άλλαξαν τον κόσμο», Θέατρο Γκλόρια
Ένα ευφυές κείμενο του Γιάννη Σαρακατσάνη μεταφέρει τα παιδιά στον κόσμο των επιστημών. Ο ίδιος σκηνοθετεί και την παράσταση στο Θέατρο Γκλόρια. Στη σκηνή απολαμβάνετε μέλη των ομάδων AbOvo και 4Fontral ‒ Σταύρο Γιαννουλάδη, Θανάση Ζερίτη, Αλεξάνδρα Ούστα, Γιάννη Σαρακατσάνη, Σωσώ Χατζημανώλη. Όλοι τους με περισσή ενέργεια και χαρά γίνονται οι επιστήμονες που άλλαξαν τον κόσμο.

Ευρηματική παράσταση, ιδιαιτέρως επιμορφωτική, τόσο για τους μικρούς θεατές, όσο και για τους ενήλικες που έχουν την ευκαιρία να "ξεσκονίσουν" τις γνώσεις τους..Απλώς και κατανοητώς, δίνουν σε όλους την δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με τον θαυμαστό κόσμο της επιστήμης, της εφεύρεσης, της αλλαγής και ειδικά στα παιδιά να δουν πόσο σημαντικές ήταν οι στιγμές που πραγματικά άλλαξε ο κόσμος με τις εξελίξεις που αναφέρονται στην παράσταση.Οι μικροί θεατές καλούνται να απαντήσουν ποια είναι για αυτούς η σημαντικότερη εφεύρεση ενώ  οι ηθοποιοί καλούνται να αποδείξουν πόσο πιο εύκολη έγινε η ζωή μας χάρη σε αυτές τις εφευρέσεις.

Την συνιστούμε για παιδιά άνω των τεσσάρων και καλό θα είναι μετά την παράσταση να γίνει συζήτηση με τα παιδιά μας και να τους εξηγήσουμε πως τόσα πολλά πράγματα, που σήμερα τα θεωρούμε όλοι δεδομένα, κάποτε φαίνονταν πραγματικά αδιανόητα..

Επί σκηνής θα δείτε τον Θαλή, τον Γουτεμβέργιο, τον Γαλιλαίο και πολλούς άλλους που επηρέασαν δραστικά την ανθρωπότητα. Ποιος είναι όμως ο μεγαλύτερος εφευρέτης όλων των εποχών; Λοιπόν κανένας από όσους γνωρίζετε! Σύμφωνα με τους επιστήμονες, μέχρι το 2050 η τεχνολογία θα έχει λύσει τα σημαντικότερα προβλήματα της ανθρωπότητας. Άρα, δεν έχει δει ακόμη το φως η σπουδαιότερη εφεύρεση όλων των εποχών, επομένως οι μεγαλύτεροι εφευρέτες εξακολουθούν να είναι τα παιδιά… Τα παιδιά μας!

3. «Ρομπέν των Δασών», Θέατρο Τέχνης
Μια ιστορία πασίγνωστη και αγαπημένη, ένας ήρωας-πρότυπο και η πανάρχαιη μάχη καλού-κακού. Ιππότες και βασιλιάδες σε ένα δάσος συνθέτουν μια μαγική παράσταση. Το σκηνικό, λιτό κι απέριττο, παραπέμπει στο δάσος του Νότιγχαμ και στο παλάτι του Ριχάρδου. Τα κοστούμια (Έλλη Λιδωρικιώτη), απόλυτα ταιριαστά με το πνεύμα της εποχής στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία. Οι ηθοποιοί, απόφοιτοι ή σπουδαστές του Θεάτρου Τέχνης (Δημοσθένης Φίλιππας, Αυγουστίνος Κούμουλος, Ντάνυ Γιανακοπούλου, Κωνσταντίνος Μουταφτσής, Δημήτρης Δεγαίτης, Βασίλης Φακανάς, Μαριέλλα Δουμπού, Αντώνης Χρήστου και Άρης Λεοντόπουλος), καταφέρνουν να μεταφέρουν τους θεατές στη μακρινή περίοδο των ιπποτών και των βασιλιάδων, με τις απαραίτητες δόσεις χιούμορ, τις ξιφομαχίες και τις μάχες. Το παραμύθι ζωντανεύει στη σκηνή και οι θεατές γίνονται μάρτυρες της κακής συμπεριφοράς του σφετεριστή βασιλιά Ιωάννη, για να βιώσουν στο τέλος, όταν το καλό επικρατεί, την κάθαρση. Είναι μια παράσταση που θα λατρέψουν τα παιδιά, και όχι μόνο, αφού, όπως κάθε καλή παιδική θεατρική παράσταση, θα κερδίσει και τους συνοδούς τους. Η διασκευή είναι του Ανδρέα Φλουράκη και η σκηνοθεσία του Δημήτρη Δεγαΐτη, που έχει ανεβάσει ψηλά τον πήχη τα τελευταία χρόνια με τις παραστάσεις που παρουσιάζει στο Θέατρο Τέχνης.

4. «Μολυβένιος Στρατιώτης», Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου
Η Μαριάννα Τόλη ασχολείται χρόνια με το θέατρο για παιδιά και το κάνει πάντα με ευαισθησία και φροντίδα. Η φετινή της υπερπαραγωγή είναι το κλασικό αριστούργημα του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, σε διασκευή, δραματοποίηση και σκηνοθεσία που φέρουν τη δική της υπογραφή. Η διασκευή της μάλιστα βραβεύτηκε ως η καλύτερη διασκευή Παιδικού Θεατρικού Έργου από την Ελληνική Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας το Νοέμβριο του 2012. Η σκηνοθεσία μαζί με τις εμπνευσμένες χορογραφίες (Αλέξανδρος Κουζίτσκιν) και τη ζωντανή μουσική ‒στο πιάνο ο Αλέκος Μπαζάνης‒ συνθέτουν μια εντυπωσιακή παράσταση. Οι πρωταγωνιστές με τις μαγικές φωνές τους ‒ξεχωρίζει ο βαρύτονος Νικόλαος Καραγκιαούρης‒ ταξιδεύουν τα παιδιά σε ένα μαγικό παραμύθι! Η Μαριάννα Τόλη όμως έχει φροντίσει με διάφορα εμβόλιμα τραγούδια να κλείσει το μάτι και στους μεγάλους. Μια ρομαντική ιστορία αγάπης που θα σας συγκινήσει!

5. «Ματίας ο Α΄», Θέατρο Άλφα-Ιδέα
Στη καρδιά της Αθήνας, στην Πατησίων, «Τα παιδιά θα φτιάξουν τον κόσμο πάλι από την αρχή! Ξανά!», όπως τα ενέπνευσε και η Άλκη Ζέη! Σε σκηνοθεσία της νεαρής ηθοποιού Αρτέμιδος Γρύμπλα, που με την παράσταση αυτή κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο, παρουσιάζεται το αντιπολεμικό έργο του Πολωνού παιδαγωγού και παιδιάτρου Γιάνους Κόρτσακ «Ματίας ο Α΄». Για τη διασκευή του έργου «υπεύθυνη» είναι η Άλκη Ζέη ‒που σίγουρα δεν χρειάζεται συστάσεις‒, η οποία, χρησιμοποιώντας άμεσο και απλό λόγο, μεταφέρει με τον πιο κατανοητό τρόπο τα μηνύματα του συγγραφέα για τον παραλογισμό του πολέμου, τον εθισμό στην εξουσία αλλά και για την αισιοδοξία και την αγνότητα των παιδιών. Ωραίες, γεμάτες ενέργεια ερμηνείες, που υποστηρίζονται με χαριτωμένα σκηνοθετικά ευρήματα,
λιτά σκηνικά και συμπαθητικά κοστούμια –ξεχωρίζουν τα καπέλα-κράνη των
στρατιωτών‒, χτίζουν τον κόσμο του μικρού Ματίας, που ανέβηκε στο θρόνο μετά τον ξαφνικό θάνατο των γονιών του και κλήθηκε να αντιμετωπίσει μαζί με τους φίλους του έναν πόλεμο, αλλά και να αντεπεξέλθει στη διακυβέρνηση του κράτους.

 

6. «Η Αυγή και ο Ανθός», Θέατρο 104
Η διεθνής Ομάδα Hippo (Φώτης Δούσος και Αλέξανδρος Ράπτης) υπογράφει τη σκηνοθεσία του θεατρικού έργου για παιδιά «Η Αυγή και ο Ανθός», μια δουλειά του Θωμά Βελισσάρη εμπνευσμένη από λαϊκά ελληνικά παραμύθια. Πρόκειται για μια παράσταση με χιούμορ, ρυθμό και δράση, που θα ευχαριστηθούν τόσο οι μικροί θεατές όσο και οι συνοδοί τους. Δύο παιδιά αγωνίζονται για το λαό και τη δικαιοσύνη απέναντι σε βασιλιάδες, μάγισσες, μαύρους καβαλάρηδες και δράκους. Η έντονη σκηνική δράση ενισχύεται με εξαιρετική ζωντανή μουσική από τις φωνές των ηθοποιών και μια κιθάρα, ωραίες χορογραφίες και έξυπνες ατάκες. Ένας βασιλιάς έχει φυλακίσει σε ένα μαγικό μενταγιόν τα όνειρα του λαού του. Για να απελευθερωθούν οι χωρικοί από την τυραννία του, πρέπει να ενωθούν ξανά τα δύο αδέλφια, η Αυγή και ο Ανθός. Ο βασιλιάς όμως κρύβει την Αυγή στο παλάτι. Άραγε ο Ανθός θα καταφέρει να βρει τη χαμένη αδελφή του; Η παράσταση ολοκληρώνεται με μια σειρά θεατρικών δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο των οποίων μικροί και μεγάλοι συμμετέχουν σε κινητικά και φωνητικά παιχνίδια μέσα σε ένα χαλαρό και συνάμα δημιουργικό πλαίσιο.

Διαβάστε εδώ τη γνώμη της Νατάσας Καλογήρου. 

7. «Το αγόρι με τη βαλίτσα», Θέατρο Κάππα
Ο Ναζ, ένα αγόρι από τη Μέση Ανατολή, ξεκινά με τη βαλίτσα του γεμάτη ιστορίες να βρει τον μεγάλο του αδελφό στο Βερολίνο και να ξεφύγει από τον πόλεμο και την ανέχεια. Στα ταξίδια του τον συντροφεύει η Κρίσια, μια κοπέλα με εξίσου άσχημη μοίρα. Τα δύο παιδιά βοηθούν το ένα το άλλο να ξεφύγουν από στρατιώτες και άδικους εργοδότες και να διασχίσουν την έρημο, τα χιονισμένα βουνά και τις αγριεμένες θάλασσες. Αλήθεια στο τέλος τι τους περιμένει; Το έργο του βραβευμένου Άγγλου συγγραφέα Μάικ Κένι είναι μια ιστορία που αφορά τη ζωή των προσφύγων πολέμου. Ο Ηλίας Καρελλάς παρουσιάζει το έργο ενσωματώνοντας στην παράσταση στοιχεία από την τέχνη του θεάτρου σκιών και παραδοσιακά τραγούδια της ξενιτιάς με τη βοήθεια της Αρετής Κετιμέ και εξαιρετικών μουσικών επί σκηνής. Ο σκηνοθέτης πετυχαίνει να θίξει ένα τόσο σοβαρό θέμα, χωρίς να φορτίσει αρνητικά το κλίμα, και διατηρεί την παράσταση ανάλαφρη.

Διαβάστε εδώ τη γνώμη της Νατάσας Καλογήρου.

8. «Αγαλματάκια ακούνητα... μέρα ή νύχτα;», Θέατρο Radar (για λίγες παραστάσεις)
Ένα αρχαιολογικό μουσείο με πολλές σκάλες και «φανταστικούς» (όνομα και πράγμα…) επισκέπτες σάς ξεναγεί στα εκθέματά του. Ώσπου η ξεναγός ανακαλύπτει ότι λείπει η Γαλάτεια, το διάσημο άγαλμα. Ένας επιθεωρητής, οι δύο φύλακες και μερικοί παράξενοι νυχτερινοί «ένοικοι» του μουσείου συνθέτουν μια ιστορία αγάπης και μυστηρίου. Μαζί τους ταξιδεύετε με όχημα την ελληνική μυθολογία στην τέχνη και στον πολιτισμό. Η Κυριακή Δοξαρά που σκηνοθέτησε εμπνευσμένα την παράσταση και η Δήμητρα Καράμπελα αντεπεξέρχονται θαυμάσια στους ρόλους των τουριστών, της ξεναγού, του επιθεωρητή και του φύλακα, αλλάζοντας ελάχιστα στοιχεία στην εμφάνισή τους. Οι χειροποίητες κούκλες παίρνουν ζωή στα χέρια τους και μαγνητίζουν τα παιδιά. Κουκλοθέατρο, θέατρο σκιών, μιμική και θέατρο συνυπάρχουν αρμονικά υπό τους ήχους της ατμοσφαιρικής μουσικής.

Διαβάστε τις ιδέες της Σπυριδούλας Μπιρπίλη για παιχνίδια ΠΡΙΝ και ΜΕΤΑ την παράσταση εδώ.

9. «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», Θέατρο Ιλίσια
Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αδάμης διασκευάζει για τα παιδιά το πιο πολυπαιγμένο και αγαπημένο θεατρικό έργο σε όλο τον κόσμο, για να νιώσουν μικροί και μεγάλοι τη δύναμη της νιότης, του αυθορμητισμού και της φαντασίας. Η παράσταση είναι ειδικά φτιαγμένη για τα παιδιά από το υλικό των ονείρων και με σύγχρονη, αθώα και δροσερή ματιά μαγεύει τους μικρούς θεατές και τους συστήνει τον σπουδαίο συγγραφέα μέσα από την ελαφρότητα ενός ψιθύρου. Είναι η δεύτερη φορά που η ομάδα Μαγικές Σβούρες προσεγγίζει το έργο (2011-2012) και τα καταφέρνει περίφημα! Παίζουν οι ηθοποιοί Άρης Βέβης, Μικές Γλύκας, Αντώνης Καραθανασόπουλος, Στέλιος Πετράκης, Πέτρος Πέτρου, Δανάη Σδούγκου, Έφη Σισμανίδου και Μαριλίζα Χρονέα.

 

Και επαναλαμβάνονται και αξίζουν!

 

10. «Μια πόλη μαγική», Παραμυθοχώρα (για λίγες παραστάσεις)
Ήταν ένα Π, όπως λέμε Παραμυθοχώρα ή παραμύθι ή πόλη ή πόλεμος… Ήταν ένα Π. Κάπως έτσι ξεκινά το βραβευμένο παραμύθι του Αντώνη Παπαθεοδούλου. Ένα παραμύθι ντυμένο με τις απίστευτες κατασκευές των κουκλοπαικτριών Μαρίας και Σπυριδούλας Παπαγεωργίου. Οι κούκλες ‒κούκλες όλων των ειδών‒ είναι εντυπωσιακές όχι μόνο στην κατασκευή αλλά και στη σύλληψη. Το δε σκηνικό είναι τόσο πολυδιάστατο, αφού μεταμορφώνεται στα πάντα! Σε μουσείο, ταχυδρομείο, πόλη, ακόμα και σε τανκς! Απόλυτα ταιριαστή και η μουσική του Φοίβου Δεληβοριά.

Διαβάστε τις ιδέες της Σπυριδούλας Μπιρπίλη για παιχνίδια ΠΡΙΝ και ΜΕΤΑ την παράσταση εδώ.

11. «Αλεπού Αισωπού», Θέατρο Ακροπόλ

Μια μουσικοχορευτική παράσταση, με εντυπωσιακά κοστούμια και σκηνικά, εξαιρετικές μάσκες, χορευτές, ταχυδακτυλουργούς, και κυρίως μια πανούργα αλεπού που πρωταγωνιστεί σε αγαπημένους μύθους του Αισώπου, όπως είναι «Η αλεπού γιατρός» ή «Η αλεπού και ο κόρακας», παρουσιάζεται για δεύτερη χρονιά σε σκηνοθεσία Ειρήνης Ιακώβου. Οι απλοί αλλά δυνατοί και πάντα επίκαιροι μύθοι του μοναδικού Αίσωπου αποδίδονται έξυπνα σε μια πλούσια παραγωγή. Τα δυνατά στοιχεία της παράστασης είναι η αισθητική που χαρακτηρίζει τα σκηνικά, τα κοστούμια, τις μάσκες και τις μαριονέτες, τα καλοφτιαγμένα τραγούδια και η μουσική του Θωμά Καραχάλιου. Επίσης, οι χορογραφίες του Δημήτρη Μαργαρίτη και τα ταχυδακτυλουργικά του μάγου Tristan, που σαν ένας άλλος Αίσωπος αφηγείται τις ιστορίες. Η αλεπού (Κώστας Φλωκατούλας) και τα άλλα ζώα-χορευτές (Δημήτρης Μαργαρίτης, Νεφέλη Σταμούλη και Γαλήνη Γυρτάτου) αποδίδουν με χιούμορ τα στοιχεία των μύθων. Πολύ ωραίες οι μεταμορφώσεις επί σκηνής από κορίτσι σε πελαργό, από γυναίκα σε φίδι, από άνθρωπο σε γάιδαρο, από παιδί σε δελφίνι.

 

12. «Ο ανύπαρκτος ιππότης», Skrow Theater
Το μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο «Ο ανύπαρκτος ιππότης» (εκδόσεις Καστανιώτη) ανήκει στη «φαντασιακή» τριλογία του με γενικό τίτλο «Οι πρόγονοί μας». Η Ομάδα Ντουθ διαλέγει ένα μεσαιωνικό παραμύθι και ταξιδεύει τους θεατές. Με φόντο το φυσικό βράχο του Skrow Theater και με την άριστη επιλογή σκηνικών και αντικειμένων –όλα από ξύλο– γίνεστε αυτόπτες μάρτυρες των περιπετειών ενός ιππότη που… ΔΕΝ υπάρχει! Μια ιπποτική ιστορία με άλογα, πριγκίπισσες, ιπποκόμους, βασιλιάδες και περιπέτειες ζωντανεύει άλλωστε σε χιλιάδες σκοτεινά δωμάτια καθημερινά. Και ό,τι ζωντανεύει στη φαντασία των παιδιών έχει την τιμή να παραμένει αληθινό και αναλλοίωτο για πάντα. Η σκηνοθεσία είναι της Bάσιας Ατταριάν, που έχει επιμεληθεί και το κείμενο μαζί με την Ιωάννα Ραμπαούνη. Στην παράσταση παίζουν οι Ρωμανός Καλοκύρης, Προμηθέας Nerattini-Δοκιμάκης,  Μυρτώ Μακρίδη, Ιωάννα Ραμπαούνη και Μαρία Φιλίνη.

 

Διαβάστε τις ιδέες της Σπυριδούλας Μπιρπίλη για παιχνίδια ΠΡΙΝ και ΜΕΤΑ την παράσταση εδώ.

 

Μια παράσταση με χιούμορ, ρυθμό και δράση, που θα ευχαριστηθούν τόσο οι μικροί θεατές όσο και οι συνοδοί τους.

Η διεθνής Ομάδα Hippo (Φώτης Δούσος και Αλέξανδρος Ράπτης) υπογράφει την παραγωγή, τη σκηνοθεσία αλλά και τη μουσική του θεατρικού έργου για παιδιά «Η Αυγή και ο Ανθός». Το κείμενο είναι του Θωμά Βελισσάρη και βασίζεται στο απόσπασμα «Τα δυο αδέλφια» από το ποίημα «Λάμπρος» του Διονύσιου Σολωμού. Λαϊκά παραμύθια και δοξασίες του τόπου μας εμπλέκονται στην ιστορία και γεννιέται μια παράσταση για δύο παιδιά που αγωνίζονται για το σύνολο, για το λαό και τη δικαιοσύνη απέναντι σε βασιλιάδες, μάγισσες, μαύρους καβαλάρηδες και δράκους.

 

[…]
Ἡ Αὐγοῦλα ποῦ νά ναι;
Κοντεύει τὸ βράδυ,
Ποῦ μαῦρο σκοτάδι
Ξαπλώνει 'ς τὴ γῆ
[…]

Ἐγύρευε ἀνήσυχος,
Ὡσὰν περιστέρι,
Γιὰ νἂβρῃ τὸ ταῖρι,
Καὶ δὲν τοῦ βολεῖ
[…] 

Απόσπασμα από τα «Τα δυο αδέλφια» του ποιήματος «Λάμπρος» του Διονύσιου Σολωμού

 

Κάπου στον κόσμο υπάρχει ένας βασιλιάς με απεριόριστη δύναμη, αφού έχει φυλακίσει σε ένα μαγικό μενταγιόν τις σκέψεις και τα όνειρα του λαού που διαφεντεύει. Ο μύθος λέει ότι για να ανατραπεί ο βασιλιάς και να απελευθερωθούν οι χωρικοί από την τυραννία του πρέπει να ενωθούν ξανά τα δύο δίδυμα αδέλφια, η Αυγή και ο Ανθός. Ο βασιλιάς όμως κρύβει την Αυγή στο παλάτι. Άραγε ο Ανθός θα καταφέρει να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια που του βάζει ο βασιλιάς για να βρει τη χαμένη αδελφή του;

Ωραία σκηνοθετική δουλειά, έξυπνα ευρήματα στο λόγο και στη δράση, με πολλαπλές αναφορές και χιούμορ που αγγίζει μικρούς και μεγάλους. Ασταμάτητος εσωτερικός ρυθμός, που τονίζεται από τις εναλλαγές πεζού λόγου και μουσικής/τραγουδιού. Πολύ καλή μουσική (Ηippo Theatre Group, Ιάσονας Άλυ) και εξαιρετική κίνηση (Hippo Theatre Group, Μίκα Στεφανάκη) –ιδέες, σύνθεση, απόδοση–, συμπαθητικά κοστούμια (Κατερίνα Χατζοπούλου ) και σκηνικοί χώροι που τους δημιουργούν τα σώματα των ηθοποιών.

Η ενέργεια των τριών ταλαντούχων ηθοποιών (Ιάσονας Άλυ, Ελένη Ζούμπου, Μαρία Ντίνου) μεταφέρεται άμεσα στο κοινό. Κορυφαίες στιγμές της παράστασης: οι χωρικοί και τα χρόνια που περνούν από πάνω τους και ο δράκος με… την ουρά του!

Η παράσταση ολοκληρώνεται με μια σειρά θεατρικών δραστηριοτήτων (Καλλιόπη Φύκαρη, Hippo Theatre Group), στις οποίες μικροί και μεγάλοι συμμετέχουν σε κινητικά και φωνητικά παιχνίδια με σκοπό τον αναστοχασμό του θεατρικού κειμένου και των αξιών και ιδεών που θίγονται, μέσα σε ένα χαλαρό αλλά δημιουργικό πλαίσιο.

 

 

 

 

 

Μια παράσταση για την αγάπη, τη φιλιά, την οικογένεια, την προσφορά «χωρίς αντάλλαγμα», όπως τραγουδούν στο φινάλε όλοι οι συντελεστές επί σκηνής, παρουσιάζει φέτος στο Θέατρο ΗΒΗ η Κέλλυ Σταμουλάκη με το θίασο Αβάντι. Μια μουσικοχορευτική παράσταση για παιδιά και όχι μόνο.  

 

«Το χρυσό αρισμαρί» είναι ένα σπάνιο και μοναδικό βότανο με θεραπευτικές ιδιότητες. Ο ήρωας του παραμυθιού, οπλισμένος με ανδρεία και θέληση, ξεκινά να το ανακαλύψει για να θεραπεύσει τον πατέρα του. Παραμερίζει τους τεράστιους κινδύνους του εγχειρήματός του και δίχως να το καταλάβει βρίσκεται μέσα σε μια λυτρωτική περιπέτεια αυτογνωσίας. Στο ταξίδι αυτό δεν είναι μόνος… Έχει συμπαραστάτη τον καλύτερό του φίλο και μαζί ζουν τις πιο απίθανες περιπέτειες και τις πιο έντονες δοκιμασίες μέχρι τον τελικό τους προορισμό, που δεν είναι άλλος από το αθάνατο αρισμαρί.

Είναι δύσκολο να μιλήσεις για μια παράσταση όταν εκ των προτέρων ο πήχης των απαιτήσεων είναι τοποθετημένος ψηλά, καθώς η Κέλλυ Σταμουλάκη και ο Αβάντι έχουν δώσει επιτυχημένα δείγματα γραφής. «Το χρυσό αρισμαρί» δυστυχώς δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μας. Δραματουργικά, αν και ο στόχος ήταν ευγενής και το θέμα κλασικό και ουσιαστικό, υπήρχαν δυσνόητα σημεία στην ιστορία. Η Κέλλυ Σταμουλάκη μάλλον συνδύασε περισσότερους μύθους από ό,τι ήταν απαραίτητο για να στηρίξει τη δράση και να ξεδιπλώσει την ιδέα της επί σκηνής. Ιδιαίτερα η αρχή, που εκ των πραγμάτων είναι πολύ σημαντική για να κατανοήσει κανείς όσα θα δει στη συνέχεια, δεν είναι ξεκάθαρη. Μάλιστα, δίνεται η εντύπωση ότι η μουσική και ο χορός δεν διευκολύνουν την εξέλιξη της δράσης. Κατόπιν τα σημεία στα οποία η αφήγηση γίνεται πολύ πυκνή με σκοπό να παρουσιαστεί πλήρης κάποιος μύθος είναι κουραστικά και μικρότερα παιδιά δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν την ιστορία.

 

Τα σκηνικά (Δέσποινα Βολίδη) ήταν συμπαθητικά, τα κοστούμια όμως (Ρουσσέτος Σιγάλας) –όχι όλα, υπήρχαν και εξαιρέσεις– φαίνονταν προχειροφτιαγμένα. Επίσης, η βιντεοπροβολή στο πίσω μέρος της σκηνής δεν προσέθεσε κάτι ουσιαστικό στο σύνολο και το κυριότερο η αισθητική της διέφερε αό αυτή της υπόλοιπης παράστασης. 

 

Η μουσική του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα είχε ενδιαφέρουσα ποικιλία σε ρυθμούς και ύφος και ήταν αναμφισβήτητα από τα καλύτερα στοιχεία του έργου. Ωστόσο στην εκτέλεση υπήρχαν προβλήματα. Οι μουσικοί ήταν καλοί σε αυτό που κληθήκαν να κάνουν, όμως δεν ήταν όλες οι φωνές εξίσου καλές – ξεχώρισε το «παγόνι». Η ένταση για το συγκεκριμένο χώρο ήταν υπερβολική έως ενοχλητική και μερικές ωραίες πινελιές πέρασαν απαρατήρητες – για παράδειγμα, η άρπα, που κάνει εντυπωσιακή εμφάνιση κάποια στιγμή, δεν ακουγόταν στην πλατεία. Ή έλειπε μικρόφωνο ή ήταν χαμηλή η έντασή του. Επιτυχημένα ήταν τα διάφορα ηχητικά εφέ. Όσο για τις χορογραφίες (Αναστάσης Δεληγιάννης), ήταν απλές και λειτούργησαν με τέτοιο τρόπο ώστε να συμμετέχουν όλοι οι συντελεστές με άνεση, κάτι πολύ θετικό, καθώς το έργο αυτό αφορά στο «εμείς» και όχι στο «εγώ».

 

Η επιλογή γνωστών ηθοποιών για την εν λόγω παράσταση είναι άμεσα συνυφασμένη με το κριτήριο με το οποίο διαλέγουν οι θεατές να παρακολουθήσουν κάτι. Ο Τάσος Χαλκιάς ήταν ταιριαστό δίδυμο με την Ευτυχία Φαναριώτη και είχαν ωραίες χιουμουριστικές στιγμές μαζί. Η Ευτυχία Φαναριώτη όμως ορισμένες φορές ήταν υπερβολική, ακόμα και αν θεωρηθεί ρόλος-καρικατούρα αυτό που κλήθηκε να ερμηνεύσει. Η ενέργεια και το κέφι του πρωταγωνιστή Ορέστη Τρίκα ήταν επίσης από τα θετικά στοιχεία της συγκεκριμένης δουλειάς.

 

 

 

 

Βρεθήκαμε στη Σουσουράδα, στο αγαπημένο της στέκι για καφέ και φαγητό στα Εξάρχεια. Έναν λιτό, φρέσκο χώρο, που εδώ και λίγο καιρό έχουν ανοίξει ο Γιάννης και ο Δημήτρης, δύο φίλοι, οικογενειάρχες, της περιοχής. Η Σουσουράδα ταιριάζει στην Ιωάννα, γιατί είναι και ίδια λιτή, προσηνής, πάντα με ένα φωτεινό χαμόγελο στο πρόσωπο. Ζει στα Εξάρχεια με τον σύζυγο και τον γιο τους και παράλληλα με το θέατρο διατηρεί μια επιτυχημένη επιχείρηση δικτυακού μάρκετινγκ. Το ραντεβού ήταν, γιατί άλλο, για να μιλήσουμε για το «Τίμημα» του Άρθουρ Μίλλερ, την παράσταση που σκηνοθέτησε φέτος και ήδη έχει χαρακτηριστεί από κοινό και κριτικούς ως μία από τις καλύτερες θεατρικές δουλειές της σεζόν. Η καλλιτεχνική επιτυχία της παράστασης συνοδεύεται από μεγάλη εμπορική επιτυχία και όσοι επιθυμούν να τη να δουν πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για αναμονή.

«Τι κάνεις όταν όλα γύρω σου καταρρέουν; Διαγράφεις τα όνειρά σου στην προσπάθειά σου να επιβιώσεις ή τα κυνηγάς προσπερνώντας τις ανάγκες των άλλων, ακόμα και της οικογένειάς σου; Το έργο με επιδεξιότητα θέτει αυτό το δίλημμα. Ο καθένας μας κάποια στιγμή βρίσκεται στο σταυροδρόμι ανάμεσα σε αυτά που χρωστάει στους άλλους και σε όσα χρωστάει στον εαυτό του. Οι ήρωες, τριάντα χρόνια μετά τις μοιραίες αποφάσεις τους, συναντώνται και μπροστά μας εκτυλίσσεται μια παράσταση που μας φέρνει αντιμέτωπους με όσα έχουμε ουσιαστικά ανάγκη, δείχνοντάς μας με αριστοτεχνικό τρόπο τον μονόδρομο προς τη λύτρωση: ‘‘Αν κοιτάξεις το παρελθόν με γενναιότητα, τότε μπορεί και να ελευθερωθείς’’».

 

Ιωάννα, αυτή είναι μία από τις πρώτες κουβέντες, ας το πούμε και πιο επίσημα, συνέντευξη, που κάνεις για το «Τίμημα». 

Για να μιλήσω με κάποιον για το «Τίμημα» θεωρώ ότι πρέπει να έχει δει την παράσταση πρώτα. Γιατί προσωπικά δεν με ενδιέφερε να εκφράσω πριν από την παράσταση μια σκηνοθετική άποψη. Μου έλεγαν προτού ανέβει το έργο: Πρέπει να γράψεις τη σκηνοθετική σου άποψη για να τραβήξεις τον κόσμο. Δεν το έκανα. Τώρα που έχει ανέβει το «Τίμημα» έχω να πω ποιες ήταν οι σκέψεις μου, ποιες οι ανησυχίες μου για τα επικίνδυνα σημεία του έργου τα οποία έπρεπε να δουλέψουμε πολύ. Ποιοι ήταν οι στόχοι που έθεσα στον εαυτό μου, ώστε το αποτέλεσμα να «δέσει» με τον θεατή που έρχεται στην παράσταση για να νιώσει κάτι. Για ποιον λόγο προτίμησε το «Τίμημα» του Μίλλερ και όχι μια άλλη παράσταση. Και έφερε και τα παιδιά του μαζί, δεκαοχτώ και δεκαεφτά χρονών. Που σημαίνει ότι πλήρωσε τέσσερα εισιτήρια. Κάτι θέλει αυτός να πάρει, κάτι ψάχνει. Είναι μεγάλη ευθύνη για μένα να το ξέρω αυτό. Αν ένας δεκαεφτάχρονος έρθει στην παράσταση και του αρέσει, θα επιδιώξει να ξαναπάει θέατρο. Αν βαρεθεί, δεν θα το ξανακάνει. Επίσης, μεγάλη ευθύνη έχω απέναντι σε κάποιον που δεν έχει ξαναπάει θέατρο να δει μια κλασική παράσταση και απλώς επέλεξε το «Τίμημα» γιατί αναγνώρισε τους πρωταγωνιστές από την τηλεόραση… Πόσο σημαντικό θα είναι να καταλάβει κάτι από τον Μίλλερ. Να πει κάποτε: «Α, Μίλερ, είχα δει ένα έργο πολύ ωραίο». Αυτό. Αυτή είναι η βασική ευθύνη. 

Από εκεί και πέρα για μένα βασική προτεραιότητα σε μια θεατρική παράσταση είναι ‒και πάντα ήταν‒ η αλήθεια του ηθοποιού πάνω στη σκηνή. Εξάλλου, η ενασχόλησή μου με τη μέθοδο του Actor Studio  είκοσι δύο χρόνια τώρα που διοργανώνω τα σεμινάρια υποκριτικής με τον Ανδρέα Μανωλικάκη έχει παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στην προσέγγισή μου. Γιατί ξέρω ακριβώς ότι η ουσία του θεάτρου βρίσκεται στον ηθοποιό. Αν δεν υπάρχουν ο ηθοποιός και η αλήθεια του πάνω στη σκηνή, τι να τα κάνεις τα κοστούμια, τα σκηνικά, τα φώτα, τη μουσική; Όλα είναι για εντυπωσιασμό. Μεγαλύτερος εντυπωσιασμός από την αλήθεια του ηθοποιού πάνω στη σκηνή δεν υπάρχει, γιατί με αυτόν ταυτίζεσαι. 

 

 

Πώς προέκυψε το «Τίμημα»; 

Το «Τίμημα», και συγκεκριμένα ο ρόλος του ενενηντάχρονου παλαιοπώλη Σόλομον, αρχικά προτάθηκε από τον παραγωγό του Θεάτρου Ιλίσια, Γιάννη Κανελλόπουλο, στον Γιώργο Μιχαλακόπουλο. Ο Γιάννης, έχοντας πολύ σωστό κριτήριο, θεώρησε ότι το «Τίμημα» είναι ένα έργο που έπρεπε να ανέβει ‒είχε ανέβει πριν από είκοσι πέντε χρόνια στην Αθήνα, το 1992,  από τον Βουτέρη στο Θέατρο Εξαρχείων‒, και να ανέβει με τον Μιχαλακόπουλο. Όταν αυτός αποδέχτηκε την πρόταση, ο Γιάννης με παρότρυνε να δουλέψω το κείμενο και μου εμπιστεύτηκε τη σκηνοθεσία. Έτσι ξεκινήσαμε.  

Το «Τίμημα» το είχα δει παλιά, όταν είχε ανεβεί στο Θέατρο Εξαρχείων. Ήμουν είκοσι χρονών. Δεν ξέρω τι είχα καταλάβει τότε. Θυμάμαι που έφυγα προβληματισμένη από την παράσταση, αλλά ήταν ο προβληματισμός των είκοσι χρόνων μου. Διαβάζοντας το έργο από το πρωτότυπο κυρίως, το αμερικάνικο κείμενο, έγινε το πρώτο κλικ μέσα μου. Όλα τα συναισθήματα που ένιωσα την πρώτη στιγμή που το διάβασα ήθελα να φτάσουν στους θεατές. Αυτό προσπάθησα. Στη συνέχεια η πολύ ωραία ιδέα του Γιάννη Κανελλόπουλου πλαισιώθηκε από έναν θίασο εξαιρετικών ηθοποιών. Εκτός από τον Μιχαλακόπουλο, επιλέξαμε τη Ρένια Λουιζίδου, τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση και τον Χρήστο Σαπουντζή. Ήθελα για τους ρόλους του Βίκτορ και της Έστερ ένα ζευγάρι που να είναι πολύ οικείο στον κόσμο. Επίσης, ήθελα τον γιατρό Γουόλτερ να τον υποδυθεί ένας εξίσου πολύ καλός ηθοποιός, γιατί είναι πάρα πολύ δύσκολο αυτό που πρέπει να κάνει επί σκηνής. Δεν με ενδιέφεραν οι ταμπέλες. Εκτιμώ τους τρεις ηθοποιούς, πιστεύω στη δουλειά τους και ήμουν σίγουρη ότι θα μπορούσαν να αγγίξουν και τα στοιχεία που είναι πιο βαθιά σε αυτό το έργο. Το κείμενο το δούλεψα πέρυσι τον χειμώνα. Αρχές Ιουνίου ξεκίνησαν οι πρόβες και διήρκεσαν μέχρι τις 5 Οκτωβρίου που έγινε η πρεμιέρα. 

 Μίλησες πριν για σκέψεις, επικίνδυνα σημεία του έργου και στόχους. 

Το έργο γράφτηκε το 1967, σε μια εποχή πολύ μοντέρνα και avant garde στη Νέα Υόρκη και στην Αμερική γενικότερα. Όλοι ήθελαν να κάνουν έργα χωρίς καμία λογική. Χωρίς νομοτελειακή σχέση των πραγμάτων. Χωρίς αρχή, μέση και τέλος, αιτιατό και αιτία. Αυτό ήταν της μόδας τότε. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Μίλλερ, ήθελε να γράψει ένα έργο με απόλυτη σχέση αιτίας και αιτιατού: Το ένα γεγονός γίνεται επειδή υπήρξε το άλλο. Ίσως ήθελε να κάνει ένα πείραμα για να αποδείξει ότι αυτή η φόρμα υπάρχει και ότι η κλασική δομή λειτουργεί ακόμη. Αυτό εμένα με άγγιξε πάρα πολύ. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο υποστηρίζει ο Μίλλερ ότι έγραψε το έργο ήταν για να θίξει το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης. Τον καιρό που ανθούσαν τα αντιπολεμικά κινήματα στην Αμερική, με τον Πόλεμο του Βιετνάμ σε πλήρη εξέλιξη, ο Μίλλερ με το «Τίμημα» δήλωνε τη θέση του: ότι, ενώ συνήθως ρίχνουμε το φταίξιμο γι’ αυτό που μας συμβαίνει κοινωνικά κάπου έξω από εμάς, τελικά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Υπάρχει πάντα προσωπική ευθύνη. Και αυτός ο λόγος με συγκίνησε. Έτσι αποφάσισα να αναλάβω το τίμημα να ανεβάσω το «Τίμημα». 

Όταν ξεκίνησα, είχα στα χέρια μου τη μετάφραση του Μάκη Μαρσέιγ και εγώ έκανα την απόδοση με την αίσθηση ότι ο Βίκτορ, η Έστερ, ο γιατρός Γουόλτερ και ο Σόλομον δεν είναι τίποτε άλλο παρά άνθρωποι λίγο πολύ σαν και εμάς ή ότι θα μπορούσαν να είναι σαν και εμάς, χωρίς να χάνει καθόλου από τη δυναμική που έχει ο κάθε ρόλος γραμμένος από έναν δημιουργό όπως ο Μίλερ. Για εμένα δηλαδή το ζευγάρι της Έστερ και του Βίκτορ ήταν στόχος να είναι το ζευγάρι της διπλανής πόρτας. Γιατί, αν δεν λειτουργήσει η πρώτη σκηνή συνωμοτικά με το κοινό ‒«Ποπό τι μου θυμίζει…»‒,  μετά πώς είναι δυνατόν να εξελιχθεί η σχέση του κοινού με το έργο; Πώς είναι δυνατόν να επιτευχθεί ο στόχος, δηλαδή να βγαίνει ο κόσμος από την παράσταση και να προβληματίζεται για τις δικές του επιλογές ζωής; 

Η πρώτη σκηνή λοιπόν είναι η βάση. Πρέπει να δημιουργηθεί ο ιστός ενός ζευγαριού κοινωνικά, συναισθηματικά, συντροφικά, και από εκεί και πέρα τα άλλα θα έρθουν φυσιολογικά και δικαιολογημένα: Γιατί η Έστερ απαιτεί, γιατί φέρεται απέναντί της έτσι ο Βίκτορ, γιατί στο τέλος τον αγγίζει τρυφερά… Όλα θα βγουν. Είναι ψιλοδουλειά, όμως, αν ακολουθήσεις την αλήθεια του ίδιου του Μίλλερ, όλα βαίνουν καλώς. Και ο Μίλλερ δεν είναι μόνο ο συγγραφέας του «Τιμήματος», υπήρξε και σκηνοθέτης του. Είναι το μοναδικό από τα έργα του που σκηνοθέτησε ο ίδιος. Εγώ αυτό το σεβάστηκα πάρα πολύ. Τον ακολούθησα στον δρόμο που έδειξε. Στο κείμενό του έχει σημειώσεις, όχι τόσο κινησιολογικά σχόλια όσο δραματουργικά. Στη δουλειά που έκανα πάνω στο κείμενο έλαβα υπόψη τις σημειώσεις αυτές. Επίσης, έλαβα υπόψη τους ηθοποιούς. Προσπάθησα λοιπόν, χωρίς να απομακρυνθώ από τον δημιουργό, να χτίσω ταυτόχρονα πάνω στα στοιχεία των ίδιων των ηθοποιών. Ήξερα ποιοι θα ήταν και το χρησιμοποίησα. Για παράδειγμα, το «Α ρε μάνα» το έβαλα έχοντας την εικόνα της Ρένιας και ήξερα ότι η καθαρά ελληνική αυτή έκφραση θα λειτουργούσε με το κοινό. 

Όσο για τον χαρακτήρα του Ρωσοεβραίου παλαιοπώλη, τι να πω; Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, αγαπημένος πατέρας και υπέροχος συνεργάτης, υπήρξε από την πρώτη στιγμή ο ίδιος ο Σόλομον. Η ματιά τους, οι ατάκες και οι εκφράσεις τους ήρθαν και συναντήθηκαν, θέλω να πιστεύω, τόσο ιδανικά πάνω στη σκηνή!

Το «Τίμημα» δεν είναι ούτε εύκολο ούτε χαρούμενο κείμενο. Όμως από την παράσταση ο θεατής φεύγει προβληματισμένος μεν, ανάλαφρος δε. Τι ρόλο παίζει το «χιούμορ» στο δικό σου «Τίμημα»; 

Το χιούμορ έπρεπε να δουλεύει από την αρχή για μένα προς όλες τις κατευθύνσεις και όλους τους χαρακτήρες. Ένα τσίγκλημα για τον θεατή, που θα τον ξεκλειδώσει ώστε να οδηγηθεί σιγά σιγά στο δεύτερο μέρος, εκεί όπου αρχίζουν τα πράγματα και «σκουραίνουν».  Γιατί όσο πιο χαλαρός είναι ο θεατής, κατά τη γνώμη μου, στο πρώτο μέρος, γελώντας και ανοίγοντας τον εαυτό του συναισθηματικά, τόσο μετά θα είναι πιο εύκολη η προσέγγισή του στα δύσκολα. Αν τον έχεις κουμπωμένο και κάπως καχύποπτο στην αρχή, μετά τον χάνεις. Οπότε, πήγε λίγο ύπουλα, λίγο πονηρά, η διαδικασία, για να επέλθει η ρήξη με την «υποτιθέμενη πραγματικότητα» και έπειτα η κάθαρση. 

Τι άλλο σε βοήθησε στο χτίσιμο της παράστασης; 

Οι συνεργάτες μου. Εκτός από την εξαιρετική συνεργασία με την παραγωγή, υπήρξε μια πολύ ωραία συνεργασία με τον Γιάννη Μουρίκη, τον σκηνογράφο. Δεν δουλέψαμε απολύτως ρεαλιστικά. Ιδιαίτερα στο κομμάτι των στοιβαγμένων επίπλων, που τα παρουσιάσαμε ένα επίπεδο πίσω με σκιές. Πολύ καλή συνεργασία υπήρξε και με τον Νίκο Βλασσόπουλο, που φώτισε εξαιρετικά τη σκηνή και ανάδειξε όλη αυτή τη δουλειά. Με την Παναγιώτα Κοκκορού συνεργαστήκαμε για τα κοστούμια. Από όλα θα ξεχωρίσω το ταγέρ που φορά η Έστερ. Αυτό το ταγεράκι πόσο σημαντικό ήταν γι’ αυτή! Δεν είναι τυχαίο ότι είναι ταγέρ, θα μπορούσε να είναι φόρεμα. Όμως είναι ταγέρ. Γιατί είναι ταγέρ; Γιατί η ίδια ζητάει από τον Βίκτορ, τον σύζυγό της, να βάλει κοστούμι! Το τονίζω, γιατί μερικές φορές κάποιες λεπτομέρειες είναι πολύ σημαντικές και αγνοούνται. Πας, βλέπεις μια παράσταση και, ενώ ο συγγραφέας, μπορεί να είναι και ο Μίλλερ, γράφει ταγέρ, βάζουν ένα φόρεμα. Αφού λέει ταγέρ όμως, κάποιον λόγο θα έχει. Γιατί βέβαια δεν είναι εύκολο το ταγέρ. Ούτε να το ράψεις, ούτε να το φορέσει ο ηθοποιός και να δουλέψει. Δεν είναι το πιο άνετο ρούχο. Όταν όμως βγαίνει από την ανάγκη του χαρακτήρα να δηλώσει κάτι –«για τον μισθό» που αναφέρει η Έστερ–, είναι τόσο ωραίο. Όλα τελικά έχουν σημασία. 

Επί τη ευκαιρία, θα ήθελα να σχολιάσω την Έστερ. Ως γυναίκα, διαβάζοντας το έργο πραγματικά θεώρησα ότι είναι τόσο δυναμικός ο ρόλος και ο χαρακτήρας της, που έπρεπε να φωτιστεί ακόμα περισσότερο. Από διάφορα ανεβάσματα που έβλεπα ήταν πάντα λίγο υποτονική. Εγώ την έβλεπα αλλιώς. Ευτυχώς τόσο πολύ συμπέσαμε με τη Ρένια σε αυτό, που η Έστερ βγήκε με άνεση στιβαρή.  

Υπογράφεις και τη μουσική επιμέλεια της παράστασης.

Η αλήθεια είναι ότι διαβάζοντας το έργο δεν έβλεπα καθόλου μουσική. Ο ίδιος ο Μίλλερ έχει τοποθετήσει κάποια μουσικά στοιχεία στο έργο που παίζουν ζωτικό ρόλο στην παράσταση: Ο δίσκος των Gallagher και Shean της δεκαετίας του ’20 που παίζει στην αρχή και ο δίσκος του γέλιου είναι τέτοια στοιχεία. Πέρα από αυτά, δυσκολεύτηκα να ανακαλύψω την ανάγκη ύπαρξης μουσικής μέσα στο έργο, γιατί, έτσι όπως είναι δομημένο, μουσική ουσιαστικά είναι ο λόγος και το συναίσθημα. 

Δουλεύοντας αργότερα την ιδέα να υπάρξει μόνο ο ήχος της άρπας, γιατί η άρπα είναι το στοιχείο της μάνας στο «Τίμημα», σιγά σιγά αποφάσισα να κορυφώσω τη χρήση της άρπας μέσα από μίνιμαλ επιλογές και ήχους στο δεύτερο μέρος που έχουμε τις αποκαλύψεις, το σασπένς και το κάπως παράξενο κλίμα που δημιουργείται σε σχέση με το σκηνικό. 

Αυτό που διαφέρει μουσικά είναι το jazzy κομμάτι του ’60 της εξαιρετικής αρπίστριας Ντόροθυ Άσμπυ στο φινάλε του πρώτου μέρους. Ένιωσα ότι το κοινό πρέπει να φεύγει για το διάλειμμα με την ατάκα του Σόλομον «Είμαι πολύ ευτυχής που σας γνωρίζω, γιατρέ» και ένα μειδίαμα. Ο κόσμος φαντάζεται τι μπορεί να κρύβει η συγκεκριμένη ατάκα γιατί έχει ζήσει ήδη μισή ώρα τον Σόλομον. Αυτό το κομμάτι λοιπόν θα πλαισιώσει την ατάκα, θα ανεβάσει τη διάθεση και θα χαλαρώσει τον θεατή ώστε να είναι έτοιμος επιστρέφοντας να δεχτεί την ανατροπή.  

Πας τακτικά στην παράσταση;

Όχι. Αρχίζω και απογαλακτίζομαι και έχει θλίψη αυτό. Ωστόσο πιστεύω ότι, όπως η μάνα πρέπει να αφήσει το παιδί της, ο σκηνοθέτης πρέπει να έχει δουλέψει με τους ηθοποιούς κατά τέτοιον τρόπο ώστε να λειτουργούν από μόνοι τους την παράσταση. Χωρίς την παρουσία του σκηνοθέτη ή την υπενθύμισή του. Χρειάζεται όμως να πιστεύουν σε αυτό που έχουν χτίσει όλοι μαζί, για να το υπηρετούν σωστά. 

 Ανέφερες προηγουμένως τον Ανδρέα Μανωλικάκη και δήλωσες ότι έχει παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεις σκηνοθετικά μια παράσταση. Ποια είναι η σχέση σας;

Ο Ανδέας Μανωλικάκης, πρόεδρος του MoFA του Actors Studio Drama School of Pace University, είναι για μένα δάσκαλος, φίλος, συνεργάτης, ένας άνθρωπος δικός μου. Με τον Ανδρέα γνωριζόμαστε από το 1995, όταν ξεκινήσαμε τα καλοκαιρινά σεμινάρια υποκριτικής πάνω στο σύστημα Στανισλάφσκι και στη Μέθοδο Actors Studio εδώ στην Ελλάδα. Φοιτήτρια τότε εγώ, έκανα υποκριτική στο εργαστήριο αυτό για αρκετά χρόνια. Στήσαμε τα σεμινάρια –τότε δεν υπήρχε κάτι άλλο στην Ελλάδα‒ για ηθοποιούς, για απόφοιτους δραματικών σχολών, για ανθρώπους που ήθελαν να αναπτύξουν τη δουλειά τους και να μη σταματήσουν να εξελίσσονται. Τα σεμινάρια αυτά συνεχίζουν σταθερά την πορεία τους και υπάρχουν ηθοποιοί που τα παρακολουθούν ανελλιπώς εδώ και είκοσι χρόνια. Δεν τελειώνει ποτέ η εκπαίδευση. Είναι βασική αρχή αυτή.   

 Εκτός από σκηνοθέτις στο θέατρο, είσαι και επιχειρηματίας και πλέον διαχειρίζεσαι με τον σύζυγό σου μια επιτυχημένη οικογενειακή επιχείρηση με προϊόντα υγείας, ευεξίας και ομορφιάς. Κατά πόσο το επιχειρείν έχει επηρεάσει την προσωπική αλλά και τη θεατρική σου ζωή;

Η επιχειρηματική δουλειά σε βοηθάει να ξεκαθαρίσεις πολλά πράγματα σε σχέση με τον εαυτό σου. Σε βοηθά πρακτικά, τεχνικά, εκεί που για κάποιους λόγους η τέχνη μπορεί να μη σου απέφερε αυτά που περίμενες. Ανοίγεσαι σε άλλα πεδία, γνωρίζεις κόσμο, άλλες συμπεριφορές. Είναι μια εμπειρία ζωής, την οποία εγώ θεωρώ πολύ σημαντική, όχι μόνο για το θέατρο, αλλά γενικότερα. Υπάρχει προσωπική ανάπτυξη, πας πιο πέρα από αυτά που νομίζεις ότι μπορείς να καταφέρεις και αρχίζεις να διεκδικείς περισσότερα για τον εαυτό σου. Είναι μεγάλο σχολείο. Εκτός από αυτό, σου δίνει τη δυνατότητα να είσαι ανεξάρτητος οικονομικά, και κυρίως ιδεολογικά. Είναι πηγή ελευθερίας, καθώς οικονομική ανεξαρτησία σημαίνει ελευθερία επιλογών.

Η συνέντευξη τελείωσε με μια άνω τελεία για τα μελλοντικά σχέδια της Ιωάννας. Ευχόμαστε τα καλύτερα στο μέλλον.

 

 

Θέατρο Ιλίσια: Παπαδιαμαντοπούλου 4 & Βασιλίσσης Σοφίας, τηλ.: 210 7210045 

 

Για τις φωτογραφίες της Ιωάννας Μιχαλακοπούλου ευχαριστούμε τον Θεόφιλο Τσιμά Theofilos Tsimas

 

 Ο σταθμός metro Dostoyevskaya στη Β σκηνή του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας  έχει ανοίξει και προβάλει με ιδιαίτερο τρόπο, δια χειρός και πνεύματος Ελένης Μποζά μια σκηνική σύνθεση τεσσάρων διηγημάτων του κορυφαίου Ρώσου συγγραφέα: «Μια αισχρή ιστορία», «Κροκόδειλος», «Μπαμπόκ» και «Το όνειρο ενός γελοίου». Η Ελένη Μποζά πρώτ’ από όλα υπογράφει την δραματουργική επεξεργασία των κειμένων της όψιμης περιόδου του συγγραφέα και στη συνέχεια τη σκηνοθεσία της παράστασης. «Σε μία εμφανώς μεταβατική στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας, εν αναμονή της επερχόμενης δυστοπικής πραγματικότητας που προκαλεί στα άκρα την ανθρώπινη ύπαρξη, τέσσερις ηθοποιοί με όχημα το αιχμηρό χιούμορ του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, διαπραγματεύονται τη σύνδεση του χθες με το σήμερα, ατενίζοντας το αύριο κατάματα» διαβάζουμε. 

 Λαμβάνοντας υπόψη ένα δραματουργικό υλικό με βαριά παράδοση και μια Ελληνική κοινωνία στην κόψη του ξυραφιού εδώ και αρκετό καιρό, που δεν φαίνεται να τα πάει καλά με την αυτοκριτική, αναρωτιέται κανείς αν θα μπορέσει ένας δημιουργός να βρει τους κώδικες να επικοινωνήσει στο κοινό την αλήθεια αυτής της «δυστοπικής πραγματικότητας».

 «Το όνειρο ενός γελοίου» όσο και «Ο κροκόδειλος» και το «Μπαμπόκ» έχουν παρουσιαστεί παλαιότερα στην Ελλάδα με διάφορους τρόπους. Η Ελένη Μποζά πατώντας γερά στην εμπειρία της, τολμά και προτείνει κάτι διαφορετικό. Έχοντας αυτά κατά νου, ρωτήσαμε τη σκηνοθέτρια και πήραμε απαντήσεις 

 

 

Ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι σας «βρήκε» ή εσείς τον αναζητήσατε, μιας που είχατε και στο παρελθόν καταπιαστεί με το έργο του;

 Στην ζωή αναζητάς πάντοτε, ακόμα και αν δεν το ξέρεις, αυτό που έχεις ανάγκη να βρεις.   

Σε συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης, γιατί αυτά τα διηγήματα; Γενικότερα γιατί διασκευή; Τι σημαίνει για εσάς αυτό;

Οποίος μπει στον κόπο, να διαβάσει αυτά τα διηγήματα ,θα καταλάβει απόλυτα πόσο πολύ αντανακλούν τη σημερινή ανθρώπινη κατάσταση και ακριβώς με ποία κοινή θεματική. Αυτό προσδιορίζει και την ουσία μιας θεατρικής διασκευής. 

 Τι ρόλο παίζει το «χιούμορ» στο συγκεκριμένο έργο και σε όλη τη θεατρική ζωή σας;

Η αυθύπαρκτη έννοια του κωμικοτραγικού όπως υφίσταται στην ίδια την λειτουργία της ζωής, δεν είναι δυνατόν να μην υφίσταται και  στο οποιοδήποτε σκηνικό γεγονός, εν γένει.Η συγκεκριμένη δουλειά κατά κάποιον τρόπο σχολιάζει μια «δυστοπική πραγματικότητα που προκαλεί στα άκρα την ανθρώπινη ύπαρξη». Πριν λίγες ημέρες διαβάσαμε κάπου την παρακάτω είδηση: «Γυναίκα αυτοκτόνησε στον σταθμό του ΗΣΑΠ. Τεράστια η ταλαιπωρία των επιβατών.».

 

Χωρίς να γνωρίζουμε το τι και το γιατί του συγκεκριμένου γεγονότος, θα ήθελα να ρωτήσω σε τι βαθμό πιστεύετε ότι σήμερα στην Ελλάδα ζούμε μια πραγματικότητα που φέρνει στα άκρα την ανθρώπινη ύπαρξη;  

Η μεταβατική στιγμή της ανθρώπινης Ιστορίας, φέρνει στα άκρα τις ανθρώπινες συμπεριφορές, όχι μόνο με  αφορμή την ελληνική πραγματικότητα... κι έτσι δημιουργούνται καινούργια ερωτήματα..

 Σε παλαιότερη συνέντευξή σας είχατε δηλώσει ότι σε καιρό κρίσης «Κινητοποιούνται οι άνθρωποι γιατί πάνε ξανά στα βασικά και στα ουσιαστικά, τα προβλήματα θα τους πυροδοτήσουν.» Μερικά χρόνια αργότερα θεωρείται ότι η δήλωσή σας επαληθεύτηκε σε προσωπικό επίπεδο; Στο θέατρο γενικότερα;  

Σε προσωπικό επίπεδο σίγουρα ναι -πάλεψα με όλες μου τις δυνάμεις για μια ισχυρή θεατρική εκπαίδευση, εκτός των τειχών - μιλάω για το κτίσιμο της νεοσύστατης δραματικής σχολής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πάτρας, της οποίας υπήρξα Διευθύντρια Σπουδών για τέσσερα συναπτά έτη , η οποία ιδρύθηκε επί καλλιτεχνικής διευθύνσεως Θοδωρή Αμπαζή. Το ζήτημα είναι όμως, όχι πως λειτουργούν οι μονάδες, αλλά πώς αντιδράει ένα σύνολο. Το ερώτημα για την ελληνική κοινωνία παραμένει ανοιχτό.

 Πόσο σίγουρη είστε για την επιτυχία μιας παράστασης πριν ανοίξει η αυλαία; 

 Η επιτυχία για μια παράσταση νομίζω πως είναι, η επί της ουσίας επαναδιαπραγμάτευση ενός θέματος, με κέντρο βάρους τις ενστικτώδεις, πραγματικές αντιδράσεις του κοινού. Ένας, «εδώ και τώρα» διάλογος, με φορέα την συγκίνηση.

 Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι δουλειές που ξεχωρίζουν στην καριέρα τους είναι αυτές στις οποίες  «πέρασαν καλά» ανεξαρτήτως επιτυχίας. Ισχύει αυτό για εσάς; Τι σημαίνει το «καλά» στην διάρκεια μιας παράστασης -από τη γέννηση μέχρι την ολοκλήρωσή της; 

Κατ' εμέ, «περνάω καλά» στο θέατρο από την πλευρά των συμμετεχόντων στη σκηνική πράξη, είναι η οδυνηρή και επί της ουσίας, διαπραγμάτευση  μιας ισχυρής θεματικής, η οποία σε κάθε περίπτωση πυροδοτεί, το κλαυσίγελο της ανθρώπινης ύπαρξης, άρα και της υποκριτικής ύπαρξης.

 Αν και η ερώτηση ακούγεται κοινότυπη, θα ήθελα να μου πείτε με βάση τα βιώματά σας αν θεωρείτε ότι η επιτυχία πάει πάντα χέρι- χέρι με καλό, δημιουργικό κλίμα στα παρασκήνια.

Πιστεύω και έχω επενδύσει στο θέατρο συνόλου.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

 Η σκηνοθεσία του έργου «Ένας στρατιώτης που τον έλεγαν Λαβ» του Ιάσονα Σίγμα, στην Νέα σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, το Μάρτιο του 2018.

 

H παράσταση Dostoyevskaya metro station*

Βασισμένη σε 4 διηγήματα του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι

Με τους: Νίκος Γιαλελής, Αντριάνα Ανδρέοβιτς, Ελένη Ανδρικοπούλου, Κώστας Κουτρουμπής και  Χάρης Μπαλασόπουλος

Σε σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Ελένη Μποζά παίζεται κάθε Τετάρτη στις  20:00 και Πέμπτη  21.00 στη Β' σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας.

 

 

 

Ο Ναζ ένα αγόρι από κάπου… στην Μέση Ανατολή υποδεικνύει ο σκηνοθέτης, ξεκινά με την βαλίτσα του γεμάτη ιστορίες που του διηγιόταν ο πατέρας του όταν ήταν μικρός, για να βρει τον μεγάλο του αδελφό στο Βερολίνο. Όχι γιατί του αρέσουν τα ταξίδια και οι περιπέτειες, όπως άρεσαν στον αγαπημένο του θαλασσινό ήρωα Σεβάχ, αλλά για να ξεφύγει από τον πόλεμο και την ανέχεια. Ο Ναζ μετράει κάμποσα ταξίδια μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Στα ταξίδια του τον συντροφεύει η Κρίσια, μια κοπέλα με παρόμοια δύσκολη μοίρα. Τα δυο παιδιά βοηθούν το ένα το άλλο να ξεφύγουν από στρατιώτες και άδικους εργοδότες, να διασχίσουν την έρημο, να σκαρφαλώσουν σε χιονισμένα βουνά και να περάσουν αγριεμένες θάλασσες. Και στο τέλος τι τους περιμένει; Είναι όλα ρόδινα όπως έγραφε στις κάρτες προς τους γονείς του ο μεγάλος αδερφός; Η πόλη είναι μεγάλη και όμορφη, οι άνθρωποι φιλικοί; Υπάρχει φαΐ και δουλειά για όλους; Θησαυρός στην άκρη του ουράνιου τόξου; Όχι. Υπάρχουν μόνο οι ιστορίες που γράφουν με τις ζωές τους οι ίδιοι οι άνθρωποι. Υπάρχουν μνήμες, τραγούδια, συνήθειες. Και θέληση για ζωή.  

Το έργο του βραβευμένου Άγγλου συγγραφέα Μάικ Κένι δεν είναι μια εύκολη ιστορία για παιδιά. Είναι ουσιαστικό, λέει αλήθειες και τολμά και δείχνει μια πορεία χωρίς χάπι εντ. Ο ήρωας δεν βρίσκει τον θησαυρό, δεν παντρεύεται την αγαπημένη του, δεν ζουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Όμως δεν σταματά ποτέ να κοιτά κατάματα τη ζωή και να αγωνίζεται για την επόμενη μέρα. 

Όταν πριν από αρκετά χρόνια -2005- είχε ανεβάσει «Το αγόρι με τη βαλίτσα» ο Θωμάς Μοσχόπουλος στην «Μικρή Πόρτα» και η Ξένια Καλογεροπούλου είχε κάνει τη διασκευή και την μετάφραση στο έργο του Κένι, σε μια συνέντευξη στον Βασίλη Αγγελικόπουλο η Καλογεροπούλου είχε δηλώσει ότι πρόκειται για ένα «…απλό έργο, ξεκάθαρο, τρυφερό, αστείο… λέει τόσο σημαντικά πράγματα. Χωρίς κανένα διδακτικό τόνο, χωρίς καθόλου να κάνει κήρυγμα. Είναι έργο «με πολλά μυστικά»… έχει δηλαδή ένα πρώτο επίπεδο άμεσα κατανοητό, αλλά έχει από πίσω μυστικά». Τότε, στην Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, κανείς δεν μπορούσε να υποπτευτεί την έκταση που θα έπαιρνε το μεταναστευτικό στη χώρα μας λίγα χρόνια αργότερα. Ούτε πόσα ασυνόδευτα παιδιά θα περνούσαν τα σύνορά μας, ούτε ακόμα περισσότερο πόσα Ελληνάκια θα έφευγαν από την πατρίδα με τους γονείς τους για να γλιτώσουν από την οικονομική κρίση. Η ιστορία βέβαια δεν είναι καινούρια. Επαναλαμβάνεται χιλιάδες χρόνια, τόσα όσα υπάρχουν άνθρωποι στη γη. Ελάχιστα πράγματα αλλάζουν κάθε φορά: ο τόπος από όπου αναγκάζεται να ξενιτευτεί ο «ήρωας», το όνομά του, η προσδοκώμενη γη της επαγγελίας. Η πορεία πάντα δύσκολη. Διαφορετική αλλά δύσκολη. Όπως είναι κάθε μεγάλη αθέλητη αλλαγή στη ζωή των ανθρώπων.

Ήταν λοιπόν καίρια η επιλογή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος να ανεβάσει «Το αγόρι με τη βαλίτσα» τον περασμένο χειμώνα στη Νεανική Σκηνή του, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Σιώνα.

Επίσης καίρια ήταν η επιλογή του Ηλία Καρελλά να ανεβάσει το έργο φέτος στην Αθήνα, ενσωματώνοντας στοιχεία από την δική του τέχνη, αυτή του θεάτρου σκιών, στην παράσταση. Τέλος καίρια ήταν και η επιλογή να ντύσει τη σκηνική δράση με παραδοσιακά τραγούδια της ξενιτιάς από τον τόπο μας και από αλλού με την βοήθεια της Αρετής Κετιμέ και δύο ακόμα εξαιρετικών μουσικών επί σκηνής. Παραστάσεις παιδικού θεάτρου περισσότερο «ψυχαγωγικές» και λιγότερο «διασκεδαστικές» είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτες σε έναν χώρο και χρόνο που πολύ συχνά δυστυχώς υποτιμά το κριτήριο των μικρών θεατών, και όχι μόνο. 

Η παράσταση περιστρέφεται γύρω από τον Ναζ, την πορεία του από την πατρίδα του έως το Βερολίνο από τη μια και τις ιστορίες που θυμάται να του διηγείται ο πατέρας του από την άλλη. Το ταξίδι του αγοριού εξελίσσεται μέσα από αφήγηση και την δράση πάνω στη σκηνή, ενώ οι ιστορίες, σαν σκιές από το παρελθόν, ζωντανεύουν πίσω από τον μπερντέ. Οι δύο αυτοί κόσμοι παρόλο που συνδέονται μέσα από τυχαία γεγονότα, παραμένουν ξεχωριστοί. Ο πρώτος, ο πραγματικός, απλός αλλά δύσκολος, ο άλλος ο παραμυθένιος εντυπωσιακός και διδακτικός. Αυτός ο συνδυασμός είναι επιτυχημένος. Ο Καρελλάς έχει μακριά θητεία στον χώρο του θεάτρου σκιών και οι «φιγούρες» του, ανθρώπινες και μη, δουλεύουν. Στο πρώτο μέρος της παράστασης όμως οι εναλλαγές της δράσης από τη σκηνή στον μπερντέ είναι τόσες πολλές που οι μικροί, και κάποιοι από τους μεγαλύτερους θεατές, μπερδεύτηκαν. 

Τα κουστούμια της παράστασης είναι λιτά και τα σκηνικά «σχηματίζονται» από τους ηθοποιούς με τρισδιάστατα γεωμετρικά σχήματα, ένας ωραίος τρόπος για να ταξιδέψει ο Ναζ με λεωφορείο και καράβι, να ανεβεί βουνά και να περπατήσει μες τις πόλεις. Μερικές φορές όμως η αλλαγή των σκηνικών που συνδυαζόταν με μουσική από την ορχήστρα ήταν φλύαρη. 

Ο Δημήτρης Μακαλιάς στο ρόλο του Ναζ είναι «συμπαθητικός» -με την έννοια ότι οι μικροί θεατές τον συμπαθούν τον ρόλο- και καταφέρνει να κρατήσει την ιστορία ανάλαφρη, παρόλα τα σοβαρά ζητήματα που θίγει. Από τους υπόλοιπους συντελεστές ξεχωρίζει ο Τάσος Αντωνίου, τόσο στην κιθάρα και το τραγούδι όσο και στη σκηνή σαν πατέρας κλπ. 

Οι επιλογές των τραγουδιών αλλά και των ορχηστρικών κομματιών από την Αρετή Κετιμέ αποτελούν τον συνδετικό κρίκο των δύο κόσμων της παράστασης με την Ελληνική –και όχι μόνο- πραγματικότητα. Αυτή η σύνδεση γίνεται άμεσα, εύκολα και διακριτικά, με τρόπο που μόνο η μουσική καταφέρνει. Τώρα αν αυτό το καταλαβαίνουν μόνο οι μεγάλοι που έχουν μνήμες ή περνάει έμμεσα και στους μικρούς δεν μπορώ να το ξέρω. Δίνει όμως αφορμές για συζητήσεις. Πολλοί καλοί οι μουσικοί που πλαισίωναν την Αρετή με το σαντούρι της. Όμως ένα ζήτημα που δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς ήταν οι δυνατές, έως ενοχλητικές, εντάσεις των μικροφώνων. Ιδιαίτερα τα μικρόφωνα του Ναζ και της Κρίσιας ήταν δυνατά σε σημείο παραμόρφωσης. Επίσης υπερβολικά δυνατά χωρίς λόγο ήταν και το μικρόφωνο της Αρετής Κετιμέ και η φωνή τις περισσότερες φορές για αυτόν τον λόγο, δεν έδενε με την ορχήστρα. 

Τέλος, σαν γενική παρατήρηση φαίνεται πως απασχόλησε ιδιαίτερα τον σκηνοθέτη ο τρόπος που θίγει κανείς ένα τόσο σοβαρό θέμα σε παιδιά, χωρίς να φορτίσει αρνητικά το κλίμα και να παραμείνει η παράσταση ανάλαφρη. Τις περισσότερες φορές αυτό ο Καρελλάς το πετυχαίνει. Αυτό που φάνηκε κάπως παράταιρο ήταν το τέλος. Δεν ήταν ξεκάθαρο πως από τη διαπίστωση ότι η ζωή είναι το ίδιο δύσκολη στην ξενιτιά όσο ήταν και στην πατρίδα: Το μόνο που αλλάζει είναι ότι δεν υπάρχει ο πόλεμος, περνάει σε έναν χορό σαν να γίνεται γλέντι. Λες να είναι απαραίτητο να φεύγουν πάντα με χορούς και με τραγούδια τα παιδιά από μια θεατρική παράσταση;  

 

Γνώση, χωροχρόνος, ταξίδι, παροιμίες, νίντζα, λαϊκή σοφία, φαναράκια, γλώσσα, αστερισμοί, παντομίμα, αυτόματος μεταφραστής, πύλες, πειρατές, γάμος, μπερντές…. Πως όλα αυτά τα ετερόκλητα είναι κύρια συστατικά μίας και μοναδικής θεατρικής παράστασης δύσκολο είναι να το φανταστεί κανείς. 

Όταν μετά από πολλές περιπέτειες την περασμένη Δευτέρα φτάσαμε στο Κατράκειο –και πιστέψτε με είναι περιπέτεια να ξεκινήσεις με δυο παιδιά 5 και 9 ετών από το κέντρο της Αθήνας και να φτάσεις στο ξακουστό θέατρο της Νίκαιας με Μέσα Μαζικής Μεταφοράς- ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι την παράσταση θα την έβλεπα μόνο εγώ καθώς τα χασμουρητά «έπαιρναν και έδιναν». Όμως τη στιγμή που έσβησαν τα φώτα και άναψαν τα φαναράκια της πρεμιέρας, με μισή ώρα καθυστέρηση δυστυχώς, όλα άλλαξαν. Ο Τιμόθεος Τιμολέοντας κατά κόσμον Ηλίας Μελέτης μας διηγήθηκε μια ιστορία, την ιστορία του, τόσο οικεία και ταυτόχρονα τόσο διαφορετική που τα νυσταγμένα ματάκια μετατράπηκαν αυτόματα σε χαμόγελα και περιέργεια: Όταν εξαφανίζεται από τη χώρα του Τιμόθεου το "Πετράδι της γνώσης", οι άνθρωποι αρχίζουν να ξεχνούν ό,τι γνώριζαν μέχρι τότε και ο «Διάσημος Κακοποιός» τους ελέγχει και τους εκμεταλλεύεται. Ο Τιμόθεος, χωρίς καλά καλά να καταλάβει πως, ταξιδεύει στον χωροχρόνο, προκειμένου να καταφέρει να βρει το πετράδι της γνώσης να το επιστρέψει στη χώρα του και να κατατροπώσει τον τυραννικό «Διάσημο Κακοποιό». Στην αναζήτηση αυτή τον βοηθούν πολλοί διαφορετικοί ήρωες από πειρατές και νίντζα μέχρι κόρες της παντρειάς -Βίβιαν Κοντομάρη, Ιωάννα Ασημακοπούλου, Σόλων Τσούνης, Χρυσάνθη Γεωργαντίδου. Ο καθένας με τον τρόπο του, μαθαίνουν στον Τιμόθεο τι αξίζει στη ζωή και του θυμίζουν με τη βοήθεια της σοφίας που κρύβουν οι λαϊκές παροιμίες, τους λόγους για τους οποίους πρέπει να παλεύει κανείς για το καλό και το  καλύτερο.  

 Ψάχνοντας να βρω μια λέξη που να περιγράφει το «Χαμένο Πετράδι της γνώσης» στο μυαλό μου τριγυρίζει κάτι που δεν το έχω ξαναχρησιμοποιήσει για τέτοιου είδους δουλειές. Θα το χρησιμοποιήσω όμως εδώ: Η παράσταση ήταν «χορταστική». Είχε  από όλα, αλλά με μέτρο και πιο πολύ είχε χιούμορ, ρυθμό και ενέργεια. Στο κείμενο του Κοσμίδη – και η σκηνοθεσία είναι του ιδίου- η σοφία της λαϊκής παροιμίας τροφοδοτούσε τη δράση με άμεσο και σύγχρονο τρόπο, χωρίς δόση διδακτισμού. Το σκηνικό λιτό –σπιτάκια από ξύλο και πανί που χρησιμοποιήθηκαν και σαν σκηνή θεάτρου σκιών- εξυπηρετούσε τη δράση και έδενε ωραία με την αφαιρετική λογική της παντομίμας που πολύ επιτυχημένα «ανακατευόταν» με την πρόζα σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Τα κοστούμια χαμένα όπως και οι ήρωες στον χωροχρόνο εντυπώθηκαν στα παιδιά: «Μαμά μου άρεσε το χρυσό κοστούμι του ξιφομάχου Ίτο». Η μουσική «διαστημική», υπογράμμιζε τη διαχρονικότητα του θέματος. Ο λόγος καθαρός, η κίνηση καλοδουλεμένη, οι ερμηνείες απολαυστικές. Το κέφι και η ένταση που είχαν οι ηθοποιοί πάνω στη σκηνή πέρασε στις κερκίδες και οι μικροί φίλοι ανταποκρίθηκαν άμεσα: Προσοχή, ησυχία, γέλια, σχόλια, συμμετοχή. Στιγμές που ξεχώρισαν ήταν οι συναντήσεις του Τιμόθεου με την κυρά που είχε ψυχοκόρη της παντρειάς και με τον Άραβα με την καμήλα-αυτόματο μεταφραστή! 

Τέλος, ένα αρνητικό σχόλιο αφορά στην αρχή, στην εισαγωγή δηλαδή στην παράσταση που ήταν ελαφρώς φλύαρη και στη σύνδεση μεταξύ των ιστοριών των ηρώων, μερικών όχι όλων. Επίσης θα θέλαμε περισσότερο θέατρο σκιών κατά τη διάρκεια του έργου. Στα σημεία που χρησιμοποιήθηκε συμπλήρωσε ιδανικά την αφήγηση και ταίριαξε με την καλοκαιρινή, πιο παραμυθένια ατμόσφαιρα.

Πάντως  όσοι βρίσκεστε κοντά στα θέατρα που θα ανέβει τις επόμενες ημέρες μην χάσετε την ευκαιρία να παρακολουθήσετε μια τόσο προσεγμένη δουλειά.  

 

Και η γνώμη της μικρής Βερενίκης 

Vereniki_petradi_tis_gnwsis.JPG

 

Περιοδεία

 

Δευτέρα 26 Ιουνίου | Νέα Μάκρη (προπώληση εισιτηρίων στο κυλικείο του Αθλητικού και Πολιτιστικού Κέντρου Ν. Μάκρης)

 

Αθλητικό & Πολιτιστικό Κέντρο Νέας Μάκρης | ώρα έναρξης: 21:00

 

Κυριακή 9 Ιουλίου | Αίγιο

 

Υπαίθριο Θέατρο Αιγιαλείας Γ. Παππάς | ώρα έναρξης: 21:00

 

Δευτέρα 10 Ιουλίου |  Βόνιτσα

 

Νησάκι Κουκουμίτσας |  ώρα έναρξης: 21:00

 

Τετάρτη 12 Ιουλίου | Γρεβενά

 

Υπαίθριο Θέατρο Καστράκι | ώρα έναρξης: 21:00

 

Πέμπτη 13 Ιουλίου | Καρδίτσα

 

Ανοιχτό Θέατρο Μητρόπολης | ώρα έναρξης: 21:00

 

Πέμπτη 20 Ιουλίου | Στυλίδα

 

Ανοιχτό Θέατρο Στυλίδας | ώρα έναρξης: 21:00

 

Παρασκευή 21 Ιουλίου | Βόλος

 

Δημοτικό Θέατρο Βόλου Μελίνα Μερκούρη | ώρα έναρξης: 21:00

 

Δευτέρα 24 Ιουλίου | Πτολεμαΐδα

 

Υπαίθριο Θέατρο Πτολεμαΐδας | ώρα έναρξης: 21:30

 

Τρίτη 25 Ιουλίου | Σέρρες

 

Θεατράκι Σερρών | ώρα έναρξης: 21:00

 

Πέμπτη 27 Ιουλίου | Κοζάνη

 

Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο | ώρα έναρξης: 21:00

 

Δευτέρα 31 Ιουλίου | Σαντορίνη

 

Δημοτικό Κλειστό Γυμναστήριο ΔΑΠΠΟΣ | ώρα έναρξης: 21:00

 

Τρίτη 8 Αυγούστου | Νεμέα

 

Green theater – Θέατρο Αρχαίων Κλεωνών | ώρα έναρξης: 21:00

 

Πέμπτη 31 Αυγούστου | Σαλαμίνα

 

Ευριπίδειο Θέατρο Σαλαμίνας | ώρα έναρξης: 21:00

 

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου | Χαλκίδα

 

Θέατρο Ορέστης Μακρής | ώρα έναρξης: 21:00

 

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου | Μενίδι

 

Δημοτικό Θέατρο Μίκη Θεοδωράκη | ώρα έναρξης: 21:00

 

 

 

Τους Cachivache τους γνωρίζαμε. Τους είχαμε θαυμάσει στο δρόμο. Κάπου στην πλατεία Εξαρχείων, όταν μεγάλοι και παιδιά καθόμαστε κατάχαμα και μετά την παράσταση έβγαινε το γνωστό καπέλο για «ότι έχετε ευχαρίστηση». Και το Παλλάς το γνωρίζουμε. Εδώ και μερικά χρόνια μετά την ανανέωση και την ακουστική βελτίωση του χώρου, το 85χρονο «κινηματοθέατρο»  που έχει φιλοξενήσει ουκ ολίγες προσωπικότητες της μουσικής και του θεάτρου στο πάλκο του, έχει μια από τις πιο μεγάλες σκηνές και μια από τις καλύτερες ηχητικές συμπεριφορές στη θεατρική Αθήνα. Όταν ακούσαμε ότι οι Cachivache θα παίξουν στο Παλλάς ήταν ευχάριστη έκπληξη. Όταν πήγαμε πια και είδαμε την παράσταση, ήταν μακράν μια από τις ωραιότερες δουλειές για παιδιά της φετινής θεατρικής χρονιάς που φτάνει σιγά σιγά στο τέλος της. 

«Το όνειρο της Μόλυ» γεμάτο ζωντανή μουσική από μια ταλαντούχα ορχήστρα, ζογκλερικά, σχοινοβασίες, ακροβατικά, νούμερα με ποδήλατα και τραμπολίνα, κωλοτούμπες, ανθρώπινες πυραμίδες, καλούς, κακούς, ερωτευμένους, πεινασμένους, χορτασμένους, τουρτοπόλεμο και δίχτυα, ορφανοτροφείο και ξενύχτια, τα έχει όλα. Θυμίζει ένα σωρό άλλες ιστορίες αλλά ξεχωρίζει και από άλλες τόσες. Είναι απλό, χαρούμενο, αγωνιστικό, αστείο, άμεσο… Ο καθένας μπορεί να προσθέσει την δική του αισιόδοξη λέξη στην περιγραφή και να ταιριάζει!

Η ιστορία που έγραψε και σκηνοθέτησε, μαζί με την Esther Andre Gonzalez, ο ίδιος ο Σπαγγετόνι (ζογκλέρ, τραγουδιστής, σχοινοβάτης, ακροβάτης κλπ.) -κατά κόσμον Μανώλης Καρυωτάκης- ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο που είδε στον ύπνο της η μικρή ορφανή Μόλυ και στο όνειρο της καρδιάς της που δεν είναι άλλο από το να δουλέψει σε τσίρκο. Είναι φτιαγμένη για να αναδείξει τις δυνατότητες και τα ταλέντα του έμψυχου υλικού του Circo Cachivache. Τα τραγούδια, πρωτότυπα και διασκευασμένα που έγραψε και ενορχήστρωσε η μπάντα του τσίρκου και ο μαέστρος- κακός Διευθυντής Μιχάλης Στεφανίδης-αποτελούν τον συνδετικό κρίκο όλων των στοιχείων της παράστασης. Τα πολύχρωμα κοστούμια -Δέσποινα Μακαρούνη- και τα σκηνικά –Χρήστος Κωνσταντέλος- συμβάλλουν με τον καλύτερο τρόπο στη σύνθεση μιας εμπειρίας δυναμικής, πλουραλιστικής, μα πάνω από όλα ευχάριστης για μικρούς και μεγάλους ονειροπόλους. 

H Βερενίκη γράφει για την παράσταση 

Very Circus (1) (1).JPG

Με άλλα λόγια αν θέλετε να περάσετε ένα ωραίο απόγευμα Σαββατοκύριακου με τα παιδιά σας τρέξτε να προλάβετε εισιτήρια για μια από τις τελευταίες παραστάσεις. Ευτυχώς το Παλλάς έχει θέσεις για πολλούς!   

Το πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους στίχους και 2 CD με τη μουσική της παράστασης. 

Αν μετά την παράσταση θέλετε και εσείς να δοκιμάσετε τα κόλπα των ζογκλέρ στο ομώνυμο κατάστημα στο Γκάζι μπορείτε να βρείτε ότι σας χρειάζεται: 

ΖΟΓΚΛΕΡ:  Ιάκχου 12, Αθήνα - Γκάζι

Η ταυτότητα του Circo Cachivache:  To Circo Cachivache «είναι μια συνάντηση καλλιτεχνών δρόμου, που μετά από χρόνια μοναχικής πορείας… ιδρύουν την εν λόγω ομάδα, το 2010-11 με έδρα τον πολιτιστικό σύλλογο «Δυναμό», στον Κεραμεικό. Ακροβάτες, μουσικοί, ζογκλέρ, παλιάτσοι και ηθοποιοί συνεργάζονται με στόχο την παρουσίαση θεαμάτων που συνδυάζουν όλες αυτές τις τέχνες σε ένα ισορροπημένο αποτέλεσμα» Έτσι τα μέλη του συνεχώς διδάσκονται και διδάσκουν ο ένας τον άλλον με σκοπό η μια τέχνη να συμπληρώσει την άλλη.»

 

Μια Μαρτιάτικη Κυριακή, την πρώτη ηλιόλουστη μετά από έναν μακρύ χειμώνα αποφασίσαμε να μην αλλάξουμε την συνήθειά μας και, για άλλη μια φορά, να πάμε θέατρο αντί να τρέξουμε σε καμιά παιδική χαρά. Πήραμε και τους φίλους μας και πήγαμε να δούμε «Ιστορίες με φίλους» στο Studio Μαυρομιχάλη, από τη θεατρική εταιρεία Μποέμ. 

Και καλά κάναμε. Μπορεί οι θεατές να ήταν λίγοι –κέρδισε ο πρώτος ήλιος της άνοιξης το ευρύ κοινό- αλλά η παράσταση άφησε ένα γλυκό χαμόγελο στα πρόσωπα μικρών και μεγάλων. 

Οι «Ιστορίες για φίλους» όπως μαρτυρά ο τίτλος καταπιάνονται με την αξία της φιλίας δοσμένη με απλό και άμεσο τρόπο μέσα από τη σχέση δύο φιλενάδων που εξελίσσεται στο χρόνο. Δύο διαφορετικά κορίτσια –το ένα αγαπά τα βιβλία και το διάβασμα και το άλλο τα παιχνίδια και τη μουσική- κάθονται δίπλα δίπλα στο ξύλινο θρανίο του σχολείου και με τον καιρό γίνονται οι καλύτερες φίλες. Παραστέκεται η μια στην άλλη στα καλά και τα άσχημα, μέχρι που οι σπουδές και οι δουλειές τους τις χωρίζουν. Μετά από χρόνια ξανασμίγουν και δεν χωρίζονται ποτέ.

Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Σε αυτήν την κεντρική ιστορία περιπλέκονται και τρεις, όχι, τέσσερις διάσημες ιστορίες φιλίας από άλλες εποχές: Ο φιλόσοφος Δάμων που ήταν έτοιμος να δώσει την ζωή του για τον φίλο του, επίσης φιλόσοφο Φιντία, ο καλομαθημένος και χορτάτος Μάγκας της Πηνελόπης Δέλτα που έμαθε για την σκυλίσια ζωή από τον κοκαλιάρη και αδέσποτο Αφράτο, ο Μικρός Πρίγκιπας του Αντουάν ντε Σεντ- Εξιπερί που εξημέρωσε την αλεπού και κατάλαβε γιατί το τριαντάφυλλο του είναι το μοναδικό για αυτόν στον κόσμο όλον και, μια μικρή έκπληξη, ένα αλλιώτικο ζευγάρι, η Σκύλλα και η Χάρυβδη που μια προσφέρει το φαγητό της στην άλλη –καράβια με ναυτικούς- με περισσή ευγένεια, όλοι ανεβαίνουν στη σκηνή και λένε την ιστορία τους.   

Το κείμενο είναι απλό και κατανοητό για τα παιδιά και η σκηνοθεσία  δουλεμένη. Τα λιτά σκηνικά και κουστούμια ζωντανεύουν από το ενεργητικό παίξιμο των τριών κοριτσιών που κερδίζουν με το χαμόγελο και την όρεξή τους μικρούς και μεγάλους. Μια από τις καλύτερες στιγμές της παράστασης είναι το θέατρο σκιών όπου εκτυλίσσεται η ιστορία του Μάγκα και του Αφράτου.

Στο τέλος τα παιδιά μας έτρεξαν στα παρασκήνια να δηλώσουν στις πρωταγωνίστριες ότι είναι οι καλύτερες φίλες και ότι θα παραμείνουν φίλες για πάντα. Ακολούθησαν ωραίες συζητήσεις που ξεκίνησαν από την φιλία και κατάληξαν που αλλού…. στην φιλοσοφία.

H Βερενίκη έγραψε για την παράσταση 

Vereniki.jpg

Προτάσεις 

Τον Μάγκα της Πηνελόπης Δέλτας που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1935 μπορείτε να τον βρείτε στις Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ (2011), στις Εκδόσεις Μεταίχμιο (2012) ή στις Εκδόσεις Παπαδόπουλος (2012) και αλλού. Τον μικρό πρίγκιπα του Αντουάν Ντε Σεντ-Εξιπερί μπορείτε να τον βρείτε στις Εκδόσεις Πατάκη (2011) ή στις Εκδόσεις Ψυχογιός και αλλού.

Μια πρόταση για τους πιο μεγάλους αναγνώστες: Δάμων και Φιντίας των Εκδόσεων Γαβριηλίδη, από τη σειρά: Παραμύθια των λαών (2016)

Συγγραφέας : Μαργαρίτη Άντα

 

 

Και μια παράσταση για τους πιο μικρούς φίλους του θεάτρου: Το αγόρι με τα μπλε μαλλιά.

Στην παιδική σκηνή του Φούρνου της οδού Μαυρομιχάλη μια παράσταση με ηθοποιούς και κούκλες για παιδιά ηλικίας τριών μέχρι έξι ετών, παίζεται φέτος για δεύτερη χρονιά.

 

Το γλυκό, ευαίσθητο αγόρι με τα μπλε μαλλιά που ακούει στο όνομα Άτρο  -από το Ατρόμητος- δεν ταιριάζει και πολύ στην πόλη των ανθρώπων με τα κόκκινα μαλλιά. Είναι λίγο διαφορετικός και λίγο ντροπαλός. Έτσι δεν έχει φίλους. Ή μάλλον δεν έχει φίλους ανθρώπους. Έχει όμως τον Μέρμπερ, ένα μαγεμένο παιχνίδι που του χάρισε η γιαγιά του όταν ήταν μωρό. Με τον Μέρμπερ παίζει και τραγουδάει. Ο Μέρμπερ τον παρακινεί να δοκιμάζει νέα πράγματα και είναι αυτός που πολλές φορές τον μπλέκει σε  περιπέτειες. Ο Άτρο αγαπάει πολύ τον Μέρμπερ. Όταν μάλιστα αυτός χάνεται στο δάσος των Σχημάτων και των Χρωμάτων δεν διστάζει στιγμή, αρχίζει να ψάχνει από άκρη σε άκρη μέχρι να τον βρει…  

 

Λίγα λόγια για το Αγόρι με τα Μπλε Μαλλιά από την ¨μαμά¨ του Ελεάννα Σαντοριναίου

 

Θέλησα να γράψω μία ιστορία που να αφορά τα μικρά παιδιά και να κάνει αναφορά σε προβλήματα που αντιμετωπίζουν αλλά ίσως να μην μπορούν να εκφράσουν. Ο στόχος μου ήταν να δημιουργήσω ένα έργο που να πραγματεύεται ευαίσθητα θέματα αλλά να δίνεται στα παιδιά με μία γλώσσα που εκείνα μπορούν να καταλάβουν. Τα παιδιά μπορούν να ταυτιστούν  εύκολα με τον Άτρο και τον Μέρμπερ – το κουκλάκι/φίλο του Άτρο. Όπως Άτρο, μπορεί να φοβούνται το σκοτάδι, να έχουν κάποιο φανταστικό φίλο ή να έχουν υποστεί κοροϊδία, είτε επειδή κατάγονται από άλλη χώρα, είτε γιατί έχουν κάποιο διαφορετικό χαρακτηριστικό. Όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει, πρωτόγνωρο γι’ αυτά πρέπει όχι μόνο να βρουν τρόπο επίλυσης, αλλά αρχικά να καταλάβουν τι νιώθουν και να το εκφράσουν.

 

Έτσι ο αρχικός σκοπός του έργου, είναι να δείξει στα παιδιά ότι είναι εντάξει να είμαστε διαφορετικοί, είναι εντάξει να μην νιώθουμε πάντα καλά και ότι πάντα με σωστούς φίλους θα βρούμε την δύναμη να το ξεπεράσουμε.  Φυσικά αυτές είναι έννοιες που ένα μικρό παιδί δεν μπορεί να καταλάβει γι’ αυτό ήθελα ο τρόπος που θα δομηθεί όλο το έργο να στηρίζεται στο τραγούδι και το χιούμορ. Αισθάνομαι τυχερή που οι εξαιρετικοί ηθοποιοί (Ματίνα Δημητροπούλου, Κωνσταντίνος Δημητρακάκης και Ευγενεία Μαραγκού) και η Άννα Σαντοριναίου η οποία έχει κατασκευάσει τις κούκλες έχουν αγκαλιάσει αυτή την ιδέα και έχουν δημιουργήσει χαρακτήρες που αγαπιούνται από μικρούς και μεγάλους.  Τα παιδιά περνάνε καλά, ανεβαίνουν πάνω στην σκηνή και βοηθάνε στην εξέλιξη του μύθου. Έχουμε διαπιστώσει με κουβέντες που κάνουμε με τους γονείς που ξαναέρχονται στο θέατρο, ότι το έργο αποτελεί αφορμή για συζήτηση και επίσης το ίδιο συμβαίνει και με τους δασκάλους που έρχονται με τους μαθητές τους να δουν την παράσταση.Το έργο παίζεται φέτος για δεύτερη χρονιά, έχοντας δεχτεί μία δωρεά από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος για να δώσει δωρεάν παραστάσεις σε σχολεία που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να δουν θέατρο. Επίσης στο τέλος του μήνα θα ταξιδέψει στο Λονδίνο για να δώσει δύο παραστάσεις για τα παιδιά των ομογενών.

 

 Η παράσταση είναι ότι δηλώνει: μια γλυκιά περιπέτεια με πολλές αφορμές για κουβέντα με τα. παιδιά. Ωραία μουσική, έξυπνα σκηνικά, κουστούμια με χαριτωμένες λεπτομέρειες και κούκλες έτοιμες να… τις αγαπήσεις.

Ο Φούρνος πάντα φιλόξενος, πριν και μετά την παράσταση, έχει χώρο να ζωγραφίσουν τα παιδιά καθώς περιμένουν και φεύγοντας τα κερνάει μπαλόνια.

 

Πώς όμως είδε η Βερενίκη την παράσταση; Τι έχει να μας πει;

 

Vereniki Atro.jpg

 

 

 

Video

kart1

Kalomoira2.jpg

Ροή Ειδήσεων

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία