Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Νατάσα Κωνσταντινίδη

Νατάσα Κωνσταντινίδη

 

Από τον Οκτώβριο του 2017 η σημαντική δραματουργός φεύγει να κατοικήσει σε «κατακόκκινο ουρανό», το έργο της όμως μένει εδώ και δεν περιορίζεται στα 40 χρόνια δραματουργίας και στα 50 συνολικά θεατρικής ζωής, αλλά θα υπάρχει στο διηνεκές. Ευτυχώς. Ξεκίνησε με την Τριλογία της Πόλης το 1965, έργο σταθμός που ανεβαίνει και φέτος από το Φεστιβάλ Αθηνών σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου.

Η Θεσσαλονικιά θεατρική συγγραφέας, αδερφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και σύζυγος του συγγραφέα και καθηγητή ψυχιατρικής Γιώργου Χειμωνά κατέγραψε τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που συντελέστηκαν στην Ελλάδα από τον Εμφύλιο μέχρι τις μέρες μας. Γράφει θεατρικά έργα-πολιτικά κείμενα, όχι με την εξωστρέφεια που χαρακτηρίζει την πολιτική, αλλά με την εσωτερική δύναμη που χαρακτηρίζει την ίδια ως άνθρωπο. Τα έργα της λοιπόν είναι η πολιτική της στάση απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω της.

Το μονόπρακτο «Ο Ουρανός Κατακόκκινος» αποτελεί έναν μονόλογο, μια κραυγή που γράφτηκε το 1998 και πρωτοπαίχτηκε από την μεγάλη ηθοποιό μας και προσωπική φίλη της Αναγνωστάκη, Βέρα Ζαβιτσιάνου, στο Εθνικό Θέατρο- Νέα σκηνή Νίκος Κούρκουλος σε σκηνοθεσία Βίκτωρα Αρδίττη, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που παραστάθηκε στα 20 χρόνια που ακολούθησαν. Την Σοφία Αποστόλου έχουν ερμηνεύσει η Ρένη Πιττακή, η Λυδία Κονιόρδου και πιο πρόσφατα η Ελένη Ουζουνίδου, ενώ ηχεί στ’ αυτιά μας η ηχογράφηση της ίδιας της Αναγνωστάκη, γεγονός που δηλώνει και την βαθιά σχέση της με το κείμενο της.

Η ηρωίδα «Σοφία Αποστόλου, του Ιωάννου και της Ευγενείας, καθηγήτρια γαλλικής στο Δημόσιο, με ανώτερες σπουδές στη Φιλολογία, κάτοχος επίσης της αγγλικής και της ρωσικής, πρώην καθηγήτρια, απολυθείσα λόγω αλκοολισμού» με «ροπή προς το κακό», είναι μια αστή με πατέρα γιατρό, που παντρεύεται έναν «κομμουνιστή αλλά τσαχπίνη», και εξομολογείται πως έφτασε να βρει νόημα στη ζωή της όταν νοικιάζει σπίτι με θέα τις φυλακές Κορυδαλλού, όπου κρατείται ο γιός της, «ο άσχημος και ηλίθιος, Γιάννης της» μετά τη σύλληψη του και καταδίκη του για μαστροπεία. Από τη μία ο νεκρός κομμουνιστής σύζυγος και από την άλλη ο ασχημούλης αφελής γιός συνθέτουν το κοινωνικό πλαίσιο της Ελλάδας της διαφθοράς. Η αιρετική Αναγνωστάκη γράφει μια ωδή για την ετερότητα. Η Σοφία Αποστόλου αισθάνεται πως ξεχωρίζει : «Εγώ δεν βολεύομαι. Δεν είμαι ο μέσος όρος. Δεν είμαι απ’ αυτούς που ρίχνουν νερό στο μύλο των ισχυρών και νομίζουν πως είναι κάτι, ενώ δεν είναι τίποτα! Δεν έχω καν αλυσίδες για να τις χάσω! Ποτέ δεν είχα αλυσίδες εγώ! Εγώ. Κάνω τη δική μου επανάσταση.»

Η Νένα Μεντή στη νέα της θεατρική πρόκληση και ενώ μας έχει ήδη χαρίσει εξαιρετικούς μονολόγους, καλείται να ενσαρκώσει στο Θέατρο Σταθμός, την Σοφία Αποστόλου. Την ξεπεσμένη αλκοολική ηρωίδα της Αναγνωστάκη και εμφανίζεται στη σκηνή με μαύρα γυαλιά, μποτάκια και ριχτό μπορντώ φόρεμα. Η εικόνα της πείθει. Η τρεμάμενη σε σημεία φωνή της είναι το σαθρό υπόβαθρο της κοινωνίας που καταρρέει, μαζί με τα ιδανικά και τις αξίες της. Αποδίδει το οξύ κείμενο της Αναγνωστάκη άλλοτε συγκινητικά και άλλοτε αποστασιωποιημένα. Η εσωτερικότητα της ηρωίδας που παλεύει για την ‘’ελευθερία’’ της κάνοντας απολογισμό της ζωής της, υπάρχει, αλλά μοιάζει σε σημεία να χάνει τη δύναμη της. Εξαιρετικό το κλείσιμο της, όπου κοιτώντας τους θεατές στα μάτια, δηλώνει ότι δεν βολεύεται, το ίδιο και όταν διαπιστώνει πικρά πως «εδώ στη χώρα αυτή ή είσαι από τους πολύ δυνατούς ή γίνεσαι παράνομος», αλλά και όταν σαν πονεμένη μάνα εξομολογείται «10 χρόνια έφαγε ο Γιάννης μου για το τίποτα. Όλα για το τίποτα»

Ο συγκλονιστικός αυτός μονόλογος που αγγίζει ευαίσθητες χορδές μας, ακούγεται στην παράσταση δεύτερος, αλλά τον σχολιάζω πρώτο λόγω της ιδιαίτερης σχέσης του σκηνοθέτη Μάνου Καρατζογιάννη με τη συγγραφέα. Ανήκει στους ηθοποιούς που έκαναν το ντεμπούτο τους με έργο της ( ‘’Κασέτα’’, 2002), εξάλλου σκηνοθέτησε το 2014 τις «Ενέδρες της ζωής», ενώ εκπονεί αυτή την περίοδο τη διατριβή του πάνω στη δραματουργία της. Επομένως έχει μελετήσει το έργο της και οδηγεί την έμπειρη ηθοποιό του με ακρίβεια.

 

xatzipanagiotis

Ο δεύτερος μονόλογος που στην πραγματικότητα είναι πρώτος, είναι το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Αυτός και το παντελόνι του». Δύο μονόπρακτα που φαινομενικά διαφέρουν, στην ουσία όμως έχουν κεντρικά μοτίβα κοινά : την μοναξιά, τα ψυχικά τραύματα, τις προσωπικές ήττες, τα αδιέξοδα των ηρώων.

Ο Καμπανέλλης ανήκει επίσης στα παιδιά του Θεάτρου Τέχνης, μια γενιά πριν την Αναγνωστάκη και σημάδεψε με το έργο του τη μεταπολεμική ελληνική δραματουργία, αναμορφώνοντας το θεατρικό τοπίο μιας ολόκληρης Ελλάδας. Σε 60 χρόνια θεατρικής παρουσίας άφησε 41 θεατρικά. Το κλασικό πια μονόπρακτο «Αυτός και το πανταλόνι του», με το οποίο έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας ο Βασίλης Διαμαντόπουλος το 1957 όταν γράφτηκε είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής του. Ο Κουν ότι αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι η θεατρική μαγεία της γραφής του. Το ένστικτο δηλαδή και η γνώση του παλμού των θεατών. Χαρακτηριστικό του η γνησιότητα και η ελληνικότητα των έργων του. Ακόμα και στο «Αυτός και το πανταλόνι του» σκιαγραφείται ο μέσος λαïκός Έλληνας. «Αυτός» που κλαίει, γελάει, φαντασιώνεται, θυμώνει είναι «Εμείς», οι Έλληνες που αναγνωρίζουμε στο πρόσωπο του, αδυναμίες μας, ευαισθησίες μας και συμπάσχουμε με την οδύνη του. Ο «Αυτός» λοιπόν είναι ένα γνήσιο σύμβολο.

Με λιτό μεστό λόγο είμαστε μπροστά σε έναν μονόλογο που ουσιαστικά είναι διάλογος «Αυτού» με το παρελθόν του, τις απώλειες του, τους φόβους του, τον έρωτα που τον προσπέρασε, τους ανθρώπους που αγάπησε.

Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης καλείται να φέρει σε πέρας ένα εξαιρετικά δύσκολο ρόλο με «βαρύ» παρελθόν και ανταποκρίνεται στο μέγιστο βαθμό. Η φωνή του, η κίνηση του, το μαρτύριο του ήρωα του μας διαπερνά και μας επηρεάζει. Είναι εντυπωσιακό τελικά ένα κείμενο που γράφτηκε 60 χρόνια πριν να αγγίζει το σύγχρονο Έλληνα. Σε αυτόν τον αριστοτεχνικά πλασμένο μονόλογο αποδεικνύεται σολίστας. Κατορθώνει όχι μόνο να συγκινήσει, αλλά και να προβληματίσει το κοινό.

Ξεκινά με το τραγούδι «Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν», στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν οδηγήθηκε το 1943 ο Καμπανέλλης, πιστεύω είναι και αυτό συμβολικό. Μας ξεκλειδώνει με την ερμηνεία του καλά κρυμμένους φόβους μας και προκαλεί έναν πλούτο συγκινησιακών αποχρώσεων. «Αν μπορούσα θα’ φευγα πρώτος», προκαλεί τα έπιπλα. Δεν μπορεί όμως ή δεν θέλει. Υποδόριο χιούμορ όταν λέει : «Άλλοι κάνουν παιδιά εγώ τα ταïζω». Ή όταν δεν μπορεί να περάσει την κλωστή στη βελόνα για να ράψει το παντελόνι του : «Μα γιατί γίνεσαι σαχλή;». Τα λόγια του αποπνέουν μια ευαισθησία.

Έντονα συναισθήματα : «Γιατί πέθανες μάνα; Γιατί; Γιατί δεν με ρώτησες;»

Όσον αφορά το σκηνικό (Γιάννης Αρβανίτης) είναι κοινό για τους δύο μονολόγους. Ένα τραπέζι με μια καρέκλα στη μέση και στις δύο πλευρές, μια αναποδογυρισμένη καρέκλα, σκόρπια βιβλία, ένα χαλασμένο κασετόφωνο. Τόσο όσο, χωρίς υπερβολές για να τονιστεί η δυσκολία της εποχής. Ο φωτισμός του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου λειτουργικός. Τα κοστούμια ( Βασιλική Σύρμα) ταιριαστά.

Ακόμα και οι δύο συγγραφείς είχαν κοινά μεταξύ τους, πέρα από τις πολιτικές τους καταβολές περιγράφουν απλούς ανθρώπους, μόνους, Δύο τραγικά πρόσωπα που σηκώνουν ο καθένας το σταυρό του. Πολιτικά κείμενα που ταυτόχρονα είναι και κοινωνικά.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Διγενής δεν είναι σίγουρα ένα τυχαίο πρόσωπο. Είναι ο δημοφιλέστερος από τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών και ο πρωταγωνιστής ενός έμμετρου αφηγήματος του 11ου – 12ου αιώνα, άγνωστου συγγραφέα, το οποίο αποτελεί το παλαιότερο λογοτεχνικό γραπτό μνημείο της δημώδους ελληνικής μεσαιωνικής γλώσσας και θεωρείται το έργο που σηματοδοτεί την αρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ακούγεται και είναι εξαιρετικά σημαντικό. Ο Διγενής είναι σύμβολο ηρωισμού, δεν είναι άλλος ένας ήρωας.

Στο Θέατρο 104 παρακολουθούμε από την εταιρεία θεάτρου Gaff μια παράσταση με αφορμή το έπος του Διγενή σε σκηνοθεσία Σοφία Καραγιάννη. Μια διασκευή που σκοπό έχει με χιουμοριστικό τρόπο να αποδώσει τα κατορθώματα, τους αγώνες, τους έρωτες και το θάνατο του ήρωα.

Τρεις «ραψωδοί» ζωντανεύουν τον κόσμο του Διγενή γύρω από τον ίδιο και πολεμάνε, ερωτεύονται, χορεύουν, τραγουδάνε, παίζουν σκάκι, «όσο κερδίζω θα μ’ αφήνεις να ζω» λέει ο Διγενής στο θάνατο που ήρθε να τον πάρει. Παίζουν με το θάνατο λοιπόν και ζούνε την κάθε μέρα έντονα, σαν να είναι η τελευταία. Υπάρχει όμως και για τους ήρωες ένα όριο. Ένα όριο που μπορεί να αψηφούν, είναι όμως αυτό που μας εξομοιώνει όλους, ήρωες και μη, ο θάνατος. Ποιος μπορεί να ξεφύγει από τον θάνατο;

Αυτό που βλέπουμε στην εν λόγω παράσταση είναι η μεταφυσική πλευρά του ποιήματος.

Το κοινό το υποδέχονται οι τρεις «ραψωδοί» ξαπλωμένοι στο ξύλινο πάτωμα. Τα μαρμαρένια αλώνια γίνονται το ξύλινο αλώνι ενός γυμνού σκηνικού που έρχονται να το γεμίσουν οι ηθοποιοί με τις ερμηνείες τους. Το έργο ξεκινά και τελειώνει με τον ίδιο τρόπο. Ενδιαφέρον σαν τον κύκλο που κάνει η ζωή, αν σου χαρίσει μια φορά την παρτίδα στο σκάκι, δεν σημαίνει ότι θα στη χαρίζει για πάντα. Είναι κλασικό παράδειγμα θεατρικής δουλειάς που δεν θέλει να εντυπωσιάσει με σκηνοθετικά τεχνάσματα, σοφή σκηνοθετική επιλογή της Σοφίας Καραγιάννη, αλλά επιδιώκει να τραβήξει την προσοχή του θεατή σε σημεία που πρέπει, αποδεικνύοντας ότι το σώμα και η φωνή του ηθοποιού υποκαθιστούν το οποιοδήποτε σκηνικό.

Οι δυνατές ερμηνείες, η ένταση, οι αυξομειώσεις στη φωνή, η μίμηση, η κίνηση (Μαργαρίτα Τρίκκα) δεν περνούν απαρατήρητα. Οι υποβλητικοί φωτισμοί ( Νίκος Βλασόπουλος) συμπληρώνουν το αποτέλεσμα. Και τα κοστούμια των «ραψωδών», τα οποία επιμελήθηκε η σκηνοθέτις Σοφία Καραγιάννη υπηρετούσαν πιστά το όλο εγχείρημα.

Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης (Διγενής), ο Κωνσταντίνος Πασσάς και ο Αλέξανδρος Τούντας λειτούργησαν με εξαιρετική σκηνική χημεία και μας χάρισαν πολλές κωμικές σκηνές δίνοντας νόημα στη φράση του δημοτικού τραγουδιού: «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα».

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

 

Το έργο «ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΩΡΑ» , με αγγλικό τίτλο «THE BIG PURGE», γράφτηκε το 2005 από τον διεθνούς φήμης Μαλαισιανό θεατρικό συγγραφέα Kee Thuan Chye με σκοπό να στηλιτεύσει και να ασκήσει κριτική στην δικτατορία που ταλάνισε τη χώρα του από το 1967. Πρόκειται για μια πολιτική σάτιρα. Ο ίδιος πολυπράγμων, ενεργός στην πολιτική ζωή της χώρας του , ακτιβιστής και με ποικίλα ενασχόληση στα θεατρικά δρώμενα θέλησε να δώσει με την τέχνη του ένα αντίδοτο στην αρρώστια της δικτατορίας, σατιρίζοντας τους πολιτικούς και περιγράφοντας τις ανησυχίες των ανθρώπων, των οποίων η καθημερινότητα έχει ανατραπεί.

Σύγχρονο έργο, με πικρές αλήθειες πανανθρώπινες, σε κάνει να χαμογελάς με καταστάσεις που σε πονάνε. Η τέχνη είναι το γιατρικό, πάντα ήταν και πάντα θα είναι κάθαρση, μια λύτρωση από τα δεινά.

Η παράσταση στο Αγγέλων Βήμα κινείται σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι σουρελιστικό. Ένας κόσμος τσίρκου στον οποίο κινούνται οι μαριονέτες πολιτικοί, πράκτορες και χαφιέδες και το δεύτερο είναι ρεαλιστικό και εκεί κινούνται οι καθημερινοί άνθρωποι με τα προβλήματα και τις ανησυχίες τους.

Η σκηνοθεσία είναι της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα-Καλογήρου, η οποία κινήθηκε εκ του ασφαλούς, χωρίς πομπώδη ευρήματα και κινήσεις εντυπωσιασμού. Ενδιαφέρουσα η τοποθέτηση του Πρωθυπουργού- μαριονέτα σε ψηλότερο σημείο, απ’ όπου «κυβερνά» καλύτερα τις μαριονέτες του, χωρίς να αποχωρίζεται ούτε στιγμή το καθικάκι του. Στην ουσία αδιαφορεί για όλα και αφήνει τις μαριονέτες υπουργούς να αποδυναμώσουν με τα μέτρα τους τους πολίτες και να καταπνίξουν οποιαδήποτε προσπάθεια αντίστασης.

Η μετάφραση έγινε από την ίδια τη σκηνοθέτιδα, καθώς και ο σχεδιασμός του χώρου. Σκηνικό σχεδόν ανύπαρκτο ακολουθώντας τις τάσεις των καιρών.

Ο φωτισμός του Βαγγέλη Μούντριχα σκοτεινός, όπως και οι σκοποί της Κυβέρνησης και η ζωή των πολιτών.

Τα κοστούμια του Αλέξανδρου Φιλιππόπουλου, λιτά και μαύρα.

Εξαιρετική η επιμέλεια κίνησης της Νατάσας Μπρουζιώτη που συγκαταλέγεται στα συν της παράστασης.

Οι εννέα νέοι ηθοποιοί, οι οποίοι ενσαρκώνουν τους ρόλους στην παράσταση αποτελούν μια ζωηρή και κεφάτη ομάδα που λειτουργεί προς ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Ξεχωρίσαμε τον δυσκοίλιο Πρωθυπουργό του Βασίλη Χατζηδημητράκη και την κεντρική μαριονέτα για την κίνηση και την έκφραση της, τον Αλέξανδρο Φιλιππόπουλο. Αξίζει όμως να αναφέρουμε και τους υπόλοιπους ηθοποιούς: Σάββας Βασιλειάδης, Αφροδίτη Βραχοπούλου, Σόνια Καλαΐτζίδου, Άννα Κρίνου, Θάνος Κώτσης, Κωνσταντίνος Πολύζος και Σταύρος Ράγιας.

 Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 

Ο Κλέων Τριανταφύλλου, το πραγματικό όνομα του Αττίκ, γεννήθηκε το 1885 στην Αλεξάνδρεια. Μεγάλωσε σε ένα αριστοκρατικό περιβάλλον εύπορης οικογένειας, όπου ανατράφηκε με γαλλική κουλτούρα, κατά τα πρότυπα των εύπορων Ελλήνων της Αιγύπτου. Όταν ήταν 8 χρονών χάνει τον πατέρα του και η οικογένεια αναγκάζεται να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Η μαμά Εριθέλγη δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα και συνεχίζει να ξοδεύει την περιουσία του συζύγου της ως την πλήρη εξάντληση της. Το 1907 ο Κλέων και ο αδερφός του Κίμων, με πτυχίο Νομικής στο χέρι φεύγουν για το Παρίσι για να συνεχίσουν τις σπουδές τους στις πολιτικές επιστήμες. Η Εριθέλγη θέλει να τους δει διπλωμάτες. Το Παρίσι της Μπελ Επόκ είναι το καταλληλότερο μέρος για να καλλιεργήσουν το ταλέντο τους στη μουσική κι έτσι η Εριθέλγη λαμβάνει ένα γράμμα, όπου οι γιοί της τής ανακοινώνουν ότι γράφτηκαν στο Κονσερβατουάρ.

Ο Κλέων έγραφε τραγούδια στα γαλλικά, έπαιζε πιάνο, ερμήνευε και εκείνη την περίοδο που η καριέρα του βρίσκεται σε ακμή μετονομάζεται σε Αττίκ, κυρίως, γιατί η κατάληξη του επωνύμου του … -φύλλου κάνει συνειρμό με το filou, που στα γαλλικά σημαίνει απατεώνας. Παίρνει το όνομα Αττίκ για να θυμίζει την Αττική γη. Τότε είναι που παντρεύεται την πρώτη του γυναίκα. Η ευτυχία του δεν κρατά για πολύ. Το μωρό που γεννήθηκε από την ένωση τους δεν επέζησε και λίγο αργότερα πεθαίνει και η γυναίκα του Μαρί Ελέν. Λέγεται πως στην κηδεία της φωνάζει να τον θάψουν μαζί της. Η ζωή όμως έχει άλλα σχέδια και το 1910 παντρεύεται για δεύτερη φορά την ηθοποιό Μαρίκα Φιλλιπίδου. Την αγάπησε με πάθος και έγραψε για εκείνη μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του, όπως το ‘’Ζητάτε να σας πω’’ και το ‘’Είδα μάτια’’. Η Μαρίκα όμως τον αφήνει το 1914 για τον πολιτικό Σταμάτη Μερκούρη, πατέρα της Μελίνας και ο Αττίκ φεύγει για περιοδεία σε όλο τον κόσμο από το 1914 ως το 1928. Ευρώπη , Η.Π.Α., Νότια Αμερική, Ρωσία,( το 1917 τον βρίσκει η Επανάσταση των Μπολσεβίκων). Στη Ρωσία, το 1926, γνωρίζει και παντρεύεται τη ρωσίδα χορεύτρια Σούρα. Από το 1911 η μαμά Τριανταφύλλου έχει χρεωκοπήσει αλλά πεθαίνει και η αδερφή του έτσι το 1928 επιστρέφει στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και εμφανίζεται στο βαριετέ «Όασις» του Παλαιού Φαλήρου. Κοσμοσυρροή, κερδίζει 3000 δραχμές τη βραδιά, το υψηλότερο κασέ στην Αθήνα!

Μια διαφωνία με τον επιχειρηματία του βαριετέ γίνεται η αφορμή το 1930 για τη δημιουργία του δικού του χώρου, της ιστορικής «Μάντρας», όπου αρχικά στεγάστηκε στην Πλατεία Αγάμων, σημερινή πλατεία Αμερικής, για να μεταφερθεί τέσσερα χρόνια αργότερα στο θεατράκι «Δελφοί» της οδού Αχαρνών. Αυτός ο χώρος συνδύαζε κάτι από παρισινή μπουάτ, αθηναïκή επιθεώρηση, βαριετέ, μουσικοφιλολογική στοά και φυτώριο καλλιτεχνών. Από εκεί ξεκίνησαν σημαντικοί καλλιτέχνες όπως η Δανάη Στρατηγοπούλου, η Κάκια Μένδρη, η Νινή Ζαχά και πολλοί άλλοι, καθώς και στιχουργοί και κονφερανσιέ όπως ο Μίμης Τραïφόρος, ο Γιώργος Οικονομίδης κ.α. Ο ναός της τέχνης του Αττίκ υπήρξε ένας χώρος καλλιτεχνικής έκφρασης ιδιαίτερος και καινοτόμος για τα αθηναïκά δεδομένα. Ο ίδιος ο Αττίκ ήταν πολύπλευρη προσωπικότητα, με καλλιτεχνική φλέβα, καλλιέργεια πνευματική, σπάταλος, μποέμ, άστατος, αλλά πάνω απ’ όλα γοητευτική προσωπικότητα. Τα βιωματικά ως επί το πλείστον τραγούδια του έφεραν στην Αθήνα νέο ύφος και ήθος αποτελώντας, ακόμα και σήμερα, κομμάτι της μουσικής παιδείας μας.

Η παράσταση στο Παλλάς

Ο Λάμπρος Λιάβας (κείμενο) και η Σοφία Σπυράτου (σκηνοθεσία) αποτόλμησαν το μεγάλο στοίχημα για πρώτη φορά έξι χρόνια πριν στο θέατρο Badminton. Η επιτυχία που σημείωσε τότε η παράσταση, τους έκανε να την επαναλάβουν ανανεωμένη με νέους, αλλά και παλιούς συνοδοιπόρους.

Στο νέο «ταξίδι», στο θέατρο Παλλάς αυτή τη φορά, συγκέντρωσαν επί σκηνής ηθοποιούς, μουσικούς, χορευτές και σκιαγράφησαν την ηθογραφία μιας ολόκληρης εποχής. Λαμπερά κοστούμια, πλούσια σκηνικά, ζωντανή ορχήστρα, καλοί ηθοποιοί με φωνητικές ικανότητες συναποτελούν την παράσταση και ο Αττίκ και η «Μάντρα» του επιστρέφουν, αποδεικνύοντας πως το αποπροσανατολισμένο, συχνά, αθηναïκό κοινό διψά για υψηλή αισθητική, συναίσθημα, συγκίνηση και νοσταλγία μιας Αθήνας που έσβησε, αφήνοντας πίσω της κάποιες αναλαμπές φωτός. Τελικά, ευχάριστη διαπίστωση κάνουμε πως το κεφάλαιο Αττίκ ενδιαφέρει ακόμα. Γενιές ολόκληρες γαλουχήθηκαν με τα λυρικά και μελαγχολικά τραγούδια του και συντρόφεψαν σε χαρές και λύπες, σε έρωτες και απογοητεύσεις. Η μουσικοχορευτική παράσταση «Αναζητώντας τον Αττίκ» μας παρουσιάζει μια αναδρομή στη ζωή του, από την άφιξη της οικογένειας Τριανταφύλλου στην Αθήνα μετά το θάνατο του πατέρα Τριανταφύλλου, τα πρώτα καλλιτεχνικά του βήματα με αναφορές σε πρόσωπα όπως η Mistinguett των Folies Bergères στο Παρίσι, o συνθέτης Eduαrdo Bianco και η Ισπανίδα τραγουδίστρια Μιχάκα ως την επιστροφή του στην Αθήνα και τη δημιουργία της «Μάντρας» μέχρι το κλείσιμο της.

Πρόκειται για μια αναδρομή με χιούμορ, τρυφερότητα, συγκίνηση και σαρκασμό.

Ο Μιχάλης Αδάμ στήριξε μια πολυδάπανη παραγωγή σε δύσκολους καιρούς με μεράκι και αγάπη για το θέατρο.

Ο Λάμπρος Λιάβας, εκτός από τα γεμάτα χιούμορ και σαρκασμό κείμενα έκανε και τη μουσική έρευνα.

Η σκηνοθεσία της Σοφίας Σπυράτου είναι ικανοποιητική, αν και σε κάποια σημεία όπως για παράδειγμα η χρήση βίντεο είναι περιττή, μειώνει το συνολικό αποτέλεσμα και χάνεται το συναίσθημα. Επιπλέον τα τόσα σκηνοθετικά ευρήματα κάνουν την παράσταση σε αρκετά σημεία φλύαρη και μεγαλώνουν αισθητά τη διάρκειά της.

Η Σοφία Σπυράτου έχει επιμεληθεί και τις χορογραφίες, έτσι μεταβαίνουμε απλά στο Παρίσι της Μπελ Επόκ των αρχών του αιώνα. Αργότερα στο Τάνγκο στην Αθήνα του Μεσοπολέμου.

Ξεχωριστή μνεία θα ήθελα να κάνω στα λαμπερά κοστούμια που εντυπωσιάζουν και τα λειτουργικά και πλούσια σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη τα οποία φωτίζονται εξαιρετικά από τους φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου.

Δεν υπάρχουν, πραγματικά, λόγια για την αειθαλή Ζωζώ Σαπουντζάκη. Λάμψη, κίνηση, μπρίο, φωνή. Μεγάλη καλλιτέχνης. Συγκινεί το κοινό που σιγοτραγουδάει «Πόσο λυπάμαι», αλλά και το ξεσηκώνει με το «Ακόμα ένα ποτηράκι», ενώ περιφέρεται στην πλατεία .

Απίστευτη θεατρική περσόνα η Νάντια Κοντογεώργη, η οποία έχει μακράν την καλύτερη φωνή του θιάσου, διαθέτει όμως και απίστευτο κωμικό μπρίο. Σαν Εριθέλγη Τριανταφύλλου και σαν Σούρα δίνει ρεσιτάλ, ενώ σαν Δανάη με το Addio del Passato μας καθηλώνει.

Μια ευχάριστη έκπληξη δοκιμάσαμε φέτος με την Κατερίνα Παπουτσάκη, η οποία φαίνεται να ωρίμασε καλλιτεχνικά και να βρήκε το στυλ της. Μετά τον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων», όπου μας γοήτευσε, μας συστήνει εδώ μια ηθοποιό που παίζει, χορεύει, τραγουδά, άψογα για ακόμα μια φορά σε μιούζικαλ.

Μια δεύτερη ευχάριστη έκπληξη της φετινής χρονιάς έρχεται από τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη, τον οποίο είχαμε απολαύσει και στο « 7 χρόνια». Με επαρκείς φωνητικές δυνατότητες, έχει άλλωστε ξανααναμετρηθεί με μιούζικαλ, εξαιρετικός στο «Rocky Horror Show» κρατά το ρόλο του Αττίκ στο Α μέρος και δίνει τη σκυτάλη στο Β’ μέρος στον Άκη Σακελλαρίου.

Ο Δεύτερος κερδίζει κυρίως με την αμεσότητά του το κοινό, υποδύεται για δεύτερη φορά τον Αττίκ, γεγονός που του προσθέτει έναν αέρα σιγουριάς.

Ο Αντώνης Καφετζόπουλος, αν και υπερβολικός σε σημεία, έχει την καλύτερη του στιγμή στην παράσταση, όταν υποδύεται τον Eduardo Bianco.

Ο Μίνως Θεοχάρης, ως Κομπέρ και τραγουδιστής, αφήνει τις καλύτερες εντυπώσεις με την κίνηση και τη φωνή του.

Όλα τα τραγούδια παίζονται ζωντανά από την ορχήστρα (ενορχήστρωση – μουσική διεύθυνση: Θόδωρος Κοτεπάνος) γεγονός που εμπλουτίζει την παράσταση και οι συγκινητικές μελωδίες συνοδεύουν τους θεατές σπίτι τους, οι οποίοι φεύγουν με τις εικόνες και την ατμόσφαιρα της παλιάς Αθήνας.

Από τη Νατάσσα Κωνσταντινίδη

Τώρα που η αυλαία για τις περισσότερες παραστάσεις έχει πέσει είναι η ώρα της θεατρικής αποτίμησης. Η Αθήνα ανέκαθεν αγαπούσε το γαλλικό θέατρο, τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται μια στροφή σε πιο σύγχρονους συγγραφείς πέρα των κλασικών. Ο Μολιέρος, ο Φεïντό, ο Μαριβό πάντα θα παίζονται στις αθηναïκές σκηνές, τώρα πια όμως ο θεατρόφιλος Αθηναίος έρχεται σε επαφή με συγγραφείς και έργα που άπτονται της εποχής του και ως επί το πλείστον πρόκειται για κωμωδίες. Αρκετοί είναι οι θεατρόφιλοι που γεμίζουν τις αίθουσες που παίζονται τα έργα του Φρανσουά Ζελέρ ή του Ζοέλ Πομμερά, καθώς και άλλων πολύ σημαντικών συγγραφέων της σημερινής γαλλικής πραγματικότητας. Το ενδιαφέρον αυτό του κοινού δεν μας άφησε αδιάφορους και έτσι σας παρουσιάζουμε τα έργα που ανέβηκαν σε θέατρα τη σεζόν 2017 – 2018 και ολοκλήρωσαν τις παραστάσεις τους, αλλά και κάποια που έπεσαν στην αντίληψη μας ότι θα ξεκινήσουν τις παραστάσεις τους μετά το Πάσχα.

Η σειρά καταχώρησης τους έχει σαν κριτήριο τη χρονολογία που γράφτηκαν τα έργα αυτά.

misanthropos thiseion

Θα ξεκινήσουμε την περιήγηση μας στο Γαλλικό θέατρο με τον Μολιέρο ( Molière ) και συγκεκριμένα με τον κλασικό «Μισάνθρωπο» του 1666 ( Le Misanthrope ) που παραστάθηκε στο θέατρο Θησείον - Ένα θέατρο για τις Τέχνες με τον τίτλο «Μις@νθρωπος», αφού επρόκειτο για διασκευή. Η σκηνοθεσία είναι του Σταύρου Γιαννουλάδη και οι ηθοποιοί της ομάδας 4frontal με τον  Θανάσης Ζερίτης ( Αλσέστ ) και την Ελένη Κουτσιούμπα ( Σελιμέν ). Ο Αλσέστ μισεί τον κόσμο για την υποκρισία, την οκνηρία και τους συμβιβασμούς που κάνει. Αγαπά την Σελιμέν που είναι ματαιόδοξη μέχρι να καταλάβει τον χαρακτήρα της.

Μία άλλη εκδοχή του «Μισάνθρωπου» περιμένουμε μετά το Πάσχα από το Σύγχρονο Θέατρο σε σκηνοθεσία Ιόλης Ανδρεάδη με τους Μιλτιάδη Φιορέντζη στο ρόλο του Αλσέστ και την Βασιλική Τρουφάκου στο ρόλο της Σελιμέν.

Περνάμε σε έναν ακόμη κλασικό, τον Βολταίρο ( François Marie Arouet de Voltaire ) και στο έργο του «Καντίντ ή η αισιοδοξία», ( Candide ou lOptimisme ) ένα φιλοσοφικό παραμύθι του 1759 στο Θέατρο Πόρτα σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου με τους Μιχάλη Συριόπουλο, Ευσταθία Τσαπαρέλη κ.α. Το έργο παίχτηκε για δεύτερη χρονιά με επιτυχία στο θέατρο Πόρτα. Ο Καντίντ, ένα νεαρό παιδί αφήνεται να διαπαιδαγωγηθεί από τον δάσκαλο του φιλόσοφο Πανγκλός που του δείχνει το δρόμο για να ζει καλύτερα.

Μετά το Πάσχα στον πολυχώρο του Vault αναμένεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα το έργο του Μαρκήσιου ντε Σαντ ( Marquis de Sade ), «Ευγενία Ντε Φρανβάλ»

( Eugénie de Franval ) του 1800. Θεατρική διασκευή, σκηνική σύνθεση και τους κεντρικούς ρόλους κρατούν οι: Δημήτρης Κάτσης, Αλέξανδρος Μητρόπουλος, Μαρία Μπακέα και Μαργαρίτα Παπαντώνη. Πρόκειται για την τραγική ιστορία μιας νεαρής κοπέλας, της Ευγενίας και του πατέρα της, ο οποίος αναλαμβάνει αποκλειστικά την διαπαιδαγώγηση της. Δεν λαμβάνει υπόψη ηθικούς φραγμούς και αξίες και φτάνει στο σημείο να δημιουργήσει αιμομικτική σχέση με την κόρη του οδηγώντας σε ολέθριες συνέπειες.

Και φτάνουμε στον «Ράφτη Κυριών» ( Tailleur des Dames ) του Ζορζ ΦεЇντό, (Georges Feydeau ), ένα έργο του 1886 που συχνά ανεβαίνει στην Ελλάδα. Μια κωμωδία παρεξηγήσεων με γρήγορους ρυθμούς με πρωταγωνιστή τον γιατρό Μουλινό, ο οποίος διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με την ασθενή του Σουζάν. Για να στεγάσει τον έρωτα τους νοικιάζει ένα χώρο , τον οποίο πρόσφατα έχει νοικιάσει και ένας ράφτης... Φέτος ο «Ράφτης Κυριών» στο Από Μηχανής Θέατρο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυλωνά, με τους Αλέξανδρο Μπουρδούμη, Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, Ελένη Βαΐτσου κ.α.

Στη συνέχεια το Εθνικό Θέατρο και η Πειραματική Σκηνή 1 – Σκηνή Κατίνα Παξινού παρουσίασε τον «Υμπύ Τύραννο» ( Ubu Roi ) του Αλφρέντ Ζαρρύ ( Alfred Jarry ), σε σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη, ο οποίος και πρωταγωνιστεί. Το έργο του 1896 διαδραματίζεται σε μια φανταστική χώρα, όπου ο αρχηγός των Δραγόνων Υμπύ κατόπιν προτροπής της συζύγου του αποφασίζει να ανατρέψει το βασιλιά. Αν και η ανταρσία αποκαλύπτεται, ο Υμπύ γλιτώνει, κατασφάζει τη βασιλική οικογένεια και αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας.

Καρικατούρα ενός φασιστικού δικτάτορα και αλληγορία για την βουλιμία και αγριότητα του σύγχρονου ανθρώπου.

Μετά τις γιορτές του Πάσχα θα ανέβει στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας το έργο του Οκτάβ Μιρμπώ ( Octave Mirbeau ) « Φάρσες και Ηθικολογίες» ( Farces et Moralités ) σε σκηνοθεσία Σταυρούλας Κοντοπούλου και Ζωής Μυλωνά. Περνάμε στον 19ο αιώνα και συγκεκριμένα στο 1904 όπου ο καυστικός συγγραφέας της Μπελ Επόκ γράφει έξι μικρά μονόπρακτα παιδαγωγικού και ηθικολογικού χαρακτήρα.

 

Και πάλι στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας για λίγες παραστάσεις ανέβηκε ένα άλλο έργο του Ζορζ ΦεЇντό ( Georges Feydeau ) το « Λεονί εν αναμονή ή Το όμορφο κακό » ( Léonie est en avance ou le mal jolι ) που πρωτοπαίχτηκε το 1911 στο Παρίσι. Η σκηνοθεσία είναι της Αθηνάς Κεφαλά και στους πρωταγωνιστικούς ρόλους είδαμε την Μάνια Παπαδημητρίου, την Όλγα Δαμάνη και τον Στέλιο Πετράκη. Η Λεονί μια εγκυμονούσα που τελικά δεν είναι και τόσο εγκυμονούσα καταφέρνει με τα καπρίτσια της να ταλαιπωρεί τον σύζυγο της Τουντού, ενώ καθοριστικό ρόλο παίζει η μαία που εισβάλλει κανονικά στο σπίτι.

Το Από Μηχανής Θέατρο εξάλλου φιλοξενεί και το έργο του Αλμπέρ Καμύ ( Albert Camus ) « Ο Ξένος » ( L’ Étranger ) του 1942. «Ο Ξένος» αποτελεί μέρος της τετραλογίας που ο Καμύ θα ονομάσει ‘’ Ο κύκλος του παραλογισμού ’’. Ο ήρωας Μερσώ δεν έχει τίποτα το ηρωικό στη συμπεριφορά του, όμως αρνείται να πει ψέματα και είναι πρόθυμος να πεθάνει για την αλήθεια. Στην εν λόγω παράσταση τη σκηνοθεσία κάνει ο Δημήτρης Τσιάμης και παίζουν οι ηθοποιοί Γεράσιμος Μιχελής και Κλεοπάτρα Μάρκου.

 

Στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης φιλοξενείται το έργο « Οι Δούλες » ( Les Bonnes ) του Ζαν Ζενέ ( Jean Genet ). Το 1947 ο Ζενέ, το κακό παιδί της γαλλικής δραματουργίας γράφει για την ιστορία δύο αδερφών, της Κλαιρ και της Σολάνζ, οι οποίες κλεισμένες σε αστικό σπίτι αποπειρώνται να σκοτώσουν την Κυρία τους. Τελικά τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα είχαν υπολογίσει. Την ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία έχει κάνει η Μαριάννα Κάλμπαρη, ενώ το ρόλο της Κλαιρ κρατά η έξοχη Κωνσταντίνα Τάκαλου και αυτόν της Σολάνζ η καταπληκτική Κάτια Γέρου.

Σε ένα από τα κεντρικότερα θέατρα της Αθήνας, στο Θέατρο Τζένη Καρέζη, η Μαρία Καβογιάννη και η Καίτη Κωνσταντίνου υποδύονται τις « Διαβολογυναίκες » ( Les Diaboliques ) του Ανρί Ζορζ Κλουζό ( Henri Georges Clouzot). Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ του 1954, βασισμένο στη νουβέλα των Πιερ Μπουαλώ και Τομά Ναρσεζάκ Celle qui n’était plus. Η σύζυγος και η ερωμένη του ίδιου ανθρώπου περιέργως έρχονται ’’εξαιρετικά’’ κοντά και αποφασίζουν να σκοτώσουν τον αγαπημένο τους. Η σκηνοθεσία είναι του Πάρι Μέξη.

Ένα χρόνο μετά, το 1955 ο Ζαν Πολ Σάρτρ (Jean Paul Sartre) γράφει τον «Νεκρασόφ »( Nekrassov) και είναι για ακόμα μια φορά το Από Μηχανής Θέατρο που φιλοξενεί γαλλικό έργο. Ο Σάρτρ είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα, το έργο αυτό παρόλ’ αυτά ανεβαίνει για πρώτη φορά σε αθηναЇκή σκηνή. Πρόκειται για φαρσοσάτιρα που αναπαράγει τη δομή της κοινωνίας. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ο Βασίλης Οικονόμου που επιμελείται και τη σκηνοθεσία, ενώ παίζει και ο Μάνος Τριανταφυλλάκης.

1957, συγγραφέας Ζορζ Μπατάγι ( Georges Bataille ), έργο « Στα Άκρα», βασισμένο στο « Γαλάζιο του ουρανού » ( Le bleu du ciel ) του ίδιου συγγραφέα. Ο Πέτρος Ζούλιας σκηνοθετεί, ο Γιώργος Βέττος, η Λιάνα Παρούση, ο Αντώνης Τρίκκης κ.α. παίζουν στο Θέατρο Χώρα.

Θέμα:οι ερωτικές εξαρτήσεις και εμμονές σε συνδυασμό με παραβάσεις, ελαφρότητα και πικρία.

Το Θέατρο Πρόβα επέλεξε φέτος την κωμωδία «Το Δωμάτιο με τους Μανδαρίνους» ( La chambre Mandarine ) μια σπαρταριστή ανατρεπτική κωμωδία χαρακτήρων του Ρομπέρ Τομά ( Robert Thomas ) που γράφτηκε το 1974, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Τσόγκα, ο οποίος και πρωταγωνιστεί μαζί με την Μαίρη Ραζή.

Στο μικρό ξενοδοχείο Σεν Ζοζέφ στο Παρίσι κάθε δωμάτιο είναι βαμμένο με διαφορετικό χρώμα, το ενδιαφέρον του Τομά εστιάζεται στο δωμάτιο 28, το δωμάτιο με τους Μανδαρίνους, στο οποίο συναντά κανείς όλα τα χρώματα. Τέσσερις διαφορετικές ιστορίες σκιαγραφούνται με φόντο αυτό το δωμάτιο.

Για δεύτερη συνεχή χρονιά με απίστευτη επιτυχία ο Σπύρος Παπαδόπουλος ανεβάζει στο θέατρο της οδού Κυψέλης Κάππα, «Το Δείπνο ηλιθίων» ( Le Diner de Cons ) του Φρανσίς Βεμπέρ ( Francis Veber ). Μια απίστευτη κωμωδία που πήρε τον τίτλο από την ομώνυμη ταινία του 1998. Ο Παπαδόπουλος σκηνοθετεί τον εαυτό του ως μεσιέ Πινιό, τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη ως μεσιέ Μπροσάν, τον Δημήτρη Μαυρόπουλο και τους υπόλοιπους ηθοποιούς του θιάσου σε μια κωμωδία που αποκλείεται να μην αναθεωρήσεις την άποψη σου για του ηλίθιους.

hroes y.fertis d.piatas i.mixahlidhs 708

Το Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου ανέβασε το έργο του Γάλλου συγγραφέα Ζεράρ Σιμπλερά « Ήρωες» του οποίου το πρωτότυπο όνομα είναι Ο άνεμος της Φλαμουριάς ( Le vent de Peupliers ). Τρεις βετεράνοι στρατιωτικοί, που τους υποδύονται ο Γιάννης Φέρτης, ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης και ο Δημήτρης Πιατάς, βρίσκονται στο γηροκομείο και κοιτούν απότην βεράντα του τις Φλαμουριές στον απέναντι λόφο. Αποφασίζουν να εξερευνήσουν το χώρο αλλά έχουν τη δύναμη;Η σκηνοθεσία είναι του Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς.

Το έργο γράφτηκε το 2005. Ανέβηκε στο Θέατρο ΗΒΗ για πρώτη φορά το 2013 . Πρόκειται για την κωμωδία «Τοc Τοc» ( Toc Toc) , αρχικά που στα γαλλικά σημαίνουν Trouble obsessionnel compulsif, δηλαδή ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή. Φέτος πέντε χρόνια μετά ο Κώστας Σπυρόπουλος σκηνοθετεί ξανά το έργο του Λοράν Μπαφιέ ( Laurent Baffie) στο θέατρο ΗΒΗ πάλι.

Έξι άτομα στο σαλόνι του διάσημου ψυχολόγου, όλοι με ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές περιμένουν τον γιατρό, μα εκείνος αργεί και έτσι κάνουν μόνοι τους ένα group therapy. Εκτός από τον Κώστα Σπυρόπουλο παίζουν οι : Σόφη Ζανίνου, ο Ζανό Ντανιάς, ο Πέτρος Λαγούτης κ.α.

Πέρσι με άλλο καστ γνωρίσαμε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, το σπονδυλωτό έργο του σύγχρονου Γάλλου συγγραφέα Ζοέλ Πομμερά ( Zoël Pommerat ) « Η Επανένωση της Βόρειας και της Νότιας Κορέαςτου 2013 ( La réunification des deux Corées ). Φέτος μετά την απήχηση και την αίσθηση που προκάλεσε στο κοινό ξανανέβηκε σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη με έναν εκλεκτό θίασο( Κλέωνα Γρηγοριάδη, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Λουκία Μιχαλοπούλου κ.α)

Μικρές ιστορίες που μιλούν για το αδιέξοδο της αγάπης ειδομένες κάτω από ένα πρίσμα σκληρότητας, βιαιότητας και μεταφυσικής διάθεσης για να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι η αγάπη δεν είναι παρά ένα παιχνίδι του μυαλού.

pommera

 

Τον Οκτώβριο στη Στέγη Γραμμάτων είχαμε τη τύχη να απολαύσουμε και ένα ακόμη έργο του το «Όλα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου» - [Ça ira (1) Fin de Louis] σε σκηνοθεσία του ίδιου του ZoëlPommerat από έναν εξαιρετικό θιάσο ηθοποιών. Η Στέγη μεταμορφώθηκε σε κοινοβούλιο. Η Γαλλική Επανάσταση παρουσιάστηκε εδώ και τώρα, ολόγυρά μας, και ο Ζοέλ Πομμερά, με τη θαυμαστή ομάδα του, μας παρέσυραν στη δίνη της Ιστορίας, αποδεικνύοντάς μας πόσο σημερινά είναι όσα έλεγαν και έπρατταν, πριν από 228 χρόνια, οι πρωτεργάτες αλλά και οι πολέμιοι της ευρωπαϊκής δημοκρατίας.

 

Το 2013 γράφτηκε και το έργο του Σεμπαστιάν Τιερύ (Sebastian Thierry) «Γδύστε τη μαμά» με πρωτότυπο τίτλο στα γαλλικά Lorigine du monde που ανέβηκε στο Θέατρο του Κέντρου Πολιτισμού Ελληνικός Κόσμος σε σκηνοθεσιά Λευτέρη Γιοβανίδη με τους Πηνελόπη Πιτσούλη, Δημήτρη Μακαλιά και Πηνελόπη Αναστασοπούλου.

Ο αυτοβιογραφικός μονόλογος του Γκιγιώμ Γκαλιέν «Γκιγιώμ γλυκειά μου» ανέβηκε στο ατμοσφαιρικό θέατρο Αλκμήνη σε σκηνοθεσία Άννας Χατζησοφιά με πρωταγωνιστή τον Περικλή Λιανό.

Για δεύτερη συνεχή χρονιά το Μικρό Παλλάς συνεχίζει με το « Ψέμα» ( Le Mensonge) του Φλοριάν Ζελέρ ( Florian Zeller). Ένα έργο πρόσφατο του 2015 που πραγματεύεται τι άλλο, το θέμα της απιστίας. Ο Θοδωρής Αθερίδης παίζει και σκηνοθετεί , η Σμαράγδα Καρύδη, η Μυρτώ Αλικάκη και Κώστας Κάππας αποτελούν τον υπόποιπο θίασο.

chaplin

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ στον « Τσάρλι Τσάπλιν » του Ντανιέλ Κολά (Daniel Colas). Έργο του 2015 επίσης, που μιλά για για το παρασκήνιο της ζωής του Σαρλώ. Το Θέατρο Ακροπόλ είναι ο κατάλληλος χώρος να το φιλοξενήσει και ο Θανάσης Τσαλταμπάσης ένας ανέλπιστα καλός Τσάρλι. Ο πρωτότυπος τίτλος του έργου Un certain Charles Spenser Chaplin.

Ανάμεσα σε όλες αυτές τις παραστάσεις υπήρχαν πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές, παρόλο που το γαλλικό χιούμορ, μια και μιλάμε για κωμωδίες επί το πλείστον είναι κάπως ξένο προς την ελληνική πραγματικότητα. Με την ανάμνηση τους ακόμα ζωντανή, περιμένουμε μετά τις γιορτές νέες προκλήσεις θεατρικές.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

 

Ο Γάλλος συγγραφέας Ζορζ Φεϊντό ( 1862 – 1921 ), είναι γνωστός και στην Ελλάδα για τα Vaudevilles του, τις σπινθηροβόλες κωμωδιές του 19ου αιώνα, συνιστώντας έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του είδους. Συχνά ανεβαίνουν κωμωδίες του σε Αθηναικές σκηνές με σαφή προτίμηση στο έργο του «Ράφτης Κυριών» (1886), το οποίο και φέτος παίζεται στο Θέατρο Από Μηχανής.

 

Με το έργο του «Λεονί εν αναμονή ή το όμορφο κακό» , που είναι μια μονόπρακτη κωμωδία ηθών, γραμμένη το 1911, θέλησε να κάνει μια ορθή παρατήρηση της κοινωνίας και κυρίως της αστικής τάξης της εποχής της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας ( 1852 – 1870 ), με το ενδιαφέρον του στραμμένο στην οικογένεια. Ο Φεϊντό κάνει χρήση των κωμικών καταστάσεων για να σατιρίσει την κραυγαλέα ανισότητα του ζευγαριού των πρωταγωνιστών, Λεονί Ντε Σαμπρινέ, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας και του Ζυλιάν Τουντού, συζύγου της, λαϊκής καταγωγής. Το παιδί που η Λεονί «αναμένει» εντείνει τα ενδοοικογενειακά προβλήματα, καθώς αποφασίζει να γεννηθεί ένα μήνα νωρίτερα, φέρνοντας σε δύσκολη θέση την οικογένεια Ντε Σαμπρινέ. Ο σύζυγος της Λεονί, Ζυλιάν έρχεται αντιμέτωπος με το χάος που δημιουργούν οι παράλογες έως σουρεαλιστικές απαιτήσεις της εγκυμονούσας συζύγου του, αλλά και με την ταπεινωτική στάση όλων, ξεκινώντας από τους αριστοκράτες γονείς που εισβάλλουν στο σπίτι εν αναμονή του χαρμόσυνου γεγονότος, την υπηρέτρια που τον διατάζει, ακόμα και την μαία, την τρομερή Μαντάμ Βιρτυέλ που ανακατεύει τους πάντες και τα πάντα, ανατρέποντας την ιεραρχία του σπιτιού, προσπαθώντας να επωφεληθεί από το παραμικρό που μπορεί να της προσφέρει το πλούσιο σπίτι που βρίσκεται. Ο δυστυχής Ζυλιάν δέχεται καταιγισμό μομφών, καπρίτσιων και μικροπρεπειών και για να σώσει το σπίτι του φτάνει το σημείο να καπελωθεί ένα δοχείο νυκτός, σύμβολο ταπείνωσης και εξευτελισμού. Γίνεται εκείνος ο πρωταγωνιστής καθώς είναι παρών σε όλες τις ίντριγκες, επιδεικνύοντας παραδειγματική ανοχή και δείχνοντας τη σάτιρα που θέλει να ασκήσει ο Φεϊντό , ότι δηλαδή οι γυναίκες ηγούνται του παιχνιδιού και ρυθμίζουν την αρμονία ή τη δυσαρμονία του σπιτιού, ενώ οι άντρες είναι πάντα «γυμνοί» και αδυνατούν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Γίνεται η στάση του ένα κωμικό στοιχείο που προκαλεί πικρό γέλιο.

Η παράσταση στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, σε σκηνοθεσία Αθηνάς Κεφαλά έχει να κερδίσει ένα μεγάλο και δύσκολο στοίχημα, γιατί απ’ τη μια είναι ένα άγνωστο έργο για το ελληνικό κοινό,( ανεβαίνει για πρώτη φορά) και επιπλέον ένας Φεϊντό δύσκολα αναπαρίσταται σε μια σκηνή σαν κι αυτή του μικρού μεν , ατμοσφαιρικού δε Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας. Σε αρκετά σημεία, κατά την άποψη μου το κέρδισε το στοίχημα αυτό, προσμετρώντας στο κέρδος την καταλυτική παρουσία της Μάνιας Παπαδημητρίου, που ως μαία Βιρτυέλ προσφέρει ένταση , γέλιο στο κοινό, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του. Η αμφιβόλου προελεύσεως μαία που υποδύεται θα μας μείνει αξέχαστη. Η κομπογιανίτισσα, θεότρελη περσόνα, τους βάζει όλους στη θέση τους, τους διώχνει, «Πηγαίνετε», «Ξεκουμπιστείτε», τους επιβάλλει τα θέλω της και ασκεί κριτική στη ζωή τους. Απευθυνόμενη στον πατέρα «Αφού είστε κόμης, γιατί έχετε για γαμπρό κάποιον που δεν είναι τίποτα;». Ξεσπάμε σε γέλια με το διάλογο που έχει με τον Ζυλιάν «Είναι πρωτοτόκος ή πολυτόκος;», απάντηση :« Ζωοτόκος», « Α πολύ καλό αυτό» .Στο τέλος, ενώ προηγουμένως είχε αποφανθεί «Είναι αγόρι», βγαίνει και ανακοινώνει ξεμαλλιασμένη κυριολεκτικά « Ψευδοκύηση, εγκυμοσύνη φάντασμα, ανεμογκάστρι». Απόλυτα συνεπής στο ρόλο της η Παπαδημητρίου, με μπρίο, σκέρτσο , νεύρο αποδεικνύει πως ο καλός ηθοποιός είναι παντώς καιρου. Την απολαύσαμε πραγματικά από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό.

Η παράσταση αναδεικνύεται λόγω της σκηνοθετικής ματιάς της Αθηνάς Κεφαλά, που φαίνεται να γνωρίζει βαθιά τον συγγραφέα και το είδος της φάρσας, η ίδια έχει επιμεληθεί και την ευθύβολη μετάφραση.

Η σκηνοθέτης επιτυχημένα παρουσιάζει όλο το θίασο στην αρχή να χορεύει και χειρίζεται επιδέξια τα quiproquos του Φεϊντό, ενώ μια και πόρτες δεν υπάρχουν για να ανοιγοκλείσουν και να κινηθούν οι ηθοποιοί τους εισάγει έτσι ομαλά στη σκηνή. Γρήγοροι ρυθμοί χαρακτηρίζουν τη σκηνοθεσία της.

Η Όλγα Δαμάνη ( ως μαμά της Λεονί-κυρία Ντε Σαμπρινέ) αφήνει θετικό απόηχο ως αλαζονική μαμά που κανακεύει την κόρη, επιρρίπτει ευθύνες στο γαμπρό, του μιλάει απαξιωτικά και του επιβάλλει μαζί με την κόρη να «βάλει το καθίκι».

Η Βιργινία Ταμπαροπούλου( Λεονί) αν και τυπικά είναι το βασικό πρόσωπο, εμφανίζεται στην αρχή, μάλλον λίγο. Είναι αρκετά καλή, κυρίως όταν κάνει τις ανασούλες του ανώδυνου τοκετού.

Ο Στέλιος Πετράκης (Ζυλιάν) είναι επί σκηνής σε όλη την παράσταση και ως δυστυχής σύζυγος κάνει καλή εντύπωση.

Ο Μανώλης Γιούργος ( πατέρας Ντε Σαμπρινέ) πείθει στο ρόλο του αριστοκράτη που αφήνει το χαρτί, αγαπημένη του συνήθεια για να παραστεί στη στιγμή του παιδιού του .

Η Άννα Μωραίτου (υπηρέτρια) είναι πολύ ενδιαφέρουσα φιγούρα ως υπηρέτρια που παίρνει πολύ θάρρος και τον αέρα του Ζυλιάν.

Τα κοστούμια (Μαριάννα Ζαχαριάδου) είναι λιτά, με εξαίρεση το φανταιζί ασημί παλτό της Μαντάμ Βιρτυέλ. Η Ζαχαριάδου επιμελήθηκε και το αφαιρετικό σκηνικό.

Οι φωτισμοί (Δημήτρης Μαργαρίτης) πλαισιώνουν σωστά την παράσταση.

 

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 

 

 

 

Το καταραμένο παιδί (l’enfant maudit) της γαλλικής δραματουργίας Ζαν Ζενέ (1910 – 1986), κατάφερε τελικά να γίνει αποδεκτό στο ευρύ κοινό, μέσω του έργου του «Les Bonnes», του οποίου η ακριβής μετάφραση στα ελληνικά είναι οι Υπηρέτριες, αλλά και οι Καλές. Ο Ελύτης, 50 χρόνια πριν, στην πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα και μάλιστα για το Θέατρο Τέχνης πάλι, το μετέφρασε με τον όρο «Οι Δούλες» και έκτοτε στις αμέτρητες φορές που το έργο έχει παρασταθεί στη χώρα μας, ο όρος διατηρήθηκε από όλους τους μεταφραστές που το άγγιξαν και από την Ολυμπία Καράγιωργα εν προκειμένω, στη φετινή παράσταση της επιστροφής του στο Υπόγειο του Κουν. Ο Ζενέ, ένας περιθωριακός, εκδιδόμενος ομοφυλόφιλος, κατάδικος, εγκαταλελειμμένος από τη μητέρα του από νωρίς, περνάει στα χέρια της πρόνοιας, αναμορφωτηρίων και φυλακών, ενώ βρίσκει τον εαυτό του στη συγγραφή, (ενώ βρισκόταν στη φυλακή, όπου και γράφει τα περισσότερα έργα του). Καταλυτικό ρόλο στη ζωή και το έργο του διαδραμάτισε η γνωριμία του με τον Σαρτρ, για να μπορούμε σήμερα να πούμε πως ο Ζενέ υπήρξε σημαντικό κομμάτι της γαλλικής διανόησης και όχι μόνο, καθώς και ένας ιδιαίτερος εκπρόσωπος του θεάτρου του παραλόγου.
 
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα το έργο δεν γράφτηκε για να δικαιώσει την τάξη των υπηρετών και να ασχοληθεί με τα ζητήματα τους, αλλά πρόκειται για μια αλληγορία. «Οι Δούλες» είμαστε όλοι εμείς, με τα όνειρα μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις αρρωστημένες φαντασιώσεις μας, τις ανάγκες διαφυγής μας από την πραγματικότητα. «Οι Δούλες» είναι ο αντικατοπτρισμός όλων εκείνων που φοβόμαστε, που αγαπάμε να μισούμε, συμπεριλαμβανομένης και της εξουσίας, που στο έργο απεικονίζεται με την παρουσία της Κυρίας, η οποία με τη σειρά της ναι μεν εξουσιάζει τις δούλες της και ορίζει το παρόν και το μέλλον τους, από την άλλη δε, είναι ‘’δούλα’’ του κυρίου που δεν εμφανίζεται στο έργο, αλλά η δυναμή του την παραλύει και εξάλλου δούλα της εμφάνισης της.
 
Το 1933 οι αδερφές Λεά και Κριστίν Παπέν, υπηρέτριες σε πλούσιο σπίτι στο Λε Μαν διαπράττουν ένα διπλό φόνο. Σκοτώνουν την κυρία τους και την κόρη της. Στο δικαστήριο φάνηκαν αμετανόητες, δεν ζήτησαν κανένα ελαφρυντικό και η μόνη τους επιθυμία ήταν να μοιραστούν τις ευθύνες της αποτρόπαιας πράξης τους. Ο Ζενέ διάβασε για το έγκλημα στις εφημερίδες και δέκα χρόνια μετά δίνει ζωή στις ηρωίδες του έργου του, Κλαιρ και Σολάνζ, δύο αδερφές που περνούν τη ζωή τους μισώντας την Κυρία τους και αγαπώντας την, «η κυρία είναι καλή» ακούγεται από το στόμα της Κλαιρ αρκετές φορές, για να πάρει την απάντηση της Σολάνζ «Βλάκα, μας αγαπάει όπως αγαπάει τον μπιντέ της».
 
Οι αδερφές Κλαιρ και Σολάνζ δουλεύουν ως υπηρέτριες σε ένα πλούσιο σπίτι και περνούν τη ζωή τους ανάμεσα στο μίσος και την αγάπη, το θαυμασμό και το φθόνο για την Κυρία τους. Όταν εκείνη λείπει επιδίδονται σε ένα ατέρμονο παιχνίδι μεταμορφώσεων και εναλλαγής ρόλων. Ποιά είναι Κυρία και ποιά η υπηρέτρια;  Πότε η Κλαιρ είναι η Κλαιρ και πότε η Σολάνζ είναι η Σολάνζ. Το παιχνίδι είναι η διαφυγή από τον εγκλεισμό τους, από την τάση απελευθέρωσης που τις διακατέχει.  Στα πλαίσια του παιχνιδιού τους συμβάλλουν στη φυλάκιση του κυρίου. Στην προσπάθεια τους να διαφύγουν την τιμωρία αποφασίζουν να σκοτώσουν την Κυρία τους. Αποπειρώνται να την δηλητηριάσουν, αλλά αποδεικνύονται ανεπαρκείς και σ’αυτό.
 
Το έργο για πρώτη φορά ανέβηκε στο Παρίσι το 1947 σε σκηνοθεσία Λουί Ζουβέ. Φέτος στο Υπόγειο του Κουν σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη. Ο υποψιασμένος θεατής στο έργο του Ζενέ «Οι Δούλες» περιμένει να δει τις αδερφές Κλαιρ και Σολάνζ στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού που δουλεύουν, όπου εκτυλίσσεται όλο το έργο. Στην εν λόγω παράσταση έρχεται αντιμέτωπος με κάτι και νούργιο που αρχικά ξενίζει, αλλά τελικά είναι πολύ επιτυχημένο και πρωτότυπο. Μπροστά στα μάτια των θεατών ένα τραπέζι «ντύνεται» κρεβάτι με μαύρο σεντόνι, ενώ στρώνονται επιδαπέδιοι καθρέπτες που αντικατοπτρίζουν τις ψυχές των ηρωίδων και αντανακλούν και τις διαθέσεις των θεατών. Ευρηματικό τέχνασμα μια και μιλάμε για αλληγορική ιστορία. Στο ξεκίνημα του έργου το παιχνίδι που παίζουν η Κλαιρ και η Σολάνζ, είναι αυτό της δούλας και της κυρίας. Η Σολάνζ γίνεται Κλαιρ και η Κλαιρ, Κυρία. Της πετάει λουλούδια «θέλω η Κυρία να είναι όμορφη». «Δεν αντέχω άλλο να με αντιμετωπίζετε σαν αντικείμενο. Η Κλαιρ μέσα της κλαίει, αλλά τολμά και σας το λέει, άντε γαμηθείτε». Ή ακόμα και τα πορτοκαλί γάντια της Σολάνζ Κλαιρ όταν πάει να ολοκληρώσει την αποστολή της, είναι εύρυμα σκηνοθετικό που κεντρίζει το ενδιαφέρον. Η σκηνοθετική άποψη λοιπόν της Κάλμπαρη μας εντυπωσίασε.
 
Τα κοστούμια της παράστασης(Χριστίνα Κάλμπαρη) λιτά και μαύρα, όπως και οι ψυχές των ηρωίδων, λειτουργικά μια και αλλάζουν και μορφή κατά τη διάρκεια της παράστασης για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της, πετυχαίνουν άλλο ένα στοίχημα.
 
Η Χριστίνα Κάλμπαρη που έχει επιμεληθεί και το σκηνικό, με τη δουλειά της αναδεικνύει την ουσιά του έργου.
 
Οι φωτισμοί (Στέλλα Κάλτσου) τονίζουν τη δυναμική των χαρακτήρων και προκαλούν ένταση ή ανακούφιση.
 
Η μουσική επιμέλεια του Νέστωρα Κοψιδά μας βάζει από τη αρχή στην ατμόσφαιρα της εποχής, όταν ξεκινά με το «Anna la Bonne» του Ζαν Κοκτό, που γράφτηκε για το έργο του Ζενέ, και τελειώνει με το πιο πρόσφατο «Voyage Voyage».
 
Οι πρωταγωνίστριες Κάτια Γέρου (Σολάνζ) και Κωνσταντίνα Τάκαλου(Κλαιρ) μας καθηλώνουν με τις εξαιρετικές ερμηνείες τους και τη χημεία τους επί σκηνής. Πιο συγκεκριμένα η έμπειρη Κάτια Γέρου ως Σολάνζ, όνομα που στα γαλλικά κάνει συνειρμό με το insolence, ξεδιαντροπιά, μας παρουσιάζει μια ξεδιάντροπη υπηρέτρια που στο τέλος και αυτή δειλιάζει και δείχνει αυτοθυσία για την αδερφή της.
 
Η Κωνσταντίνα Τάκαλου ως Κλαιρ είναι απλά συγκινητική. Παίζει με όλες τις τις αισθήσεις, με το σώμα και το πνεύμα της. Αδιαμφισβήτητα είναι το παρόν και το μέλλον του ελληνικού θεάτρου. Αποτυπώνει όλη τη γλύκα και τη σκληράδα της Κλαιρ της.
 
Η Μαριάννα Κάλμπαρη ως Κυρία μπαίνει δυναμικά στη σκηνή και παίζει επιτηδευμένα σκόπιμα για να ταυτιστεί με την κενότητα και τη ματαιοδοξία της σημερινής εποχής.
 
Η παράσταση αφήνει στα χείλη μια γλυκιά πίκρα και έναν προβληματισμό που τον έχουμε ανάγκη. 
 
Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 
 
 

 

  Ένα φανταστικό τρομοκρατικό χτύπημα στο Λονδίνο, στις 2 Ιουνίου 2017, δίνει στον συγγραφέα Στιούαρτ Σλέιντ το έναυσμα να αφηγηθεί τις ιστορίες 6 ανθρώπων, 6 ετερόκλιτων χαρακτήρων, οι οποίοι βίωσαν την καταστροφή, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Μετρούν απώλειες και τραύματα, ψυχικά και σωματικά, και, τώρα, μπροστά σε ένα ιδεατό group therapy επιθυμούν να περάσουν στην επόμενη μέρα. Τη μέρα μετά τη συνειδητοποίησή τους, ότι η ζωή δεν είναι δεδομένη και ανά πάσα στιγμή τελειώνει.  Η επόμενη μέρα, η μέρα επούλωσης των τραυμάτων, «γράφει» διαφορετικά  στον ψυχισμό του καθενός επηρεάζοντας καταλυτικά τη μετέπειτα ζωή τους.

 

 Το μήνυμα του έργου «BU21», που ανεβαίνει, σε πανελλήνια πρώτη στο Θέατρο 104, είναι ένα μήνυμα αισιοδοξίας. Δεν είναι ένα έργο που πραγματεύεται απλά το επίκαιρο ζήτημα της τρομοκρατίας, αλλά ένα έργο που προβάλλει το ότι «Η ζωή θα παλέψει για να διατηρηθεί, όσο απελπιστική κι αν είναι η κατάσταση», όπως λέει και το κείμενο σε μετάφραση της Λυδίας Τριγώνη. Σύμφωνα με το σκηνοθέτη Θοδωρή Βουρνά, «Το BU21 είναι ένα έργο για τους ανθρώπους που θέλουν να συνεχίσουν τη ζωή τους, επουλώνοντας τραύματα τους».

 

  Ένας πύραυλος χτυπά από το πουθενά ένα επιβατικό αεροπλάνο. Ακολουθεί τεράστια έκρηξη και το αεροσκάφος BU21 πέφτει σε κεντρικό δρόμο του Λονδίνου. Τρεις άντρες και τρεις γυναίκες αφηγούνται το συμβάν, έτσι όπως εκείνοι το βίωσαν. Το αεροσκάφος πέφτει από τα 4000 πόδια σε 22’’. Δεν υπάρχει πιθανότητα σωτηρίας. Αυτό που έμεινε ήταν παραμορφωμένοι άνθρωποι, καμένα λάστιχα από το αεροπλάνο, μυρωδιά βενζίνης και ένας φωτογράφος που ήθελε να «πουλήσει» τον πόνο τους.

 

  Στην παράσταση, μια κοπέλα, η Λία Τσάνα, πληροφορείται μέσω twitter για τη συντριβή του αεροσκάφους, εν ώρα εργασίας, και βλέπει ανάμεσα στους νεκρούς το πτώμα της μητέρας της. Ένας νεαρός, ο Ευθύμης Γεωργόπουλος, βγαίνει διπλά χτυπημένος από το χτύπημα, καθώς μαθαίνει ότι η κοπέλα του και ο καλύτερος του φίλος κάηκαν ζωντανοί κατά τη διάρκεια ερωτικής πράξης. Μια φοιτήτρια, η Χρηστίνα Γαρμπή, τραυματίζεται όταν ένας επιβάτης του αεροσκάφους προσγειώνεται με την καρέκλα του στον κήπο της και λίγο αργότερα πεθαίνει. Μια μετανάστρια από τη Ρουμανία, η Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, βρέθηκε στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή και μετά από μόνιμες βλάβες στο κορμί της προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή της. Ένας νεαρός μουσουλμάνος Ασιάτης,  ο Βαγγέλης Σαλευρής, χάνει τον πατέρα του σε τρυφερή ηλικία στο τρομοκρατικό χτύπημα. Ένας οδηγός φορτηγού, ο Μανώλης Κλωνάρης, με θυμό για τους υπεύθυνους της τραγωδίας, καλείται να διαχειριστεί τη δημοσιότητα που κέρδισε ως αυτόπτης μάρτυρας του χτυπήματος και τα Μέσα Ενημέρωσης ζητούσαν δηλώσεις του.

 

 Οι ηθοποιοί της παράστασης, 6 νεαρά παιδιά με διάθεση και ταλέντο, διεγείρουν τις αισθήσεις του κοινού με τις αφηγήσεις τους προσφέροντας μια παράσταση ζωντανή και ενδιαφέρουσα, υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση του σκηνοθέτη Θοδωρή Βουρνά. Στα δυνατά σημεία της παράστασης είναι και η κινησιολογία της Ντέπυς Γοργογιάννη, καθώς  κι ο σχεδιασμός του ήχου και του φωτισμού της Κασσιανής Λεοντιάδου.

 

Θα ήθελα να κλείσω με δύο φράσεις του κειμένου που δείχνουν και την προσεγμένη δουλειά της Λυδίας Τριγώνη, η οποία επιμελήθηκε την ελληνική απόδοση του έργου: «Είναι ευλογία ή κατάρα ότι το ανθρώπινο σώμα μπορεί ν’ αντέξει τόσα πολλά;» Και «Στον ανθρωποφάγο αυτό κόσμο μία αδυναμία και σε κατασπαράζουν όλοι».

 

 Από τη Κωνσταντινίδη Νατάσα

 

 

Το έργο «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα» του Γουίλι Ράσελ έκανε πρεμιέρα τον Ιούνιο του 1980 στο Λονδίνο. Ακολούθησε η κινηματογραφική μεταφορά του, από τον ίδιο τον συγγραφέα το 1983, μετά από την τεράστια επιτυχία που σημείωσε. Στο ρόλο του Καθηγητή ο Μάικλ Κέιν και Ρίτα η Τζούλι Γουόλτερς και στις δύο εκδοχές. Στην Ελλάδα το έργο έχει παρασταθεί αρκετές φορές. Ενδεικτικά θα αναφερθώ στην παράσταση του 1984 με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, καθώς και σε αυτή με τον Γιώργο Κιμούλη και την Τζένη Ιωακειμίδου το 2006.

 Πρόκειται για μία αισθηματική κομεντί. Μια παράσταση για δύο, που διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στο σαλόνι του επίτιμου Καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας Φράνκ Μπράιαντ, ο οποίος για να συμπληρώσει το εισόδημα του αναλαμβάνει μαθήματα στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Εκεί γράφεται η Ρίτα, μια λαЇκή κοπέλα, κομμώτρια, που αποφασίζει να αλλάξει το πνευματικό της επίπεδο. Ο Φρανκ την αναλαμβάνει. Είναι αλκοολικός και το μόνο που τον ενδιαφέρει αρχικά είναι να κερδίζει χρήματα για να πίνει. Τα απογευματινά μαθήματα όμως του Ανοικτού Πανεπιστημίου του στερούν το μπαρ. Η ιστορία τους εκτυλίσσεται στο διάστημα ενός εξαμήνου, από την αρχή ως τις εξετάσεις της Ρίτας. Η γνωριμία τους θα είναι καθοριστική και για τους δύο. Ο Φρανκ θα εντυπωσιαστεί από την δροσερή αυθόρμητη, γεμάτη αυθεντικότητα Ρίτα, ενώ η Ρίτα τον θαυμάζει απεριόριστα και τον ευγνωμονεί για όσα της χάρισε. Ο έρωτας όμως που κυριεύει τον Φρανκ, μάλλον δεν χτυπάει την πόρτα της Ρίτας. Είναι λοιπόν μια ακόμη ιστορία ενός αταίριαστου έρωτα, αποτυπωμένη με χιούμορ και ανατροπές. Ένα έργο κοινωνικό και πολιτικό που θίγει τους προβληματισμούς της κοινωνίας, τα προβλήματα της εκπαίδευσης, την προσπάθεια για αυτοβελτίωση και το αιώνιο άλυτο ζήτημα του έρωτα.

 Μετά την επιτυχημένη συνεργασία του στο έργο «Σκηνές από έναν γάμο» του Ίνγκμαρ Μπεργκμαν το 2014 και το «Το κενό αυτοπροσώπως» του Άκη Δήμου το 2016, ο Δάνης Κατρανίδης ενώνει εκ νέου τις δυνάμεις του με την Παναγιώτα Βλαντή, την οποία και σκηνοθετεί, για να μας θυμίσει την εκπληκτική σκηνική χημεία τους και να μας παρασύρει υπό τους ήχους συνθέσεων του Μπαχ στον ατελέσφορο έρωτα τους.

 Εκείνος μιλά στο τηλέφωνο με την σύντροφο του Τζούλια, παλιά φοιτήτρια του, εκείνη μπαίνει σαν σίφουνας στη σκηνή και αφού πρώτα εκφράζει τη δυσαρέσκεια της για την πόρτα που δεν ανοίγει : «Κολλάει η μαλακία», σχολιάζει τον αναγεννησιακό πίνακα του Γκόγια που βρίσκεται στον τοίχο του γραφείου του καθηγητή λέγοντας: «είναι σέξι». Συνεχίζει : «Έχετε πάρει πολλές σαν εμένα;», της λέει: «Παρακαλώ;» Της προσφέρει ποτό, ουίσκυ. «Να το προσέχεις αυτό το πράγμα σκοτώνει τα εγκεφαλικά κύτταρα». Τη ρωτά γιατί θέλει να σπουδάσει και εκείνη απλά του απαντά : «Θέλω να βλέπω και να μαθαίνω. Να μην είμαι σαν τον μαλακισμένο τον όχλο». «Είμαι ένας παρασιτικός και βαθιά αντικοινωνικός τύπος. Βρες άλλον». «Δεν θέλω άλλον, εσένα θέλω». «Εγώ όμως δεν θέλω». Κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία τους. Οι δύο κόσμοι συγκρούονται συνεχώς. Της δίνει βιβλία , εκείνη του προτείνει τάμπλετ. «Το κάθε βιβλίο είναι ένας κόσμος. Δεν είναι κρίμα να στριμώξεις έναν ολόκληρο κόσμο σε τάμπλετ;». Στην αρχή η Ρίτα χαρακτηρίζει σημαντικά έργα όπως αυτό του Φόρστερ «Επιστροφή στο Χάουάρντς Έντ»  ως «μαλακία» , ο Φρανκ εξαγριώνεται. Στη συνέχεια της μιλά για Ίψεν, για Τσέχωφ, πηγαίνουν μαζί στο θέατρο. Η Ρίτα έχει πείσμα, θέληση και επιμονή. Σιγά σιγά ενώ εκείνη μεταμορφώνεται, εκείνος αισθάνεται να την ερωτεύεται. «Γιατί δεν μπήκες εδώ 20 χρόνια πριν;». Εκείνη όμως είναι προσηλωμένη στο στόχο της. «Έχω γίνει φρικιό Φρανκ. Δεν ανήκω πουθενά. Είμαι κάπου στη μέση». Αυτά τα λέει όσο το μαλλί είναι ακόμη ντεκαπάζ και τα ρούχα χαμηλής αισθητικής. Μετά από μήνες και καλοκαιρινά μαθήματα στο Λονδίνο επιστρέφει σικάτη και γεμάτη αυτοπεποίθηση. Εγκαταλείπει τη δουλειά στο κομμωτήριο και δουλεύει σε μπιστρό. Ο Φρανκ βυθισμένος στο ουίσκι του της κάνει σκηνές ζηλοτυπίας και την προκαλεί: «Γιατί δεν φεύγεις; Δεν μπορώ άλλο ν’ αντέξω άλλο εσένα αγαπητή μου». Φεύγει και εκείνος συντρίβεται. Πίνει, πίνει την αναζητά. Αλλά η Ρίτα εμφανίζεται όταν εκείνη το θέλει και όταν εκείνος φεύγει για Αυστραλία.

 Ο Δάνης Κατρανίδης στο ρόλο του αλκοολικού Καθηγητή Φρανκ καταθέτει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία. Συγκινητικός ως ερωτευμένος μεσήλικας που συντρίβεται από τον έρωτα του, αλλά και ως καθηγητής που σέβεται την επιστήμη και τα χρόνια του και γι’ αυτό μαζεύει τα συντρίμμια του και φεύγει.

 Η Παναγιώτα Βλαντή στον αβανταδόρικο ρόλο της Ρίτας είναι χειμαρρώδης, ένας σίφουνας που εισβάλλει στη σκηνή και στη ζωή του Καθηγητή της Φρανκ. Αφελής, αυθόρμητη, θηλυκό, γεμάτη ζωή και δίψα για μάθηση έτοιμη να σαγηνέψει.

 Σκηνοθεσία καλοστημένη με εναλλαγές κινείται στην περπατημένη χωρίς επιτήδευση από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή Δάνη Κατρανίδη.

 Το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα ένα καλοστημένο γραφείο ενός αλκοολικού  Καθηγητή Πανεπιστημίου με άπειρα βιβλία και κρυμμένα μπουκάλια ουίσκυ.

Σε σωστές δόσεις ο φωτισμός του Σπύρου Ζαχαρή, που συμβάλλει στην εναλλαγή του χρόνου.

 Πολύ επιτυχημένη η επιμέλεια της μουσικής από τον Θοδωρή Ξενάκη, οι μουσικές του Μπαχ συγκινητικές.

Δροσερή και εύστοχη η σύγχρονη απόδοση της Λίλιαν Δημητρακοπούλου.

Τα κοστούμια της Βάσιας Τζοτζοπούλου θεωρώ ότι είναι καλώς επιλεγμένα όσον αφορά τον Φρανκ, στη Ρίτα όμως είναι παρά ήταν  υπερβολικά, φλερτάροντας με το κιτς.

Η αίσθηση που αποκομίζει ο θεατής από την παράσταση είναι αυτή της δικαιοσύνης. Κάπως έτσι έπρεπε να εξελιχτούν τα πράγματα, παρά τον πόνο που προξενεί ο χωρισμός.

 

 Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 

 

Για τον Γιάννη Βούρο δεν χρειάζονται συστάσεις. Από το 1980 καταγράφει μια σημαντικότατη διαδρομή στο θέατρο έχοντας υπηρετήσει όλα τα είδη του.

Φέτος, πρωταγωνιστεί στο πλάι της Ελένης Ράντου στην παράσταση «Φιλουμένα», που σημειώνει πολύ μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Διάνα σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, ενώ τα Δευτερότριτα αναμετράτε στο Θέατρο Αλκμήνη με τον μονόλογο «Ελλαδογραφία», σε σκηνοθεσία Μανώλη Ιωνά. Κείμενο γραμμένο από τον ίδιο τον Γιάννη Βούρο,  στο οποίο ξετυλίγεται η μακραίωνη ιστορία της Ελλάδας, με τις αιμάτινες στιγμές, τις νίκες και τους κατακερματισμούς, το ορθό ανάστημα και τον συλλαβισμό της υπερηφάνειας από όσους, αγαπώντας τη ζωή, στάθηκαν στο ύψος του χρέους.

Με αφορμή αυτό τον μονόλογο, τον συναντήσαμε στο Θέατρο Αλκμήνη. Συνεπής στο ραντεβού μας ο Γιάννης Βούρος, αρχικά μας υποδέχθηκε στο φουαγιέ και στη συνέχεια με μια κούπα καφέ στο χέρι, διασχίζοντας  το σκηνικό, το οποίο σκεπάζεται με εκατοντάδες ξερά φύκια, κατευθυνθήκαμε στο καμαρίνι του.

Φιλικός, χειμαρρώδης, τολμηρός, ακομπλεξάριστος, δεν απέφυγε καμία ερώτηση, μίλησε για την παράσταση, για την εποχή που ήταν βουλευτής αλλά και καλλιτεχνικός διευθυντής στο Κ.Θ.Β.Ε., ενώ δε δίστασε να κρίνει  τη σημερινή κατάσταση. Μια πολύωρη συζήτηση μαζί του μέρος της οποίας θα διαβάσετε παρακάτω. 

Νατάσα Κωνσταντινίδη: Διαλέγετε και τον «δύσκολο» δρόμο καλλιτεχνικά, δεν επαφίεστε μόνο στις εμπορικές παραστάσεις…

Γιάννης Βούρος: Χαίρομαι που ξεκινάμε τη συζήτηση έτσι, με το ότι δεν είμαι ένας τακτοποιημένος, αλλά θα έλεγα ότι είμαι ένας πολύ ανήσυχος καλλιτέχνης, θα μπορούσα να έχω κάνει πολλά περισσότερα πράγματα, αν είχα ενταχθεί σε ένα μόνο είδος, γιατί στην Ελλάδα συνηθίζουμε να βάζουμε τα πράγματα σε στενά «συρταράκια».

 Έχοντας περάσει από όλα τα μήκη και τα πλάτη του χώρου, αυτό που με γοητεύει, όταν ανεβαίνω σε μια σκηνή είναι να μην είμαι ο εαυτός μου. Αυτό που θέλω είναι να μην με αναγνωρίζουν. Επιδιώκω να μην είμαι ο Γιάννης να είμαι κάποιος άλλος με άλλη κίνηση, άλλο σωματότυπο, άλλο ηχόχρωμα φωνής.

Οι συντελεστές της παράστασης "Ελλαδογραφία" πάνω στο ιδιαίτερο σκηνικό του Αντώνη Χαλκιά.

Ν.Κ.: Ποια ανάγκη σας οδήγησε να γράψετε τον μονόλογο «Ελλαδογραφία» και να ανεβείτε μόνος στη σκηνή;

Η «Ελλαδογραφία» προέκυψε, πριν από επτά χρόνια, όταν ξεκινήσαμε μια παρέα η Λουκία Ρικάκη, ο Αντώνης Χαλκιάς και εγώ, να συζητάμε για ένα κείμενο που ήθελα να γράψω και πως αυτό θα μπορούσε να αφορά τον ελληνισμό, χωρίς να είναι σοβινιστικό ή εθνικιστικό, αλλά κάτι που να αφυπνίζει την ψυχή του Έλληνα, η οποία δεν ανήκει ούτε σε κόμματα ούτε σε ιδεολογίες δεν έχει χρώματα. Ξεκίνησα να το γράφω, ο Αντώνης θα περιτύλιγε την παράσταση με το εικαστικό του ταλέντο και η Λουκία που θα το σκηνοθετούσε. Δυστυχώς, όμως,  αρρώστησε και πολύ σύντομα έφυγε από κοντά μας. Έτσι το έργο έμεινε στα συρτάρια. Δώσαμε όμως μια υπόσχεση με τον Αντώνη, πως η παράσταση αυτή κάποια στιγμή πρέπει να ανέβει και να αφιερωθεί σε εκείνη. Αργότερα προέκυψε το ταξίδι μου στην Αυστραλία και η «παραγγελία» της ομογένειας να παρουσιάσω κάτι εκεί. Ερχόμενος εδώ, ήθελε ο Μανώλης να συνεχίσουμε τη συνεργασία στο Θέατρο Αλκμήνη. Μου πρότεινε πέντε έργα, του έδωσα την «Ελλαδογραφία», πέταξε τα άλλα και επέλεξε αυτό! Δεν ξέρω, αν θα έχει εμπορική επιτυχία, εγώ είχα ένα χρέος με τον Αντώνη απέναντι στη Λουκία και ένα χρέος απέναντι στην ομογένεια που το περιμένει.

 Ν.Σ.:  Πως καταλήξατε στον τίτλο «Ελλαδογραφία»; Σας ενέπνευσαν οι στίχοι του Γκάτσου;

Γ.Β.: Καταλήξαμε εκεί, όταν έχοντας γράψει πια, ψάχναμε να βρούμε μια λέξη, μια φράση αυτό το πάζλ τι ασφαλή τίτλο θα μπορούσε να έχει. Το tag line ήταν σαφές, πως θα ήταν το :«Ποιός μου πήρε το όνειρο», του Έλληνα το όνειρο διαχρονικά, δε μιλάμε για τα τελευταία χρόνια της κρίσης αλλά για τα 2500 χρόνια της ύπαρξης του ελληνισμού.

Ν.Κ. : Το δικό σας όνειρο ποιο είναι;

Γ.Β.: Δεν έχω όνειρα. Αν είχα όνειρα θα είχα και στόχους τέτοιους που θα τους περιφρουρούσα και θα ήτανε διαφορετική, η εξέλιξη – ανέλιξη μου, στο χώρο του θεάματος, ίσως με μια εξασφαλισμένη στέγη. Τρεις θεατρικές στέγες δημιούργησα, τις λειτούργησα, τις έδωσα, τις πούλησα. Θα είχα ίσως χρήματα που να εξασφαλίσω και τη σύνταξη μου και την ευμάρεια των παιδιών μου. Δεν είχα ποτέ στόχους. Όπου με πήγαινε το ρεύμα. Ό,τι αγαπούσα έκανα. Ό,τι ερωτευόμουνα σε έργα και όχι σε ρόλους. Οι περισσότερες παραγωγές που έχω κάνει ήταν γιατί αγαπούσα τα έργα.

Ν.Κ. Υπάρχει κάτι που φοβάστε αυτή τη χρονική στιγμή;

Γ.Β. :Την ανημπόρια. Είναι ένα πλέγμα ανασφαλειών που έχει ο σύγχρονος Έλληνας: «Ανημπόρια-  Εξαθλίωση - Αρρώστιες – Φτωχοποίηση». Όλο αυτό ένα κουβάρι από έννοιες, οι οποίες στη ψυχή του Έλληνα αυτονόητα, μοιραία, ίσως λογικά πια έτσι όπως τον έχουν καταντήσει  δημιουργούν φοβίες. Δεν θα ήθελα να μην μπορώ να προσφέρω στο κοινωνικό σύνολο και να εξαρτώμαι από την όποια σύνταξη μου βγάλει το κράτος ή από το αν τα παιδιά μου έχουν την δυνατότητα να μου δώσουν ένα κατοστάρικο να πάω στο σούπερ μάρκετ. Γιατί τα χρόνια περνάνε, βλέπουμε πια τα πράγματα από την άλλη μεριά του λόφου.

Σπύρος Σιακαντάρης: Από μικρός, ασχοληθήκατε με τα κοινά και εκλεγήκατε βουλευτής το 2009. Πλέον δεν ασχολείστε με τα κοινά, παραμένετε ενεργός πολίτης;

Γ.Β. : Αν δεν παρέμενα ενεργός πολίτης δε θα έγραφα αυτό το κείμενο. Χρέος όλων μας είναι να είμαστε ενεργοί σε αυτή τη φάση, γιατί το ανενεργό του πολίτη δημιούργησε αυτές τις καταστάσεις. Η φοβία του πολίτη να μπει σε ψηφοδέλτια για να προσφέρει ανιδιοτελώς αυτό που θα ήθελε να προσφέρει με τις γνώσεις του, τις εμπειρίες του, τη διάθεση του, δημιούργησε το κενό στα ψηφοδέλτια και έχει παρεισφρήσει στο κοινοβούλιο ό,τι κινείται μεταξύ περιθωρίου και παρανομίας.

Σ.Σ. : Έχετε δηλώσει σε συνέντευξη σας πως «Δεν χωράνε δυο καρπούζια στην ίδια μασχάλη» και οικιοθελώς ασχοληθήκατε μόνο με την πολιτική. 

Γ.Β. :Οι φύλακες στη βουλή, όπου βρισκόμουν από τις εννέα το πρωί μέχρι τις δυο το βράδυ μου έλεγαν : «Κανονικά πρέπει να βάλετε ράντζο να κοιμόσαστε εδώ». Έπρεπε να διαβάζω, να μελετάω για νομοτεχνικές βελτιώσεις, για τροπολογίες για εισηγήσεις. Δε γίνεται να είσαι στο θέατρο και να έχεις ονομαστική ψηφοφορία. Δε γίνεται να πρέπει να διαβάζεις ένα νόμο και να διαβάζεις και τα λόγια για το σίριαλ. Υπάρχουν συνάδελφοι που μπορούν και το κάνουν. Κάτι δε κάνουν καλά πάντως.

Σ.Σ. :Θεωρείτε ότι σας έβλαψε καλλιτεχνικά η ενασχόληση σας με την πολιτική;  

Γ.Β.: Καλλιτεχνικά και οικονομικά με έβλαψε η πολιτική, είναι σαφές αυτό.

Σ.Σ. : Προσωπικά, έχετε μετανιώσει που ασχοληθήκατε με την πολιτική;

Γ.Β. :Είναι τεράστια εμπειρία γνώσης και ψυχής θα έλεγα. Το λέω μάλιστα μέσα στο κείμενο. Υπάρχουν πράγματα που δε θα τα είχα γνωρίσει αν δεν είχα ασχοληθεί με την κεντρική πολιτική σκηνή. Γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους από όλα τα κόμματα, γιατί υπάρχουν από όλα τα κόμματα φωτισμένοι άνθρωποι καλλιεργημένοι, και με διάθεση ανιδιοτελή και υπάρχουν και αυτοί βεβαίως που μπαίνουν στην πολιτική προς ιδίων όφελος.

Σ.Σ. :Πριν από λίγες μέρες πραγματοποιήθηκαν δυο διαδηλώσεις σε Θεσσαλονίκη και  Αθήνα με αφορμή το Μακεδονικό. Είδαμε μια μαζική συμμετοχή από το λαό. Εσείς πώς την κρίνετε; 

Γ.Β. :Χαρακτηρίστηκε, νομίζω, από τον πρωθυπουργό ως : «ετερόκλητος όχλος». Θα σας απαντήσω με δύο φράσεις: «Καθείς και τα όπλα του» λέει ο ποιητής, και «Έκαστος εφ' ω ετάχθη» επίσης, λέει ο ποιητής.  

Σ.Σ.: Υπήρξατε Καλλιτεχνικός Διευθυντής στο Κ.Θ.Β.Ε σε μια ιδιαιτέρως ταραγμένη περίοδο. Είχατε προβλήματα με τις κρατικές επιχορηγήσεις, με τα χρέη του Κ.Θ.Β.Ε στο ΙΚΑ όπου και περάσατε τη διαδικασία του αυτόφωρου, έχετε επαφές με το Κ.Θ.Β.Ε;

Γ.Β.: Έχω επαφές, με όλους τους εργαζόμενους, εκεί, γιατί είχαμε αναπτύξει μια εξαιρετική σχέση. Θεωρώ, μεγάλο επίτευγμα, το ότι αυτή τη στιγμή έχουν μειωθεί τα χρέη του Κ.Β.Θ.Ε με τη συνδρομή της πολιτείας. Ήταν ένα πάγιο αίτημα όλων των καλλιτεχνικών διευθυντών. Ένας καλλιτεχνικός διευθυντής έχει το βραχνά των χρεών και από την άλλη έχει να υλοποιήσει το καλλιτεχνικό του όραμα για το οποίο και κλήθηκε να αναλάβει τη θέση.

Με την εμπειρία που είχα στο χώρο της παραγωγής καλό θα είναι οι εισπράξεις του Κρατικού να φέρνουν πίσω το 1/3 των πάγιων εξόδων, ώστε να μπορεί να καλύπτει ένα μέρος των αναγκών του. Αυτό εμείς το είχαμε καταφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό με την πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, τη Μένη Λυσαρίδου, που μας άφησε πρόσφατα, με την οποία είχα μια εξαιρετική συνεργασία.

Όταν, ήμουν εγώ καλλιτεχνικός διευθυντής, αγωνιούσα και μοίραζα παράνομα τις εισπράξεις στους εργαζομένους για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Διότι, εμένα την τακτική επιχορήγηση μου την καθυστερούσαν πέντε μήνες, και είχε δημιουργηθεί ένα ασφυκτικό κλίμα.

Σήμερα, το Κρατικό έχει μειώσει τα χρέη του με την αρωγή της πολιτείας και όχι με την οικονομική πολιτική των κρατούντων. Γιατί η οικονομική πολιτική των κρατούντων είναι τραγική, όπως την έχω πληροφορηθεί.  Για παράδειγμα, με εισιτήρια των πέντε ευρώ, δυο και τρεις φορές την εβδομάδα, δε μειώνεις τα χρέη, όταν έχεις συγκεκριμένα πάγια έξοδα, σε αίθουσες με το προσωπικό, ηθοποιούς, τεχνικούς κ.λ.π. Έτσι, δε βγαίνει η εξίσωση! Με την αρωγή της πολιτείας  βρέθηκαν πολλά επιπλέον εκατομμύρια και παρά το γεγονός ότι είμαι αντίθετος στο σύνολο της πολιτικής του ΣΎ.ΡΙ.ΖΑ, σε αυτό θα πω ένα «μπράβο»!

Σ.Σ.: Η κρίση που βιώνουμε είναι μόνο οικονομική;

Γ.Β. : Η οικονομική κρίση είναι και πολιτική και κοινωνική σαφώς. Αλλά είναι αλληλένδετα αυτά, είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Βιώνουμε μια κρίση ταυτότητας αυτή τη στιγμή. Μια κρίση αναγνώρισης των προβλημάτων. Θεωρώ πως ξανασυστηθήκαμε. Τώρα πια γνωριζόμαστε πολύ καλά, έπεσαν πάρα πολλές μάσκες. Βιώνουμε τη φιλανθρωπία, την γενναιοδωρία, βιώνουμε και την κακεντρέχεια, την καχυποψία. Ο,τι πιο δύσμορφο δύσοσμο και σκοτεινό έχει βγει στην επιφάνεια, όπως όμως και η καλή πλευρά του Έλληνα. Θεωρώ πως αυτή η κρίση θα μας κάνει καλό γιατί τώρα πια γνωρίζουμε τον διπλανό μας.

Σ.Σ. :Βλέπετε φως; 

Γ.Β.: Όχι σύντομα, δε βλέπω φως. Είναι η πρώτη φορά στην οικονομική ιστορία των κρατών που η κρίση κρατά τόσα πολλά χρόνια.     

 

Συνέντευξη: Νατάσα Κωνσταντινίδη και Σπύρος Σιακαντάρης

Φωτογράφηση: Αγγελική Κοκκοβέ 

 

Video

Human Voice 

Β' Σκηνή Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας από 26/5/2018 - 2/6/2018 Από το Θέατρο Atonelli της Γεωργίας
Κλείστε εδώ τις θέσεις σας

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία