Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Νατάσα Κωνσταντινίδη

Νατάσα Κωνσταντινίδη

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

«Αυτή η γυναίκα είναι σα να έχει συνδεθεί με ένα καλώδιο που διαπερνά όλο τον πλανήτη. Κι αν οι παράλυτοι είμαστε εμείς;»

9-10 Νοεμβρίου 1938. Ακριβώς 80 χρόνια πριν, μέλη των Ταγμάτων Εφόδου και της Χιτλερικής Νεολαίας εξαπέλυσαν μια σειρά πογκρόμ κατά των Εβραίων της Γερμανίας. Έκαναν θρύψαλα περίπου 7500 βιτρίνες επιχειρήσεων εβραϊκής ιδιοκτησίας, λεηλάτησαν σπίτια και κοιμητήρια τους, ενώ τους εξανάγκασαν σε δημόσιο εξευτελισμό, να καθαρίζουν τα πεζοδρόμια με οδοντόβουρτσες. Σπασμένα τζάμια κάλυψαν τα πεζοδρόμια και έδωσαν στη νύχτα ορόσημο το όνομα «Kristallnacht», «Νύχτα των Κρυστάλλων ή Νύχτα των σπασμένων τζαμιών». Ίσως από τα πιο σημαντικά γεγονότα αντισημιτικής πολιτικής που σηματοδότησαν την μαζική έξοδο των Εβραίων από την Γερμανία από εκείνη την ημέρα και μέσα σε διάστημα λίγων μηνών.

Αφορμή για τις βεβηλώσεις στάθηκε η δολοφονία του Ερνστ Φον Ρατ, αξιωματούχου της Γερμανικής Πρεσβείας στο Παρίσι. Ο Έρσελ Γκρίνσπαν, ένας δεκαεπτάχρονος Πολωνοεβραίος είχε πυροβολήσει τον διπλωμάτη δύο μέρες πριν. Η Kristallnacht ήταν η απάντηση στη δολοφονία αυτή. Από την άλλη μεριά όμως, του Γκρίνσπαν ήταν η απάντηση στην απέλαση των γονιών του από την Γερμανία στα πλαίσια του διωγμού από το Ράιχ χιλιάδων Εβραίων με πολωνική υπηκοότητα.

Ο Μίλλερ πολωνοεβραϊκής καταγωγής και ο ίδιος δεν έμεινε ανεπηρέαστος από το γεγονός και το κατέγραψε σε ένα αλληγορικό έργο, κατά την άποψη μου πάντα, στην πιο ώριμη περίοδο της συγγραφικής του πορείας στο «Σπασμένο Γυαλί» (1995).

Το εν λόγω έργο δεν είναι σαν το « Ήταν όλοι τους παιδιά μου» ή σαν τον «Θάνατο του Εμποράκου», θεματικά τουλάχιστον, αλλά παραμένει ένα βαθιά αυτοβιογραφικό έργο όπου μέσα του καταγράφονται εκτός από την κριτική του αμερικανικού ονείρου και τον απόηχο της οικονομικής καταστροφής των γονιών του που τους οδήγησε στο Μπρούκλιν μετά το Κραχ του ’29, (τόπος που εκτυλίσσεται και το έργο) και ένας τουλάχιστον προβληματικός γάμος, πιθανότατα δικός του, αυτός με την εξαρτημένη από ουσίες Μέριλιν Μονρόε.

Ο Μίλλερ είχε ακούσει για μια γυναίκα που τότε παρέλυσε ξαφνικά, της οποίας ο σύζυγος συνεχώς φορούσε μαύρα σα να πενθούσε για τη ζωή του. Αυτή την εικόνα την κράτησε και χρόνια μετά αποτέλεσε έμπνευση για «Το Σπασμένο Γυαλί».

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα την ίδια χρονιά της συγγραφής του, το 1995 από το Θέατρο των Εξαρχείων σε σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη. Φέτος έχουμε τη χαρά να το δούμε στο Θέατρο Πόλη σε σκηνοθεσία Άσπας Καλλιάνη, η οποία τα τελευταία δύο χρόνια μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι της σκηνοθεσίας και κατάφερε οι παραστάσεις της να συζητιούνται. Πέρυσι με το «Ξεχωριστή Μέρα» του Έττορε Σκόλα και λίγο πριν από αυτό, το έργο «Ο συγγραφέας σου πέθανε», το οποίο και συνέγραψε.

Βρισκόμαστε στο σπίτι των Φίλιπ και Σύλβια Γκέλμπεργκ στο Μπρούκλιν του 1938. Πρόκειται για ένα ζευγάρι Εβραίων που ετοιμάζεται να πάει κινηματογράφο. Η Σύλβια επηρεασμένη από τις εφημερίδες που περιγράφουν τα γεγονότα της Kristallnacht, ενώ κατεβαίνει τις σκάλες γκρεμίζεται και παραλύει από τη μέση και κάτω. Η παράλυση της δεν αποδίδεται σε παθολογικά αίτια και η διάγνωση του γιατρού Χάιμαν φωτογραφίζει ψυχοσωματικά προβλήματα. Μιλά για υστερική παράλυση (από το υστερία-γαλλ. Hysteria- υστέρα=μήτρα, από το ύστερος δηλαδή τελευταίος), που οφείλεται συνήθως σε σεξουαλική δυσλειτουργία.

 

Αν και δεν είναι ψυχίατρος, αλλά ένας Εβραίος γιατρός σπουδαγμένος στη Γερμανία, αναλαμβάνει να ξετυλίξει το κουβάρι του μυστηρίου που καλύπτει την ασθένεια της και να τη βοηθήσει να σταθεί στα πόδια της κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μεταξύ τους υπάρχει μια έλξη « Έχω να νιώσω έτσι για γυναίκα πολλά χρόνια» της λέει ο Χάρρυ, ενώ εκείνη «Μόνο εσένα θέλω», «θα με πας στην προβλήτα σου;» και το δέσιμο τους είναι αναπόφευκτο. Αυτό προκαλεί συγκρούσεις στον ήδη προβληματικό γάμο της Σύλβιας, αλλά και στον δικό του, που σύμφωνα με τα λεγόμενα της συζύγου του Μάργκαρετ φαίνεται να έχει επίσης προβλήματα. Υπάρχουν εδώ δύο αρχέτυπα. Αυτό του άνδρα με τη φήμη του καρδιοκατακτητή και εκείνο του άνδρα που δυσανασχετεί και αισθάνεται απειλή και ανασφάλεια. Φίλιπ : «Δεν είμαι και ο Ροδόλφο Βαλεντίνο». Χάρρυ : «Ίσως ούτε ο Ροδόλφο Βαλεντίνο να ήταν», υπαινισσόμενος το ότι η φήμη του μπορεί και να μην του ταίριαζε απόλυτα. Το πέμπτο πρόσωπο της ιστορίας είναι η Χάριετ η αδερφή της Σύλβιας που στοιχειοθετεί την εικόνα ενός υποταγμένου αδύναμου πλάσματος, φοβικού και λίγο φυγόπονου και αφελούς.

Σε όλους τους χαρακτήρες του έργου γίνεται ψυχογράφημα από τον συγγραφέα. Οι θεατές έρχονται αντιμέτωποι καθ ‘ όλη τη διάρκεια με αλήθειες που «παραλύουν» τον καθένα ξεχωριστά και για ξεχωριστούς λόγους. Οι θεατές βρίσκουν κάτι από τον εαυτό τους, το γάμο τους, τις αρρωστημένες διαπροσωπικές σχέσεις τους, πλεγμένες με συμφέρον και φόβο. Γιατί αλήθεια αν το σκεφτεί κανείς, ο φόβος και το κοινό συμφέρον είναι που ενώνει εμάς τους ανθρώπους.

Παρατηρούμε εξάλλου επιρροές του Μίλλερ από το έργο του Σβέβο και του Πιραντέλλο στο έργο για το ποιος είναι τελικά ο άρρωστος, αυτός που ασθενεί ή εκείνος που αφουγκράζεται το τι συμβαίνει; «Αυτή η γυναίκα είναι σα να έχει συνδεθεί με ένα καλώδιο που διαπερνά όλο τον πλανήτη. Κι αν οι παράλυτοι είμαστε εμείς;» ή «Είμαστε άρρωστοι και δεν μπορούμε να δούμε το κακό που γίνεται;» διερωτάται ο Χάρρυ απευθυνόμενος στην Μάργκαρετ. Ενώ από την άλλη η Σύλβια μιλώντας στον Χάρρυ: «Όποιος είναι διαφορετικός τον κλείνουν σε κάποιο τρελάδικο. Όποιο κτίριο είναι διαφορετικό το γκρεμίζουν». «Ας κλείσουμε λοιπόν στο τρελάδικο όποιον βλέπει τον κόσμο του να γκρεμίζεται». Όλοι με εξαίρεση το γιατρό την θεωρούν τρελή. «Μα να πιστεύει πως θα κυριαρχήσουν λίγοι φανατικοί;», λέει η Μάργκαρετ.

Η παράσταση στο Πόλη καταφέρνει να δονήσει τα συναισθήματα μας κλιμακωτά. Χαρακτηριστικό του Μίλλερ. Πρώτα περιγράφει την ιστορία και στη συνέχεια κορυφώνει την πλοκή. Τι μπορεί να πει κανείς για την ευαίσθητη και ρεαλιστική θεατρική απόδοση του έργου από την Άσπα Καλλιάνη και το λειτουργικό σκηνικό του έμπειρου Μανόλη Παντελιδάκη. Κοστούμια επιλεγμένα με γνώμονα τις ανάγκες του έργου από την Ντένη Βαχλιώτη. Υπέροχο το κοστούμι ιππασίας και οι ταμπά μπότες του κύριου Βούρου-Χάρρυ, καθώς και το μαύρο κοστούμι του κύριου Γεωργάκη-Φίλιπ. Στο σύνολο τους προσεγμένα τα φορέματα, αν και φαντάζει κάπως υπερβολικό το κόκκινο φόρεμα της Σύλβιας- Βλαντή στο τέλος.

Η σκηνοθεσία δημιούργησε μια ατμοσφαιρική παράσταση. Ήχοι σπασμένων γυαλιών, ένα πανί σα θέατρο σκιών φωτίζει τους φόβους των πρωταγωνιστών. Στην αρχή τους φόβους της Σύλβιας, βλέπουμε σκιές εβραίων γονατισμένων στα τέσσερα να καθαρίζουν τους δρόμους και στη συνέχεια τον φόβο του Φίλιπ για το αφεντικό του τον κύριο Κέις. Εξαιρετική η σκηνή με την κούνια και το εύρημα με το ελάφι που παγώνει μπροστά στον κίνδυνο. Το ελάφι αλληγορικά είναι η Σύλβια που παγώνει τα πάντα μέσα της για να μην πονά, ώσπου στο τέλος δεν αισθάνεται ούτε το σώμα της, ενώ η συγκεκριμένη σκηνή χαρίζει μια από τις ωραιότερες ερμηνευτικά στιγμές του έργου στον Γιάννη Βούρο που μεταμορφώνεται σ’ ελάφι για χάρη της Σύλβιας.

 

4 photography

Ο Γιάννης Βούρος στον απαιτητικό ρόλο του γιατρού Χάρρυ Χάιμαν μας χαρίζει μια δυνατή ερμηνεία. Στο δεύτερο μέρος όπου κορυφώνεται η πλοκή δίνει ακόμα ένα διαπίστευμα για το εύρος του ταλέντου και της ποιότητας του.

Η Παναγιώτα Βλαντή αναλαμβάνει τον ρόλο της παράλυτης Σύλβιας, έχει στο βλέμμα της μια αδιόρατη θλίψη και μια δύναμη που σε αγγίζει συναισθηματικά. Φαντάζομαι, πως για την ίδια ο συγκεκριμένος ρόλος είναι πρόκληση και όπως η Σύλβια βγαίνει νικήτρια από την ασθένεια της, έτσι και η ίδια η Βλαντή ισορροπώντας σε ένα λεπτό νήμα βγαίνει υποκριτικά άψογη.

Ο Νίκος Γεωργάκης καλείται να παίξει το ρόλο του Φίλιπ. Ο Φίλιπ είναι ένας αδύναμος χαρακτήρας, ανασφαλής που αρνείται να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι είναι Εβραίος. Η σχέση του με τη θρησκεία είναι σα σπασμένο γυαλί. Κομπάζει στον Χάρρυ ότι διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους Εβραίους, ότι είναι ο μόνος Εβραίος υπάλληλος της Brooklyn Quarantee, αλλά και στη Σύλβια για το γιό τους που είναι ο πρώτος Εβραίος λοχαγός στον Αμερικανικό στρατό. Για τον κύριο Κέις είναι ένας υποταγμένος υπάλληλος και στο υποσυνείδητο της Σύλβιας είναι ο Χίτλερ που διαλύει την ίδια. Διφορούμενη λοιπόν προσωπικότητα ο Φίλιπ. Λεπτές οι γραμμές που χωρίζουν τον ευάλωτο και ανασφαλή από τον σκληρό και βίαιο χαρακτήρα του. Πείθει ο Γεωργάκης, όταν σαν μικρό τρομαγμένο παιδί καθισμένο μπροστά στον Χάρρυ να εξομολογείται το πρόβλημα του και μας βεβαιώνει για την καλή ερμηνεία του στο τέλος της σύγκρουσης μεταξύ των ηρώων.Αν και το πρωταγωνιστικό δίδυμο είναι οι Σύλβια- Χάρρυ, ο Φίλιπ είναι ρόλος κλειδί.

Η Δήμητρα Σιγάλα ως Χάριετ χαρίζει στην ηρωίδα της μια πινελιά πονηρής αθωότητας.Υποδύεται την αδερφή της Σύλβιας και αποτελεί ένα κρίκο από την αλυσίδα που κρατούσε τη Σύλβια δέσμια σε ένα γάμο που δεν της ταίριαζε. Κατευνάζει τις συγκρούσεις, κουκουλώνει τα προβλήματα, εθελοτυφλεί για το συμφέρον της θυσιάζοντας την αδερφή της. Ξαφνιάζεται για την παράλυση «την καημένη την αδερφή μου».

Η Κάτια Γκουλιώνη στο ρόλο της συζύγου του Χάιμαν, Μάργκαρετ χαρίζει τις απαραίτητες κωμικές νότες στην παράσταση, χωρίς όμως να χάνει και τα χαρακτηριστικά της συνειδητοποιημένης συζύγου και ισχυρής προσωπικότητας. Στο τέλος κάνοντας έναν απολογισμό λέει : «Παίζουμε όσο καλύτερα μπορούμε με ότι φύλλο μας δόθηκε».

Οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα και η μουσική επιμέλεια του Κωστή Κόντου στολίζουν την παράσταση και της προσδίδουν ατμοσφαιρικότητα.

Θα κλείσω με μια φράση της Σύλβιας : «Γκρεμίζεται το έδαφος. Χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Μας γκρεμίζουν. Γκρεμίζουν έναν ολόκληρο πολιτισμό»

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Άρθουρ Σνίτσλερ (Βιέννη, 1862- 1931) είναι θεατρικός συγγραφέας εβραïκής καταγωγής. Παρά τις σπουδές του στην Ιατρική ασχολήθηκε από νωρίς με τη συγγραφή. Γνωστός έγινε με τον «Ανατόλ» (1893), ενώ έργα του έχουν μεταφερθεί και στον κινηματογράφο, όπως η «Ονειρεμένη Ιστορία» του 1926, την οποία ο Στάνλεï Κιούμπρικ μετέφερε στον κινηματογράφο το 1999 με τον τίτλο «Μάτια Ερμητικά Κλειστά». Όπως ο ίδιος συνήθιζε να λέει: «Γράφω για τον έρωτα και τον θάνατο. Υπάρχουν μήπως άλλα θέματα;». Πράγματι αυτή είναι η θεματολογία του. Έρωτας και θάνατος. Ο Σνίτσλερ έζησε μια ταραγμένη προσωπική ζωή με ερωτικές σχέσεις θυελλώδεις, ενώ διατηρούσε ημερολόγιο με τις ερωτικές του συνευρέσεις, γεγονός που τον οδήγησε στα δικαστήρια. Κάπως έτσι ξεκινά ο «Ανατόλ» στο θέατρο Αλκμήνη.

Ο Μαξ, τον οποίο ενσαρκώνει ο Πέρης Μιχαηλίδης είναι ο αντικατοπτρισμός του συγγραφέα και καλείται στο δικαστήριο να απολογηθεί. Με στωικότητα, ειρωνεία και σαρκασμό απαντά : «Και η μουσική μιμείται το ρυθμό της συνουσίας. Δικάστε τότε και τους μουσικούς». Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας ο Ανατόλ. Αρχέτυπο του θρυλικού ελευθεριάζοντος ήρωα «Δον Ζουάν» του Ισπανού δραματουργού Τίρσο δε Μολίνα καθώς και του Βενετσιάνου αιώνιου γυναικοκατακτητή Τζιάκομο Καζανόβα του 18ου αιώνα, ο οποίος υποδυόταν ρόλους ζωής και λειτουργούσε σαν σκοτεινό αντικείμενο πόθου των γυναικών. Ο Ανατόλ είναι ένας άντρας με πάθη που αφήνεται να ερωτευτεί ξανά και ξανά γυναίκες διαφορετικής ηλικίας, καταγωγής, κοινωνικής και οικονομικής επιφάνειας. Πολυσυλλεκτικός, με συναισθηματική ασυνέπεια και ανασφάλεια, διακατέχεται κάθε φορά από ένα νέο πάθος.

Το έργο του Άρθουρ Σνίτσλερ έχει παρασταθεί ξανά στην Αθήνα το 1987 στο Θέατρο Διονύσια, όπου τον ρόλο του Ανατόλ κρατούσε ο jeune premier Γρηγόρης Βαλτινός, (τον οποίο πραγματικά θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά) ενώ τις επτά γυναίκες αντικείμενα πόθου του, η Κάτια Δανδουλάκη. Μαξ ήταν ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ και η σκηνοθεσία ήταν του Ζυλ Ντασέν.

Φέτος ο «Ανατόλ», που αδιαμφισβήτητα είναι πολύ ενδιαφέρουσα φιγούρα, ενέπνευσε τον έμπειρο σκηνοθέτη και ηθοποιό Γιάννη Βούρο, ο οποίος έχοντας στα χέρια του τον κατασταλαγμένο ερμηνευτικά Πέρη Μιχαηλίδη, τον ανερχόμενο και πολλά υποσχόμενο νέο ηθοποιό Λευτέρη Βασιλάκη και την Τζούλη Σούμα, που υποδύθηκε με τόσο πάθος επτά ηρωίδες, δημιούργησε μια παράσταση που αφήνει στον θεατή φεύγοντας μια γλυκόπικρη αίσθηση και έναν προβληματισμό.

Πιο συγκεκριμένα, η σκηνοθετική επιλογή να δικάζεται στην αρχή ο Μαξ και να ακούγεται η φωνή του δικαστή-σκηνοθέτη εγκλιματίζει το θεατή με την πραγματικότητα του έργου και τον εντάσσει στην κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Επιπλέον οι εναλλαγές των γυναικών του Ανατόλ, το σκηνικό έγιναν με τρόπο φυσικό, ώστε να αντιληφθεί εύκολα ο θεατής ότι προκειται για άλλη χρονική στιγμή, άλλο πρόσωπο, άλλα συναισθήματα. Παρακολουθήσαμε μια ατμοσφαιρική παράσταση, ντυμένη με μουσικές του Στράους, καλοστημένη, με φρέσκια ματιά.

Οι φωτισμοί (Γιώργος Φρέντζος) στόλισαν την παράσταση και απαιτούσαν μια επιπλέον προσοχή λόγω των εναλλαγών, στη μουσική επιμέλεια (Γιώργος Τσιρίκος) αναφέρθηκα ήδη. Ο σκηνικός χώρος έδενε με την κάθε ιστορία απόλυτα, αξιόλογη προσπάθεια και σε αυτό το κομμάτι από τον σκηνοθέτη Γιάννη Βούρο.

Η μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη δίνει στους διαλόγους μια φυσικότητα και μια αλήθεια.

Τρεις ηθοποιοί, επτά ιστορίες και εννιά ρόλοι σε μια παράσταση.

Πέρης Μιχαηλίδης (Μαξ), απολαυστικός σε μεγάλα κέφια, με σαρκασμό, χιούμορ, ειρωνεία γίνεται ο απόλυτος παρατηρητής των πρωταγωνιστών και αποτελεί το συνδετικό κρίκο μεταξύ των ηρώων. Ερμηνεύει ένα Μαξ κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Φέτος είναι η χρονιά του.

O Λευτέρης Βασιλάκης (Ανατόλ),μας παρασέρνει στον ζηλόφθονο ερωτευμένο με την Κόρα και μετά με την Έμιλυ που της ζητά παραμονή του γάμου τους να πετάξει τα δώρα των προηγούμενων, μας θυμώνει όταν παρατά Παραμονή Χριστουγέννων την παντρεμένη με άλλον και ερωτευμένη μαζί του Γκαμπριέλα, μας δαιμονίζει όταν η Μπίμπι που την θεωρούσε αιώνια ερωτευμένη μαζί του δεν τον θυμάται, αισθανόμαστε δικαίωση σαν γυναίκες όταν η Άννι του την φέρνει και τον εγκαταλείπει. Με λίγα λόγια δεν μας αφήνει αδιάφορους, μας απασχολεί με την ερμηνεία του.

Αφήνω τελευταία την Τζούλη Σούμα (επτά γυναίκες ερωτικά αντικείμενα στο παιχνίδι του Ανατόλ) η οποία παίρνει πάνω της ένα θεατρικό ρίσκο και κλέβει τις εντυπώσεις από την αρχή μέχρι το τέλος. Αλλάζει μορφή, ψυχοσύνθεση, συναισθήματα από την μια στιγμή στην άλλη και μεταμορφώνεται σε μικρή και ερωτευμένη Κόρα, σε κυρία του καλού κόσμου- Γκαμπριέλα, που αγάπησε αλλά δεν διεκδίκησε, σε «ξεχασιάρα» Μπίμπι, σε πονηρή γυναίκα Έμιλυ, σε καμπαρετζού Άννυ, σε απελπισμένη Έλσα και στη γυναίκα βδέλλα- Ιλόνα, με τεράστια ευκολία, αφοσοίωση και ταλέντο. Δοκίμασα μια ευχάριστη θεατρική έκπληξη.

Πρόκειται για μια παράσταση καλοδουλεμένη από όλους τους συντελεστές που βγάζει προς τα έξω την απάτη, τη ζήλια τα πάθη, τα τεχνάσματα που επιφέρει ο έρωτας. Βασικό στοιχείο δημιουργίας.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ σημάδεψε τον 19ο και τον 20ο αιώνα με το ανατρεπτικό και σπινθηροβόλο πνεύμα του και θεωρείται σήμερα κλασικός δημιουργός. Έργα του το αριστουργηματικό μυθιστόρημα «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ» του 1890, «Η σημασία να είναι κανείς σοβαρός» (The importance of being Earnest), μια χαρακτηριστική αγγλική κωμωδία ηθών του 1895, το «De Profundis», μια επιστολή ογδόντα σελίδων που έγραψε το 1897 ενώ βρισκόταν στη φυλακή, με την οποία απευθύνεται στον εραστή του Άλφρεντ Ντάγκλας και πολλά άλλα έργα. Μετά την αποφυλάκιση του πήγε στο Παρίσι όπου έζησε ως το θάνατο του στα 46 του χρόνια, άρρωστος και άπορος.

Στο Θέατρο Αλκμήνη τα τελευταία χρόνια έχουμε παρακολουθήσει αρκετά ενδιαφέρουσες παραστάσεις. Φέτος μεταξύ άλλων ανεβαίνει «Η σημασία να είναι κανείς ειλικρινής», όπως αποδόθηκε ο τίτλος του έργου του Ουάιλντ από τη μεταφράστρια και σκηνοθέτιδα του έργου Όλγα Τζωρτζ. Η αλλαγή του σοβαρός των προηγούμενων αποδόσεων με το ειλικρινής έχει να κάνει με τις λεπτές αποχρώσεις του όρου του πρωτοτύπου Earnest. Η λέξη earnestness ενέχει τις έννοιες σοβαρότητα και ειλικρίνεια, οι σχέσεις των ανθρώπων όμως για να είναι αληθινές βασίζονται κατά κύριο λόγο στην ειλικρίνεια που προϋποθέτει ασφαλώς σοβαρότητα. Το έργο γράφτηκε στο απώγειο της καλλιτεχνικής ωριμότητας του συγγραφέα και στόχο είχε να στηλιτεύσει την κοινωνία της βικτωριανής Αγγλίας. Όντας ο ίδιος στο περιθώριο αυτής, θέλησε να την αποκωδικοποιήσει αποτυπώνοντας τη στα έργα του με κριτικό βλέμμα. Οι πρωταγωνιστές είναι καλλιεργημένοι τύποι της καλής κοινωνίας χωρίς συγκεκριμένη απασχόληση, ενώ οι νεαρές που διεκδικούν για ταίρι τους, φαίνονται αλλά δεν είναι αθώες. Πρόκειται για το τελευταίο θεατρικό του Ιρλανδού συγγραφέα που του χαρίζει θεατρική υπόσταση παγκοσμίου φήμης. Υπάρχει το σύνηθες για τα έργα του μοτίβο των δύο πρωταγωνιστών που διατηρούν δύο διαφορετικές περσόνες ο καθένας προκειμένου να ξεγλιστρούν από τα αυστηρά πλαίσια των κοινωνικών υποχρεώσεων που τους επιβάλλει ο περίγυρος τους. Κανείς δεν ειλικρινής απέναντι στον άλλο, αντιθέτως όλοι καλύπτονται πίσω από ψέματα και βγάζουν προς τα έξω εγωιστική συμπεριφορά, φιλαρέσκεια και υποκρισία. Ο Τζακ Ουόρδινγκ διατηρεί άλλο όνομα στην εξοχή και υιοθετεί το όνομα Έρνεστ στην πόλη. Ενώ ο δεύτερος πρωταγωνιστής Άρτσι Μοκρίφ, για να ζει όπως επιθυμεί, άσωτα, ‘’μπαμπουρίζει’’,επικαλείται δηλαδή τον αόρατο φίλο ‘’Μπάμπουρι’’, ο οποίος όποτε τον χρειάζεται τον βγάζει από τη δύσκολη θέση. Σε μια κωμωδία παρεξηγήσεων και συμπτώσεων κερδισμένος βγαίνει ο θεατής.

 

Εν προκειμένω, ο Άρτσι, Γιάννης Δαμάλας στο ρόλο του γοητευτικού τυχοδιώκτη Άλγκερνον άλλοτε πείθει και άλλοτε μοιάζει αμήχανος. Κρατάμε από την ερμηνεία του την ατάκα «Ετοίμασε μου τα πράγματα μου, πάω να μπαμπουρίσω». Ο Έρνεστ ή Τζακ, Γιώργος Στυλ επιδέξια κράτησε το ρόλο πλούσιου αστού με αμφίβολη καταγωγή, ενώ εξαιρετικό ήταν το πέρασμα της Ιωάννας Μαρίας Μπατή, ως Λαίδη Μπράκνελ ή Θεία Αυγούστα, όπως την αποκαλεί ο Άρτσι. Απευθυνόμενη στην κόρη της Γκουέντολιν λέει «Δεν αρραβωνιάστηκες κανέναν. Ο αρραβώνας ενός κοριτσιού πρέπει να είναι ευχάριστη ή δυσάρεστη έκπληξη από τους γονείς της». Ενδιαφέρουσα ερμηνεία απολαύσαμε από την Βίκυ Μιχαλοπούλου στο ρόλο της αθώας προστατευόμενης του Τζακ, Σέσιλι. Δροσερή και χαριτωμένη είχε όλα τα στοιχεία της αιθέριας ύπαρξης που σκιαγράφησε ο συγγραφέας. Η ατίθαση και φιλελεύθερη Γκουέντολιν, κόρη της Λαίδης Μπράκνελ , ρόλος που τον ερμηνεύει η Εύα Ζουμπουνέλλη ήταν επίσης αρκετά καλή. Ως ατάκα της κρατήσαμε «Πάντα ήθελα να αγαπήσω κάποιον με το όνομα Έρνεστ. Εμπνέει εμπιστοσύνη. Θείο όνομα, παράγει παλμικές δονήσεις».

Οι υπόλοιποι ηθοποιοί Ελεάννα Χρυσανθοπούλου ως παιδαγωγός Μις Πρισμ, Θάνος Κρομμύδας ως εφημέριος και Φοίβος Παπακώστας, ως Μπάτλερ κινήθηκαν σε αξιοπρεπή επίπεδα. Η σκηνοθεσία της Όλγας Τζωρτζ προσθέτει μια ατμοσφαιρικότητα στο έργο με τις μουσικές, που παίζει ζωντανά στο πιάνο η Κατερίνα Δεληγιαννίδου.

Πέρασαν ευχάριστα δύο ώρες με μια παρέα νέων ηθοποιών που έπαιξε με κέφι και μπρίο! Θα γελάσετε σίγουρα! Η παράσταση είναι ιδανική και για μικρότερους θεατές και παίζεται κάθε Σάββατο στις 19:00 στο θέατρο Αλκμήνη.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Hugo Claus (1928-2008) είναι ίσως ο πιο διάσημος φλαμανδός συγγραφέας. Γεννήθηκε στην πόλη Bruges του Βελγίου και για ένα διάστημα έζησε στο Παρίσι. Τότε ήταν που επηρεάστηκε από το σουρεαλισμό. Αρεσκόταν να προκαλεί με τη ζωή και το έργο του, καθώς και να ασκεί δριμύτατη κριτική στην Καθολική Εκκλησία. Το 1997 φλέρταρε με το Νόμπελ λογοτεχνίας, το οποίο τελικά δεν πήρε ποτέ, ενώ απέσπασε πληθώρα άλλων βραβείων. Όταν διαγνώστηκε με τη νόσο Αλτσχάιμερ, πήρε την απόφαση στα 78 του χρόνια να δώσει τέλος στη ζωή του με ευθανασία και να προκαλέσει για τελευταία φορά την κοινή γνώμη.

Το έργο του «Ο Ζιλ και η νύχτα» ( «Gilles en de nacht»- «Gilles et la nuit») γράφτηκε το 1988. Πρόκειται για την απολογία του Ζιλ ντε Ρε (Gilles de Rais), στρατάρχη της Γαλλίας, συμπολεμιστή της Ιωάννας της Λωραίνης, ενώπιον του εκκλησιαστικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης της Νάντης το 1440, όπου κλήθηκε να απολογηθεί για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει.

Το ιστορικό πρόσωπο Ζιλ ντε Ρε δεν είναι απλά άλλος ένας εγκληματίας με εγκλήματα σοκαριστικά και αποτρόπαια, αλλά πρόκειται για ένα ανθρώπινο τέρας που τελικά καταδικάστηκε με απαγχονισμό και καταδίκη στην πυρά. Ένας κατά συρροή δολοφόνος παιδιών, ένας αμετανόητος σοδομιστής , επιπλέον αιρετικός και με συμμετοχή σε μαύρη μαγεία.

Τα πρακτικά αυτής της δίκης έχουν διασωθεί εξ ολοκλήρου και όσο σκληρή κι αν φαίνεται η απολογία του Ζιλ είναι αληθινή και δεν προκύπτει από τη φαντασία του Hugo Claus. Φυσικά μια τέτοια ακραία προσωπικότητα όπως αυτή του Ζιλ ντε Ρε, δεν μπορούσε παρά να εξιτάρει δραματουργικά τον Claus, ο οποίος έγραψε το εν λόγω έργο αντλώντας πληροφορίες από το βιβλίο του Georges Bataille του 1965, όπου εκτός από το κείμενο υπάρχουν και οι καταθέσεις μαρτύρων της δίκης συν μια εισαγωγή του ίδιου του συγγραφέα.

Η παράσταση στο θέατρο Σημείο με τον Νίκο Χατζηπαπά σε ρόλο πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη του έργου του Claus «Ο Ζιλ και η νύχτα» αφήνει τις καλύτερες εντυπώσεις.

Ο ηθοποιός επιχειρεί δυόμισι ώρες επί σκηνής έναν υποκριτικό άθλο. Ένα απίστευτο εγχείρημα που αφήνει το θεατή ανήμπορο να αντιδράσει. Σε συνεπαίρνει απόλυτα. Ο Νίκος Χατζηπαπάς δεν υποκρίνεται, μετουσιώνεται σε Ζιλ ντε Ρε και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που σπάνια έχουμε τη χαρά να βιώσουμε. Πρόκειται για μια θεατρική εμπειρία που όσοι τη βίωσαν δε θα την ξεχάσουν εύκολα. Πάνω στη σκηνή βλέπουμε έναν ηθοποιό που συντρίβεται, περνά από διάφορα στάδια ωμότητας, τρέλας, ευαισθησίας, δονεί με τη φωνή του «Επίσκοπε της Νάντης καταδίκασε με» και μας πείθει ακόμα κι αν ξέρουμε την ενοχή του ήρωα του εκ των προτέρων ότι είναι αθώος. «Καμμιά απ’ τις κατηγορίες δε στέκει. Είμαι καλός Χριστιανός», αλλά και όταν προκαλεί με τα λόγια του αποκαλώντας το βασιλιά «βασιλικό κοράκι» ή «χεσμένο από το φόβο βασιλίσκο». Φαίνεται τρελός και την αμέσως επόμενη στιγμή φαντάζει φυσιολογικός άνθρωπος που θρηνεί για την Ιωάννα της Λωραίνης. Είναι μια συγκλονιστική απολογία, ένα ιστορικό ντοκουμέντο που παίρνει σάρκα και οστά στη σκηνή του θεάτρου Σημείο. Οι φωτισμοί (του ίδιου του σκηνοθετη) βοηθούν στις μεταπτώσεις του ήρωα, τα σκηνικά, με κεντρικό στοιχείο το γλυπτό του Ιησού, που επιμελήθηκε ο Κωστής Παπαδόπουλος είναι λιτά και λειτουργικά αφήνοντας τον απαιτούμενο χώρο στον ηθοποιό, ενώ η μουσική επιμέλεια της Ελίζας Χατζηπαπά συμπληρώνει την ατμόσφαιρα του έργου. Η μετάφραση της Μαρίας Ευσταθιάδη είναι πολύ εύστοχη. Για τη σκηνοθεσία του ίδιου του Χατζηπαπά έχω να πω πως πραγματικά λειτούργησε έτσι ώστε να αναδείξει την ερμηνεία του.

Ο Ζιλ ντε Ρε έμεινε στην ιστορία με τα πιο μελανά χρώματα λαμβάνοντας τον τίτλο του πιο ειδεχθούς εγκληματία, του πιο ελεεινού και διεστραμμένου ανθρωποειδούς. Ο Νίκος Χατζηπαπάς έμεινε στη δική μου θεατρική ιστορία σαν μια από τις πιο δυνατές εκπλήξεις των τελευταίων χρόνων.

Η παράσταση είναι κατάλληλη άνω των 18 ετών.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Άρθουρ Μίλλερ, αγαπημένος, πολυπαιγμένος θεατρικός συγγραφέας στην Ελλάδα, «Το Τίμημα» ένα από τα πιο δυνατά του κείμενα, εμφανώς αυτοβιογραφικό και Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή Έλληνες ηθοποιούς. Ένα τρίπτυχο που γεννά προσδοκίες στο θεατή και ένα στοίχημα για τη σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μιχαλακοπούλου.

Πέρυσι ακόμα παρακολουθήσαμε τα έργα του « Ήταν όλοι τους παιδιά μου » (1947), έργο που τον καθιέρωσε, « Ψηλά απ’ τη γέφυρα » (1956), ενώ δικά του είναι «Ο θάνατος του εμποράκου», το οποίο όπως και «Το τίμημα» πραγματεύεται τη σχέση του πατέρα με τους δύο γιούς, «Οι μάγισσες του Σάλεμ» (1953), «Ο εχθρός του λαού» και πολλά άλλα.

Ο Μίλλερ γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη από πλούσια εβραιο-πολωνική οικογένεια που καταστράφηκε με το Κραχ του ’29. Τότε ήταν έφηβος και «Το Τίμημα»(1968) πραγματεύεται ακριβώς εκείνη την περίοδο της κατάρρευσης του αμερικανικού ονείρου. Θέμα του η ιστορία δύο αδερφών του Βίκτορ και του Γουόλτερ που συναντιούνται μετά από δεκαέξι χρόνια στη σοφίτα όπου διέμεναν παλιά, εν αναμονή της κατεδάφισης του κτιρίου και ενώ ένας πιστοποιημένος εκτιμητής επίπλων διαπραγματεύεται την πώληση των επίπλων του σπιτιού, διαπιστώνουμε ότι ανάμεσα στα αδέρφια υπάρχουν ανοιχτοί λογαριασμοί και καθώς προχωρά η πλοκή καθένας συνειδητοποιεί πως το τίμημα που πλήρωσε είναι τελικά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που πίστευε.

Ο Βίκτορ έχοντας εγκαταλείψει τα όνειρα του για σπουδές, έγινε αστυνομικός. Τώρα είναι λίγο πριν τη σύνταξη με είκοσι οκτώ χρόνια προϋπηρεσίας στο σώμα και παντρεμένος με την Έστερ. Ο Γουόλτερ ακολούθησε το όνειρο του και έγινε ένας επιτυχημένος γιατρός. Αν και απών από τη ζωή του Βίκτορ για είκοσι οκτώ χρόνια και παρόλο που τον άφησε να γηροκομήσει τον πατέρα τους, έρχεται στη σοφίτα με καλές προθέσεις και εγκαταλείπεται σε αποκαλύψεις που είναι δυσάρεστες και για τον ίδιο και για τον αδερφό του. Τα συναισθήματα είναι αντικρουόμενα. Εκείνος μιλάει για επιλογές και ο Βίκτορ για βόλεμα.

Το πρώτο μέρος της παράστασης στο Θέατρο Ιλίσια εστιάζει στη σχέση του ζευγαριού Έστερ-Βίκτορ δίνοντας μας το πλαίσιο γύρω από το οποίο θα κινηθεί το έργο, υπό το άγρυπνο βλέμμα του παράξενου γηραιού εκτιμητή, ενώ η ένταση κλιμακώνεται στο δεύτερο μέρος με το ξεδίπλωμα των αποκαλύψεων, των ενοχών και των απωθημένων των δύο αδερφών.

Τα σκηνικά του Γιάννη Μουρίκη είναι ίσως από τα λίγα συν της παράστασης. Στο κέντρο της σκηνής μια πολυθρόνα που αντανακλά την απουσία- παρουσία του πατέρα, δίπλα ένα ραδιόφωνο της εποχής. Βαριά γοτθική ατμόσφαιρα επίπλων που φέρουν το βάρος του χρόνου. Σε ένα ασφυκτικά γεμάτο «σκονισμένο» δωμάτιο δεσπόζει μια άρπα με ξεφλουδισμένη χορδή. Όλα αναδύουν μια οσμή εγκατάλειψης και πόνου. Κάθε κομμάτι κρύβει μια ιστορία, όμως είναι πρόθυμοι να τα πουλήσουν, γιατί όπως λέει και ο Σόλομον ο εκτιμητής «Δεν πρέπει να είμαστε συναισθηματικοί με τα έπιπλα» και εξάλλου ο Βίκτορ και η Έστερ χρειάζονται τα λεφτά.

Ο φωτισμός του Νίκου Βλασσόπουλου λειτουργικός, χαμηλός όσο πρέπει μια και μιλάμε για παλιές ιστορίες σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι. Τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού αποπνέουν την αίσθηση μιας περασμένης εποχής, λιτά και προσεγμένα.

Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος ως Γκρέγκορι Σόλομον μοιάζει να ζει το ρόλο του ηλικιωμένου εκτιμητή επίπλων υιοθετώντας την απαραίτητη ειρωνεία και σαρκασμό του ανθρώπου που τα έχει δει και τα ξέρει όλα και λέει τις αλήθειες χωρίς περιστροφές. Ως αχόρταγος Σόλομον αποζητά παρά τα ογδόντα εννέα του χρόνια να ρουφήξει και την τελευταία σταγόνα ζωής. Όπως χαρακτηριστικά λέει το τηλεφώνημα του Βίκτορ ήταν κανονική ένεση ζωής: «Το τηλέφωνο μου είχε δύο χρόνια να χτυπήσει. Θέλω να σε ευχαριστήσω.» Αν και το κατάστημα του έχει κλείσει τα τελευταία χρόνια και ζει μόνος του παρέα με ένα καμινέτο στο πίσω μέρος του μαγαζιού δράττει την ευκαιρία που του δίνει ο Βίκτορ να ξαναβρεθεί στις επάλξεις. Χειμαρρώδης, σαρκαστικός με παύσεις και εξάρσεις δίνει μαθήματα υποκριτικής χωρίς να χρησιμοποιεί μανιέρες και τεχνάσματα. Σκέτη απόλαυση.

timima mixalakopoulos texnes plus

Ευχάριστη έκπληξη η ερμηνεία του Χρήστου Σαπουντζή στο ρόλο του μεγαλύτερου αδερφού Γουόλτερ, ο οποίος φαίνεται να βρίσκει τις ισορροπίες του στον ρόλο από ένα σημείο και μετά. Αν και η προσπάθεια του είναι καλή θα περιμέναμε για τις ανάγκες του ρόλου του να επιδείξει μεγαλύτερη σκληρότητα. Μας συγκινεί καθώς μιλά για το τίμημα της απαιτητικής δουλειάς του που δεν αφήνει περιθώρια για προσωπική επαφή και μας πείθει για την φιλοδοξία που είχε ως νέος γιατρός να αναλάβει περιπτώσεις ασθενών που καταξιωμένοι γιατροί απέρριπταν για να τους ντροπιάσει.

Σε αντίθεση ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης παραμένει υποτονικός, χωρίς εξάρσεις και αναλώνεται σε μια ερμηνεία επίπεδη χωρίς συναίσθημα καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου.

Άστοχη σε αντιδράσεις και χειρονομίες η Ρένια Λουιζίδου στο ρόλο της Έστερ. Υπερβολική, νευρική χάνεται στο ρόλο της και αποστασιοποιείται από την προσωπικότητα που υποδύεται.

Η σκηνοθέτις Ιωάννα Μιχαλακοπούλου λειτουργεί εκ του ασφαλούς μια και δουλεύει με δύο πολύ δυνατά χαρτιά, τον αριστοτέχνη Μιχαλακόπουλο και το δυνατό κείμενο του Μίλλερ.

Φεύγοντας από την παράσταση ευτυχώς αντηχεί ως τελευταία εικόνα της, το σαρκαστικό γέλιο του Σόλομον που κέρδισε λίγα χρόνια ζωής και εμείς μια εμπειρία θεατρική από τις λίγες παρακολουθώντας τον σπουδαίο Γιώργο Μιχαλακόπουλο.

 

Για τον Πέρη Μιχαηλίδη δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος υποκριτικής, χαμηλού προφίλ, αλλά με έντονη προσωπικότητα. Συνεργάστηκε  με τα πιο σημαντικά θέατρα της χώρας το ΚΘΒΕ καθώς και το Εθνικό Θέατρο. Πολυπράγμων, τολμηρός, φιλοσοφημένος κερδίζει τις εντυπώσεις με ότι κι αν ασχοληθεί. Η συνομιλία μας μαζί του έγινε με αφορμή το έργο «Ανατόλ» του Σνίτσλερ που ανεβαίνει από τις 15 Οκτωβρίου, στο Θέατρο Αλκμήνη σε σκηνοθεσία Γιάννη Βούρου. Στην κουβέντα που ακολουθεί μας μίλησε για τον ρόλο του , το έργο καθώς και για τον έρωτα, βασικό πρωταγωνιστή του έργου αλλά και της ζωής του.
anatol texnes plus
 
Μετά την επιτυχημένη πορεία του έργου «Το Τάβλι» έρχεται στο δρόμο σας ο ρόλος του Μαξ στον «Ανατόλ». Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε το ενδιαφέρον στο ρόλο αυτό;
 
Είναι δύο ρόλοι διαμετρικά αντίθετοι ο Φώντας στο Τάβλι  Κεχαΐδη είναι ο τύπος του νεοέλληνα ‘’που θέλει να πιάσει την καλή, να μπει επιχειρηματίας στην κοινωνία ,να αποκτήσει ,όνομα, να γίνει μέγας ‘’και από την άλλη ο Μαξ η ενσάρκωση του συγγραφέα Άρθρουρ  Σνίτσλερ ‘’βαθύ ερευνητή της ψυχολογίας ‘’κατά τον Φρόυντ και παράλληλα πορνογράφου -όπως χαρακτηρίστηκε από μεγάλη συντηρητική μερίδα στις αρχές  του 20ου αιώνα -με απαγορεύσεις των έργων του και διώξεις για το περιεχόμενό τους,  συνιστούν ένα εκρηκτικό δίδυμο για έναν ηθοποιό. Ο Φώντας στο Τάβλι του Κεχαΐδη παλεύει και εξυφαίνει σχέδια για να μπει στην αστική κοινωνία, ενώ ο Μάξ στον ‘’Ανατόλ’’ του Σνίτσλερ- ως bon viveur - μέλος της αστικής κοινωνίας με αφορμή τις ερωτικές σχέσεις παρεμβαίνει φιλοσοφικά αλλά και απολύτως πρακτικά σαρκάζοντας και  καυτηριάζοντας την ηθική και τα κοινωνικά συμπλέγματα της εποχής του .
 
Τι κάνει σήμερα το έργο σύγχρονο και ενδιαφέρον;
 
Οι ερωτικές σχέσεις ήταν και είναι ένα θέμα που μας ακολουθεί σε όλη μας τη ζωή, έχει εμπνεύσει τον Ευριπίδη μέχρι τον Κλάιστ κι από τον Σαίξπηρ μέχρι το Σνίτσλερ..ο Ανατόλ είναι μια ανατομία πάνω στις ερωτικές σχέσεις και η επικοινωνία του συγγραφέα με τον Φρόυντ δίνει στο έργο μια λεπτή απόχρωση ψυχαναλυτικής προσέγγισης .Οι ερωτικές σχέσεις δεν γνωρίζουν εποχή το περιεχόμενό τους είναι το ίδιο, απλώς αλλάζουν οι άνθρωποι κάθε φορά.
 
Ποια θέση παίρνει ο σκηνοθέτης Πέρης Μιχαηλίδης όταν σκηνοθετείται από έναν συνάδελφο του, επίσης ηθοποιό και σκηνοθέτη, τον  Γιάννη Βούρο;
 
 Όταν συμμετέχω σε μια παράσταση ως ηθοποιός ακολουθώ απαρέγκλιτα έναν κανόνα: ακολουθώ πάντα την άποψη του σκηνοθέτη, πόσο μάλλον στη συγκριμένη περίπτωση με τον εκλεκτό συνάδελφο. Στο θέατρο θεωρώ ότι αυτός που αποφασίζει για όλα, μα για όλα  είναι ο σκηνοθέτης, αν βέβαια έχει άποψη και σχέδιο πτήσης .
 
 Το «Ανατόλ» έχει σαν βασικά θέματα του, τον έρωτα και το θάνατο. Ποια θέση κατέχει ο έρωτας στη ζωή σας ; Έτυχε να τον θυσιάσετε για το θέατρο;
 
Ο έρωτας είναι για μένα κινητήριος δύναμη, αλλά και ασθένεια με ακραίες αντιδράσεις σύμφωνα με τον Κωστή Παπαγιώργη στο’’ Ίμερος και κλινοπάλη ‘’ένα βιβλίο που και μαζί με τα ‘’Αποσπάσματα ερωτικού λόγου’’ του Ρολάν Μπάρτ αποτελούν  έναν μικρό οδηγό στο χάος των ερωτικών σχέσεων .
 
Τι θέση κατέχει ο έρωτας στη ζωή μου; Εγώ ακούω Άκη Πάνου και Μητροπάνο μέχρι Γκούσταβ Μάλερ και Σοπέν..μάλλον  κυρίαρχη.Το θέατρο ζει και αναπνέει μέσα από τον έρωτα- αυτό αισθάνθηκα σε όλη μου τη ζωή –έστω κι αν αρκετές φορές ένιωσα τις καταστροφικές του συνέπειές. Όταν έρχεται ο έρωτας για το θέατρο είναι μεγάλη γιορτή ‘’κοντά στα ξημερώματα και πριν να βγει ό ήλιος’’..για ποια θυσία να μιλήσουμε .
 
 Τι σας φοβίζει και τι σας κάνει να αισθάνεστε δυνατός;
 
Η υπαρξιακή αγωνία όπως ορίστηκε από τους διανοητές Καμύ και Σάρτρ -καθόρισαν  την πορεία μου στον κόσμο -είναι αυτή που με κάνει πολλές φορές αδύναμο αλλά την κρίσιμη στιγμή πολύ αποφασιστικό . Η αγωνία για την ύπαρξη και το βαθύ παράφορο συναίσθημα είναι η αόρατη μαύρη  ζώνη πάνω στην οποία κινούμαι.
 
 Κλείνοντας κι αφού σας ευχαριστήσω για το χρόνο σας και σας ευχηθώ κάθε επιτυχία, θα ήθελα να ρωτήσω αν είναι πεποίθηση σας ότι η τέχνη και ο πολιτισμός είναι πανάκεια για τα δεινά που μας συμβαίνουν.
 
Η τέχνη προτείνεται ως μόνο καταφύγιο για ρημαγμένα συναισθήματα και ζωές .
anatol alkmini texnes plus
 
 
Ο Πέρης Μιχαλίδης πρωταγωνιστεί και σκηνοθετεί στο «Τάβλι» στο Faust και από τις 15/10 θα πρωταγωνιστήσει στο «Ανατόλ» στο Θεάτρο Αλκμήνη. 
 

Ο Δημήτρης Κεχαïδης αποτελεί μια εξέχουσα μορφή της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας της μεταπολίτευσης. Άφησε παρακαταθήκη έργα σταθμούς όπως «Το Πανηγύρι» (1964), τα μονόπρακτα «Η Βέρα και το Τάβλι» (1972), το πολυπαιγμένο «Δάφνες και Πικροδάφνες», έργο που συνυπόγραψε με τη σύζυγο του Ελένη Χαβιαρά το 1979, μέχρι το «Με δύναμη από την Κηφισιά» που πρωτοπαίχτηκε το 1995 από το Θέατρο της οδού Κυκλάδων σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή και το είδαμε και πέρυσι από το Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά. Η δραματουργία του αν και μικρή αριθμητικά είναι απόσταγμα της μικροαστικής τάξης, του λαïκού νεοέλληνα που προσπαθεί να επιβιώσει κάποιες φορές κάτω από αντίξοες συνθήκες, αυτού που ψάχνει την ευκαιρία και έχει τάσεις «φυγής» από την πραγματικότητα. Οι χαρακτήρες που σκιαγραφεί είναι ολοκληρωμένοι και αγγίζουν το κοινό γιατί στα μάτια τους βλέπει τον εαυτό του, την οικογένεια του, τον περίγυρο του. Ο ίδιος έλεγε πως δεν βιαζόταν να γράψει ένα έργο, γιατί δυσκολευόταν να αποχωριστεί τους ήρωες του προηγούμενου.

Συνέδεσε το όνομα του με το Θέατρο Τέχνης από το 1958 σε νεαρή ηλικία με τα μονόπρακτα «Μακρινό λυπητερό τραγούδι» και «Παιχνίδια στις Αλυκές».

Συγκεκριμένα «Το Τάβλι» που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω πρωτοανέβηκε το 1972 στο στο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν. Το γεγονός ότι παίζεται και ξαναπαίζεται για 45 χρόνια και πλέον καταδεικνύει τη δύναμη του κειμένου, τη διαχρονικότητα του καθώς και την ελληνικότητα του.

Όλα παίζονται γύρω από μια παρτίδα τάβλι. Υπό τον ήχο των ζαριών σε μια συζήτηση ο Φώντας (Πέρης Μιχαηλίδης) προσπαθεί να πείσει τον κουνιάδο του Κόλλια (Φίλιππος Σοφιανός) να στήσουν μια μεγάλη μπίζνα για να πιάσουν τη «καλή», ώστε να καταφέρει ο δεύτερος επιτέλους να εκδώσει το βιβλίο του όπου εξιστορεί τα κατορθώματα του στην Αντίσταση. Αυτό είναι το επιχείρημα, εκεί ποντάρει ο Φώντας. Σήμερα, ο Κόλλιας προσπαθεί να επιβιώσει σαν λαχειοπώλης, ενώ ο Φώντας είναι ανεπάγγελτος. Δύο διαφορετικοί τύποι, μεσήλικες που όμως έχουν βρει τις ισορροπίες τους και λειτουργούν άλλοτε αρμονικά και άλλοτε όχι με την ελπίδα να πιάσουν το άπιαστο, το όνειρο που θα τους εξασφαλίσει την ευημερία και θα τους βγάλει από τη μιζέρια, συνυπάρχουν στο εν λόγω έργο, που παραμένει απελπιστικά επίκαιρο. Με οξυδέρκεια σκιαγραφείται η καλοδουλεμένη κομπίνα του ενός και οι αντιρρήσεις του δεύτερου. Στο τέλος όμως δε διστάζουν να «ξεπουλήσουν» ο ένας γυναίκα και ο άλλος την αδερφή του εν ονόματι του σχεδίου. Αξίες που καταρρέουν, νοοτροπία του νεοέλληνα που αναζητά το εύκολο χρήμα χωρίς κόπο αλλά με ρίσκο, μικροαπατεωνίσκοι που περνούν τις μέρες τους παίζοντας τάβλι στα καφενεία ή στο σπίτι, βρίσκουν στέγη στο φιλόξενο και ατμοσφαιρικό θέατρο FAUST αυτή τη φορά μετά την περιοδεία στα χωριά της Μεσσηνίας με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Καλαμάτας σε σκηνοθεσία του Πέρη Μιχαηλίδη που συμμετέχει με διπλή ιδιότητα στην παράσταση.

Η παράσταση που παρακολουθήσαμε στο FAUST, ποντάροντας στην μαεστρία των δύο πολύ έμπειρων ηθοποιών, την απόλυτη χημεία τους και τις εναλλαγές γλυκόπικρων συναισθημάτων τράβηξε την προσοχή του κοινού και κέρδισε την παρτίδα. Ο Πέρης Μιχαηλίδης ως Φώντας και εμπνευστής της κομπίνας κέντησε το ρόλο του παίζοντας με τη φωνή, το σώμα αλλά και το συναίσθημα μας. Με τσαχπινιά ντύθηκε το ρόλο του κουτοπόνηρου τεμπελάκου και λίγο ανήθικου Φώντα καταφέρνοντας να μας καθηλώσει. Σκηνοθετικά ο Πέρης Μιχαηλίδης ορθά άφησε το έργο να αναπνεύσει, στηριζόμενος στο δυνατό κείμενο που είχε μπροστά του και στο ταλέντο των ηθοποιών. Ο Φίλιππος Σοφιανός πιο μεστός υποκριτικά από ποτέ σε ένα ρόλο, αυτόν του αντιστασιακού Κόλλια, που του ταίριαξε γάντι, πέτυχε το αμείωτο ενδιαφέρον του κοινού βγάζοντας αλήθεια σε κάθε ατάκα. Χαρακτηριστικά θα αναφέρω : «μου έλεγες θα γεμίσουμε την Ελλάδα γουρούνια, τώρα με Νέγρους». Μας έπεισε απόλυτα σε κάθε στιγμή.

Αυτή την παρτίδα τάβλι δεν πρέπει να τη χάσετε, ακόμη κι αν την κέρδισαν άλλοι, οι πρωταγωνιστές.

Από την Νατάσα Κωνσταντινίδη

Δεν υπάρχει θεατρική σεζόν, στην οποία να μην παρακολουθήσουμε έργα του. Ο Ιταλός δημιουργός, 82 χρόνια από τον θάνατό του συνεχίζει να γοητεύει σκηνοθέτες και ηθοποιούς ανά τον κόσμο.

Οι παραστάσεις των έργων του στην Αθήνα τη σεζόν 2018-2019

Μόνο φέτος, στην Αθήνα, αναμένεται να παρακολουθήσουμε τουλάχιστον πέντε έργα του. Ανάμεσά τους η παράσταση του Δημήτρη Μαυρίκιου στο Εθνικό Θέατρο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» με ένα θίασο εκλεκτών ηθοποιών (Γιάννης Βογιατζής, Ράνια Οικονομίδου, Λυδία Φωτοπούλου, Γιούλικα Σκαφιδά, Στέφανος Παπατρέχας, Εύα-Οικονόμου Βαμβακά κ.α).

Το ίδιο έργο ανεβαίνει για δεύτερη σεζόν και στο Studio Κυψέλης, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού και ελεύθερη διασκευή της Ροζίτας Σώκου.

Επιπλέον, αναμένουμε και το «Να ντύσουμε τους γυμνούς» σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα που θα κάνει πρεμιέρα τον ερχόμενο Δεκέμβριο στη Φλώρινα, σε συμπαραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης και στη συνέχεια θα δούμε και στο Θέατρο Τέχνης.

Παράλληλα και ο Νίκος Καμτσής θα ανεβάσει τον Νοέμβριο στο Θέατρο Τόπος Αλλού, το πολύ γνωστό του έργο «Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε» με πρωταγωνιστές την Μάνια Παπαδημητρίου και τον Γιάννη Λασπιά.

Ο Τάσος Ιορδανίδης θα σκηνοθετήσει στη νέα του θεατρική στέγη, στο Altera Pars, τον μονόλογο «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα», στο οποίο θα πρωταγωνιστήσει ο Άρης Λεμπεσόπουλος.

 lempesopoulos antroposmelouloudi texnes plus

 O Άρης Λεμπεσόπουλος σε φωγραφία για την παράσταση "Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα"

 

Στο συγκεκριμένο αφιέρωμα έχουμε να κάνουμε με ένα μοναδικό φαινόμενο, τολμώ να πω του ευρωπαϊκού θεάτρου και όχι μόνο του ιταλικού, για τον 20ο τουλάχιστον αιώνα. Φαινόμενο μυθιστοριογράφου, διηγηματογράφου, δραματουργού, το οποίο κριτικοί και αναγνώστες-θεατές για εικοσιπέντε και πλέον χρόνια υποδέχτηκαν άλλοτε με θέρμη και άλλοτε με αμφισβήτηση. Έπρεπε να αγγίξει τα πενήντα του χρόνια, κοντά στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να αναγνωριστεί η αξία του. Είναι τότε που αρχίζει να γράφει για το θέατρο, ιστορίες πανομοιότυπες με αυτές των μυθιστορημάτων και των νουβελών του και γίνεται ο παγκοσμίου φήμης δραματουργός που όλοι γνωρίζουμε. Πρόκειται για τον Λουίτζι Πιραντέλο (Luigi Pirandello), του οποίου το έργο και η προσφορά δεν εξαντλείται ασφαλώς σε ένα αφιέρωμα, θα προσπαθήσουμε όμως να αποτυπώσουμε τα κυριότερα σημεία της πολυεπίπεδης πορείας του στοχεύοντας επί το πλείστον στο θέατρο.

      Προσωπική ζωή

Γεννήθηκε στον Ακράγαντα (Agrigento) της Σικελίας το 1867, στην περιοχή Χάος, όπου η οικογένεια του είχε εγκατασταθεί για να αποφύγει την επιδημία χολέρας. Ο ίδιος θα πει: «Είμαι παιδί του Χάους και όχι αλληγορικά, πραγματικά». Η οικογένεια του υπήρξε, ιδιοκτήτρια κτημάτων και εργοστασίου θείου. Ήταν υποστηρικτές του Γκαριμπάλντι την περίοδο του Risorgimento.

 

pirandelloneos texnes plus

Ο συγγραφέας σε νεανική ηλικία.

 

     Οι ελληνικές ρίζες

Σπούδασε και το 1891 λαμβάνει διδακτορικό τίτλο σπουδών στη γλωσσολογία με θέμα την ελληνο-σικελική διάλεκτο του Ακράγαντα (ο ίδιος πάντα ανέφερε ότι το Πιραντέλλο είναι παράφραση του Πυράγγελος, τονίζοντας τις ελληνικές του ρίζες). Το 1894 παντρεύεται, παρόλο που δεν την γνώριζε, την κόρη του συνεταίρου του πατέρα του, Antonietta Portulano, αποκτούν τρία παιδιά, τον Stefano τo 1895 (συγγραφέας), την Lieta το 1897 και τον Fausto το 1899 (ζωγράφος). Με την Antonietta έμεινε μαζί ως το τέλος της ζωής του, τουλάχιστον επισήμως, παρά την παθολογική ζήλια της και τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Μετά την απόκτηση του τρίτου παιδιού και την οικονομική καταστροφή της οικογένειας, (το 1904 πλημμύρησε το ορυχείο θείου και έχασαν τα πάντα) κλονίστηκε ο ψυχισμός της, έχρηζε κλινικής υποστήριξης, ο Πιραντέλλο όμως την κράτησε σπίτι να την φροντίζει, αναλαμβάνοντας δυσβάσταχτα πολυέξοδες θεραπείες και κυρίως με συνέπειες στην ψυχή του ίδιου και των παιδιών του. Από το 1897 ως το 1922 διδάσκει στο Ανώτατο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Ρώμης και επιδίδεται μετά την οικονομική τους καταστροφή σε έναν σκληρό αγώνα επιβίωσης.

 piradelo me oikogenia texnes plus

 Με την οικογένειά του

 

Το λογοτεχνικό του έργο

Η διδασκαλία και η συγγραφή είναι πλέον ένας επιβεβλημένος μονόδρομος. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά, όπου δημοσίευε πεζογραφήματα του επί πληρωμή και φυσικά με την Corriere della Sera. Συνεργασία που ξεκίνησε το 1909 και διατηρήθηκε ως το θάνατο του από εγκεφαλικό το 1936. Στα πλαίσια συνεργασίας με το λογοτεχνικό περιοδικό Nuova Antologia δημοσιεύει το αριστούργημα του «Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ» (1904), το οποίο σημείωσε τεράστια επιτυχία από την αρχή. Η δύσκολη ψυχολογική του κατάσταση τον οδήγησε στη συγγραφή αυτού του έργου που έμελλε να του αλλάξει τη ζωή. Ο Ματτία γίνεται εμβληματική μορφή και το έργο ορόσημο για την παγκόσμια λογοτεχνία, ενώ ο ίδιος είναι πλέον διάσημος. Άλλα πεζογραφήματα του είναι το «Γέροι και νέοι», «Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες» και πολλά άλλα.

Κρίνω απαραίτητο να σταθώ λίγο στο κατεξοχήν πιραντελλικό διήγημα. Ο Ματτία Πασκάλ είναι ο Άλλος που κρύβεται μέσα μας, εγκλωβισμένος στο υποσυνείδητο μας, είναι αυτός που απέκλεισε εαυτόν από την κοινωνική ζωή, επέλεξε να παραμείνει στο περιθώριο της, μακριά από μάσκες και προσωπεία, ωστόσο φυλακισμένος στη μοναξιά του και έχοντας αποδεχτεί την ανυπαρξία του, καταλήγει εκεί που ξεκίνησε.

Τα ταξίδια και η περιπλάνηση του δεν αποτελούν ελευθερία, ούτε φυγή από την πραγματικότητα, αλλά είναι μια μανιώδης και ατέρμονη μετακίνηση που    στο τέλος τον οδηγούν στη βάση του. Τότε όμως δεν είναι κανένας. Έχοντας αλλάξει στοιχεία και μορφή, δεν ανήκει πουθενά, ζει στην ανυπαρξία, στο    παράδοξο της ύπαρξης. Προσπαθώντας να απεγκλωβιστεί από τα στεγανά της κοινωνίας κατάφερε να εξαρτηθεί πιο πολύ από τις συμβάσεις της και όντας ανήμπορος να αντιδράσει και να υπερασπιστεί την ύπαρξη του, υιοθετεί εικονική ταυτότητα που του γίνεται ένα αφόρητο βάρος.

Για όλους είναι νεκρός, η σύζυγος του ξαναπαντρεύτηκε και έτσι «αποδέχεται» το ότι είναι μακαρίτης. Συχνά επισκέπτεται τον τάφο του και η ζωή γίνεται γι’ αυτόν ένα τεράστιο κουκλοθέατρο. Όλα για τον Πιραντέλλο στη ζωή είναι τυχαία και προκαθορισμένα. Κανείς δεν αποφασίζει εξ ολοκλήρου για τον εαυτό του, υποτάσσεται στους όρους της ζωής, στον αόρατο κουκλοπαίχτη που κινεί τα νήματα. Οι εξεγέρσεις αν υπάρξουν καταπνίγονται. Χαρακτηριστικό έργο για το κατακερματισμό του εγώ που προβάλλει τη θεώρηση του συγγραφέα για την απάτη της ζωής, περιλαμβάνει ερωτικές απογοητεύσεις, διάψευση προσδοκιών, ακύρωση της ευτυχίας. Μέσα στο έργο του είναι διάχυτη η σκιά της έλλειψης κατανόησης ανάμεσα στο ζευγάρι, απόρροια και των δικών του βιωμάτων. Όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να βγει από τους όρους που έθεσε η κοινωνία τόσο καταλαβαίνει ότι αυτό καθίσταται αδύνατο. Στον Πιραντέλλο υπάρχει πάντα μια διάσταση ανάμεσα στους τύπους και τη ζωή.

Εκτός από προσωπικά στοιχεία στην τέχνη του ενυπάρχει και η πολιτική κατάσταση του Έθνους γενικότερα και της Σικελίας ειδικότερα. Ευκολά διαβλέπει κανείς στον λόγο του την τραγική εμπειρία από την αρρώστια της συζύγου του, τους επαγγελματικούς συμβιβασμούς του ως καθηγητή και δημοσιογράφου, αλλά και την εικόνα μιας κοινωνίας διεφθαρμένης. Ο ρόλος της τέχνης πρωταρχικά για τον Πιραντέλλο είναι η αφαίρεση της μάσκας και η αναζήτηση του αληθινού προσώπου κάτω από αυτή.

Το 1915 η Ιταλία κηρύσσει πόλεμο στην Αυστρία, οι γιοί του επιστρατεύονται, η μητέρα του πεθαίνει και η υγεία της Antonietta συνεχώς χειροτερεύει. Άλλη μια δύσκολη καμπή στη ζωή του.

Μετά τη δολοφονία Ματεόττι συνυπέγραψε το Μανιφέστο των φασιστών διανοουμένων του Μαρινέττι φανερά και με τη βοήθεια του Μουσολίνι το 1925 ιδρύει το Θέατρο Τέχνης της Ρώμης μαζί με τον γιό του. Υπήρξαν επικριτές που θεώρησαν τη σχέση του με τον Μουσολίνι, τέχνασμα στρατηγικής, ο Πιραντέλλο όμως δήλωσε: «Είμαι φασίστας γιατί είμαι Ιταλός». Εντούτοις, ο θαυμασμός του Μουσολίνι για το έργο του, του άνοιξε το δρόμο για μεγάλα πολιτιστικά κέντρα σε όλο τον κόσμο. Ο Πιραντέλλο έφερε επανάσταση στη λογοτεχνία για την ιδιαιτερότητα της θεματικής του, η οποία είναι τόσο ξεχωριστή που μας κάνει αμέσως να μιλούμε για «πιραντελικά» έργα. Το έργο του επεκτείνεται και σε ποιητικές συλλογές εκτός από διηγήματα και μυθιστορήματα.

pirandello texnes plus

 

Τα θεατρικά έργα

Η αναγνώριση όμως θα έρθει με τη συγγραφή θεατρικών έργων, όπου θα ασχοληθεί με την ίδια προβληματική και θεματολογία. Η επιτυχία του είναι τόση ώστε θεωρείται ιδρυτής του σύγχρονου θεάτρου. Το ταξίδι στον κόσμο της συγγραφής θεατρικών έργων ξεκινά το 1915 και χωρίζεται σε τέσσερις φάσεις. Την πρώτη που περιλαμβάνει τα Σικελικά έργα: ««Νεράτζια Σικελίας», «Το δίκιο των άλλων», «Σκέψου το καλά Τζακομίνο», «Λιολά», το οποίο βασίζεται σε ένα επεισόδιο του «Μακαρίτη Ματτία Πασκάλ». Ακολουθεί το 1917 το αριστούργημα του «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» και «Η ηδονή της τιμιότητας», «Μα δεν είναι κάτι σοβαρό» κ.α. Στην πορεία ακολουθεί το γκροτέσκο θέατρο, φάση κατά την οποία προκύπτει το «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» (1916). Ολόκληρο το έργο είναι μια σκευωρία, όπου οι ήρωες αλλάζουν προσωπείο συχνότερα κι από ρούχα, προκαλώντας σύγχυση ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο. Στην ίδια περίοδο ανήκουν «Το μπερέττο με τα κουδούνια», «Η ηδονή της τιμιότητας», «Μα δεν είναι κάτι σοβαρό», «Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή», η μοναδική του φάρσα στην οποία τα κωμικοτραγικά γεγονότα δημιουργούν φαινομενικά αδιέξοδα. Ακολουθεί η πιο μεστή δραματουργικά περίοδος, το θέατρο μέσα στο θέατρο. Το 1921 μας δίνει το αριστούργημα του «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα». Ριζοσπαστικό έργο που του άνοιξε δρόμους στο ευρωπαϊκό δραματολόγιο. Ένας θίασος ενώ ετοιμάζει παράσταση συναντά έξι μέλη οικογένειας, ποιήματα κάποιου συγγραφέα για κάποιο έργο του που δεν γράφτηκε ποτέ. Τα έξι αυτά πρόσωπα ζητούν από τον θιασάρχη να ανεβάσει έργο με τη ζωή τους ώστε να αποκτήσουν τη θεατρική υπόσταση.

exiprosopa piradelo texnes plus

Άλλο έργο της περιόδου «Ερρίκος Δ’». Εδώ ένας πλούσιος των αρχών του 20ου αιώνα έχει ταυτιστεί με τον Ερρίκο Δ’ αυτοκράτορα της Γερμανίας τον 11ο αιώνα. Ο περίγυρος του συντηρεί την αυταπάτη μέχρι το απροσδόκητο φινάλε. Εμφανής η επιρροή από Σοπενχάουερ σε αυτό που ονομάζει «αληθινό ψέμα». Σε αυτή την περίοδο ανήκουν «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα», αλλά και «Η ζωή που σου έδωσα» και το γνωστό στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», όπου το κοινό μεταβαίνει από τη δραματουργία στην πραγματικότητα και οι θεατές ταυτίζονται με τους ήρωες. Το 1925 η σχέση του με την ηθοποιό Marta Abba τον εμπνέει να γράψει πολλά έργα του γι’ αυτήν όπως «Η φίλη των συζύγων», «Ή ένας ή κανένας », «Όπως με θέλεις». Στην τελευταία φάση θεάτρου που ονομάζεται Θέατρο των μύθων, κατατάσσουμε τα έργα του μετά το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1934, χρονιά που σηματοδοτεί και την πλήρη ρήξη του με τον φασισμό, η οποία αποτυπώνεται στο ανολοκλήρωτο έργο του «Γίγαντες του βουνού».

Σημαντική μορφή, κορυφαίος δραματουργός, εμποτισμένος με τις απόψεις του Verga και με μια ανθρωπιστική κουλτούρα στοχευμένη στην λατινική, ιταλική και ελληνική γλώσσα. Με την καινοτόμο σκέψη του έλαμψε στον 20ο αιώνα και μας χάρισε έργα σημαντικά. Στην Ελλάδα κάθε χρόνο υπάρχουν παραστάσεις με έργα του, ενώ χαρακτηριστικός πιραντελικός ηθοποιός θεωρούνταν ο Δημήτρης Μυράτ.

            

           Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Πηγές:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, Ιωάννης Τσόλκας, εκδόσεις ΠΕΔΙΟ, Αθήνα 2015

VOCI ITALIANE IN GRECIA Ιταλικές φωνές στην Ελλάδα, Ζώζη Ζωγραφίδου, Roma, 2013

Εκδόσεις Ηριδανός : «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε», «Πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», «Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή»

Και https://el.wikipedia.org.wiki/Λουίτζι_Πιραντέλλο

22 Ιουλίου 2018. Η είδηση του θανάτου του σπουδαίου λογοτέχνη Μάνου Ελευθερίου πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία σε μια Ελλάδα που προσπαθεί μάταια να μπει σε καλοκαιρινούς ρυθμούς. Η χώρα μας χάνει ακόμα έναν από τους πιο σημαντικούς πνευματικούς της ανθρώπους. 
Ο Συριανός ποιητής που κατόρθωσε με το προσωπικό ιδιαίτερο του στυλ να κάνει τους Έλληνες να τραγουδήσουν ποίηση, έσβησε στα 80 του χρόνια, τόσο αθόρυβα όσο αθόρυβη αλλά και ταυτόχρονα όσο ηχηρή ήταν και η παρουσία του στην τέχνη. 
Οι Έλληνες, είτε το γνωρίζουν είτε όχι έχουν τραγουδήσει κάποια από τα εκατοντάδες τραγούδια του, που απλόχερα χάριζε σε ξεχωριστές φωνές. Σαν να μην έφτανε η απώλεια του, σαν να δόθηκε παραγγελιά στο Χάρο, όπως ανέφερε στο μήνυμά του ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών, Βαγγέλης Θεωδορόπουλος, βγήκε παγανιά στο Μάτι, όπως λέει και το τραγούδι του Μάνου, μια μέρα μετά στις 23 και πήρε μαζί του με τον πιο άσπλαχνο και σκληρό τρόπο 98 ψυχές. Η Ελλάδα πάγωσε. 
Σχεδόν σαράντα μέρες μετά, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ορθά έκρινε να διοργανώσει μια συναυλία αφιέρωμα στον μεγάλο στιχουργό για να τιμήσει τη ζώσα μνήμη του, χρησιμοποιώ εκ νέου τα λόγια του κύριου Θεωδορόπουλου, γιατί μορφές σαν τον Ελευθεριόυ συνεχίζουν να ζουν στο διηνεκές μέσω της τέχνης τους, δεν χάνονται ποτέ. 
 Η συναυλία αυτή, που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 29 Αυγούστου, συγκέντρωσε το ζωηρό ενδιαφέρον του κοινού για πολλούς λόγους, ο κυριώτερος ήταν ότι επρόκειτο για συναυλία αλληλεγγύης στους πυρόπληκτους, δεδομένου ότι οι εκλεκτοί καλλιτέχνες τραγούδησαν αφιλοκερδώς. Συγκεντρώθηκαν 99.000 ευρώ, ποσό που θα κατατεθεί σε λογαριασμό για τους πληγέντες της Ανατολικής Αττικής. 
Η σημασία της βραδιάς όμως είναι πολύτιμη και για έναν άλλο λόγο, μια και οι 4000 άνθρωποι που κατέκλυσαν το Ωδείο Ηρώδου Αττικού είχαν την ευκαιρία να ακούσουν τραγούδια του Μάνου από τις μαγικές φωνές καλλιτεχνών μεταξύ των οποίων την Μαρία Φαραντούρη, την Τάνια Τσανακλίδου, τον Λάκη Χαλκιά, που όλο και πιο αραιά έχουμε την τιμή να ακούμε. Η ευαισθησία τους, το ταλέντο τους, τα μεγάλα τραγούδια και η φόρτιση μας, συνέβαλαν στο να ζήσουμε μια μαγική βραδιά!
 Ο εμπνευστής της βραδιάς Γιώργος Νταλάρας ξεκίνησε τη συναυλία, αφού πρώτα τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή. Εκτός από τους καλλιτέχνες που ήδη ανέφερα, τραγούδησαν και οι: Φωτεινή Βελετσιώτου,Ηρώ Σαΐα, Μίλτος Πασχαλίδης, οι Active Μember, Ασπασια Στρατηγού, Μανόλης Λιδάκης, ο συνθέτης Γιώργος Ανδρέου. Βγήκαν όλοι στη σκηνή στην αρχή και τραγούδησαν, αλλά και όλοι μαζί έκλεισαν την συναυλία. Από τις ξεχωριστές φωνές τους ακούστηκαν «Τα Μαλαματένια λόγια», «Οι ελεύθεροι και ωραίοι», «Θα σε ξανάβρω στους μπαχτσέδες», «Η Διαθήκη», «Ο Άμλετ της Σελήνης», «Οι δρόμοι του Βερολίνου», «Δεν είμαι Άλλος», «Παραπονεμένα λόγια», «Άλλος για Χίο τράβηξε άλλος για Μυτιλήνη», «Παράσταση θα δώσω», «Η αυλή», «Στων αγγέλων τα μπουζούκια» και τόσα άλλα πολυαγαπημένα τραγούδια που συγκίνησαν το κοινό, το οποίο σιγοτραγουδούσε με τη σειρά του.
 
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, τίμησε τη βραδιά με την παρουσία του, καθώς και πλήθος άλλων πολιτικών και καλλιτεχνών.
Pavlopoulos afieroma M.Eleftheriou1 texnes plus
 Κλείνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα που με το ιδιαίτερο ταμπεραμέντο του αποτύπωσε αυτό που σκεφτόμουν για την απώλειασημαντικών πνευματικών ανθρώπων και δυσκολευόμουν να εκφράσω (όσοι ήμασταν εκεί καταλαβαίνουμε τι εννοώ) καθώς και όλους όσους συμμετείχαν σε αυτή την προσπάθεια. Μου επιβεβαίωσαν για ακόμα μια φορά ότι παρά τη ζοφερότητα των καιρών οι Έλληνες έχουν, έχουμε ψυχή και δεν χάνουμε ευκαιρία να το αποδεικνύουμε.
 
 
 
 

Ο Χουάν Ρούλφο (1917-1986) είναι από τους λίγους συγγραφείς που κατάφερε με το μικρό συγγραφικό του έργο, μόλις δύο τίτλοι, «Ο κάμπος στις φλόγες» (1953) και «Pedro Paramo» (1955) να μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, να υμνηθεί από κοινό και μελετητές και να θεωρηθεί ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα, καθώς και από τους επιδραστικότερους της χώρας του, χάρη στο εμβληματικό του μυθιστόρημα «Πέδρο Πάραμο». Το εν λόγω έργο θεωρείται προάγγελος του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού, του ρεύματος εκείνου που θα κάνει διάσημη διεθνώς την ισπανόφωνη λογοτεχνία.

Η ιστορία του εξελίσσεται σ’ένα χωριό φάντασμα στην Κομάλα, την πατρίδα της μητέρας του αφηγητή Χουάν Πρεσιάδο, ο οποίος πηγαίνει να βρει τον πατέρα του, κάποιον Πέδρο Πάραμο.Το έργο έχει μια ιδιαίτερη και περίπλοκη πλοκή και καταφέρνει να αποτυπώσει το άχρονο. Χρόνος δεν υφίσταται. Συνυπάρχει το παρελθόν και το παρόν. Τα χρονικά όρια εκμηδενίζονται καθώς και τα χωρικά, εφόσον οι κάτοικοι της Κομάλα είναι νεκροί, έτσι εμφανίζονται και απομακρύνονται από τη σκηνή χωρίς τις συνηθισμένες συμβάσεις. Κεντρική ιστορία δεν υπάρχει. Αποτελείται ουσιαστικά από τρεις επιμέρους ιστορίες που αναπτύσσονται παράλληλα και πλέκονται η μία μέσα στην άλλη. Η κάθε ιστορία είναι η φωνή μιας αλύτρωτης ψυχής που αναζητά την λύτρωση της μέσα από το λόγο. Οι ιστορίες ακούγονται ως μουρμουρητά, αυτός άλλωστε ήταν και ο αρχικός τίτλος του μυθιστορήματος «Τα μουρμουρητά», πριν δοθεί ο τελικός «Πέδρο Πάραμο», που σημαίνει «Καμμένη Γη». Βασικός πρωταγωνιστής το χωριό, ένα χωριό νεκρών, ερειπωμένο και παρηκμασμένο όπως η κοινωνία, η κάθε κοινωνία σε οποιαδήποτε ήπειρο, η Κομάλα, η καμμένη γη στην άκρη της κόλασης.

Ο Χουάν Πρεσιάδο φτάνοντας στην Κομάλα με την υπόσχεση στην ετοιμοθάνατη μητέρα του να βρει τον Πέδρο Πάραμο, τον πατέρα του, «Τα χρόνια που μας ξέχασε παιδί μου κάντον να τα πληρώσει ακριβά», όντας και ο ίδιος νεκρός συναντά πρώτα στην κάθοδο του στον Άδη, τον ονηλάτη Αμπούνδιο, επίσης γιο του Πέδρο Πάραμο που θα τον ενημερώσει για το θάνατο του πατέρα του. Μπαίνοντας στο χωριό έντονη είναι η απουσία θορύβων, «Δεν ζει κανείς εδώ», τον είχε προετοιμάσει ο Αμπούνδιο. Στο χωριό όμως υπήρχε ‘’ζωή’’, αυτή ήταν η αίσθηση του, αλλά ο ίδιος δεν είχε ακόμη συνηθίσει την τόση σιωπή. Στη συνέχεια, συναντά μια ακόμα αμαρτωλή ψυχή, την παιδική φίλη της μητέρας του, Εδουβίχες, που είχε ενημερωθεί για τον ερχομό του από την μητέρα του και τον περίμενε. Εμφανίζεται ο Πέδρο Πάραμο σαν φάντασμα και διηγείται τον έρωτα του για τη Σουζάννα, το μοναδικό ίσως στοιχείο που τον κάνει να μοιάζει ανθρώπινος. Η Εδουβίχες επανέρχεται και του αφηγείται ότι παραλίγο να ήταν εκείνη η μητέρα του, ότι ο Αμπούνδιο έχει πεθάνει από καιρό και ενώ ακούγεται ο καλπασμός αλόγου, του μιλά για το μοναδικό αναγνωρισμένο από τον ίδιο γιο του Πάραμο, τον Μιγκέλ, καθώς και για τον θάνατο αυτού. Ο ιερέας αρνείται να ευλογίσει το νεκρό Μιγκέλ, επειδή ήταν πολύ κακός άνθρωπος, ενώ τελικά τον ευλογεί όταν ο Πέδρο Πάραμο του πετά τα 60 πέσος που ζητά ( περιγραφή και της ηθικής κατάπτωσης της εκκλησίας). Άλλοι ήρωες κυρίως γυναίκες τον οδηγούν στην Μέδια Λούνα, την επικράτεια του πατέρα του, ο οποίος παρουσιάζεται σαν μια περσόνα φρικιαστική.

Εκεί συναντά μια γυναίκα που τον φρόντιζε όταν ήταν μωρό. Αναλαμβάνει να τον ξεναγήσει στην Κομάλα. Παντού ακούγονται αντίλαλοι, «μη φοβηθείς», του λέει και εξαφανίζεται.

Τον Χουάν Πρεσιάδο τον βαραίνουν οι τόσο πολλοί θάνατοι και κυλιέται σε λάσπη.

Οι ιστορίες έχουν κοινό σημείο τη σχέση των αμαρτωλών προσώπων που συναντά ο Χουάν, με τον τύραννο Πέδρο Πάραμο. Η εδεμική Κομάλα των αναμνήσεων της μητέρας του μετατράπηκε σε κόλαση, εξαιτίας της καταστροφικής μανίας του πατέρα του.

Έντονο το μεταφυσικό στοιχείο και η διαφορετικότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το θάνατο οι Λατινοαμερικάνοι από τους Ευρωπαίους. Στόχος η υπαρξιακή διάσταση του έργου (ο τύραννος πεθαίνει από το παιδί του) και η πανανθρώπινη διάσταση του έργου.

Η παράσταση «Πέδρο Πάραμο» στο διατηρητέο ξενοδοχείο ‘’Μπάγκειον’’ από την ομάδα ΌΠΕRΑ καταφέρνει να υποβάλλει το θεατή στην νεκρική ατμόσφαιρα του έργου και σ’ αυτό συμβάλλει στο μέγιστο βαθμό η επιλογή του Μπάγκειον, του οποίου η παρακμή αποδεικνύεται το καταλληλότερο σκηνικό για το σκονισμένο, παρηκμασμένο και ερειπωμένο χωριό της Κομάλα. Η σκηνογράφος Τίνα Τζόκα έκανε πολύ καλή δουλειά στο σκηνικό της παρακμής, ενώ επιμελήθηκε και τα κοστούμια, για τα οποία ορθά επέλεξε λευκούς τόνους, νεκρικούς, με διάφανα υφάσματα και δαντέλα. Θα ήθελα στη συνέχεια να αναφερθώ στην ρέουσα μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου και στον υποτονικό φωτισμό της Στέλλας Κάλτσου. Νομίζω πως σε ένα τέτοιο έργο το τρίπτυχο σκηνικά-κοστούμια-φωτισμοί δρουν καταλυτικά στο αποτέλεσμα και έχει γίνει εξαιρετική δουλειά. Στη σκηνοθεσία της η Ελεάνα Τσίχλη διατήρησε ως βασικό πρωταγωνιστή το χωριό της Κομάλα και έβαλε τους ηθοποιούς να διεκδικούν ο καθένας με τη σειρά του μέσω της αφήγησης τους κάποιον από τους υπόλοιπους πρωταγωνιστικούς ρόλους, όπως άλλωστε δηλώνει και στο έργο του ο Χουάν Ρούλφο. Μπλέκει το στοιχείο της χορικότητας με την αφήγηση, ενώ σημαντική θέση κατέχει η μουσική. Εκμεταλλεύεται τη διάταξη του χώρου εξαιρετικά. Το παλιό χλιδάτο ξενοδοχείο που τώρα κρίνεται διατηρητέο, είχε πολλές πολλές πόρτες απ’ όπου μπαίνουν και βγαίνουν τα πρόσωπα του έργου με αρμονία. Αναδεικνύει το ταλέντο των ηθοποιών που έχει στην παράσταση ξεκλειδώνοντας τους όλες τις πτυχές τους (σώμα-φωνή- δεινότητα υποκριτική).

Η ομάδα των ηθοποιών στο σύνολο της λειτουργεί άψογα. Στην προσπάθεια μου να ξεχωρίσω κάποιους θα μιλήσω για την εσωτερικότητα και το πάθος της Τζωρτζίνας Δαλιάνη στο ρόλο της Εδουβίχες, τον Κώστα Βασαρδάνη που ως ιερέας με τις αποχρώσεις της φωνής του, κατάφερε να μας παρασύρει με το παίξιμο του, αλλά και την Νεφέλη Μαïστράλη ως Σουζανίτα. Αξιόλογη η παρουσία του : Νέστορα Κοψιδά, Φώτη Λαζάρου, Γιώργου Νούση και Δανάης Σαριδάκη που συμπληρώνουν την ομάδα ΟΠΕRA. Η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή υποβλητική και σε στιγμές μακάβρια και διαπεραστική.

Ένα πολύ σημαντικό έργο της Παγκόσμιας δραματουργίας για πρώτη φορά στη Ελλάδα και κάτω από ιδανικές συνθήκες σε ένα ατμοσφαιρικό χώρο.

 

Από την Νατάσα Κωνσταντινίδη

Video

H ομάδα New Lab Theatre Company παρουσιάζει το έργο του Όσκαρ Ουάιλντ «Η Σημασία Να Είναι Κανείς Ειλικρινής»

Κάθε Σάββατο στις 19:00 στο Θεάτρο Αλκμήνη 

Κλείστε τις θέσεις σας εδώ

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία