Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Νατάσα Κωνσταντινίδη

Νατάσα Κωνσταντινίδη

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Το θεατρικό έργο «Ερωτευμένος Σαίξπηρ» στο «Θέατρον» του Ελληνικού Κόσμου, είναι βασισμένο στο σενάριο της οσκαρικής ταινίας του 1998, των Μαρκ Νόρμαν και Τομ Στόπαρντ, ενώ τη θεατρική διασκευή επιμελήθηκε ο Λι Χολ.

Η παράσταση που στήθηκε υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Γιάννη Κακλέα αποτελεί μια εντυπωσιακή υπερπαραγωγή το δίχως άλλο. Οι 25 ηθοποιοί επί σκηνής μας θαμπώνουν με τα μεγαλόπρεπα κοστούμια τους (Ηλένια Δουλαδίρη), ενώ το πολυτελές εναλλασσόμενο σκηνικό πάνω σε μια τεράστια σκηνή δεν αφήνει ασυγκίνητο το θεατή (Μανόλης Παντελιδάκης). Αν μπορέσεις να μείνεις αποστασιοποιημένος από την ταινία και δεν μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον σου τα σκηνικά και τα κοστούμια θα παρακολουθήσεις ένα όμορφο παραμύθι.

FB IMG 1540903559094

Υπαρκτά πρόσωπα, όπως ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, ο Κρίστοφερ Μάρλοου, η Βασίλισσα Ελισάβετ ζωντανεύουν στην παράσταση, δείχνοντας μας τα ήθη της εποχής, καθώς και το γεγονός ότι κατά την ελισαβετιανή περίοδο υπήρχε ανάπτυξη του επαγγελματικού θεάτρου με τις πρώτες αυτοσχέδιες παραστάσεις και οι συγγραφείς όπως ο Σαίξπηρ δρούσαν στην υπηρεσία του στέμματος. Στην πλοκή εμπεριέχεται το τέχνασμα ‘’θέατρο εν θεάτρω’’, ενώ το εύρημα του έρωτα του Σαίξπηρ για τη νεαρή Βιόλα, η οποία ντύνεται Τόμας Κεντ και μπαίνει στην οντισιόν κρυφά σε περίοδο που απαγορευόταν η γυναικεία παρουσία στη σκηνή μια και οι θίασοι απαρτίζονταν αποκλειστικά από άντρες, δημιουργεί τις προυποθέσεις για να εμπνευστεί ο συγγραφέας το αριστούργημα του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», όταν οι πάτρωνές του Σαίξπηρ απαιτούν νέο έργο και ο ίδιος αναζητά τη μούσα που θα τον εμπνεύσει. Ομολογεί στον φίλο του και συγγραφέα Κρίστοφερ Μάρλοου «Το’ χασα το ταλέντο μου Μάρλοου, η πένα μου ξεράθηκε». Παράλληλα γινόμαστε μέτοχοι του υπέρμετρου ανταγωνισμού για να κερδηθεί η εύνοια της Βασίλισσας. Κέντρο εντούτοις στην ιστορία είναι ο έρωτας του Σαίξπηρ για τη Βιόλα. Στην παράσταση στο «Θέατρον» το βάρος έπεσε στο κωμικό στοιχείο, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την ιστορία αγάπης

Συγκεκριμένα, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος κινήθηκε με βάση την κωμική του στόφα, αν και ως ερωτευμένος μας συγκίνησε «Δεν είμαι πια ποιητής από τη στιγμή που η ομορφιά σας τους στίχους μου πεζούς τους κάνει».

Ή ακόμα και στη σκηνή με τη βάρκα «τι είσαι, την ρωτάει, ηθοποιός ή η μούσα μου;», «Θα μπορούσες ν’ αγαπήσεις έναν παλαβό;».

Η Έλλη Τρίγγου δείχνει να απολαμβάνει το ρόλο της παιχνιδιάρας Βιόλας που ντύνεται Τόμας Κεντ και μας χαρίζει μια όμορφη ερμηνεία χωρίς υπερβολές. Χαρακτηριστική της ατάκα προς το τέλος του έργου «Πως θα στερήσω από τον κόσμο τον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ; Γράψε για την αγάπη μας Γουίλ».

Αντίθετα με κάποιες στιγμές υπερβολής εμφανίζεται στο ρόλο του Λόρδου Γουέσεξ, ο Νίκος Ορφανός.

Ενδιαφέρουσα η παρουσία στο ρόλο του Χιου Φένυμαν του Γιώργου Κοψιδά.

Μέσα στον πολυμελή θίασο ξεχωρίζει ο Δημήτρης Φουρλής στο ρόλο της Ιουλιέτας κυρίως.

Μεγάλο αττού της παράστασης οι μεγάλες κυρίες του ελληνικού θεάτρου:η Μπέττυ Λιβανού στο ρόλο της Βασίλισσας Ελισάβετ της Αγγλίας και η Μίνα Αδαμάκη στο ρόλο της παραμάνας της Βιόλας.

Όλος ο θιάσος όμως παρουσιάζει μια δουλειά συνόλου!

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας έχω την αίσθηση ότι προσπάθησε να ταξιδέψει το θεατή πίσω στην Αγγλία του 16ου αιώνα παρουσιάζοντας και υμνώντας τον κόσμο του θεάτρου. Στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης το πέτυχε, αν και σε σημεία η συνεχής μετακίνηση των ηθοποιών του, δημιουργεί ένταση.

Μία παράσταση, η οποία κρατάει το ενδιαφέρον του θεατή από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή.

 

«Έιναι στενό, σκοτεινό και υγρό και μυρίζει σα χώμα νωπό» είναι τα λόγια που επαναλαμβάνει η Τερέζ καθ΄όλη τη διάρκεια του έργου.

Ο Εμίλ Ζολά (1840-1902), ήταν ένας επαναστάτης Γάλλος λογοτέχνης που προκαλούσε την κοινή γνώμη με ό,τι κι αν έγραφε. Εκπρόσωπος του Νατουραλισμού, χαρακτηρίζεται από τη ρεαλιστική γραφή του που αποτυπώνει τα ήθη και τα πάθη της γαλλικής κοινωνίας του 19ου αιώνα.

Τα δύσκολα παιδικά του χρόνια με στερήσεις και κακουχίες σε κρύα σκοτεινά δωμάτια, σε σοφίτες σκιαγραφούνται στα μυθιστορήματα του και στην «Τερέζ Ρακέν» (1867) που αποτελεί το πρώτο του σημαντικό έργο και το αντικείμενο της κριτικής μας. Ακολουθεί «Η Ταβέρνα» (1877), το αριστούργημα του για τον αλκοολισμό και τη φτώχεια της εργατιάς και η περίφημη «Νανά» (1880), που όπως και η «Τερέζ Ρακέν» ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων με την ηρωίδα πόρνη που διαφθείρει την ελίτ του Παρισιού. Το 1885 μας δίνει το κορυφαίο έργο του «Ζερμινάλ», όπου καταγράφει τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας στα ανθρακωρυχεία. Το 1898 τον βρίσκει να υπερασπίζεται τον Ντρέιφους με επιστολή του στον Γάλλο Πρόεδρο, το περίφημο «Κατηγορώ» που σόκαρε εκ νέου την κοινή γνώμη και διακύβευσε τη φήμη του.

Λίγα χρόνια πριν την παράφορη ηρωίδα «Τερέζ Ρακέν» του Ζολά, ο Μπαλζάκ γράφει την «Ευγενία Γκραντέ» (1833) και το 1837 ο μοναδικός Φλωμπέρ την εμβληματική του ηρωίδα «Μαντάμ Μποβαρύ», η οποία επηρέασε την παγκόσμια λογοτεχνία. Η Τερέζ Ρακέν είναι ένα μανιφέστο μοντερνισμού προκειμένου ο συγγραφέας της να γνωρίσει στον λογοτεχνικό κόσμο το θηριώδες δικαίωμα, του να είσαι ο εαυτός σου με κάθε τίμημα. Η Τερέζ γίνεται σύμβολο στην λογοτεχνία και ο Ζολά διάσημος, αν και αρχικά το έργο αυτό χαρακτηρίστηκε χυδαίο πορνογράφημα. Δημιουργεί λοιπόν ένα μυθιστόρημα που ταυτόχρονα αποτελεί συνονθύλευμα ωμότητας και λεπτότητας, μελοδραματισμού και αγριότητας. Τρία πορτραίτα ανθρώπων στο Παρίσι του 19ου αιώνα συναποτελούν το ερωτικό τρίγωνο που πλέκει το χρονικό ενός εγκλήματος πάθους. Ο Ζολά με την Τερέζ Ρακέν δε μελέτησε χαρακτήρες, αλλά ιδιοσυγκρασίες. Οι ήρωες του κυριεύονται από το αίμα τους και αφοπλισμένοι, αφήνονται στο μοιραίο της σάρκας τους. Ο έρωτας τους είναι ανάγκη τους. Ο φόνος που διαπράττουν συνέπεια της μοιχείας, την οποία αντιμετωπίζουν με ζωώδη στάση. Μέχρι σήμερα η Τερέζ Ρακέν διαβάζεται σαν ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, πλούσιο σε εικόνες, γεμίζεις Παρίσι διαβάζοντας το. Από την άλλη όμως, είναι δύσκολο να αφαιρέσεις την επιστημονική του διάσταση σε μια εποχή που η Ιατρική και οι φυσικές επιστήμες γνώριζαν θεαματική εξέλιξη. Εξάλλου ο ίδιος ο συγγραφέας του έλεγε :«Έκανα απλούστατα μια ψυχολογική μελέτη δύο σωμάτων. Ακριβώς σαν τον χειρουργό πάνω από τα νεκρά σώματα». Αν και αρχικά αποτέλεσε απαγορευμένο θέμα, στη πορεία ενέπνευσε κριτικούς και καλλιτέχνες και έτσι βρίσκουμε ταινίες βασισμένες στο συγκεκριμένο έργο, όπως το πρόσφατο In secret (2013) του Τσάρλυ Στράτον με την Τζέσικα Λανγκ στο ρόλο της Μαμάς Ρακέν.

terez raken

Εγκλωβισμένη στο σκοτεινό, υγρό δωμάτιο, με μοναδική συντροφιά τη θεία και μητέρα του ασθενικού ξαδέρφου και συζύγου της, Καμίγι (27 ετών), η νεαρή Τερέζ (21 ετών) μονολογεί: «Τρία χρόνια οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη χωρίς καμία αλλαγή», «Μου λείπει η Βερνόν, το ποτάμι». Αυτό το σκηνικό αλλάζει όταν μια Πέμπτη και ενώ ετοιμάζονται να παίξουν Ντόμινο κατά την αγαπημένη τους συνήθεια, ο Καμίγι φέρνει στο σπίτι το φίλο του Λοράν. Ο Λοράν βάζει στόχο να την κατακτήσει. Και η Τερέζ παίρνει την εκδίκηση της «Σας ευχαριστώ που με θάψατε ζωντανή σ’ αυτό το σκοτεινό μαγαζί». Γίνονται εραστές και ο Λοράν απομυζά στο μέγιστο βαθμό τη φιλοξενία των Ρακέν. Εραστής της Τερέζ, φίλος του Καμίγι, ευνοούμενος της μαμάς Ρακέν. Οκτώ μήνες διήρκεσε το θέατρο, ώσπου σε μια εκδρομή στο ποτάμι ο Λοράν μην ορίζοντας τον εαυτό του, πνίγει τον Καμίγι μπροστά στα μάτια της Τερέζ που δεν κάνει τίποτα για να τον σταματήσει. Το τρίπτυχο αμαρτία-ενοχή-τύψεις όμως τους οδηγεί σε τρομερή εκδίκηση. Το θέατρο τους συνεχίζεται και καταφέρνουν να παντρευτούν με τη συναίνεση της μαμάς Ρακέν. Ο έρωτας όμως δεν τους βάζει πια σε πειρασμό και το φάντασμα του Καμίγι στοιχειώνει τη ζωή τους και τους στερεί ακόμα και τον ύπνο.

Η παράσταση «Τερέζ Ρακέν» στο Θέατρο Ροές σε σκηνοθεσία Λιλλύς Μελεμέ δημιούργησε εντυπώσεις και προσδοκίες λόγω των πρωταγωνιστών και των φωτογραφιών εποχής και των υπέροχων κοστουμιών.

Πιο συγκεκριμένα, έχοντας δει πλέον την παράσταση στο Θέατρο Ροές τολμώ να πω, πως βρέθηκα μπροστά σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνοθεσίες αυτής της θεατρικής σεζόν.

Η σκηνοθέτης Λιλλύ Μελεμέ εμπνεύστηκε μια παράσταση γεμάτη συμβολισμούς και σκοτάδι, τόσο στα πρόσωπα των ηθοποιών όσο και στο χώρο που κινούνται, ισορροπώντας ανάμεσα σε αφήγηση και δράση.

Συμβολισμοί που διαφαίνονται την ώρα του πνιγμού του Καμίγι, όταν η μαμά Ρακέν βουλιάζει τα ρούχα του στη σκάφη, ή μετά το θάνατο του, όταν ντύνεται με το σακάκι του και το πιο ευρηματικό όλων, τα τραπέζια που εκτός από την παραδοσιακή τους λειτουργία, γίνονται κρεβάτια για να κυλιστούν πάνω τους οι εραστές, αλλά και βάρκα απ’ όπου πετούν τον Καμίγι. Υπάρχει έντονη η ατμόσφαιρα ψυχολογικού θρίλερ, η δυσφορία και το σκοτάδι των ψυχών των εραστών, η οποία αποτυπώνεται στα πρόσωπα τους, ενώ οι ίδιοι βουλιάζουν στο υποσυνείδητο τους και στο σκοτεινό, υγρό δωμάτιο.

Αποδίδει η Μελεμέ άψογα το παιχνίδι ηδονής και οδύνης που κυριαρχεί στο έργο του Ζολά και επιτυγχάνει να έχει τους ηθοποιούς επί σκηνής καθ’όλη τη διάρκεια του έργου, εντάσσοντας τους τόσο αρμονικά που έχεις την αίσθηση ότι οφείλει να το κάνει. Κορυφαίο εύρημα το φάντασμα του Καμίγι που μπλέκεται ανάμεσα στους δύο εραστές και ουσιαστικά δεν είναι ποτέ μόνοι τους. Σε αυτό όλο προστίθεται η πρωτότυπη μουσική σύνθεση του Μίνου Μάτσα που συμβάλλει στην απόκοσμη ατμόσφαιρα του έργου, καθώς και τα σκηνικά του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, ο οποίος επιμελήθηκε και τα καλαίσθητα λειτουργικά κοστούμια εποχής. Το σκηνικό με τα μεταλλικά ικριώματα θυμίζει φυλακή. Τη φυλακή της Τερέζ, αλλά και το φυλακισμένο υποσυνείδητο της, την εγκλωβισμένη συνείδηση της που την οδηγεί σε ψυχολογικό αδιέξοδο. Αριστοτεχνικοί οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα.

Αφήνω για το τέλος τους ηθοποιούς όχι τυχαία, αλλά γιατί επιθυμώ να δώσω έμφαση στη δουλειά που έκαναν. Η παράσταση αυτή έχει την τύχη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους να έχει δύο εξαιρετικά ταλέντα, από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς τους, την Μαρία Κίτσου στο ρόλο της Τερέζ και τον Κώστα Βασαρδάνη στο ρόλο του Καμίγι. Επιπροσθέτως, το ρόλο της υπερπροστατευτικής μητέρας Ρακέν αναλαμβάνει η εμπειρότατη ηθοποιός Σοφία Σεïρλή. Δίπλα τους στέκεται στο δύσκολο ρόλο του Λοράν ο νεαρός ηθοποιός Θανάσης Πατριαρχέας.

Οι τέσσερις τους βρίσκονται συνεχώς επί σκηνής και δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό.

Η Μαρία Κίτσου, με ταλέντο εμπειρία και εσωτερική λάμψη, έχοντας ήδη χτίσει το προφίλ της πρωταγωνίστριας είναι η τέλεια παράφορη ηρωίδα του Ζολά.Ο ρόλος της ταιριάζει απόλυτα και η ίδια «ντύνεται» την ασυμβίβαστη ηρωίδα με την ακραία συμπεριφορά. Μας πείθει ότι είναι μια φυσιολογική γυναίκα που ζώντας με έναν ασθενικό και καχεκτικό σύζυγο «ξυπνά» με την παρουσία του Λοράν που κυριεύει τους νευρώνες της και την κάνει να νίωθει ζωντανή και όχι θύμα. Μέσα στο μεγαλοπρεπές φόρεμα της και με τεράστια ευχέρεια κίνησης και έκφρασης μεταβαίνει αριστοτεχνικά από το προφίλ της σκοτεινής συζύγου σε αυτό της φλογερής γυναίκας που τολμά και είναι σίγουρη για τα αισθήματα της. Διατηρεί ζοφερή όψη απέναντι στον άρρωστο Καμίγι και όψη παθιασμένης γυναίκας απέναντι στον Λοράν. Εκρηκτική η ενέργεια της και το πάθος της επί σκηνής.

Ο Κώστας Βασαρδάνης κεντά το ρόλο του ασθενικού Καμίγι και αποδεικνύει ακόμα μια φορά το εύρος του ταλέντου του. Ορατός, αόρατος στο μεγαλύτερο μέρος του έργου καταφέρνει να γοητεύσει με την επιβλητική παρουσία του, κυρίως ως φάντασμα του πνιγμένου Καμίγι που στοιχειώνει τους εραστές και δεν τους αφήνει ούτε να κοιμηθούν.

Συγκινητική η Σοφία Σεïρλή στον καθοριστικό για το έργο ρόλο της μαμάς Ρακέν, η οποία καθηλώνει ως υπερπροστατευτική μαμά στην αρχή, που μπορεί και επιβιώνει μετά το θάνατο του παιδιού της. Συγκλονιστική τη στιγμή που παθαίνει το εγκεφαλικό καθηλωμένη στο αναπηρικό καροτσάκι , αλλά και όταν της αποκαλύπτονται οι φονιάδες που προσπαθεί γράφοντας στο πάτωμα «ΦΟΝ..» να τους ξεσκεπάσει και να πληρώσουν για το έγκλημα τους.

Ο Θανάσης Πατριαρχέας στο λεπτό υποκριτικά ρόλο του Λοράν που είναι ταυτόχρονα καλλιτέχνης, καρδιοκατακτητής, αλλά και φονιάς στέκεται ικανοποιητικά στις απαιτήσεις του ρόλου του, δίπλα όπως προανέφερα σε εξαιρετικά ταλέντα και μας δίνει την εντύπωση πως έχουμε να περιμένουμε πολλά από την πορεία του στο χώρο.

Αν μπορούσα να βρω ένα ψεγάδι στην άρτια παράσταση αυτό θα ήταν η μεγάλη διάρκειά της χωρίς διάλειμμα.

Διαβάστε ακόμη: 

Λίλλυ Μελεμέ: «Όταν Δεν Καταλαβαίνω Τι Γίνεται Στη Σκηνή, Δυσανασχετώ»

 

Μαρία Κίτσου,Μάνος Καρατζογιάννης Και Σπύρος Κυριαζόπουλος Μιλούν Και Φωτογραφίζονται "Για Την Ελένη"

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Γιάννης Καλαβριανός μετά το «Γιοί και κόρες», το «Αδελάρδος και Ελοïζα» ( μεταφρασμένα ήδη σε άλλες γλώσσες), και την πρόσφατη «Γρανάδα» που σημείωσε επιτυχία και έλαβε διθυραμβικές κριτικές, επιστρέφει αλλάζοντας τελείως δραματικό είδος, με μια κωμωδία. Σκηνοθετεί και συνυπογράφει με την Μαρία Κοσκινά, το «Κουμ Κουάτ».

Η Κοσκινά με τη σειρά της πρωταγωνιστεί σε ένα έργο για έξι με τον Γιώργο Γλάστρα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Ο τίτλος του έργου δεν είναι τυχαίος. Το κουμ κουάτ θεωρείται ελληνικό προϊόν , που καλλιεργείται κυρίως στην Κέρκυρα, τόπος καταγωγής της ηρωίδας του έργου, παρόλ’ αυτά πρόκειται για προϊόν που καταγωγή του έχει την Κίνα. Οι δύο Θεσσαλονικείς συγγραφείς έγραψαν ένα έργο που εκτυλίσσεται το 1972, συγκεκριμένα, το Πάσχα του ’72 στην Αθήνα της Δικτατορίας που εκτός των άλλων θεωρούσε μόδα το να πίνει κουμ κουάτ. Το έργο είναι κωμωδία και όποιος πάει να το δει θα πρέπει να έχει αυτό στο μυαλό του, είτε έχει ζήσει την Αθήνα της δεκαετίας του ’70, είτε όχι. Δεν πρόκειται για ιστορικό ντοκουμέντο που υπερασπίζεται ή καταδικάζει τους Χουντικούς ή τους Αριστερούς. Έχει θεωρώ κρατήσει τις ισορροπίες προκειμένου να μη γελοιοποιήσει ούτε τον ερωτευμένο και προδομένο ερωτικά Αριστερό Θοδωρή, ούτε τον Αξιωματικό της Χούντας και ερωτικό ανταγωνιστή αυτού, Στράτο.

Συγκεκριμένα, ο Ντίνος και η Μαίρη, ένα ερωτευμένο ζευγάρι, βρίσκει πρόφαση ένα ατύχημα με Kadett (άλλο σουξέ της δεκαετίας), για να αποφύγει το καθιερωμένο οικογενειακό Πάσχα στην Κέρκυρα και την κριτική της μαμάς: «Το κοκορέτσι δε σ’ αρέσει, το κουμ κουάτ δε σ’ αρέσει, παιδιά δε θέλεις να κάνεις» κλπ. Εν τω μεταξύ,καταφτάνουν απρόσκλητοι στο σπίτι τους διάφοροι. Στο άκουσμα του κουδουνιού ο Ντίνος αναφωνεί: «Έξω έξω το κακό, μέσα μέσα το καλό». Πρώτος φτάνει ο Θόδωρος, ένας παραδοσιακός Αριστερός, σύζυγος της ξαδέρφης της Μαίρης, Φιλίππας. Πρόκειται για καρικατούρα Αριστερού της εποχής που ακούει Φαραντούρη και τρέχει από εισβολή σε εισβολή, αλλά πληγώνεται από την εγκατάλειψη της συζύγου και αναζητά παρηγοριά σε πρόσωπα γνωστών. Στη συνέχεια ξαναχτυπάει το κουδούνι και ενώ η αυλή τους γεμίζει στρατιωτικούς και ψησταριές μπαίνει η ξαδέρφη Φιλίππα. «Βρήκα γκόμενο δεξιό, βαρέθηκα ν’ ακούω Φαραντούρη». Το σπίτι γεμίζει τσολιαδάκια και τη φωτογραφία του Παπαδόπουλου, γιατί όπως λέει η Μαίρη : «Η Ελλάδα ανέκαθεν έβγαζε τσεβρέδες και χαφιέδες». Ο Θόδωρος απομονωμένος στην κουζίνα, η Φιλίππα στην αυλή και το ζευγάρι κάνει τη γνωριμία του Στράτου, αξιωματικού της Χούντας. Παρά την αγωνία και την προσπάθεια τους να αποφευχθούν οι δυσάρεστες συναντήσεις, αυτό καθίσταται αναπόφευκτο. Τέλος, κάνει την απρόσμενη είσοδο της η Λίντα, αρχαιοπρεπώς ντυμένη (καρικατούρα των γιορτών του καθεστώτος στο Καλλιμάρμαρο) και με τη συζήτηση αποκαλύπτεται πως είναι η παλιά αγάπη του Θόδωρου από το ίδρυμα και δεν λέγεται Λίντα αλλά Βούλα.

Koum kouat kritiki

Όλα αυτά συμβαίνουν με γρήγορους ρυθμούς και πάνω στη σκηνή με ευρηματικό τρόπο παρακολουθούμε δύο ηθοποιούς την Μαρία Κοσκινά και τον Γιώργο Γλάστρα να αλλάζουν όχι μόνο ρούχα, αλλά διάθεση, φωνή ακόμα και ύφος σε χρόνους ασύλληπτους, πραγματοποιώντας έναν υποκριτικό άθλο, αφού ο θεατής έχει την αίσθηση ότι δεν βλέπει δύο ηθοποιούς, αλλά έξι. Έντονη κωμικότητα, αξέχαστες ατάκες, ντύσιμο ανάλογο της δεκαετίας (Βάνα Γιαννούλα), εξαιρετικές περούκες σχεδιασμένες από τον Χρόνη Τζήμο και σκηνικό (Τίνα Τζόκα) που το συνθέτουν μεταξύ άλλων, ένα συλλεκτικό ψυγείο, μια συλλεκτική ηλεκτρική σκούπα και έντονα χρώματα.Το γενικά καλό σύνολο συμπληρώνει η μουσική επιλογή τραγουδιών όπως «Chirpy Chirpy Cheep Cheep» 1971, «Mamy Blue» της ίδιας χρονιάς, «Il mio amor non è zucchero» της Rita Pavone, «Ζω για να σ’ αγαπώ» της Βίκυς Λέανδρος, ακόμα και το «Siffler sur la colline» του 1969, Joe Dassin. Προσεγμένοι οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη.

«Ό,τι έγινε σ’ αυτόν τον κόσμο, ό,τι ωραίο και υψηλό έγινε σ’ αυτόν τον κόσμο, ποτέ δεν έγινε μέσα από μια λογική συζήτηση».

Η Γιασμίν Ρεζά με το φλεγματικό χιούμορ και τη γραφή που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο σουρεαλισμό και το ρεαλισμό, γεννήθηκε το 1959 στο Παρίσι από μητέρα Ουγγαρέζα και πατέρα Ρωσο-Ιρανό. Οι σπουδές της στη θεατρολογία και στην υποκριτική τελικά δεν την κέρδισαν και αφοσοιώθηκε στη συγγραφή θεατρικών και όχι μόνο έργων. Βραβευμένη επανειλλημένα με το Βραβείο Molière για το πρώτο της έργο «Συζητήσεις μετά από μια κηδεία» (Conversations après un enterrement), αλλά και το 1994 για το «ART», που θα μας απασχολήσει στη συγκεκριμένη κριτική, συνέχισε την ανοδική της πορεία και κάπως έτσι το 2007 γίνεται η πολυσυζυτημένη βιογράφος του Νικολά Σαρκοζί «Αυγή, βράδυ ή νύχτα» (LAube, le soir ou la nuit). Στη συνέχεια μας δίνει το καλύτερο της, κατά την προσωπική μου άποψη πάντα, έργο «Ο Θεός της Σφαγής» (Le Dieu du Carnage), το οποίο κέρδισε το Βραβείο Tony το 2009, ενώ το 2011 έγινε ταινία από τον Ρομάν Πολάνσκι.

Η ιδέα του «ART» αφορμήθηκε από αληθινή ιστορία με «πρωταγωνίστρια» την ίδια την Ρεζά και κάποιο φίλο της δερματολόγο που αγόρασε έναν Μαρτέν Μπαρρέ έναντι ενός τρελού ποσού. Το περίεργο όμως δεν ήταν αυτό, αλλά το ότι ο πίνακας ήταν λευκός, ακριβώς όπως στο έργο και η αντίδραση της Ρεζά, ίδια με αυτή του Μαρκ. Έτσι εξηγείται ότι χρειάστηκε μόλις ενάμιση μήνα για τη συγγραφή του. Κάποιοι μιλούν για μια κωμωδία, η ίδια όμως πιστεύει πως είναι ένα δράμα, γραμμένο με αστείο τρόπο. Μια νευρώδης κωμωδία, με εντάσεις και δυναμική που αγγίζει το θεατή.

Στο επίκεντρο της ιστορίας η ανδρική φιλία, μεταξύ τριών ανδρών. Η Ρεζά τολμά να την κάνει θεατρικό έργο.

Ο Σερζ, ένας ευκατάστατος, διαζευγμένος δερματολόγος, λάτρης της μοντέρνας τέχνης αγοράζει έναν αμφιλεγόμενο πίνακα, λευκό, 200.000 ευρώ.

Ο Μαρκ, ένας σαρκαστικός και αυτάρεσκος τεχνοκράτης, μηχανικός στο επάγγελμα, δεν αντιλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο τη μοντέρνα τέχνη, ξεσπά σε γέλια όταν αντικρίζει τον πίνακα και δημιουργείται σύγκρουση ανάμεσα στους δύο φίλους.

Ο Ιβάν, ο τρίτος της παρέας, ο πιο ανθρώπινος και συγκαταβατικός, ευαίσθητος με απέχθεια στις εντάσεις, λειτουργεί σαν από μηχανής θεός για να σταματήσει την κόντρα που ξέσπασε ανάμεσα στους φίλους του. Η σύγκρουση παρόλ’ αυτά κλιμακώνεται και στο παιχνίδι μπαίνει τελικά και ο ίδιος.

Με αφετηρία την τέχνη και ως εκ τούτου την αισθητική του καθενός, ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια των θεατών μια αντιπαράθεση που απλώνεται σε όλα τα επίπεδα και κάνει να διαφανεί η μεταξύ τους έλλειψη επικοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα διασαλεύεται η σχέση τους.

Στις ανθρώπινες σχέσεις αρκεί μια μικρή λεπτομέρεια, μια τόση δα ρωγμή που γιγαντώνεται αν τη σκαλίσεις. Επομένως το έργο «ΑΡΤ» της Ρεζά δεν είναι απλά ένα έργο για τη φιλία ή για την τέχνη, είναι ένα έργο για να σε κάνει να προβληματιστείς σχετικά με το πόσο αληθινές είναι οι σχέσεις και πόσο εύθραυστες συνάμα.

Στην παράσταση «ART» στο Μικρό Παλλάς σε σκηνοθεσία Θοδωρή Αθερίδηπαρακολουθήσαμε αρχικά τρεις φίλους, τρεις ηθοποιούς με απόλυτη σκηνική χημεία. Σε μια μετάφραση του Σταμάτη Φασουλή, πολύ προσαρμοσμένη στο στυλ της Ρεζά και πολύ γνώριμη στον ίδιο, αφού την είχε επιμεληθεί και εικοσιένα χρόνια πίσω στην παράσταση που σκηνοθετούσε και πρωταγωνιστούσε υποδυόμενος τον Σερζ, με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και τον Γιάννη Βούρο στους άλλους ρόλους. Η σκηνοθετική προσέγγιση του Θοδωρή Αθερίδη υπήρξε λιτή, με ρυθμό σε γενικές γραμμές, αν και σε κάποια σημεία υπάρχουν παύσεις που κουράζουν. Η τζαζ μουσική που επέλεξε ταιριάζει απόλυτα στο στυλ του έργου, ενώ πόνταρε σκηνοθετικά στο ταλέντο και στην σκηνική αρμονία των ηθοποιών του. Απίστευτη η σκηνή που και οι τρείς τρώνε ελιές στον καναπέ.

Ερμηνευτικά, ο Αθερίδης κινείται στο γνωστό του στυλ, αποδεικνύεται επαρκής, χωρίς ωστόσο να απογειώνει τον Σερζ του. Ατάκα κορυφαία που μένει, απευθυνόμενος στον Ιβάν «Τώρα δεν μπορείς να νιώσεις τον κραδασμό. Μεσημέρι να έρθεις», ή όταν ο Ιβάν του προτείνει μια θέση για τον πίνακα, απαντά: «Είσαι καλά; Από εκεί έχει ήλιο, θες να μου ξασπρίσει;».

Ο Άλκης Κούρκουλος στο ρόλο του Μαρκ, εύστοχος, λιτός, πειστικός, καταθέτει μια ερμηνεία διαφορετική, τσαλακώνοντας όπου πρέπει το ατσαλάκωτο προφίλ του, επιδίδεται σε μορφασμούς και γκριμάτσες και σκιαγραφεί τον δύσκολο ήρωα του με χιούμορ, σαρκασμό και την απαιτούμενη ειρωνεία.

Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος εξαιρετικός στον ρόλο του Ιβάν. Ο αδύναμος κρίκος της παρέας, ο συνδετικός τους κρίκος βρίσκει την καλύτερη του μορφή στο πρόσωπο του Πυρπασόπουλου. Με διακυμάνσεις που εναλλάσσονται από το κωμικό στο τραγικό, ευστοχία και δεινότητα υποκριτική παρουσιάζει έναν, «δυνατό» αδύναμο Ιβάν. Είναι η αποκάλυψη της παράστασης, με κορυφαίες στιγμές του το τελικό ξέσπασμα και η στιγμή που περιγράφει το σχεδιασμό του προσκλητηρίου του γάμου του στους φίλους του.

Την παράσταση συμπληρώνουν τα μινιμάλ λευκά σκηνικά της Μαρίας Φιλίππου, τα κομψά κοστούμια της Άγις Παναγιώτου και οι προσεγμένοι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα που εστιάζουν στους πρωταγωνιστές.

Θοδωρής Αθερίδης: «Είμαι Ένας, Εξωστρεφώς, Εσωστρεφής»

Απο τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

«Εγώ έχω μείνει ακόμα εκεί.

       Ακριβώς από κάτω.

       Κάτω απ’ τ’ αστέρια.

               Θυμάσαι;»

Λίγο πριν ολοκληρώσουν τις εμφανίσεις τους στην Αθήνα και ξεκινήσουν την ευρωπαϊκή περιοδεία τους, με σταθμούς Λονδίνο, Άμστερνταμ κ.α., η δημοφιλής τηλεοπτική ηθοποιός και απόφοιτος του Εθνικού Λίλα Μπακλέση και ο βραβευμένος με τον χρυστό σταυρό του Δημήτρη Χορν, Κωνσταντίνος Μπιμπής συναντιούνται στο τελευταίο έργο του Τηλέμαχου Τσαρδάκα «Οι κάτω απ’ τ’ αστέρια» στη σκηνή του Θεάτρου Άλφα ιδέα. Συσκηνοθετούν και ερμηνεύουν την ερωτική ιστορία δύο έφηβων στην τελική αναμέτρηση του εγκλωβισμένου έρωτα τους. Πρόκειται για μια συνάντηση με δυνατές δόσεις χιούμορ και συγκίνησης, τρυφερότητας και νοσταλγίας, με φόντο κάποιο ελληνικό νησί στη δεκαετία του ’90, τότε που οι έρωτες είχαν άλλη μορφή και τα ερωτικά γράμματα και οι αφιερώσεις κυρίευαν τη σκέψη των ερωτευμένων, οι οποίοι δεν αναλώνονταν σε απρόσωπα, ψυχρά sms. Η γενιά των σημερινών ρομαντικών σαραντάρηδων και όχι μόνο ελπίζω, παρακολουθώντας τους δύο νέους παρασύρθηκε και γύρισε πίσω μερικές δεκαετίες ανασύροντας από τη μνήμη της το ρομαντικό της παρελθόν που έχει χαθεί. Οι εφηβικοί έρωτες που σημαδεύουν και συντροφεύουν για πάντα τις ζωές μας, η εφηβεία μας, οι κρυμμένες μας πληγές παίρνουν σάρκα και οστά επάνω στη σκηνή του θεάτρου, τόσο κοντά μας και τόσο μακριά μας ταυτόχρονα. Η Μένια κι ο Νικολής ερωτεύονται στα δεκαπέντε τους για πάντα, όσο κι αν η σκληρή πραγματικότητα τους κρατά χωριστά. Απομακρύνονται, κάνουν τις επιλογές τους, η φλόγα τους όμως σιγοκαίει. Εκείνη, μαζεμένο κορίτσι από συντηρητική οικογένεια, τον περιμένει, εκείνος αλητάκος και μαγκάκος, της γράφει γράμματα και της αφιερώνει βιβλία, «Στην Μενίτα μου», αλλά δεν την παντρεύεται και εκείνη αποφασίζει να παντρευτεί άλλον. «Εγώ θα σε πάρω που σε αγαπάω από μικρούλα», της λέει και εκείνη «Μιλάς, μιλάς, μιλάς. Τα λες ωραία είσαι καλός στα λόγια. Αυτός είναι καλός στις πράξεις». «Δεκαεπτά χρόνια σε αγαπούσα Νικολή».

Ένα αναπάντεχο τέλος που όσοι έχουν ενσυναίσθηση το αντιλαμβάνονται από ένα σημείο και μετά της παράστασης, έρχεται να επισφραγήσει αυτόν τον τραγικό έρωτα, υπενθυμίζοντας μας ότι είναι μοιραίο κάποιοι άνθρωποι να συναντιούνται, να δένονται αέναα με ένα αόρατο νήμα, το οποίο αναγκαστικά το σπάει ο θάνατος.

Η Μπακλέση και ο Μπιμπής ζουν την ιστορία με το σώμα και την ψυχή τους και επιτυγχάνουν απόλυτη σκηνική χημεία που πραγματικά παρασύρει, δημιουργεί εικόνες και διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή που δεν μπορεί παρά να εμπλακεί συναισθηματικά μια και βρίσκεται επί σκηνής, σε απόσταση αναπνοής από τους δύο ηθοποιούς. Συγκεκριμένα η Λίλα Μπακλέση με το έμφυτο γρέζι στη φωνή προκαλεί ρίγη συγκίνησης, ενώ ο Κωνσταντίνος Μπιμπής θεωρώ ότι στέκεται καλύτερα στο κωμικό κομμάτι του έργου. Λιτοί στη σκηνοθεσία τους δίνουν έμφαση στο φρέσκο κείμενο που ζωντανεύει μπροστά μας. Το σκηνικό του Αντώνη Χαλκιά (πεταμένες καρέκλες που δηλώνουν ένταση και απογοήτευση), οι εύστοχοι φωτισμοί της Σεσίλια Τσελεπίδη συμπληρώνουν το αποτέλεσμα.

Κλείνω με μια ατάκα ακόμη από το έργο «Μόνο εμείς υπάρχουμε Μενίτα μου. Αυτή τη στιγμή σε ολόκληρο τον πλανήτη μόνο εμείς. Οι κάτω απ’ τ’ αστέρια».

 

Διαβάστε επίσης:

Μπακλέση Και Μπιμπής Βιώνουν Ένα Σκηνικό Έρωτα Και Μιλούν Στο Texnes-Plus

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη
 
Ο Αντόν Τσέχωφ (1860-1904) καταγόταν από οικογένεια δουλοπάροικων της Ρωσίας, η οποία λίγο πριν την κατάργηση της δουλοπαροικίας το 1861 είχε προλάβει να εξαγοράσει την ελευθερία της. Για πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με το θέατρο στα δεκατρία του χρόνια. Όταν ήταν δεκαέξι ο πατέρας του χρεοκοπεί και μετακομίζει στην Μόσχα, αφήνοντας τον Αντόν πίσω να προσέχει τον μικρότερο αδερφό του. Ξανασυναντά την οικογένεια του τρία χρόνια μετά όταν πηγαίνει στην Μόσχα να σπουδάσει Ιατρική. Το 1884 αποφοιτά από την Ιατρική και παράλληλα με το επάγγελμα του γιατρού γράφει έργα. Από τα πιο γνωστά του ενδεικτικά αναφέρω τον Ιβάνωφ (1887), τον Θείο Βάνια (1889), το Γλάρο (1896), τις Τρεις Αδερφές (1901) και το κύκνειο άσμα του τον Βυσσινόκηπο που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω.
 
Ο Βυσσινόκηπος είναι μια υπαρξιακή ιστορία ενηλικίωσης. Μια ιστορία ανθρώπων που προσκολλημένοι στο παρελθόν, αδυνατούν να διαχειριστούν το παρόν. Η αδιάκοπη ροή της ζωής και τα δεδομένα που ανατρέπονται από τη μια στιγμή στην άλλη αποτελούν μια δύσκολη συνθήκη μια και οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να απεγκλωβιστούν από τις συνήθειες τους και να πάνε παρακάτω. Αυτό το μοντέλο στον Βυσσινόκηπο είναι η Λιούμπωφ και ο αδερφός της Γκάγιεφ, οι ιδιοκτήτες του. Χαρακτηριστικά η Λιούμπωφ λέει: «Αν υπάρχει κάτι πραγματικά αξιοθαύμαστο σε αυτήν την περιοχή είναι ο βυσσινόκηπος μας» κι έτσι αρνείται τη λύση που δίνει ο Λοπάχιν να κόψουν τα δέντρα ώστε να τεμαχιστεί η γη και να την πουλήσουν τμηματικά σε ενδιαφερόμενους παραθεριστές. Το νέο αίμα λοιπόν που έρχεται είναι ο Λοπάχιν. Ο Βυσσινόκηπος είναι η σύνθεση της αφήγησης μιας ιστορίας, η σκιαγράφηση της αστικής τάξης που σβήνει, η αναρρίχηση μιας νέας τάξης που περίμενε μέχρι να πάρει τη σκυτάλη και η περιγραφή του κύκλου της ζωής που αποτυπώνεται με τα νέα παιδιά που αντιμετωπίζουν με αισιοδοξία την αλλαγή ιδιοκτησίας του βυσσινόκήπου και με τον Φιρς που σηματοδοτεί το τέλος της. Για καθένα από τα πρόσωπα του έργου ο συμβολισμός του κήπου είναι διαφορετικός. Για τα αδέρφια είναι η παιδική τους ηλικία, οι μνήμες τους, οι αγαπημένοι τους άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια. Για τον ορθολογιστή Λοπάχιν, που από φτωχό χωριατόπαιδο εξελίχτηκε σε πλούσιο επιχειρηματία είναι ένα χρέος που οι ιδιοκτήτες αδυνατούν να αποπληρώσουν. Εξάλλου δεν παραλείπει να θυμίσει ότι η οικογένεια του κάποτε ήταν κολλίγοι τους. Για τον αιώνιο φοιτητή Τροφίμωφ είναι απομεινάρι  μιας εποχής που πρέπει να ξεχαστεί. Για την ψυχοκόρη της Λιούμπα, Βάρια είναι η καθημερινότητα της.
Για τον Φιρς, τον ηλικιωμένο πιστό υπηρέτη είναι η ζωή του που πέρασε και τη νοσταλγεί.
 
 Ο Βυσσινόκηπος εκτός από κλασικό έργο είναι και προφητικό. Ολοκληρώνεται το 1903, ένα χρόνο πριν πεθάνει ο Τσέχωφ και δεκαπέντε χρόνια πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση που ισοπέδωσε τα πάντα. Τα πρόσωπα του έργου δεν ήταν σε θέση να ξέρουν τι επρόκειτο να συμβεί, όπως και εμείς οι Έλληνες δέκα χρόνια πίσω δεν είχαμε συνειδητοποιήσει αυτό που θα ζούσαμε, για να δανειστώ τα λεγόμενα του σκηνοθέτη της παράστασης στο Θέατρο Δημήτρης Χορν, Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Επομένως το έργο, όσο παλιό και κλασικό κι αν είναι μπορεί κάποιος να το διαβάσει με μια σύγχρονη ματιά. Άρα μπορούμε να πούμε ότι είναι και πολιτικό έργο. Εξάλλου όλη η πλοκή κινείται γύρω από την απώλεια που αποτελεί διαχρονική πηγή λύπης.
visinokipos 2 kritiki texnes plus
 
Συνεχίζοντας θα αναφερθώ διεξοδικότερα στο σκηνοθέτη Μαρκουλάκη που λειτούργησε μεθοδικά και συντόνισε αριστοτεχνικά τον πολυμελή θίασο του, χαρίζοντας μας κάποιες αξέχαστες σκηνές όπως η σκηνή με τον Γκάγιεφ και τη Λιούμπα στην κούνια του κήπου, οι οποίοι σα να μη συμβαίνει τίποτα συνεχίζουν το παιχνίδι τους, ή αργότερα ενώ εκπλειστηριάζεται ο Βυσσινόκηπος οι ήρωες μεταμφιέζονται χορεύουν και ξεφαντώνουν με την Λιούμπα πρώτη να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι το μαγικό της ραβδί θα την βγάλει από τη δύσκολη θέση.  Άλλωστε η διατήρηση του παιδιού μέσα της είναι το καταφύγιο της. Με κορυφαία τη σκηνή που όλοι φεύγουν φορτωμένοι με τις βαλίτσες τους και τις απώλειες τους και μένει πίσω ο Φιρς να μονολογεί: «Με ξέχασαν» την ίδια στιγμή που ακούγεται ο ήχος από τα δέντρα που πέφτουν στη γη. Η παράσταση που έστησε ο σκηνοθέτης  μοιάζει με φωτογραφία που βγήκε από ένα κάδρο προηγούμενου αιώνα. Έχει χρώμα, μουσικότητα, συναίσθημα.
 
Η Θέμιδα Μπαζάκα (Λιουμπώφ) αποτυπώνει το πορτραίτο της ηρωίδας της όπως ακριβώς την έπλασε ο Τσέχωφ. Ανώριμη, ανασφαλή, επιπόλαιη με άρνηση να δεχτεί την πραγματικότητα και με μια πινελιά μελαγχολίας. Προσθέτει με την Λιούμπα της άλλο ένα δυνατό χαρτί στην μακρά πορεία της. Όπως η Λιούμπα έτσι κι ο αδερφός της Γκάγιεφ, Γιάννης Κότσιφας είναι ένα συμπαθέστατο παιδί που «ξέχασε να μεγαλώσει». Αρνείται να δεχτεί την πραγματικότητα και έχει αδυναμία στην ανιψιά του. Εξαιρετικός ο ηθοποιός στη σκηνή της βιβλιοθήκης. Ο Δημήτρης Λιγνάδης (Λοπάχιν) στον  δύσκολο ρόλο του μάλλον αντιπαθητικού Λοπάχιν ξεχωρίζει υποκριτικά. Ως ρεαλιστής επιχειρηματίας, ο οποίος αν και έχει αισθήματα για τους ανθρώπους του σπιτιού κάνει τη δουλειά του προσφέρει στο κοινό και σε προσωπικό επίπεδο μια από τις καλύτερες ερμηνείες του. Υπέροχα αμήχανος στέκεται δίπλα στην Βάρια, Κόρα Καρβούνη αδυνατώντας να της εκφράσει τα αισθήματα του και την επόμενη στιγμή μετατρέπεται σε επιχειρηματία που βλέπει μπροστά του το κέρδος. Η Καρβούνη αντιμετωπίζει το ρόλο της ψυχοκόρης της Λιούμπα, Βάρια, με τη σοβαρότητα που αυτός απαιτεί και πείθει απόλυτα ως προσγειωμένη κόρη που έμεινε πίσω και αγωνιά για τις εξελίξεις.
 
visinokipos 9 texnes plus
Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος ως Τροφίμωφ είναι αποτελεσματικός στον ρόλο του οραματιστή διανοούμενου που έχει πίστη για ένα καλύτερο αύριο. «Αν είναι να αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει να κλείσουμε τους ανοικτούς λογαριασμούς μας με το παρελθόν, να τελειώνουμε μαζί του» λέει. Ο αιώνιος φοιτητής ερωτεύεται την Άννια, την κόρη της Λιούμπα. Άννια είναι η Σίσσυ Τουμάση που καθιστά σαφές ότι μπήκε δυναμικά στην αρένα της υποκριτικής και συνεχίζει, εδραιώνοντας την παρουσία της. Η ηρωίδα της είναι νέα, αισιόδοξη και υποφέρει από την έλλειψη της ουσιαστικής παρουσίας της μητέρας της. Παράλειψη θα θεωρούσα αν δεν αναφερόμουν στην εκρηκτική παρουσία της Σαρλότας Αθηνάς Μαξίμου που δίνει σάρκα και οστά σε ένα μικρό αλλά καθόλου απαρατήρητο ρόλο, αυτόν της γκουβερνάντας που δούλεψε σε τσίρκο. Ξεχωριστή μνεία θα ήθελα να κάνω στην ερμηνεία που προσωπικά με άγγιξε πιο πολύ και αναφέρομαι σε αυτή του Γιώργου Μπινιάρη που παίζει με σιωπές εκκωφαντικές από την αρχή μέχρι την κορύφωση του έργου. Η πείρα του και το ήθος του γίνονται παράδειγμα υποκριτικής. Ο υπόλοιπος θίασος που αποτελείται από την Γεωργιάννα Νταλάρα, Ντουννιάσα, τον Τάσο Δημητρόπουλο, Γιεπιχόντωφ, τον Γιάννη Γιαννούλη, Γιάσσα και τον Γιάννη Στόλα, Πίστικ, συμπληρώνει το καλό αποτέλεσμα.
 
 Την μετάφραση επιμελήθηκε η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, τα καλαίσθητα κοστούμια η Μαρία Κοντοδήμα, τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς ο Αλέκος Γιάνναρος. Η μουσική του Μίνωα Μάτσα σε ταξιδεύει ενώ τα σκηνικά της Αθανασίας Σμαραγδή, από το υφασμάτινο παιδικό σπιτάκι ως τον πελώριο αρκούδο είναι απόλυτα επιτυχημένα. 
 
 
 

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Μ’ αφορμή τις παραστάσεις που παίζονται και αυτή τη σεζόν, η Νατάσα Κωνσταντινίδη ετοίμασε ένα αφιέρωμα στον Νορβηγό δραματουργό.

 ibsen henrik ibsen lg

Πέερ Γκυντ (1867), Το κουκλόσπιτο ή Νόρα (1879), Βρικόλακες (1881), Ο εχθρός του λαού (1882), Η Αγριόπαπια (1884), Ρόσμερσχολμ (1886), Η Κυρά της θάλασσας (1888), Έντα Γκάμπλερ (1890), Αρχιμάστορας Σόλνες (1892), Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν (1896) είναι μερικά από τα πιο διάσημα έργα του Ίψεν. Ο Νορβηγός δραματουργός του 19ου αιώνα είναι ο δημιουργός του μοντέρνου ρεαλιστικού θεάτρου. Έργα του παίζονται, ανελλιπώς, από το 1894, χρονιά κατά την οποία πρωτοσυστήθηκε στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα, με το έργο του Βρικόλακες από τον Θίασο του Ευτύχιου Βονασέρα, μέχρι σήμερα που τον συναντούμε σε, τουλάχιστον, αθηναϊκές σκηνές. Επομένως, μιλάμε για 124 χρόνια συνεχούς παρουσίας στο θέατρο της Ελλάδας και για 300 περίπου παραστάσεις σε Ελλάδα και Κύπρο. Θέματά του η θέση της γυναίκας στην κοινωνία, η ηθική τάξη πραγμάτων, η αγωνία για τη διατήρηση του πλούτου και του κοινωνικού status του σύγχρονου ανθρώπου κι η παθογένεια στην οικογένεια. Οι εμβληματικές ηρωίδες του Έντα Γκάμπλερ και Νόρα από το κουκλόσπιτο δεν άφησαν ασυγκίνητες τις Ελληνίδες πρωταγωνίστριες, οι οποίες θέλησαν να αναμετρηθούν με τις ιψενικές ηρωίδες - σύμβολα του παγκόσμιου θεάτρου. Το 1899 η Ιταλίδα ηθοποιός Ελεονώρα Ντούζε έρχεται στην Αθήνα για να μας συστήνει την Έντα Γκάμπλερ.

 

eleonora duse texnes plus

 

«… Χθες είδα να παίζει η Ντούζε… Δεν ξέρω ιταλικά μα ήταν έξοχη… Τι εκπληκτική ηθοποιός! Ποτέ πριν δεν έχω δει τίποτα πιο έξοχο». Με αυτά τα λόγια ο Αντον Τσέχοφ περιέγραψε την Ελεoνόρα Ντούζε σε ένα γράμμα προς την αδελφή του.Το ελληνικό κοινό κάνει την πρώτη γνωριμία του με την Έντα Γκάμπλερ το 1899, με την επίσκεψη του θιάσου της Ελεονόρας Ντούζε. Η διάσημη Ιταλίδα ηθοποιός έρχεται στην Ελλάδα με τρία έργα και παρουσιάζει την «Έντα Γκάμπλερ» στις 23 Ιανουαρίου 1899, στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών.

 

Με το όνομα του Νορβηγού δραματουργού συνδέθηκαν κι οι πρωτοπόροι σκηνοθέτες των αρχών του αιώνα, Κωνσταντίνος Χρηστομάνος και Θωμάς Οικονόμου. Ας μην ξεχνάμε ότι οι πρώτες εμφανίσεις της Κυβέλης Αδριανού και της Μαρίκας Κοτοπούλη έγιναν σε ιψενικούς ρόλους. Η Κυβέλη στα 14 της έπαιξε την Έντβιγκ στην Αγριόπαπια, (Γιάλμαρ Έκνταλ στην εν λόγω παράσταση ο Δημήτρης Μυράτ), στη Νέα Σκηνή του Χρηστομάνου. Το 1907 η Κυβέλη ανεβάζει με το Θίασό της τη Νόρα. Ο Ξενόπουλος συγκρίνοντάς την με την πρώτη Ελληνίδα Νόρα, Λαλαούνη – Δαμάσκου την κρίνει ανώτερη και, κάπως, έτσι γεννιέται το αστέρι της μεγάλης θεατρίνας. Μεταξύ 1890 και 1910 διακρίνεται ένας ιψενικός οργασμός που χωρίζει τους διανοούμενους της εποχής σε «ιψενολάτρες» και «ιψενομάχους», σύμφωνα με τον Νικηφόρο Παπανδρέου στο βιβλίο του «Ο Ίψεν στην Ελλάδα».

Η νεαρή Μαρίκα Κοτοπούλη, απ’ την άλλη, ερμηνεύει την Ελλίντα στην Κυρά της Θάλασσας το 1906 με σκηνοθέτη τον Οικονόμου μαγεύοντας το κοινό της. Αργότερα, το 1915, η Κυβέλη ανεβάζει την Έντα Γκάμπλερ χωρίς επιτυχία καθώς ο ρόλος δεν ταίριαζε στη λεπτεπίλεπτη φιγούρα της, ενώ το 1921 η Κοτοπούλη σαρώνει ως Έντα, ρόλος που ταιριάζει καλύτερα στη δική της ιδιοσυγκρασία.

Marika Kotopouli

Εξάλλου, ο Αλέξης Μινωτής κι η Κατίνα Παξινού καθιερώθηκαν παίζοντας Ίψεν ( Βρικόλακες στο Εθνικό το 1950). Ακόμα κι η είσοδος του Κουν, το 1939, στο επαγγελματικό θέατρο έγινε με Ίψεν. Σκηνοθετεί την Κατερίνα Ανδρεάδη στην Έντα Γκάμπλερ. Ο Κουν θα ασχοληθεί με ιψενικά έργα ως το 1987, ημερομηνία θανάτου του. Αξίζει εδώ να αναφερθώ νομίζω και στο γεγονός ότι το κύκνειο άσμα του Δημήτρη Χορν ήταν στον Αρχιμάστορα Σόλνες του Ίψεν το 1983.

 

Η συνεχής παρουσία έργων του στην ελληνική σκηνή, αφιερωμάτων, βιβλίων, μεταφράσεων, συνεδρίων με θέμα τον Ίψεν μαρτυρούν αδιαμφισβήτητα τη γοητεία που ασκεί τόσο στους Έλληνες καλλιτέχνες όσο και στους θεατές. Από τη μια, η τεράστια δραματουργική αξία του εκτός της χώρας του της Νορβηγίας, αλλά και πέρα του χρόνου καθώς ξεπερνά τον έναν αιώνα, κι, από την άλλη, η λεπτομερής χαρτογράφηση των ψυχών τον καθιστά κλασικό συγγραφέα παγκόσμιου βεληνεκούς. Οι ιψενικοί ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με καταστάσεις που τους οδηγούν σε ακραίες λύσεις, ενώ ασχολούνται με προβλήματα διαχρονικά που ταλάνιζαν και ταλανίζουν ακόμα τον άνθρωπο. Το θέατρό του είναι νατουραλιστικό κι ο ίδιος ένας επαναστάτης, ο οποίος προασπίζεται τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, προβάλλει την ηθική κατάρρευση του θεσμού του γάμου και καυτηριάζει την Εκκλησία. Σύμφωνα με τον Γιάννη Μόσχο, ο οποίος ασχολήθηκε στη διδακτορική διατριβή του με τον Ίψεν κι η δουλειά του στάθηκε πολύτιμος σύμβουλος για το αφιέρωμα αυτό, τα έργα του είναι από κάθε άποψη μια ασφαλής επιλογή, δεδομένου του ενδιαφέροντος του κοινού για τη θεματολογία που αγγίζει ο Ίψεν και λόγω του «χαμηλού κόστους» παραγωγής, αφού τα μέλη του θιάσου δεν ξεπερνούν τα πέντε με οκτώ άτομα. Επομένως, εκτός από κλασική πρόκειται και για μία «πρακτική» λύση.

 

 

 

Αν προσπαθούσαμε να κάνουμε μια αποτίμηση για το ποιο ή ποια έργα του υπερτερούν αριθμητικά σε ανεβάσματα παραστάσεων θα διαπιστώναμε ότι επικρατεί η «τριλογία του αποτυχημένου γάμου», σύμφωνα πάντα με την έρευνα του Γιάννη Μόσχου. Συγκεκριμένα, πρώτοι σε αριθμό παραστάσεων είναι Οι Βρικόλακες, ακολουθεί Το σπίτι της κούκλας ή Νόρα και τρίτη η Έντα Γκάμπλερ.

Σχεδόν όλες οι μεγάλες Ελληνίδες πρωταγωνίστριες αναμετρήθηκαν με την Έντα Γκάμπλερ. Εκτός από τις προαναφερθείσες Κυβέλη, Κοτοπούλη, Κατερίνα, με πρώτη την Ειμαρμένη Ξανθάκη το 1903, ακολούθησαν το 1957 η Μαίρη Αρώνη, το 1967 η Έλσα Βεργή, το 1978 η Αντιγόνη Βαλάκου στο Κ.Θ.Β.Ε., το 1984 η Τζένη Καρέζη (σε σκηνοθεσία Μίνωα Βολανάκη) κι η Ρούλα Πατεράκη, το 1990 η Μαρία Ξενουδάκη, το 1995 η Μαριέττα Ριάλδη, το 2003 η Ελισσάβετ Μουτάφη, το 2007 η Μαίρη Βιδάλη, για να έρθουμε πιο κοντά χρονικά στις μέρες μας, το 2004 στο Εθνικό η Φιλαρέτη Κομνηνού, το 2009 η Μαρίνα Ασλάνογλου, το 2014 στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κωνσταντάτου) η Γιώτα Αργυροπούλου, το 2015 η Δήμητρα Ματσούκα με πληθώρα ηθοποιών να μην μένουν αδιάφορες απέναντι στην αυτοκαταστροφική και μπλοκαρισμένη γυναίκα, τη συναισθηματικά ανάπηρη persona, η οποία ως άλλη Έμμα Μποβαρί καταστρέφει τα πάντα γύρω της όπως και τον εαυτό της.

Ίδια απήχηση είχε κι η Νόρα από το κουκλόσπιτο με την οποία αναμετρήθηκαν εκτός από την Ολυμπία Λαλαούνη- Δαμάσκου, την Κυβέλη και την Κατερίνα Ανδρεάδη, στις οποίες ήδη αναφέρθηκα, ηθοποιοί όπως η Μιράντα Μυράτ το 1944, το 1945 και το 1964 αντίστοιχα η Βάσω Μανωλίδου, το 1953 η Έλλη Λαμπέτη, το 1975 η Αντιγόνη Βαλάκου για το Κ.Θ.Β.Ε., το 1990 η Κατερίνα Μαραγκού, το 2001 η Λυδία Φωτοπούλου στο Κ.Θ.Β.Ε., και κάνοντας ένα χρονικό άλμα φτάνουμε στη Νόρα του 2016 σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα με την Αμαλία Μουτούση στο ρόλο της Νόρας για δύο χρόνια. Το σύμβολο της καταπιεσμένης γυναίκας και συζύγου, η οποία, καθημερινά, καλείται σαν κούκλα σε κουκλοθέατρο να αλλάζει μάσκες και να μεταμορφώνεται, ανάλογα με τον περίγυρο, δελέασε πολλές ηθοποιούς. Η Νόρα, η οποία εγκαταλείπει σύζυγο και παιδιά βροντώντας την πόρτα πίσω της είναι η γυναίκα που χειραφετείται και αναζητά να βρει τον εαυτό της.

koyklospito moutoysi texnes plus

Η Νόρα της Αμαλίας Μουτούση είχε κλέψει τις εντυπώσεις. 

 

Η Έλενα Βάγκελ στην Κυρά της θάλασσας δεν έχει το βάθος του χαρακτήρα της Έντα ή της Νόρας, εντούτοις παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί ζει στο παρόν με το απωθημένο παρελθόν της και συγκρούεται με την πραγματικότητα των άλλων γύρω της. Ως Έλενα στην Ελλάδα είδαμε την Κοτοπούλη και την Κατερίνα, ενώ το 1964 την Αντιγόνη Βαλάκου, το 1990 την Έλλη Φωτίου, το 1994 την Μπέττυ Αρβανίτη, το 2010 την Μαρία Ναυπλιώτου.

Οι Βρικόλακες αποτελούν την απάντηση του συγγραφέα στις επιθέσεις που δέχτηκε για το Κουκλόσπιτο. Ο ίδιος ο Ίψεν είχε πει: «Μετά τη Νόρα έπρεπε να έρθει η κυρία Άλβινγκ». Μια «άρρωστη» οικογένεια σωματικά και ψυχικά τίθεται στο προσκήνιο. Η αιμομιξία, θέμα ταμπού για κάθε εποχή, ταράζει τα χρηστά ήθη. Προσωπικά, δεν θα ξεχάσω ποτέ τη φωνή της Ράνιας Οικονομίδου «Βρικόλακες από το παρελθόν» το 2004 στο Απλό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα, οπότε ήταν και η πρώτη μου επαφή με τον Ίψεν.

Το 1942 στο Θέατρο Τέχνης σε παράσταση της Αγριόπαπιας, Γκρέγκερς ήταν ο Κάρολος Κουν και Γιάλμαρ ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ενώ το 1994 στο Θέατρο Εμπρός Γιάλμαρ ήταν ο Δημήτρης Καταλειφός και γερο-Έκνταλ ο Γιώργος Μοσχίδης, τον οποίο πρόσφατα χάσαμε. Εννοείται πως πρέπει να γίνει μνεία στην Αγριόπαπια που παρακολουθήσαμε το 2017 από το θέατρο Πορεία σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου. Ένα έργο που προβληματίζει πολλαπλά και μια παράσταση που μένει στη μνήμη του θεατή.

Αντίστοιχα με τη γοητεία που άσκησαν οι ιψενικοί ρόλοι σε γυναίκες ηθοποιούς, έτσι και ο Αρχιμάστορας Σόλνες, Ο Πέερ Γκυντ και ο Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν δεν άφησαν αδιάφορους τους άντρες ηθοποιούς. Ενδεικτικά, ο μέγας Αλέξης Μινωτής ανεβάζει τον Αρχιμάστορα Σόλνες το 1928, το 1935 τον Πέερ Γκυντ και το 1976 τον Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν στο Εθνικό. Τον Αρχιμάστορα επέλεξαν το 1983 ο Χορν, αποτελώντας και το κύκνειο άσμα του στο θέατρο κι ο Γιώργος Κιμούλης το 2004. Ο τελευταίος έπαιξε Μπόρκμαν το 2013 στο Εθνικό. Ως Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν είδαμε το 1933, πάλι, στο Εθνικό τον Αιμίλιο Βεάκη, ενώ το 1949 τον Λυκούργο Καλλέργη. Ο Άγγελος Αντωνόπουλος έγινε Μπόρκμαν το 1993 κι ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος το 2007. Συνοψίζοντας, με ιψενικό θέατρο έχει ασχοληθεί όλο το ελληνικό θέατρο.

mporgan texnes plus

 
 Στο Θέατρο «Άλμα» είδαμε το αριστούργημα του Χένρικ Ίψεν, «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν», σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαλακόπουλου. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, η Κατερίνα Μαραγκού, ο Γιώργος Μοσχίδης και η Νόνη Ιωαννίδου.
 

 

Και συνεχίζει αφού φέτος εντοπίσαμε έξι παραστάσεις με έργα του Νορβηγού συγγραφέα. Δύο Έντα Γκάμπλερ. Στο Θέατρο Ψηλά από τη Γέφυρα ο Γιάννης Δρίτσαςσκηνοθετεί την Αννίτα Κούλη στο ρόλο της Έντα. Το ίδιο έργο, είχαμε δει πριν λίγους μήνες και στο διατηρητέο ξενοδοχείο Μπάγκειον στην Ομόνοια, όπου η Άντζελα Μπρούσκου είχε δώσει τη δική της εκδοχή για την Έντα σκηνοθετώντας την Παρθενόπη Μπουζούρη.

Στο Θέατρο Εκάτη παίζεται Η Κυρά της Θάλασσας σε σκηνοθεσία Βαλεντίνης Λουρμπά. Στο Studio Μαυρομιχάλη δύο έργα του Ίψεν Ο εχθρός του Λαού σε σκηνοθεσία Φώτη Μακρή κι ο Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη. Ενώ από Φεβρουάριο αναμένουμε στο Θέατρο Τέχνης τους Βρικόλακες με την Ρένη Πιττακή σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζά.

 vrikolakes texnes plus

Από τον Φεβρουάριο αναμένουμε στο Θεάτρο Τέχνης τους "Βρυκόλακες" με την υπέροχη Ρενή Πιττακή.

 

Πληροφορίες αντλήθηκαν και από τη Διδακτορική διατριβή: Ο ΕΡΡΙΚΟΣ ΙΨΕΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΗΝΗ.Από την πρώτη παράσταση ως το τέλος του 20ου αιώνα (1894-2000) Α΄ΚΑΙ Β΄ τόμος από Διδακτορική Διατριβή Μόσχος Ιωάννης. Τμήμα θεάτρου Σχολή Καλών Τεχνών Α.Π.Θ. Μαρτιος 2012. Επίσης  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αμολγός ένα βιβλίο του Γιάννη Μόσχου για τον Ίψεν  πληροφορίες εδώ

o errikos ipsen stin elliniki skini 9786188277526 200 1231956

 

Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη της Αμαλίας Μουτούση μ' αφορμή το "Κουκλόσπιτο"

Αμαλία Μουτούση: «Έχω Επίγνωση Του Τι Σημαίνει Να Μην Μπορείς Να Είσαι Ο Εαυτός Σου»

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Λουίτζι Πιραντέλλο, ένα παγκόσμιο φαινόμενο δραματουργού, που άλλαξε τη ροή του θεάτρου τον 20ο αιώνα. Αμφισβητήθηκε όσο και αγαπήθηκε, όπως συμβαίνει άλλωστε με όλους όσους ταράζουν τα ήσυχα νερά μιας κοινωνίας.

Στο Θέατρο Τόπος Αλλού σε σκηνοθεσία Νίκου Καμτσή παρακολουθήσαμε ένα αριστούργημα του, του 1917 με πρωτότυπο τίτλο È così se vi pare και απόδοση στα ελληνικά «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» (διαφορετικά κάντε ένα GOOGLE), όπου οι ήρωες αλλάζουν συνεχώς πρόσωπα προκαλώντας σύγχυση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο.

Το έργο γράφτηκε εν μέσω Παγκοσμίου Πολέμου και γι’ αυτό αποτελεί αντικατοπτρισμό των αλλαγών που έφερε ο πόλεμος στη συμπεριφορά των ανθρώπων. Αβεβαιότητα του εγώ, ματαιότητα της ζωής, αλλαγή στην ηθική των ανθρώπων και στις αξίες τους. Ο Σικελός συγγραφέας από το Αγκριτζέντο μίλησε για τη σχετικότητα της αντικειμενικής αλήθειας ή ακόμα και για την ανυπαρξία αυτής. Στο έργο έχουμε δύο τουλάχιστον αλήθειες, αυτή της κυρίας Φρόλλα και αυτή του κύριου Πόντζα. Οι οποίοι με δυνατά εκατέροθεν επιχειρήματα καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ αλήθειας και ψεύδους. Η οπτική που βλέπει κανείς καθετί μας οδηγεί σε άπειρες αλήθειες. Η οπτική του ίδιου του συγγραφέα στο έργο έχει τη μορφή του Λαουντίζι. Βιογραφικά στοιχεία πάντα υπάρχουν στα έργα του και το εν λόγω έργο είναι ενδεικτικό του ψυχισμού του όπως διαμορφώθηκε από την οικονομική καταστροφή που προκάλεσε μια πλημμύρα στο εργοστάσιο θείου που διατηρούσε η οικογένεια του και είχε σαν συνέπεια τον κλονισμό της υγείας της συζύγου του που την οδήγησε στην τρέλα. Στο έργο γίνεται αναφορά σε σεισμό που ρήμαξε τα πάντα στο Νότο της Ιταλίας και για ψυχικές διαταραχές, σχιζοφρένεια και διπολισμό που τόσο γοήτευαν τον Πιραντέλλο. Τα παιχνίδια του άρρωστου μυαλού ασκούσαν γοητεία και αποτελούσαν πηγή έμπνευσης του. Άλλωστε το έργο αυτό είχε σαν πηγή έμπνευσης την πραγματική ιστορία μιας οικογένειας στο Νότο σύμφωνα με την οποία ένας άντρας, η γυναίκα του και η πεθερά του έχασαν τα πάντα σε σεισμό και επικαλούνταν ιστορίες ανυπόστατες.

Ο Πιραντέλλο πίστευε στην πολλαπλότητα του εγώ και ελκυόταν από το μυστήριο της ταυτότητας των ανθρώπων, ενώ ασχολήθηκε και με την έλξη που ασκεί η ζωή των διπλανών στους ανθρώπους, στοιχείο που πραγματεύεται το έργο αυτό.

Στο χωροχρόνο μιας μίζερης επαρχιακής πόλης εισβάλλουν δύο άγνωστα πρόσωπα με μυστήρια συμπεριφορά, η κυρία Φρόλλα και ο κύριος Πόντζα και τότε αποκτά ενδιαφέρον η ανούσια ζωή των κατοίκων που με κανιβαλιστικές διαθέσεις εισβάλλουν στη ζωή δύο ανθρώπων, που προσπαθούν να μαζέψουν τα συντρίμμια τους.

Στο Θέατρο Τόπος Αλλού παρακολουθήσαμε μια ενδιαφέρουσα παράσταση από κάθε άποψη. Η οπτική του σκηνοθέτη Νίκου Καμτσή, ο οποίος εκτός από τη δραματουργική επιμέλεια, ασχολήθηκε και με το φωτισμό είναι ευφυής. Ο χωροχρόνος και η θεωρία της σχετικότητας του Αïνστάιν που ανέτρεψε το 1905 το νόμο της βαρύτητας του Νεύτωνα συνδυάζεται με μαγικό τρόπο με μια κοινωνική θεωρία σχετικότητας, αυτής του Πιραντέλλο. Κατά τον Αïνστάιν η μάζα αναγκάζει το χωροχρόνο του σύμπαντος να καμπυλώνεται. Κατά τον Πιραντέλλο οι εισβολείς Φρόλλα και Πόντζα κινούνται και καμπυλώνουν επικίνδυνα τον κοινωνικό χωροχρόνο γύρω τους. Σκηνοθετικό εύρημα εξαιρετικό με το οποίο ο Καμτσής επιχειρεί με την επιστήμη της εμπειρικής φυσικής να εξηγήσει τα ‘’ανεξήγητα’’ του κόσμου του Πιραντέλλο. Εξάλλου εύστοχη ήταν η βιντεοσκοπημένη προβολή του Αστυνόμου Τσεντούρι (Αντώνης Καφετζόπουλος) και του Νομάρχη (Πάνος Σκουρολιάκος). Ενώ οι ηλεκτρικοί γερανοί καθίσματα που συναντά το κοινό μπαίνοντας στο χώρο που κατεβαίνουν κάθε φορά που μπαίνει ένας καινούργιος επισκέπτης-ρόλος πρωτότυποι.

Ο Γιάννης Λασπιάς στο ρόλο του Λαουντίζι εύστοχος και αποτελεσματικός με εσωτερικότητα και ύφος επιστήμονα μας αρέσει πολύ.

Η Μάνια Παπαδημητρίου στο ρόλο της κυρίας Φρόλλα δίνει για άλλη μια φορά ένα ρεσιτάλ ερμηνείας. Η κυρία Φρόλλα της έχει γκάμα συναισθημάτων τεράστια που δε μας αφήνει καθόλου αδιάφορους.

Ο Νίκος Καραστέργιος, σταθερός συνεργάτης του Νίκου Καμτσή και του Τόπος Αλλού, ως κύριος Πόντζα μας πείθει πως είναι μια ταραγμένη προσωπικότητα και έχει απόλυτη χημεία με την κυρία Φρόλλα. Αποτελούν ένα τέλειο δίδυμο.

Η Λαμπρινή Θάνου ως κυρία Αγκάτσι είναι εκφραστική, κωμική και καταθέτει μια υπέροχα ευθύβολη ερμηνεία.

Η Βίκη Αθανασίου στο ρόλο της κυρίας Τσίνι είναι η κωμική νότα στο έργο με άκρως ενδιαφέρουσα παρουσία.

Ο κύριος Αγκάτσι κατά κόσμον Πασχάλης Μερμιγκάκης μας πείθει ως άνθρωπος που χειραγωγείται από τους γύρω του, ακόμα και στην έκπληξη του όταν ανατρέπονται οι σταθερές του για την απόλυτη αλήθεια που τελικά δεν υπάρχει, είναι εύστοχος.

Ενώ τον καλοκουρδισμένο θίασο συμπληρώνουν οι : Άντα Κούγια ως Ντίνα Αγκάτσι, Ασημένια Παπαδοπούλου ως κυρία Σιρέλλι και ο Δημήτρης Νικολόπουλος ως κύριος Σιρέλλι.

Καλόγουστα και ευρηματικά τα σκηνικά και τα κοστούμια της Μίκας Πανάγου.

Προσεγμένη και η μουσική επιλογή του Χρήστου Ξενάκη.

Μια θεατρική παράσταση προσεγμένη με έμπνευση και στυλ.

 

Διαβάστε επίσης: 

Αφιέρωμα Στον Λουίτζι Πιραντέλο: Πόσα Έργα Του Ανεβαίνουν Αυτή Τη Σεζόν;

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 

Ένα σύγχρονο βραβευμένο ψυχολογικό θρίλερ (2009) του Χέρμαν Κοχ, «Το Δείπνο», παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και στο Σύγχρονο Θέατρο σε μετάφραση της Κάτιας Σπερελάκη.

Το βιβλίο του Ολλανδού συγγραφέα σημείωσε τεράστια επιτυχία από την αρχή της έκδοσης του. Πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα και πλέον και έχει ήδη μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες, ενώ είδαμε και μεταφορά του στο σινεμά το 2014 από τον Ιταλό σκηνοθέτη Ιβάνο Ντε Ματτέο, «I nostri ragazzi» και το 2017, μια άλλη εκδοχή του σε σκηνοθεσία του Όρεν Μούβερμαν, με τον Ρίτσαρντ ΓκιρThe Dinner».

Τρεις νεαροί έφηβοι επιστρέφοντας από διασκέδαση ανατινάζουν ένα ΑΤΜ και με αυτή τους την πράξη καίνε ζωντανή μια άστεγη γυναίκα που κοιμόταν εκεί. Η κάμερα καταγράφει το συμβάν, αλλά όχι τα πρόσωπα των παιδιών. Η ολλανδική τηλεόραση προβάλλει το βίντεο και επίκειται η σύλληψη τους. Με αυτή την πληροφορία ξεκινά η παράσταση. Δύο αδέρφια ο Πολ, καθηγητής (Στέλιος Μάινας) και ο Σερζ, υποψήφιος Πρωθυπουργός (Λάζαρος Γεωργακόπουλος) συναντιούνται με τις συζύγους τους Κλαιρ (Κατερίνα Λέχου) και Μπαμπέτ (Κατερίνα Μισιχρόνη) σε ένα ακριβό εστιατόριο, υπό την άγρυπνη ματιά του αφηγητή στην αρχή και μετρ στην πορεία (Γιώργος Κοτανίδης), ο οποίος με τις γαστριμαργικές του δημιουργίες επεμβαίνει τη στιγμή που δεν πρέπει. Τα προβλήματα των δύο ζευγαριών στο γάμο τους, με τα παιδιά τους, αλλά και οι άλυτες διαφορές μεταξύ αδερφών τίθενται επί τάπητος και η πλοκή κορυφώνεται όταν ο Σερζ δηλώνει την απόφαση του να αποσύρει την υποψηφιότητα του για την Πρωθυπουργία.

deipno meleme texnes plus

Επομένως, είναι ένα έργο του οποίου η θεματική πραγματεύεται το θεσμό της οικογένειας που υφίσταται κρίση σε όλες τις εκφάνσεις του. Δημιουργεί προβληματισμό για το αξιακό σύστημα και τους οικογενειακούς δεσμούς συνολικά, είτε αυτοί είναι αδερφικοί, γονεϊκή ή συζυγικοί. Άρα, έχει και πολιτική ταυτότητα.

Το έργο ακροβατεί ανάμεσα στην ηθική και την ακεραιότητα και την απόδοση της δικαιοσύνης για μια αποτρόπαια πράξη. Στην αρχή γίνεται απόπειρα συγκάλυψης των προθέσεων των παρισταμένων, καθώς και μιας υποβόσκουσας μεταξύ τους αντιπάθειας. Στην πορεία οι μάσκες πέφτουν και ένας -ένας αποκαλύπτεται. Ως που είναι διατεθειμένοι να φτάσουν για να προστατέψουν τα παιδιά τους; Υπάρχει αγάπη ή συμφέρον στη μεταξύ τους σχέση;

Συχνά επαναλαμβάνεται στο έργο «Δεν είναι ανάγκη να ξέρουμε τα πάντα ο ένας για τον άλλον για να είμαστε ευτυχισμένοι». Έτσι είναι; Διλήμματα δημιουργούνται στο θεατή που προβληματίζεται με τα όσα διαδραματίζονται μπροστά του.

Η παράσταση στο Σύγχρονο Θέατρο σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ καταφέρνει να περάσει την ατμόσφαιρα του ψυχολογικού θρίλερ που απαιτείται και να εντείνει τα συναισθήματα του θεατή.Διαθέτει πέντε δυνατούς ηθοποιούς, ένα μεστό κείμενο, όμως η σκηνοθεσία δεν τους αξιοποιεί στο μέγιστο βαθμό. Έλειπε το στοιχείο της κορύφωσης. Έξυπνο το εύρημα της ενδυνάμωσης το ρόλο του μετρ (δεν λειτουργεί έτσι στο βιβλίο), προσδίδει σε θεατρικότητα.

Ένα πρωτότυπο και λειτουργικό σκηνικό δέσποζε στο κέντρο της σκηνής (Μιχάλης Σαπλαούρας), το οποίο περιστρεφόταν και συγκαταλέγεται στα συν της παράστασης. Ο ευερέθιστος Πολ, χαρακτήρας που υποδυόταν ο Στέλιος Μάινας αν και στο σύνολο του έπειθε, είχε στιγμές υπερβολής. Άψογη η Κατερίνα Λέχου ως Κλαιρ. Αποτύπωσε μια γυναίκα που πέρασε μια βαριά αρρώστια και τώρα προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατήσει την ισορροπία του σπιτιού της και να βγάλει το παιδί της από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει. Με στοιχεία ανωτερότητας στην αρχή και ξεσπάσματα στο τέλος, ξεχωρίζει. Από το έτερο ζευγάρι, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, ως Σερζ δημιούργησε το προφίλ του πολιτικού που εκμεταλλεύεται την εξουσία του για να τραβήξει θηλυκά, αλλά και το παιδί του για να το παίξει αδέκαστος πολιτικός. Η Μπαμπέτ της Κατερίνας Μισιχρόνη αρκετά καλή, ιδιαίτερα τη στιγμή, που εκρήγνυται εναντίον του συζύγου της. Σε καθοριστικό ρόλο έως και μεταφυσικό ο Γιώργος Κοτανίδης που ξεκινά και κλείνει το έργο. Άλλοτε ειρωνικός, άλλοτε ατσαλάκωτος μετρ.

Φωτισμοί που συμβάλλουν στην ατμοσφαιρικότητα από την έμπειρη Μελίνα Μάσχα και καλαίσθητα κοστούμια από την Βασιλική Σύρμα συμπληρώνουν την παράσταση.

 

Διαβάστε εδώ μια παλιότερη συνέντευξη της Λιλλύς Μελεμέ στο Texnes-plus.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη
 
«Η Βασίλισσα του εγκλήματος»: με αυτόν τον τίτλο είναι γνωστή η Αγγλίδα συγγραφέας Αγκάθα Κρίστι, η οποία έχει στο ενεργητικό της ογδόντα τουλάχιστον αστυνομικά μυθιστορήματα, με βασικό πρωταγωνιστή τον δαιμόνιο ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό, γεγονός που την καθιστά τη σημαντικότερη εκπρόσωπο του είδους. Ο ιδιοφυής ντετέκτιβ Πουαρό με το περίεργο μουστάκι και τη βέλγικη προφορά έγινε διάσημος στα πέρατα του κόσμου για την αποτελεσματικότητα του στο να εξιχνιάζει εγκλήματα. Τα μυθιστορήματα της Αγκάθα Κρίστι έχουν κάνει ρεκόρ πωλήσεων. Ρεκόρ που ανέρχεται σε ένα δισεκατομμύριο αντίτυπα στα Αγγλικά, ενώ έχουν μεταφραστεί σε τουλάχιστον εκατό γλώσσες με ανάλογη επιτυχία. Εξάλλου, διασκευές των έργων της έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο ουκ ολίγες φορές. Εν προκειμένω, το αριστούργημα της «Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές» του 1934, βγήκε για πρώτη φορά στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1974 και τελευταία το 2017, ενώ την ίδια τύχη είχε και «Το έγκλημα στον Νείλο» και πολλά άλλα. Όπως ήταν φυσικό η επιτυχία μεταφέρθηκε και στο θέατρο. Στο Λονδίνο από το 1952 μέχρι σήμερα παίζεται «Η Ποντικοπαγίδα» της. Αν και θεατρικά ανεβάσματα έργων της έχουμε παρακολουθήσει στην Αθήνα αρκετές φορές, είναι η πρώτη φορά για «Το έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές» στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη. Η απόδοση του μυθιστορήματος σε θεατρικό κείμενο είναι του Κεν Λούντβιχ.
 
Ο Πουαρό έχοντας φέρει εις πέρας την πιο δύσκολη υπόθεση που είχε ποτέ αναλάβει, φεύγει από την Κωνσταντινούπολη με πρόθεση να κάνει διακοπές. Επιθυμεί να ταξιδέψει με το Όριεντ Εξπρές. Τυχαία συναντά τον παλιό του φίλο και διευθυντή της σιδηροδρομικής εταιρίας κύριο Μπουκ, που ταξιδεύει στη Λωζάννη για δουλειές, ο οποίος τελευταία στιγμή του εξασφαλίζει μια θέση, αν και το τρένο ταξιδεύει γεμάτο. Μια τρομερή χιονοθύελλα αναγκάζει το Όριεντ Εξπρές να ακινητοποιηθεί κάπου στη Γιουκοσλαβία. Συντελείται ένας φόνος, αυτός του Σάμιουελ Ράτσετ. Τον βρίσκουν μαχαιρωμένο οκτώ φορές στο στήθος και ο Μπουκ για να μην διακινδυνεύσει να πέσει στις Γιουκοσλαβικές αρχές η εξιχνίαση του εγκλήματος αυτού και πληχθεί το όνομα της εταιρίας που εκπροσωπεί, παρακαλεί τον Πουαρό να το αναλάβει. Οκτώ ύποπτοι που φαινομενικά τίποτα δεν τους συνδέει, συνταξιδεύουν, όχι τυχαία. «Κάτι ακαθόριστα παράξενο υπάρχει σε όλους αυτούς τους ανθρώπους» λέει ο Πουαρό διαισθανόμενος τη σχέση τους. Ένα έγκλημα που είχε συγκλονίσει την Αμερική λίγα χρόνια πριν, αυτό της απαγωγής και δολοφονίας της μικρής Νταίζη Άμστρονγκ γίνεται ο συνδετικός κρίκος που ενώνει τους επιβάτες του βαγονιού Καλέ. (Η έμπνευση για τη συγγραφή του μυθιστορήματος αρχικά προήλθα από την αληθινή ιστορία απαγωγής και δολοφονίας του μωρού του διάσημου αεροπόρου Τσαρλς Λιντμπεργκ). Ο Πουαρό κατά τη συνήθη τακτική του, τους ανακρίνει όλους και παρά το δύσκολο της υπόθεσης ξεδιπλώνει το νήμα της δολοφονίας του Ράτσετ παραδεχόμενος ότι οι θύτες είναι πληγωμένες ψυχές που ζητούν εκδίκηση προκειμένου να ηρεμήσουν και να αποδώσουν δικαιοσύνη.
 
orient express
 
Οι επιβάτες του Όριεντ Εξπρές, ο Έκτωρ Μακ Κουήν (Άγγελος Μπούρας,), γραμματέας του Ράτσετ, ο Πιέρ Μισέλ (Τάκης Παπαματθαίου), ελεγκτής του τρένου, η κόμισσα Αντρένι (Λένα Δροσάκη), η Έλεν Χάμπαρντ (Κάτια Δανδουλάκη), η πριγκίπησσα Νατάλια Ντραγκομίρωφ (Όλγα Πολίτου), η συνοδός της, Γκρέτα Όλσον (Ταμίλα Κουλίεβα), η Μαίρη Ντέμπεναμ (Τάνια Τρύπη) και ο συνταγματάρχης Άρμπουθνοτ (Λευτέρης Ζαμπετάκης) είναι ύποπτοι για το φόνο του Σάμιουελ Ράτσετ ή στην πραγματικότητα του έργου, Μπρούνο Κασέτι, που απήγαγε και σκότωσε τη μικρή Νταίζη Αρμστρόνγκ (Αντώνης Καφετζόπουλος).
 
Ο Ηρακλής Πουαρό (Δάνης Κατρανίδης) δεν μπορεί παρά να υποκύψει στο αίτημα του φίλου του Μπουκ (Τάσος Χαλκιάς) να βρει τον ένοχο πριν τις αρχές, ώστε να μην πληχθεί το κύρος της εταιρίας και επιδίδεται με πάθος στην στοιχειοθέτηση των κομματιών του παζλ που θα τον οδηγήσουν στον δράστη.
 
Η παράσταση στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη εντυπωσιάζει καταρχήν με τα υπέροχα κοστούμια της Ιωάννα Τσάμη και τα πλούσια σκηνικά  του Γιώργου Γαβαλά και της  Μαίρης Τσαγκάρη, αλλά και τον πολυμελή θίασο που απαρτίζεται από ονόματα ηθοποιών με τεράστια πείρα, όπως προαναφέρθηκε. Κάτι τέτοιο δηλώνει ότι πρόκειται για μια παραγωγή που μπήκε στη διαδικασία να ξοδέψει χρήματα σε μια εποχή που τα σκηνικά θα τα χαρακτήριζες αφαιρετικά, τα κοστούμια λιτά και τον αριθμό των ηθοποιών περιορισμένο. Εδώ όμως στήνεται ένα βαγόνι με κουκέτες, υπάρχει περιστρεφόμενη σκηνή, χιονισμένο τοπίο και εναλλαγή προσεγμένων κοστουμιών. Ατμοσφαιρικοί οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου
danis katranidis
 
Δραματουργικά μιλάμε για ένα πασίγνωστο έργο με γοητευτική πλοκή και ανατροπές, του οποίου το βάρος σηκώνει επάξια ο Πουαρό, Δάνης Κατρανίδης. Με μάτια που λάμπουν από πάθος και ένταση προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα για το φόνο. Το ένστικτο του τον οδηγεί στο να απορρίψει εξαρχής την δελεαστική προσφορά για προστασία που του προτείνει ο Ράτσετ : «Δεν μου αρέσει το πρόσωπο σας. Αρνούμαι». Εκπληκτικός ως Πουαρό ο Κατρανίδης κρατάει το μεγαλύτερο μέρος του έργου με την επαγγελματική διαστροφή που χαρακτηρίζει τον δαιμόνιο ήρωα του.
 
dandoylaki
 
Ακολούθως, η Ταμίλα Κουλίεβα με προφορά όπως την ήθελε ο χαρακτήρας που υποδύεται, δίνει τον καλύτερο της εαυτό. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος σε ρόλο που του ταιριάζει απόλυτα, αποδίδει απόλυτα το προφίλ ενός κακοποιού. Η Όλγα Πολίτου, η πριγκίπησσα Ντραγκομίρωφ, αγέρωχη, ψύχραιμη, με ελιτίστικο στυλ, ενδύεται τον ρόλο της και μας αρέσει. Ο Τάσος Χαλκιάς πολύ καλός ως Μεσιέ Μπουκ. Κρατώ την ατάκα του: «Το Όριεντ Εξπρές είναι ένα ποίημα με ρόδες». Εν συνεχεία, η Κάτια Δανδουλάκη, ως Έλεν Χάμπαρντ ή για το έργο, Λίντα Άρντεν, σε μικρό αλλά καίριο ρόλο, γοητευτική σαν σταρ και εντυπωσιακή όσον αφορά την μεταμόρφωση της για τις ανάγκες του ρόλου, με κωμικές στιγμές κρύβει καλά το μυστικό της. Η Τάνια Τρύπη ως Μαίρη Ντέμπεναμ κάνει ένα μικρό πέρασμα, όπως και η Λένα Δροσάκη, η οποία σε στιγμές μοιάζει αμήχανη. Αξιοπρεπής στο ρόλο του, ο Λευτέρης Ζαμπετάκης ενώ ο Άγγελος Μπούρας έχει χτίσει μια ενδιαφέρουσα περσόνα
 
Η σκηνοθεσία του Αντώνη Καλογρίδη ήταν εμπνευσμένη σε σημεία. Αναφέρω χαρακτηριστικά την εξαιρετική σκηνή με τα μαχαίρια, ένα έξυπνο εύρημα. Εντούτοις, το έργο χάνει κάπως στην αγωνία που θεωρητικά διακατέχει το θεατή, όταν παρακολουθεί ένα αστυνομικό έργο. Λείπει η αγωνία για τη συνέχεια και η περιέργεια για τη λύση του εγκλήματος.
 
Συνολικά αποτιμώντας την παράσταση θα της έβαζα θετικό πρόσημο, αν και υπήρξαν στοιχεία που δεν με κάλυψαν απόλυτα.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

ANIXNOS

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Τα "Καβουράκια"συνεχίζονται για 5 παραστάσεις στο Studio Μαυρομιχάλη. 

5 τελευταίες παραστάσεις

Πέμπτη 21 Μαρτίου στις 18:45

Και ακόμη 4 Τετάρτες 27/3, 3/4, 10/4, 17/4 στις 18:45

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία