Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Νατάσα Κωνσταντινίδη

Νατάσα Κωνσταντινίδη

Η Εταιρία Θεάτρου «Ηθικόν Ακμαιότατον» παρουσιάζει στο Θέατρο Θησείον, ΈΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ το εμβληματικό έργο του Λόρκα «ΓΕΡΜΑ», σε σκηνοθεσία Θανάση Σαράντου.

Γέρμα, από το επίθετο yermo (λατινικά eremus) που έχει κοινά στοιχεία με το ελληνικό έρμος και είναι ομόηχο με την ελληνική λέξη γέρμα που σημαίνει δύση, τέλος. Επομένως, στο αριστουργηματικό ποιητικό έργο του Λόρκα, του 1934, ο θεατής προïδεάζεται για την τραγικότητα της ηρωίδας ήδη από τον τίτλο που φέρει. Η «Γέρμα» ανήκει στην λεγόμενη «Αγροτική Τριλογία» μαζί με τον «Ματωμένο Γάμο» και το «Σπίτι της Μπερνάλντα Άλμπα», τα οποία έχουν κοινό σημείο την προσπάθεια απελευθέρωσης της υποταγμένης στον άντρα γυναίκας. Το έργο συστήνεται στο ελληνικό κοινό το 1961 από το Εθνικό Θέατρο σε μετάφραση και σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού, ενώ το ίδιο θέατρο το 2000 ανεβάζει «Γέρμα» σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη και σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου.

Η Γέρμα είναι η άκαρπη γυναίκα, η έρημη, εκείνη που προσδοκά ένα γιό. Αυτός είναι ο λόγος που πήρε τον άντρα που της έδωσαν. Περιμένοντας το γιό που δεν έρχεται, μαραίνεται. «Όσο φουντώνει η λαχτάρα τόσο λιγοστεύει η ελπίδα». Πρόκειται για ένα έργο γεμάτο συμβολισμούς. Εκτός από την έρημη Γέρμα, έχουμε την απουσία ανδρισμού του Χουάν-Γιάννη, στον αντίποδα του οποίου υπάρχει ο ανδρισμός του Βίκτωρ και τη γονιμότητα της Μαρίας και της Γριάς απέναντι στην έλλειψη γονιμότητας από το σόι του Χουάν-Γιάννη.

Για την Γέρμα ο Γιάννης δεν είναι σύντροφος, αλλά ένα μέσο για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα, που είναι ο γιός. Ο διακαής αυτός πόθος κατακλύζει το μυαλό και την καρδιά της, τόσο που αρχίζει να πιστεύει «ο γιός μου είμαι εγώ». Καταλήγει όμως να σκοτώσει τον άντρα της και μαζίτου την μοναδική ευκαιρία να γίνει μάνα. Κάνει μια αυτοκαταστροφική θα έλεγα επανάσταση, κόντρα στα ήθη του καιρού της. «Κάθε γυναίκα έχει αίμα για τέσσερα και για πέντε παιδιά. Κι αν δεν τα κάνει, το αίμα μέσα της φαρμακώνεται». Όπως θα φαρμακωθεί και το δικό της. Όταν ο Γιάννης της λέει να ξεχάσει το παιδί «γιατί είναι άπιαστο και έξω απ’ τη ζωή» τον σκοτώνει αναφωνόντας «Το γιο μου σκότωσα με τα ίδια μου τα χέρια».

Η παράσταση που παρακολουθήσαμε σε σκηνοθεσία Θανάση Σαράντου μας μεταφέρει κάπου στην Ήπειρο, σε ένα ορεινό χωριό. Κερδίζει από την αρχή τις εντυπώσεις για την απίστευτα λυρική μετάφραση της ποιήτριας κατά βάση, εκτός από μεταφράστριας, Τζένης Μαστοράκη, η οποία σε κάνει να συγκινήσε διπλά όταν τα λόγια της προφέρονται από την Πηνελόπη Μαρκοπούλου, στον κεντρικό ρόλο της Γέρμας. Παίρνει πάνω της σχεδόν όλο το έργο σε μια άρτια ερμηνεία, απόλυτα εσωτερική, με γκάμα συναισθημάτων. Ερμηνεύει με καθαρότητα και ευαισθησία την αιώνια γυναίκα που επιθυμεί να τεκνοποιήσει, στερείται, υποτάσσεται στα ‘’πρέπει’’ της κοινωνίας που ζει, αποσιωπά τον πόθο της για έναν άλλο άντρα, τον οποίο αφήνει να φύγει. «Είναι κάποια πράματα που δεν αλλάζουν, που είναι φυλακισμένα πίσω από τους τοίχους, κι αυτά δεν μπορούν ν΄αλλάξουν γιατί δεν τα ακούει κανείς. Όμως αν μπορούσαν να πεταχτούν και να ουρλιάξουν, θα πλημμύριζαν τον κόσμο», λέει στον Βίκτωρ με φωνή πνιγμένη σε λυγμούς. Συγκλονιστική η Γέρμα της, καθηλωτική η ερμηνεία της, μας συνεπήρε στην οδύνη της.

Στο ρόλο του σκληρού, στιβαρού εργάτη Γιάννη, ο οποίος καταλαβαίνει μόνο ότι πιάνουν τα χέρια του και αυτό που βλέπει με τα μάτια του, ο Τάσος Σωτηράκης, που αποτυπώνει το χαρακτήρα του συζύγου με σοβαρότητα και ψυχρότητα, όπως ταιριάζει στον ήρωα του. Δεν αντιλαμβάνεται το μαρασμό της συζύγου του, την ψέγει γιατί γυρνά και τον ντροπιάζει, κι ενώ εκείνη τον κατηγορεί: «την ερημιά μου δεν την βλέπεις;», εκείνος παραμένει ατάραχος και εγκλωβισμένος στο δικό του κόσμο, όπου στο επίκεντρο είναι η δουλειά.

Ο Θανάσης Σαράντος ως Βίκτωρ, απόλυτα συνεπής με τον ήρωα του, είναι διακριτικός, απόμακρος, αλλά και τρυφερός απέναντι στην Γέρμα και αφήνει να εννοηθεί ότι ανταποκρίνεται στα αισθήματα της, όμως φεύγει γιατί οδηγείται σε αδιέξοδο.

Η δροσερή νότα στην παράσταση είναι η Μαρία, το ρόλο της οποίας έχει η Βασιλίνα Κατερίνη. Η Κατερίνη στέκεται απέναντι στην Γέρμα και της λέει: «Δεν αντέχω τη ζήλια σου», στην πραγματικότητα όμως δεν πρόκειται για ζήλια, φτώχεια είναι. Η Μαρία με την παρουσία της λειτουργεί σαν ελπίδα.

Άφησα για το τέλος την απίθανη Βίλμα Τσακίρη. Τι μπορεί να πει κανείς για την κυρία αυτή του θεάτρου. Έμπειρη, με μπρίο και τσαχπινιά, σκιαγραφεί τη γητεύτρα Ντολόρες, αλλά και την καρπερή Γριά του έργου, με το δικό της μοναδικό τρόπο και μαγεύει.

 

Ο Θανάσης Σαράντος ως σκηνοθέτης στήνει μια ατμοσφαιρική και καίρια παράσταση, σεβόμενος την ποιότητα του κλασικού κειμένου, βοηθούμενος από το ευφάνταστο σκηνικό της Φιλάνθης Μπουγάτσου, (ένα ξερό και απογυμνωμένο δέντρο όπως η ηρωίδα, δεσπόζει στη σκηνή), το φωτισμό του Αλέξανδρου Πολιτάκη, που εστιάζει στις εκφράσεις των προσώπων των ηρώων, αλλά και από τους ηθοποιούς. Η σκηνή του τέλους μαγική, καθώς και η μυσταγωγική σκηνή με τα αναμμένα κεριά.Η πρωτότυπη παραδοσιακή μουσική που συντήνει στην ατμόσφαιρα της παράστασης είναι έργο του Κωνσταντίνου Ευαγγελίδη, ενώ τα προσεγμένα κοστούμια της Μπιάνκας Νικολαρέιζη.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

 

1994, η Νότια Αφρική γίνεται Δημοκρατία. 25 χρόνια μετά το Θέατρο Αγγέλων Βήμα, σε ανάμνηση της ημερομηνίας αυτής παρουσιάζει ένα πρότζεκτ που τιτλοφορείται «Χώρα αναφοράς: Νότια Αφρική». Στα πλαίσια αυτού του πρότζεκτ συστήνει στο αθηναïκό θεατρόφιλο κοινό τον ακτιβιστή συγγραφέα Μάικ Βαν Γκράαν και το έργο του «Όταν τα χελιδόνια κλαίνε», «When swallows cry», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του έργου στα αγγλικά. Η επιλογή του έργου αυτού απόλυτα εύστοχη, σα γροθιά στο στομάχι του ευαισθητοποιημένου σύγχρονου ανθρώπου, δεδομένου ότι πραγματεύεται το επικίνδυνο ζήτημα της μετανάστευσης και της λαθρομετανάστευσης καθώς και της ομηρίας προσώπων, παρουσιάζεται από τις 29 Μαρτίου και μέχρι τέλος Μαïου στο Αγγέλων Βήμα σε σκηνοθεσία Θοδωρή Βουρνά. Έργο σκληρό με αλήθειες που καίνε, βία, περιγραφές ξεριζωμού, ανθρώπων που σαν τα χελιδόνια αλλάζουν τόπο διαμονής για να προστατευτούν, είναι τα θέματα που συνθέτουν το έργο του Μάικ Βαν Γκράαν σε μια πολύ εύγλωττη απόδοση της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα- Καλογήρου. Τρεις ιστορίες σε τρεις διαφορετικές ηπείρους , μπλέκονται η μια μέσα στην άλλη και ο θεατής παρακολουθεί την εξέλιξη τους σα σε ταινία view master. Εναλλαγή ιστοριών, χωρών, ηπείρων σε γρήγορους ρυθμούς. Η πρώτη ιστορία εκτυλίσσεται κάπου στην Αφρική, όπου ο Διοικητής και ένας στρατιώτης, συνεργάτες της εξτρεμιστικής ισλαμιστικής οργάνωσης Μπόκο Χαράμ κρατούν όμηρο για λύτρα έναν «δυτικό», δάσκαλο από Καναδά, του οποίου ο πατέρας τυγχάνει να είναι ο ιδιοκτήτης του ορυχείου της περιοχής. Η δεύτερη ιστορία μας τοποθετεί σε γραφείο εισόδου μεταναστών στον Καναδά, όπου ανακρίνεται ένας Σομαλός υπήκοος, ο οποίος αν και μπήκε νόμιμα στη χώρα κινεί τις υποψίες απ΄το γεγονός και μόνο της καταγωγής του. Η τρίτη ιστορία λαμβάνει χώρα στην Αυστραλία, όπου δύο άντρες από Ζιμπάμπουε βρίσκονται σε κέντρο κράτησης της χώρας. Έχοντας περάσει δια πυρός και σιδήρου κατάφεραν να ξεφύγουν από τη χώρα τους απολύτως αποφασισμένοι να μη γυρίσουν πίσω με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής.

 

Ο θεατής δε μένει ασυγκίνητος απέναντι σε όσα διαδραματίζονται μπροστά του διατηρώντας τις αισθήσεις του σε εγρήγορση. Το δίπολο θύτης-θύμα που εναλλάσσεται στις ιστορίες σε βάζει στη διαδικασία να σκεφτείς ότι τα όρια ανάμεσα στις δύο καταστάσεις γίνονται εξαιρετικά δυσδιάκριτα κάποιες φορές. Στην πραγματικότητα η εγγύτητα των δύο εννοιών ξαφνιάζει. Στο έργο ερχόμαστε σε επαφή με την ανθρώπινη πλευρά του θύτη, αλλά και με την προσπάθεια επιβίωσης του θύματος που μεταχειρίζεται τεχνάσματα για «να τη βγάλει καθαρή».

Η σκηνοθεσία του Θοδωρή Βουρνά στηρίζεται στις υποκριτικές δυνατότητες των τριών ηθοποιών του και ξαφνιάζει ευχάριστα για το συνδυασμό συναισθημάτων και εναλλαγής «σκηνικού». Οι σκηνοθεσίες τα τελευταία χρόνια έχουν προκαλέσει αίσθηση και αυτό το έργο αποτελεί ένα στοίχημα που το κέρδισε.

Ο Μανώλης Κλωνάρης έχει σκηνική παρουσία ιδανική για τους ρόλους που υποδύεται, ενώ τον ξεχωρίσαμε σε αυτόν του Διοικητή. Σκληρός ως Διοικητής, αλλά και με ευαισθησίες τελικά.

Ο Άγγελος Ανδριόπουλος εξαιρετικός ως Καναδός δάσκαλος, «Μια νέα κυβέρνηση χρειάζεται μόρφωση», αλλά και ως αδίστακτος εκτελεστής στην άλλη ιστορία.

Ο Τάκης Παρασκευόπουλος ξεχώρισε στο ρόλο του στρατιώτη και μας συγκίνησε «Ο στρατιώτης αγαπάει τον Διοικητή του».Τρεις νέοι ηθοποιοί σε απόλυτη αρμονία.

Το λιτό σκηνικό όπως και τα κοστούμια επιμελήθηκε η Κασσιανή Λεοντιάδου. Οι προσεγμένοι φωτισμοί είναι του Βαγγέλη Μούντριχα.

 

 

 

 

Απο τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

 

Αν κι οι παραστάσεις στη θεατρική Αθήνα καλά κρατούν, η αυλαία για τις περισσότερες, που θα αναφερθούν παρακάτω έχει πέσει. Η γεύση που άφησαν είναι ακόμα νωπή και την καταθέτουμε. Μονόλογος, είδος δύσκολο, απαιτητικό, για λίγους, το οποίο αν κι αποτελεί πρόκληση για τον ηθοποιό, ενέχει κινδύνους.

Τα τελευταία χρόνια πολλοί ηθοποιοί επιχειρούν να δοκιμαστούν στο είδος, άλλοτε με επιτυχία κι άλλοτε όχι. Επιπλέον, η καλλιτεχνική επιτυχία συχνά δε συνοδεύεται κι από εμπορική, αλλά αν με ρωτάτε, αξίζει το ταξίδι. Κάποιες παραστάσεις ανέβηκαν για δεύτερη, τρίτη … έως και πέμπτη φορά κρατώντας ζωηρό το ενδιαφέρον του κοινού. Όσες παρακολούθησα και μου άρεσαν θα τις μοιραστώ μαζί σας με τη σειρά που τις παρακολούθησα κι όχι σύμφωνα με την ποιότητα της παράστασης ή το μέγεθος των εντυπώσεων.

o marx sto soxo 2

Η θεατρική χρονιά 2018-2019 ξεκίνησε δυναμικά με τον Μαρξ στο Σόχο (1999) του Χάουαρντ Ζιν στο Θέατρο Άλμα. Παράσταση, την οποία είχα παρακολουθήσει και στο παρελθόν, το 2012 συγκεκριμένα στο Τριανόν, όπου και τότε ο Άγγελος Αντωνόπουλος είχε αναμετρηθεί, για τέσσερα χρόνια, με την προσωπικότητα του φιλόσοφου Καρλ Μαρξ. Μια φορά δεν μου είναι ποτέ αρκετή για τέτοιες ερμηνείες, έτσι βρέθηκα τον Οκτώβριο στο Άλμα για να δω τον βετεράνο ηθοποιό να ερμηνεύει και να σκηνοθετεί, αυτή τη φορά, τον εαυτό του σε μια προσπάθεια να θυμίσει στους παλιούς και να γνωρίσει στους καινούργιους τον αμφιλεγόμενο Μαρξ, αποκαθιστώντας τη φήμη του. Ο Μαρξ επιστρέφει από τον άλλο κόσμο και γραφειοκρατικό λάθος τον ρίχνει στο Σόχο της Νέας Υόρκης. Θαυμάσια αφήγηση, στην οποία κυριαρχούν η προσωπική συγκίνηση του ηθοποιού, αλλά κι η απογοήτευση του Μαρξ. «Αυτό είναι ο Κομμουνισμός για τον οποίο εγώ έδωσα τη ζωή μου;-Το να σκοτώνεις αυτόν που διαφωνεί μαζί σου;», Υποκριτική δεινότητα, αμεσότητα, αλήθεια, συνθέτουν την ερμηνεία του. Ο συγκινητικός Άγγελος Αντωνόπουλος συνεχίζει να μαγεύει το κοινό του κι αυτό δεν το αποδεικνύουν μόνο τα sold out στο Άλμα.

 

Τεράστια, ειλικρινά, έκπληξη δοκίμασα λίγες μέρες αργότερα στο Θέατρο Σημείο στην παράσταση που έστησε εξ’ ολοκλήρου ο Νίκος Χατζηπαππάς, «Ο Ζιλ και η νύχτα». Ένα έργο του Ούγκο Κλάους του 1988. Το φαινόμενο Ζιλ Ντε Ρε δεν προκαλεί το ενδιαφέρον απλά ως ιστορικό πρόσωπο, ως ένας εγκληματίας σοκαριστικών κι αποτρόπαιων πράξεων, που τον εξομοιώνουν με τέρας, ούτε είναι απλά μια θεατρική πρόκληση, αλλά έχει και ψυχιατρικό ενδιαφέρον, αν ερμηνεύσει κανείς τη μεταστροφή αυτής της ακραίας προσωπικότητας. Όποιος βίωσε την εμπειρία της παράστασης αυτής δύσκολα θα ξεχάσει τον πρωταγωνιστή που επιχειρεί για 150 λεπτά έναν υποκριτικό άθλο. Ο Χατζηπαππάς συντρίβεται, δονεί με τη φωνή του, σε κάνει να ανατριχιάζεις με τις αποκαλύψεις του και το διαπεραστικό «τρελό» του βλέμμα. Βγήκα τρέμοντας από το θέατρο. Η παράσταση έχει ολοκληρώσει τον πρώτο κύκλο της στην Αθήνα και βρίσκεται σε περιοδεία. Ελπίζουμε να το ξαναδούμε.

Νοέμβριος και τα βήματά μου με φέρνουν στο Altera Pars για να παρακολουθήσω Πιραντέλλο, τον οποίο λατρεύω και Άρη Λεμπεσόπουλο, τον οποίο εμπιστεύομαι. «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα», μια νουβέλα, ένα κλασικό έργο που στα χέρια του Άρη Λεμπεσόπουλου, ο οποίος στη σκηνοθεσία συμπράττει με τον Τάσο Ιορδανίδη, παίρνει νέα πνοή. Απόλαυση. Το είδα, το ξαναείδα…και το ξαναείδα, και κάθε φορά ήταν σαν να έβλεπα μια διαφορετική παράσταση. Αυτοσχεδιασμός και δόσιμο ψυχής χαρακτηρίζουν την ερμηνεία αυτή. Ο Λεμπεσόπουλος οργώνει, στην κυριολεξία, τη σκηνή με ποδήλατο, χορεύει, τραγουδά, φιλοσοφεί σε έναν ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Στην ωριμότερη στιγμή της καριέρας του τόλμησε να κάνει κάτι που τουλάχιστον εγώ δεν είχα ποτέ φανταστεί.

MAKRHS FOTHS

Δεκέμβριος και βλέπω «Το Κιβώτιο», το εμβληματικό μυθιστόρημα του Άρη Αλεξάνδρου, που παιζόταν για τέταρτη φορά στο Studio Μαυρομιχάλη, με πρωταγωνιστή τον Φώτη Μακρή, ο οποίος έπαιζε και σκηνοθετούσε.

Βρισκόμαστε στα τέλη του Ελληνικού Εμφυλίου. Μια ομάδα ανταρτών πρέπει να περάσει από εχθρικό έδαφος για να παραδώσει ένα κιβώτιο αγνώστου περιεχομένου στη διοίκηση μιας ανταρτοκρατούμενης πόλης. Στη δύσκολη αυτή αποστολή οι συμμετέχοντες χάνονται ένας - ένας. Ο μοναδικός αντάρτης, ο οποίος επιβιώνει και τελικά παραδίδει το κιβώτιο στους συντρόφους του συλλαμβάνεται και φυλακίζεται, όταν διαπιστώνεται ότι το κιβώτιο είναι άδειο. Κλεισμένος σε ένα δωμάτιο συντάσσει αναφορές στον ανακριτή, εξηγώντας τις συνθήκες και διακηρύσσοντας περίτρανα την αθωότητά του. Ο συγκεκριμένος μονόλογος, αν και είναι μακριά από το πεδίο έρευνας και ενδιαφέροντός μου, με κέρδισε, γιατί είδα έναν ηθοποιό να χειρίζεται με σοβαρότητα και προσήλωση ένα κείμενο σαν κι αυτό και με έπεισε για το ότι είναι ο ταραγμένος ήρωας, ο οποίος σταδιακά χάνει τις δυνάμεις του και φτάνει στο σημείο να αμφισβητεί ότι πιο σημαντικό στη ζωή του, τις ίδιες του τις πεποιθήσεις του.

DeProfundis3 s 1280x640

Γενάρης κι, επιτέλους, στο παρά πέντε της λήξης των παραστάσεων, παρακολουθώ το De Profundis του Όσκαρ Ουάιλντ στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα με τον Νίκο Νίκα. Η παράσταση, που δεν είχε τύχει να τη δω από το 2016, και παίζεται κατά διαστήματα, απλά, με καθήλωσε. Λυρισμός, εσωτερικότητα, λυγμός. Ένα κατηγορώ του Όσκαρ Ουάιλντ από τη φυλακή, στον άνθρωπο που τον αγάπησε και προδώθηκε και που εξαιτίας του έχασε τα πάντα, αλλά κυρίως την αξιοπρέπειά του και την υγεία του, που επιδεινώθηκε από τον εγκλεισμό του στη φυλακή εδηγώντας τον στο θάνατο. Ο Νίκας κατέθεσε κομμάτια από τον εαυτό του στην ερμηνεία αφού και ακόμα κι η όψη του φαινόταν αποδυναμωμένη.

 

ANTINOOS ALMPANHS

Στη συνέχεια, «Το φινιστρίνι» του Βασίλη Ρίσβα με τον Αντίνοο Αλμπάνη στο Από μηχανής Θέατρο. Νευρώσεις και περιθωριοποίηση του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος δεν πληροί τις απαιτούμενες, από την κοινωνία, προυποθέσεις. Κρυβόμαστε πίσω από το προσωπικό μας φινιστρίνι, αδυνατούμε να επικοινωνήσουμε με τους άλλους, τους κατηγορούμε για όλα τα δεινά μας κι όταν αποφασίζουμε να ζητήσουμε βοήθεια διαπιστώνουμε πως δεν υπάρχει κανείς, όπως κι ο ήρωας του έργου. Ένας σύγχρονος μονόλογος με κοινωνικές προεκτάσεις. Το στυλ του Αντίνοου Αλμπάνη ‘’δένει’’ με το προφίλ του ήρωα αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις. Η επιτυχία ορίζεται εξάλλου κι από το γεγονός ότι η παράσταση πήρε παράταση, οπότε μέχρι τέλος Μαΐου, όσοι πιστοί θα έχουν τη δυνατότητα να το απολαύσουν.

dalianis

Απρίλιος, και πάλι, στο Άλμα για την «Σκακιστική Νουβέλα» του αυστριακού Στέφαν Τσβάιχ με τον Γιάννη Νταλιάνη, σε σκηνοθεσία Μαριλίτας Λαμπροπούλου. Η Σκακιστική Νουβέλα γράφτηκε το 1941 εν μέσω Παγκοσμίου Πολέμου αποτελώντας το κύκνειο άσμα του αυτόχειρα συγγραφέα, που πραγματεύεται τα όρια του ανθρώπινου μυαλού σε ένα σχιζοφρενικό παιχνίδι φυγής από την πραγματικότητα. Πρόκειται για ένα πολυφωνικό μονόλογο κι εδώ έγκειται η δυσκολία του, μια κι ο Νταλιάνης καλείται να υποδυθεί όλα τα πρόσωπα της νουβέλας. Σε ένα πλοίο που ταξιδεύει από Νέα Υόρκη για Αργεντινή, ο πρωταθλητής στο σκάκι Μίρκο Τσέντοβιτς κι ο μοναχικός επιβάτης Μίστερ Μπι αναμετρώνται μπροστά από μια σκακιέρα. Ο Νταλιάνης ελέγχει πλήρως τα συναισθήματα των διαφορετικών προσώπων, τα οποία υποδύεται, ενώ γίνεται σαφής η εναλλαγή των ρόλων. Το ταξίδι του εν λόγω μονολόγου ξεκίνησε το 2013 από το Φεστιβάλ Αθηνών, συνεχίστηκε για κάποιες παραστάσεις στο Θέατρο Πορεία το 2015, κι εγώ πρόλαβα να το δω στην έβδομη από τις εννιά παραστάσεις του στο Άλμα το 2019.

DSC 0114

Θανάσης Παπαγεωργίου, Θέατρο Στοά, και «Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης» για δεύτερη χρονιά. Ο Παπαγεωργίου συνάντησε προσωπικά τον Μάρκο Βαμβακάρη το 1969 για να του ζητήσει να γράψει μουσική για την «Αυλή των Θαυμάτων» του Καμπανέλλη, που επρόκειτο να ανεβάσει στο θέατρο του. Πενήντα χρόνια μετά τον συναντά θεατρικά. Επιθυμεί να ξανασυστήσει στον κόσμο αυτό το μάγκα μουσικό, τον αλανιάρη, τον χασικλή, τον γκομενιάρη, αλλά και τον δάσκαλο. Το πετυχαίνει χρησιμοποιώντας απίστευτα εκφραστικά μέσα. Καταφέρνει μέσα από την αφήγησή του να σκιαγραφήσει τη μεταπολεμική Ελλάδα, το λαϊκό κόσμο φωτίζοντας τον Βαμβακάρη με το μοναδικό του τρόπο. Ο Παπαγεωργίου, τον οποίο παρακολούθησα δε θύμιζε σε τίποτα τον ηθοποιό που γνώριζα, καθώς μετουσιώθηκε σε Μάρκο Βαμβακάρη παραδίδοντας μαθήματα υποκριτικής κι ήθους. Ένας από τους καλύτερους Έλληνες ηθοποιούς σε έναν ρόλο που του πήγε δύο χρονιές  και που εύχομαι να πάει και τρίτο.

otzoniphretooplotou

Η σεζόν κλείνει με τον προσωπικό άθλο του Τάσου Ιορδανίδη σ’ ένα σκηνικό, το οποίο απαιτεί και την απόλυτη ακινησία. Ο ηθοποίος επιστρέφει σε μια παλιότερη επιτυχία του, το αντιπολεμικό έργο «Ο Τζόνι πήρε τ’ όπλο του» του Ντάλτον Τράμπο, γνωστό και από την ομώνυμη ταινία, τη σκηνοθεσία υπογράφει η Θάλεια Ματίκα. Η παράσταση παίζεται στο Altera Pars και ετοιμάζεται για περιοδεία το καλοκαίρι. 

 

Διαβάστε επίσης:

7 Γυναικείες Ερμηνείες Που Ξεχώρισαν! 

 

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη
 
Ο Ρώσος συγγραφέας Αλεξάντερ Γκέλμαν γεννήθηκε στην Μολδαβία το 1933. Η οικογένεια του εξοντώθηκε σε φασιστικό γκέτο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ίδιος πέρασε από πολλά επαγγέλματα μέχρι να τον κερδίσει η συγγραφή θεατρικών έργων. Αρχίζει την καριέρα του μετά τα τριαντα πέντε του χρόνια και γνωστά θεατρικά του έχουμε τουλάχιστον πέντε. Στην Ελλάδα είναι γνωστός με το έργο «Πρόσωπο με πρόσωπο», παράσταση που ανέβασαν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος το 1986, σε σκηνοθεσία Ολέγκ Εφρέμοφ, (του σκηνοθέτη από τη Μόσχα που συνεργαζόταν με τον Γκέλμαν). Το ίδιο έργο, αλλά με τον τίτλο «Και τώρα οι δυό μας» ανέβασε ο Γιώργος Κιμούλης στο Θέατρο Πόρτα το 2008 με συμπρωταγωνίστρια την Αγλαία Παππά. Το δεύτερο πιο γνωστό του έργο είναι «Το Παγκάκι», που γράφτηκε το 1983 πριν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το οποίο αυτήν την περίοδο ανεβάζει ο ίδιος ο Κιμούλης στο Θέατρο Τόπος Αλλού με παρτενέρ αυτή τη φορά τη Φωτεινή Μπαξεβάνη.
 
Με το έργο του ο Γκέλμαν φέρνει στην επιφάνεια τις σχέσεις των ανθρώπων αλλά κυρίως τη σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών. Πόση αλήθεια υπάρχει και πόσο ψέμα στη σχέση, πόσο μόνοι είναι οι άνθρωποι ακόμα κι αν συνυπάρχουν με άλλους, πόσο ευτυχισμένοι μπορούμε να γίνουμε αν κρύβουμε τον πραγματικό μας εαυτό πίσω από ψέματα.
 
 «Το Παγκάκι» προσφέρεται για τέτοιου είδους προβληματισμούς και ακόμα κι αν πρόκειται για μια ιστορία όπου εναλλάσσεται το κωμικό με το τραγικό στοιχείο, στο τέλος διαφαίνεται ότι οι άνθρωποι αν και είμαστε κοινωνικά όντα βαθιά μέσα μας παραμένουμε μόνοι κι αν όχι μόνοι, μοναχικοί. Αυτή την πικρή γεύση μου άφησε το έργο του του Γκέλμαν υπό την σκηνοθετική ματιά του έμπειρου Γιώργου Κιμούλη. Στο προσκήνιο ένας άντρας κυνηγός και μια γυναίκα που κάτι αναζητά. Στοργή; Μάλλον. Συναντιούνται τυχαία ή όχι και τόσο τυχαία σ’ ένα παγκάκι σε κάποιο πάρκο, κάπου, κάποτε, δεν έχει και τόση σημασία ούτε το που ούτε το πότε. Το έργο ξεκινά με την είσοδο ενός άντρα που από την πρώτη κιόλας στιγμή δείχνει τα χαρτιά του: «Εμένα το πρόβλημα μου είναι που δεν μπορώ να βρω γυναίκα». Οι προθέσεις του είναι ξεκάθαρες. Κάθεται στο παγκάκι καπνίζει και διαβάζει εφημερίδα. Μπαίνει μια γυναίκα και τον ρωτά : «Φωτιά; Έχετε φωτιά;». Η απάντηση αποστομωτική: «Εγώ αν έχω φωτιά. Εγώ είμαι φωτιά ολόκληρος».Εκείνη δείχνοντας το παγκάκι του λέει: «Μπορώ;». Εκείνος: «Για μας το φτιάξανε». Έξυπνοι διάλογοι, γρήγοροι, που δεν επιτρέπουν στο θεατή να κουραστεί στο ελάχιστο, ανατροπές που κρατούν το ενδιαφέρον του από την αρχή ως το τέλος, συνθέτουν την άρτια παράσταση που παρακολουθήσαμε στο ατμοσφαιρικό Θέατρο Τόπος Αλλού, στην οδό Κεφαλληνίας.
 
Το παρόν μπλέκεται με το παρελθόν και οι δύο χαρακτήρες που βαθμιδόν ξετυλίγονται αν και φαινομενικά αντίθετοι, μοιάζουν τόσο πολύ. Ανασφαλείς και οι δύο, καλύπτουν πίσω από το ψέμα τις επιθυμίες τους. Μόνοι ανάμεσα στους πολλούς. Χαρακτηριστικά λέει ο Γεγκόρ ή Νικολάι ή Φίοντορ»: «Όλοι με την οικογένεια τους μένουν, είναι μαζί;». Ενώ η Βέρα λέει: «Η μοναξιά σκληραίνει τους ανθρώπους».
Ο Γιώργος Κιμούλης, εχοντας ασχοληθεί με έργο του Γκέλμαν και στο παρελθόν γνωρίζει καλά πως ο ρόλος του ταιριάζει απόλυτα. Εναλλάσσει την κωμικότητα με την τραγικότητα στο τέλος με αριστοτεχνικό τρόπο που σε κάνει να ξεχνάς προς στιγμή ότι δεν πρόκειται για παράσταση αλλά για καθημερινή ζωή. Μαγικό.
 
Η Φωτεινή Μπαξεβάνη έχοντας και εκείνη διανύσει κάποια χιλιόμετρα στο θέατρο, στέκεται δίπλα του επάξια στο ρόλο της πονεμένης Βέρας που τα έχει χάσει όλα, αλλά εμπιστεύεται ακόμα τους ανθρώπους και τον Φίοντορ. Παρόλο που ξέρει ότι δεν μπορεί να περιμένει πολλά από αυτόν.
 
Η σκηνοθεσία του Κιμούλη επιτυγχάνει με απλότητα και με έμφαση στα πρόσωπα να πετύχει το στόχο της. Δίνει ουσία στο κείμενο και κάνει ένα απλό παγκάκι να μοιάζει σημαντικό. Πόσες εξομολογήσεις άραγε έχει ακούσει; Ο σκηνοθέτης επιμελήθηκε και το σκηνικό. Μετέτρεψε τη σκηνή σε πάρκο.
 
Η φρέσκια μετάφραση σύμφωνα με τα ελληνικά δεδομένα είναι δουλειά του Νίκου Καμτσή, ενώ οι λειτουργικοί φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου. Τα κοστούμια είναι της Σοφίας Νικολαίδη.

 

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

«Περίμενε με Ζαχαρένια, έρχομαι». Με αυτή τη φράση του Λεό προς τη μητέρα του, ανοίγει και κλείνει το άτυπο αφιέρωμα στον Παύλο Σιδηρόπουλο στο Θέατρο Αργώ. Η βραβευμένη θεατρική συγγραφέας Λεία Βιτάλη έγραψε το Rock Story το 2009, χρονιά, κατά την οποία παραστάθηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Το έργο αφορμήθηκε από την προσωπικότητα του Παύλου Σιδηρόπουλου, ο οποίος σημάδεψε, με τη σύντομη παρουσία του (πέθανε από υπερβολική χρήση ηρωίνης στα 42 του χρόνια), την ελληνική ροκ σκηνή. Ο θρύλος του «πρίγκηπα της ροκ» συνδέεται με μια εποχή, όπου οι άνθρωποι είχαν όνειρα κι ιδανικά, οραματίζονταν, όπως ο Παύλος, έναν κόσμο καλύτερο και δεν επαφίονταν στην επανάσταση του καναπέ. Το Ροκ δεν είναι απλά ένα είδος μουσικής, είναι στάση ζωής, είναι αντίσταση στο καταστημένο. Ζω απομυζώντας τη ζωή, ρουφώντας τη μέχρι το μεδούλι. Αυτό ήθελε κι ο «ο πρίγκηπας», αλλά στην πορεία έχασε τα όρια και πέρασε στην απέναντι όχθη. Δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά κι ανηψιός της Έλλης Αλεξίου και της Γαλάτειας Καζαντζάκη, ο Παύλος, από τα φοιτητικά του χρόνια, κιόλας, έδειξε το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα του.Το νοσηρό οικογενειακό περιβάλλον, ο άτυχος έρωτάς του με τη Γιόλα Αναγνωστοπούλου, επίσης τραγουδίστρια, η οποία τον μύησε, σύμφωνα με μαρτυρίες, στα ναρκωτικά, τον οδήγησαν στην αυτοκαταστροφή. Οι ουσίες τον νίκησαν, όμως, δεν έσβησαν το όραμά του για έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Η διαφορετικότητα είναι επικίνδυνη και πολεμιέται ως τέτοια.

Η συγγραφέας Βιτάλη στο έργο της δεν τον αποθεώνει, ούτε τον δικαιολογεί, υπερασπίζεται, όμως, το δικαίωμά του να είναι ο εαυτός του και να ζει σύμφωνα με τα θέλω του κι όχι σύμφωνα με τις επιβολές των άλλων.

argo

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Καραχισαρίδης έστησε μια ροκ παράσταση με πολύ ξένη ροκ μουσική. Ακούγονται, κατά τη διάρκεια της παράστασης, τραγούδια της δεκαετίας ’70 και ’80 όπως το «Dust in the wind», «I am a passenger» κ.α., καθώς και κάποια ποιήματα του Σιδηρόπουλου.Δεν ακούγεται, όμως, η φωνή κι οι στίχοι του. Ενδιαφέρουσες οι στιγμές όπου κάθε μέλος της οικογένειάς του μιλά για τη σχέση του με αυτόν, άλλοτε σαν απολογία κι άλλοτε σαν εξομολόγηση. Αναδρομές χρονικές προσθέτουν σε συναίσθημα, ενώ έμφαση δίνεται τόσο στο κεντρικό πρόσωπο, όσο και στην αρρωστημένη σχέση με τη μητέρα του.

Στο Rock Story ο Παύλος γίνεται Λεό, η μητέρα του Τζένη, Ζαχαρένια, ο πατέρας Κώστας, είναι ο Μανώλης, η αδερφή του Μελίνα παίρνει το όνομα Χρυσόφη, ενώ ο έρωτας του Σιδηρόπουλου έχει το όνομα Γιασεμή.

Ο Βασίλης Παναγιωτίδης στον ρόλο του Λεό είναι αποκάλυψη. Κρατά όλο το έργο επάνω του διαθέτοντας τόσο τις υποκριτικές, όσο και τις μουσικές ικανότητες, ώστε να δοκιμαστεί στον ρόλο αυτό με επιτυχία. Η σκηνική του παρουσία πείθει ότι απέναντί μας έχουμε έναν ροκά. Μετά την πρώτη έκπληξη της εικόνας, που δε θυμίζει σε τίποτα τον Παύλο, δικαιωνόμαστε εκ του αποτελέσματος.

Η Αιμιλία Υψηλάντη, η Ζαχαρένια του Λεό, αλλάζει μορφή όταν απευθύνεται στον γιό της, και μετουσιώνεται σε μια τρυφερή κι εξαρτημένη μάνα,που τον στηρίζει ακόμα κι όταν παίρνει πρέζα. «Είναι καλλιτέχνης, Μανώλη, δεν το βλέπεις;», φωνάζει στον σύζυγο της. Αλλά η αγάπη της φτάνει σε ακραία σημεία, όταν επεμβαίνει στη ζωή του χωρίζοντάς τον από τη Γιασεμή.

Εξαιρετικός ο Γιώργος Ζιόβας στον ρόλο του πατέρα, ο οποίος αισθάνεται ξεριζωμένος στην Αθήνα κι αδυνατεί να δείξει αγάπη στα παιδιά του. Συγκινητικός, πραγματικά, τόσο στον μονόλογό του, «Ελεύθεροι είναι οι δυνατοί», «Κι εγώ ήθελα να γίνω καλλιτέχνης», όσο κι όταν, μετά τον θάνατο της Ζαχαρένιας, προσπαθεί να σώσει ό,τι απομένει από τη σχέση του με τα παιδιά του. Αντιλαμβανόμαστε τις καλές προθέσεις του πατέρα, που όμως δεν είναι αρκετές.

Η Δήμητρα Βαμβακάρη στον ρόλο της Χρυσόφης αποτελεί τη δεύτερη προσωπική έκπληξη μετά τον Παναγιωτίδη. Μας αποσπά θετικά την προσοχή με το πόσο έχει αδικηθεί από γονείς κι αδερφό, παρ’ όλ’ αυτά κάνει προσπάθειες να βγει από την κόλαση που κουβαλάει και να φτιάξει τη δική της ζωή. Άλλοτε ενωτικός κρίκος της οικογένειας, κι άλλοτε δημοσιογράφος αλλάζει με ευκολία προφίλ και διάθεση αφήνοντας καλές εντυπώσεις.

Η Έλια Βεργανελάκη είναι η Γιασεμή, η ερωτευμένη γυναίκα με τον Παύλο, η οποία υποκύπτοντας στις πιέσεις της μητέρας του κάνει έκτρωση στο παιδί του. Αυτό βάζει τέλος στη σχέση τους, αλλά όχι στην αγάπη της για εκείνον.

Τους ταιριαστούς, με το σκοτάδι της ψυχής των ηρώων, φωτισμούς επιμελήθηκε η έμπειρη Κατερίνα Μαραγκουδάκη.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης, με αύρα περασμένων δεκαετιών, είναι της Χριστίνας Κωστέα.

Η παράσταση στο Θέατρο Αργώ είναι άκρως συγκινητική, προβληματίζει για την παθογένεια στην οικογένεια και βγαίνοντας αισθάνεσαι: “Μήπως δεν κάνω κι εγώ κάτι καλά;», πράγμα που σημαίνει ότι ο θεατής δε μένει ανεπηρέαστος από το θέαμα. Αξίζει η θέαση τόσο για τον πρωταγωνιστή, όσο και για το έργο.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Το θεατρικό έργο «Ερωτευμένος Σαίξπηρ» στο «Θέατρον» του Ελληνικού Κόσμου, είναι βασισμένο στο σενάριο της οσκαρικής ταινίας του 1998, των Μαρκ Νόρμαν και Τομ Στόπαρντ, ενώ τη θεατρική διασκευή επιμελήθηκε ο Λι Χολ.

Η παράσταση που στήθηκε υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Γιάννη Κακλέα αποτελεί μια εντυπωσιακή υπερπαραγωγή το δίχως άλλο. Οι 25 ηθοποιοί επί σκηνής μας θαμπώνουν με τα μεγαλόπρεπα κοστούμια τους (Ηλένια Δουλαδίρη), ενώ το πολυτελές εναλλασσόμενο σκηνικό πάνω σε μια τεράστια σκηνή δεν αφήνει ασυγκίνητο το θεατή (Μανόλης Παντελιδάκης). Αν μπορέσεις να μείνεις αποστασιοποιημένος από την ταινία και δεν μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον σου τα σκηνικά και τα κοστούμια θα παρακολουθήσεις ένα όμορφο παραμύθι.

FB IMG 1540903559094

Υπαρκτά πρόσωπα, όπως ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, ο Κρίστοφερ Μάρλοου, η Βασίλισσα Ελισάβετ ζωντανεύουν στην παράσταση, δείχνοντας μας τα ήθη της εποχής, καθώς και το γεγονός ότι κατά την ελισαβετιανή περίοδο υπήρχε ανάπτυξη του επαγγελματικού θεάτρου με τις πρώτες αυτοσχέδιες παραστάσεις και οι συγγραφείς όπως ο Σαίξπηρ δρούσαν στην υπηρεσία του στέμματος. Στην πλοκή εμπεριέχεται το τέχνασμα ‘’θέατρο εν θεάτρω’’, ενώ το εύρημα του έρωτα του Σαίξπηρ για τη νεαρή Βιόλα, η οποία ντύνεται Τόμας Κεντ και μπαίνει στην οντισιόν κρυφά σε περίοδο που απαγορευόταν η γυναικεία παρουσία στη σκηνή μια και οι θίασοι απαρτίζονταν αποκλειστικά από άντρες, δημιουργεί τις προυποθέσεις για να εμπνευστεί ο συγγραφέας το αριστούργημα του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», όταν οι πάτρωνές του Σαίξπηρ απαιτούν νέο έργο και ο ίδιος αναζητά τη μούσα που θα τον εμπνεύσει. Ομολογεί στον φίλο του και συγγραφέα Κρίστοφερ Μάρλοου «Το’ χασα το ταλέντο μου Μάρλοου, η πένα μου ξεράθηκε». Παράλληλα γινόμαστε μέτοχοι του υπέρμετρου ανταγωνισμού για να κερδηθεί η εύνοια της Βασίλισσας. Κέντρο εντούτοις στην ιστορία είναι ο έρωτας του Σαίξπηρ για τη Βιόλα. Στην παράσταση στο «Θέατρον» το βάρος έπεσε στο κωμικό στοιχείο, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την ιστορία αγάπης

Συγκεκριμένα, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος κινήθηκε με βάση την κωμική του στόφα, αν και ως ερωτευμένος μας συγκίνησε «Δεν είμαι πια ποιητής από τη στιγμή που η ομορφιά σας τους στίχους μου πεζούς τους κάνει».

Ή ακόμα και στη σκηνή με τη βάρκα «τι είσαι, την ρωτάει, ηθοποιός ή η μούσα μου;», «Θα μπορούσες ν’ αγαπήσεις έναν παλαβό;».

Η Έλλη Τρίγγου δείχνει να απολαμβάνει το ρόλο της παιχνιδιάρας Βιόλας που ντύνεται Τόμας Κεντ και μας χαρίζει μια όμορφη ερμηνεία χωρίς υπερβολές. Χαρακτηριστική της ατάκα προς το τέλος του έργου «Πως θα στερήσω από τον κόσμο τον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ; Γράψε για την αγάπη μας Γουίλ».

Αντίθετα με κάποιες στιγμές υπερβολής εμφανίζεται στο ρόλο του Λόρδου Γουέσεξ, ο Νίκος Ορφανός.

Ενδιαφέρουσα η παρουσία στο ρόλο του Χιου Φένυμαν του Γιώργου Κοψιδά.

Μέσα στον πολυμελή θίασο ξεχωρίζει ο Δημήτρης Φουρλής στο ρόλο της Ιουλιέτας κυρίως.

Μεγάλο αττού της παράστασης οι μεγάλες κυρίες του ελληνικού θεάτρου:η Μπέττυ Λιβανού στο ρόλο της Βασίλισσας Ελισάβετ της Αγγλίας και η Μίνα Αδαμάκη στο ρόλο της παραμάνας της Βιόλας.

Όλος ο θιάσος όμως παρουσιάζει μια δουλειά συνόλου!

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας έχω την αίσθηση ότι προσπάθησε να ταξιδέψει το θεατή πίσω στην Αγγλία του 16ου αιώνα παρουσιάζοντας και υμνώντας τον κόσμο του θεάτρου. Στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης το πέτυχε, αν και σε σημεία η συνεχής μετακίνηση των ηθοποιών του, δημιουργεί ένταση.

Μία παράσταση, η οποία κρατάει το ενδιαφέρον του θεατή από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή.

 

«Έιναι στενό, σκοτεινό και υγρό και μυρίζει σα χώμα νωπό» είναι τα λόγια που επαναλαμβάνει η Τερέζ καθ΄όλη τη διάρκεια του έργου.

Ο Εμίλ Ζολά (1840-1902), ήταν ένας επαναστάτης Γάλλος λογοτέχνης που προκαλούσε την κοινή γνώμη με ό,τι κι αν έγραφε. Εκπρόσωπος του Νατουραλισμού, χαρακτηρίζεται από τη ρεαλιστική γραφή του που αποτυπώνει τα ήθη και τα πάθη της γαλλικής κοινωνίας του 19ου αιώνα.

Τα δύσκολα παιδικά του χρόνια με στερήσεις και κακουχίες σε κρύα σκοτεινά δωμάτια, σε σοφίτες σκιαγραφούνται στα μυθιστορήματα του και στην «Τερέζ Ρακέν» (1867) που αποτελεί το πρώτο του σημαντικό έργο και το αντικείμενο της κριτικής μας. Ακολουθεί «Η Ταβέρνα» (1877), το αριστούργημα του για τον αλκοολισμό και τη φτώχεια της εργατιάς και η περίφημη «Νανά» (1880), που όπως και η «Τερέζ Ρακέν» ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων με την ηρωίδα πόρνη που διαφθείρει την ελίτ του Παρισιού. Το 1885 μας δίνει το κορυφαίο έργο του «Ζερμινάλ», όπου καταγράφει τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας στα ανθρακωρυχεία. Το 1898 τον βρίσκει να υπερασπίζεται τον Ντρέιφους με επιστολή του στον Γάλλο Πρόεδρο, το περίφημο «Κατηγορώ» που σόκαρε εκ νέου την κοινή γνώμη και διακύβευσε τη φήμη του.

Λίγα χρόνια πριν την παράφορη ηρωίδα «Τερέζ Ρακέν» του Ζολά, ο Μπαλζάκ γράφει την «Ευγενία Γκραντέ» (1833) και το 1837 ο μοναδικός Φλωμπέρ την εμβληματική του ηρωίδα «Μαντάμ Μποβαρύ», η οποία επηρέασε την παγκόσμια λογοτεχνία. Η Τερέζ Ρακέν είναι ένα μανιφέστο μοντερνισμού προκειμένου ο συγγραφέας της να γνωρίσει στον λογοτεχνικό κόσμο το θηριώδες δικαίωμα, του να είσαι ο εαυτός σου με κάθε τίμημα. Η Τερέζ γίνεται σύμβολο στην λογοτεχνία και ο Ζολά διάσημος, αν και αρχικά το έργο αυτό χαρακτηρίστηκε χυδαίο πορνογράφημα. Δημιουργεί λοιπόν ένα μυθιστόρημα που ταυτόχρονα αποτελεί συνονθύλευμα ωμότητας και λεπτότητας, μελοδραματισμού και αγριότητας. Τρία πορτραίτα ανθρώπων στο Παρίσι του 19ου αιώνα συναποτελούν το ερωτικό τρίγωνο που πλέκει το χρονικό ενός εγκλήματος πάθους. Ο Ζολά με την Τερέζ Ρακέν δε μελέτησε χαρακτήρες, αλλά ιδιοσυγκρασίες. Οι ήρωες του κυριεύονται από το αίμα τους και αφοπλισμένοι, αφήνονται στο μοιραίο της σάρκας τους. Ο έρωτας τους είναι ανάγκη τους. Ο φόνος που διαπράττουν συνέπεια της μοιχείας, την οποία αντιμετωπίζουν με ζωώδη στάση. Μέχρι σήμερα η Τερέζ Ρακέν διαβάζεται σαν ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, πλούσιο σε εικόνες, γεμίζεις Παρίσι διαβάζοντας το. Από την άλλη όμως, είναι δύσκολο να αφαιρέσεις την επιστημονική του διάσταση σε μια εποχή που η Ιατρική και οι φυσικές επιστήμες γνώριζαν θεαματική εξέλιξη. Εξάλλου ο ίδιος ο συγγραφέας του έλεγε :«Έκανα απλούστατα μια ψυχολογική μελέτη δύο σωμάτων. Ακριβώς σαν τον χειρουργό πάνω από τα νεκρά σώματα». Αν και αρχικά αποτέλεσε απαγορευμένο θέμα, στη πορεία ενέπνευσε κριτικούς και καλλιτέχνες και έτσι βρίσκουμε ταινίες βασισμένες στο συγκεκριμένο έργο, όπως το πρόσφατο In secret (2013) του Τσάρλυ Στράτον με την Τζέσικα Λανγκ στο ρόλο της Μαμάς Ρακέν.

terez raken

Εγκλωβισμένη στο σκοτεινό, υγρό δωμάτιο, με μοναδική συντροφιά τη θεία και μητέρα του ασθενικού ξαδέρφου και συζύγου της, Καμίγι (27 ετών), η νεαρή Τερέζ (21 ετών) μονολογεί: «Τρία χρόνια οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη χωρίς καμία αλλαγή», «Μου λείπει η Βερνόν, το ποτάμι». Αυτό το σκηνικό αλλάζει όταν μια Πέμπτη και ενώ ετοιμάζονται να παίξουν Ντόμινο κατά την αγαπημένη τους συνήθεια, ο Καμίγι φέρνει στο σπίτι το φίλο του Λοράν. Ο Λοράν βάζει στόχο να την κατακτήσει. Και η Τερέζ παίρνει την εκδίκηση της «Σας ευχαριστώ που με θάψατε ζωντανή σ’ αυτό το σκοτεινό μαγαζί». Γίνονται εραστές και ο Λοράν απομυζά στο μέγιστο βαθμό τη φιλοξενία των Ρακέν. Εραστής της Τερέζ, φίλος του Καμίγι, ευνοούμενος της μαμάς Ρακέν. Οκτώ μήνες διήρκεσε το θέατρο, ώσπου σε μια εκδρομή στο ποτάμι ο Λοράν μην ορίζοντας τον εαυτό του, πνίγει τον Καμίγι μπροστά στα μάτια της Τερέζ που δεν κάνει τίποτα για να τον σταματήσει. Το τρίπτυχο αμαρτία-ενοχή-τύψεις όμως τους οδηγεί σε τρομερή εκδίκηση. Το θέατρο τους συνεχίζεται και καταφέρνουν να παντρευτούν με τη συναίνεση της μαμάς Ρακέν. Ο έρωτας όμως δεν τους βάζει πια σε πειρασμό και το φάντασμα του Καμίγι στοιχειώνει τη ζωή τους και τους στερεί ακόμα και τον ύπνο.

Η παράσταση «Τερέζ Ρακέν» στο Θέατρο Ροές σε σκηνοθεσία Λιλλύς Μελεμέ δημιούργησε εντυπώσεις και προσδοκίες λόγω των πρωταγωνιστών και των φωτογραφιών εποχής και των υπέροχων κοστουμιών.

Πιο συγκεκριμένα, έχοντας δει πλέον την παράσταση στο Θέατρο Ροές τολμώ να πω, πως βρέθηκα μπροστά σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνοθεσίες αυτής της θεατρικής σεζόν.

Η σκηνοθέτης Λιλλύ Μελεμέ εμπνεύστηκε μια παράσταση γεμάτη συμβολισμούς και σκοτάδι, τόσο στα πρόσωπα των ηθοποιών όσο και στο χώρο που κινούνται, ισορροπώντας ανάμεσα σε αφήγηση και δράση.

Συμβολισμοί που διαφαίνονται την ώρα του πνιγμού του Καμίγι, όταν η μαμά Ρακέν βουλιάζει τα ρούχα του στη σκάφη, ή μετά το θάνατο του, όταν ντύνεται με το σακάκι του και το πιο ευρηματικό όλων, τα τραπέζια που εκτός από την παραδοσιακή τους λειτουργία, γίνονται κρεβάτια για να κυλιστούν πάνω τους οι εραστές, αλλά και βάρκα απ’ όπου πετούν τον Καμίγι. Υπάρχει έντονη η ατμόσφαιρα ψυχολογικού θρίλερ, η δυσφορία και το σκοτάδι των ψυχών των εραστών, η οποία αποτυπώνεται στα πρόσωπα τους, ενώ οι ίδιοι βουλιάζουν στο υποσυνείδητο τους και στο σκοτεινό, υγρό δωμάτιο.

Αποδίδει η Μελεμέ άψογα το παιχνίδι ηδονής και οδύνης που κυριαρχεί στο έργο του Ζολά και επιτυγχάνει να έχει τους ηθοποιούς επί σκηνής καθ’όλη τη διάρκεια του έργου, εντάσσοντας τους τόσο αρμονικά που έχεις την αίσθηση ότι οφείλει να το κάνει. Κορυφαίο εύρημα το φάντασμα του Καμίγι που μπλέκεται ανάμεσα στους δύο εραστές και ουσιαστικά δεν είναι ποτέ μόνοι τους. Σε αυτό όλο προστίθεται η πρωτότυπη μουσική σύνθεση του Μίνου Μάτσα που συμβάλλει στην απόκοσμη ατμόσφαιρα του έργου, καθώς και τα σκηνικά του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, ο οποίος επιμελήθηκε και τα καλαίσθητα λειτουργικά κοστούμια εποχής. Το σκηνικό με τα μεταλλικά ικριώματα θυμίζει φυλακή. Τη φυλακή της Τερέζ, αλλά και το φυλακισμένο υποσυνείδητο της, την εγκλωβισμένη συνείδηση της που την οδηγεί σε ψυχολογικό αδιέξοδο. Αριστοτεχνικοί οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα.

Αφήνω για το τέλος τους ηθοποιούς όχι τυχαία, αλλά γιατί επιθυμώ να δώσω έμφαση στη δουλειά που έκαναν. Η παράσταση αυτή έχει την τύχη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους να έχει δύο εξαιρετικά ταλέντα, από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς τους, την Μαρία Κίτσου στο ρόλο της Τερέζ και τον Κώστα Βασαρδάνη στο ρόλο του Καμίγι. Επιπροσθέτως, το ρόλο της υπερπροστατευτικής μητέρας Ρακέν αναλαμβάνει η εμπειρότατη ηθοποιός Σοφία Σεïρλή. Δίπλα τους στέκεται στο δύσκολο ρόλο του Λοράν ο νεαρός ηθοποιός Θανάσης Πατριαρχέας.

Οι τέσσερις τους βρίσκονται συνεχώς επί σκηνής και δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό.

Η Μαρία Κίτσου, με ταλέντο εμπειρία και εσωτερική λάμψη, έχοντας ήδη χτίσει το προφίλ της πρωταγωνίστριας είναι η τέλεια παράφορη ηρωίδα του Ζολά.Ο ρόλος της ταιριάζει απόλυτα και η ίδια «ντύνεται» την ασυμβίβαστη ηρωίδα με την ακραία συμπεριφορά. Μας πείθει ότι είναι μια φυσιολογική γυναίκα που ζώντας με έναν ασθενικό και καχεκτικό σύζυγο «ξυπνά» με την παρουσία του Λοράν που κυριεύει τους νευρώνες της και την κάνει να νίωθει ζωντανή και όχι θύμα. Μέσα στο μεγαλοπρεπές φόρεμα της και με τεράστια ευχέρεια κίνησης και έκφρασης μεταβαίνει αριστοτεχνικά από το προφίλ της σκοτεινής συζύγου σε αυτό της φλογερής γυναίκας που τολμά και είναι σίγουρη για τα αισθήματα της. Διατηρεί ζοφερή όψη απέναντι στον άρρωστο Καμίγι και όψη παθιασμένης γυναίκας απέναντι στον Λοράν. Εκρηκτική η ενέργεια της και το πάθος της επί σκηνής.

Ο Κώστας Βασαρδάνης κεντά το ρόλο του ασθενικού Καμίγι και αποδεικνύει ακόμα μια φορά το εύρος του ταλέντου του. Ορατός, αόρατος στο μεγαλύτερο μέρος του έργου καταφέρνει να γοητεύσει με την επιβλητική παρουσία του, κυρίως ως φάντασμα του πνιγμένου Καμίγι που στοιχειώνει τους εραστές και δεν τους αφήνει ούτε να κοιμηθούν.

Συγκινητική η Σοφία Σεïρλή στον καθοριστικό για το έργο ρόλο της μαμάς Ρακέν, η οποία καθηλώνει ως υπερπροστατευτική μαμά στην αρχή, που μπορεί και επιβιώνει μετά το θάνατο του παιδιού της. Συγκλονιστική τη στιγμή που παθαίνει το εγκεφαλικό καθηλωμένη στο αναπηρικό καροτσάκι , αλλά και όταν της αποκαλύπτονται οι φονιάδες που προσπαθεί γράφοντας στο πάτωμα «ΦΟΝ..» να τους ξεσκεπάσει και να πληρώσουν για το έγκλημα τους.

Ο Θανάσης Πατριαρχέας στο λεπτό υποκριτικά ρόλο του Λοράν που είναι ταυτόχρονα καλλιτέχνης, καρδιοκατακτητής, αλλά και φονιάς στέκεται ικανοποιητικά στις απαιτήσεις του ρόλου του, δίπλα όπως προανέφερα σε εξαιρετικά ταλέντα και μας δίνει την εντύπωση πως έχουμε να περιμένουμε πολλά από την πορεία του στο χώρο.

Αν μπορούσα να βρω ένα ψεγάδι στην άρτια παράσταση αυτό θα ήταν η μεγάλη διάρκειά της χωρίς διάλειμμα.

Διαβάστε ακόμη: 

Λίλλυ Μελεμέ: «Όταν Δεν Καταλαβαίνω Τι Γίνεται Στη Σκηνή, Δυσανασχετώ»

 

Μαρία Κίτσου,Μάνος Καρατζογιάννης Και Σπύρος Κυριαζόπουλος Μιλούν Και Φωτογραφίζονται "Για Την Ελένη"

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Γιάννης Καλαβριανός μετά το «Γιοί και κόρες», το «Αδελάρδος και Ελοïζα» ( μεταφρασμένα ήδη σε άλλες γλώσσες), και την πρόσφατη «Γρανάδα» που σημείωσε επιτυχία και έλαβε διθυραμβικές κριτικές, επιστρέφει αλλάζοντας τελείως δραματικό είδος, με μια κωμωδία. Σκηνοθετεί και συνυπογράφει με την Μαρία Κοσκινά, το «Κουμ Κουάτ».

Η Κοσκινά με τη σειρά της πρωταγωνιστεί σε ένα έργο για έξι με τον Γιώργο Γλάστρα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Ο τίτλος του έργου δεν είναι τυχαίος. Το κουμ κουάτ θεωρείται ελληνικό προϊόν , που καλλιεργείται κυρίως στην Κέρκυρα, τόπος καταγωγής της ηρωίδας του έργου, παρόλ’ αυτά πρόκειται για προϊόν που καταγωγή του έχει την Κίνα. Οι δύο Θεσσαλονικείς συγγραφείς έγραψαν ένα έργο που εκτυλίσσεται το 1972, συγκεκριμένα, το Πάσχα του ’72 στην Αθήνα της Δικτατορίας που εκτός των άλλων θεωρούσε μόδα το να πίνει κουμ κουάτ. Το έργο είναι κωμωδία και όποιος πάει να το δει θα πρέπει να έχει αυτό στο μυαλό του, είτε έχει ζήσει την Αθήνα της δεκαετίας του ’70, είτε όχι. Δεν πρόκειται για ιστορικό ντοκουμέντο που υπερασπίζεται ή καταδικάζει τους Χουντικούς ή τους Αριστερούς. Έχει θεωρώ κρατήσει τις ισορροπίες προκειμένου να μη γελοιοποιήσει ούτε τον ερωτευμένο και προδομένο ερωτικά Αριστερό Θοδωρή, ούτε τον Αξιωματικό της Χούντας και ερωτικό ανταγωνιστή αυτού, Στράτο.

Συγκεκριμένα, ο Ντίνος και η Μαίρη, ένα ερωτευμένο ζευγάρι, βρίσκει πρόφαση ένα ατύχημα με Kadett (άλλο σουξέ της δεκαετίας), για να αποφύγει το καθιερωμένο οικογενειακό Πάσχα στην Κέρκυρα και την κριτική της μαμάς: «Το κοκορέτσι δε σ’ αρέσει, το κουμ κουάτ δε σ’ αρέσει, παιδιά δε θέλεις να κάνεις» κλπ. Εν τω μεταξύ,καταφτάνουν απρόσκλητοι στο σπίτι τους διάφοροι. Στο άκουσμα του κουδουνιού ο Ντίνος αναφωνεί: «Έξω έξω το κακό, μέσα μέσα το καλό». Πρώτος φτάνει ο Θόδωρος, ένας παραδοσιακός Αριστερός, σύζυγος της ξαδέρφης της Μαίρης, Φιλίππας. Πρόκειται για καρικατούρα Αριστερού της εποχής που ακούει Φαραντούρη και τρέχει από εισβολή σε εισβολή, αλλά πληγώνεται από την εγκατάλειψη της συζύγου και αναζητά παρηγοριά σε πρόσωπα γνωστών. Στη συνέχεια ξαναχτυπάει το κουδούνι και ενώ η αυλή τους γεμίζει στρατιωτικούς και ψησταριές μπαίνει η ξαδέρφη Φιλίππα. «Βρήκα γκόμενο δεξιό, βαρέθηκα ν’ ακούω Φαραντούρη». Το σπίτι γεμίζει τσολιαδάκια και τη φωτογραφία του Παπαδόπουλου, γιατί όπως λέει η Μαίρη : «Η Ελλάδα ανέκαθεν έβγαζε τσεβρέδες και χαφιέδες». Ο Θόδωρος απομονωμένος στην κουζίνα, η Φιλίππα στην αυλή και το ζευγάρι κάνει τη γνωριμία του Στράτου, αξιωματικού της Χούντας. Παρά την αγωνία και την προσπάθεια τους να αποφευχθούν οι δυσάρεστες συναντήσεις, αυτό καθίσταται αναπόφευκτο. Τέλος, κάνει την απρόσμενη είσοδο της η Λίντα, αρχαιοπρεπώς ντυμένη (καρικατούρα των γιορτών του καθεστώτος στο Καλλιμάρμαρο) και με τη συζήτηση αποκαλύπτεται πως είναι η παλιά αγάπη του Θόδωρου από το ίδρυμα και δεν λέγεται Λίντα αλλά Βούλα.

Koum kouat kritiki

Όλα αυτά συμβαίνουν με γρήγορους ρυθμούς και πάνω στη σκηνή με ευρηματικό τρόπο παρακολουθούμε δύο ηθοποιούς την Μαρία Κοσκινά και τον Γιώργο Γλάστρα να αλλάζουν όχι μόνο ρούχα, αλλά διάθεση, φωνή ακόμα και ύφος σε χρόνους ασύλληπτους, πραγματοποιώντας έναν υποκριτικό άθλο, αφού ο θεατής έχει την αίσθηση ότι δεν βλέπει δύο ηθοποιούς, αλλά έξι. Έντονη κωμικότητα, αξέχαστες ατάκες, ντύσιμο ανάλογο της δεκαετίας (Βάνα Γιαννούλα), εξαιρετικές περούκες σχεδιασμένες από τον Χρόνη Τζήμο και σκηνικό (Τίνα Τζόκα) που το συνθέτουν μεταξύ άλλων, ένα συλλεκτικό ψυγείο, μια συλλεκτική ηλεκτρική σκούπα και έντονα χρώματα.Το γενικά καλό σύνολο συμπληρώνει η μουσική επιλογή τραγουδιών όπως «Chirpy Chirpy Cheep Cheep» 1971, «Mamy Blue» της ίδιας χρονιάς, «Il mio amor non è zucchero» της Rita Pavone, «Ζω για να σ’ αγαπώ» της Βίκυς Λέανδρος, ακόμα και το «Siffler sur la colline» του 1969, Joe Dassin. Προσεγμένοι οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη.

«Ό,τι έγινε σ’ αυτόν τον κόσμο, ό,τι ωραίο και υψηλό έγινε σ’ αυτόν τον κόσμο, ποτέ δεν έγινε μέσα από μια λογική συζήτηση».

Η Γιασμίν Ρεζά με το φλεγματικό χιούμορ και τη γραφή που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο σουρεαλισμό και το ρεαλισμό, γεννήθηκε το 1959 στο Παρίσι από μητέρα Ουγγαρέζα και πατέρα Ρωσο-Ιρανό. Οι σπουδές της στη θεατρολογία και στην υποκριτική τελικά δεν την κέρδισαν και αφοσοιώθηκε στη συγγραφή θεατρικών και όχι μόνο έργων. Βραβευμένη επανειλλημένα με το Βραβείο Molière για το πρώτο της έργο «Συζητήσεις μετά από μια κηδεία» (Conversations après un enterrement), αλλά και το 1994 για το «ART», που θα μας απασχολήσει στη συγκεκριμένη κριτική, συνέχισε την ανοδική της πορεία και κάπως έτσι το 2007 γίνεται η πολυσυζυτημένη βιογράφος του Νικολά Σαρκοζί «Αυγή, βράδυ ή νύχτα» (LAube, le soir ou la nuit). Στη συνέχεια μας δίνει το καλύτερο της, κατά την προσωπική μου άποψη πάντα, έργο «Ο Θεός της Σφαγής» (Le Dieu du Carnage), το οποίο κέρδισε το Βραβείο Tony το 2009, ενώ το 2011 έγινε ταινία από τον Ρομάν Πολάνσκι.

Η ιδέα του «ART» αφορμήθηκε από αληθινή ιστορία με «πρωταγωνίστρια» την ίδια την Ρεζά και κάποιο φίλο της δερματολόγο που αγόρασε έναν Μαρτέν Μπαρρέ έναντι ενός τρελού ποσού. Το περίεργο όμως δεν ήταν αυτό, αλλά το ότι ο πίνακας ήταν λευκός, ακριβώς όπως στο έργο και η αντίδραση της Ρεζά, ίδια με αυτή του Μαρκ. Έτσι εξηγείται ότι χρειάστηκε μόλις ενάμιση μήνα για τη συγγραφή του. Κάποιοι μιλούν για μια κωμωδία, η ίδια όμως πιστεύει πως είναι ένα δράμα, γραμμένο με αστείο τρόπο. Μια νευρώδης κωμωδία, με εντάσεις και δυναμική που αγγίζει το θεατή.

Στο επίκεντρο της ιστορίας η ανδρική φιλία, μεταξύ τριών ανδρών. Η Ρεζά τολμά να την κάνει θεατρικό έργο.

Ο Σερζ, ένας ευκατάστατος, διαζευγμένος δερματολόγος, λάτρης της μοντέρνας τέχνης αγοράζει έναν αμφιλεγόμενο πίνακα, λευκό, 200.000 ευρώ.

Ο Μαρκ, ένας σαρκαστικός και αυτάρεσκος τεχνοκράτης, μηχανικός στο επάγγελμα, δεν αντιλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο τη μοντέρνα τέχνη, ξεσπά σε γέλια όταν αντικρίζει τον πίνακα και δημιουργείται σύγκρουση ανάμεσα στους δύο φίλους.

Ο Ιβάν, ο τρίτος της παρέας, ο πιο ανθρώπινος και συγκαταβατικός, ευαίσθητος με απέχθεια στις εντάσεις, λειτουργεί σαν από μηχανής θεός για να σταματήσει την κόντρα που ξέσπασε ανάμεσα στους φίλους του. Η σύγκρουση παρόλ’ αυτά κλιμακώνεται και στο παιχνίδι μπαίνει τελικά και ο ίδιος.

Με αφετηρία την τέχνη και ως εκ τούτου την αισθητική του καθενός, ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια των θεατών μια αντιπαράθεση που απλώνεται σε όλα τα επίπεδα και κάνει να διαφανεί η μεταξύ τους έλλειψη επικοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα διασαλεύεται η σχέση τους.

Στις ανθρώπινες σχέσεις αρκεί μια μικρή λεπτομέρεια, μια τόση δα ρωγμή που γιγαντώνεται αν τη σκαλίσεις. Επομένως το έργο «ΑΡΤ» της Ρεζά δεν είναι απλά ένα έργο για τη φιλία ή για την τέχνη, είναι ένα έργο για να σε κάνει να προβληματιστείς σχετικά με το πόσο αληθινές είναι οι σχέσεις και πόσο εύθραυστες συνάμα.

Στην παράσταση «ART» στο Μικρό Παλλάς σε σκηνοθεσία Θοδωρή Αθερίδηπαρακολουθήσαμε αρχικά τρεις φίλους, τρεις ηθοποιούς με απόλυτη σκηνική χημεία. Σε μια μετάφραση του Σταμάτη Φασουλή, πολύ προσαρμοσμένη στο στυλ της Ρεζά και πολύ γνώριμη στον ίδιο, αφού την είχε επιμεληθεί και εικοσιένα χρόνια πίσω στην παράσταση που σκηνοθετούσε και πρωταγωνιστούσε υποδυόμενος τον Σερζ, με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και τον Γιάννη Βούρο στους άλλους ρόλους. Η σκηνοθετική προσέγγιση του Θοδωρή Αθερίδη υπήρξε λιτή, με ρυθμό σε γενικές γραμμές, αν και σε κάποια σημεία υπάρχουν παύσεις που κουράζουν. Η τζαζ μουσική που επέλεξε ταιριάζει απόλυτα στο στυλ του έργου, ενώ πόνταρε σκηνοθετικά στο ταλέντο και στην σκηνική αρμονία των ηθοποιών του. Απίστευτη η σκηνή που και οι τρείς τρώνε ελιές στον καναπέ.

Ερμηνευτικά, ο Αθερίδης κινείται στο γνωστό του στυλ, αποδεικνύεται επαρκής, χωρίς ωστόσο να απογειώνει τον Σερζ του. Ατάκα κορυφαία που μένει, απευθυνόμενος στον Ιβάν «Τώρα δεν μπορείς να νιώσεις τον κραδασμό. Μεσημέρι να έρθεις», ή όταν ο Ιβάν του προτείνει μια θέση για τον πίνακα, απαντά: «Είσαι καλά; Από εκεί έχει ήλιο, θες να μου ξασπρίσει;».

Ο Άλκης Κούρκουλος στο ρόλο του Μαρκ, εύστοχος, λιτός, πειστικός, καταθέτει μια ερμηνεία διαφορετική, τσαλακώνοντας όπου πρέπει το ατσαλάκωτο προφίλ του, επιδίδεται σε μορφασμούς και γκριμάτσες και σκιαγραφεί τον δύσκολο ήρωα του με χιούμορ, σαρκασμό και την απαιτούμενη ειρωνεία.

Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος εξαιρετικός στον ρόλο του Ιβάν. Ο αδύναμος κρίκος της παρέας, ο συνδετικός τους κρίκος βρίσκει την καλύτερη του μορφή στο πρόσωπο του Πυρπασόπουλου. Με διακυμάνσεις που εναλλάσσονται από το κωμικό στο τραγικό, ευστοχία και δεινότητα υποκριτική παρουσιάζει έναν, «δυνατό» αδύναμο Ιβάν. Είναι η αποκάλυψη της παράστασης, με κορυφαίες στιγμές του το τελικό ξέσπασμα και η στιγμή που περιγράφει το σχεδιασμό του προσκλητηρίου του γάμου του στους φίλους του.

Την παράσταση συμπληρώνουν τα μινιμάλ λευκά σκηνικά της Μαρίας Φιλίππου, τα κομψά κοστούμια της Άγις Παναγιώτου και οι προσεγμένοι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα που εστιάζουν στους πρωταγωνιστές.

Θοδωρής Αθερίδης: «Είμαι Ένας, Εξωστρεφώς, Εσωστρεφής»

Απο τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

«Εγώ έχω μείνει ακόμα εκεί.

       Ακριβώς από κάτω.

       Κάτω απ’ τ’ αστέρια.

               Θυμάσαι;»

Λίγο πριν ολοκληρώσουν τις εμφανίσεις τους στην Αθήνα και ξεκινήσουν την ευρωπαϊκή περιοδεία τους, με σταθμούς Λονδίνο, Άμστερνταμ κ.α., η δημοφιλής τηλεοπτική ηθοποιός και απόφοιτος του Εθνικού Λίλα Μπακλέση και ο βραβευμένος με τον χρυστό σταυρό του Δημήτρη Χορν, Κωνσταντίνος Μπιμπής συναντιούνται στο τελευταίο έργο του Τηλέμαχου Τσαρδάκα «Οι κάτω απ’ τ’ αστέρια» στη σκηνή του Θεάτρου Άλφα ιδέα. Συσκηνοθετούν και ερμηνεύουν την ερωτική ιστορία δύο έφηβων στην τελική αναμέτρηση του εγκλωβισμένου έρωτα τους. Πρόκειται για μια συνάντηση με δυνατές δόσεις χιούμορ και συγκίνησης, τρυφερότητας και νοσταλγίας, με φόντο κάποιο ελληνικό νησί στη δεκαετία του ’90, τότε που οι έρωτες είχαν άλλη μορφή και τα ερωτικά γράμματα και οι αφιερώσεις κυρίευαν τη σκέψη των ερωτευμένων, οι οποίοι δεν αναλώνονταν σε απρόσωπα, ψυχρά sms. Η γενιά των σημερινών ρομαντικών σαραντάρηδων και όχι μόνο ελπίζω, παρακολουθώντας τους δύο νέους παρασύρθηκε και γύρισε πίσω μερικές δεκαετίες ανασύροντας από τη μνήμη της το ρομαντικό της παρελθόν που έχει χαθεί. Οι εφηβικοί έρωτες που σημαδεύουν και συντροφεύουν για πάντα τις ζωές μας, η εφηβεία μας, οι κρυμμένες μας πληγές παίρνουν σάρκα και οστά επάνω στη σκηνή του θεάτρου, τόσο κοντά μας και τόσο μακριά μας ταυτόχρονα. Η Μένια κι ο Νικολής ερωτεύονται στα δεκαπέντε τους για πάντα, όσο κι αν η σκληρή πραγματικότητα τους κρατά χωριστά. Απομακρύνονται, κάνουν τις επιλογές τους, η φλόγα τους όμως σιγοκαίει. Εκείνη, μαζεμένο κορίτσι από συντηρητική οικογένεια, τον περιμένει, εκείνος αλητάκος και μαγκάκος, της γράφει γράμματα και της αφιερώνει βιβλία, «Στην Μενίτα μου», αλλά δεν την παντρεύεται και εκείνη αποφασίζει να παντρευτεί άλλον. «Εγώ θα σε πάρω που σε αγαπάω από μικρούλα», της λέει και εκείνη «Μιλάς, μιλάς, μιλάς. Τα λες ωραία είσαι καλός στα λόγια. Αυτός είναι καλός στις πράξεις». «Δεκαεπτά χρόνια σε αγαπούσα Νικολή».

Ένα αναπάντεχο τέλος που όσοι έχουν ενσυναίσθηση το αντιλαμβάνονται από ένα σημείο και μετά της παράστασης, έρχεται να επισφραγήσει αυτόν τον τραγικό έρωτα, υπενθυμίζοντας μας ότι είναι μοιραίο κάποιοι άνθρωποι να συναντιούνται, να δένονται αέναα με ένα αόρατο νήμα, το οποίο αναγκαστικά το σπάει ο θάνατος.

Η Μπακλέση και ο Μπιμπής ζουν την ιστορία με το σώμα και την ψυχή τους και επιτυγχάνουν απόλυτη σκηνική χημεία που πραγματικά παρασύρει, δημιουργεί εικόνες και διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή που δεν μπορεί παρά να εμπλακεί συναισθηματικά μια και βρίσκεται επί σκηνής, σε απόσταση αναπνοής από τους δύο ηθοποιούς. Συγκεκριμένα η Λίλα Μπακλέση με το έμφυτο γρέζι στη φωνή προκαλεί ρίγη συγκίνησης, ενώ ο Κωνσταντίνος Μπιμπής θεωρώ ότι στέκεται καλύτερα στο κωμικό κομμάτι του έργου. Λιτοί στη σκηνοθεσία τους δίνουν έμφαση στο φρέσκο κείμενο που ζωντανεύει μπροστά μας. Το σκηνικό του Αντώνη Χαλκιά (πεταμένες καρέκλες που δηλώνουν ένταση και απογοήτευση), οι εύστοχοι φωτισμοί της Σεσίλια Τσελεπίδη συμπληρώνουν το αποτέλεσμα.

Κλείνω με μια ατάκα ακόμη από το έργο «Μόνο εμείς υπάρχουμε Μενίτα μου. Αυτή τη στιγμή σε ολόκληρο τον πλανήτη μόνο εμείς. Οι κάτω απ’ τ’ αστέρια».

 

Διαβάστε επίσης:

Μπακλέση Και Μπιμπής Βιώνουν Ένα Σκηνικό Έρωτα Και Μιλούν Στο Texnes-Plus

theatroathinon

kopse kopse

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Για πρώτη φορά  ανεβαίνει στη σκηνή, του θεάτρου ΜΠΙΠ, στην Κυψέλη, το αφηγηματικό κείμενο του Θανάση Τριαρίδη «Το κόψε-κόψε» ή «Όταν οι γκοτζίλες εξανθρωπίζονται». Για 7 μοναδικές παραστάσεις, κάθε Κυριακή στις 19:00. 

Προσφορά προπώλησης:
8 ευρώ μέσω της σελίδας στο facebook


Πληροφορίες:
6988010741(10:00 - 14:00 )
2130344074 (Μετά τις 17:00 )

Απαραίτητη η κράτηση λόγω
περιορισμένου αριθμού θέσεων

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Banners 728mm x 90mm

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία