Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Νατάσα Κωνσταντινίδη

Νατάσα Κωνσταντινίδη

Τέσσερις φίλοι και συνεργάτες, ένας διαμεσολαβητής, μια εταιρεία και ένα αδίκημα φοροδιαφυγής σκιαγραφούν το πλαίσιο του έργου «7 χρόνια», που είναι βασισμένο στην ομώνυμη ταινία του 2016 των Ισπανών Χοσέ Καμπέθα και Κριστιάν Κόντι.

Η εταιρεία που έχουν ιδρύσει ο Μαρσέλ (Κωνσταντίνος Ασπιώτης), η Βερόνικα (Αλεξάνδρα Αϊδίνη), ο Κάρλος (Γιώργος Χριστοδούλου) και ο Λουίς (Ορφέας Αυγουστίδης) μπαίνει στο στόχαστρο της εφορίας έπειτα από την αποκάλυψη μιας μεγάλης απάτης. Περιμένοντας το ΣΔΟΕ για έλεγχο σε δύο μέρες και έχοντας ενημερωθεί από τη δικηγόρο ότι η ποινή για το αδίκημά τους υπολογίζεται στα 7 χρόνια φυλάκισης, καλούν έναν ξένο διαμεσολαβητή, τον Χοσέ (Αλέξανδρο Λογοθέτη), τον χρυσοπληρώνουν και του κάνουν συμβόλαιο για δεκαετή συνεργασία, προκειμένου να επιλέξει ένα από τους τέσσερις ως εξιλαστήριο θύμα, που θα αναλάβει εξ ολοκλήρου την ευθύνη, προστατεύοντας τους τρεις καθώς και την εταιρεία. Το αντίτιμο για τα 7 χρόνια στέρησης της ελευθερίας του θα το ορίσει εκείνος που θα επιλεγεί ως επικρατέστερος. Πόσο κοστίζει λοιπόν για τον καθένα από τους τέσσερις συνεργάτες η στέρηση του καθολικού και αμετάλλακτου αγαθού;

Πρόκειται για ένα έργο σύγχρονο, που θίγει τεράστια θέματα, όπως αυτά της φιλίας, του έρωτα, της απιστίας και της προδοσίας γενικότερα, της απληστίας, της υπέρμετρης φιλοδοξίας, κυρίως όμως καταδεικνύει την ισοπέδωση των αξιών και την καταπάτηση κάθε είδους σχέσης στο βωμό του ατομικού συμφέροντος. Ο άνθρωπος για τον άλλο άνθρωπο μεταμορφώνεται σε λύκο αρπακτικό, που δεν διστάζει και δεν φοβάται τίποτα μπροστά στην υπεράσπιση του εαυτού του.

Το πρόβλημα φαινομενικά είναι ότι υπάρχουν μαύρα χρήματα στην Ελβετία. Καθένας τους έχει έναν κρυπρογράφο συντονισμένο με την ελβετική τράπεζα, κάτι σαν φορητό χρηματοκιβώτιο, και αυτός που θα κάνει τη μεταφορά χρημάτων θα είναι εκείνος που θα κατηγορηθεί. Στην ουσία όμως αποδεικνύεται ότι το πρόβλημα είναι η μεταξύ τους σχέση. Στην προσπάθειά τους να επιλέξουν τον έναν αποκαλύπτουν πτυχές του εαυτού τους αθέατες μέχρι πρότινος και συναισθήματα «φιλικά» που σοκάρουν και που δεν θα είχαν εκδηλωθεί αν δεν βρίσκονταν σε οριακό σημείο της ζωής τους, της καριέρας τους και της φιλίας τους. Τότε έχουν ενδιαφέρον οι άνθρωποι, τότε τους γνωρίζεις πραγματικά και τότε καταλαβαίνεις ότι ζεις σε μια θηριώδη κοινωνία, όταν έρχονται αντιμέτωποι με τους άλλους, αλλά και με τους εαυτούς τους.

Αρχικά τα βάρη πέφτουν στη Βερόνικα, που πρώτη αποφάσισε να εκτρέψει χρήματα. Στην αρχή το έκανε μόνο με το μερίδιό της, αλλά ζήλεψαν και το έκαναν και οι υπόλοιποι. Η Βερόνικα εξομολογείται: «Όταν αποκτάς όλα όσα ονειρεύτηκες, συνηθίζεις που τα έχεις και πάλι δεν είναι αρκετά. Θέλεις ακόμα πιο πολλά. Και καλύτερα. Δεν τελειώνει ποτέ!»

 Ο Λουίς προτείνει να κάνουν κλήρωση, γεγονός που το εκλαμβάνουν ως αδυναμία του να επιλέξει κάποιον, μια και, όπως λένε «οι φίλοι του», θα του προκαλούσε τύψεις, δεν θα μπορούσε να ζήσει με αυτό το βάρος. Και έτσι ξεσπά: «Σοβαρά; Σοβαρά τώρα; Μου λέτε ότι πρέπει να πάω φυλακή επειδή είμαι ο μόνος που θα έχει τύψεις;»

Ο Κάρλος «δίνει» τη Βερόνικα με τον ισχυρισμό ότι θα περνούσε καλύτερα στις γυναικείες φυλακές και ότι τη δουλειά της θα μπορούσε να την κάνει οποιοσδήποτε.

Σε εκείνο το σημείο αποκαλύπτεται η παράνομη σχέση της με τον Μαρσέλ, που τη διαβεβαιώνει ότι δεν θα αφήσει να είναι εκείνη.

Παρά το γεγονός ότι ο διαμεσολαβητής εξαρχής θέτει τους κανόνες της διαμεσολάβησης, οι ήρωες αδυνατούν να τους εφαρμόσουν, δείχνοντας για μια ακόμα φορά ότι είναι κατώτεροι των περιστάσεων.

Και ενώ ξετυλίγεται το κουβάρι των μεταξύ τους απωθημένων, καταλήγουν σε δύο πρόσωπα. Τον φιλόδοξο, αλαζόνα και εγωιστή Μαρσέλ και την ιδιοφυΐα, τον συναισθηματικό και ευαίσθητο Λουίς. Τότε ο αδίστακτος Μαρσέλ τον ρωτά πόσα θέλει για να το πάρει πάνω του. Το ίδιο διερωτάται και ο Λουίς αντιστρέφοντας την ερώτηση στον Μαρσέλ: «Πόσο κοστίζουν για σένα 7 χρόνια;»  Και απέναντι στον Χοσέ: «Εσύ θα περνούσες 7 χρόνια στη φυλακή για 30 εκατομμύρια;» Και παίρνει  την αποστομωτική απάντησή του: «Θα περνούσα 7 χρόνια στη φυλακή για πολύ λιγότερα».

Όταν ο Λουίς συμφωνεί ‒«Εντάξει, θα κάνω τη μεταφορά. Για αντάλλαγμα θέλω το 52% της εταιρείας»‒, όλοι το δέχονται εκτός από τον Μαρσέλ, που για να μη χάσει τον έλεγχο της εταιρείας προτιμά να τους στείλει όλους φυλακή. «Ο Λουίς είναι άχρηστος, δεν θα το επιτρέψω». Καταλήγει να δεχτεί μετά τον εκβιασμό της Βερόνικα ότι θα πει τα πάντα για τη σχέση τους στη γυναίκα του. Χτυπά το τηλέφωνο τη στιγμή που ο Μαρσέλ φεύγει αηδιασμένος και ο Λουίς ετοιμάζεται να κάνει τη μεταφορά...

Ο θεατής μπαίνοντας στη σκηνή έρχεται αντιμέτωπος με μια καινοτόμα σκηνική διάταξη, η οποία καταργεί τα όρια ανάμεσα σε ηθοποιούς και κοινό. Την πρώτη αμηχανία διαδέχεται η διαπίστωση ότι βρισκόμαστε στα γραφεία της εταιρείας των τεσσάρων και τα καθίσματα είναι μέρος αυτής. Φοβερή σύλληψη της σκηνογράφου (Κατερίνα Κούρκουλα), που εντάσσει εξαρχής τους θεατές στις εξελίξεις, σε συνδυασμό με τη μουσική (Σταύρος Γασπαράτος), που δεν έχει στόχο μόνο να ντύσει με συναίσθημα την παράσταση, αλλά και να συνεπάρει τους θεατές στους ρυθμούς της.

Η σκηνοθεσία του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου είναι άκρως προσεγμένη και στρωτή.

Ξεκινώ από τον Χοσέ (Αλέξανδρος Λογοθέτης), ο οποίος καταφέρνει να αποδώσει τον άχαρο ρόλο του διαμεσολαβητή με στωικότητα, με δόσεις χιούμορ. Κορυφαία στιγμή του, όταν προτάσσει το χέρι σαν όπλο, το δίνει στον Λουίς και τον προκαλεί να ρίξει. Επίσης, όταν χρησιμοποιεί τα πιόνια της σκακιέρας για να τους οδηγήσει στη λήξη.

Η Βερόνικα (Αλεξάνδρα Αϊδίνη) είναι εξαιρετική ως φιλόδοξη καριερίστα, που, παρά τον έρωτά της για τον Μαρσέλ, παραμένει αρκετά δυνατή και τον απορρίπτει όταν καταλαβαίνει ότι τη χρησιμοποιεί όπως και τους υπόλοιπους.

Πολύ δυνατή η παρουσία του Κάρλος (Γιώργος Χριστοδούλου), που αποτυπώνει μοναδικά το ρόλο του καρφιού, εκείνου που σπέρνει ζιζάνια και προσπαθεί να ξεφύγει από τις ευθύνες του ρίχνοντας τα βάρη στους άλλους. «Εξοργίζει» το θεατή με την κυνικότητα και τη σκληρότητά του και σε αυτό συνίσταται και η επιτυχία της ερμηνείας του.

Ο Μαρσέλ του Κωνσταντίνου Ασπιώτη τελικά είναι πειστικός, αν και σε κάποια σημεία στην αρχή μοιάζει αμήχανος. Δυνατός στο τέλος, όταν αφήνει να διαφανούν ο υπέρμετρος εγωισμός του και η αηδία του για τους συνεργάτες του. Το μόνο που τον σταματά είναι η διαφύλαξη της οικογενειακής του ισορροπίας.

Για το τέλος άφησα τον Λουίς (Ορφέας Αυγουστίδης), τον οποίο κάθε φορά που βλέπω είναι πολλά ερμηνευτικά σκαλοπάτια πιο πάνω. Σε ένα ρόλο που του ταιριάζει γάντι, προσφέρει στο κοινό έναν τύπο ανθρώπου ρομαντικού που τείνει να εκλείψει. Θα κλείσω με κάποια λόγια του τη συγκεκριμένη αναφορά μου στην υπέροχη παράσταση που είδα, την οποία θεωρώ από τις καλύτερες της σεζόν.

 

«Παντού ετικέτες, όπως στα τσιγάρα. Το κάπνισμα σκοτώνει. Μην πας με αυτή τη γυναίκα, θα σου γ... τη ζωή. Μην κάνεις αυτή τη δουλειά, θα είσαι δυστυχισμένος».

Ο Ρόναλντ Χάργουντ γράφει το 1981 τον «Αμπιγιέρ», ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας δραματουργίας που αφορούν τον κόσμο του θεάτρου. Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, καθώς πηγή έμπνευσης αποτέλεσε η εμπειρία του ως αμπιγιέρ του Άγγλου ηθοποιού Ντόναλντ Γούλφιτ. Σε αυτό ο Χάργουντ αποτυπώνει τη διαστροφή του θεατή να κρυφοκοιτάξει πίσω από τα φώτα της σκηνής, στα παρασκήνια, και να νιώσει τα συναισθήματα των ανθρώπων του θεάτρου. Οι θεατές λοιπόν στο εν λόγω έργο γίνονται μάρτυρες κωμικοτραγικών καταστάσεων, που, αν και μοιάζουν με θεατρική παράσταση, δεν είναι. Εκφράζουν την πραγματικότητα.

Στον «Αμπιγιέρ» κυριαρχεί μια σχέση ζωής. Η σχέση του Σερ, ενός τριτοκλασάτου, ξεπεσμένου σαιξπηρικού ηθοποιού-θιασάρχη, που επιμένει να ανεβάζει εναλλασσόμενο ρεπερτόριο με έργα του Σαίξπηρ με σκοπό να διατηρήσει ζωντανό το λόγο του Άγγλου συγγραφέα για τις επόμενες γενιές, και του Νόρμαν, του Αμπιγιέρ του. Ο Νόρμαν είναι πρώην ηθοποιός. Αφοσιώνεται στον Σερ και δουλεύει γι’ αυτόν 16 χρόνια. Πρόκειται για μια σχέση έντονης αλληλεξάρτησης, που αφήνει στο περιθώριο τις άλλες σχέσεις του Σερ στο έργο. Η πλοκή διαδραματίζεται στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε μια επαρχία της Αγγλίας. Ενώ οι βόμβες πέφτουν βροχή και οι σειρήνες δεν παύουν να ηχούν, μέσα στο θέατρο ετοιμάζονται για τη βραδινή παράσταση. Ο Σερ πληροφορείται ότι οι Γερμανοί βομβάρδισαν το θέατρο όπου έκανε το ντεμπούτο του και φωνάζει τον Νόρμαν μέσα σε λυγμούς: «Τα ζώα, βομβάρδισαν το μεγάλο θέατρο στο Πλίμουθ». Ο πόλεμος είναι η αιτία που δεν μπορεί να βρει ηθοποιούς να τον πλαισιώσουν, αφού όλοι είναι στο μέτωπο.

Ο Σερ δεν είναι βασιλιάς όπως πιστεύει, ωστόσο στο θίασό του τον αντιμετωπίζουν σαν βασιλιά, σαν Βασιλιά Ληρ. Δεν είναι ούτε Σερ, όπως μας αποκαλύπτει η Λαίδη. Χρίστηκε Σερ. Δόθηκε απόλυτα στην τέχνη του επί σειρά ετών και έφτασε σε σημείο παραλογισμού και πλήρους ταύτισης με το ρόλο του Βασιλιά Ληρ. Αρνείται να αποδεχτεί τον ξεπεσμό και την αρρώστια του και διώχνει τη Λαίδη, που αγανακτισμένη του ζητά να αποσυρθεί για να μη γελοιοποιηθεί: «Ένας τριτοκλασάτος ηθοποιός είσαι. Δες την κατάντια σου». Και εκείνος της απαντά: «Με εκπλήσσεις, γατούλα μου. Εσύ τα λες αυτά;» Μοναδικός σύμμαχός του ο Νόρμαν, ο Αμπιγιέρ του. «Είσαι καλός φίλος, Νόρμαν. Τι θα έκανα χωρίς εσένα;» εξομολογείται. Και εκείνος αποκρίνεται: «Θα τα καταφέρνατε και μόνος σας μια χαρά». Ο Αμπιγιέρ του τον ντύνει, τον μακιγιάρει, τον εμψυχώνει: «Η δουλειά θα σας κάνει καλά. Στο ταμείο έχει ουρές. Θρίαμβος». Τον θαυμάζει και τον προστατεύει ακόμα και από τις ενοχλητικές εισβολές ανθρώπων που επιθυμούν να μπουν στο καμαρίνι του και να τον ταράξουν. Ο ίδιος μπορεί να είναι ένας αποτυχημένος ηθοποιός, με τον Σερ όμως παίζει το ρόλο της ζωής του, αφού καλείται καθημερινά να λειτουργεί ως έξοχος ηθοποιός απέναντί του, με αποτέλεσμα να του γίνει απαραίτητος. Το ίδιο αισθάνεται και ο Νόρμαν για τον Σερ. Όταν πεθαίνει, λέει: «Εγώ τώρα τι θα απογίνω; Πού θα πάω;» Νιώθει για τον Σερ μια αγάπη βουβή, διόλου προκλητική, και αρκείται στο να ζει στη σκιά του. Η υπερβολική αγάπη όμως δεν απέχει πολύ από το μίσος, έτσι τον βλέπουμε να αλλάζει πρόσωπο και στάση όταν, αφού έχει πεθάνει ο Σερ και θρηνεί, συνειδητοποιεί πως δεν τον έχει μνημονεύσει στην αφιέρωση της ημιτελούς βιογραφίας του με τον τίτλο «Η ζωή μου». Ξεσπά λοιπόν αποκαλύπτοντας έναν άλλο Νόρμαν. «Όφειλες να με αναφέρεις και μένα στην αφιέρωση. Δεν έδινε δεκάρα για μας το κτήνος. Πεθαίνει χωρίς να σκεφτεί κανέναν, παρά μόνο τον εαυτό του», λέει αντικρίζοντας τα ψυχρά και πονεμένα μάτια της Ματζ. «Τον αγαπούσες!»

Η Ματζ είναι η Διευθύντρια Σκηνής του θεάτρου του Σερ, η ψυχή του θιάσου. Μια γεροντοκόρη, εγωίστρια, σκληρή, βαθιά ερωτευμένη επίσης με τον Σερ. Αγωνίζεται στα παρασκήνια προκειμένου να είναι όλα στην εντέλεια. Δουλεύει για τον Σερ 20 χρόνια και, παρόλο που τον θαυμάζει, συμφωνεί με τη Λαίδη ότι πρέπει να αποσυρθεί. Απορρίπτει την προσφορά του να της χαρίσει ένα δαχτυλίδι από εγωισμό και μόνο. Το παίρνει τελικά από το δάχτυλό του όταν εκείνος έχει πια πεθάνει. Συγκλονιστική σκηνή, υπέροχος ο συμβολισμός της (μυστική, παράφορη, παντοτινή αγάπη σε ένα μόνο πρόσωπο).

Ο θάνατος του Σερ είναι το τέλος εποχής για τη Ματζ, τον Νόρμαν αλλά και για τη Λαίδη που ζούσε δίπλα του. Στο άκουσμα του θανάτου του φαίνεται να νιώθει κάποια ανακούφιση.

Η παράσταση «Ο Αμπιγιέρ» στη Β΄ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας κερδίζει τις εντυπώσεις πριν ακόμη ξεκινήσει. Το παρακμιακό σκηνικό (Δημήτρης Πολυχρονιάδης) μας εντάσσει αμέσως στην ατμόσφαιρα του έργου και μας προϊδεάζει για όσα θα διαδραματιστούν επί σκηνής. Βρισκόμαστε στα καμαρίνια των ηθοποιών, αλλά και πίσω από τις κουίντες. Εκεί όπου οι ηθοποιοί αγωνιούν μαζί με τους θεατές για το αν ο Σερ είναι σε θέση να βγει στη σκηνή και να παίξει, ενώ δεν θυμάται ούτε το έργο ούτε τα λόγια του. Τα κοστούμια των ηθοποιών (Βασιλική Σύρμα) συμβαδίζουν με τη συνολική ατμόσφαιρα, που ενισχύεται με τον ιδιαίτερο φωτισμό (Βαλεντίνα Ταμιωλάκη) και τη σωστή μουσική υπόκρουση (Θοδωρής Οικονόμου).

Ο Σερ, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, δεν χρειάζεται συστάσεις. Σεβόμενος το κοινό και τον εαυτό του προσεγγίζει το ρόλο του ναρκισσιστή και ανασφαλή Σερ με σωστές δόσεις συγκίνησης και σαρκασμού. Στην παράσταση ο Σερ λέει: «Για τους κριτικούς νιώθω συμπόνια και οίκτο». Οι κριτικοί, φαντάζομαι, απολαμβάνοντας τον Σερ του Αλέξανδρου Μυλωνά νιώθουν απλώς ανακούφιση.

Για τον Μάνο Βακούση ή αλλιώς Νόρμαν πραγματικά δυσκολεύομαι να εκφραστώ. Τον πρωτοείδα στο έργο «Ο θάνατος και η κόρη» το 1994 και έκτοτε παρακολουθώ τη σιωπηλή-ηχηρή παρουσία του στο χώρο του θεάτρου. Ο Αμπιγιέρ όμως φαίνεται να είναι ο ρόλος της ζωής του, να έχει γραφτεί γι’ αυτόν. Ταυτιζόμαστε μαζί του και κατανοούμε κάθε του συναίσθημα, από το πιο τρυφερό έως το πιο φρικτό. Έχω την αίσθηση πως με την υποκριτική του δεινότητα καλύπτει ακόμα και τον πιο δύσκολο θεατή. Ο μονόλογός του στο τέλος, όταν θρηνεί και ξεσπά, είναι συγκλονιστικός.

Η Άννυ Λούλου στο ρόλο της Λαίδης, της καταπιεσμένης συντρόφου του Σερ που φεύγει ξαλαφρωμένη μετά το θάνατό του, είναι αρκετά πειστική.

Πολύ δυνατή η ερμηνεία της Ευγενίας Αποστόλου ως σκληρής και αδυσώπητης Ματζ. Το ντύσιμο, η κορμοστασιά και η επιβλητική φωνή της σκιαγραφούν μια υπέροχη Ματζ, με δυνατότερη στιγμή της την τελευταία σκηνή με το δαχτυλίδι.

Η καθ’ όλα άρτια αυτή παράσταση βασίζεται στη σπουδαία σκηνοθεσία του Μανώλη Δούνια.

Εν κατακλείδι, αν απομονώσω την ερμηνεία του Μάνου Βακούση, θεωρώ πως το τρίπτυχο σκηνικό-κοστούμια-σκηνοθεσία είναι το κλειδί της συγκεκριμένης παράστασης, καθώς αποτυπώνει την εξαθλίωση του πολέμου και το πώς πραγματικά είναι ο ηθοποιός όταν τα φώτα έχουν σβήσει.

 

 

Ο μεγάλος Ιταλός δραματουργός Εντουάρντο ντε Φιλίππο γεννήθηκε στη Νάπολη το Μάιο του 1900. Η Νάπολη λοιπόν, με τα προβλήματα, τις ομορφιές της και τους κατοίκους της, είναι σταθερά πρωταγωνίστρια στα έργα του. Το 1946, χρονιά κατά την οποία γράφει τη «Φιλουμένα», η Ιταλία έχει βγει από τον πόλεμο και μετρά τις πληγές της. Στο νότο τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα, καθώς επικρατούν φτώχεια, πείνα και εξαθλίωση.

 

Ο νομπελίστας θεατρικός συγγραφέας Ντάρο Φο αναφερόμενος στο Ντε Φιλίππο είπε ότι «ήταν ο συγγραφέας που ήξερε να κάνει να πάλλονται τα συναισθήματα ακόμα και των πιο απλών ανθρώπων, χωρίς να τους παρουσιάζει δύσκολα υπαρξιακά νοήματα, αλλά μέσω απλών καταστάσεων, τόσο υπέροχων όσο και ανεπανάληπτων. Στη βάση του θεάτρου του Ντε Φιλίππο υπάρχει η σύγκρουση του ατόμου και της κοινωνίας και ο συγγραφέας αγωνίζεται να την εξαλείψει. Παρουσιάζει πάνω στη σκηνή την καθημερινή ζωή λαϊκών ανθρώπων χρησιμοποιώντας τον απλό τους λόγο. Αναλύει τα παθήματα της ανθρωπότητας ξεκινώντας από την οικογένεια, αδιαφορώντας όμως για το νομικό πλαίσιο του δεσμού αυτού. Για τον δραματουργό Ντε Φιλίππο ο δεσμός του γάμου πρέπει να υφίσταται μόνο αν στη βάση του εδρεύουν η αληθινή αγάπη και ο αμοιβαίος σεβασμός. Σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει και ο δρόμος του διαζυγίου (τον οποίο διαλέγει και η Φιλουμένα). Επιπλέον, μέσω του έργου του στηλιτεύει και την κοινωνία που δέχτηκε ως μοναδική της αξία το χρήμα (η κοινωνία του Σοριάνο) κατακρημνίζοντας όλες τις υπόλοιπες αξίες. Σύμφωνα με τον Ντε Φιλίππο, η ανατροπή της κατάστασης αυτής εναπόκειται στους νέους (Μικέλε, Ρικάρντο και Ουμπέρτο, οι γιοι της Φιλουμένα). Οι ιδέες του πρώτα γεννιούνται στην καρδιά και έπειτα στο μυαλό του. Όπου κι αν βρισκόταν παρατηρούσε τους ανθρώπους και επιχειρούσε να τους ψυχογραφήσει. Τη «Φιλουμένα» του λοιπόν την είχε «συλλάβει» κάπου στα δρομάκια της Νάπολης πολύ πριν την κάνει ηρωίδα του ομώνυμου έργου του, που έμελλε εκτός από σύμβολο μητρότητας να γίνει και σήμα κατατεθέν της τέχνης του, αφού δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι αποτελεί το αριστούργημά του.

 

 Η ιστορία της δεν είναι η απλή ιστορία μιας πόρνης, αλλά η ιστορία του κοινωνικού αποκλεισμού αυτής της γυναίκας και η λήψη μέτρων από την ίδια για την αντιμετώπιση της αδικίας. Η Φιλουμένα Μαρτουράνο και ο Ντομένικο Σοριάνο γνωρίζονται κάτω από περίεργες συνθήκες, στον οίκο ανοχής που δουλεύει αυτή και εκείνος, ο πλούσιος επιχειρηματίας, είναι πελάτης. Γι’ αυτό και στο έργο, όταν επιχειρεί να την ταπεινώσει για πολλοστή φορά, θα του πει: «Και οι δυο του λιμανιού είμαστε, Ντουμί». Η Φιλουμένα τον ερωτεύεται: «Εσύ είσαι ο άντρας μου. Οι άλλοι δεν μετράνε». Ο Σοριάνο επιστρέφει πάντα σ’ εκείνη έπειτα από τα ταξίδια του. «Γύρισα, Φιλουμένα». Έτσι παραμένει μαζί του 25 χρόνια. Του είναι τυφλά αφοσιωμένη, ανέχεται τα πάντα χωρίς να παραπονιέται, ενώ κρατά και τις επιχειρήσεις του με επιτυχία για να μπορεί εκείνος να ξοδεύει τα λεφτά του σε ταξίδια, γυναίκες, στον ιππόδρομο και φυσικά σε παπούτσια. Έρχεται όμως η στιγμή που ο Ντομένικο επιθυμεί να απαλλαγεί οριστικά από την παρουσία της, εκτοπίζοντάς τη από τη ζωή του. Θέλει να παντρευτεί κάποια κατά πολύ νεότερη, γεγονός που αναγκάζει τη Φιλουμένα να μεταχειριστεί ένα τέχνασμα προκειμένου να παντρευτεί εκείνη. Προσποιείται ότι είναι ετοιμοθάνατη και, ενώ όλοι θεωρούν πως μετά το μυστήριο θα αποβιώσει, ανακάμπτει πλήρως και διεκδικεί τη θέση που της ανήκει καθώς και ένα όνομα για τα τρία νόθα παιδιά της. «Να ζήσεις, να γεράσεις, να με χαίρεσαι. Εγώ είμαι τώρα η νυφούλα σου». Και αυτός της απαντά: «Θα σε καταστρέψω. Θα σε πατήσω κάτω σαν σκουλήκι. Πόρνη ήσουν και πόρνη παρέμεινες». Από εκείνη τη στιγμή αρχίζουν οι περιπέτειες για τον Ντομένικο, που καλείται να γνωρίσει τη γυναίκα που είχε δίπλα του 25 χρόνια και που ποτέ δεν είχε εκτιμήσει και αισθανθεί αντάξιά του. «Δεν έχω ιδέα ποια είσαι. Αρχίζω να φοβάμαι. Μάγισσα είσαι;» Φέρνει δικηγόρο και ακυρώνει το γάμο τους. Η περήφανη Φιλουμένα τον εγκαταλείπει, αφού πρώτα του «πετά στα μούτρα» την αλήθεια της. «Έχω τρία παιδιά, τρεις γιους, και ο ένας είναι δικός σου». Κάποιο βράδυ που ο Ντομένικο ασφαλώς δεν θυμάται οι υπηρεσίες της ήταν δωρεάν. «Τα παιδιά δεν πληρώνονται», του λέει και φεύγει.

 

Το έργο αποτελεί ένα σαφέστατο δείγμα ρεαλισμού, αφού ο συγγραφέας βάζει στη σκηνική αρένα δύο στρατόπεδα. Από τη μια, την ταπεινωμένη ερωμένη που δεν κατάφερε να γίνει σύζυγος, τη μάνα που θέλει να αποκαταστήσει στην κοινωνία το όνομα των παιδιών της. Από την άλλη, τον πλούσιο άντρα που νομίζει αφελώς ότι τα πάντα εξαγοράζονται με το χρήμα. Το αίσθημα της πατρότητας είναι εκείνο που θα τον κάνει να ξεχάσει τα παντρολογήματα και να προσπαθήσει να ανακαλύψει ποιος είναι ο γιος του, το αίμα του, η συνέχειά του. Και ενώ για τη Φιλουμένα «Τα παιδιά είναι παιδιά», όπως της είπε και η Παναγιά των Ρόδων, για τον Ντομένικο ένας είναι ο γιος του. Γι’ αυτό του λέει: «Πάψε να είσαι τόσο εγωιστής, πάψε να σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου. Τι έχεις να χάσεις αν αγαπήσεις και τους τρεις; Σου δίνεται μια ευκαιρία να αγαπήσεις».Στο Θέατρο Διάνα η Φιλουμένα ανεβαίνει δύο χρόνια μετά την παράσταση του Εθνικού που σημείωσε τρομερή επιτυχία για να μας υπενθυμίσει πόσο πολύ η Ελένη Ράντου αγάπησε την ηρωίδα του Ντε Φιλίππο και πόσο η ηρωίδα του συγγραφέα αγάπησε την Ελένη Ράντου. Η Φιλουμένα της είναι συγκλονιστική, σε όλα τα σημεία. Στην αρχή που μας συστήνεται: «Είμαι η Φιλουμένα Μαρτουράνο. Γεννήθηκα στη Νάπολη, στις γειτονιές του Σαν Λιμπόριο, σε στενά σοκάκια που ούτε ο ήλιος δεν τα καταδέχεται». Στη συνέχεια όταν δίνει τον όρκο στην Παναγία των Ρόδων ή όταν φορά το συμβατικό ταγιέρ για να πει στα παιδιά της: «Είμαι η Φιλουμένα και είμαι η μάνα σας» ή «Είστε τα παιδιά μου». Όταν απευθύνεται στον Σοριάνο: «Ξέρεις τόσο καλά να ταπεινώνεις. Για σένα ήμουν μόνο η ντροπή». Όταν μιλά για τους γονείς της: «Τους ξέγραψα, με ξεγράψανε». Όταν παραβαίνει τον ένα νόμο που έμαθε και στο τέλος κλαίει από ευτυχία.

 

Ο Γιάννης Βούρος ως Ντομένικο Σοριάνο είναι σε μεγάλα κέφια. Πριν δω τον Σοριάνο του αναρωτιόμουν αν πράγματι του ταιριάζει ο συγκεκριμένος ρόλος. Για άλλη μια φορά μού απέδειξε ότι τους ρόλους του τους παίρνει και τους κάνει δικούς του. Αποδίδει εξ ολοκλήρου το προφίλ του εγωιστή, του άκαρδου Σοριάνο, που καταλήγει να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Είναι σκληρός, ταπεινωτικός αλλά και τρυφερός. Η χημεία του με τη Ράντου είναι πασιφανής. Χάρη στην ευαίσθητη ματιά του και στην εμπειρία του προκύπτει ένας Ντομένικο ιδιαίτερος, ολότελα αληθινός, συγκινητικός και συνάμα διασκεδαστικός. Ατάκες του στιλ «Θα σε καταγγείλω για διαφυγόντα κέρδη» ή «Δηλαδή εγώ το βράδυ κοιμήθηκα γαμπρός και ξύπνησα παππούς» θα μείνουν στη μνήμη του θεατή. Ο Σοριάνο-Βούρος δίνει όντως την εντύπωση του ανθρώπου που σαν άλογο κούρσας έτρεχε μια ζωή, πέταγε κάτω τους αναβάτες, αλλά δεν έφτασε πουθενά.

 

Ξεχωριστή μνεία θα ήθελα να κάνω στη Ροζαλία Σολιμέντο, κατά κόσμον Βίλμα Τσακίρη, που γεμάτη πάθος, χιούμορ και αυτοσαρκασμό έδωσε τον καλύτερό της εαυτό. Η πιστή υπηρέτρια είναι η μόνη που αποκαλεί τη Φιλουμένα ,Donna, τη σέβεται και την αγαπά πολύ πριν αποκατασταθεί στα μάτια του κόσμου.

Η Ντίνα Αβαγιανού ως Ματρόνα και Κυρία Σοριάνο κάνει αίσθηση με την παρουσία της. Ο Τάσος Γιαννόπουλος ως Αλφρέντο Αμορόζο πείθει για την πίστη και τη συγκατάβασή του στο αφεντικό. Υπάρχει γι’ αυτόν μετρώντας τα ψίχουλα που του πετά. Δεν θα ήθελα να παραλείψω να αναφερθώ στους τρεις γιους της Φιλουμένα, τον Παναγιώτη Καρμάτη (Μικέλε), τον Γιώργο Αλεβυζάκη (Ρικάρντο) και τον Νεκτάριο Φαρμάκη (Ουμπέρτο), που είναι απολαυστικοί, κυρίως όταν προσπαθούν να αποδείξουν στον Ντομένικο τις τραγουδιστικές τους ικανότητες με το «Quando vedrai la mia ragazza» του Λιτλ Τόνι ‒ μεταγενέστερο μεν, ευφυέστατο δε.

 Όσο για τη σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή, είναι κέντημα. Βρισκόμαστε όλοι στη Νάπολη του 1946.

 Κλείνοντας δεν θα ήθελα να μειώσω σε κάτι την προσπάθεια του Μανόλη Παντελιδάκη να μεταφέρει τα εξαιρετικά σκηνικά της παράστασης του Εθνικού, με την τεράστια σκηνή και το budget στη σκηνή του Διάνα που είναι σαφώς μικρότερη.

Τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη είναι πολύ προσεγμένα, ειδικά το κόκκινο πουά φόρεμα της Φιλουμένα και το πλουμιστό φόρεμα της Ντιάνας.

 Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια παράσταση που συγκινεί, προβληματίζει, σε κάνει να γελάς και να κλαις, όπως είναι και η ζωή, γεμάτη γέλιο και δάκρυ. Αυτός είναι ο νεορεαλισμός, αυτός είναι ο μεγάλος Ντε Φιλίππο, αυτή είναι η Ελένη Ράντου. Η δική μας Φιλουμένα.

 

 

 

Το «Μαυροπούλι» γράφτηκε το 2005 και είναι βασισμένο σε ένα πραγματικό γεγονός. Ο συγγραφέας του, David Harrower, βραβεύτηκε δύο φορές για το έργο αυτό. Το 2006, όταν κέρδισε το βραβείο Scotland Critics Award για το καλύτερο θεατρικό έργο της χρονιάς, και το 2007, όταν κέρδισε το βραβείο Laurence Olivier Award.

 Ο τίτλος του έργου  θυμίζει την  ιστορία του Αγίου Βενέδικτου, όπου το Μαυροπούλι συμβολίζει την ερωτική επιθυμία. Ο άγιος αντιστέκεται και αυτοτιμωρείται, κάτι που δεν καταφέρνει ο ήρωας του έργου, γιατί είναι ένας καθημερινός άνδρας με αδυναμίες και τρωτά σημεία. Ο Harrower βέβαια σε συνέντευξή του ανέφερε ότι δεν γνώριζε το μύθο και ότι το Μαυροπούλι του έργου του είναι ένα παρατσούκλι που δίνει ο Ρέυ στην Ούνα.

Πρόκειται για ένα επίκαιρο έργο, ένα πολύ δυνατό κείμενο, που δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστο ακόμα και τον λιγότερο ευαισθητοποιημένο στο θέμα θεατή. Ένα έργο που γράφτηκε απνευστί από τον Harrower, μέσα σε ένα μήνα σχεδόν, αγγίζοντας ιδιαίτερα επικίνδυνες χορδές της κοινωνίας, ένα έργο που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, αφήνοντάς του αναπάντητα ερωτήματα και μια πικρή γεύση. Κι αυτό γιατί υπάρχουν στο έργο διάχυτες συναισθηματικές αμφισημίες. Πού αρχίζει το ανήθικο και που σταματά το ηθικό; Πού ο έρωτας και πού η αρρώστια; Πόσο «παιδί» μπορεί να είναι ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που προκαλεί με το βλέμμα έναν άνδρα συνομήλικο και φίλο του πατέρα του και του αφήνει ραβασάκια στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου του; 

Ποιος είναι θύμα και ποιος θύτης; Είναι πράγματι ο Ρέυ ένας διεθφαρμένος παιδεραστής ή μήπως είναι κάποιος με αδυναμίες ,που του συνέβη στο διάβα της ζωής του, στα 45 του χρόνια, να γνωρίσει και να ερωτευτεί τον λάθος άνθρωπο; Πόσοι άλλωστε δεν έχουν ερωτευτεί το λάθος πρόσωπο τη λάθος χρονική στιγμή; Για το λάθος του αυτό όμως πλήρωσε με ποινή φυλάκισης έξι ετών για αποπλάνηση ανηλίκου.

Κανείς δεν ξέρει την απάντηση. Το σίγουρο είναι ότι η κοινωνία μας αρέσκεται στο να κολλάει ταμπέλες, να στιγματίζει και να τιμωρεί ανθρώπους που ξεφεύγουν από τη νόρμα της. Στην καθημερινή ζωή όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, δεδομένου ότι οι ανθρώπινες σχέσεις δεν μπαίνουν πάντα σε καλούπια.

Έχω την πεποίθηση ότι αυτό ακριβώς θέλει να τονίσει ο συγγραφέας με το έργο του και ταυτίζομαι απόλυτα με τη θέση του. Θέλει να προβληματίσει το κοινό του. Προφανώς κανένας έχοντας σώας τας φρένας δεν θα δικαιολογούσε την πράξη του Ρέυ, όμως ο Harrower  δεν θέλει να καταδικάσει κιόλας τον ήρωά του. Τιμωρήθηκε αρκετά στη φυλακή.

Η μεταφορά του έργου στο θέατρο Άλμα σκηνοθετήθηκε από τον έμπειρο Γιώργο Κιμούλη, ο οποίος κρατάει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του διφορούμενου ήρωα Ρέυ. Δίπλα του έχει την νεαρή ηθοποιό Ανθή Σαββάκη, που κλήθηκε να αναλάβει το δύσκολο ρόλο της διαταραγμένης ψυχικά Ούνα έπειτα από πρόβες μόλις δέκα ημερών.

Τον θεατή υποδέχεται μια σκηνή γεμάτη χαρτιά πεταμένα παντού, άδεια μπουκάλια, άδεια ποτήρια καφέ (σκηνικό: Χριστίνα Κωστέα).Πρόκειται για το χώρο δουλειάς του πρωταγωνιστή, ο οποίος απασχολείται σε φαρμακευτική εταιρία με οδοντιατρικά είδη, όπως γράφει το μπουφάν που φοράει ( Dental Factory) και το οποίο βιάζεται να βγάλει μάλλον για να κρύψει στην Ούνα την πραγματική του θέση στην εταιρία,  που δεν είναι άλλη από αυτή του νυχτοφύλακα. Οι δυο τους μπαίνουν στη σκηνή εμφανώς ταραγμένοι. Συναντιούνται δεκαπέντε χρόνια μετά, όταν εκείνος είναι  πια 60 χρονών και εκείνη 27. Αποστασιοποιημένοι από την τρίμηνη παράνομη σχέση τους πριν από 15 χρόνια συζητούν πότε ήρεμα πότε θυμωμένα. Εκείνος έχει αλλάξει όνομα , πόλη διαμονής, δουλειά, γιατί όπως μας λέει ο πρωταγωνιστής με σπασμένη τη φωνή, αυτό τον βοήθησε να ξεχάσει. Εκείνη αντιθέτως δεν άλλαξε τίποτα και καθημερινά για 15 χρόνια ζούσε και ξαναζούσε το ίδιο γεγονός. Εκείνος, παρόλο που φαίνεται ταραγμένος από την παρουσία της, μοιάζει να έχει αφήσει πίσω του το παρελθόν και να έχει συνεχίσει τη ζωή του, όπως αυτή μπορεί να συνεχιστεί μετά από ένα τέτοιο γεγονός. 

«Γιατί ήρθες;» τη ρωτά, για να πάρει μια αποστομωτική απάντηση «Για να σε δω». Τον έψαχνε πάντα και τον είδε τυχαία σε φωτογραφία από διαφήμιση της εταιρίας. «Θα σε αναγνώριζα όπου κι αν σε έβλεπα», του λέει και αρχίζει το κατηγορώ της. Του μιλά περί κακοποίησης ,εξουσίας κλπ και εκείνος απολογείται. «Έξι χρόνια στη φυλακή έχασα ό,τι είχα και δεν είχα» ,της λέει , ενώ εκείνη του απαντά: «Εγώ δεν είχα προλάβει να έχω κάτι,ήμουν 12 χρονών». Ο Ρέυ έχει πληρώσει για το κακό που της προκάλεσε «το βλέμμα των άλλων είναι η μεγαλύτερη τιμωρία». «Έπρεπε να σε προστατέψω και δεν σε προστάτεψα».

 Καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης ο θεατής γίνεται μέτοχος μιας πολύ δύσκολης κατάστασης, που δεν ξέρω αν οι δύο πρωταγωνιστές καταφέρνουν να αποδώσουν, τουλάχιστον όχι σε όλα τα σημεία. Ο Ρέυ του Κιμούλη καταφέρνει να γίνει συμπαθής, παραπάνω από ό,τι θα έπρεπε. Η γνωστή μανιέρα του ηθοποιού είναι πάντα  παρούσα. Ο Κιμούλης είναι καλός , πάντα είναι καλός , είναι σπουδαίος ηθοποιός σύμφωνα με τη γνώμη της γράφουσας. Έχει αποδείξει επανειλημμένα το εύρος του ταλέντου του, όμως ο Ρέυ του αφήνει κάτι ανεκπλήρωτο. Η δυνατότερη στιγμή του υποκριτικά είναι ο μονόλογος όταν παρουσιάζει τη δική του οπτική για τη σχέση τους. Το «Δεν ήσουν στόχος ,κορίτσι μου γλυκό» ηχεί μέσα μας σαν καμπάνα . Η Ανθή Σαββάκη, παρά τις δυσκολίες, στέκεται σε γενικές γραμμές καλά πάνω στη σκηνή, χωρίς όμως να απογειώνει την ψυχικά διαταραγμένη ηρωίδα της, Ούνα. Η δική της δυνατή στιγμή είναι όταν μένει για λίγο μόνη στο σκοτάδι και τραγουδά σαν ένα φοβισμένο πλάσμα που έχασε τις ισορροπίες του για άλλη μια φορά. Τότε με πείθει απόλυτα, ενώ νομίζω πως χάνει λίγο σε συναίσθημα ο μονόλογός της. Αληθινά όμως εκτιμώ ότι έχει μέλλον στο χώρο. Η σκηνοθεσία είναι λειτουργική και μας βάζει στο βαρύ κλίμα του έργου. 

Η τελική αποτίμηση για την παράσταση είναι θετική, αν και οι δύο πρωταγωνιστές έχουν να παλέψουν με ένα πολύ δυνατό κείμενο, ανάμεσα σε λεπτές ισορροπίες. Δεν θα ήθελα να παραλείψω την παρουσία της μικρής, που στο τέλος φέρνει την κάθαρση. Ο Ρέυ γίνεται ξανά ανθρώπινος και βγάζει από πάνω του την ταμπέλα του παιδεραστή όταν φροντίζει και αγαπάει σαν παιδί του την κόρη της νέας  συντρόφου του. Η Ούνα δεν μπορεί να το διαχειριστεί αυτό και οδηγεί στο τέλος.

Αξίζει να σημειωθεί και η εξαιρετική  μουσική υπόκρουση του Σταμάτη Κραουνάκη, διαβάσαμε και τους εμπνευσμένους στίχους του στο πρόγραμμα της παράστασης. Τα καλόγουστα κουστούμια είναι της Σοφίας Νικολίδη και οι λειτουργικοί φωτισμοί της  Κατερίνας Μαραγκουδάκη.

 

 

Video

kart1

Kalomoira2.jpg

Ροή Ειδήσεων

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία