Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Νατάσα Κωνσταντινίδη

Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Χουάν Ρούλφο (1917-1986) είναι από τους λίγους συγγραφείς που κατάφερε με το μικρό συγγραφικό του έργο, μόλις δύο τίτλοι, «Ο κάμπος στις φλόγες» (1953) και «Pedro Paramo» (1955) να μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, να υμνηθεί από κοινό και μελετητές και να θεωρηθεί ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα, καθώς και από τους επιδραστικότερους της χώρας του, χάρη στο εμβληματικό του μυθιστόρημα «Πέδρο Πάραμο». Το εν λόγω έργο θεωρείται προάγγελος του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού, του ρεύματος εκείνου που θα κάνει διάσημη διεθνώς την ισπανόφωνη λογοτεχνία.

Η ιστορία του εξελίσσεται σ’ένα χωριό φάντασμα στην Κομάλα, την πατρίδα της μητέρας του αφηγητή Χουάν Πρεσιάδο, ο οποίος πηγαίνει να βρει τον πατέρα του, κάποιον Πέδρο Πάραμο.Το έργο έχει μια ιδιαίτερη και περίπλοκη πλοκή και καταφέρνει να αποτυπώσει το άχρονο. Χρόνος δεν υφίσταται. Συνυπάρχει το παρελθόν και το παρόν. Τα χρονικά όρια εκμηδενίζονται καθώς και τα χωρικά, εφόσον οι κάτοικοι της Κομάλα είναι νεκροί, έτσι εμφανίζονται και απομακρύνονται από τη σκηνή χωρίς τις συνηθισμένες συμβάσεις. Κεντρική ιστορία δεν υπάρχει. Αποτελείται ουσιαστικά από τρεις επιμέρους ιστορίες που αναπτύσσονται παράλληλα και πλέκονται η μία μέσα στην άλλη. Η κάθε ιστορία είναι η φωνή μιας αλύτρωτης ψυχής που αναζητά την λύτρωση της μέσα από το λόγο. Οι ιστορίες ακούγονται ως μουρμουρητά, αυτός άλλωστε ήταν και ο αρχικός τίτλος του μυθιστορήματος «Τα μουρμουρητά», πριν δοθεί ο τελικός «Πέδρο Πάραμο», που σημαίνει «Καμμένη Γη». Βασικός πρωταγωνιστής το χωριό, ένα χωριό νεκρών, ερειπωμένο και παρηκμασμένο όπως η κοινωνία, η κάθε κοινωνία σε οποιαδήποτε ήπειρο, η Κομάλα, η καμμένη γη στην άκρη της κόλασης.

Ο Χουάν Πρεσιάδο φτάνοντας στην Κομάλα με την υπόσχεση στην ετοιμοθάνατη μητέρα του να βρει τον Πέδρο Πάραμο, τον πατέρα του, «Τα χρόνια που μας ξέχασε παιδί μου κάντον να τα πληρώσει ακριβά», όντας και ο ίδιος νεκρός συναντά πρώτα στην κάθοδο του στον Άδη, τον ονηλάτη Αμπούνδιο, επίσης γιο του Πέδρο Πάραμο που θα τον ενημερώσει για το θάνατο του πατέρα του. Μπαίνοντας στο χωριό έντονη είναι η απουσία θορύβων, «Δεν ζει κανείς εδώ», τον είχε προετοιμάσει ο Αμπούνδιο. Στο χωριό όμως υπήρχε ‘’ζωή’’, αυτή ήταν η αίσθηση του, αλλά ο ίδιος δεν είχε ακόμη συνηθίσει την τόση σιωπή. Στη συνέχεια, συναντά μια ακόμα αμαρτωλή ψυχή, την παιδική φίλη της μητέρας του, Εδουβίχες, που είχε ενημερωθεί για τον ερχομό του από την μητέρα του και τον περίμενε. Εμφανίζεται ο Πέδρο Πάραμο σαν φάντασμα και διηγείται τον έρωτα του για τη Σουζάννα, το μοναδικό ίσως στοιχείο που τον κάνει να μοιάζει ανθρώπινος. Η Εδουβίχες επανέρχεται και του αφηγείται ότι παραλίγο να ήταν εκείνη η μητέρα του, ότι ο Αμπούνδιο έχει πεθάνει από καιρό και ενώ ακούγεται ο καλπασμός αλόγου, του μιλά για το μοναδικό αναγνωρισμένο από τον ίδιο γιο του Πάραμο, τον Μιγκέλ, καθώς και για τον θάνατο αυτού. Ο ιερέας αρνείται να ευλογίσει το νεκρό Μιγκέλ, επειδή ήταν πολύ κακός άνθρωπος, ενώ τελικά τον ευλογεί όταν ο Πέδρο Πάραμο του πετά τα 60 πέσος που ζητά ( περιγραφή και της ηθικής κατάπτωσης της εκκλησίας). Άλλοι ήρωες κυρίως γυναίκες τον οδηγούν στην Μέδια Λούνα, την επικράτεια του πατέρα του, ο οποίος παρουσιάζεται σαν μια περσόνα φρικιαστική.

Εκεί συναντά μια γυναίκα που τον φρόντιζε όταν ήταν μωρό. Αναλαμβάνει να τον ξεναγήσει στην Κομάλα. Παντού ακούγονται αντίλαλοι, «μη φοβηθείς», του λέει και εξαφανίζεται.

Τον Χουάν Πρεσιάδο τον βαραίνουν οι τόσο πολλοί θάνατοι και κυλιέται σε λάσπη.

Οι ιστορίες έχουν κοινό σημείο τη σχέση των αμαρτωλών προσώπων που συναντά ο Χουάν, με τον τύραννο Πέδρο Πάραμο. Η εδεμική Κομάλα των αναμνήσεων της μητέρας του μετατράπηκε σε κόλαση, εξαιτίας της καταστροφικής μανίας του πατέρα του.

Έντονο το μεταφυσικό στοιχείο και η διαφορετικότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το θάνατο οι Λατινοαμερικάνοι από τους Ευρωπαίους. Στόχος η υπαρξιακή διάσταση του έργου (ο τύραννος πεθαίνει από το παιδί του) και η πανανθρώπινη διάσταση του έργου.

Η παράσταση «Πέδρο Πάραμο» στο διατηρητέο ξενοδοχείο ‘’Μπάγκειον’’ από την ομάδα ΌΠΕRΑ καταφέρνει να υποβάλλει το θεατή στην νεκρική ατμόσφαιρα του έργου και σ’ αυτό συμβάλλει στο μέγιστο βαθμό η επιλογή του Μπάγκειον, του οποίου η παρακμή αποδεικνύεται το καταλληλότερο σκηνικό για το σκονισμένο, παρηκμασμένο και ερειπωμένο χωριό της Κομάλα. Η σκηνογράφος Τίνα Τζόκα έκανε πολύ καλή δουλειά στο σκηνικό της παρακμής, ενώ επιμελήθηκε και τα κοστούμια, για τα οποία ορθά επέλεξε λευκούς τόνους, νεκρικούς, με διάφανα υφάσματα και δαντέλα. Θα ήθελα στη συνέχεια να αναφερθώ στην ρέουσα μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου και στον υποτονικό φωτισμό της Στέλλας Κάλτσου. Νομίζω πως σε ένα τέτοιο έργο το τρίπτυχο σκηνικά-κοστούμια-φωτισμοί δρουν καταλυτικά στο αποτέλεσμα και έχει γίνει εξαιρετική δουλειά. Στη σκηνοθεσία της η Ελεάνα Τσίχλη διατήρησε ως βασικό πρωταγωνιστή το χωριό της Κομάλα και έβαλε τους ηθοποιούς να διεκδικούν ο καθένας με τη σειρά του μέσω της αφήγησης τους κάποιον από τους υπόλοιπους πρωταγωνιστικούς ρόλους, όπως άλλωστε δηλώνει και στο έργο του ο Χουάν Ρούλφο. Μπλέκει το στοιχείο της χορικότητας με την αφήγηση, ενώ σημαντική θέση κατέχει η μουσική. Εκμεταλλεύεται τη διάταξη του χώρου εξαιρετικά. Το παλιό χλιδάτο ξενοδοχείο που τώρα κρίνεται διατηρητέο, είχε πολλές πολλές πόρτες απ’ όπου μπαίνουν και βγαίνουν τα πρόσωπα του έργου με αρμονία. Αναδεικνύει το ταλέντο των ηθοποιών που έχει στην παράσταση ξεκλειδώνοντας τους όλες τις πτυχές τους (σώμα-φωνή- δεινότητα υποκριτική).

Η ομάδα των ηθοποιών στο σύνολο της λειτουργεί άψογα. Στην προσπάθεια μου να ξεχωρίσω κάποιους θα μιλήσω για την εσωτερικότητα και το πάθος της Τζωρτζίνας Δαλιάνη στο ρόλο της Εδουβίχες, τον Κώστα Βασαρδάνη που ως ιερέας με τις αποχρώσεις της φωνής του, κατάφερε να μας παρασύρει με το παίξιμο του, αλλά και την Νεφέλη Μαïστράλη ως Σουζανίτα. Αξιόλογη η παρουσία του : Νέστορα Κοψιδά, Φώτη Λαζάρου, Γιώργου Νούση και Δανάης Σαριδάκη που συμπληρώνουν την ομάδα ΟΠΕRA. Η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή υποβλητική και σε στιγμές μακάβρια και διαπεραστική.

Ένα πολύ σημαντικό έργο της Παγκόσμιας δραματουργίας για πρώτη φορά στη Ελλάδα και κάτω από ιδανικές συνθήκες σε ένα ατμοσφαιρικό χώρο.

 

Από την Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Γάλλος συγγραφέας Ζαν Κοκτώ συνυπολογίζεται στους δραματουργούς που σημάδεψαν με το έργο τους τον 20ο αιώνα. Ο ίδιος επιμένει στην ποιητική του ιδιότητα και θεωρεί ότι κάθε δουλειά του είναι ποίηση. «La Voix Humaine», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος στα γαλλικά, «Ανθρώπινη Φωνή» που γράφτηκε το 1930 και πρωτοπαίχτηκε στην Comédie Française, πραγματεύεται το θέμα της αυτοκτονίας μιας προδομένης και ερωτευμένης γυναίκας. Θέμα αγαπητό στον συγγραφέα που έχει εμμονή με την καταλυτική παρουσία του θανάτου, γεγονός που δικαιολογείται από την προσωπική τραυματική του εμπειρία. Ο πατέρας του αυτοκτόνησε, όταν ο Κοκτώ ήταν εννέα χρονών και ήταν εκείνος που τον βρήκε νεκρό στο κρεβάτι του.

Βρισκόμαστε στο Παρίσι του ’30 και μια γυναίκα συνομιλεί με τον επί πέντε χρόνια σύντροφο της στο τηλέφωνο, ο οποίος την έχει εγκαταλείψει για να παντρευτεί κάποια άλλη. Στον μονόλογο γινόμαστε μάρτυρες της ψυχολογικής πτώσης της γυναίκας αυτής που σταδιακά εγκαταλείπεται στην απόγνωση και το θάνατο, αν και στην αρχή δείχνει να είναι ψύχραιμη. Δείχνει να μειώνει με την στάση της την προδοσία του εραστή της και να τον συγχωρεί. Θα μπορούσε στην πραγματικότητα η πρωταγωνίστρια να είναι οποιασδήποτε εθνικότητας, ηλικίας και εποχής, δεδομένου ότι ο πόνος του έρωτα είναι καθολικός. Καλώς ή κακώς το έντονο αυτό συναίσθημα έχει πολλές παραμέτρους. Όταν παύει να είναι ευγενές, ένα συναίσθημα ανάτασης και ζωής, δίνει τη θέση του στην καταστροφή και το θάνατο. Υπάρχει πάντα και η σκοτεινή πλευρά του, αυτή που μας δείχνει πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες και πόσο συνδέεται η αγάπη και ο θάνατος. Η ηρωίδα του Κοκτώ φλερτάρει από την αρχή μαζί του, αφού καπνίζει ασταμάτητα, πίνει χάπια με μοναδική παρέα ένα τηλέφωνο που ουσιαστικά είναι συμπρωταγωνιστής της και από αντικείμενο επικοινωνίας γίνεται εργαλείο θανάτου, ένα όπλο που δεν αφήνει ίχνη, δεν κάνει θόρυβο.Η ηρωίδα τυλίγεται με το καλώδιο και τεντώνοντας το θέλει να προκαλέσει το τέλος της.

Η παράσταση του Γεωργιανού σκηνοθέτη Mikheil Charkviani, στην Β’ σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, με πρωταγωνίστρια την επίσης γεωργιανή ηθοποιό Buba Gogorishvili, μία από τις πιο σημαντικές εκπροσώπους της γενιάς της στη χώρα της, επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από την κλασική εκδοχή του Κοκτώ, κάνοντας το έργο πιο σύγχρονο, δείχνοντας τη γυναίκα αυτή πιο περήφανη, πιο δυνατή και σίγουρη για τις επιλογές της. «Πληρώνω ακριβά μια ανεκτίμητη χαρά και δε μετανιώνω για τίποτα», λέει χαρακτηριστικά στο έργο. Η παράσταση ανέβηκε αρχικά στο Θέατρο Antoneli στη Γεωργία το 2014 και αφού σημείωσε τεράστια επιτυχία εκεί και χαρακτηρίστηκε από τα σπουδαιότερα ανεβάσματα του έργου στη Γεωργία, ήρθε και στην Αθήνα για λίγες παραστάσεις.

Το έργο του σκηνοθέτη ενός τέτοιου μονολόγου πρέπει να στοχεύει στο ταμπεραμέντο μιας έμπειρης ηθοποιού που μπορεί να διατηρήσει μια εύθραυστη ισορροπία χωρίς υπερβολικά κλαψουρίσματα ή ψευτοδιανοουμενίστικες συμπεριφορές. Πραγματικά με την Gogorishvili πετυχαίνει να εστιάσει ο θεατής στο συναίσθημα, στο ανθρώπινο κομμάτι οδηγώντας τη σε μια ερμηνεία που δημιουργεί την απαιτούμενη ένταση. Το παράστημα της, η ένταση της, η νευρικότητα της και η συγκίνηση της φωνής της, που είναι έκδηλα από την πρώτη στιγμή που αναβοσβήνει το διακόπτη της λάμπας που στέκει δίπλα της, φέρνουν μπροστά στα μάτια του θεατή το δράμα κάθε ερωτευμένης γυναίκας που φτάνει στο τέλος. Το στερεότυπο της αδύναμης γυναίκας, αν και είναι κάπως εξασθενημένο εδώ, υπάρχει, όμως έμφαση δίνεται στην ερμηνεία. Η διαφορά της γλώσσας είναι ένα πρόβλημα που ξεπερνιέται με το συναίσθημα που βγάζει στην ερμηνεία της η ηθοποιός. Το τηλέφωνο πρωταγωνιστής μέχρι την τελευταία σκηνή όπου πριν το τέλος επιχειρεί την «επανάστασή της» και το βγάζει στο νοητό μπαλκόνι για να μην το ακούει, έχοντας κατεβασμένο το ακουστικό. Έξυπνο το σκηνικό εύρημα της τζαμαρίας που υποδηλώνει το μπαλκόνι του διαμερίσματος όπου διαμένει η ηρωίδα.

Μια ενδιαφέρουσα θεατρική μετάκλιση η οποία μας δίνει μια μεγάλη ευκαιρία να γνωρίσουμε δύο σπουδαίους καλλιτέχνες από τη γειτονική χώρα. Θα παίζεται μέχρι τις 2 Ιουνίου. Δείτε το!

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

 

 

Από τον Οκτώβριο του 2017 η σημαντική δραματουργός φεύγει να κατοικήσει σε «κατακόκκινο ουρανό», το έργο της όμως μένει εδώ και δεν περιορίζεται στα 40 χρόνια δραματουργίας και στα 50 συνολικά θεατρικής ζωής, αλλά θα υπάρχει στο διηνεκές. Ευτυχώς. Ξεκίνησε με την Τριλογία της Πόλης το 1965, έργο σταθμός που ανεβαίνει και φέτος από το Φεστιβάλ Αθηνών σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου.

Η Θεσσαλονικιά θεατρική συγγραφέας, αδερφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και σύζυγος του συγγραφέα και καθηγητή ψυχιατρικής Γιώργου Χειμωνά κατέγραψε τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που συντελέστηκαν στην Ελλάδα από τον Εμφύλιο μέχρι τις μέρες μας. Γράφει θεατρικά έργα-πολιτικά κείμενα, όχι με την εξωστρέφεια που χαρακτηρίζει την πολιτική, αλλά με την εσωτερική δύναμη που χαρακτηρίζει την ίδια ως άνθρωπο. Τα έργα της λοιπόν είναι η πολιτική της στάση απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω της.

Το μονόπρακτο «Ο Ουρανός Κατακόκκινος» αποτελεί έναν μονόλογο, μια κραυγή που γράφτηκε το 1998 και πρωτοπαίχτηκε από την μεγάλη ηθοποιό μας και προσωπική φίλη της Αναγνωστάκη, Βέρα Ζαβιτσιάνου, στο Εθνικό Θέατρο- Νέα σκηνή Νίκος Κούρκουλος σε σκηνοθεσία Βίκτωρα Αρδίττη, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που παραστάθηκε στα 20 χρόνια που ακολούθησαν. Την Σοφία Αποστόλου έχουν ερμηνεύσει η Ρένη Πιττακή, η Λυδία Κονιόρδου και πιο πρόσφατα η Ελένη Ουζουνίδου, ενώ ηχεί στ’ αυτιά μας η ηχογράφηση της ίδιας της Αναγνωστάκη, γεγονός που δηλώνει και την βαθιά σχέση της με το κείμενο της.

Η ηρωίδα «Σοφία Αποστόλου, του Ιωάννου και της Ευγενείας, καθηγήτρια γαλλικής στο Δημόσιο, με ανώτερες σπουδές στη Φιλολογία, κάτοχος επίσης της αγγλικής και της ρωσικής, πρώην καθηγήτρια, απολυθείσα λόγω αλκοολισμού» με «ροπή προς το κακό», είναι μια αστή με πατέρα γιατρό, που παντρεύεται έναν «κομμουνιστή αλλά τσαχπίνη», και εξομολογείται πως έφτασε να βρει νόημα στη ζωή της όταν νοικιάζει σπίτι με θέα τις φυλακές Κορυδαλλού, όπου κρατείται ο γιός της, «ο άσχημος και ηλίθιος, Γιάννης της» μετά τη σύλληψη του και καταδίκη του για μαστροπεία. Από τη μία ο νεκρός κομμουνιστής σύζυγος και από την άλλη ο ασχημούλης αφελής γιός συνθέτουν το κοινωνικό πλαίσιο της Ελλάδας της διαφθοράς. Η αιρετική Αναγνωστάκη γράφει μια ωδή για την ετερότητα. Η Σοφία Αποστόλου αισθάνεται πως ξεχωρίζει : «Εγώ δεν βολεύομαι. Δεν είμαι ο μέσος όρος. Δεν είμαι απ’ αυτούς που ρίχνουν νερό στο μύλο των ισχυρών και νομίζουν πως είναι κάτι, ενώ δεν είναι τίποτα! Δεν έχω καν αλυσίδες για να τις χάσω! Ποτέ δεν είχα αλυσίδες εγώ! Εγώ. Κάνω τη δική μου επανάσταση.»

Η Νένα Μεντή στη νέα της θεατρική πρόκληση και ενώ μας έχει ήδη χαρίσει εξαιρετικούς μονολόγους, καλείται να ενσαρκώσει στο Θέατρο Σταθμός, την Σοφία Αποστόλου. Την ξεπεσμένη αλκοολική ηρωίδα της Αναγνωστάκη και εμφανίζεται στη σκηνή με μαύρα γυαλιά, μποτάκια και ριχτό μπορντώ φόρεμα. Η εικόνα της πείθει. Η τρεμάμενη σε σημεία φωνή της είναι το σαθρό υπόβαθρο της κοινωνίας που καταρρέει, μαζί με τα ιδανικά και τις αξίες της. Αποδίδει το οξύ κείμενο της Αναγνωστάκη άλλοτε συγκινητικά και άλλοτε αποστασιωποιημένα. Η εσωτερικότητα της ηρωίδας που παλεύει για την ‘’ελευθερία’’ της κάνοντας απολογισμό της ζωής της, υπάρχει, αλλά μοιάζει σε σημεία να χάνει τη δύναμη της. Εξαιρετικό το κλείσιμο της, όπου κοιτώντας τους θεατές στα μάτια, δηλώνει ότι δεν βολεύεται, το ίδιο και όταν διαπιστώνει πικρά πως «εδώ στη χώρα αυτή ή είσαι από τους πολύ δυνατούς ή γίνεσαι παράνομος», αλλά και όταν σαν πονεμένη μάνα εξομολογείται «10 χρόνια έφαγε ο Γιάννης μου για το τίποτα. Όλα για το τίποτα»

Ο συγκλονιστικός αυτός μονόλογος που αγγίζει ευαίσθητες χορδές μας, ακούγεται στην παράσταση δεύτερος, αλλά τον σχολιάζω πρώτο λόγω της ιδιαίτερης σχέσης του σκηνοθέτη Μάνου Καρατζογιάννη με τη συγγραφέα. Ανήκει στους ηθοποιούς που έκαναν το ντεμπούτο τους με έργο της ( ‘’Κασέτα’’, 2002), εξάλλου σκηνοθέτησε το 2014 τις «Ενέδρες της ζωής», ενώ εκπονεί αυτή την περίοδο τη διατριβή του πάνω στη δραματουργία της. Επομένως έχει μελετήσει το έργο της και οδηγεί την έμπειρη ηθοποιό του με ακρίβεια.

 

xatzipanagiotis

Ο δεύτερος μονόλογος που στην πραγματικότητα είναι πρώτος, είναι το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Αυτός και το παντελόνι του». Δύο μονόπρακτα που φαινομενικά διαφέρουν, στην ουσία όμως έχουν κεντρικά μοτίβα κοινά : την μοναξιά, τα ψυχικά τραύματα, τις προσωπικές ήττες, τα αδιέξοδα των ηρώων.

Ο Καμπανέλλης ανήκει επίσης στα παιδιά του Θεάτρου Τέχνης, μια γενιά πριν την Αναγνωστάκη και σημάδεψε με το έργο του τη μεταπολεμική ελληνική δραματουργία, αναμορφώνοντας το θεατρικό τοπίο μιας ολόκληρης Ελλάδας. Σε 60 χρόνια θεατρικής παρουσίας άφησε 41 θεατρικά. Το κλασικό πια μονόπρακτο «Αυτός και το πανταλόνι του», με το οποίο έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας ο Βασίλης Διαμαντόπουλος το 1957 όταν γράφτηκε είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής του. Ο Κουν ότι αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι η θεατρική μαγεία της γραφής του. Το ένστικτο δηλαδή και η γνώση του παλμού των θεατών. Χαρακτηριστικό του η γνησιότητα και η ελληνικότητα των έργων του. Ακόμα και στο «Αυτός και το πανταλόνι του» σκιαγραφείται ο μέσος λαïκός Έλληνας. «Αυτός» που κλαίει, γελάει, φαντασιώνεται, θυμώνει είναι «Εμείς», οι Έλληνες που αναγνωρίζουμε στο πρόσωπο του, αδυναμίες μας, ευαισθησίες μας και συμπάσχουμε με την οδύνη του. Ο «Αυτός» λοιπόν είναι ένα γνήσιο σύμβολο.

Με λιτό μεστό λόγο είμαστε μπροστά σε έναν μονόλογο που ουσιαστικά είναι διάλογος «Αυτού» με το παρελθόν του, τις απώλειες του, τους φόβους του, τον έρωτα που τον προσπέρασε, τους ανθρώπους που αγάπησε.

Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης καλείται να φέρει σε πέρας ένα εξαιρετικά δύσκολο ρόλο με «βαρύ» παρελθόν και ανταποκρίνεται στο μέγιστο βαθμό. Η φωνή του, η κίνηση του, το μαρτύριο του ήρωα του μας διαπερνά και μας επηρεάζει. Είναι εντυπωσιακό τελικά ένα κείμενο που γράφτηκε 60 χρόνια πριν να αγγίζει το σύγχρονο Έλληνα. Σε αυτόν τον αριστοτεχνικά πλασμένο μονόλογο αποδεικνύεται σολίστας. Κατορθώνει όχι μόνο να συγκινήσει, αλλά και να προβληματίσει το κοινό.

Ξεκινά με το τραγούδι «Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν», στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν οδηγήθηκε το 1943 ο Καμπανέλλης, πιστεύω είναι και αυτό συμβολικό. Μας ξεκλειδώνει με την ερμηνεία του καλά κρυμμένους φόβους μας και προκαλεί έναν πλούτο συγκινησιακών αποχρώσεων. «Αν μπορούσα θα’ φευγα πρώτος», προκαλεί τα έπιπλα. Δεν μπορεί όμως ή δεν θέλει. Υποδόριο χιούμορ όταν λέει : «Άλλοι κάνουν παιδιά εγώ τα ταïζω». Ή όταν δεν μπορεί να περάσει την κλωστή στη βελόνα για να ράψει το παντελόνι του : «Μα γιατί γίνεσαι σαχλή;». Τα λόγια του αποπνέουν μια ευαισθησία.

Έντονα συναισθήματα : «Γιατί πέθανες μάνα; Γιατί; Γιατί δεν με ρώτησες;»

Όσον αφορά το σκηνικό (Γιάννης Αρβανίτης) είναι κοινό για τους δύο μονολόγους. Ένα τραπέζι με μια καρέκλα στη μέση και στις δύο πλευρές, μια αναποδογυρισμένη καρέκλα, σκόρπια βιβλία, ένα χαλασμένο κασετόφωνο. Τόσο όσο, χωρίς υπερβολές για να τονιστεί η δυσκολία της εποχής. Ο φωτισμός του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου λειτουργικός. Τα κοστούμια ( Βασιλική Σύρμα) ταιριαστά.

Ακόμα και οι δύο συγγραφείς είχαν κοινά μεταξύ τους, πέρα από τις πολιτικές τους καταβολές περιγράφουν απλούς ανθρώπους, μόνους, Δύο τραγικά πρόσωπα που σηκώνουν ο καθένας το σταυρό του. Πολιτικά κείμενα που ταυτόχρονα είναι και κοινωνικά.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

Ο Διγενής δεν είναι σίγουρα ένα τυχαίο πρόσωπο. Είναι ο δημοφιλέστερος από τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών και ο πρωταγωνιστής ενός έμμετρου αφηγήματος του 11ου – 12ου αιώνα, άγνωστου συγγραφέα, το οποίο αποτελεί το παλαιότερο λογοτεχνικό γραπτό μνημείο της δημώδους ελληνικής μεσαιωνικής γλώσσας και θεωρείται το έργο που σηματοδοτεί την αρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ακούγεται και είναι εξαιρετικά σημαντικό. Ο Διγενής είναι σύμβολο ηρωισμού, δεν είναι άλλος ένας ήρωας.

Στο Θέατρο 104 παρακολουθούμε από την εταιρεία θεάτρου Gaff μια παράσταση με αφορμή το έπος του Διγενή σε σκηνοθεσία Σοφία Καραγιάννη. Μια διασκευή που σκοπό έχει με χιουμοριστικό τρόπο να αποδώσει τα κατορθώματα, τους αγώνες, τους έρωτες και το θάνατο του ήρωα.

Τρεις «ραψωδοί» ζωντανεύουν τον κόσμο του Διγενή γύρω από τον ίδιο και πολεμάνε, ερωτεύονται, χορεύουν, τραγουδάνε, παίζουν σκάκι, «όσο κερδίζω θα μ’ αφήνεις να ζω» λέει ο Διγενής στο θάνατο που ήρθε να τον πάρει. Παίζουν με το θάνατο λοιπόν και ζούνε την κάθε μέρα έντονα, σαν να είναι η τελευταία. Υπάρχει όμως και για τους ήρωες ένα όριο. Ένα όριο που μπορεί να αψηφούν, είναι όμως αυτό που μας εξομοιώνει όλους, ήρωες και μη, ο θάνατος. Ποιος μπορεί να ξεφύγει από τον θάνατο;

Αυτό που βλέπουμε στην εν λόγω παράσταση είναι η μεταφυσική πλευρά του ποιήματος.

Το κοινό το υποδέχονται οι τρεις «ραψωδοί» ξαπλωμένοι στο ξύλινο πάτωμα. Τα μαρμαρένια αλώνια γίνονται το ξύλινο αλώνι ενός γυμνού σκηνικού που έρχονται να το γεμίσουν οι ηθοποιοί με τις ερμηνείες τους. Το έργο ξεκινά και τελειώνει με τον ίδιο τρόπο. Ενδιαφέρον σαν τον κύκλο που κάνει η ζωή, αν σου χαρίσει μια φορά την παρτίδα στο σκάκι, δεν σημαίνει ότι θα στη χαρίζει για πάντα. Είναι κλασικό παράδειγμα θεατρικής δουλειάς που δεν θέλει να εντυπωσιάσει με σκηνοθετικά τεχνάσματα, σοφή σκηνοθετική επιλογή της Σοφίας Καραγιάννη, αλλά επιδιώκει να τραβήξει την προσοχή του θεατή σε σημεία που πρέπει, αποδεικνύοντας ότι το σώμα και η φωνή του ηθοποιού υποκαθιστούν το οποιοδήποτε σκηνικό.

Οι δυνατές ερμηνείες, η ένταση, οι αυξομειώσεις στη φωνή, η μίμηση, η κίνηση (Μαργαρίτα Τρίκκα) δεν περνούν απαρατήρητα. Οι υποβλητικοί φωτισμοί ( Νίκος Βλασόπουλος) συμπληρώνουν το αποτέλεσμα. Και τα κοστούμια των «ραψωδών», τα οποία επιμελήθηκε η σκηνοθέτις Σοφία Καραγιάννη υπηρετούσαν πιστά το όλο εγχείρημα.

Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης (Διγενής), ο Κωνσταντίνος Πασσάς και ο Αλέξανδρος Τούντας λειτούργησαν με εξαιρετική σκηνική χημεία και μας χάρισαν πολλές κωμικές σκηνές δίνοντας νόημα στη φράση του δημοτικού τραγουδιού: «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα».

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

 

Το έργο «ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΩΡΑ» , με αγγλικό τίτλο «THE BIG PURGE», γράφτηκε το 2005 από τον διεθνούς φήμης Μαλαισιανό θεατρικό συγγραφέα Kee Thuan Chye με σκοπό να στηλιτεύσει και να ασκήσει κριτική στην δικτατορία που ταλάνισε τη χώρα του από το 1967. Πρόκειται για μια πολιτική σάτιρα. Ο ίδιος πολυπράγμων, ενεργός στην πολιτική ζωή της χώρας του , ακτιβιστής και με ποικίλα ενασχόληση στα θεατρικά δρώμενα θέλησε να δώσει με την τέχνη του ένα αντίδοτο στην αρρώστια της δικτατορίας, σατιρίζοντας τους πολιτικούς και περιγράφοντας τις ανησυχίες των ανθρώπων, των οποίων η καθημερινότητα έχει ανατραπεί.

Σύγχρονο έργο, με πικρές αλήθειες πανανθρώπινες, σε κάνει να χαμογελάς με καταστάσεις που σε πονάνε. Η τέχνη είναι το γιατρικό, πάντα ήταν και πάντα θα είναι κάθαρση, μια λύτρωση από τα δεινά.

Η παράσταση στο Αγγέλων Βήμα κινείται σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι σουρελιστικό. Ένας κόσμος τσίρκου στον οποίο κινούνται οι μαριονέτες πολιτικοί, πράκτορες και χαφιέδες και το δεύτερο είναι ρεαλιστικό και εκεί κινούνται οι καθημερινοί άνθρωποι με τα προβλήματα και τις ανησυχίες τους.

Η σκηνοθεσία είναι της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα-Καλογήρου, η οποία κινήθηκε εκ του ασφαλούς, χωρίς πομπώδη ευρήματα και κινήσεις εντυπωσιασμού. Ενδιαφέρουσα η τοποθέτηση του Πρωθυπουργού- μαριονέτα σε ψηλότερο σημείο, απ’ όπου «κυβερνά» καλύτερα τις μαριονέτες του, χωρίς να αποχωρίζεται ούτε στιγμή το καθικάκι του. Στην ουσία αδιαφορεί για όλα και αφήνει τις μαριονέτες υπουργούς να αποδυναμώσουν με τα μέτρα τους τους πολίτες και να καταπνίξουν οποιαδήποτε προσπάθεια αντίστασης.

Η μετάφραση έγινε από την ίδια τη σκηνοθέτιδα, καθώς και ο σχεδιασμός του χώρου. Σκηνικό σχεδόν ανύπαρκτο ακολουθώντας τις τάσεις των καιρών.

Ο φωτισμός του Βαγγέλη Μούντριχα σκοτεινός, όπως και οι σκοποί της Κυβέρνησης και η ζωή των πολιτών.

Τα κοστούμια του Αλέξανδρου Φιλιππόπουλου, λιτά και μαύρα.

Εξαιρετική η επιμέλεια κίνησης της Νατάσας Μπρουζιώτη που συγκαταλέγεται στα συν της παράστασης.

Οι εννέα νέοι ηθοποιοί, οι οποίοι ενσαρκώνουν τους ρόλους στην παράσταση αποτελούν μια ζωηρή και κεφάτη ομάδα που λειτουργεί προς ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Ξεχωρίσαμε τον δυσκοίλιο Πρωθυπουργό του Βασίλη Χατζηδημητράκη και την κεντρική μαριονέτα για την κίνηση και την έκφραση της, τον Αλέξανδρο Φιλιππόπουλο. Αξίζει όμως να αναφέρουμε και τους υπόλοιπους ηθοποιούς: Σάββας Βασιλειάδης, Αφροδίτη Βραχοπούλου, Σόνια Καλαΐτζίδου, Άννα Κρίνου, Θάνος Κώτσης, Κωνσταντίνος Πολύζος και Σταύρος Ράγιας.

 Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 

Ο Κλέων Τριανταφύλλου, το πραγματικό όνομα του Αττίκ, γεννήθηκε το 1885 στην Αλεξάνδρεια. Μεγάλωσε σε ένα αριστοκρατικό περιβάλλον εύπορης οικογένειας, όπου ανατράφηκε με γαλλική κουλτούρα, κατά τα πρότυπα των εύπορων Ελλήνων της Αιγύπτου. Όταν ήταν 8 χρονών χάνει τον πατέρα του και η οικογένεια αναγκάζεται να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Η μαμά Εριθέλγη δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα και συνεχίζει να ξοδεύει την περιουσία του συζύγου της ως την πλήρη εξάντληση της. Το 1907 ο Κλέων και ο αδερφός του Κίμων, με πτυχίο Νομικής στο χέρι φεύγουν για το Παρίσι για να συνεχίσουν τις σπουδές τους στις πολιτικές επιστήμες. Η Εριθέλγη θέλει να τους δει διπλωμάτες. Το Παρίσι της Μπελ Επόκ είναι το καταλληλότερο μέρος για να καλλιεργήσουν το ταλέντο τους στη μουσική κι έτσι η Εριθέλγη λαμβάνει ένα γράμμα, όπου οι γιοί της τής ανακοινώνουν ότι γράφτηκαν στο Κονσερβατουάρ.

Ο Κλέων έγραφε τραγούδια στα γαλλικά, έπαιζε πιάνο, ερμήνευε και εκείνη την περίοδο που η καριέρα του βρίσκεται σε ακμή μετονομάζεται σε Αττίκ, κυρίως, γιατί η κατάληξη του επωνύμου του … -φύλλου κάνει συνειρμό με το filou, που στα γαλλικά σημαίνει απατεώνας. Παίρνει το όνομα Αττίκ για να θυμίζει την Αττική γη. Τότε είναι που παντρεύεται την πρώτη του γυναίκα. Η ευτυχία του δεν κρατά για πολύ. Το μωρό που γεννήθηκε από την ένωση τους δεν επέζησε και λίγο αργότερα πεθαίνει και η γυναίκα του Μαρί Ελέν. Λέγεται πως στην κηδεία της φωνάζει να τον θάψουν μαζί της. Η ζωή όμως έχει άλλα σχέδια και το 1910 παντρεύεται για δεύτερη φορά την ηθοποιό Μαρίκα Φιλλιπίδου. Την αγάπησε με πάθος και έγραψε για εκείνη μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του, όπως το ‘’Ζητάτε να σας πω’’ και το ‘’Είδα μάτια’’. Η Μαρίκα όμως τον αφήνει το 1914 για τον πολιτικό Σταμάτη Μερκούρη, πατέρα της Μελίνας και ο Αττίκ φεύγει για περιοδεία σε όλο τον κόσμο από το 1914 ως το 1928. Ευρώπη , Η.Π.Α., Νότια Αμερική, Ρωσία,( το 1917 τον βρίσκει η Επανάσταση των Μπολσεβίκων). Στη Ρωσία, το 1926, γνωρίζει και παντρεύεται τη ρωσίδα χορεύτρια Σούρα. Από το 1911 η μαμά Τριανταφύλλου έχει χρεωκοπήσει αλλά πεθαίνει και η αδερφή του έτσι το 1928 επιστρέφει στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και εμφανίζεται στο βαριετέ «Όασις» του Παλαιού Φαλήρου. Κοσμοσυρροή, κερδίζει 3000 δραχμές τη βραδιά, το υψηλότερο κασέ στην Αθήνα!

Μια διαφωνία με τον επιχειρηματία του βαριετέ γίνεται η αφορμή το 1930 για τη δημιουργία του δικού του χώρου, της ιστορικής «Μάντρας», όπου αρχικά στεγάστηκε στην Πλατεία Αγάμων, σημερινή πλατεία Αμερικής, για να μεταφερθεί τέσσερα χρόνια αργότερα στο θεατράκι «Δελφοί» της οδού Αχαρνών. Αυτός ο χώρος συνδύαζε κάτι από παρισινή μπουάτ, αθηναïκή επιθεώρηση, βαριετέ, μουσικοφιλολογική στοά και φυτώριο καλλιτεχνών. Από εκεί ξεκίνησαν σημαντικοί καλλιτέχνες όπως η Δανάη Στρατηγοπούλου, η Κάκια Μένδρη, η Νινή Ζαχά και πολλοί άλλοι, καθώς και στιχουργοί και κονφερανσιέ όπως ο Μίμης Τραïφόρος, ο Γιώργος Οικονομίδης κ.α. Ο ναός της τέχνης του Αττίκ υπήρξε ένας χώρος καλλιτεχνικής έκφρασης ιδιαίτερος και καινοτόμος για τα αθηναïκά δεδομένα. Ο ίδιος ο Αττίκ ήταν πολύπλευρη προσωπικότητα, με καλλιτεχνική φλέβα, καλλιέργεια πνευματική, σπάταλος, μποέμ, άστατος, αλλά πάνω απ’ όλα γοητευτική προσωπικότητα. Τα βιωματικά ως επί το πλείστον τραγούδια του έφεραν στην Αθήνα νέο ύφος και ήθος αποτελώντας, ακόμα και σήμερα, κομμάτι της μουσικής παιδείας μας.

Η παράσταση στο Παλλάς

Ο Λάμπρος Λιάβας (κείμενο) και η Σοφία Σπυράτου (σκηνοθεσία) αποτόλμησαν το μεγάλο στοίχημα για πρώτη φορά έξι χρόνια πριν στο θέατρο Badminton. Η επιτυχία που σημείωσε τότε η παράσταση, τους έκανε να την επαναλάβουν ανανεωμένη με νέους, αλλά και παλιούς συνοδοιπόρους.

Στο νέο «ταξίδι», στο θέατρο Παλλάς αυτή τη φορά, συγκέντρωσαν επί σκηνής ηθοποιούς, μουσικούς, χορευτές και σκιαγράφησαν την ηθογραφία μιας ολόκληρης εποχής. Λαμπερά κοστούμια, πλούσια σκηνικά, ζωντανή ορχήστρα, καλοί ηθοποιοί με φωνητικές ικανότητες συναποτελούν την παράσταση και ο Αττίκ και η «Μάντρα» του επιστρέφουν, αποδεικνύοντας πως το αποπροσανατολισμένο, συχνά, αθηναïκό κοινό διψά για υψηλή αισθητική, συναίσθημα, συγκίνηση και νοσταλγία μιας Αθήνας που έσβησε, αφήνοντας πίσω της κάποιες αναλαμπές φωτός. Τελικά, ευχάριστη διαπίστωση κάνουμε πως το κεφάλαιο Αττίκ ενδιαφέρει ακόμα. Γενιές ολόκληρες γαλουχήθηκαν με τα λυρικά και μελαγχολικά τραγούδια του και συντρόφεψαν σε χαρές και λύπες, σε έρωτες και απογοητεύσεις. Η μουσικοχορευτική παράσταση «Αναζητώντας τον Αττίκ» μας παρουσιάζει μια αναδρομή στη ζωή του, από την άφιξη της οικογένειας Τριανταφύλλου στην Αθήνα μετά το θάνατο του πατέρα Τριανταφύλλου, τα πρώτα καλλιτεχνικά του βήματα με αναφορές σε πρόσωπα όπως η Mistinguett των Folies Bergères στο Παρίσι, o συνθέτης Eduαrdo Bianco και η Ισπανίδα τραγουδίστρια Μιχάκα ως την επιστροφή του στην Αθήνα και τη δημιουργία της «Μάντρας» μέχρι το κλείσιμο της.

Πρόκειται για μια αναδρομή με χιούμορ, τρυφερότητα, συγκίνηση και σαρκασμό.

Ο Μιχάλης Αδάμ στήριξε μια πολυδάπανη παραγωγή σε δύσκολους καιρούς με μεράκι και αγάπη για το θέατρο.

Ο Λάμπρος Λιάβας, εκτός από τα γεμάτα χιούμορ και σαρκασμό κείμενα έκανε και τη μουσική έρευνα.

Η σκηνοθεσία της Σοφίας Σπυράτου είναι ικανοποιητική, αν και σε κάποια σημεία όπως για παράδειγμα η χρήση βίντεο είναι περιττή, μειώνει το συνολικό αποτέλεσμα και χάνεται το συναίσθημα. Επιπλέον τα τόσα σκηνοθετικά ευρήματα κάνουν την παράσταση σε αρκετά σημεία φλύαρη και μεγαλώνουν αισθητά τη διάρκειά της.

Η Σοφία Σπυράτου έχει επιμεληθεί και τις χορογραφίες, έτσι μεταβαίνουμε απλά στο Παρίσι της Μπελ Επόκ των αρχών του αιώνα. Αργότερα στο Τάνγκο στην Αθήνα του Μεσοπολέμου.

Ξεχωριστή μνεία θα ήθελα να κάνω στα λαμπερά κοστούμια που εντυπωσιάζουν και τα λειτουργικά και πλούσια σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη τα οποία φωτίζονται εξαιρετικά από τους φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου.

Δεν υπάρχουν, πραγματικά, λόγια για την αειθαλή Ζωζώ Σαπουντζάκη. Λάμψη, κίνηση, μπρίο, φωνή. Μεγάλη καλλιτέχνης. Συγκινεί το κοινό που σιγοτραγουδάει «Πόσο λυπάμαι», αλλά και το ξεσηκώνει με το «Ακόμα ένα ποτηράκι», ενώ περιφέρεται στην πλατεία .

Απίστευτη θεατρική περσόνα η Νάντια Κοντογεώργη, η οποία έχει μακράν την καλύτερη φωνή του θιάσου, διαθέτει όμως και απίστευτο κωμικό μπρίο. Σαν Εριθέλγη Τριανταφύλλου και σαν Σούρα δίνει ρεσιτάλ, ενώ σαν Δανάη με το Addio del Passato μας καθηλώνει.

Μια ευχάριστη έκπληξη δοκιμάσαμε φέτος με την Κατερίνα Παπουτσάκη, η οποία φαίνεται να ωρίμασε καλλιτεχνικά και να βρήκε το στυλ της. Μετά τον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων», όπου μας γοήτευσε, μας συστήνει εδώ μια ηθοποιό που παίζει, χορεύει, τραγουδά, άψογα για ακόμα μια φορά σε μιούζικαλ.

Μια δεύτερη ευχάριστη έκπληξη της φετινής χρονιάς έρχεται από τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη, τον οποίο είχαμε απολαύσει και στο « 7 χρόνια». Με επαρκείς φωνητικές δυνατότητες, έχει άλλωστε ξανααναμετρηθεί με μιούζικαλ, εξαιρετικός στο «Rocky Horror Show» κρατά το ρόλο του Αττίκ στο Α μέρος και δίνει τη σκυτάλη στο Β’ μέρος στον Άκη Σακελλαρίου.

Ο Δεύτερος κερδίζει κυρίως με την αμεσότητά του το κοινό, υποδύεται για δεύτερη φορά τον Αττίκ, γεγονός που του προσθέτει έναν αέρα σιγουριάς.

Ο Αντώνης Καφετζόπουλος, αν και υπερβολικός σε σημεία, έχει την καλύτερη του στιγμή στην παράσταση, όταν υποδύεται τον Eduardo Bianco.

Ο Μίνως Θεοχάρης, ως Κομπέρ και τραγουδιστής, αφήνει τις καλύτερες εντυπώσεις με την κίνηση και τη φωνή του.

Όλα τα τραγούδια παίζονται ζωντανά από την ορχήστρα (ενορχήστρωση – μουσική διεύθυνση: Θόδωρος Κοτεπάνος) γεγονός που εμπλουτίζει την παράσταση και οι συγκινητικές μελωδίες συνοδεύουν τους θεατές σπίτι τους, οι οποίοι φεύγουν με τις εικόνες και την ατμόσφαιρα της παλιάς Αθήνας.

Από τη Νατάσσα Κωνσταντινίδη

Τώρα που η αυλαία για τις περισσότερες παραστάσεις έχει πέσει είναι η ώρα της θεατρικής αποτίμησης. Η Αθήνα ανέκαθεν αγαπούσε το γαλλικό θέατρο, τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται μια στροφή σε πιο σύγχρονους συγγραφείς πέρα των κλασικών. Ο Μολιέρος, ο Φεïντό, ο Μαριβό πάντα θα παίζονται στις αθηναïκές σκηνές, τώρα πια όμως ο θεατρόφιλος Αθηναίος έρχεται σε επαφή με συγγραφείς και έργα που άπτονται της εποχής του και ως επί το πλείστον πρόκειται για κωμωδίες. Αρκετοί είναι οι θεατρόφιλοι που γεμίζουν τις αίθουσες που παίζονται τα έργα του Φρανσουά Ζελέρ ή του Ζοέλ Πομμερά, καθώς και άλλων πολύ σημαντικών συγγραφέων της σημερινής γαλλικής πραγματικότητας. Το ενδιαφέρον αυτό του κοινού δεν μας άφησε αδιάφορους και έτσι σας παρουσιάζουμε τα έργα που ανέβηκαν σε θέατρα τη σεζόν 2017 – 2018 και ολοκλήρωσαν τις παραστάσεις τους, αλλά και κάποια που έπεσαν στην αντίληψη μας ότι θα ξεκινήσουν τις παραστάσεις τους μετά το Πάσχα.

Η σειρά καταχώρησης τους έχει σαν κριτήριο τη χρονολογία που γράφτηκαν τα έργα αυτά.

misanthropos thiseion

Θα ξεκινήσουμε την περιήγηση μας στο Γαλλικό θέατρο με τον Μολιέρο ( Molière ) και συγκεκριμένα με τον κλασικό «Μισάνθρωπο» του 1666 ( Le Misanthrope ) που παραστάθηκε στο θέατρο Θησείον - Ένα θέατρο για τις Τέχνες με τον τίτλο «Μις@νθρωπος», αφού επρόκειτο για διασκευή. Η σκηνοθεσία είναι του Σταύρου Γιαννουλάδη και οι ηθοποιοί της ομάδας 4frontal με τον  Θανάσης Ζερίτης ( Αλσέστ ) και την Ελένη Κουτσιούμπα ( Σελιμέν ). Ο Αλσέστ μισεί τον κόσμο για την υποκρισία, την οκνηρία και τους συμβιβασμούς που κάνει. Αγαπά την Σελιμέν που είναι ματαιόδοξη μέχρι να καταλάβει τον χαρακτήρα της.

Μία άλλη εκδοχή του «Μισάνθρωπου» περιμένουμε μετά το Πάσχα από το Σύγχρονο Θέατρο σε σκηνοθεσία Ιόλης Ανδρεάδη με τους Μιλτιάδη Φιορέντζη στο ρόλο του Αλσέστ και την Βασιλική Τρουφάκου στο ρόλο της Σελιμέν.

Περνάμε σε έναν ακόμη κλασικό, τον Βολταίρο ( François Marie Arouet de Voltaire ) και στο έργο του «Καντίντ ή η αισιοδοξία», ( Candide ou lOptimisme ) ένα φιλοσοφικό παραμύθι του 1759 στο Θέατρο Πόρτα σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου με τους Μιχάλη Συριόπουλο, Ευσταθία Τσαπαρέλη κ.α. Το έργο παίχτηκε για δεύτερη χρονιά με επιτυχία στο θέατρο Πόρτα. Ο Καντίντ, ένα νεαρό παιδί αφήνεται να διαπαιδαγωγηθεί από τον δάσκαλο του φιλόσοφο Πανγκλός που του δείχνει το δρόμο για να ζει καλύτερα.

Μετά το Πάσχα στον πολυχώρο του Vault αναμένεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα το έργο του Μαρκήσιου ντε Σαντ ( Marquis de Sade ), «Ευγενία Ντε Φρανβάλ»

( Eugénie de Franval ) του 1800. Θεατρική διασκευή, σκηνική σύνθεση και τους κεντρικούς ρόλους κρατούν οι: Δημήτρης Κάτσης, Αλέξανδρος Μητρόπουλος, Μαρία Μπακέα και Μαργαρίτα Παπαντώνη. Πρόκειται για την τραγική ιστορία μιας νεαρής κοπέλας, της Ευγενίας και του πατέρα της, ο οποίος αναλαμβάνει αποκλειστικά την διαπαιδαγώγηση της. Δεν λαμβάνει υπόψη ηθικούς φραγμούς και αξίες και φτάνει στο σημείο να δημιουργήσει αιμομικτική σχέση με την κόρη του οδηγώντας σε ολέθριες συνέπειες.

Και φτάνουμε στον «Ράφτη Κυριών» ( Tailleur des Dames ) του Ζορζ ΦεЇντό, (Georges Feydeau ), ένα έργο του 1886 που συχνά ανεβαίνει στην Ελλάδα. Μια κωμωδία παρεξηγήσεων με γρήγορους ρυθμούς με πρωταγωνιστή τον γιατρό Μουλινό, ο οποίος διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με την ασθενή του Σουζάν. Για να στεγάσει τον έρωτα τους νοικιάζει ένα χώρο , τον οποίο πρόσφατα έχει νοικιάσει και ένας ράφτης... Φέτος ο «Ράφτης Κυριών» στο Από Μηχανής Θέατρο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυλωνά, με τους Αλέξανδρο Μπουρδούμη, Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, Ελένη Βαΐτσου κ.α.

Στη συνέχεια το Εθνικό Θέατρο και η Πειραματική Σκηνή 1 – Σκηνή Κατίνα Παξινού παρουσίασε τον «Υμπύ Τύραννο» ( Ubu Roi ) του Αλφρέντ Ζαρρύ ( Alfred Jarry ), σε σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη, ο οποίος και πρωταγωνιστεί. Το έργο του 1896 διαδραματίζεται σε μια φανταστική χώρα, όπου ο αρχηγός των Δραγόνων Υμπύ κατόπιν προτροπής της συζύγου του αποφασίζει να ανατρέψει το βασιλιά. Αν και η ανταρσία αποκαλύπτεται, ο Υμπύ γλιτώνει, κατασφάζει τη βασιλική οικογένεια και αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας.

Καρικατούρα ενός φασιστικού δικτάτορα και αλληγορία για την βουλιμία και αγριότητα του σύγχρονου ανθρώπου.

Μετά τις γιορτές του Πάσχα θα ανέβει στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας το έργο του Οκτάβ Μιρμπώ ( Octave Mirbeau ) « Φάρσες και Ηθικολογίες» ( Farces et Moralités ) σε σκηνοθεσία Σταυρούλας Κοντοπούλου και Ζωής Μυλωνά. Περνάμε στον 19ο αιώνα και συγκεκριμένα στο 1904 όπου ο καυστικός συγγραφέας της Μπελ Επόκ γράφει έξι μικρά μονόπρακτα παιδαγωγικού και ηθικολογικού χαρακτήρα.

 

Και πάλι στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας για λίγες παραστάσεις ανέβηκε ένα άλλο έργο του Ζορζ ΦεЇντό ( Georges Feydeau ) το « Λεονί εν αναμονή ή Το όμορφο κακό » ( Léonie est en avance ou le mal jolι ) που πρωτοπαίχτηκε το 1911 στο Παρίσι. Η σκηνοθεσία είναι της Αθηνάς Κεφαλά και στους πρωταγωνιστικούς ρόλους είδαμε την Μάνια Παπαδημητρίου, την Όλγα Δαμάνη και τον Στέλιο Πετράκη. Η Λεονί μια εγκυμονούσα που τελικά δεν είναι και τόσο εγκυμονούσα καταφέρνει με τα καπρίτσια της να ταλαιπωρεί τον σύζυγο της Τουντού, ενώ καθοριστικό ρόλο παίζει η μαία που εισβάλλει κανονικά στο σπίτι.

Το Από Μηχανής Θέατρο εξάλλου φιλοξενεί και το έργο του Αλμπέρ Καμύ ( Albert Camus ) « Ο Ξένος » ( L’ Étranger ) του 1942. «Ο Ξένος» αποτελεί μέρος της τετραλογίας που ο Καμύ θα ονομάσει ‘’ Ο κύκλος του παραλογισμού ’’. Ο ήρωας Μερσώ δεν έχει τίποτα το ηρωικό στη συμπεριφορά του, όμως αρνείται να πει ψέματα και είναι πρόθυμος να πεθάνει για την αλήθεια. Στην εν λόγω παράσταση τη σκηνοθεσία κάνει ο Δημήτρης Τσιάμης και παίζουν οι ηθοποιοί Γεράσιμος Μιχελής και Κλεοπάτρα Μάρκου.

 

Στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης φιλοξενείται το έργο « Οι Δούλες » ( Les Bonnes ) του Ζαν Ζενέ ( Jean Genet ). Το 1947 ο Ζενέ, το κακό παιδί της γαλλικής δραματουργίας γράφει για την ιστορία δύο αδερφών, της Κλαιρ και της Σολάνζ, οι οποίες κλεισμένες σε αστικό σπίτι αποπειρώνται να σκοτώσουν την Κυρία τους. Τελικά τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα είχαν υπολογίσει. Την ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία έχει κάνει η Μαριάννα Κάλμπαρη, ενώ το ρόλο της Κλαιρ κρατά η έξοχη Κωνσταντίνα Τάκαλου και αυτόν της Σολάνζ η καταπληκτική Κάτια Γέρου.

Σε ένα από τα κεντρικότερα θέατρα της Αθήνας, στο Θέατρο Τζένη Καρέζη, η Μαρία Καβογιάννη και η Καίτη Κωνσταντίνου υποδύονται τις « Διαβολογυναίκες » ( Les Diaboliques ) του Ανρί Ζορζ Κλουζό ( Henri Georges Clouzot). Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ του 1954, βασισμένο στη νουβέλα των Πιερ Μπουαλώ και Τομά Ναρσεζάκ Celle qui n’était plus. Η σύζυγος και η ερωμένη του ίδιου ανθρώπου περιέργως έρχονται ’’εξαιρετικά’’ κοντά και αποφασίζουν να σκοτώσουν τον αγαπημένο τους. Η σκηνοθεσία είναι του Πάρι Μέξη.

Ένα χρόνο μετά, το 1955 ο Ζαν Πολ Σάρτρ (Jean Paul Sartre) γράφει τον «Νεκρασόφ »( Nekrassov) και είναι για ακόμα μια φορά το Από Μηχανής Θέατρο που φιλοξενεί γαλλικό έργο. Ο Σάρτρ είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα, το έργο αυτό παρόλ’ αυτά ανεβαίνει για πρώτη φορά σε αθηναЇκή σκηνή. Πρόκειται για φαρσοσάτιρα που αναπαράγει τη δομή της κοινωνίας. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ο Βασίλης Οικονόμου που επιμελείται και τη σκηνοθεσία, ενώ παίζει και ο Μάνος Τριανταφυλλάκης.

1957, συγγραφέας Ζορζ Μπατάγι ( Georges Bataille ), έργο « Στα Άκρα», βασισμένο στο « Γαλάζιο του ουρανού » ( Le bleu du ciel ) του ίδιου συγγραφέα. Ο Πέτρος Ζούλιας σκηνοθετεί, ο Γιώργος Βέττος, η Λιάνα Παρούση, ο Αντώνης Τρίκκης κ.α. παίζουν στο Θέατρο Χώρα.

Θέμα:οι ερωτικές εξαρτήσεις και εμμονές σε συνδυασμό με παραβάσεις, ελαφρότητα και πικρία.

Το Θέατρο Πρόβα επέλεξε φέτος την κωμωδία «Το Δωμάτιο με τους Μανδαρίνους» ( La chambre Mandarine ) μια σπαρταριστή ανατρεπτική κωμωδία χαρακτήρων του Ρομπέρ Τομά ( Robert Thomas ) που γράφτηκε το 1974, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Τσόγκα, ο οποίος και πρωταγωνιστεί μαζί με την Μαίρη Ραζή.

Στο μικρό ξενοδοχείο Σεν Ζοζέφ στο Παρίσι κάθε δωμάτιο είναι βαμμένο με διαφορετικό χρώμα, το ενδιαφέρον του Τομά εστιάζεται στο δωμάτιο 28, το δωμάτιο με τους Μανδαρίνους, στο οποίο συναντά κανείς όλα τα χρώματα. Τέσσερις διαφορετικές ιστορίες σκιαγραφούνται με φόντο αυτό το δωμάτιο.

Για δεύτερη συνεχή χρονιά με απίστευτη επιτυχία ο Σπύρος Παπαδόπουλος ανεβάζει στο θέατρο της οδού Κυψέλης Κάππα, «Το Δείπνο ηλιθίων» ( Le Diner de Cons ) του Φρανσίς Βεμπέρ ( Francis Veber ). Μια απίστευτη κωμωδία που πήρε τον τίτλο από την ομώνυμη ταινία του 1998. Ο Παπαδόπουλος σκηνοθετεί τον εαυτό του ως μεσιέ Πινιό, τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη ως μεσιέ Μπροσάν, τον Δημήτρη Μαυρόπουλο και τους υπόλοιπους ηθοποιούς του θιάσου σε μια κωμωδία που αποκλείεται να μην αναθεωρήσεις την άποψη σου για του ηλίθιους.

hroes y.fertis d.piatas i.mixahlidhs 708

Το Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου ανέβασε το έργο του Γάλλου συγγραφέα Ζεράρ Σιμπλερά « Ήρωες» του οποίου το πρωτότυπο όνομα είναι Ο άνεμος της Φλαμουριάς ( Le vent de Peupliers ). Τρεις βετεράνοι στρατιωτικοί, που τους υποδύονται ο Γιάννης Φέρτης, ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης και ο Δημήτρης Πιατάς, βρίσκονται στο γηροκομείο και κοιτούν απότην βεράντα του τις Φλαμουριές στον απέναντι λόφο. Αποφασίζουν να εξερευνήσουν το χώρο αλλά έχουν τη δύναμη;Η σκηνοθεσία είναι του Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς.

Το έργο γράφτηκε το 2005. Ανέβηκε στο Θέατρο ΗΒΗ για πρώτη φορά το 2013 . Πρόκειται για την κωμωδία «Τοc Τοc» ( Toc Toc) , αρχικά που στα γαλλικά σημαίνουν Trouble obsessionnel compulsif, δηλαδή ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή. Φέτος πέντε χρόνια μετά ο Κώστας Σπυρόπουλος σκηνοθετεί ξανά το έργο του Λοράν Μπαφιέ ( Laurent Baffie) στο θέατρο ΗΒΗ πάλι.

Έξι άτομα στο σαλόνι του διάσημου ψυχολόγου, όλοι με ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές περιμένουν τον γιατρό, μα εκείνος αργεί και έτσι κάνουν μόνοι τους ένα group therapy. Εκτός από τον Κώστα Σπυρόπουλο παίζουν οι : Σόφη Ζανίνου, ο Ζανό Ντανιάς, ο Πέτρος Λαγούτης κ.α.

Πέρσι με άλλο καστ γνωρίσαμε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, το σπονδυλωτό έργο του σύγχρονου Γάλλου συγγραφέα Ζοέλ Πομμερά ( Zoël Pommerat ) « Η Επανένωση της Βόρειας και της Νότιας Κορέαςτου 2013 ( La réunification des deux Corées ). Φέτος μετά την απήχηση και την αίσθηση που προκάλεσε στο κοινό ξανανέβηκε σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη με έναν εκλεκτό θίασο( Κλέωνα Γρηγοριάδη, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Λουκία Μιχαλοπούλου κ.α)

Μικρές ιστορίες που μιλούν για το αδιέξοδο της αγάπης ειδομένες κάτω από ένα πρίσμα σκληρότητας, βιαιότητας και μεταφυσικής διάθεσης για να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι η αγάπη δεν είναι παρά ένα παιχνίδι του μυαλού.

pommera

 

Τον Οκτώβριο στη Στέγη Γραμμάτων είχαμε τη τύχη να απολαύσουμε και ένα ακόμη έργο του το «Όλα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου» - [Ça ira (1) Fin de Louis] σε σκηνοθεσία του ίδιου του ZoëlPommerat από έναν εξαιρετικό θιάσο ηθοποιών. Η Στέγη μεταμορφώθηκε σε κοινοβούλιο. Η Γαλλική Επανάσταση παρουσιάστηκε εδώ και τώρα, ολόγυρά μας, και ο Ζοέλ Πομμερά, με τη θαυμαστή ομάδα του, μας παρέσυραν στη δίνη της Ιστορίας, αποδεικνύοντάς μας πόσο σημερινά είναι όσα έλεγαν και έπρατταν, πριν από 228 χρόνια, οι πρωτεργάτες αλλά και οι πολέμιοι της ευρωπαϊκής δημοκρατίας.

 

Το 2013 γράφτηκε και το έργο του Σεμπαστιάν Τιερύ (Sebastian Thierry) «Γδύστε τη μαμά» με πρωτότυπο τίτλο στα γαλλικά Lorigine du monde που ανέβηκε στο Θέατρο του Κέντρου Πολιτισμού Ελληνικός Κόσμος σε σκηνοθεσιά Λευτέρη Γιοβανίδη με τους Πηνελόπη Πιτσούλη, Δημήτρη Μακαλιά και Πηνελόπη Αναστασοπούλου.

Ο αυτοβιογραφικός μονόλογος του Γκιγιώμ Γκαλιέν «Γκιγιώμ γλυκειά μου» ανέβηκε στο ατμοσφαιρικό θέατρο Αλκμήνη σε σκηνοθεσία Άννας Χατζησοφιά με πρωταγωνιστή τον Περικλή Λιανό.

Για δεύτερη συνεχή χρονιά το Μικρό Παλλάς συνεχίζει με το « Ψέμα» ( Le Mensonge) του Φλοριάν Ζελέρ ( Florian Zeller). Ένα έργο πρόσφατο του 2015 που πραγματεύεται τι άλλο, το θέμα της απιστίας. Ο Θοδωρής Αθερίδης παίζει και σκηνοθετεί , η Σμαράγδα Καρύδη, η Μυρτώ Αλικάκη και Κώστας Κάππας αποτελούν τον υπόποιπο θίασο.

chaplin

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ στον « Τσάρλι Τσάπλιν » του Ντανιέλ Κολά (Daniel Colas). Έργο του 2015 επίσης, που μιλά για για το παρασκήνιο της ζωής του Σαρλώ. Το Θέατρο Ακροπόλ είναι ο κατάλληλος χώρος να το φιλοξενήσει και ο Θανάσης Τσαλταμπάσης ένας ανέλπιστα καλός Τσάρλι. Ο πρωτότυπος τίτλος του έργου Un certain Charles Spenser Chaplin.

Ανάμεσα σε όλες αυτές τις παραστάσεις υπήρχαν πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές, παρόλο που το γαλλικό χιούμορ, μια και μιλάμε για κωμωδίες επί το πλείστον είναι κάπως ξένο προς την ελληνική πραγματικότητα. Με την ανάμνηση τους ακόμα ζωντανή, περιμένουμε μετά τις γιορτές νέες προκλήσεις θεατρικές.

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη

 

Ο Γάλλος συγγραφέας Ζορζ Φεϊντό ( 1862 – 1921 ), είναι γνωστός και στην Ελλάδα για τα Vaudevilles του, τις σπινθηροβόλες κωμωδιές του 19ου αιώνα, συνιστώντας έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του είδους. Συχνά ανεβαίνουν κωμωδίες του σε Αθηναικές σκηνές με σαφή προτίμηση στο έργο του «Ράφτης Κυριών» (1886), το οποίο και φέτος παίζεται στο Θέατρο Από Μηχανής.

 

Με το έργο του «Λεονί εν αναμονή ή το όμορφο κακό» , που είναι μια μονόπρακτη κωμωδία ηθών, γραμμένη το 1911, θέλησε να κάνει μια ορθή παρατήρηση της κοινωνίας και κυρίως της αστικής τάξης της εποχής της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας ( 1852 – 1870 ), με το ενδιαφέρον του στραμμένο στην οικογένεια. Ο Φεϊντό κάνει χρήση των κωμικών καταστάσεων για να σατιρίσει την κραυγαλέα ανισότητα του ζευγαριού των πρωταγωνιστών, Λεονί Ντε Σαμπρινέ, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας και του Ζυλιάν Τουντού, συζύγου της, λαϊκής καταγωγής. Το παιδί που η Λεονί «αναμένει» εντείνει τα ενδοοικογενειακά προβλήματα, καθώς αποφασίζει να γεννηθεί ένα μήνα νωρίτερα, φέρνοντας σε δύσκολη θέση την οικογένεια Ντε Σαμπρινέ. Ο σύζυγος της Λεονί, Ζυλιάν έρχεται αντιμέτωπος με το χάος που δημιουργούν οι παράλογες έως σουρεαλιστικές απαιτήσεις της εγκυμονούσας συζύγου του, αλλά και με την ταπεινωτική στάση όλων, ξεκινώντας από τους αριστοκράτες γονείς που εισβάλλουν στο σπίτι εν αναμονή του χαρμόσυνου γεγονότος, την υπηρέτρια που τον διατάζει, ακόμα και την μαία, την τρομερή Μαντάμ Βιρτυέλ που ανακατεύει τους πάντες και τα πάντα, ανατρέποντας την ιεραρχία του σπιτιού, προσπαθώντας να επωφεληθεί από το παραμικρό που μπορεί να της προσφέρει το πλούσιο σπίτι που βρίσκεται. Ο δυστυχής Ζυλιάν δέχεται καταιγισμό μομφών, καπρίτσιων και μικροπρεπειών και για να σώσει το σπίτι του φτάνει το σημείο να καπελωθεί ένα δοχείο νυκτός, σύμβολο ταπείνωσης και εξευτελισμού. Γίνεται εκείνος ο πρωταγωνιστής καθώς είναι παρών σε όλες τις ίντριγκες, επιδεικνύοντας παραδειγματική ανοχή και δείχνοντας τη σάτιρα που θέλει να ασκήσει ο Φεϊντό , ότι δηλαδή οι γυναίκες ηγούνται του παιχνιδιού και ρυθμίζουν την αρμονία ή τη δυσαρμονία του σπιτιού, ενώ οι άντρες είναι πάντα «γυμνοί» και αδυνατούν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Γίνεται η στάση του ένα κωμικό στοιχείο που προκαλεί πικρό γέλιο.

Η παράσταση στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, σε σκηνοθεσία Αθηνάς Κεφαλά έχει να κερδίσει ένα μεγάλο και δύσκολο στοίχημα, γιατί απ’ τη μια είναι ένα άγνωστο έργο για το ελληνικό κοινό,( ανεβαίνει για πρώτη φορά) και επιπλέον ένας Φεϊντό δύσκολα αναπαρίσταται σε μια σκηνή σαν κι αυτή του μικρού μεν , ατμοσφαιρικού δε Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας. Σε αρκετά σημεία, κατά την άποψη μου το κέρδισε το στοίχημα αυτό, προσμετρώντας στο κέρδος την καταλυτική παρουσία της Μάνιας Παπαδημητρίου, που ως μαία Βιρτυέλ προσφέρει ένταση , γέλιο στο κοινό, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του. Η αμφιβόλου προελεύσεως μαία που υποδύεται θα μας μείνει αξέχαστη. Η κομπογιανίτισσα, θεότρελη περσόνα, τους βάζει όλους στη θέση τους, τους διώχνει, «Πηγαίνετε», «Ξεκουμπιστείτε», τους επιβάλλει τα θέλω της και ασκεί κριτική στη ζωή τους. Απευθυνόμενη στον πατέρα «Αφού είστε κόμης, γιατί έχετε για γαμπρό κάποιον που δεν είναι τίποτα;». Ξεσπάμε σε γέλια με το διάλογο που έχει με τον Ζυλιάν «Είναι πρωτοτόκος ή πολυτόκος;», απάντηση :« Ζωοτόκος», « Α πολύ καλό αυτό» .Στο τέλος, ενώ προηγουμένως είχε αποφανθεί «Είναι αγόρι», βγαίνει και ανακοινώνει ξεμαλλιασμένη κυριολεκτικά « Ψευδοκύηση, εγκυμοσύνη φάντασμα, ανεμογκάστρι». Απόλυτα συνεπής στο ρόλο της η Παπαδημητρίου, με μπρίο, σκέρτσο , νεύρο αποδεικνύει πως ο καλός ηθοποιός είναι παντώς καιρου. Την απολαύσαμε πραγματικά από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό.

Η παράσταση αναδεικνύεται λόγω της σκηνοθετικής ματιάς της Αθηνάς Κεφαλά, που φαίνεται να γνωρίζει βαθιά τον συγγραφέα και το είδος της φάρσας, η ίδια έχει επιμεληθεί και την ευθύβολη μετάφραση.

Η σκηνοθέτης επιτυχημένα παρουσιάζει όλο το θίασο στην αρχή να χορεύει και χειρίζεται επιδέξια τα quiproquos του Φεϊντό, ενώ μια και πόρτες δεν υπάρχουν για να ανοιγοκλείσουν και να κινηθούν οι ηθοποιοί τους εισάγει έτσι ομαλά στη σκηνή. Γρήγοροι ρυθμοί χαρακτηρίζουν τη σκηνοθεσία της.

Η Όλγα Δαμάνη ( ως μαμά της Λεονί-κυρία Ντε Σαμπρινέ) αφήνει θετικό απόηχο ως αλαζονική μαμά που κανακεύει την κόρη, επιρρίπτει ευθύνες στο γαμπρό, του μιλάει απαξιωτικά και του επιβάλλει μαζί με την κόρη να «βάλει το καθίκι».

Η Βιργινία Ταμπαροπούλου( Λεονί) αν και τυπικά είναι το βασικό πρόσωπο, εμφανίζεται στην αρχή, μάλλον λίγο. Είναι αρκετά καλή, κυρίως όταν κάνει τις ανασούλες του ανώδυνου τοκετού.

Ο Στέλιος Πετράκης (Ζυλιάν) είναι επί σκηνής σε όλη την παράσταση και ως δυστυχής σύζυγος κάνει καλή εντύπωση.

Ο Μανώλης Γιούργος ( πατέρας Ντε Σαμπρινέ) πείθει στο ρόλο του αριστοκράτη που αφήνει το χαρτί, αγαπημένη του συνήθεια για να παραστεί στη στιγμή του παιδιού του .

Η Άννα Μωραίτου (υπηρέτρια) είναι πολύ ενδιαφέρουσα φιγούρα ως υπηρέτρια που παίρνει πολύ θάρρος και τον αέρα του Ζυλιάν.

Τα κοστούμια (Μαριάννα Ζαχαριάδου) είναι λιτά, με εξαίρεση το φανταιζί ασημί παλτό της Μαντάμ Βιρτυέλ. Η Ζαχαριάδου επιμελήθηκε και το αφαιρετικό σκηνικό.

Οι φωτισμοί (Δημήτρης Μαργαρίτης) πλαισιώνουν σωστά την παράσταση.

 

Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 

 

 

 

Το καταραμένο παιδί (l’enfant maudit) της γαλλικής δραματουργίας Ζαν Ζενέ (1910 – 1986), κατάφερε τελικά να γίνει αποδεκτό στο ευρύ κοινό, μέσω του έργου του «Les Bonnes», του οποίου η ακριβής μετάφραση στα ελληνικά είναι οι Υπηρέτριες, αλλά και οι Καλές. Ο Ελύτης, 50 χρόνια πριν, στην πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα και μάλιστα για το Θέατρο Τέχνης πάλι, το μετέφρασε με τον όρο «Οι Δούλες» και έκτοτε στις αμέτρητες φορές που το έργο έχει παρασταθεί στη χώρα μας, ο όρος διατηρήθηκε από όλους τους μεταφραστές που το άγγιξαν και από την Ολυμπία Καράγιωργα εν προκειμένω, στη φετινή παράσταση της επιστροφής του στο Υπόγειο του Κουν. Ο Ζενέ, ένας περιθωριακός, εκδιδόμενος ομοφυλόφιλος, κατάδικος, εγκαταλελειμμένος από τη μητέρα του από νωρίς, περνάει στα χέρια της πρόνοιας, αναμορφωτηρίων και φυλακών, ενώ βρίσκει τον εαυτό του στη συγγραφή, (ενώ βρισκόταν στη φυλακή, όπου και γράφει τα περισσότερα έργα του). Καταλυτικό ρόλο στη ζωή και το έργο του διαδραμάτισε η γνωριμία του με τον Σαρτρ, για να μπορούμε σήμερα να πούμε πως ο Ζενέ υπήρξε σημαντικό κομμάτι της γαλλικής διανόησης και όχι μόνο, καθώς και ένας ιδιαίτερος εκπρόσωπος του θεάτρου του παραλόγου.
 
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα το έργο δεν γράφτηκε για να δικαιώσει την τάξη των υπηρετών και να ασχοληθεί με τα ζητήματα τους, αλλά πρόκειται για μια αλληγορία. «Οι Δούλες» είμαστε όλοι εμείς, με τα όνειρα μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις αρρωστημένες φαντασιώσεις μας, τις ανάγκες διαφυγής μας από την πραγματικότητα. «Οι Δούλες» είναι ο αντικατοπτρισμός όλων εκείνων που φοβόμαστε, που αγαπάμε να μισούμε, συμπεριλαμβανομένης και της εξουσίας, που στο έργο απεικονίζεται με την παρουσία της Κυρίας, η οποία με τη σειρά της ναι μεν εξουσιάζει τις δούλες της και ορίζει το παρόν και το μέλλον τους, από την άλλη δε, είναι ‘’δούλα’’ του κυρίου που δεν εμφανίζεται στο έργο, αλλά η δυναμή του την παραλύει και εξάλλου δούλα της εμφάνισης της.
 
Το 1933 οι αδερφές Λεά και Κριστίν Παπέν, υπηρέτριες σε πλούσιο σπίτι στο Λε Μαν διαπράττουν ένα διπλό φόνο. Σκοτώνουν την κυρία τους και την κόρη της. Στο δικαστήριο φάνηκαν αμετανόητες, δεν ζήτησαν κανένα ελαφρυντικό και η μόνη τους επιθυμία ήταν να μοιραστούν τις ευθύνες της αποτρόπαιας πράξης τους. Ο Ζενέ διάβασε για το έγκλημα στις εφημερίδες και δέκα χρόνια μετά δίνει ζωή στις ηρωίδες του έργου του, Κλαιρ και Σολάνζ, δύο αδερφές που περνούν τη ζωή τους μισώντας την Κυρία τους και αγαπώντας την, «η κυρία είναι καλή» ακούγεται από το στόμα της Κλαιρ αρκετές φορές, για να πάρει την απάντηση της Σολάνζ «Βλάκα, μας αγαπάει όπως αγαπάει τον μπιντέ της».
 
Οι αδερφές Κλαιρ και Σολάνζ δουλεύουν ως υπηρέτριες σε ένα πλούσιο σπίτι και περνούν τη ζωή τους ανάμεσα στο μίσος και την αγάπη, το θαυμασμό και το φθόνο για την Κυρία τους. Όταν εκείνη λείπει επιδίδονται σε ένα ατέρμονο παιχνίδι μεταμορφώσεων και εναλλαγής ρόλων. Ποιά είναι Κυρία και ποιά η υπηρέτρια;  Πότε η Κλαιρ είναι η Κλαιρ και πότε η Σολάνζ είναι η Σολάνζ. Το παιχνίδι είναι η διαφυγή από τον εγκλεισμό τους, από την τάση απελευθέρωσης που τις διακατέχει.  Στα πλαίσια του παιχνιδιού τους συμβάλλουν στη φυλάκιση του κυρίου. Στην προσπάθεια τους να διαφύγουν την τιμωρία αποφασίζουν να σκοτώσουν την Κυρία τους. Αποπειρώνται να την δηλητηριάσουν, αλλά αποδεικνύονται ανεπαρκείς και σ’αυτό.
 
Το έργο για πρώτη φορά ανέβηκε στο Παρίσι το 1947 σε σκηνοθεσία Λουί Ζουβέ. Φέτος στο Υπόγειο του Κουν σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη. Ο υποψιασμένος θεατής στο έργο του Ζενέ «Οι Δούλες» περιμένει να δει τις αδερφές Κλαιρ και Σολάνζ στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού που δουλεύουν, όπου εκτυλίσσεται όλο το έργο. Στην εν λόγω παράσταση έρχεται αντιμέτωπος με κάτι και νούργιο που αρχικά ξενίζει, αλλά τελικά είναι πολύ επιτυχημένο και πρωτότυπο. Μπροστά στα μάτια των θεατών ένα τραπέζι «ντύνεται» κρεβάτι με μαύρο σεντόνι, ενώ στρώνονται επιδαπέδιοι καθρέπτες που αντικατοπτρίζουν τις ψυχές των ηρωίδων και αντανακλούν και τις διαθέσεις των θεατών. Ευρηματικό τέχνασμα μια και μιλάμε για αλληγορική ιστορία. Στο ξεκίνημα του έργου το παιχνίδι που παίζουν η Κλαιρ και η Σολάνζ, είναι αυτό της δούλας και της κυρίας. Η Σολάνζ γίνεται Κλαιρ και η Κλαιρ, Κυρία. Της πετάει λουλούδια «θέλω η Κυρία να είναι όμορφη». «Δεν αντέχω άλλο να με αντιμετωπίζετε σαν αντικείμενο. Η Κλαιρ μέσα της κλαίει, αλλά τολμά και σας το λέει, άντε γαμηθείτε». Ή ακόμα και τα πορτοκαλί γάντια της Σολάνζ Κλαιρ όταν πάει να ολοκληρώσει την αποστολή της, είναι εύρυμα σκηνοθετικό που κεντρίζει το ενδιαφέρον. Η σκηνοθετική άποψη λοιπόν της Κάλμπαρη μας εντυπωσίασε.
 
Τα κοστούμια της παράστασης(Χριστίνα Κάλμπαρη) λιτά και μαύρα, όπως και οι ψυχές των ηρωίδων, λειτουργικά μια και αλλάζουν και μορφή κατά τη διάρκεια της παράστασης για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της, πετυχαίνουν άλλο ένα στοίχημα.
 
Η Χριστίνα Κάλμπαρη που έχει επιμεληθεί και το σκηνικό, με τη δουλειά της αναδεικνύει την ουσιά του έργου.
 
Οι φωτισμοί (Στέλλα Κάλτσου) τονίζουν τη δυναμική των χαρακτήρων και προκαλούν ένταση ή ανακούφιση.
 
Η μουσική επιμέλεια του Νέστωρα Κοψιδά μας βάζει από τη αρχή στην ατμόσφαιρα της εποχής, όταν ξεκινά με το «Anna la Bonne» του Ζαν Κοκτό, που γράφτηκε για το έργο του Ζενέ, και τελειώνει με το πιο πρόσφατο «Voyage Voyage».
 
Οι πρωταγωνίστριες Κάτια Γέρου (Σολάνζ) και Κωνσταντίνα Τάκαλου(Κλαιρ) μας καθηλώνουν με τις εξαιρετικές ερμηνείες τους και τη χημεία τους επί σκηνής. Πιο συγκεκριμένα η έμπειρη Κάτια Γέρου ως Σολάνζ, όνομα που στα γαλλικά κάνει συνειρμό με το insolence, ξεδιαντροπιά, μας παρουσιάζει μια ξεδιάντροπη υπηρέτρια που στο τέλος και αυτή δειλιάζει και δείχνει αυτοθυσία για την αδερφή της.
 
Η Κωνσταντίνα Τάκαλου ως Κλαιρ είναι απλά συγκινητική. Παίζει με όλες τις τις αισθήσεις, με το σώμα και το πνεύμα της. Αδιαμφισβήτητα είναι το παρόν και το μέλλον του ελληνικού θεάτρου. Αποτυπώνει όλη τη γλύκα και τη σκληράδα της Κλαιρ της.
 
Η Μαριάννα Κάλμπαρη ως Κυρία μπαίνει δυναμικά στη σκηνή και παίζει επιτηδευμένα σκόπιμα για να ταυτιστεί με την κενότητα και τη ματαιοδοξία της σημερινής εποχής.
 
Η παράσταση αφήνει στα χείλη μια γλυκιά πίκρα και έναν προβληματισμό που τον έχουμε ανάγκη. 
 
Από τη Νατάσα Κωνσταντινίδη 
 
 

 

  Ένα φανταστικό τρομοκρατικό χτύπημα στο Λονδίνο, στις 2 Ιουνίου 2017, δίνει στον συγγραφέα Στιούαρτ Σλέιντ το έναυσμα να αφηγηθεί τις ιστορίες 6 ανθρώπων, 6 ετερόκλιτων χαρακτήρων, οι οποίοι βίωσαν την καταστροφή, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Μετρούν απώλειες και τραύματα, ψυχικά και σωματικά, και, τώρα, μπροστά σε ένα ιδεατό group therapy επιθυμούν να περάσουν στην επόμενη μέρα. Τη μέρα μετά τη συνειδητοποίησή τους, ότι η ζωή δεν είναι δεδομένη και ανά πάσα στιγμή τελειώνει.  Η επόμενη μέρα, η μέρα επούλωσης των τραυμάτων, «γράφει» διαφορετικά  στον ψυχισμό του καθενός επηρεάζοντας καταλυτικά τη μετέπειτα ζωή τους.

 

 Το μήνυμα του έργου «BU21», που ανεβαίνει, σε πανελλήνια πρώτη στο Θέατρο 104, είναι ένα μήνυμα αισιοδοξίας. Δεν είναι ένα έργο που πραγματεύεται απλά το επίκαιρο ζήτημα της τρομοκρατίας, αλλά ένα έργο που προβάλλει το ότι «Η ζωή θα παλέψει για να διατηρηθεί, όσο απελπιστική κι αν είναι η κατάσταση», όπως λέει και το κείμενο σε μετάφραση της Λυδίας Τριγώνη. Σύμφωνα με το σκηνοθέτη Θοδωρή Βουρνά, «Το BU21 είναι ένα έργο για τους ανθρώπους που θέλουν να συνεχίσουν τη ζωή τους, επουλώνοντας τραύματα τους».

 

  Ένας πύραυλος χτυπά από το πουθενά ένα επιβατικό αεροπλάνο. Ακολουθεί τεράστια έκρηξη και το αεροσκάφος BU21 πέφτει σε κεντρικό δρόμο του Λονδίνου. Τρεις άντρες και τρεις γυναίκες αφηγούνται το συμβάν, έτσι όπως εκείνοι το βίωσαν. Το αεροσκάφος πέφτει από τα 4000 πόδια σε 22’’. Δεν υπάρχει πιθανότητα σωτηρίας. Αυτό που έμεινε ήταν παραμορφωμένοι άνθρωποι, καμένα λάστιχα από το αεροπλάνο, μυρωδιά βενζίνης και ένας φωτογράφος που ήθελε να «πουλήσει» τον πόνο τους.

 

  Στην παράσταση, μια κοπέλα, η Λία Τσάνα, πληροφορείται μέσω twitter για τη συντριβή του αεροσκάφους, εν ώρα εργασίας, και βλέπει ανάμεσα στους νεκρούς το πτώμα της μητέρας της. Ένας νεαρός, ο Ευθύμης Γεωργόπουλος, βγαίνει διπλά χτυπημένος από το χτύπημα, καθώς μαθαίνει ότι η κοπέλα του και ο καλύτερος του φίλος κάηκαν ζωντανοί κατά τη διάρκεια ερωτικής πράξης. Μια φοιτήτρια, η Χρηστίνα Γαρμπή, τραυματίζεται όταν ένας επιβάτης του αεροσκάφους προσγειώνεται με την καρέκλα του στον κήπο της και λίγο αργότερα πεθαίνει. Μια μετανάστρια από τη Ρουμανία, η Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, βρέθηκε στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή και μετά από μόνιμες βλάβες στο κορμί της προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή της. Ένας νεαρός μουσουλμάνος Ασιάτης,  ο Βαγγέλης Σαλευρής, χάνει τον πατέρα του σε τρυφερή ηλικία στο τρομοκρατικό χτύπημα. Ένας οδηγός φορτηγού, ο Μανώλης Κλωνάρης, με θυμό για τους υπεύθυνους της τραγωδίας, καλείται να διαχειριστεί τη δημοσιότητα που κέρδισε ως αυτόπτης μάρτυρας του χτυπήματος και τα Μέσα Ενημέρωσης ζητούσαν δηλώσεις του.

 

 Οι ηθοποιοί της παράστασης, 6 νεαρά παιδιά με διάθεση και ταλέντο, διεγείρουν τις αισθήσεις του κοινού με τις αφηγήσεις τους προσφέροντας μια παράσταση ζωντανή και ενδιαφέρουσα, υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση του σκηνοθέτη Θοδωρή Βουρνά. Στα δυνατά σημεία της παράστασης είναι και η κινησιολογία της Ντέπυς Γοργογιάννη, καθώς  κι ο σχεδιασμός του ήχου και του φωτισμού της Κασσιανής Λεοντιάδου.

 

Θα ήθελα να κλείσω με δύο φράσεις του κειμένου που δείχνουν και την προσεγμένη δουλειά της Λυδίας Τριγώνη, η οποία επιμελήθηκε την ελληνική απόδοση του έργου: «Είναι ευλογία ή κατάρα ότι το ανθρώπινο σώμα μπορεί ν’ αντέξει τόσα πολλά;» Και «Στον ανθρωποφάγο αυτό κόσμο μία αδυναμία και σε κατασπαράζουν όλοι».

 

 Από τη Κωνσταντινίδη Νατάσα

 

 

Video

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία