Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Αναστάσης Πινακουλάκης

Αναστάσης Πινακουλάκης

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Ιδιαίτερα δραστήριος ηθοποιός, ο Γιώργος Παπαπαύλου φέτος πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Δαιμονισμένοι/Μεγάλοι αμαρτωλοί» σε σκηνοθεσία Κ. Χατζή και στην τηλεοπτική σειρά «Έρωτας Μετά».

Ο Παπαπαύλου ανήκει σ’ εκείνη την κατηγορία ηθοποιών που έχει επιλέξει συνειδητά τους ρόλους ρεπερτορίου και τις παραστάσεις με καλλιτεχνικό στίγμα. Στρίντμπεργκ, Τσέχωφ, Αισχύλος, Ευριπίδης και τώρα Ντοστογιέφσκι. Δοκιμάζει και δοκιμάζεται με μία συμπαθητική τρέλα. Φέτος έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό με την συμμετοχή στην (σχεδόν) καθημερινή σειρά «Έρωτας Μετά» όπου υποδύεται τον Ηλία, έναν μυστήριο άντρα που εμπλέκεται σε οικονομικά και χειρότερα εγκλήματα.

Δεν εγκαταλείπει όμως την μεγάλη του αγάπη, το σανίδι. Αυτή την περίοδο ετοιμάζεται πυρετωδώς για την παράσταση «Δαιμονισμένοι/Μεγάλοι αμαρτωλοί», σύνθεση του Κωνσταντίνου Χατζή –σκηνοθέτη που συναντά για πέμπτη φορά- πάνω στην εργογραφία του Ντοστογιέφσκι. Στην παράσταση υποδύεται τον Ρασκόλνικωφ από το «Έγκλημα και Τιμωρία» και τον Ιβάν Καραμάζωφ από τους «Αδελφούς Καραμάζωφ»!

Η παράσταση κάνει πρεμιέρα απόψε ( Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου) στον ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο χώρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, ενώ το κείμενο της παράστασης κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάπα.

 papapavlou

Πάνω σε τι εστιάζει η διασκευή/παράσταση σας «Δαιμονισμένοι/ Μεγάλοι αμαρτωλοί» που βασίζεται στο μυθιστόρημα «Δαιμονισμένοι» του Ντοστογιέφσκι; Τι να περιμένουμε να δούμε επί σκηνής

Η παράσταση χωρίζεται σε δύο μέρη: στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε ένα μέρος των Δαιμονισμένων και στο δεύτερο, Οι μεγάλοι αμαρτωλοί, παρακολουθούμε κάποιους από τους σπουδαιότερους ήρωες των έργων του Ντοστογιέφσκι! Ο Ρασκολνικωφ («Έγκλημα και τιμωρία)», ο Σμερντιακωφ και ο Ιβάν Καραμάζωφ («Αδερφοί Καραμάζωφ»), ο Σταυρόγκιν («Δαιμονισμένοι»)! Είναι οι ήρωες εκείνοι που αντιμετωπίζουν τις αμαρτίες τους, έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με την αλήθεια τους, αυτοαναιρούνται, καταστρέφονται, φτάνουν να δουν το βάθος της ύπαρξής τους!

Τι αποκομίσατε από την τριβή σας με το έργο;

Το να διαβάζεις ως απλός αναγνώστης τον Ντοστογιέφσκι είναι κέρδος τεράστιο. Πόσο μάλλον να τον μελετάς επισταμένα για να μπορέσεις να αποδώσεις σκηνικά κάτι τόσο μεγαλειώδες όσο είναι το έργο τους, η πλοκή του, οι αριστοτεχνικά δομημένοι χαρακτήρες του! Πλουτίζεις ως ηθοποιός μόνο και μόνο από τον τρόπο που ο συγγραφέας αυτός περιγράφει τους χαρακτήρες του, τις κινήσεις τους, τις αντιδράσεις τους, τις συμπεριφορές τους! Είναι όλα δοσμένα, όλα αποτυπωμένα με έναν μεγαλειώδη τρόπο!

Άλλη μία συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Χατζή. Αυτή τη φορά θα τον δούμε κι επί σκηνής. Πως είναι η συνεργασία σας;

Είναι μια συνεργασία που μας έχει προχωρήσει και τους δύο! Συνεννοούμαστε τις περισσότερες φορές, εκτιμάμε ο ένας τον άλλο και φυσικά υπάρχουν στιγμές μεγάλων συγκρούσεων, κι αυτές είναι και οι στιγμές οι πιο δημιουργικές! Πιστεύω πολύ στη σύγκρουση στο θέατρο, με την έννοια της προσπάθειας να μπούμε βαθύτερα να κατανοήσουμε καλύτερα, να παιδευτούμε για να πετύχουμε την μετακίνηση που χρειάζεται! Στόχος μου είναι να παίζω από τον εαυτό μου και όχι τον εαυτό μου οπότε η συνεργασία μου με τον Χατζή με ξεβολεύει και μου αρέσει!

Τι οφέλη έχει μια σταθερή συνεργασία ηθοποιού-σκηνοθέτη;

Αποκτάς έναν κοινό κώδικα και τα πράγματα συμβαίνουν πιο γρήγορα γιατί νιώθεις ασφαλής πολύ πιο γρήγορα! Από την άλλη ενέχει και πολλούς κινδύνους! Πιστεύω ότι η μονιμότητα επί σειρά ετών σε αφήνει στάσιμο! Πιστεύω στην τσιγγάνικη φύση του επαγγέλματός μας

Φέτος κάνεις τηλεόραση και θέατρο. Πόσο διαφέρουν οι δύο πτυχές της δουλειάς σου;

Εκκινούν από κοινή βάση: την υποκριτική. Μια πολύ σοβαρή υπόθεση που δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το μαθαίνω λόγια και τα λέω! Δεν υπάρχει ένα θέατρο και δεν υπάρχει μια τηλεόραση! Γίνονται πολύ ωραίες δουλειές και στα δύο! Στο θέατρο έχω μεγαλύτερο χρόνο προετοιμασίας ενώ στην τηλεόραση ο χρόνος πιέζει και πρέπει να είσαι πολύ συγκεντρωμένος και να μελετάς καλά πριν μπεις στο γύρισμα! Σαφώς και δεν υπάρχει η δυνατότητα να παίξω στην τηλεόραση ρόλους που έπαιξα στο θέατρο όπως ο Τρέπλιεφ, ο Κοριολανός ή ο Ετεοκλής αλλά μπορεί στην τηλεόραση να υπάρξει ένα ωραίο σενάριο, σκηνοθέτες με όραμα, καλή παραγωγή, αυτό δηλαδή που διέκρινα στο «Έρωτας Μετά» και είπα το ναί!

erotas

Με την Μπέτυ Λιβανού στη σειρά του ALPHA

 

Πιστεύεις ότι η νέα άνθηση της τηλεοπτικής μυθοπλασίας μπορεί να ζημιώσει το θέατρο;

Το θέατρο δεν το ζημιώνει η τηλεόραση! Ίσα-ίσα που πολλές φορές το τροφοδοτεί κιόλας! Το θέατρο το ζημιώνουν οι παραγοντισμοί, οι τυχάρπαστοι παραγωγοί και όσοι από τους ηθοποιούς δεν αντιλαμβάνονται ότι το όχι σε κάποιον που θα σου προτείνει να παίξεις τσάμπα, μπορεί βραχυπρόθεσμα να σε στείλει σε μπαρ αλλά μακροπρόθεσμα θα έχεις συμβάλει με τον τρόπο σου στη μη απαξίωση της δουλειάς μας!

5def9321825e6360497eaab3

Βλέπεις ανταγωνιστικά τις δουλειές που παίζουν απέναντι σου;

Ποτέ! Δεν ξέρω να σου πω τι θα απαντούσα αν τύχαινε να παίξω σε μια σειρά που δεν μου άρεσε! Αλλά τώρα μπορώ να σου πω με σιγουριά ότι το «Έρωτας Μετά» είναι η πλησιέστερη του γούστου μου σειρά!

Αν μπορούσες να ξαναπαίξεις σε κάποια παράσταση σου που έριξε αυλαία, ποια θα ήταν και γιατί;

«Η αποθέωση της τρέλας» που έπαιξα πέρσι! Είναι μια παράσταση που θα την κάνω ξανά σίγουρα στο μέλλον γιατί αισθάνομαι ότι δεν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της! Έπεσε σε κακές συνθήκες και θέλω να διασφαλίσω ότι το επόμενο ανέβασμά της θα τύχει καλύτερης μεταχείρισης!

Σε απασχολεί η θεατρική κριτική; Πιστεύεις πως μια όχι και τόσο θετική κριτική μπορεί να βοηθήσει έναν καλλιτέχνη;

Έμαθα με τα χρόνια να διαβάζω αυτούς που πραγματικά με ενδιαφέρουν και να μη με αφορά καθόλου η γνώμη κάποιων άλλων! Δεν τους διαβάζω καν! Η αρνητική κριτική που εμπεριέχει αγνές προθέσεις και δεν επιτίθεται επί προσωπικού είναι πάντα χρήσιμη!

Epanastasi5

Επανάσταση: Δαιμονισμένοι / Μεγάλοι αμαρτωλοί

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Χατζής

Πρεμιέρα: Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου Παραστάσεις: κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 21.00

 

Διαβάστε επίσης: 

Ο Κωνσταντίνος Χατζής Αλλάζει Κόμη Για Τον Ντοστογιέφσκι (Συνέντευξη)

 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη
 
Η ρινοκερίτιδα στην εποχή του Black Mirror έχει την υπογραφή του Γιάννη Κακλέα και είναι ένα από τα πρώτα sold-out της φετινής θεατρικής σεζόν. 
 
Ο Γιάννης Κακλέας σκηνοθετεί φέτος το Ρινόκερο του Ιονέσκο (Rhinoceros, 1959), δύο σεζόν μετά το «Παιχνίδι της Σφαγής» του ίδιου συγγραφέα. Ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας του Θεάτρου του Παραλόγου, σε αυτό το έργο περιγράφει μ’ έναν πολύ δημιουργικό κι αλληγορικό τρόπο την άνοδο του Ναζισμού και το Φασισμού στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε μία μικρή επαρχιακή της Γαλλίας, οι κάτοικοι της περιοχής αρχίζουν να επηρεάζονται από μια «αλλόκοτη» επιδημία. Σύμφωνα με αυτή, οι άνθρωποι αποβάλλουν οικειοθελώς την ανθρωπινότητά τους, για να αγκαλιάσουν τη ζωικότητά τους, μετατρεπόμενοι σε παχύδερμους ρινόκερους. Ο ρινόκερος παρουσιάζει τα εξής χαρακτηριστικά: είναι αγελαίο ζώο, έχει μετωπική όραση, είναι παχύδερμο, τρέχει με πολύ μεγάλη ταχύτητα και έχει τέτοια δύναμη που μπορεί να ρίξει κάτω ένα ολόκληρο κτίριο. 
 
Ο Ιονέσκο μεταχειρίζεται το ρινόκερο ως σύμβολο για να περιγράψει την άνοδο του ναζισμού και στον επιδημικό τρόπο με τον οποίο εξαπλώθηκε. Ακόμα και καλλιεργημένοι άνθρωποι της αστικής τάξης έφτασαν στο να εγκληματούν ή/και να σκοτώνουν. Την ταύτιση ενός ατόμου με μία «αγέλη», ονομάζουμε στο έργο «ρινοκερίτιδα». Πρόκειται για ένα είδος φρενίτιδας που έρχεται να αναταράξει την καθεστηκυία τάξη. Οι υποστηρικτές αυτής της τάσης, τη βλέπουν ως μια επιστροφή προς τη «φυσική» τους κατάσταση. 
Στον αντίποδα της πλειοψηφίας των χαρακτήρων στέκεται ο Μπερανζέ, ένας άνθρωπος που θέλει ν’ αντισταθεί στην επιδημία και να διαφοροποιηθεί διατηρώντας τόσο την ανθρώπινή του υπόσταση όσο και την ατομικότητά του. Πρόκειται για μια πανανθρώπινη μορφή που δε διστάζει να ορθώσει ανάστημα σε μια συντριπτική και εκφυλιστική μανία. Παράλληλα με το ιδεολογικό πλαίσιο του έργου, ο Ιονέσκο με τον Μπερανζέ θίγει άλλη μια αγαπημένη θεματική της εργογραφίας του, τη μοναξιά του ανθρώπου και την ασημαντότητα της ύπαρξής του. Ο Μπερανζέ μέσα από μια προσωπική διαδρομή καταλήγει μόνος χωρίς τον πιο πιστό του φίλο και χωρίς την Νταίζη, την εκλεκτή της καρδιάς του. Ο Ρουμάνος συγγραφέας βλέπει με ευαισθησία την υπαρξιακή μοναξιά που βιώνουν οι άνθρωποι στο μοντέρνο κόσμο και στην αδυναμία επικοινωνίας. 
 
rinorrlelce
Η παράσταση 
 
Ο Γιάννης Κακλέας πολύ συνειδητά επιστρέφει στον Ιονέσκο μετά «Το Παιχνίδι της Σφαγής» που είχε παρουσιάσει στο Εθνικό Θέατρο, ενώ είναι και η τρίτη του συνεργασία με τον Άρη Σερβετάλη σε διάστημα 6 χρόνων (Κουρδιστό Πορτοκάλι το 2013, Αχαρνής το 2015). Κι αν το «Παιχνίδι» ήταν μια συγκεχυμένη σκηνογραφικά και ερμηνευτικά παράσταση, ο «Ρινόκερος» είναι μια καθαρή και ολοκληρωμένη σκηνική πρόταση ανάγνωσης του Ιονέσκο. Το βασικό concept της δραματουργίας της παράστασης είναι η σύνδεση της «ρινοκερίτιδας» με την παγκοσμιοποίηση του lifestyle και την παντοκυριαρχία των κοινωνικών δικτύων και των τεχνολογικών συσκευών στη ζωή μας. Η επιδημία επιρροής του άλλου μέχρι ν’ απολέσει τη μοναδικότητα της ταυτότητάς του, και ο επαναπροσδιορισμός του μέσα από το πλαίσιο μιας αγέλης που τον κάνει να αισθάνεται πανίσχυρος. Στα καθ’ ημάς, η ρινοκερίτιδα θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «επιβολή της κανονικότητας». Προσωπικά, συνήθως μ’ ενοχλεί ο τρόπος που αναδομεί με μοντερνιές ο Κακλέας τις παραστάσεις του ιδίως όταν καταπιάνεται με κλασσικά έργα, αλλά εδώ έχει δώσει ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο στην «εκφυλιστική μοντερνοποίηση» της δραματουργίας. 
 
Για να υποστηρίξει το αισθητικό του όραμα, ο Κακλέας δεν περιορίζεται στην απόδοση του έργου, αλλά προχωρά σε μια δραματουργική επεξεργασία που ξεφεύγει από το πρωτότυπο για να περιγράψει το κοινωνικοπολιτικό παρόν που θέλει να στηλιτεύσει. Η πρώτη σκηνή του σκηνικού έργου, μοιάζει ένα ένθετο ιντερλούδιο βγαλμένο από τη σειρά «Black Mirror» του Netflix που νομίζω είναι και μια δηλωμένη αναφορά τόσο στο ενδυματολογικό όσο και στο κινηματογραφικό τμήμα της παράστασης που αλληλεπιδρά με το θεατρικό. Η ποπ κουλτούρα έχει περιγράψει με πολύ εύστοχους και εφευρετικούς τρόπους τις διάφορες «τάσεις» που επιβάλλονται ανά τον κόσμο. Αυτή την κουλτούρα φαίνεται να υπηρετεί και να αποδομεί καλλιτεχνικά ο Κακλέας μέσα από την παράστασή του. Από την έναρξη της παράστασης ως την πρώτη θέαση ενός ρινόκερου, η σκηνοθεσία φαίνεται όλο να προσθέτει οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα, βομβαρδίζοντας το θεατή. Στη συνέχεια όμως φαίνεται η παράσταση να «φτύνει» όλα αυτά, και να πηγαίνει σε πιο μινιμαλιστικές και ουσιαστικές ποιότητες.
 
Σημείο-κλειδί στην σκηνοθεσία του, παίζουν τα βίντεο του Στάθη Αθανασίου (βασισμένα σε ιδέες & υλικό της Αναστασίας Στυλιανίδη), που αναμασούν και σατιρίζουν διαφημιστικά, συμπεριφορές και νοοτροπίες του μοντέρνου τρόπου ζωής.
 
Μπορούμε να δούμε την παράσταση «Ρινόκερος», ως μια αριστοτεχνικά επινοημένη «κατασκευή», όπου λειτουργεί με τις συνθήκες ενός πλασματικού κόσμου. Στον πίσω «τοίχο» υπάρχει μια μεγάλη οθόνη όπου προβάλλονται διάφορα διαφημιστικά σποτάκια, σκηνές από ριάλιτι, απομιμήσεις τηλεοπτικών προγραμμάτων και δελτίων ειδήσεων. Τα πολύ ευφυή, σχεδόν εθιστικά βίντεο, μοιάζουν προέκταση του εμπειρικού μας κόσμου. Μπροστά από την μεγάλη οθόνη, υπάρχει μια εξέδρα όπου βρίσκεται ξαπλωμένος ο Μπερανζέ (Σερβετάλης) στην αρχή του έργου, σα να προεξέχει από ένα «εκφυλιστικό» lifestyle ή σα ν’ ακροβατεί μπρος έναν ηθικό ξεπεσμό. Στο δεξί και στον αριστερό τοίχους της σκηνής, υπάρχουν δύο μικρότερες οθόνες που προβάλλουν το ίδιο βίντεο μεταξύ τους. Ξεχωρίζουν οι λεζάντες σλόγκαν ευζωίας, όπως «ευεξία», «επιτυχία», «ευτυχία». Όλα αυτά τα μηνύματα επιτηδευμένης ευτυχίας, έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το ζοφερό και κτηνώδες περιεχόμενο του έργου. Ο «τέταρτος τοίχος» της παράστασης, είναι η ίδια η ζωή, αφού το κινητό έχει γίνει η προέκταση του χεριού μας, και αντί για τα κέρατα που εμφανίζουν οι ρινόκεροι, είναι σα να έχουμε εικονικές κεραίες. Τουλάχιστον αυτή η αίσθηση μου δόθηκε, βλέποντας την παράσταση, κι έχοντας δει το Black Mirror και το Fight Club. 
rinokeros 2
 
Το δίπολο των διαφορετικών ιδιοσυγκρασιών που θίξαμε παραπάνω μαζοποιημένος – «αυθεντικός», ρινόκερος – άνθρωπος, περνάει και στο σκηνογραφικό (κοστούμια: Μαρία Καραπούλιου). Οι ηθοποιοί εμφανίζονται ενδεδυμένοι με μοντέρνα και φουτουριστικά ρούχα, που θυμίζουν μια avant-garde θέαση της πραγματικότητας. Στο άλλο άκρο βρίσκεται ο Σερβετάλης που υποδύεται τον κεντρικό χαρακτήρα του έργου. Είναι ενδεδυμένος με μια απλή φόρμα και έχει ατημέλητη εμφάνιση. Σε μια πολύ εμφανή αντιστοιχία με το εννοιολογικό πλαίσιο του έργου, ο Μπερανζέ αντιστέκεται τόσο στη νοοτροπία όσο και στη μόδα της εποχής του, που συμπεριλαμβάνει από τις απόψεις έως τα ρούχα που φορά. Τα 3D γυαλιά, που φορούν ορισμένοι από τους ηθοποιούς πέρα από «ζαχαρωτό» μιας μόδας, δείχνουν και τον όγκο που έχουμε αφήσει να πιάσουν τα ψηφιακά μέσα στην καθημερινότητά μας. 
 
Ένα άλλο πολύ βασικό σημείο της παράστασης, είναι οι δύο επικλινείς ράμπες, που αξιοποιούνται ποικιλοτρόπως από τους ηθοποιούς. Αρχικά, φαίνονται σαν το πάτωμα του κτιρίου όπου εργάζεται ο Μπερανζέ, αλλά αναποδογυρίζεται από την έλευση των ρινόκερων. Ο σκηνοθέτης όμως υποδεικνύει μέσα από τις ράμπες, τον ηθικό ξεπεσμό των χαρακτήρων του έργου, και τα δύο επίπεδα που τονίζονται από την διάκριση των ανθρώπων και των ρινόκερων. Ο Μπερανζέ νιώθει πως το επίπεδο των ανθρώπων, είναι κάτι το υψηλό και εξευγενισμένο, είναι το επίπεδο της λογικής και του έναρθρου λόγου. Το κάτω επίπεδο είναι αυτό των ζώων, των αποκτηνωμένων ρινόκερων, που βρίσκονται σ’ ένα υποδεέστερο επίπεδο. Η φιλοσοφία θα διάβαζε αυτή τη διάκριση ως ανθρωπινότητα και μη ανθρώπινη ζωικότητα. Εν δυνάμει είμαστε όλοι ρινόκεροι, αφού η ανθρώπινη φύση εμπερικλείει την ζωική. Η διάκριση αυτή δεν είναι κάθετη και αμετάκλητη αλλά ρευστή, κάτι που μπορεί να καταλάβει κανείς εύκολα μελετώντας την ανθρώπινη ιστορία. 
Ο Γιάννης Κακλέας σκηνοθετεί το Ρινόκερο με καυστικό χιούμορ, ποπ αισθητική, μια συγκροτημένη σκηνική άποψη και έχοντας πλάι του ένα επιτελείο καλλιτεχνών που έχουν αυτομολήσει στο καλλιτεχνικό του σχέδιο. Το υποκριτικό βάρος πέφτει στον εξαιρετικό Άρη Σερβετάλη που έχει την αξιοζήλευτη ικανότητα να σωματικοποιεί την ερμηνεία του και να «προδίδει» τα πιο ενδόμυχα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα του. Ο Μπερανζέ του είναι ευαίσθητος, άμεσος, σθεναρός αν και με μία κοινωνική ανασφάλεια που τον κάνει σχεδόν «αυτιστικό», αφού αναγκάζεται να κλειστεί στο μικρόκοσμό του για ν’ αντισταθεί στη ρινοκερίτιδα. Ο μονόλογός του στο τέλος του έργου, είναι ένα μανιφέστο της ανθρωπινότητας σ’ έναν αποκτηνωμένο κόσμο και φυσικά το ατού της παράστασης που ξεπερνά κάθε σκηνικό ή ψηφιακό μέσο που θα ήταν ικανό να κερδίσει τις εντυπώσεις. 
Πλάι του η Έλλη Τρίγγου, ως Νταίζη. Η ανερχόμενη ηθοποιός συνεχίζει την επιτυχημένη της θεατρική πορεία («Στέλλα Κοιμήσου», «Ο Ευαγγελισμός της Κασσάνδρας») παράλληλα με τη σειρά-φαινόμενο «Άγριες Μέλισσες». Η Τρίγγου έχει διαμορφώσει μια πολύ ενδιαφέρουσα σκηνική φυσιογνωμία που από τη μία έχει έναν εύθραυστο χαρακτήρα κι από την άλλη μια δυναμική εκκεντρικότητα. Της πάει πολύ το «παράλογο» και το queer, νιώθω ότι είναι μια κατεύθυνση στην οποία μπορεί να δώσει κι άλλα ενδιαφέροντα πράγματα στο μέλλον. 
 rinokeros  texnes plus
Πολύ ενδιαφέροντα πράγματα δίνουν και οι ιδιαίτερες ερμηνευτικά φυσιογνωμίες των Στέλιου Ιακωβίδη και Πάνου Παπαδόπουλου. Αμφότεροι οι ηθοποιοί είχαν δουλέψει ξανά με τον Κακλέα στο «Παιχνίδι της Σφαγής». Το θίασο συμπληρώνουν με τους διάφορους ρόλους τους οι: Ροζαμαλία Κυρίου, Θάνος Μπίρκος, Αγγελική Τρομπούκη, Κωστής Μπούντας, Αναστασία Στυλιανίδη
Συνοψίζοντας, ο Γιάννης Κακλέας φέτος προτείνει αισθητική με την παράσταση «Ρινόκερος», στη δεύτερη συνάντησή του με τον σύμπαν του Ιονέσκο. Είναι ένα ευχάριστο ξάφνιασμα πως μπορεί να υπηρετεί την ποπ αισθητική και τις εντυπωσιακές σκηνικές εικόνες που δημιουργεί και ταυτόχρονα να παίρνει θέση στα πράγματα. Σε αυτή την παράσταση, ο Κακλέας αποδεικνύει πως πέρα από σκηνοθέτης «must-see» παραστάσεων είναι και δημιουργός. 
 
Από τον Αναστάση Πινακουλάκη
 
Μετά από μια μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία, η παράσταση «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» των Χειλάκη-Δούνια προσγειώθηκε στο ανανεωμένο θέατρο Βεάκη. 
Η αγαπημένη σαιξπηρική κωμωδία παρουσιάζεται σε μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα και πρωτότυπη μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα. Το θεατρικό δίδυμο των επιτυχιών «Ταρτούφος» και «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», επιστρέφει στην κλασσική δραματουργία, ανεβάζοντας την κωμωδία του έρωτα, γραμμένη το 1595. 
 
Λίγο πριν το γάμο του βασιλιά της Αθήνας Θησέα με την βασίλισσα των Αμαζόνων Ιππολύτη, τέσσερις νέοι καταφεύγουν στο δάσος της Αθήνας για να διεκδικήσουν το ερωτικό αντικείμενο του πόθου τους. Είναι η νύχτα του μεσοκαλόκαιρου – μια νύχτα που όλα μπορούν να συμβούν- οι πιο μύχιες σκέψεις και φαντασιώσεις τους σύντομα θα πραγματοποιηθούν. Στο μυθικό δάσος της Αθήνας έρχονται σε επαφή με τον κόσμο των ξωτικών: με τον βασιλιά Όμπερον που φιλονικεί με την Τιτάνια και τον Πουκ και ξεκινάει ένα παιχνίδι παρεξηγήσεων και μαγικών παρεμβάσεων. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο όταν στο δάσος καταφθάνει μια ομάδα ερασιτεχνών θεατρίνων. Άνθρωποι και ξωτικά, πραγματικότητα και φαντασία γίνονται ένα κάτω από τον μανδύα του παραμυθιού και του ονείρου. Μέσα στο δάσος – ένα χώρο μαγεμένο, επικίνδυνο- οι φόβοι διογκώνονται, τα πάθη εκφράζονται ανεξέλεγκτα και άνθρωποι και θεοί γίνονται έρμαια του ερωτικού τους πάθους.
 
Η παράσταση 
 
Ο Αιμίλιος Χειλάκης κι ο Μανώλης Δούνιας μας έχουν συνηθίσει σε παραστάσεις που σερβίρουν ενδιαφέρουσες εικόνες και διαφορετική ανάγνωση πάνω σε κλασσικά έργα. Προσωπικά θεωρώ πως εδώ όπως και στον Ταρτούφο, έχουμε πιο «καθαρές» προτάσεις σε αντίθεση με τις σκηνοθεσίες του πάνω στο Αρχαίο Δράμα. Στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» σκηνοθετούν ένα υπερθέαμα με φρέσκιες ερμηνείες πάνω στους κλασσικούς ρόλους. Κι ενώ υπηρετούν ένα ποιοτικό εμπορικό θέατρο, αισθάνομαι πως ανοίγουν τη θεματική του έργου, από τα ερωτικά παράδοξα της μαγείας των ξωτικών, στην σεξουαλική ετερότητα. Η δραματουργία της παράστασης, «ακούει» την σεξουαλική ελευθερία του έργου, και δίνει στιγμές λανθάνοντος ομοερωτισμού ανάμεσα στα ζευγάρια των νεαρών ερωτευμένων. Παράλληλα, οι «ηθοποιοί» της παράστασης προς τιμήν του Θησέα, δείχνουν ανοιχτοί στο να καταργήσουν το φύλο τους και να περάσουν σε μία κατάσταση. 
 
Το σκηνικό περιβάλλον της παράστασης οργανώνουν οι Τέλης Καρανάνος – Αλεξάνδρα Σιάφκου, δίνοντας έξυπνες λύσεις, που δίνουν εντυπωσιακές εικόνες. Τα μοντέρνα κοστούμια, συμπληρώνονται από ένα πάνκ make-up που δίνει μια ποπ αισθητική. Η κατασκευή των κοστουμιών των βασικών πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικής κατασκευής, με πιο ξεχωριστά εκείνα της Τιτάνια και του Πουκ.
 
Η Τιτάνια (Αθηνά Μαξίμου) φοράει ένα μπεζ κοστούμι που παραπέμπει σε πεταλούδα, και έχει απίστευτη κίνηση που προσδίδει μια μαγική αίσθηση στην παράσταση.
 
 DSC7712
 
Ο Πουκ (Μιχάλης Σαράντης) φοράει ένα total black ντύσιμο, που θυμίζει ροκ σταρ. Από τα βασικά σκηνικά, είναι τέσσερις ασύμμετρες σκάλες, που από την πίσω πλευρά, έχουν κρεμασμένα φύλλα και κλαριά που παραπέμπουν στο μαγικό δάσος του βασικού μέρους της δραματουργίας. Είναι εξαιρετική ιδέα με τις σκάλες, αλλά υπήρχαν μικροπροβλήματα στην εφαρμογή τους. Νομίζω πως αν υπήρχαν μικρά στοπ/σφήνες, θα ήταν πιο σταθερές και ασφαλείς. 
 
Σε αντιδιαστολή αυτού του μαγικού περιβάλλοντος, κινήθηκαν ως προς την απόδοση των ερασιτεχνών ηθοποιών, που «σπάνε» την μαγεία και αποδομούν τη θεατρικότητα. Οι ηθοποιοί παρουσιάζονται με εργατικές φόρμες, και μασκαρεύονται όπως-όπως με κοστούμια κατασκευασμένα πρόχειρα. Εντύπωση μου προκάλεσε το γυναικείο κοστούμι από οικοδομικά υλικά. Αυτά τα κοστούμια ήταν πιο πρόχειρα και όχι τόσο καλαίσθητα αλλά νομίζω ήταν μια εκούσια επιλογή ακατέργαστης αισθητικής, που «τσακάλωνε» την τελειότητα της βασικής δραματουργίας. 
 
Αυτή η αντίθεση περνάει και στην υποκριτική, δίνοντας δύο «περιβάλλοντα» σε συνδιαλλαγή. Από τη μία έχουμε, ένα ρομαντικό, σχεδόν σαγηνευτικό περιβάλλον, όπου οι νεαροί πρωταγωνιστές «κυνηγούν» την αγάπη κι από την άλλη ένα γκροτέσκο περιβάλλον που μας βάζει πίσω από την θεατρική πράξη. Το δραματικό εναλλάσσεται με το κωμικό, και το εκλεπτυσμένο με το χοντροκομμένο θυμοειδές. 
Κεντρική φιγούρα στην παράσταση είναι ο Πουκ του Μιχάλη Σαράντη, που φαίνεται να είναι ο μοχλός της δράσης, καθώς σαν μαριονοπαίχτης κινεί τα νήματα των ηρώων. Η πυρηνική μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα κουμπώνει άριστα με την εξαιρετική σωματικότητα του Σαράντη. Η αρχική μηχανικότητα στην κίνηση, σπάει και δίνει μια μεγαλύτερη ευλυγισία στη συνέχεια (κίνηση Αντωνία Οικονόμου). Νομίζω πως το δεύτερο περιγράφει καλύτερα την μαγική φύση των ξωτικών.
 
Οι ηθοποιοί της διανομής είναι σε θέση να αποδώσουν τόσο το ρομαντικό ύφος του έργου όσο και μια πιο ανάλαφρη εκδοχή αυτού, φωτίζοντας τις ιδιαίτερες αποχρώσεις των χαρακτήρων τους χαρίζοντας το χαμόγελο και «κλείνοντας το μάτι» στο θεατή. Οι σκηνοθέτες έχουν δουλέψει σε μία πολύ δυναμική κατεύθυνση στην απόδοση των τεσσάρων νεαρών ερωτευμένων (ο Αλέξανδρος Βάρθης, η Λένα Δροσάκη, ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς και η Χριστίνα Χειλά- Φαμέλη). Προσωπικά τάσσομαι περισσότερο προς αυτή την μεριά του έργου, παρά στο γκροτέσκο, αλλά πρόκειται για δύο αλληλένδετα συστατικά της συγκεκριμένης δραματουργίας, που το καταλαβαίνει κανείς αμέσως αν έρθει σ’ επαφή με το έργο. 
 DSC8070
 
Συνολικά, η παράσταση «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» των Χειλάκη-Δούνια, φέρνει έναν φρέσκο αέρα στην αγαπημένη σαιξπηρική κωμωδία, και μας δείχνει πως το εμπορικό θέατρο μπορεί να προσφέρει πέρα από αισθητική και τροφή για περαιτέρω διεργασία. Τα όρια της σεξουαλικότητας είναι ρευστά και διάχυτα ανάμεσα στους ανθρώπους (και τα πλάσματα). Είναι μια παράσταση που ρέει και διαμορφώνει τη δική της γλώσσα. 
 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Για πρώτη φορά στο θέατρο ανεβαίνει φέτος το έργο «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Στράτη Μυριβήλη, σε σκηνοθεσία και διασκευή του Πέτρου Ζούλια. 
 
Η παράσταση έκανε πρεμιέρα την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου στο Θέατρο Βέμπο, που φέτος φαίνεται ν’ αλλάζει φυσιογνωμία αφήνοντας κατά μέρους τις διασκευές εμπορικών μιούζικαλ, κι επιλέγοντας την κλασσική ελληνική πεζογραφία. Ο λόγος για το μυθιστόρημα του Στράτη Μυριβήλη που εκδόθηκε το 1933, αφού πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες το διάστημα 1931-1932. Το μυθιστόρημα αποτελεί ουσιαστικά τη συνέχεια του αριστουργήματός του «Η ζωή εν τάφω» και πραγματεύεται την περίοδο 1917-1922 και τις συνέπειες του πολέμου για τους ήρωές του. Ο Λεωνής Δρίβας γυρίζει από τον πόλεμο της Μικρασίας στη Μυτιλήνη και δοκιμάζεται από τον έρωτά του για την Σαπφώ, την χήρα του φίλου του Βρανά, την περιβόητη «δασκάλα με τα χρυσά μάτια». Μέσω του χαρακτήρα αυτού, ο Μυριβήλης εκφράζει ταυτόχρονα, τα ιδεώδη της Ελλάδας του μεσοπολέμου, ένα αντιπολεμικό πνεύμα και μια κοινωνική κριτική προς τον Κομμουνισμό και τους κομμουνιστές. 
 
Το έργο μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη το 1979 – δηλαδή ακριβώς 40 χρόνια πριν- σε σκηνοθεσία του Κώστα Αριστόπουλου και σενάριο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη. Πρωταγωνιστές ήταν ο Γιάννης Φέρτης (Λεωνής), η Κάτια Δανδουλάκη (Σαπφώ), ο Νικήτας Τσακίρογλου (Βρανάς) και η Ειρήνη Ιγγλέση (Αδριανή). Να σημειωθεί πως φέτος εκτός από το πρώτο θεατρικό ανέβασμα του έργου, είχαμε και την τηλεοπτική εκδοχή του προγενέστερου «Η ζωή εν τάφω» για την ΕΡΤ από τον Τάσο Ψαρρά. 
 
Ο Στράτης Μυριβήλης αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους πεζογράφους μας, ενώ το έργο του διακρίνεται για τον αντιπολεμικό του χαρακτήρα, τις ιδεολογικές του προεκτάσεις και για τις ένθετες αληθινές ιστορίες που λειτουργούν εν είδη δημοσιογραφικού ρεπορτάζ. Ας μην ξεχνάμε πως ο Μυριβήλης πέραν από απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, άσκησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Το 1912 κατατάσσεται εθελοντής στον στρατό και λαμβάνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους. Μετά από έναν τραυματισμό του θα επιστρέψει στη Μυτιλήνη. Το 1917 κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στρατεύεται εκ νέου και λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις στη Μακεδονία. Τα εμβληματικότερα έργα του είναι τα «Η ζωή εν τάφω», «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» και «Η Παναγιά η Γοργόνα». Αυτό που ξεχωρίζω στη γραφή του είναι οι φωτογραφικές περιγραφές, οι πολιτικές προεκτάσεις των προσώπων των έργων του, η αποστασιοποίηση που μπορεί να παίρνει, η κοινωνική σάτιρα και ο ρεαλιστικός ρομαντισμός του. Οι χαρακτήρες των έργων του, είναι ιδεώδη που προσπαθούν να επιβιώσουν από τα συντρίμμια των συνεχών πολέμων. 
 
 
kori konstantinou
Η παράσταση
 
Ο Πέτρος Ζούλιας υπηρετώντας σταθερά την αγάπη του για την ελληνική πεζογραφία μετά την Αστροφεγγιά και τον Παπαδιαμάντη, καταπιάνεται με τον Μυριβήλη, υπογράφοντας την διασκευή και την σκηνοθεσία της παράστασης. Η αλήθεια είναι πως εδώ έχει να κάνει μ’ ένα πολύ μεγάλο στοίχημα, καθώς το «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» είναι ένα έργο γεμάτο εκτενείς περιγραφές και προσωποποιημένες αναφορές, που είναι πολύ δύσκολο να λειτουργούν θεατρικά, σχεδόν έναν αιώνα μετά. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη, πως μιλάμε για μία παράσταση του εμπορικού θεάτρου, καταλαβαίνουμε πως μία παράσταση πιστή στο πνεύμα του Μυριβήλη, με όλο αυτό το πολιτικό κλίμα που τον ακολουθεί, δε θα έβλεπε ποτέ το άνοιγμα της αυλαίας. 
 
Η διασκευή του Ζούλια δυστυχώς στερεί πολλά από τα σημεία-κλειδιά του έργου. Από τη μία η έγνοια για σύνδεση με το σήμερα, κι από την άλλη το έτερον ήμισυ της δραματουργίας του, δηλαδή η μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα, μετατρέπουν το έργο σ’ ένα ρομαντικό μελόδραμα, ελαχιστοποιώντας τον κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα του στα πλαίσια του εύπεπτου εμπορικού. Θ’ αναφέρω τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα.
 
Πρώτον, το μυθιστόρημα έχει δύο κεφάλαια, για τις ομοερωτικές επαφές στρατιωτών με άντρες ηθοποιούς που ντύνονταν γυναικεία, και στη συνέχεια την δολοφονία αυτών για να μην τους αφήσουν «ρετσινιά». Στην παράσταση, βλέπουμε δύο νεαρά αγόρια ν’ αγκαλιάζονται και στη συνέχεια το ένα να στραγγαλίζει το άλλο πάνω στην κάψα. Είμαι της άποψης, πως αν είναι να «εξωραΐσεις» κάτι, καλύτερα να μην το συμπεριλάβεις καθόλου.
 
Δεύτερον, στο πρωτότυπο, η κομματική νεολαία φαίνεται να προσεγγίζει τον Λεωνή και να προσπαθεί να τον προσηλυτίσει στον κομμουνισμό και λαμβάνει χώρα μια μεγάλη ιδεολογική συζήτηση που συνεχίζεται σε πολλές συγκεντρώσεις. Στη διασκευή, οι νέοι απλώς λιάζονται, και σ’ ένα σημείο ξεσηκώνουν τους αγρότες σε μάχη, που δεν έχει προετοιμαστεί ιδεολογικά ούτε έχουμε δει την άποψη του πρωταγωνιστή του έργου.
 
Τρίτον, το πλαίσιο που εμφανίζεται η Σαπφώ στο βιβλίο, είναι πολύ τρομαχτικό και την κάνει ένα πρόσωπο-μυστήριο που ξεδιπλώνεται με μεγάλο ενδιαφέρον στην εξέλιξή του. Είναι μια πανέμορφη γυναίκα που χήρεψε νέα και ο κόσμος την μέμφεται. Κοντά στο σπίτι της ζει το δίχρονο παιδί της που έχει υπερφυσικά μεγάλο κεφάλι και έχει «όψη τέρατος» εξαιτίας μιας οικογενειακής αρρώστιας από μεριάς του συζύγου της. Το παιδί το προσέχει μια πρόσφυγας με κομμένη γλώσσα. Η πρώτη συνάντηση του Λεωνή με την Σαπφώ γίνεται στο σχολείο. Επικρατεί το κουτσομπολιό και τα βλέμματα πίσω από τις γρίλιες. Στην διασκευή, αποσιωπούνται πολλά σημεία-κλειδιά, στο πλαίσιο της υπεραπλούστευσης του εμπορικού θεάτρου. Δεν γίνεται αισθητό πως ο έρωτας των δύο, βρίσκει εμπόδια τόσο στο κοινωνικό περιβάλλον όσο και στην συνείδηση του Λεωνή, που τιμά το νεκρό φίλο του. Μεγάλη αστοχία, κατά τη γνώμη μου, και η συνεχής φυσική παρουσία του Βρανά επί σκηνής. 
 
 
daskala xrusa matia
Το σκηνικό περιβάλλον της Αθανασίας Σμαραγδή διακρίνεται από τον μεγάλο καμβά που παραπέμπει σ’ ένα φυσικό τοπίο, την εικόνα της Παναγίας και τα εύσημα του Βρανά. Χαρακτηριστική είναι και η εικόνα του Λεωνή να ζωγραφίζει στον καμβά του. Πολύ έντονη η εικόνα της Σαπφούς με το κατακόκκινο φόρεμα ανάμεσα στο δυσχερές περιβάλλον του νοσοκομείου. Η ίδια αντίθεση θανάτου-ζωής χρησιμοποιείται και στην αφίσα της παράστασης, ενώ προσωπικά μου θύμισε την τελευταία σκηνή της ταινίας Schindler’s List. 
 
Ο Πέτρος Ζούλιας ακολουθεί την γνώριμη συνταγή του, να διασκευάσει ένα κλασικό πεζογράφημα, και να το ανεβάσει σε μία παράσταση που διακρίνεται για την αφηγηματικότητά της και για τις «μνήμες» που ξυπνά. Επιλέγει μια σειρά από αναγνωρίσιμους ηθοποιούς, όχι πάντα ταιριαστούς για τους ρόλους που τους αναθέτει. Ωστόσο, για εμένα εδώ αστοχεί στη φυσιογνωμία που δίνει στο σκηνικό ανέβασμα του έργου. Ν’ αναγνωρίσουμε βέβαια τη δυσκολία παράθεσης του συνόλου των περιγραφόμενων κοινωνικών περιστατικών του έργου και της διαφορετικής προσέγγισης της ιδεολογίας στο θέατρο σήμερα. Ακόμα κι αν κάποιοι  χαρακτήρες φαίνονται εντελώς καρικατούρες, μπορούν να φωτίσουν σε κάποιο βαθμό αυτά που «ενοχλούσαν» τον Λεωνή στην κοινωνία της Μυτιλήνης του ’30.
 
Ο θίασος της παράστασης είναι πολυσυλλεκτικός, στοχεύοντας ταυτόχρονα και στο εμπορικό κοινό που θέλει «μεγάλους πρωταγωνιστές» και στη νεώτερη γενιά που προτιμά ηθοποιούς που έχουν δουλέψει πολύ στο θέατρο. Τώρα, πως μπορούμε να έχουμε στην ίδια διανομή τον Γιώργο Κωνσταντίνου και τη Λένα Παπαληγούρα; Κατά κάποιον τρόπο, ενώ δίνεται η αίσθηση ότι έχουμε δύο διανομές σε μία, παρουσιάζει ενδιαφέρον αυτή η πολυμορφία του, γιατί κάπως έτσι είναι γραμμένο και το έργο, σαν ένα σύνολο ετερογενών κεφαλαίων, μ’ έκαστο να περιγράφει έναν άλλο χαρακτήρα ή ένα περιστατικό. 
 
Στην παράσταση ξεχωρίζει η Λένα Παπαληγούρα που κρατάει τον επώνυμο ρόλο του έργου, την Σαπφώ, την «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια». Η Σαπφώ της κινείται με χάρη και εσωτερική ευγένεια, ανάμεσα στις λαϊκές φυσιογνωμίες του περιβάλλοντός που ζει και καταφέρνει να διατηρεί τη δυναμική της παρά το μένος των «δικαστών» της. Από τα ζωτικά κομμάτια της παράστασης είναι οι δύο της μονόλογοι που αφορούν την έγγαμη ζωή της μ’ έναν άντρα που δεν αγαπούσε και την ύπαρξη του παιδιού τους, που έγινε ο βραχνάς της. Η Σαπφώ είναι από τους ωραιότερους ρόλους που έχει υποδυθεί ως τώρα, ενώ είναι σε θέση να αποδώσει τις λεπτές αποχρώσεις του χαρακτήρα της. 
 
Σε αντίθεση με τον «κωμικό» και «τραχύ» χαρακτήρα των Μυτιληναίων, κινούνται τα «Καστρινάκια», ο Λεωνής κι η Αδριανή.  Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης υποδύεται τον Λεωνή, τον βασικό πρωταγωνιστή κι αφηγητή του έργου. Η φυσιογνωμία που δίνει στον χαρακτήρα είναι πολύ ευγενής, αφού πρόκειται για έναν νέο με ψηλό ανάστημα και ευγενή ιδεώδη. Κυκλοφορεί με το καβαλέτο του και αποτυπώνει την φύση. Ωστόσο, ο τρόπος που χειρίστηκε η σκηνοθεσία τον ρόλο, νομίζω αδικεί τον ηθοποιό με δύο τρόπους. Καταρχάς, ο Λεωνής στο έργο είναι καυστικός προς την Σαπφώ, γιατί δεν την βλέπει να θρηνεί τον φίλο του Βρανά και στη συνέχεια η ανάμνηση του φίλου τον κάνει κακό μαζί της. Στην παράσταση ο Ζούλιας, επιλέγει ο Βρανάς να είναι κατ’ εξακολούθηση παρών επί σκηνής με τα δεκανίκια του ενώ έχει πεθάνει. Αυτό αναγκάζει τον ηθοποιό να παίζει «σαν τρελός» αφού μόνο εκείνος «βλέπει» τον Βρανά. Αυτού του είδους τα τεχνάσματα είναι εντελώς ξεπερασμένα από το θέατρο και θεωρώ πως εγκλωβίζουν τον ηθοποιό. Αντίθετα, αν ο Βρανάς είχε εμφανιστεί μόνο μία φορά, αντί για 4-5 που εμφανίστηκε, θα είχε προκαλέσει μεγαλύτερη αίσθηση στο κοινό. Δεύτερον, η διασκευή στερεί από τον χαρακτήρα τόσο τις ιδεολογικές του θέσεις, όσο και τις καλλιτεχνικές, αφού ελάχιστα μιλάει γι’ αυτά που πιστεύει ή γι’ αυτά που υποστηρίζει μέσω της ζωγραφικής του. Βασικό στήριγμά του, η Γιούλικα Σκαφιδά που υποδύεται την Αδριανή, με μια συγκινητική ουσία. 
 
Οι ηλικιακές διαφορές ανάμεσα στους χαρακτήρες του έργου και οι διαφορετικές ποιότητες των ανθρώπων, περιγράφονται γλαφυρά από την ετερογενή διανομή της παράστασης. Έτσι, έχουμε τον Γιώργο Κωνσταντίνου στο ρόλο του Δημάρχου και σύζυγό του την Χριστίνα Τσάφου. Είναι χαρακτηριστική η φυσιογνωμία του γέρου (Σταύρος Μερμήγκης) που εκμαυλίζει την νεαρή υπηρέτρια και την οδηγεί στην αυτοχειρία. 
 
Για μένα, ένα μεγάλο λάθος της παράστασης, είναι η μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα, όχι γιατί δεν είναι καλή, αλλά γιατί δίνει μια τελείως διαφορετική φυσιογνωμία στο έργο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από τον Μυριβήλη. Η μουσική της Ρεμπούτσικα είναι πάντα υγκινητική, και μπορεί να λειτουργήσει άριστα ως μουσικό χαλί σ’ ένα ρομαντικό έργο ή σ’ ένα έργο εποχής, αλλά εδώ περιορίζει τη δραματουργία προς αυτή την κατεύθυνση. 
 
Σε γενικές γραμμές, η παράσταση «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Πέτρου Ζούλια, λειτουργεί ικανοποιητικά για τη συνθήκη με την οποία ανεβαίνει. Παρά τις όποιες μου ενστάσεις για τη δραματουργία της παράστασης, υπάρχουν αρκετές συγκινητικές στιγμές, και ψήγματα κοινωνικών σχολίων που βγαίνουν από την ζοφερή πραγματικότητα του σύμπαντος του Μυριβήλη. Το κρίμα είναι πως η παράσταση δεν φτάνει εκεί που θα μπορούσε. 
 
 
Διαβάστε επίσης:
 
 
 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

 Ένα από τα συγκλονιστικότερα έργα του Δημήτρη Δημητριάδη παρουσιάζεται αυτή την στιγμή στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας σε σκηνοθεσία Θάνου Νίκα. 

Ο κορυφαίος Έλληνας δραματουργός έγραψε τον Φαέθοντα, τον δικό του ανεστραμμένο Άμλετ, τη διετία 2006-2007. Η πρώτη παρουσίαση του έργου έγινε στο μεγάλο αφιέρωμα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών το 2013, υπό τη μορφή θεατρικού αναλογίου. Δύο χρόνια μετά το έργο σκηνοθέτησε με επιτυχία ο Δημήτρης Καραντζάς (σκηνοθέτης επίσης του «Ο κυκλισμός του τετραγώνου») στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων. Το αθηναϊκό θεατρικό κοινό γνωρίζει καλά για ποια παράσταση μιλάμε. Οι ερμηνείες του Περικλή Μουστάκη και Άρη Μπαλή έμειναν αξέχαστες και σχεδόν ταυτίστηκαν με το έργο του Δημητριάδη. Η έκδοση του έργου έγινε το 2013 από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν που έχουν αγκαλιάσει τη δραματουργία του Δημήτρη Δημητριάδη. 
Αυτό το φθινόπωρο ήταν σειρά της Θεσσαλονίκης να γνωρίσει σκηνικά ένα σπουδαίο έργο του συντοπίτη τους συγγραφέα. Ο Θάνος Νίκας και η ομάδα θεάτρου ARS MORIENDI αναμετρούνται με το πολύ δύσκολο αυτό έργο. Η πρώτη παρουσίαση έγινε στον Βόλο (2 και 3 Σεπτεμβρίου) στο πλαίσιο του 4ου Φεστιβάλ Βόλου, ενώ η συνέχεια δόθηκε στο αγαπημένο καλλιτεχνικό φεστιβάλ Δημήτρια, στη Θεσσαλονίκη (9-13 Οκτωβρίου). Ο Νίκας αντί για κάποιον συμβατικό θεατρικό χώρο, επέλεξε το φουαγιέ του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας. Η παράσταση σημείωσε μεγάλη επιτυχία κι έτσι συνέχισε να παίζεται στον ίδιο χώρο για έναν μήνα μετά την συμμετοχή της στα Δημήτρια. Σε αυτή την «παράταση» βρεθήκαμε κι εμείς εκεί ως texnes-plus και σας μεταφέρουμε τον παλμό της παράστασης. 
 
Ο μύθος του Φαέθοντα 
Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, ο Φαέθων ήταν γιος του Ήλιου και της Κλυμένης. Μια μέρα, ο πατέρας του τον άφησε να οδηγήσει το άρμα του, ο Φαέθων, όμως, δεν στάθηκε αντάξιος της εμπιστοσύνης του. Καθώς οδηγούσε το άρμα του Ήλιου, είδε στον ουρανό τον Σκορπιό, τρόμαξε και έχασε την ψυχραιμία του και τον έλεγχο του άρματος, με αποτέλεσμα ο Ήλιος να αρχίσει να ανεβοκατεβαίνει απειλώντας με καταστροφή τη Γη. Ο Δίας, βλέποντας τη Γη να καίγεται και τα ποτάμια να ξεραίνονται από τη θερμότητα, τον κεραυνοβόλησε και τον σκότωσε για να προλάβει χειρότερες καταστροφές.
 

faethon thesaloniki

 

 Η επαναγραφή του μύθου από τον Δημητριάδη και η παράσταση του Θάνου Νίκα 
 
Ο Θάνος Νίκας επέλεξε ν’ ανεβάσει τον Φαέθοντα σ’ έναν μη θεατρικό χώρο, όσο πιο μινιμαλιστικό γινόταν. Ο χώρος από μόνος του, υποδηλώνει πολλά για τις προθέσεις της παράστασης. Ένας μη θεατρικός χώρος δεν έχει καμία πρόθεση ψευδαισθητικότητας, όπως θεατρικούς φωτισμούς ή τις συμβάσεις μιας σκηνής (απόσταση ηθοποιών-θεατών, αυλαία, εμπειρία θεατών από προηγούμενες παραστάσεις). Η απουσία θεατρικών φωτισμών ήταν κάτι που με ξένισε, αλλά ήταν εκούσια επιλογή του δημιουργού της παράστασης, γιατί όπως μου είπε, δεν ήθελε ο Φαέθων να ειδωθεί ως ένα «αστικό οικογενειακό δράμα». Τω όντι, ο ωμός ρεαλισμός που έχει επιλέξει στην παράστασή του απέδωσε. Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν σε απόσταση αναπνοής από τον θεατή, με φωτισμούς δωματίου –που δεν συσκοτίζουν την «πλατεία»- κάνοντάς μας τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο της οικογενειακής παθογένειας. 
Τον σκηνικό χώρο και τα κοστούμια επιμελήθηκε η Πηνελόπη Χατζηδημητρίου. Επέλεξε να ντύσει τις τρεις γυναίκες της οικογένειας Λομ σε μονόχρωμη παλέτα, που αποτελείται από ένα φόρεμα και καλσόν στο ίδιο χρώμα. Μετά την ερωτική τους συνεύρεση των κορών με τον πατέρα, οι κοπέλες δεν φορούν καλσόν. Ο Λέλο ήταν ενδεδυμένος με γαλάζιο πουκάμισο και τιράντες, ενώ κάθεται σ’ ένα παιδικό καρότσι σκεβρώνοντας το σώμα του. Το σκηνικό δεν περιλαμβάνει τίποτα περιττό. Υπάρχει μόλις ένα τραπέζι, τέσσερις Plexiglas καρέκλες, πέντε σερβίτσια φαγητό και ένα κουζινομάχαιρο που κρέμεται ανάποδα στο κέντρο του πίσω τοίχου, στη θέση που συνήθως υπάρχει μια εικόνα της Παναγίας ή έστω ένα έργο Τέχνης. Εδώ καθαγιάζεται η βία, αφού ο Άμνετ (σαν παρήχηση του Άμλετ) παραφράζει το χριστιανικό δόγμα «Γεννηθήτω το θέλημά Σου» επιβάλλοντας στα μέλη της οικογένειας του τα δικά του θέλω, βιάζοντας την προσωπικότητάς τους. Ο πατέρας γίνεται και εξουσιαστής και δυνάστης, τεσσάρων ανθρώπων που φαίνεται να ζουν ένα δράμα χωρίς λύτρωση. Η λύση θα έρθει με άλλη μια ακραία βία πράξη, την πατροκτονία, ως επακόλουθο της παιδοκτονίας και της σεξουαλικής και λεκτικής βίας που υφίσταντο τα τέκνα του Λομ. Και το δράμα θα τελειώσει όπως αρχίζει, με το στρώσιμο ενός τραπεζιού. Η βία ανακυκλώνεται και συνεχίζει να υπάρχει εις αεί, όπως η επιθυμία για φαγητό και ζωή. 
 
Η παράσταση του Θάνου Νίκα ήταν μια γροθιά στομάχι, και σε αυτό συνέλαβαν καθοριστικά οι ηθοποιοί με τις συγκλονιστικές ερμηνείες του. Δεσπόζει η φυσιογνωμία του Παύλου Δανελάτου ως Άμνετ Λομ, ενός πατέρα-δυνάστη, που αντιλαμβάνεται τα παιδιά του, ως κομμάτι της σάρκας του, κι άρα υπόλογα των δικών του ενστίκτων και επιθυμιών. Ο Δανελάτος άλλοτε στο επίκεντρο της σκηνής, άλλοτε στο παρασκήνιο, καταφέρνει να κυριαρχεί στην ενέργεια του χώρου και να προκαλεί αισθήματα δέους στον θεατή. Μου θύμισε σε σημεία το σκηνικό ταπεραμέντο του Στάθη Σταμουλακάτου. 
Προσωπικά, στάθηκα περισσότερο στις γυναικείες ερμηνείες της παράστασης, γιατί αποτελούν κατά κάποιον τρόπο τις αντηρίδες του «μαυσωλείου» Λομ. Δέχονται στωικά την πνευματική και σωματική τους κατάπτωση, γιατί αυτός φαίνεται να είναι ο προορισμός τους. Οι ίδιες γεννούν και οι ίδιες σκοτώνουν τον άντρα. Ερμηνευτικά αποτελούν ένα πυρηνικό τρίγωνο, στου οποίου τις προεκτάσεις συναντώνται τ’ άλλα δύο σημεία της οικογένειας, ο Άμνετ κι ο Λέλο. Η Θεανώ Αμοιρίδου υποδύεται την Τζούλι Λομ, την νεκροζώντανη μητέρα, η Κατερίνα Συναπίδου την Άνν και η Ελευθερία Μαυρίδου την Μπεθ. 
 
Τον ρόλο του Λέλο Λομ, του 30χρονου άντρα που δεν έχει γευτεί ακόμα την γυναίκα και ούτε πρόκειται, υποδύεται ο Νίκος Ράμμος. Ο Ράμμος υποδύεται τον Λέλο δίνοντας έμφαση στο χαρακτηριστικό της αναπτυξιακής διαταραχής που του προσδίδει, ενώ ταυτόχρονα δεν διστάζει ν’ αναμετρηθεί με τον πατέρα του, Άμνετ. Η σύγκρουση των δύο, αποτελεί το μισό δραματουργικό κέντρο του έργου, και συνάδει από το μυθολογικό αρχέτυπό του. 
Παρακολουθώντας την παράσταση ένιωθα μια συναισθηματική δυσφορία, που προκλήθηκε τόσο από τις μη ρητές αλήθειες που αποκαλύπτονται στο έργο, αλλά και από την ελάχιστη απόσταση που είχαμε οι θεατές από τους ηθοποιούς της παράστασης. Αν αναλογιστείτε πως καθόμουν στην πρώτη σειρά των καθισμάτων, και πως ο Άμνετ κλωτσούσε την γυναίκα του στο πάτωμα σε απόσταση 20 εκατοστών από τα πόδια μου, καταλαβαίνετε πως δεν υπήρχε «θεατρική» απόσταση από τα τεκταινόμενα. Κάπως έτσι θα έπρεπε να ήταν και οι παραστάσεις in-yer-face θεάτρου. 
 
Από όσες παραστάσεις είδα στην ολιγοήμερη παραμονή μου στη Θεσσαλονίκη, ο «Φαέθων» που σκηνοθέτησε ο Θάνος Νίκας, είναι αυτή που κουβαλάω μέσα μου πιο έντονα και θεωρώ πως έχει πολλά να πει στο θεατρόφιλο κοινό. Άνετα θα μπορούσε να είναι μια παράσταση που θα ενταχθεί στο ρεπερτόριο του ΚΘΒΕ, στο φουαγιέ του, που μας συνηθίζει στα σύγχρονα έργα, αν και νομίζω πως κάτι τέτοιο δε θα το επιθυμούσε ο ίδιος ο δημιουργός. Η παράσταση μπορεί να έριξε αυλαία την Κυριακή 10 Νοεμβρίου, αλλά νομίζω πως δεν ολοκλήρωσε ακόμα τον κύκλο της. 
 

Απο τον Αναστάση Πινακουλάκη

Μια πολύ πρωτότυπη και καλαίσθητη πρόταση παρουσιάζει ο Γιώργος Νανούρης πάνω στη σοφόκλεια τραγωδία. 
 
Πρόκειται για την πρώτη σωζόμενη τραγωδία του Σοφοκλή, γραμμένη ανάμεσα στο 450 και στο 440 π.Χ. Ο Αίας ο πιο γενναίος άντρας μετά τον Αχιλλέα, έχει μακρά παράδοση ήδη από την Ιλιάδα. Μετά τον θάνατο του Αχιλλέα τα όπλα του παίρνει παραδοσιακά ο γενναιότερος άντρας, και στη διεκδίκηση μπαίνουν ο Οδυσσέας κι ο Αίας. Όταν αποφασίζεται ότι τα όπλα θα πάνε στον Οδυσσέα, ο Αίας αποφασίζει να εκδικηθεί αυτούς που τον αδίκησαν, σκοτώνοντας τους και συγκεκριμένα τους Ατρείδες, Μενέλαο και Αγαμέμνονα. Η θέα Αθηνά όμως εκδικείται τον Αίαντα, τον τρελαίνει και κατασφάζει τα ζωντανά του στρατοπέδου αντί για τους άντρες. Όταν συνέρχεται και συνειδητοποιεί τι έκανε, δεν μπορεί να διαχειριστεί την ντροπή κι αποφασίζει ν’ αυτοκτονήσει αφού αποχαιρετήσει τη γυναίκα του Τέκμησσα και τον γιο του. Είναι η μοναδική σωζόμενη τραγωδία όπου ο δραματικός πρωταγωνιστής αυτοκτονεί επί σκηνής και μάλιστα αυτό δεν συμβαίνει στην Έξοδο αλλά στο τρίτο Επεισόδιο. Άλλες αυτοκτονίες σε αρχαίο δράμα έχουμε αυτή της Ιοκάστης (Οιδίπους Τύραννος) και του Αίμονα (Αντιγόνη), αμφότερες στην Σοφόκλεια Ποίηση. 
 
Ο Αίας είναι λίγο πολύ γνωστός στο θεατρόφιλο κοινό, αφού τα τελευταία τέσσερα χρόνια, είχαμε μαζί με αυτό, τέσσερα ανεβάσματα (Σύλβια Λιούλου, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Χρήστος Σουγάρης). Ο Γιώργος Νανούρης όμως προτείνει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Ένας ηθοποιός για όλους τους ρόλους του δράματος, ένας ζωγράφος και το φως που παρεμβαίνει στο σκοτάδι. Κι αν η επιλογή ενός ηθοποιού για όλους τους ρόλους φαίνεται δοκιμασμένη συνταγή, αυτό δεν ισχύει για το Αρχαίο Δράμα, αφού εκεί έχουμε ελάχιστες περιπτώσεις όπως την Στεφανία Γουλιώτη που παρουσίασε Ευμενίδες πριν δύο χρόνια. Το μεγάλο ατού εδώ, πέρα από τον Μιχάλη Σαράντη που είναι ένας από τους σπουδαιότερους ερμηνευτές που διαθέτουμε αυτή την στιγμή στο ελληνικό θέατρο, είναι η συνομιλία της θεατρικής ποιητικής με τα Εικαστικά. 
 
Ο Γιώργος Νανούρης μετράει ήδη αρκετές επιτυχημένες παραστάσεις, με την Κατερίνα –Αύγουστου Κορτώ, παίχτηκε για πέντε σεζόν στην Αθήνα και περιοδεία στην υπόλοιπη Ελλάδα- να αποτελεί την πιο χαρακτηριστική του δουλειά. Οι παραστάσεις του διακρίνονται για την φαινομενική απλότητά τους και για τον τρόπο που οι ηθοποιοί του δίνουν απλόχερα κομμάτια του εαυτού τους μέσα από την αφηγηματικότητά τους. Στον Αίαντα όμως, κάνει κάτι παραπάνω. Δημιουργεί ή για να είμαστε δικαιότεροι, συνδημιουργεί ένα έμψυχο έργο Τέχνης. 
 
Το ανακαινισμένο Θέατρο Βεάκη έρχεται να μπει ενεργά στον ανταγωνισμό των εμπορικών θεάτρων αποτελώντας ένα νέο φάρο στα θεατρικά πράγματα. Κατεβαίνοντας προς το φουαγιέ του έχει τη δυνατότητα κανείς να δει έργα του Απόστολου Χαντζαρά, του εικαστικού της παράστασης. Λίγο πριν μπει στην παράσταση, θα δει μία πανοπλία και μία ασπίδα. Το κλίμα του έργου έχει δοθεί. Οι θεατές κάθονται σε καρέκλες επί σκηνής, και ο ηθοποιός παίζει σε απόσταση αναπνοής. Πίσω του ο εικαστικός δημιουργεί με μαύρη μπογιά προσωπογραφίες των χαρακτήρων του δράματος. Ζωγραφίζει στον πάγκο του και στη συνέχεια τοποθετεί πάνω χαρτιά και ξεπατικώνει τα σχέδιά του. Η τεχνική μου θύμισε κάτι ανάμεσα σε fresco και Θέατρο Σκιών. Ο ηθοποιός ελίσσεται ανάμεσα στα έργα, και φαίνεται να τα εμψυχώνει. Το φως και το σκοτάδι δημιουργούν ένα τελετουργικό περιβάλλον. 
 
aintas veaki texnes plus
Ο Μιχάλης Σαράντης δημιούργησε και παραδίδει την ωριμότερη και πιο ενδιαφέρουσα ερμηνεία της καριέρας του. Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για μια ξεχωριστή περίπτωση ηθοποιού που έχει δουλέψει πολύ με την ψυχή και το σώμα του και καταφέρνει να ξεχωρίζει σε ό,τι κι αν καταπιαστεί. Όλοι θυμόμαστε τον Αγγελιοφόρο του στον Ιππόλυτο της Κονιόρδου ή την παρουσία του στο Δεκαήμερο και τους Όρνιθες του Καραθάνου ή τις συνεργασίες του με τον Καραντζά. Φέτος παίζει σε διπλό ταμπλό, στο ίδιο «γήπεδο», αφού πέρα από τον Αίαντά του, συμμετέχει και στο Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας των Χειλάκη-Δούνια. 
 
Ο Αίας του Μιχάλη Σαράντη είναι εύθραυστος, οξύθυμος σαν παιδί ή σαν τρελός, ηρωικός και συνάμα βαθιά ανθρώπινος. Ο ηθοποιός περνάει από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο με μια αξιοζήλευτη μαεστρία, που δείχνει τόσο το εύρος του, όσο και την βαθιά συναίσθησή του δράματος που αφηγείται με τη φωνή, την ψυχή και το σώμα του. Αν αντιληφθεί κανείς πως μπορεί να δώσει την συγκινητικότερη ερμηνεία Αίαντα προτού αυτοκτονήσει και λίγα δευτερόλεπτα μετά να έχει βγει από την «κατάσταση» και να είναι ο παρατηρητής Τεύκρος ή η θρηνούσα Τέκμησσα, καταλαβαίνει πως η ερμηνεία του Σαράντη δεν είναι απλός ρεσιτάλ, αλλά υποκριτικός άθλος. Αν κάτι θαυμάζω περισσότερο σ’ έναν ηθοποιό αυτό είναι η αφοσίωση και η υπέρβαση των κεκτημένων, και ο Μιχάλης Σαράντης είναι μία τέτοια περίπτωση. 
 
Ο Γιώργος Νανούρης φημίζεται στις σκηνοθεσίες του, πέρα από την αφηγηματικότητα και το «οικείο» κλίμα και για τη χρήση των φωτιστικών πηγών. Στον Αίαντα, το φως έχει μεγάλη δραματουργική βαρύτητα, αφού όχι μόνο εξυπηρετεί στις μεταβάσεις του δράματος, αλλά συμπληρώνει άριστα τις σκηνικές εικόνες που οι τρεις δημιουργοί (αυτός, ο Σαράντης κι ο Χαντζαράς) συν-κατασκευάζουν. Το λυτρωτικό φως, το χαοτικό «φυσικό» σκηνικό (ο χώρος του θεάτρου) και το ημίγυμνο σώμα του ηθοποιού, έφεραν στο νου μπαρόκ πίνακες με θρησκευτικό περιεχόμενο. 
 
Συνοψίζοντας, ο Γιώργος Νανούρης φέτος προτείνει μια αυθεντική πρόταση ανάγνωσης του Σοφοκλή, έχοντας στο πλάι του έναν πολλά υποσχόμενο εικαστικό και έναν ιδιαίτερα γενναιόδωρο ηθοποιό. Ο Μιχάλης Σαράντης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ο Άγγελος του ελληνικού θεάτρου». Μην χάσετε την θεατρική εμπειρία «Αίας» στο ανακαινισμένο Βεάκη. 
 
 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Για δεύτερη χρονιά παρουσιάζεται η παράσταση «Ελέφας» του Κώστα Βοσταντζόγλου στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη.

Το έργο «Ελέφας», γραμμένο το 2010, είναι το πρωτόλειο του γραφίστα και συγγραφέα Κώστα Βοσταντζόγλου, γιο του θρυλικού Μποστ. Ο Θανάσης Παπαγεωργίου, σκηνοθέτης του έργου, στο Θέατρο Στοά το 2012, είχε πει για το έργο: «Το έργο του Κώστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια κωμωδία, ένα βουκολικό δράμα, μια μαύρη κωμωδία ή μια σύγχρονη τραγωδία». Παρακολουθώντας την δουλειά του Γιάννη Λεοντάρη και τις αντιδράσεις των θεατών, όλοι οι παραπάνω τίτλοι θα μπορούσαν να κουμπώσουν ως επεξηγήσεις του έργου «Ελέφας».

O τίτλος του έργου συνδέεται με την κεντρική αφήγηση του Μήτσου, που προκύπτει από ένα ντοκιμαντέρ γύρω από τα ταξίδια του Βρετανού εξερευνητή Mitchell Hedges (1882-1956). Σε αυτό, παρακολουθούμε έναν ελέφαντα που αναζήτησε τον υπεύθυνο για το θάνατο του «εξημερωτή» του, τον τύλιξε με την προβοσκίδα του και τον σκότωσε. Αυτή η αφήγηση κουμπώνει με τη λαϊκή ρήση «μνήμη ελέφαντα», αφού έχει παρατηρηθεί πως οι ελέφαντες δεν ξεχνούν ποτέ.

Η κεντρική φιγούρα του έργου, η Γωγώ (την υποδύεται η Σοφία Καλεμκερίδου) θα «μεταμορφωθεί» η ίδια σ’ ελέφαντα στο τέλος του έργου, σκοτώνοντας με δηλητήριο μέσα στο φαγητό, τον σύζυγο, την ανιψιά και τον άντρα της, καθώς δεν ξέχασε το κακό που της έκαναν, την μοιχεία και τον εξευτελισμό. Το ύφος του έργου, για τους φιλαγνώστες θεατές, θα θυμίσει ελάχιστα Μποστ και περισσότερο Λένα Κιτσοπούλου ή το πρόσφατο αριστούργημα «Χαρτοπόλεμος» του αδικοχαμένου Βαγγέλη Ρωμνιού. Ένα έργο κοινωνικά σκωπτικό, που βάζει το νυστέρι του στην απομακρυσμένη ελληνική επαρχία, διατηρώντας την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της και ειδικότερα τη γλώσσα της. Ο Βοσταντζόγλου πέρα από σχολαστικός παρατηρητής της παθογενούς ελληνικής οικογένειας, αποδεικνύεται και ένας πολύ ευφυής συγγραφέας που μπορεί να πάρει θέση στα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας χωρίς να τα καταδείξει ρητά. Για εμένα το έργο μπορεί να έχει μια εύθυμη γραφή και κωμικοτραγικούς χαρακτήρες, αλλά για εμένα είναι ένα ρεαλιστικό θρίλερ, αφού η πραγματικότητα της υπαίθρου και τα αδιέξοδα των κοινωνικών συμβάσεων φαίνεται πως σκοτώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Σταδιακά οι χαρακτήρες του έργου αποκτηνώνονται και καταλήγουν στον αλληλοσπαραγμό. Ο συγγραφέας όμως δεν δίνει τις εύκολες λύσεις που έχουμε συνηθίσει ούτε παρουσιάζει μονοδιάστατα τους χαρακτήρες του. Η Γωγώ μπορεί να εγκληματεί, αλλά παρά τα ελαφρυντικά της, δεν την «αθωώνει». Σκοτώνει και νιώθει άσχημα και μόνη.

Η σκηνοθεσία

Ο Γιάννης Λεοντάρης είναι ένας σκηνοθέτης-δημιουργός με ιδιαίτερη ευφυΐα και με θέση στα πράγματα. Κινείται ανάμεσα στο νατουραλισμό και τον σουρεαλισμό.

Παράλληλα με τη δραματουργία, δημιουργεί βωβές εικόνες καθημερινότητας, τις οποίες δίνει σκωπτικά σα να πρόκειται για καρικατούρες της ελληνικής υπαίθρου. Η παράστασή του ξεχειλίζει από ζωή και πράγματα για να παρατηρήσεις. Οι ήρωες που δημιουργεί μοιάζουν να ξεπήδησαν από την πραγματική ζωή και να σαρκάζουν αυτό που εκπροσωπούν. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την παράστασή του ως ένα μεθυσμένο πανηγύρι βιωμένης τραγικότητας. Το σκηνικό περιβάλλον της παράστασης «Ελέφας» (Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα & Ράνια Υφαντίδου) είναι δηλωτικό της κοινωνίας που ακτινογραφεί. Αφίσες συναυλιών σε εμποροπανήγυρι, λουλούδια, τσίγκινοι τενεκέδες που μετατράπηκαν σε γλάστρες, κατσαρολικά, κουζινικά, ένας προτζέκτορας, πολυθρόνες περιγράφουν έναν τρόπο ζωής γνωστό στις περισσότερες οικογένειες.

Τα κοστούμια που επιμελήθηκαν οι δύο σκηνογράφοι, ήταν ιδιαίτερα εύστοχα γιατί κατάφεραν να αποδώσουν το λαϊκό χαρακτήρα του έργου, με τις κιτς καταβολές του, κάτι που δυστυχώς δεν βλέπουμε συχνότερα από αντίστοιχες δραματουργίες. Στον προτζέκτορα προβάλλονταν στιγμιότυπα από ντοκιμαντέρ με ελέφαντες, που συμπλήρωναν την δραματουργία της παράστασης. Η εμμονή του Μήτσου με τα συγκεκριμένα φιλμ, λειτούργησε και σκηνικά, αφού μας γινόταν αισθητό τόσο το περιεχόμενο του έργου, όσο και το τέλος του ήρωα. Αυτό που ξεχώριζε στο σκηνικό περιβάλλον της παράστασης ήταν τα λουλούδια. Τα λουλούδια που τόσο αγαπούσε η Γωγώ, αφού έδιναν «εμορφιά» στην όχι και τόσο όμορφη ζωή της, ήταν ο διάκοσμος της παράστασης. Δύο ειδών χρήσεις των λουλουδιών διακρίνονταν. Τα κομμένα λουλούδια που θυμίζουν φτηνά κέντρα διασκέδασης ή πανηγύρια αλλά και επιτάφιο και τα λουλούδια ως φυτά σε γλάστρες. Στο μπροστινό μέρος της σκηνής δεσπόζει ένας κύκνος με σακούλα στο κεφάλι. Το κεφάλι του ήταν κομμένο και κολλημένο ξανά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κύκνος ήταν αντικείμενο του Μήτσου, που το τεμάχισε η Γωγώ, η γυναίκα του.

elefas2

Και βέβαια το ενδιαφέρον δεν εντοπίζεται μόνο στην όψη των σκηνικών αντικειμένων, αλλά και στην ίδια τους την υπόσταση και στη χρήση τους. Η χρήση των αντικειμένων της καθημερινότητας, όπως τα (πραγματικά) υλικά μαγειρέματος ή τα κουζινικά, ο προτζέκτορας που θύμιζε τηλεόραση –βασική διασκέδαση στην επαρχία- περιγράφει μια πραγματικότητα, που καμία ευχαρίστηση πια δεν προσφέρει στους ήρωες. Μεγάλο ατού της παράστασης είναι ότι οι ηθοποιοί εντάσσουν τον θεατή στο σύμπαν του έργου, με την εξέχουσα παρουσία της Σοφίας Καλεμκερίδου που υποδύεται την Γωγώ, να στήνει πάγκους και να σερβίρει τους θεατές τις φακές που μαγειρεύει, αλλά και τσίπουρο. Η Γωγώ που έχει δημιουργήσει περνάει σε μεταδραματικότητα, αφού σχολιάζει τον εαυτό της απέξω, ενώ παράλληλα συνομιλεί «κρυφά» με τους θεατές. Όσο προχωρά η παράσταση, οι θεατές «παίζουν ρόλο», αφού το θέατρο επιστρέφει στον πρωταρχικό του ρόλο, την κοινωνία ανθρώπων. Όλοι μας είμαστε τα βουβά πρόσωπα στα εγκλήματα που διαπράττονται εντός των οικογενειακών κοινωνιών. Καθοριστική θέση στην σκηνοθεσία του Λεοντάρη παίζει η μουσική, που συνομιλεί αν όχι συνυπογράφει τη δραματουργία της παράστασης και δίνει ταυτότητα. Αρχικά βλέπουμε τον ηθοποιό Παναγιώτη Παπαιωάννου ως DJ να βάζει μουσικές με έντονο το στοιχείο του κλαρίνου. Στο κέντρο της σκηνής ένα μικρόφωνο, με το οποίο τραγουδούσαν οι δύο γυναίκες της διανομής. Από τις κορυφαίες στιγμές της παράστασης η ερμηνεία του τραγουδιού «Γέλα καρδούλα μου». Το setlist περιελάμβανε κομμάτια από Μάρκο Βαμβακάρη, Villagers of Ioannina City, Παραδοσιακά Δημοτικά Ηπείρου, Τάνια Ελληναίου και Βάσω Χατζή.

elefas3

Οι ήρωες του έργου «Ελέφας» δεν είναι απλώς αναγνωρίσιμοι, είναι κομμάτι της ζωής μας, είναι οι γονείς μας, οι εγγύτεροι ή πιο μακρινοί συγγενείς μας, είναι η νοσηρότητα του αίματός μας. Οι ηθοποιοί της παράστασης κατάφεραν να δώσουν αυθεντικές ερμηνείες και δεν δίστασαν να τσαλακωθούν ή να επικοινωνήσουν (χωρίς εισαγωγικά) με το κοινό. Κλείνοντας, έχοντας παρακολουθήσει την παράσταση «Ελέφας» του Γιάννη Λεοντάρη, σκέφτομαι κάτι για το οποίο έχω μιλήσει και στο παρελθόν, πως θα ήταν πολύ ενδιαφέρον θεατρικά και πολιτισμικά, να είχαμε κάποιες παραστάσεις στις δύο μεγάλες κρατικές σκηνές μας, το Εθνικό Θέατρο και το ΚΘΒΕ, που θα παρουσιάζονται τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη, σαν ανταλλαγή πολιτισμικών αγαθών.

Ο «Ελέφας» είναι μια παράσταση που αξίζει να μην περιοριστεί στην Θεσσαλονίκη, αλλά να ταξιδέψει και στην Αθήνα ή ακόμα και σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Να σημειωθεί δε πως η παράσταση θα παρουσιαστεί στη Ρουμανία στις 22 Νοεμβρίου. Αν σε κάθε ταξίδι μου στη Θεσσαλονίκη βάζω μία παράσταση στις αποσκευές μου, αυτή για φέτος είναι ο Ελέφας.

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Την προηγουμένη εβδομάδα, έκανε πρεμιέρα στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, μια βωβή παράσταση με ερμηνευτή τον Γιώργο Χρυσοστόμου.

Η ιδέα της παράστασης «Mute» γυρόφερνε το μυαλό του αναγνωρισμένου ηθοποιού εδώ και αρκετά χρόνια, ενώ φέτος κατάφερε να βρει το φως της σκηνής. Το concept είναι πως ένας ηθοποιός/performer αφήνει ελεύθερο το εκφραστικό του σώμα σε διάφορες συνθήκες που υποδεικνύονται από το μουσικό περιβάλλον. Επί μια ώρα, ο ηθοποιός περνάει από τη μια συνθήκη στην άλλη, άλλοτε συνειρμικά, άλλοτε χωρίς κάποια λογική σύνδεση.

Την σκηνοθεσία της παράστασης συνυπογράφουν ο ηθοποιός και η Σοφία Πάσχου, ενώ η δραματουργία της παράστασης φαίνεται να συνδιαμορφώνεται κάθε βράδυ επί σκηνής. Αν ακουγόταν κείμενο καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, τότε θα είχαμε μια συρραφή σκηνών, με χαρακτήρες κάθε ηλικίας, ένα έργο Παραλόγου. Ο Χρυσοστόμου όμως τολμά να κάνει ένα μονόλογο βωβού θεάτρου με έντονη σωματικότητα, μιμική, μια κούκλα σεξουαλικής ηδονής και έντονα μουσικά περιβάλλονται που εναλλάσσονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Η Σοφία Πάσχου μεταφέρει τις εμπειρίες από την ομάδα Patari Project, αυτή τη φορά σ’ έναν μόνο ερμηνευτή, και οι δύο τους παίζουν με την συνθήκη του περιορισμού σ’ ένα μικρό εμβαδόν σκηνής. Ο Χρυσοστόμου, δεινότατος ηθοποιός (εξαίρετος στο Mistero Buffo, στο Mojo και στο Πέτρες στις τσέπες του), υποβάλει τον εαυτό του σε μία συνθήκη συνεχούς άσκησης επί σκηνής, με μια αξιοζήλευτη σωματικότητα. Περνάει από τον ένα χώρο στον άλλο, σε μια εγκαταστημένη σκαλωσιά σαν ένα παιδί που εξερευνά τον κόσμο. Μέσα σε όλες αυτές τις συνθήκες, από βρέφος σε μέλος συγκροτήματος, από εθισμένο στις selfies σε γονιό που θρηνεί τον χαμό των παιδιών του κι από ένα πάρτι καραόκε σε επιθετικό τρομοκράτη, κυριαρχεί η πιο καθολική γλώσσα, αυτή του σώματος.

Το ενδιαφέρον της παράστασης έγκειται καταρχάς στο ερμηνευτικό φαινόμενο που λέγεται Γιώργος Χρυσοστόμου. Ο Χρυσοστόμου ανήκει σ’ εκείνους τους λίγους αξιοζήλευτους ηθοποιούς, που ανοίγουν τον ερμηνευτικό τους καμβά κάθε φορά σα να είναι ένας καινούργιος κόσμος και ορίζουν μόνοι τους τις δυνατότητές τους για να τις αψηφήσουν ή να τις επαναδιατυπώσουν σε μία επόμενη δουλειά. Ο ηθοποιός σαν ένας ερμηνευτικός χαμαιλέοντας ντυμένος στην εξαιρετικής ποιότητας και εμπνεύσεως στολή (σκηνικά-κοστούμι Μαγδαληνή Αυγερινού)

Σε δεύτερο επίπεδο, το ενδιαφέρον τοποθετείται στην ίδια τη δραματουργία, αφού εκτείνεται σ’ ένα εύρος συνθηκών και προσώπων, που μπορούν να ειδωθούν προσωπικά από τον κάθε θεατή. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση πως παρά την ιδιαίτερη φύση του εν λόγω μονολόγου, η παράσταση ήταν γεμάτη, με θεατές να κάθονται μέχρι και στα σκαλιά του θεάτρου. Επίσης, βίωσα έντονη την εμπλοκή του κοινού σε αυτού που παρακολουθούσε.

Στο φινάλε της παράστασης, ο ηθοποιός είχε την ελευθερία/σκηνική οδηγία να μιλήσει για 3 λεπτά απνευστί για ό,τι ήθελε να μιλήσει χωρίς να υπάρχει δομημένο γραμμένο κείμενο. Σε αυτό το σημείο φάνηκε η αγωνία του ηθοποιού να πει κάποια πράγματα που βίωσε κατά τη διάρκεια της παράστασης ή κατά τη δημιουργίας της, και η άρθρωση του λόγου μετά από σιωπή μιας ώρας ήταν μια μαγική θεατρική στιγμή.

Η παράσταση «Mute» των Γιώργου Χρυσοστόμου και Σοφίας Πάσχου είναι μια out of the box performance, που μπορεί να έχει τις ρίζες της σε γνώριμα υλικά, όπως την Παντομίμα, το σωματικό θέατρο και το θέατρο κούκλας, αλλά όλα μοιάζουν να παίρνουν το σχήμα τους για πρώτη φορά, πάνω στο ερμηνευτικό σώμα που λέγεται Γιώργος Χρυσοστόμου. Η παράσταση μου έδωσε τη χαρά της επαφής μ’ ένα ακατέργαστο διαμάντι, το πρωτογενές θέατρο, που χρειάζεται απλώς έναν ηθοποιό κι ένα κοινό.

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Την πιο εμβληματική ηρωίδα του Παπαδιαμάντη, φέρνει επί σκηνής η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» στο Τ, το γνώριμο θεατράκι της Θεσσαλονίκης.

Αυτή την στιγμή στη Θεσσαλονίκη, το θεατρικό κοινό έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει δύο θεατρικές εκδοχές της Φόνισσας, η μία στο Θέατρο Τ σε σκηνοθεσία Πάνου Δεληνικόπουλου (μέχρι τις 4 Νοεμβρίου) κι η έτερη στο Θέατρο Αυλαία από το Θέατρο του Άλλοτε σε σκηνοθεσία Βαρβάρας Δουμανίδου (μέχρι 27 Οκτωβρίου). Στο πλαίσιο του πολιτιστικού ταξιδιού του αρθρογράφου μας Αναστάση Πινακουλάκη στη Θεσσαλονίκη, παρακολουθήσαμε την πρώτη από τις δύο και σας μεταφέρουμε την αίσθηση της παράστασης.

74336156 2405564562999829 1356327870095425536 n

Η παράσταση «Φόνισσα» του Πάνου Δεληνικόπουλου επιχορηγήθηκε πέρσι από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, ενώ αυτή την στιγμή βρίσκεται στην παράταση της δεύτερης σεζόν της. Η νουβέλα «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη πρωτοκυκλοφόρησε το 1903 σε συνέχειες στο λογοτεχνικό περιοδικό Παναθήναια. Το αποτελούμενο από 17 κεφάλαια έργο θεωρείται ένα από τα κορυφαία της ελληνικής πεζογραφίας, και έχει μεταφερθεί ουκ ολίγες φορές στη θεατρική σκηνή. Στον ομότιτλο ρόλο της Φόνισσας, έχουμε την Χαδούλα ή Φραγκογιαννού, μιας γυναίκας που αντιλαμβάνεται τη μειονεκτική θέση της γυναίκας στην Σκιάθο των αρχών του προηγούμενο αιώνα και προσπαθεί να την αναχαιτίσει εγκληματώντας.

Η πρόσφατη παραστασιογραφία του έργου περιλαμβάνει μια σειρά από διαφορετικές του αναγνώσεις, που συνδέθηκε άμεσα με τους καλλιτέχνες που αποφάσισαν να αναμετρηθούν μαζί του. Αξέχαστη έμεινε η ερμηνεία της Μπέτυ Αρβανίτη στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός στο θέατρο της το 2011, παράσταση που διακρίθηκε με τα πρώτα βραβεία παράστασης, σκηνοθεσίας και α’ γυναικείου ρόλου στα Βραβεία Κοινού. Τρία χρόνια αργότερα, η Φόνισσα έγινε οπερετικό έργο κατά παραγγελία από τον Γιώργο Κουμεντάκη σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη για την Εθνική Λυρική Σκηνή.

Η παράσταση

Δεν έχουμε μια θεατρική διασκευή του έργου αλλά μια προσαρμογή του στην σκηνή, με 5 γυναίκες ηθοποιούς που μοιράζονται κυρίως τους γυναικείους χαρακτήρες του έργου. Πρόκειται για ένα κείμενο-συρραφή αποσπασμάτων του έργου, στην γλώσσα του Παπαδιαμάντη (αυτή την γοητευτική καθαρεύουσα), με τις ηθοποιούς να είναι πότε αφηγητές, πότε οι χαρακτήρες του έργου σε ευθύ λόγο. Συνεπακόλουθα, είναι αισθητό ότι παρακολουθούμε μια παράσταση, λογοτεχνίας στο θέατρο κι όχι ένα αμιγώς θεατρικό έργο όπως συνηθίζεται στα Κρατικά Θέατρα ή στο Θέατρο Πορεία.

Ο Πάνος Δεληνικόπουλος επιλέγει έναν αποκλειστικά γυναικείο θίασο για ν’ αφηγηθεί την ιστορία της Φραγκογιαννούς, της λεγόμενης Φόνισσας. Με λιτά σκηνικά μέσα, μερικά κουτιά φτιαγμένα από κουρέλια (σκηνικά-κοστούμια Μαρία Καραδελόγλου), ένα γαλάζιο φόντο που φωτίζεται άψογα από την Αθηνά Μπανάβα και τη μακέτα ενός παρεκκλησιού, δίνει βάση στο έμψυχο υλικό της παράστασης, τις ηθοποιούς τους και κυρίως στην έμπειρη θεατρίνα Έφη Σταμούλη. Τα κοστούμια της παράστασης κινούνται σε συνδυασμούς τζην, σε μακριές συμβατικές φούστες που συνάδουν με το ηθικοκοινωνικό περιβάλλον του έργου.

Αυτό όμως που δεν είναι καθαρό στην παράσταση είναι η πρόθεση της σκηνοθεσίας. Σε σημεία της παράστασης δοκιμάζονται πιο «πειραματικοί» ή παράξενοι τόνοι αφήγησης, ενώ σε άλλα μια πιο ψυχογραφική οδός, που δίνει ένα μεικτό ερμηνευτικό αποτέλεσμα χωρίς ταυτότητα. Αυτό συμβαίνει γιατί ο σκηνοθέτης δοκίμασε ετερογενείς δρόμους χωρίς να κάνει αποφασιστικά τις επιλογές του.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους ήχους της παράστασης. Κατά κύριο λόγο έχουμε απουσία μουσικής, με βασικό ήχο τον λόγο των ηθοποιών. Προς τη λύση του δράματος όμως, ακούγεται το ξένο τραγούδι με θρησκευτικό περιεχόμενο «Hallelujah», ενώ η Φόνισσα αναφέρει πως από το παρεκκλήσι ακούγονταν ψαλμωδίες. Από την στιγμή που η παράσταση έχει τη βάση της στην ελληνική πεζογραφία και μάλιστα σ’ ένα από τα εμβληματικότερα τέκνα της, θα περίμενε κανείς είτε μια ορθόδοξη εκκλησιαστική ψαλμωδία είτε κάποιο ηχητικό περιβάλλον που θα παραπέμπει εκεί. Ένα ξένο κομμάτι και μάλιστα το συγκεκριμένο που είναι περισσότερο ραδιοφωνικό hit (η πρώτη επιτυχία της Kelly Clarkson και της Leona Lewis), όχι μόνο φαίνεται ξένο προς το έργο αλλά μειώνει τη δυναμική της παράστασης.

Από τις στιγμές της παράστασης που κρατάω, είναι το ρίξιμο των ενδυμάτων που βρισκόντουσαν στα κουτιά, σκηνή που με παρέπεμψε τόσο στο έθιμο των προικιών όσο και στα θύματα της Φραγκογιαννούς.

Ερμηνευτικά δεσπόζει η Έφη Σταμούλη, μια από τις πιο εδραιωμένες ηθοποιούς στη Θεσσαλονίκη, που αντιμετωπίζει με αμεσότητα και θεατρική εμπειρία τον πολυεπίπεδο ρόλο της Φραγκογιαννούς. Στο πλευρό της έχει μια ομάδα ηθοποιών που αφηγούνται το έργο του Παπαδιαμάντη με διάφορους τρόπους: Σοφία Βούλγαρη, Έλσα Καρακασίδου, Ζωή Λαζαριώτου, Αρετή Πολυμενίδη. Παρακολουθώντας την παράσταση, σκέφτομαι πως η εν λόγω παράσταση θα μπορούσε να λειτουργήσει κι ως μονόλογος ή ως σκηνικό ντουέτο, χωρίς να θέλω να αδικήσω καμία από τις ηθοποιούς της διανομής.

Εν κατακλείδι, η επιτυχία της παράστασης «Φόνισσα» στο Τ, υπενθυμίζει πως η λογοτεχνία πάντα θα έχει ένα μεγάλο κομμάτι της θεατρικής πίτας, αφού το θεατρόφιλο κοινό συνήθως είναι και βιβλιόφιλο. Το ανέβασμα του έργου σήμερα κουμπώνει κοινωνικοπολιτικά με τις γυναικοκτονίες που συνεχίζουν να συμβαίνουν ανά τον κόσμο. Το ενδιαφέρον στο έργο του Παπαδιαμάντη όμως είναι πως δεν μιλάμε για μια τοξική αρρενωπότητα αλλά για μια ιδεολογική εγκληματικότητα από μια γηραία γυναίκα που θέλει να «σώσει» τις υποβαθμισμένες γυναίκες, διώχνοντας τις από τον κόσμο.

 

 

Την προηγούμενη εβδομάδα έλαβε χώρα το ιταλόγλωσσο θεατρικό φεστιβάλ «Italian Focus 2019» υπό τη διοργάνωση του Θεάτρου Τέχνης.

Το Italian focus 2019 αποτελεί την πρώτη δράση του τριετούς προγράμματος συνεργασίας μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας (2019-2021) γύρω από τη θεματική: “Επανάσταση” (Revolution). Η συνεργασία έγινε με πρωτοβουλία του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν και των ιταλικών θεατρικών φορέων: Teatro di Sardegna (Cagliari, Nuoro), Primavera dei Teatri Festival (Castrovillari), Teatro della Città (Catania), Scena Nuda (Reggio Calabria).

Από την 1η μέχρι την 7η Οκτωβρίου είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε πολύ ενδιαφέρουσες παραστάσεις από θέατρα της Νότιας Ιταλίας. Το texnes-plus ήταν εκεί σε όλες τις παραστάσεις για να σας μεταφέρει το κλίμα του φεστιβάλ.

Polvere (Σκόνη) του Saverio La Ruina

Η αρχή του Italian Focus έγινε μ’ ένα σύγχρονο έργο του Saverio La Ruina (ο ίδιος υπογράφει και τη σκηνοθεσία)που έχει ως θεματική του τις τοξικές σχέσεις και την βία ενός άντρα προς την σύντροφό του. Το έργο υπογράφει και σκηνοθετεί ο Saverio La Ruina, ο οποίος ερμηνεύει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ουσιαστικά, το έργο παρακολουθεί στιγμές από την ερωτική γνωριμία ενός άντρα και μια γυναίκα, που ξεκινά από ένα παιχνιδιάρικο φλερτ, για να καταλήξει σε μια τοξικότητα που θα οδηγήσει στην ψυχική και σωματική κακοποίηση.

Η γραφή του έργου είναι πολύ ρεαλιστική και άμεση. Ο La Ruina έγραψε ένα εξαιρετικό έργο, που περιγράφει όλο το φάσμα μιας παθογενούς ερωτικής σχέσης. Η πένα του καταφέρνει να περάσει διάφορες ποιότητες, δείχνοντας ρεαλιστικά μια σχέση που από ρομαντική κι όμορφη, καταλήγει χειριστική και τοξική. Στις πρώτες δύο σκηνές του έργου, τις πιο ρομαντικές, υπάρχει ένα τρυφερό παιχνίδισμα που δείχνει πολλά για τον ψυχισμό των ηρώων, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν ψήγματα για τον χειριστικό χαρακτήρα του άντρα. Ιδιαίτερα ευφυή βρήκα την σκηνή με τον πίνακα που έδειχνε μια νευρωτική γυναίκα και τον παραλληλισμό της ζωγραφικής με τον ψυχισμό της ηρωίδας. Η αφαίρεση του πίνακα από την σκηνή, συμβόλιζε και την συρρίκνωση της έκφρασης της προσωπικότητάς της, σα να έπαυε πια να υπάρχει, και να είναι μονάχα το αντικείμενο της «αγάπης» του άντρα της.

Η δραματουργία του La Ruina, έρχεται σε μια κοινωνικοιστορική στιγμή, όπου το θέμα της γυναικοκτονίας μαστίζει. Βέβαια, αν μη τι άλλο, δεν πρόκειται για ένα καινούργιο θέμα, ή φαινόμενο των καιρών, αλλά τέτοιες υποθέσεις βγαίνουν στο φως και καταδεικνύουν τη νοσηρή αρρενωπότητα. Και στην χώρα μας, μετράμε ήδη δεκάδες υποθέσεις γυναικοκτονιών, για το 2019.

Όσον αφορά την συγκέντρωση τριών ιδιοτήτων σ’ ένα πρόσωπο, αφού ο La Ruina, είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, συνήθως μου φαίνεται πως μειώνει το αποτέλεσμα της παράστασης. Στην προκείμενη περίπτωση όμως, αισθάνομαι πως η πρόταση του La Ruina εξυπηρετείται άριστα από την παρουσία του στην σκηνή. Το γεγονός ότι ο ίδιος σκηνοθετεί και ερμηνεύει τον άντρα που χειρίζεται μια γυναίκα, ίσως του δίνει ένα ατού παραπάνω. Αυτό που θαύμασα περισσότερο στην παράσταση, ήταν η αμεσότητά της και η ιδιαίτερα προσωπική σχέση των δύο ερμηνευτών στην σκηνή. Οι ηθοποιοί έδωσαν πολύ πειστικές ερμηνείες με διακυμάνσεις, που ανέδειξαν τόσο τις ρομαντικές όσο και τις ψυχολογικά φορτισμένες σκηνές, που έφτασαν προς το ψυχολογικό θρίλερ.

Παραστάσεις σαν το Polvere νομίζω έχουν πάντα την θέση τους στο ρεπερτόριο ενός θεάτρου, και παρά την διαφορά της γλώσσας, έχουν άμεσο αντίκτυπο στο θεατή. Σε διάφορα σημεία δε χρειαζόταν να διαβάσω τους υπέρτιτλους για να καταλάβω τι συνέβαινε μέσα τους.

74187465 908005782901941 7618183634096226304 n

«MACBETTU» (Μακμπέθ) του Alessandro Serra

Παράσταση βασισμένη στον “Μακμπέθ” του Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Η παράσταση «Macbettu» του Alessandro Serra από το Θέατρο της Σαρδηνίας παρουσιάστηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά για μία μοναδική παράσταση την Πέμπτη 3 Οκτωβρίου. Θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν πρόκειται για ένα κλασσικό ανέβασμα του έργου, αλλά για μια σκηνική σύνθεση με δραματουργική αφετηρία το σαιξπηρικό αριστούργημα. Βασικά γνωρίσματα της παράστασης ήταν η ολοκληρωτικά αντρική διανομή, οι πρακτικές σωματικού θεάτρου, οι θεατρικοί φωτισμοί που αναδείκνυαν τις μπαρόκ εικόνες της σκηνοθεσίας και η έμπνευση από την ιταλική παράδοση.

Ο Alessandro Serra είχε ένα πολύ καθαρό σκηνικό όραμα για τον Μάκμπεθ και φροντίζει την κάθε λεπτομέρεια αυτού του οράματος, αφού πέρα ααπό την σκηνοθεσία ανέλαβε και τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς της παράστασης. Οι σκηνικές εικόνες που δημιούργησε με την ομάδα του ξεχειλίζουν από ποιητικότητα, ενώ ταυτόχρονα έχουν μια γειωμένη ερμηνεία των «τρομαχτικών» ρόλων του Σαίξπηρ. Μεταφέρει την δράση του από το Βασίλειο της Σκωτίας στην Σαρδηνία και οι χαρακτήρες από Κόμηδες και αυλικοί θυμίζουν λαϊκούς ανθρώπους που μπορούν να διαπράξουν έναν φόνο χωρίς να τσαλακώσουν το πουκάμισό τους. Είναι σαν ο Σαίξπηρ να ήταν σύγχρονος του Francis Coppola (δημιουργός της τριλογία «Νονός»).

Προτού περάσω σ’ επιμέρους κριτική της παράστασης, να σημειώσω κάτι άσχετο με την πραγματολογία της παράστασης. Συνηθίζω να κάθομαι στην πρώτη σειρά ενός θεάτρου, γιατί μου αρέσει να έχω καλή θέαση της παράστασης, και κυρίως της ερμηνείας. Όσο κι αν ωφελεί αυτό όμως στα μικρά θέατρα, στα μεγάλα χάνεις πράγματα με το να κάθεσαι μπροστά. Αν λάβουμε υπόψη πως η παράσταση Macbettu ήταν υπερτιτλισμένη, αυτό που έχασα ήταν οι υπέρτιτλοι κι άρα η «μετάφραση» αυτού που έβλεπα. Η δική μου θέαση της παράστασης, ήταν συνώνυμη με τη θέαση ενός σωματικού θεάτρου. Βέβαια, και η ίδια η παράσταση είχε βασιστεί κατά πολύ στην εξωγλωσσική ερμηνεία των ηθοποιών.

Οι ερμηνείες των βασικών ρόλων της παράστασης, ήταν ιδιαίτερα γειωμένες και μεσογειακές, σαν οι μεγάλοι άντρες με τους τίτλους και τις τιμές, να έπιναν τον καφέ τους στο ίδιο μαγαζί. Ο Andrea Bartolomeo υποδύεται τον Macbettu, με μια αυθεντικότητα, που παραπέμπει περισσότερο σ’ ένα σκοτεινό αστικό δράμα, παρά στο ζοφερό σεξπαιρικό σύμπαν. Βέβαια, οι φωτισμοί του Serra και οι τραγικωμικές φιγούρες των μαγισσών, βουλιάζει την καθαρότητα των ερμηνειών σ’ ένα γοητευτικό σκοτάδι.

Αυτός που ξεχωρίζει στην παράσταση είναι αναμφίβολα ο Fulvio Accogli που υποδύεται την Λαίδη Μάκμπεθ. Η εντυπωσιακή φυσιογνωμία του με το ψηλό ανάστημα, τα μακριά μαλλιά και τα γένια, τον έκαναν άμα τη εμφανίσει το κεντρικό πρόσωπο της παράστασης. Ο Μάμπεθ κούρνιαζε πλάι του, σαν ένα παιδί στην ποδιά της μάνας του. Μια θεατής πίσω μου, σχολίασε την εμφάνισή του ως «Conchita» και δεν μπορούσα παρά να συμφωνήσω. Η επιλογή ενός άντρα για τον ρόλο της Λαίδης, δικαιολογείται και δραματουργικά, αφού παρά το βιολογικό της φύλο, η ίδια φαίνεται να δρα με «αντρικό» τρόπο και να έχει μια κυνικότητα που την κάνει να έχει το πάνω χέρι στην μεταξύ τους σχέση, αλλά κι απέναντι σε άλλους ανθρώπους. Ξάφνιασε ιδιαίτερα το γυμνό του Accogli, που δεν πρόδιδε σε τίποτα την αντρική του υπόσταση, κι έδινε μια εντυπωσιακή ψευδαίσθηση ενός γυναικείου σώματος.

Σε πλήρη αντίστιξη με τους ηθοποιούς των βασικών ρόλων του έργου, κινήθηκαν οι τρεις μάγισσες. Οι μάγισσες ή στρίγγλες ή λάμιες, είναι φιγούρες που ξεπηδούν από διάφορες μυθολογίες και κουβαλούν θρύλους που συναρπάζουν τους αναγνώστες ή τους θεατές των έργων που αναφέρονται σε αυτές. Αυτές οι αιμοβόρες γυναίκες, στη μυθολογία είναι μικτά τέρατα, με ιδιότητες που γοητεύουν και τρομάζουν. Ειδικότερα στον Μάκμπεθ, οι μάγισσες, εμφανίζονται ήδη από την πρώτη πράξη του έργου, και φαίνεται να κατευθύνουν τον Μάμπκεθ στην δίψα για αίμα που θα του προσφέρουν εξουσία και δύναμη. Ο Alessandro Serra, φέρνει τις μάγισσες στην πρώτη θέση του ενδιαφέροντος, πλάθοντάς της εκ νέου, μ’ έναν γκροτέσκο τρόπο, έντονα φορμαρισμένο, σα να ξεπηδούν από πίνακες ζωγραφικής και την διάσημη comedia dell Arte. Ο σκηνοθέτης δεν περιορίζεται στην δραματουργική παρουσία τους στο κλασσικό αλλά έχει προσθέσει εμβόλιμες σκηνές με πλήρη υπόσταση που θυμίζουν τα λάτσι, τα κωμικά ιντερλούδια ανάμεσα στις «σοβαρές» σκηνές. Όσο κι αν με ξένισε αυτή η επιλογή, κι αν θεωρώ πως οι στρίγγλες «έχασαν» από την σκηνική τους απόδοση, συμπλήρωσαν καθοριστικά την πρόταση του Serra.

Ο Macbettu του Sardegna Teatro ήταν σίγουρα ένας «bagasa» και η παράσταση του Alessandro Serra κάτι τελείως καινούργιο για το αθηναϊκό κοινό.

 

«Όλη η ζωή είναι πόνος» επαναλαμβάνει η Teresa Timpano ως Penelope.

Τρίτη παράσταση του θεματικού ιταλόφωνου θεατρικού φεστιβάλ του Θεάτρου Τέχνης «Italian Focus». Όπως είχε εξαγγελθεί, το Θέατρο Τέχνης συνεργάζεται με μερικά θέατρα της Κάτω Ιταλίας στο πλαίσιο μιας τριετούς συνεργασίας, που σκοπό έχει να φέρει σ’ επαφή καλλιτέχνες από τις δύο χώρες, τόσο για να συστήσουν τη δουλειά τους στην έτερη χώρα, όσο και για να μετεκπαιδευτούν μέσα από μια σειρά από δράσεις. Μετά το Polvere (Σκόνη) του Saverio La Ruina, σειρά έχει το Penelope του Matteo Tarasco. Όπως μαρτυρά κι ο τίτλος, το έργο αναφέρεται στο μυθικό σύμβολο της συζυγικής πίστης, την Πηνελόπη, πασίγνωστη στον κόσμο από το ομηρικό έπος «Οδύσσεια».

Η «Penelope (Πηνελόπη)» από τη Scena Nuda της Κάτω Ιταλίας (Calabria) είναι ένας θεατρικός μονόλογος βασισμένoς σε κείμενα του Ομήρου, του Οβιδίου και της Μάργκαρετ Άτγουντ, σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία του Matteo Tarasco. Το κείμενο ουσιαστικά είναι μια γέφυρα στην αρχαία ελληνική και την κλασσική ιταλική λογοτεχνική παράδοση. Βέβαια, όσο κι αν διαφημίζεται ως μια μοντέρνα απόδοση του μύθου, κάτι τέτοιο δεν έγινε αντιληπτό από την παράσταση που παρακολουθήσαμε. Ο Tarasco συνέθεσε έναν σκηνικό ποιητικό μονόλογο που έκανε homage στην κλασσική λογοτεχνία, προσεγγίζοντας τον με ευαισθησία και θεατρικότητα. Δεν μπορώ να μην φέρω στο νου μου, τις εξαιρετικές δημιουργίες του δικού μας Δημήτρη Δημητριάδη με αρχαιόθεμο καμβά, ή αντίστοιχα δείγματα δραματουργίας από τον Ανδρέα Φλουράκη.

Η σκηνοθεσία

Ωστόσο, η παράσταση δεν κατόρθωσε ποτέ να φτάσει την ποιητικότητα του κειμένου, ούτε να δημιουργήσει πρωτότυπες σκηνικές εικόνες. Η βασική σκηνική συνθήκη ήταν πως η Πηνελόπη, βαμμένη με μία μάσκα από μακιγιάζ, βρίσκεται σ’ ένα γιγαντιαίο υφαντό από δίχτυ ψαρέματος. Το σκηνικό των Francesca Gambino και Laura Lagana παρέπεμπε αφενός στην βασική ενασχόληση της Πηνελόπης, όσο την πολιορκούσαν οι μνηστήρες, το πλέξιμο ενός υφαντού κι αφετέρου στην δεκαετή περιπλάνηση του Οδυσσέα στην θάλασσα. Η ίδια στέκεται στο προσκήνιο ντυμένη στα λευκά, σε πλήρη αντιστοιχία με το σκηνικό, ενώ το πρόσωπό της είναι επίσης λευκό. Ο λευκός αυτός καμβάς, αξιοποιείται φωτιστικά από διάφορα led χρώματα.

Την μονοτονία σπάνε τρεις θηλιές από καραβόσχοινο, που ενίσχυαν την δραματικότητα του μονολόγου. Αυτό για μένα ήταν το μεγαλύτερο ατόπημα της σκηνογραφίας, αφού σε μια από τις τελευταίες σκηνές της σύνθεσης, η Πηνελόπη πνίγεται από το πέπλο της. Είμαι της άποψης, ότι αν θες να δώσεις ένα σκηνικό σύμβολο, πρέπει να το υποστηρίξεις κι όχι να δίνεις άλλο ένα ισοδύναμο, πόσο μάλλον εδώ που έχουμε τρία. Αντίστοιχα, το υφαντό της Πηνελόπης θα έπρεπε να θύμιζε περισσότερο υφαντό, ή ακόμα να συνδέεται με αυτό που φορά. Μέσα σε όλα αυτά τα σκηνικά ή για ν’ ακριβολογούμε, μέσα σε όλο αυτό το ύφασμα, η ηθοποιός έμοιαζε περιορισμένη κι άρα δεν απέδωσε το μέγιστο των δυνατοτήτων της.

Μια τρίτη αδυναμία της παράστασης ήταν η μελοδραματική χρήση της μουσικής. Η μουσική του Mario Incudine, δεν ήταν απλώς ένα μουσικό χαλί, αλλά μια πολύ έντονη, σχεδόν επική μουσική, που συχνά η έντασή της υπερκάλυπτε την φωνή της ηθοποιού. Από μόνη της η μουσική ήταν καλή, αλλά σε συνδυασμό με το ποιητικό κείμενο και την τεατράλε σκηνογραφία, το αποτέλεσμα γινόταν μελοδραματικό και έχανε σε δυναμισμό.

Εν κατακλείδι, η παράσταση Penelope του Matteo Tarasco είχε καλές πρώτες ύλες, που σε συνδυασμό δεν κατόρθωσαν να δώσουν ένα καλαίσθητο και οργανικό σύνολο. Η Teresa Timpano έδωσε ένα καλό δείγμα του σκηνικού της ταπεραμέντου, αλλά δεν ευνοήθηκε από την συνολική σύνθεση.

«Miracolo» (Θαύμα) του Giuseppe Massa

Η παράσταση που με κέρδισε περισσότερο από το Φεστιβάλ Italian Focus 2019 ήταν το «Miracolo» του Giuseppe Massa.

Το “Θαύμα” γεννήθηκε μέσα από το Write 2016 (πρόγραμμα δημιουργικού residency με Σικελούς και άλλους Ευρωπαίους δραματουργούς στο μοναστήρι της Mandanici, Messina). Το έργο εμπνέεται από τα κύματα μεταναστών που διασχίζουν τη Μεσόγειο προκειμένου να διερευνήσει το πόσο απάνθρωπη γίνεται προοδευτικά η κοινωνία μας. Η υπόθεση του έργου αφορά δύο αδέρφια νεκροθάφτες που καλούνται να θάψουν έναν μετανάστη. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει πια πολύς χώρος στο νεκροταφείο, παρά μόνο δύο θέσεις, που θέλουν να τις κρατήσουν για τον εαυτό τους. Προσπαθούν λοιπόν να ξεφορτωθούν το νεκρό τους, «ανασταίνοντάς» το.

Ο Giuseppe Massa έγραψε μια τρομαχτικά σύγχρονη μαύρη κωμωδία, που αναμετράται μ’ ένα θέμα «καυτή πατάτα» για τους Ιταλούς, το τεράστιο μεταναστευτικό ρεύμα, που συχνά οδηγεί σε πολύνεκρα κύματα. Βρισκόμαστε μπροστά από μια σειρά από αντιφατικές ανθρώπινες συμπεριφορές αλλά και κοινωνικές πολιτικές, που δείχνουν το χαοτικό και συχνά αυτοκαταστροφικό πλάσμα που λέγεται «άνθρωπος». Από τη μία έχουμε την γενναιόδωρη καρδιά που σπεύδει να βοηθήσει τους ανθρώπους που παλεύουν με τα κύματα για μια καλύτερη ζωή κι από την άλλη τους ξενοφοβικούς και συχνά εγκληματικούς «ισχυρούς λευκούς άντρες» που πατούν επί πτωμάτων προκειμένου να διατηρήσουν την «αυθεντικότητά» τους. Κάπου ανάμεσα κινούνται οι ήρωες του έργου Miracolo.

Οι νεκροθάφτες από τη μία υποφέρουν στην ιδέα ότι ένας ξένος θα τους «πιάσει την θέση» στο νεκροταφείο κι από την άλλη δείχνουν να συγκινούνται από την δύναμη ψυχής ενός ανθρώπου που κάνει ένα υπερατλαντικό ταξίδι για μία καλύτερη ζωή και τελικά πεθαίνει. Το έξυπνο χιούμορ και η γρήγορη ροή της στιχομυθίας, κάνουν το έργο ζωντανό και προσιτό στον θεατή δίχως θεατρική επιτήδευση.

Σε αντίθεση με την υπερφορτωμένη σκηνογραφία της παράσταση «Penelope», το «Miracolo» έχει μια καθαρή σκηνογραφία με τα απολύτως απαραίτητα. Δεσπόζει το φέρετρο που κουβαλούν οι δύο ηθοποιοί, και οι στολές τους που θυμίζουν περισσότερο άντρες διάσωσης παρά τους συμβατικούς νεκροθάφτες. Τα σκηνικά και τα κοστούμια υπογράφει η Mela Dell Erba. Κάτι που εκτίμησα ιδιαίτερα ήταν η παρουσία ενός αληθινού (νεκρού) ψαριού, που έφερε τα αρώματα της Νότιας Ιταλίας στην σκηνή.

Το υπέροχο κείμενο του Massa ευτύχησε με την ερμηνεία από το σκηνικό ντουέτο της παράστασης (Paolo Di Piazza, Gabriele Cicirello) που το έβγαλε αυτοπρόσωπο. Κατάφεραν αμφότεροι να δώσουν δύο ιδιαίτερα απολαυστικές και συνάμα συγκινητικές ερμηνείες. Δεν ερμήνευσαν απλώς ατάκες, αλλά κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ζωντανούς χαρακτήρες, ζητούμενο σε κάθε σύγχρονη δραματουργία.

Η ερμηνεία του έργου στην ιταλική διάλεκτο, μετέφερε ανέγγιχτα τα «ζουμιά» του έργου και της εντοπιότητάς του. Αυτό ήταν για μένα και η μεγαλύτερη νίκη συνολικά του Italian Focus. Το Miracolo ήταν μια καλή αφορμή για να πάει κανείς θέατρο, και νομίζω πως αυτό είναι ο πιο άμεσος τρόπος για να επικοινωνήσει κανείς με τη γειτονική χώρα.

Αντί επιλόγου

Υπάρχουν δύο τρόποι να ταξιδέψεις κανείς σε μία χώρα. Ο πρώτος και πιο διαδεδομένος είναι να ταξιδέψεις φυσικά εκεί με κάποιο μεταφορικό μέσο και να δεις με τα μάτια σου την χώρα. Ο δεύτερος είναι να ταξιδέψεις σε αυτήν μέσω του πολιτισμού της κι ο πολιτισμός έχει την μαγική ιδιότητα να ταξιδεύει εκείνος προς εσένα μέσω των ανθρώπων και της Τέχνης. Παρακολουθώντας τις τέσσερες ξεχωριστές (τόσο προς εμάς όσο και μεταξύ τους) ιταλικές παραστάσεις, είχαμε τη δυνατότητα να πάρουμε μια γερή εμπειρία από την Ιταλία του σήμερα και να γνωρίσουμε εκ νέου το θέατρο.

Κοιτώντας συνολικά το φεστιβάλ, είχαμε δύο πρωτότυπα έργα, ένα αμιγώς δραματικό και ένα κωμικοτραγικό, μια εμπνευσμένη σκηνοθεσία σε κλασσικό έργο και μια δραματουργική σύνθεση από μεγάλα ποιητικά έργα. Νομίζω πως παρά τις διαφορετικές εντυπώσεις που αποκόμισα από τις παραπάνω παραστάσεις, το γεγονός ότι είχαμε την ευκαιρία να τις παρακολουθήσουμε όλες, άνοιξε το βλέμμα μας σ’ ένα διαφορετικό ή σ’ ένα όχι και τόσο διαφορετικό θέατρο από το δικό μας.

Ήταν πολύ σημαντική η πρωτοβουλία του θεάτρου Τέχνης και άψογη η διοργάνωση του φεστιβάλ. Ελπίζω πως θα έχουμε ξανά τέτοιες δραστηριότητες θεάτρων από όλο τον κόσμο, καθώς κρίνεται σκόπιμη η ανταλλαγή πολιτισμικών έργων και η συζήτηση που ανοίγει ανάμεσα στους πολίτες ή/και στους καλλιτέχνες.

Το ιταλοελληνικό project θα τρέξει για 3 χρόνια, οπότε δεν αποκλείεται να έχουμε Italian Focus 2020 και 2021. Χωρίς να θέλω να μιζεριάσω, εύχομαι να διαψευστούν οι αλγεινοί οιωνοί και η Ελευσίνα να είναι σε θέση να γίνει Πολιτιστική Πρωτεύουσα όπως έχει εξαγγελθεί. Βέβαια, ο πολιτισμός καλώς ή κακώς χρειάζεται και πολιτιστικούς φορείς και την πολιτική ηγεσία για να υπάρξει/προωθηθεί. Μικρά θαύματα συμβαίνουν κάθε μέρα, ας τα αναδείξουμε.

tg gif 300 250px

bookfeed_konstantinidis

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:00 στο Θέατρο 104

Κλείστε εγκαίρως τις θέσεις σας μέσω viva.gr 

Από 20 Νοεμβρίου μέχρι 23 Ιανουαρίου 2020

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία