Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Αναστάσης Πινακουλάκης

Αναστάσης Πινακουλάκης

 Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

φωτογραφίες για το texnes-plus Χριστίνα Δενδρινού

Μπήκε στις ζωές μας μέσω ενός αντιπαθητικού εντόμου, όταν το 2005, έγινε ευρύτερα γνωστός με τη θρυλική «Κατσαρίδα» του, όπου πέρα από το κείμενο, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου υπόγραφε τη σκηνοθεσία και πρωταγωνιστούσε στην παράσταση.

Από τότε, ο Βασίλης δεν σταματάει να μας εκπλήσσει. Τα τελευταία έξι χρόνια, ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο Skrow, έχει δώσει μια άλλη πνοή στη γειτονιά του Παγκρατίου. Στην Αρχελάου, με φόντο τον εκπληκτικό βράχο, έχουμε απολαύσει, εξαίσιες παραστάσεις, με τελευταία την «Αρχή του Αρχιμήδη».

Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου είναι ένας αεικίνητος καλλιτέχνης, ο οποίος δουλεύει μεθοδικά ως συγγραφέας («Η τεράστια Έκρηξη»), ως σκηνοθέτης («Η αρχή του Αρχιμήδη», «Κατάδικος») ή συνεργάτης σκηνοθέτης («Δούλες», «Η Λίλα λέει» αμφότερα σε σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρης στο Θέατρο Τέχνης), ως ηθοποιός («Χελιδόνι») αλλά κι ως καθηγητής στην Αρχή της Νέλλης Κάρρα. Μιλώντας μαζί του καταλαβαίνεις από το πρώτο λεπτό πως έχεις απέναντι σου έναν ολοκληρωμένο καλλιτέχνη και συνάμα έναν πολύ ζεστό άνθρωπο με άποψη για την κοινωνία, τους ανθρώπους και το θέατρο.

Συναντηθήκαμε, ένα ζεστό μεσημέρι στο Skrow κι αφορμή γι’ αυτή την κουβέντα μας, ήταν η νέα του παράσταση «Κόντρα στην Ελευθερία», που θα δούμε από τις 2 Ιουλίου στην Πειραιώς 260.

 

vasilis mavrogeorgiou texnes plus

 

 

Τι είναι αυτό που σε τράβηξε στη δραματουργία του Καταλανού συγγραφέα Εστέβα Σολέρ;

Το κείμενο του Εστέβα Σολέρ το επέλεξα ανάμεσα σε μια λίστα από έργα που μου έδωσε να διαβάσω η Μαρία Χατζηεμμανουήλ, προτού καν σκεφτώ που και πως θ’ ανέβαινε. Αυτό που μου αρέσει σε έργα σαν αυτό είναι πως δημιουργούν ένα δικό τους σύμπαν με δικούς τους κανόνες. Ο τρόπος γραφής του έργου μου θύμισε την πολιτική χροιά που έχουν τα  ευρωπαϊκά κόμιξ. Το έργο έχει μια «ραδιενέργεια».

Μιλάει για όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα με έναν τρόπο πολύ προφανή, δεν μένει τίποτα κρυφό κι εκεί είναι το παράλογο. Νομίζω ότι ο Σολέρ δε θέλει να κάνει ένα διδακτικό θέατρο, αλλά να σαρκάσει όλα αυτά που συμβαίνουν και να τα δείξει στην υπερβολή τους. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι χαρακτήρες δεν βλέπουν σαν αστείο όλα αυτά που συμβαίνουν, αλλά τα βιώνουν ως πολύ τραγικά.

Ο τρόπος γραφής του έργου είναι πιο κοντά στον ρεαλισμό ή σε μια  στρεβλή πραγματικότητα;

Ενώ μιλάει με πολλή αμεσότητα για όλα αυτά που συμβαίνουν, κουνάει λίγο την πραγματικότητα στο σύμπαν που πλάθει. Σε μια σκηνή του έργου, ας πούμε, ο μεσίτης (Νίκος Νίκας) προσπαθεί να πουλήσει ένα σπίτι στην Σύρμω Κεκέ, όπου βρίσκεται ένας κρεμασμένος για τον οποίο δε γίνεται καν λόγος. Παίρνει, δηλαδή, το θέμα των εξώσεων και των αυτοκτονιών, το γυρίζει και το κάνει συνθήκη. Σ’ ένα άλλο σημείο, λέει ένας χαρακτήρας «δεν αξίζει να χάνεις το τραμ για έναν πατημένο σκύλο». Η ζωή είναι ακόμα τραγικότερη. Θυμόμαστε όλοι για τη γυναίκα, που εγκατέλειψε αιμόφυρτη ο ταξιτζής. Ο Σολέρ έγραψε το έργο του με μια ψυχραιμία σαν να έγραψε για την εποχή του μετά την εποχή του.

 

 

vasilis mavrogeorgiou texnes plus2

 

 

Το «Κόντρα στην Ελευθερία» ανήκει σε μια τριλογία, την οποία είχε ανεβάσει κι ο Άρης Τρουπάκης το 2010. Έχεις διαβάσει και τα υπόλοιπα έργα της τριλογίας; Υπάρχει κάποια σκέψη για να δουλέψεις στο μέλλον και μ’ εκείνα;

Ο Άρης Τρουπάκης μαζί με άλλους σκηνοθέτες είχαν ανεβάσει το «Κόντρα στην πρόοδο», ενώ τα υπόλοιπα έργα της τριλογίας ήταν τα «Κόντρα στον έρωτα» και «Κόντρα στη δημοκρατία». Όπως εκείνα τα έργα, έτσι και τα τωρινά, είναι σπονδυλωτά έργα αποτελούμενα από 7 μικρά μονόπρακτα.

Το «Κόντρα στην ελευθερία» είναι το πρώτο έργο της τριλογίας της Επανάστασης, που γράφτηκε το 2017 και κάθε έργο έχει να κάνει με ένα από τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης. Έχουμε οπότε και το «Κόντρα στην αδελφοσύνη» και το «Κόντρα στη δικαιοσύνη», τα οποία μεταφράζει αυτή τη στιγμή η Μαρία Χατζηεμμανουήλ. Θα ήθελα πολύ να επιστρέψω κάποια στιγμή στη δραματουργία του Σολέρ. Τα θέματα του έργου είναι πάρα πολλά: το καλωσόρισμα των μεταναστών στην Ευρώπη, τα δικαιώματα κι θέση της γυναίκας, τα κοινωνικά δίκτυα, ο πολιτισμός σήμερα που θέλει ν’ αγοράζει, η εγκατάλειψη της ανάγνωσης μεταξύ άλλων.

Νιώθω πως στις μέρες μας, ό,τι κι αν ακούσουμε, όσο σκληρό κι αν είναι, έχει αποκτήσει μια κανονικότητα μέσα μας και πως έχουμε γίνει απαθείς. Το θέατρο τι μπορεί να πει στο θεατή σήμερα όταν όλα έχουν κανονικοποιηθεί;

Όπως κι οι χαρακτήρες του έργου, αισθάνομαι πως οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα έχουν καλλιεργήσει μια αδιαφορία. Το θέατρο, νομίζω, δουλεύει σε αντιδιαστολή με αυτό που κάνει η τηλεόραση.

 Όλα αυτά τα άγρια πράγματα που συμβαίνουν, η τηλεόραση φροντίζει να τα συνηθίζουμε ανακυκλώνοντάς τα, σε βαθμό που παύουν να είναι άξια λόγου. Πέφτει κάποιος από ένα μπαλκόνι και λες «οκ, έπεσε κι ένας άλλος πριν από τρεις μέρες». Το θέατρο κάνει την ανάποδη δουλειά, δε θέλει να συνηθίσεις αυτά που συμβαίνουν, θέλει να πατήσει φρένο σε όλα αυτά και να σε κάνει να συζητήσεις μαζί τους. Κάνοντας θέατρο θέλουμε να κάνουμε τον θεατή να παραξενευτεί, να κολλήσει, να θυμώσει και στη συνέχεια βγαίνοντας από την παράσταση να θέλει να το συζητήσει. Ο Σολέρ έχει μια φοβερά προβοκατόρικη διάθεση πάνω στα πράγματα.

vasilis mavrogeorgiou4

 

Δεν είναι τραγικό το γεγονός, ότι βλέπουμε να επανέρχονται στην εξουσία κόμματα και ιδεολογίες που νομίζαμε πως είχαν κάνει τον κύκλο τους;

Δυστυχώς, ακροδεξιά κόμματα ανεβαίνουν στην εξουσία σε πολλές χώρες κι ιδεολογίες που νομίζαμε πως είχαν κάνει στον κύκλο τους, αναπηδούν ακόμα και σε νέους ανθρώπους.

Βέβαια, πέρα από τα εκλογικά αποτελέσματα, παρατηρείς πως ο φαλλοκρατισμός είναι βαθιά εδραιωμένος στην νοοτροπία των ανθρώπων ακόμα και στον δικό σου μικρόκοσμο, παρατηρώντας πως μιλούν για τους «κακούς» μετανάστες στη γειτονιά ή το τρένο, πως συμπεριφέρεται ο πατέρας στη μητέρα σου, πως διαχειρίζεται ένας «καλός» άντρας την κοπέλα του.

 Είναι τόσο βαθιά ριζωμένα όλα αυτά στο dna μας που, ίσως, χρειαστούν αιώνες για να ξεπεραστούν. Το θέατρο, όμως, είναι εκεί για να τα συζητάει αυτά. Δεν μπορώ να διαχειριστώ πως μπορούν άνθρωποι να κλωτσούν μέχρι θανάτου έναν άνθρωπο –μου έρχεται στο μυαλό ο Ζακ- μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας.

Η (ακρο)δεξιά βέβαια προτάσσει σε όλα αυτά την «εθνική περηφάνια»…

Εγώ διαφωνώ καταρχήν στο να μπαίνει δίπλα από τη λέξη «περηφάνια» το επίθετο «εθνική». Θα καταλάβαινα, ίσως, περισσότερο το «εθνική χαρά». Γενικά η λέξη «περηφάνια» δε μου αρέσει. Για ποιο λόγο να είμαι περήφανος για κάτι που δεν δημιούργησα ο ίδιος; Προτιμώ να είμαι περήφανος για κάτι που πέτυχα.

Από την άλλη, είχαμε πρόσφατα και την Εβδομάδα Υπερηφάνειας…

Το Pride είναι μια διαφορετική περίπτωση. Εκεί χρειάζεται η περηφάνια για να προτάξει μια ταυτότητα, που στην κοινωνία δεν έχει περηφάνια και διεκδικεί την κατάκτηση μιας ταυτότητας. Με τον όρο κατάκτηση δεν εννοώ πως δεν προϋπάρχει αυτή η ταυτότητα, αλλά πως πρέπει να αναγνωριστεί πολιτικά από την κοινωνία, όπως έγινε με το Σύμφωνο Συμβίωσης, ή όπως μπορεί να συμβεί με την υιοθεσία παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια. Ισότητα σημαίνει ότι οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο απέναντι στο νόμο. Ζούμε και σε μία κοινωνία που μας έχει μάθει να ντρεπόμαστε για ένα σωρό πράγματα, που η περηφάνια είναι μια νίκη απέναντι στο φασισμό.

Είναι το τρίτο ισπανικό έργο για το οποίο δουλεύεις μέσα σε δύο χρόνια, με το Χελιδόνι (σκηνοθεσία: Ελένη Γκασούκα) και την Αρχή του Αρχιμήδη (σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου). Πως αποτιμάς τη σύγχρονη ισπανική δραματουργία και πόσο κοντά είναι στην ελληνική δραματουργία και νοοτροπία;

Στο Χελιδόνι γνώρισα την υπέροχη Μαρία Χατζηεμμανουήλ, η οποία έχει δώσει όλο το μεράκι της στο ισπανικό θέατρο προσφέροντας απλόχερα στους σκηνοθέτες μια βιβλιοθήκη έργων. Αξίζει να σημειωθεί ότι έχει ασχοληθεί με τη μετάφραση έργων χωρίς να έχει προπληρωθεί γι’ αυτά όπως γίνεται συνήθως. Μακάρι αυτό που έχει καταφέρει η Μαρία να το είχαμε και για άλλα έργα που προέρχονται από τη Γερμανία, τη Δανία, την Ολλανδία. Ένα πολύ κοινό γνώρισμα με το ισπανικό θέατρο, είναι πως κι εκείνοι γράφουν έργα για μικρές παραγωγές με δύο ή τρία πρόσωπα, όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα. Ένα άλλο εξαιρετικό γνώρισμα, είναι πως οι Ισπανοί συγγραφείς μιλούν για το τώρα, χωρίς να τους ενδιαφέρει να γίνουν διαχρονικοί. Κάνουν πολιτικό θέατρο που είναι πάρα πολύ σημαντικό σήμερα.

 

vasilis mavrogeorgiou texnes plus5

 

Αντίστοιχα έχεις Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς, τους οποίους θαυμάζεις πολύ αυτή την περίοδο;

Είναι πάρα πολλοί. Αγαπώ σίγουρα τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, ο οποίος είναι μια πολύ ξεχωριστή περίπτωση συγγραφέα και κάνει επίσης πολιτικό θέατρο. Πέρα από συγγραφέας είναι κι ένας πολύ καλός άνθρωπος με βαθιά αντίληψη του τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην ελληνική κοινωνία. Μου αρέσει πολύ κι ο Δημητριάδης, αν και φοβάμαι να καταπιαστώ ως σκηνοθέτης με τα έργα του. Ν’ αναφέρω φυσικά τον Σάκη Σερέφα, τον Βασίλη Κατσικονούρη και τον Γιάννη Μαυριτσάκη. Γίνονται πολύ μεγάλα πράγματα αυτή τη στιγμή στο ελληνικό θέατρο κι ήρθε η στιγμή να τα εξάγουμε έξω.

Έχω την αίσθηση, ότι οι Έλληνες συγγραφείς φοβούνται να μιλήσουν για το σήμερα...

Ισχύει αυτό. Μας νοιάζει περισσότερο να κάνουμε κάτι που θα γίνει διαχρονικό και θα έχει πιο ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Αντίθετα στην ισπανική δραματουργία, δίνεται περισσότερη έμφαση στις σχέσεις των χαρακτήρων, την κοινωνική τους διάσταση και σε στοιχεία τους χαρακτήρα τους, τα οποία θα φωτίσουν περισσότερο την ιστορία που θέλουν ν’ αφηγηθούν. Στην «Αρχή του Αρχιμήδη», γνωρίζουμε για τον Τζόρντι μόνο όσα πράγματα χρειάζονται για να μπούμε στην ιστορία. Όλα τα υπόλοιπα μπορούμε, απλώς, να τα φανταστούμε.

anastasis vasilis texnes plus

 

Ως οργανωτικό μέλος της ομάδας του Skrow, ποια είναι τα κριτήρια που έχει ο προγραμματισμός του ρεπερτορίου του θεάτρου σας;

Θέλουμε να ανεβάζουμε έργα που να είναι όσο το δυνατόν πιο καινούργια. Καινούργια έργα, καινούργιοι συγγραφείς, σκηνοθέτες που σκηνοθετούν για πρώτη φορά ή οι ηθοποιοί που θέλουν να σκηνοθετήσουν για πρώτη φορά όπως ήταν η περίπτωση του Θανάση Δόβρη, ο οποίος έκανε το Γκιάκ. Μας αρέσει, αφενός, να ανοίγουμε τον χώρο μας σε νέα πράγματα κι, αφετέρου, να φέρνουμε έργα από το εξωτερικό για πρώτη φορά. Αποφεύγουμε όσο γίνεται την ανακύκλωση των κλασσικών έργων. Κάναμε βέβαια τον «Επιθεωρητή» σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου, αλλά είχαμε να κάνουμε μ’ έναν πολύ ξεχωριστό καλλιτέχνη, που φώτισε και το πώς είναι το θέατρο σήμερα.

Θα έλεγες πως η τάση του κοινού είναι προς το νέο ή ότι  προτιμά κάτι πιο γνωστό-κλασικό έργο;

Είναι αδύνατο να συλλάβεις την τάση του κοινού και νομίζω πως δεν έχει και το νόημα να το κάνεις, γιατί αυτή είναι πολύ απρόβλεπτη. Νομίζω πως όταν μπαίνεις στη διαδικασία να συγκριθείς με το τι κάνουν οι άλλοι, χάνεις τη μπάλα. Ο κάθε καλλιτέχνης έχει τη δική του γλώσσα και πρέπει ν’ αναμετράται με τους δικούς του στόχους.

 

vasilis texnes plus

 

Βρισκόμαστε έξω από το Skrow, αλλά εσύ δεν σταματάς να κάνεις δουλείες κι αλλού. Ποια είναι τα κέρδη σου ως καλλιτέχνη όταν δουλεύεις εκτός της έδρας σου και πως τα βιώνεις όταν επιστρέφεις σε αυτήν;

Το πρώτο μου μεγάλο κέρδος ήταν η γνωριμία μου με τη Μαρία Χατζηεμμανουήλ και το άνοιγμά μου σ’ ένα άγνωστο, για εμένα, ρεπερτόριο. Μπήκα και σε μια διαδικασία να κάνω κάτι που είχα σταματήσει να κάνω, να αναζητώ και να διαβάζω κείμενα από το εξωτερικό. Από την Ελένη Γκασούκα έμαθα εκ νέου πως το θέατρο είναι ο ηθοποιός και πρέπει να τον φροντίζεις και να τον ακούς. Επίσης, είναι λίγο διαφορετικά τα κριτήρια όταν κάνεις κάτι έξω κι όταν κάνεις κάτι στον χώρο σου. Στον δικό σου χώρο κι ιδιαίτερα όταν έχεις μια σταθερή ομάδα παρασύρεσαι και δρας πιο «οικεία», ενώ όταν συμμετέχεις σε μια ξένη δουλειά, γίνεσαι αυτόματα πιο επαγγελματίας. Νομίζω πως ήταν πολύ καλό για εμένα, ότι έκανα κάποιες δουλειές έξω και μετά έκανα την «Αρχή του Αρχιμήδη». Αν παγιδεύεσαι σε πάγιες τακτικές, δεν εξελίσσεσαι χρόνο τον χρόνο. Είναι πολύ σημαντικό για έναν καλλιτέχνη ν’ αλλάζει χώρους, να μαθαίνει νέα πρόσωπα και να ταξιδεύει. Μακάρι να είχαμε και τη δυνατότητα του ταξιδιού πιο συχνά

 

Kontra stin eleutheria

φωτογραφία από την παράσταση: Πάτροκλος Σκαφιδάς

"Κόντρα στην Ελευθερία", του Εστέβα Σολέρ
Η καινούρια σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου

Πειραιώς 260 (Ε) 02/07-05/07 στις 21:00

Εισιτήρια εδώ ➡️ https://bit.ly/2ZtWOQu

Παίζουν: Κάτια Γέρου, Σύρμω Κεκέ, Νίκος Νίκας, Γιώργος Παπανδρέου, Σεραφείμ Ράδης

 


Από τον Αναστάση Πινακουλάκη 

Η Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων επέστρεψε στο Φεστιβάλ Αθηνών μετά την «Σφαγή των Παρισίω»ν, αυτή τη φορά με το κλασσικό σαιξπηρικό έργο.

Είναι η δεύτερη φορά που η ομάδα επιλέγει τον Σαίξπηρ, μετά τον Άμλετ της σεζόν 2014-2015. Φέτος αναμετρούνται ξανά με ένα πολυπαιγμένο αριστούργημα με τον Γιώργο Χριστοδούλου , τον οποίο απολαύσαμε στον «Μικρό Χίτλερ», στα « 7 Χρόνια» και στον «Αρίστος», σε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Το ιστορικό δράμα του Σαίξπηρ ασχολείται με την ιστορία της βεβιασμένης ανόδου στην εξουσία του Ριχάρδου του Γ’ (1452- 1485), του δωδέκατου από τα δεκατρία παιδιά του Ριχάρδου της Υόρκης και της συζύγου του Σεσίλ Νέβιλ. Ο Ριχάρδος εκ γενετής σακάτης και δολοπλόκος, καταφέρνει με αθέμιτα μέσα, που φτάνουν από την απλή συκοφαντία ως την αδελφοκτονία, να σφετεριστεί την πολιτική εξουσία. Η κατασκευή του ρόλου θυμίζει έναν θεατρίνο που με το προσωπείο του «πείθει» το κοινό. Για την ιστορία ν’ αναφέρουμε πως στα πιο πρόσφατα ανεβάσματα του έργου είδαμε στον ίδιο ρόλο τον Kevin Spacey (Επίδαυρος 2011, σκηνοθεσία: Σαμ Μέντες), την Καίτη Κωνσταντίνου (Σύγχρονο Θέατρο 2016, σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς) και τον Δημήτρη Λιγνάδη (Εθνικό Θέατρο 2015, σκηνοθεσία Γιάννης Χουβαρδάς), τον Τάσο Νούσια (σε σκηνοθεσία  Marlene Kaminsky) ενώ με τον Ριχάρδο ΙΙ αναμετρήθηκαν η Αγλαΐα Παππά κι ο Άρης Σερβετάλης.

Η παράσταση του Χρήστου Θεοδωρίδη τιτλοφορείται «Η τραγωδία του βασιλιά Ριχάρδου Γ» κι έκανε πρεμιέρα την Πέμπτη 13 Ιουνίου, ενώ θα δώσει τελικά μόνο 2 (άρα η αποψινή παράσταση της Παρασκευής 14 Ιουνίου στις 21:00, θα είναι η τελευταία παράσταση) αντί για 4 παραστάσεις λόγω της Αντιρατσιστικής Γιορτής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Η βασική γραμμή της παράστασης είναι μια πολυπρισματική προσέγγιση του μαύρου ζοφερού περιβάλλοντος του έργου, όπου λόγος, μουσική και κίνηση εναρμονίζονται. Το έργο παρουσιάζεται σε μετάφραση και δραματουργία της Ιζαμπέλας Κωνσταντινίδου, ενώ η τεχνική κι η αισθητική της παράστασης κάνουν μια γόνιμη συζήτηση με το ελισαβετιανό δράμα.

 

rixardos texnes plus

Η παράσταση

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης κι η Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων προσέφεραν μια παράσταση πλούσια σε ζοφερές εικόνες, που παραπέμπουν σε πίνακες του μπαρόκ και του μαύρου ρομαντισμού, όπου η αγριότητα, η αιμοβόρα διάθεση κι η μαυρίλα, ξεχύνονται από τα καλοφτιαγμένα πορτραίτα.

Ο σκηνοθέτης έχει στη διάθεσή του την Τίνα Τζόκα που εξελίσσεται σε μία πρώτης τάξεως σκηνογράφο/ενδυματολόγο. Νομίζω εδώ έχουμε την πιο αποκαλυπτική δουλειά του ταλέντου της.

Δεσπόζει το υπερυψωμένο σκηνικό οικοδόμημα της παράστασης, που δίνει τη δυνατότητα για πολυεπίπεδες παράλληλες ή μη δράσεις, με την κουρτίνα που ανοιγοκλείνει, επιτρέποντας αλλαγές χώρων σε ελάχιστες στιγμές.

Στο διάλειμμα της παράστασης, άλλαξα επίτηδες θέση και παρατήρησα πως όταν έβλεπα την παράσταση σε μπροστινές σειρές, ένιωθα πως συμβαίνει μια δράση κοντά μου και πως επίκειται κάτι μεγάλο, ενώ στις πιο πάνω σειρές, το σκηνικό φαίνεται πιο μεγαλειώδες, σα να παρακολουθείς ένα θέαμα αιματοχυσίας. Ειδικά στην τελευταία σκηνή του έργου, με τον πολυπληθή βοηθητικό θίασο, στην σκηνή της Επανάστασης, που συχνά αποσιωπείται ή υποκαθίσταται από εναλλακτικούς τρόπους απόδοσης της, είναι φανερή η αξιέπαινη δουλειά της σκηνογράφου.

Όσον αφορά την εικαστική απόδοση των χαρακτήρων, τα κοστούμια κάνουν μια λαμπρή διαδρομή από το ιστορικό παρελθόν του έργου, με κοστούμια που δίνουν μια ψιλόλιγνη γραμμή στους ηθοποιούς. Σε αυτή την όψη έρχεται να προστεθεί το εξαιρετικό μακιγιάζ της Τατιάνας Καραμπετιάν και οι κομμώσεις του Κωνσταντίνου Κολιούση. Πολύ επιδραστική ήταν κι η επιλογή των προσωπείων των χαρακτήρων, στην έναρξη, στο φινάλε και δύο ακόμη κομβικά σημεία του έργου που παρέπεμπαν σε τοιχογραφίες σε τάφους τιμώμενων προσώπων.

Τα προσωπεία αυτά έδωσαν ένα ζωντανό walking dead show, με την πολύ θεατρική κίνηση της Ξένιας Θεμελή που προσδίδει στους χαρακτήρες τόσο την σύνδεσή τους με τους νεκρούς τους όσο και με τη μη ανθρώπινη ζωική τους υπόσταση. Με το «σπάσιμο» των πολύ θελκτικών εικόνων που στήνονται σε ζωώδεις τομές, γίνεται ένα σχόλιο στην βάρβαρη και σχεδόν σαρκοβόρα φύση των ανθρώπων που διψούν για εξουσία.

Ένα άλλο πολύ χαρακτηριστικό της αισθητικής απόδοσης του έργου, ήταν το παιχνίδι με τις σκιές των ηρώων που προβάλλονταν στην λευκή κουρτίνα του σκηνικού. Έτσι, ενώ βλέπουμε τον Ριχάρδο να υποκρίνεται τον καλοπροαίρετο και μετανιωμένο, βλέπουμε ταυτόχρονα και την σκιά του, που φωτίζει και κάνει φανερή την κρυφή του αληθινή κακή κι εκδικητική φύση. Ωστόσο, μου έκανε αρνητική εντύπωση, η απόδοση του Ριχάρδου, καθώς δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή στην χωλότητα και την ασχήμια του χαρακτήρα παρά μόνο αυτό έγινε μια χορογραφία κι όχι με διαρκή ισχύ.

Ο Ριχάρδος φημίζεται ως σακάτης και ως κακάσχημος –η Άννα τον αποκαλεί βάτραχο- ενώ εδώ αντίθετα έχουμε τον πολύ θελκτικό Χριστοδούλου, χωρίς κανένα φτιασίδι ασχήμιας ή αναπηρίας. Η τεατράλε κινησιολογία του ως «νευρόσπαστο» στην αρχή του έργου, είναι σαν ένα σχόλιο πως η χωλότητα του είναι κι αυτή ένα θέατρο, και θα μπορούσε να είναι αν μη τι άλλο ένα ακόμη έναυσμα για να γίνει συμπαθής ως χαρακτήρας.

Νομίζω όμως, ότι χρειαζόταν και κάτι έξτρα στην εμφάνισή του, που να δικαιολογεί τα λογύδρια που του απευθύνονται και κάτι που να τον διαφοροποιεί αισθητικά από τους υπόλοιπους χαρακτήρες.

Στο τρίτο συστατικό της παράστασης «Η τραγωδία του βασιλιά Ριχάρδου Γ» που θα ήθελα να σταθώ είναι η σύνδεση της υποκριτικής με τη μουσική (Βασίλης Ντοκάκης). Η μουσική είναι πανταχού παρούσα στην παράσταση, και είναι αυτή που οργανώνει τους ηθοποιούς σε μία παρτιτούρα που δημιουργεί μια επιβλητική ατμόσφαιρα στην παράσταση.

Σε ορισμένα σημεία θα έπρεπε νομίζω να ήταν λίγες στάθμες πιο χαμηλά για να μην υπερκαλύπτει τον λόγο, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν πολύ σαγηνευτική ιδιαίτερα σε συνδυασμό με τις κινήσεις των ηθοποιών και τις εικόνες που αυτές δημιουργούσαν. Σε διαφορετική διάθεση, τα τρία lip syncing νούμερα της παράστασης, με τον Ριχάρδο να θυμίζει ποπ σταρ της δεκαετίας του 80, τα οποία εκλαμβάνω ως ένα σχόλιο για την άνεση που είχε ο χαρακτήρας να ελίσσεται και να βγαίνει θριαμβευτής κερδίζοντας την αποδοχή των γύρω του.

 

Orxistra Mikron Pragmaton Rixardos iii SITE 14 photo Anastasia Giannaki

Ο θίασος της παράστασης

Η Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων φημίζεται για την επιλογή φρέσκων και ταλαντούχων ηθοποιών σε κλασσικά έργα, πηγαίνοντας κόντρα στο καθιερωμένο μοντέλο των καταξιωμένων ηθοποιών στους εμβληματικούς ρόλους κι αυτό είναι μια ταυτότητα που σέβεσαι αμέσως όταν δεις μια παράστασή τους, ακόμα κι αν υπάρχουν κατά μέρους ερμηνευτικές αδυναμίες. Στην τραγωδία του βασιλιά Ριχάρδου Γ’, είναι αξιοθαύμαστο το πώς αποδόθηκαν με τόση ζωντάνια οι πολύ απαιτητικοί «μαύροι» ρόλοι του ελισαβετιανού δράματος. Ξεχωρίσαμε κυρίως τις γυναίκες της παράστασης, την εξαίρετη Ξένια Θεμελή που υποδύεται την Λαίδη Ανν Νέβιλ (υπογράφει και την κινησιολογία της παράστασης), την Κατερίνα Πατσιάνη ως Μαργαρίτα και την Τζωρτζίνα Δαλιάνη ως Δούκισσα. Από τους άντρες της παράστασης, θα ήθελα να σταθούμε τον Γιώργο Κισσανδράκη, ο οποίος ερμήνευσε μοναδικά τέσσερις ρόλους (Ερρίκος Στάφορντ, Δούκας του Μπάκινχαμ, Παλάτι, Ίππαρχος Μπλαντ) κι απέδωσε νομίζω καλύτερα από όλους το ξιπασμένο και κυνικό προφίλ των αριστοκρατών και εξουσιολάγνων αντρών της εποχής που κρύβονται κάτω από ένα εξευγενισμένο ανάστημα.

Ο Γιώργος Χριστοδούλου επωμίστηκε τον κεντρικό και πολύ απαιτητικό ρόλο του Ριχάρδου κι απέδωσε μια σειρά από ποιότητες κάποιες με μεγαλύτερη και κάποιες με μικρότερη μαεστρία. Στον πρώτο του μονόλογο, μπήκε λιγάκι πιο αδύναμα και δεν έγινε αισθητό το παιχνίδι που ετοιμάζεται να παίξει για να αποκτήσει αυθαίρετα την εξουσία. Ίσως δεν τελειοποιήθηκε η μετάβαση από το συλλογικό θεατρικό δρώμενο των μασκών, στη φορεσιά της «μάσκας» της υποκρισίας του. Στις κατ’ ιδίαν σκηνές του όμως, τόσο με τις γυναίκες που έπρεπε να «ρίξει» όσο και με τις άρχουσες μονάδες, μπαίνει πιο δυναμικά, και καταφέρνει να γίνει ο «χαμαιλέοντας που θα πάρει τα χρώματα ενός βασιλιά». Αξιέπαινη η κορύφωσή του στην τελευταία πράξη του έργου, όπου από βασιλιάς, μετατρέπεται στην σκιά του εαυτού του. Αισθάνομαι πως αν επιστρέψει στον ρόλο του Ριχάρδου σε επόμενο διάστημα, θα δουλέψει ακόμα περισσότερο τις μεταβάσεις του.

Συνολικά, η παράσταση του «Η τραγωδία του βασιλιά Ριχάρδου Γ’» της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων, εκπέμπει ένα νεανικό δυναμισμό και προσφέρει ζωντανά κάδρα όπου κύρια συστατικά είναι η «μαύρη» αισθητική, το μπλέξιμο φωτός και σκοταδιού, η χοροθεατρικότητα και οι μεγαλειώδεις σκηνές συνόλου.

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη 

Μετά το υποδειγματικό ανέβασμα για το «Ευαγγελισμός της Κασσάνδρας» ο Θάνος Σαμαράς επιστρέφει στη δραματουργία του Δημητριάδη, φέρνοντας για πρώτη φορά στην σκηνή τον «Χρύσιππο».

Γραμμένο ανάμεσα στο 1996 και το 1999, το έργο «Χρύσιππος» φαίνεται να απασχόλησε τον κορυφαίο δραματουργό Δημήτρη Δημητριάδη για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, τόσο πριν το συγγράψει όσο και κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίνδικτος το 2008, μα δεν είδε ποτέ τα φώτα της σκηνής ως τώρα, δηλαδή 20 χρόνια μετά την πρώτη του γραφή. Λαμβάνοντας δε υπόψη, ότι ο Θάνος Σαμαράς επανέρχεται στη δραματουργία του Δημητριάδη για δεύτερη φορά τον ίδιο χρόνο (Ο Ευαγγελισμός της Κασσάνδρας έκανε πρεμιέρα τον Μάιο του 18 στο Μπάγγειον), έχουμε στη διάθεσή μας μια νέα τάση στην πρόσληψη του συγγραφέα, μετά τις πολύ οξυδερκείς σκηνοθεσίες του Δημήτρη Καραντζά στον Κυκλισμό του Τετραγώνου στον Φάεθοντα και του Δημήτρη Τάρλοου στη Λήθη.

Ο μύθος: Στην ελληνική μυθολογία ο Χρύσιππος, διάσημος για το σπάνιο κάλλος του, ήταν νόθος γιος του Πέλοπα και της Νύμφης Αξιόπης. Σύμφωνα με την παράδοση, επειδή ο Πέλοπας υπεραγαπούσε τον Χρύσιππο, η γυναίκα του η Ιπποδάμεια, φοβήθηκε ότι τον προόριζε για διάδοχό του οπότε εξώθησε τους γιους της Θυέστη και Ατρέα να τον δολοφονήσουν. Ο Πέλοπας τότε εξόρισε τους Θυέστη και Ατρέα. Μια άλλη παράδοση αναφέρει πως ο Χρύσιππος απήχθη από τον Λάιο βασιλιά των Θηβών και σύναψε μαζί του ερωτικές σχέσεις. Σε αυτή την εκδοχή, ο ανήλικος Χρύσιππος αυτοκτονεί από την ντροπή του και η Θεά Ήρα έστειλε τη Σφίγγα που προκάλεσε ασθένειες και λιμό στην πόλη, ως νέμεση για την Ύβρη που προκάλεσε ο βασιλιάς τους. Αυτή η πράξη περιγράφεται ακροθιγώς στη σωζόμενη αρχαιοελληνική γραμματεία, κυρίως στις τραγωδίες του θηβαικού μυθολογικού κύκλου. Από τις πηγές ωστόσο που έχουμε στη διάθεσή μας, δείχνεται πως ο Ευριπίδης είχε γράψει έργο με τίτλο «Χρύσιππος».

Η διαχείριση του Δημητριάδη: Ο Δημήτρης Δημητριάδης, αεικίνητος δημιουργός και λάτρης της αρχαίας μας και αιωνόβιας μυθολογικής παράδοσης, καταπιάνεται εδώ με έναν θεμελιώδη μύθο (η αρχή της κατάρας του γένους των Λαβδακιδών), μ’ έναν πολύ σύγχρονο τρόπο. Έλεγα πρόσφατα σε μια φιλική συζήτηση, πως όταν σκέφτομαι τους τραγικούς μας Ποιητές, μου έρχεται ο αριθμός 4 κι όχι 3, αφού μετά τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη, προσθέτω πάντα τον Δημητριάδη. Αν μη τι άλλο, ο Δημητριάδης έχει καταφέρει μ’ έναν πολύ γόνιμο όχι μόνο να πάρει αφορμή από το μυθολογικό πρόσωπο αλλά και να συνθέσει έναν μύθο με διαχρονική ισχύ, που χτυπάει κατευθείαν στον πυρήνα πολλών φυσιολογικών και σεξουαλικών εκδοχών του ανθρώπου. Ακόμα και η δομή που συνέθεσε λειτουργεί στο μέσα του θεατή με μια εξαιρετική ρυθμολογία, με αποκαλυπτικά νοήματα.

Ο Δημητριάδης μεταφέρει τον μύθο του στο σήμερα (πρόσφατο παρελθόν ή διαρκές μέλλον), διατηρώντας το αρχέτυπο του Χρύσιππου, ενός νεαρού καλλονού, που γίνεται η αφορμή για έριδες ανάμεσα στους γονείς του αλλά και στους ερωτικούς του συντρόφους. Ένα πανσεξουαλικό ον που ήδη από την ηλικία των 15 φαίνεται να έχει ολοκληρωμένες σεξουαλικές εμπειρίες και σύντομα αρχίζει να εκδίδεται, με τη μητέρα του να είναι κάτι σαν προαγωγός γι’ αυτόν. Απαντάει στα τηλεφωνικά ραντεβού, του οργανώνει το πρόγραμμα, καθαρίζει – όταν της επιτρέπεται – την κάμαρα του Χρύσιππου μετά τις επισκέψεις των εραστών του.

Μέσα από τα τρία «επεισόδια» του έργου ή τους τρεις «κύκλους» μέσα από τους οποίους περνάει τον μύθο του ο συγγραφέας, γίνεται μια ενδελεχής σκιαγράφηση των σχέσεων των γονέων νοσηρών ή μη με τα παιδιά τους, με τους ίδιους τους εαυτούς αλλά και με όσους σχετίζονται με τα παιδιά τους. Με κίνδυνο να με μεμφθεί ο κύριος Δημητριάδης, μέσα από τους χαρακτήρες του έργου και κυρίως μέσα από τις ζυμώσεις που προκαλεί η τριβή τους, γίνεται μια πρώτης τάξεως ψυχανάλυση της βιολογικής και κοινωνικής παθολογίας της ελληνικής οικογένειας. Η τόσο έντονη προσκόλληση της μητέρας στον γιο, τα λεπτά όρια ανάμεσα στην τρυφερότητα και την ηδονοβλεψία, η ερωτική ζήλεια, το παιχνίδι της διεκδίκησης, η αναζήτηση του αντρικού φαινοτύπου ως φυσική συνέχεια του αντρικού γεννήτορα οδηγούν εδώ σε βίαια εκτόνωση των σαρκικών ενστίκτων με συνέπειες όπως η αιμομιξία κι η δολοφονία των αντεραστών. Κι αν αυτές οι «λύσεις» είναι δάνεια από την αρχαία τραγωδία (δεν γράφω «ελληνική» γιατί την πατρότητα τους πια την μοιράζεται το Παγκόσμιο Θέατρο), δε θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως είναι αναχρονιστικά στη σύγχρονη πολιτική και οικογενειακή πραγματικότητα. Αν μην τι άλλο, με το διαδίκτυο και τις τηλεοπτικές μυθοπλασίες, φτάνουν στ’ αυτιά μας πολλές ανάλογες ιστορίες. Ο Δημητριάδης όμως δεν αναλώνεται σε μια κοινότυπη ηθογραφία ή σε εύκολες στιχουργίες για να γίνει προσιτός, αλλά επειδή ακριβώς έχει αφιερώσει χρόνο για να διερευνήσει τον πυρήνα τον πραγμάτων, γίνεται προσεγγίσιμος από τον θεατή, ασκημένο ή μη στην μια στο είδος της θεατρική γραφή.

Ένα ερώτημα που μου ανοίγει δυναμικά ο Χρύσιππος είναι το κατά πόσο μας ανήκει αυτός που αγαπάμε είτε είναι αίμα μας/παιδί μας/γονιός μας είτε είναι ερωτικός μας σύντροφος. Η Μητέρα δείχνει να ζηλεύει τους ερωτικούς συντρόφους/πελάτες του Χρύσιππου γιατί της παίρνουν κάτι από το παιδί της που δεν το έχει εκείνη. Αντίστοιχα, στη δεύτερη σκηνή του έργου, οι δύο σύζυγοι αψιμαχούν και πιάνονται τελικά στα χέρια για το ποιος έχει την αγάπη του Χρύσιππου, ενώ η δική τους πια φαίνεται μια αμυδρή ανάμνηση. Τελικά στον έρωτα, τι είναι αυτό που βρίσκουμε και τι είναι αυτό που χάνουμε;

Η πρόταση του Σαμαρά

Ο Θάνος Σαμαράς φαίνεται να έχει αναπτύξει μια πολύ προσωπική επικοινωνία με το μυθικό και δραματουργικό σύμπαν του Δημητριάδη κι αυτό φαίνεται τόσο από τις δύο σκηνοθετικές του δουλειές όπως προαναφέραμε, όσο κι από την πολύ καθαρή και κατασταλαγμένη του ματιά πάνω στην πρόσληψη της δραματουργίας. Ο ίδιος αναλαμβάνει σχεδόν εξ’ ολοκλήρου την δημιουργία της παράστασης, υπογράφοντας πέρα από την σκηνοθεσία, την κίνηση, τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς. Για το σκηνογραφικό κομμάτι, διατηρεί τις λιτές και περιεκτικές «απαιτήσεις» του έργου. Ένα λευκό μινιμαλιστικό σαλόνι, με δύο καρέκλες. Ωστόσο, δύο είναι οι βασικές του «επεμβάσεις» που δίνουν και την αισθητική ταυτότητα της παράστασης.

Η πρώτη είναι η κατάργηση της φυσικής παρουσίας του κεντρικού προσώπου του έργου του Χρύσιππου και η αντικατάσταση αυτής με μια κούκλα πιθήκου, στο μέγεθος ενός ενήλικου άντρα, με εμφανή στύση. Διαβάζοντας το έργο ή έστω το δελτίο τύπου της παράστασης, θα περίμενε κανείς να συναντήσει έναν νεαρό καλλονό, έναν έφηβο Άδωνι. Ανάλογες φυσιογνωμίες έχουμε συναντήσει σε πολλά έργα του Δημητριάδη, όπως στον Κυκλισμό του Τετραγώνου, στον Γύρο του Κόμπου και το Άγγιγμα του Βυθού. Αντ’ αυτού όμως, ο Σαμαράς επιλέγει μια κούκλα με πέος, αντικειμενικοποιώντας εντελώς τον Χρύσιππο. Φυσικά, με αυτό τον τρόπο δημιουργείται η ανάγκη μιας εναλλακτικής εκφορά των δραματουργικών του κομματιών. Μετατρέπει λοιπόν τους υπόλοιπους χαρακτήρες του έργου σε εγγαστρίμυθους εμψυχωτές κούκλες, που δίνουν φωνή και ψυχή, στον Χρύσιππο, που σχεδόν άβουλα τους δίνεται. Επιπλέον, δεν επέλεξε μια όμορφη κούκλα, ανάλογη με αυτές που προορίζονται για sex toys, αλλά μια γελοιότερη, αυτή ενός πιθήκου, που έρχεται σε εκ διαμέτρου αντίστιξη με αυτήν που φέρει μυθολογικά και δραματουργικά ο χαρακτήρας του Χρύσιππου. Το αποτέλεσμα σύντομα είναι πειστικό και όλο και λιγότερο weird, όσο εξελίσσεται το δράμα, σχεδόν αποκαλυπτικό για την βαθύτερη κατασκευή των χαρακτήρων του έργου

Η δεύτερη πρόταση της σκηνοθεσίας του Θάνου Σαμαρά, είναι η χρήση μιας οθόνης, με video art που περιγράφει τα τεκταινόμενα στην κάμαρα του Χρύσιππου, ανοίγοντας την κλειδαρότρυπα στο φαντασιακό που θίγεται ακροθιγώς στο έργο. Αλλά κι εδώ, ο Σαμαράς μένει πιστός σε μια αφαιρετική και μη ρεαλιστική απεικόνιση των σεξουαλικών πράξεων, δείχνοντας μονοδιάστατες ή δυσδιάστατες φιγούρες που παραπέμπουν σε θέατρο σκιών (animation: Δημοσθένης Βάγιας και Φωτεινός Χιώλος). Μάλιστα, το τεχνικό κομμάτι απογειώθηκε από το συνδυασμό υποκριτικής και οθόνης, με τους ηθοποιούς να γίνονται το άβαταρ τους μπαίνοντας πίσω από την οθόνη.

Αυτό που με κέρδισε στην σκηνοθεσία του Σαμαρά ήταν ότι το έργο ήταν πολύ εύκολο να γίνει πορνογραφικό ή περιγραφικό σε μία σκηνοθετική του ανάγνωση, αλλά αντίθετα εκείνος επιλέγει μια πιο καθαρή και κομψή γραμμή, όπου δίνει έμφαση στις παραφορές της πραγματικότητας, δίνει κανονικότητα στο φαντασιακό και συνθέτει έναν λευκό καμβά με «ζωντανές» κούκλες τους ηθοποιούς του. Ένα άλλο παράδειγμα αυτής της λογικής, ήταν όταν η Μητέρα έδειχνε το στήθος της, κι αυτό δεν ήταν το φυσικό της, αλλά ένα sex toy. Να σχολιαστεί επίσης με θετικό πρόσημο ο εξαιρετικός σχεδιασμός φωτισμός και η στίξη που έδωσε στο στήσιμο της παράστασης.

Ο θίασος της παράστασης κατάφερε να ανταποκριθεί άριστα στην σκηνοθετική ζωγραφική του Θάνου Σαμαρά, δίνοντας σώμα κι εαυτόν στο τρισδιάστατο ερωτικό και ανθρωπο-πυρηνικό του έργο. Πολύ ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που ακροβατούν ανάμεσα στο κωμικό και στο τραγικό της ύπαρξής του ερμηνευτικά οι ηθοποιοί. Ξεχωρίζει βεβαίως η σπουδαία Ράνια Οικονομίδου –την θαυμάσαμε πρόσφατα και στο Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε του Μαυρίκιου- η οποία μάλιστα για ένα μεγάλο κομμάτι της πρώτης σκηνής, έπαιζε καθισμένη σε μια αιωρούμενη καρέκλα. Η Σοφία Κόκκαλη κι ο Θανάσης Δόβρης υποδύονται το ζευγάρι που βρίσκεται σε τέλμα μέχρι την εμφάνιση του Χρύσιππου. Τους υπόλοιπους ρόλους επωμίζονται ο Μιχαήλ Ταμπακάκης, ο Νικόλας Μίχας, ο Γιάννης Σιαμσιάρης, η Αγγελική Στελάτου και ο Νίκος Καραθάνος.

Εν κατακλείδι, η παράσταση «Χρύσιππος» του Θάνου Σαμαρά είναι η πρώτη σκηνική πρόταση του έργου, ανοίγοντας εκ νέου τον φάκελο Δημητριάδης και την πρόσληψή του από κοινού. Παραμένει νομίζω αιτούμενο να δούμε κάποιο έργο του (πχ την Εκκένωση ή το Άγγιγμα του Βυθού) στη Μικρή Επίδαυρο, στο εγγύς μέλλον ή σε μεταγενέστερο χρόνο.

 

Την Τρίτη 14 Μαΐου θα πραγματοποιηθεί ο Α’ Ημιτελικός της Eurovision 2019 στο Expo Tel Aviv, στο Ισραήλ.

Ο διαγωνισμός θα διεξαχθεί για τρίτη φορά στο Ισραήλ, καθώς πέρσι νικήτρια της Eurovision στέφθηκε η Netta Barzilei που εκπροσώπησε την χώρα με το τραγούδι «Toy». Η Netta υπερίσχυσε της δικής μας, Ελένης Φουρέιρα, συγκεντρώνοντας 529 πόντους στον Μεγάλο Τελικό.

Στον πρώτο ημιτελικό διαγωνίζονται 17 χώρες, από τις οποίες θα προκριθούν οι 10 σύμφωνα με το καθιερωμένο σύστημα. Ανάμεσα σε αυτές διαγωνίζονται η Ελλάδα (Katerine Duska) και η Κύπρος (Tamta), για την πολυπόθητη θέση στον τελικό του Σαββάτου.

Πάμε να πάρουμε μια γεύση από τις 19 συμμετοχές του Α’ Ημιτελικού:

#1 Κύπρος | TamtaReplay

Η πολυαγαπημένη ποπ τραγουδίστρια σε Ελλάδα και Κύπρο, μετά από μια έντονη διεκδίκηση από το ΡΙΚ, είπε τελικά το ναι για να εκπροσωπήσει τη Μεγαλόνησο στον διαγωνισμό τραγουδιού. Μετά την Φουρέιρα, είναι η σειρά της Τάμτα, να λάμψει στην σκηνή της Eurovision. Το uptempo κομμάτι σκηνοθετεί η χορογράφος Sasha Jean Baptiste, η οποία σκηνοθέτησε και το Fuego. Η Τάμτα εμφανίζεται μ’ ένα καυτό φόρεμα, δερμάτινες μπότες που φτάνουν ως τους μηρούς, ενώ οι 4 άντρες χορευτές που την πλαισιώνουν είναι ντυμένοι στα μαύρα.

#2 Μαυροβούνιο | D’ mol – Heaven

Το Μαυροβούνιο φέτος εκπροσωπείται από το πολυφωνικό συγκρότημα D’ Mol. Στο τρυφερό τραγούδι «Heaven» μιλάνε για τον δικό τους παράδεισο, ενώ ακούγονται έθνικ μουσικά όργανα.

#3 Φινλανδία | Darude & Sebastian Rejman – Look Away

Η Φινλανδία για δεύτερη συνεχή χρονιά επιλέγει τον καλλιτέχνη που θα την εκπροσωπήσει με εσωτερική διαδικασία. Επέλεξε τον δημοφιλή DJ των 00s Darude, ο οποίος ετοίμασε τρία τραγούδια. Το «Look Away» ερμηνεύει ο Sebastian Rejman. Στην σκηνική τους εμφάνιση απεικονίζεται το χιονισμένο τοπίο της Φινλανδίας.

#4 Πολωνία | Tulia – Fire of Love

Την Πολωνία εκπροσωπεί το παραδοσιακό συγκρότημα Tulia, που αποτελείται από γυναίκες τραγουδίστριες. Το Pali Sie (Fire of Love) θα ερμηνεύσουν ντυμένες στην παραδοσιακή κόκκινη φορεσιά τους.

#5 Σλοβενία | Zala Kralj & Gašper Šantl – Sebi

Η Σλοβενία φέτος πειραματίζεται ιδιαίτερα στέλνοντας το ντουέτο Zala Kralj & Gašper Šantl (στην σκηνή και την ζωή) με το πολύ τρυφερό κομμάτι Sebi. Ο ήχος του κομματιού εντάσσεται στην εναλλακτική μουσική, ενώ οι στίχοι περιγράφουν την σχέση ενός ζευγαριού που μέσα από τα πάνω και τα κάτω, φτιάχνει ένα δικό του κόσμο.

#6 Τσεχία | Lake Malawi - Friend Of A Friend

 

Το ποπ ροκ συγκρότημα Lake Malawi εκπροσωπεί φέτος την Τσεχία, στοχεύοντας μάλλον για άλλη μια φορά στο νεανικό κοινό του θεσμού. Θα εμφανιστούν σ’ ένα καθαρό σκηνικό με κίτρινο φόντο, τραγουδώντας το «Friend of A Friend».

#7 Ουγγαρία | Joci Pápai - Az én apám

Ο Joci Papai επιστρέφει στην σκηνή της Eurovision, εκπροσωπώντας για δεύτερη φορά την Ουγγαρία, μετά την πετυχημένη του συμμετοχή το 2017. Ερμηνεύοντας ξανά ένα ιδιαίτερο τραγούδι στη μητρική του γλώσσα, ο Joci ετοιμάζεται να διεκδικήσει για άλλη μια φορά μια θέση στον μεγάλο τελικό.

#8 Λευκορωσία | Zena – Like it

Η νεώτερη διαγωνιζόμενη της φετινής διοργάνωσης είναι η 16χρονη Zena που θα εκπροσωπήσει την Λευκορωσία με το χορευτικό ποπ τραγούδι «Like It». Η Zena αν και δεν ανήκει στα λεγόμενα φαβορί του διαγωνισμού, έρχεται με εκρηκτική ενέργεια και φρεσκάδα να ξεσηκώσει το κοινό του Α’ Ημιτελικού. Θα καταφέρει άραγε να διακριθεί μετά τον περσινό αποκλεισμό της χώρας από τον τελικό;

#9 Σερβία | Nevena Božović - Kruna

Η Σερβία έχει συνδεθεί με τις ατμοσφαιρικές μπαλάντες στην Eurovision και φέτος δε θ’ απομακρυνθεί και πολύ από αυτό. Η Nevena Božović ερμηνεύει με εξαιρετικά φωνητικά το «Kruna» (Στέμμα) αποτελώντας κατ’ εμέ, την ήρεμη δύναμη του πρώτου ημιτελικού.

#10 Βέλγιο | Eliot – Wake Up

 

Ο 18χρονος Eliot εκπροσωπεί το Βέλγιο με το «Wake Up», συνεχίζοντας την νέα παράδοση της χώρας να εναποθέτει τις ελπίδες της για μια πρόκληση σε νέους καλλιτέχνες με φρέσκιες ιδέες. Αξίζει ν’ αναφερθεί πως παρά το νεαρό της ηλικίας του ο Eliot είχε συνδράμει δημιουργικά στο «City Lights» που είχε ερμηνεύσει μ’ επιτυχία η Blanche το 2017 για το Βέλγιο.

#11 Γεωργία | Oto Nemsadze - Keep On Going

Ο Oto Nemsadze εκπροσωπεί την χώρα του ερμηνεύοντας στα γεωργιανά το «Keep On Going» και νομίζω δίνει μια συγκλονιστική ερμηνεία.

#12 Αυστραλία | Kate Miller-Heidke - Zero Gravity

Η Kate Miller-Heidke εκπροσωπεί την Αυστραλία με το Zero Gravity, ένα τραγούδι ανάμεσα στην dance και την όπερα. Από όταν κυκλοφόρησε το κομμάτι, οι προτιμήσεις του κοινού της Eurovision διχάστηκαν. Από όταν κυκλοφόρησε όμως υλικό από τις τελικές πρόβες της Kate με τα εντυπωσιακά αστροφυσικά πλάνα, και την τραγουδίστρια να αιωρείται, η Αυστραλία εκτοξεύθηκε στα προγνωστικά.

# 13 Ισλανδία | Hatari - Hatrið mun sigra

 

Αν και δεν έχει κερδίσει ποτέ στο διαγωνισμό η Ισλανδία, φέτος νομίζω έχει αρκετές πιθανότητες να το καταφέρει με τους Hatari, ένα έντονα πολιτικοποιήμενο techno/punk συγκρότημα. Η Ισλανδία ακούστηκε πολύ φέτος λόγω του μποϊκοτάζ που ανακοίνωσε από πέρσι εναντίον της διοργάνωσης του διαγωνισμού από το Ισραήλ. Οι Hatari έχουν βρει τον τρόπο τους να συγκεντρώνουν πάνω τους τα βλέμματα με όποιο πρόσημο κι αν παίρνουν αυτά. Ο τίτλος του τραγουδιού τους σημαίνει «Το μίσος θα κυριαρχήσει» κι αναφέρεται στον καπιταλισμό που έχει υποτάξει την Ευρώπη.

#14 Εστονία | Victor Crone – Storm

Ο Victor Crone εκπροσωπεί την Εστονία με το midtempo ποπ κομμάτι «Storm». Η αλήθεια είναι πως μετά την πολύ φιλόδοξη και δαπανηρή περσινή προσπάθεια της χώρας στέλνοντας το εντυπωσιακό οπερατικό τραγούδι «La Forza», η Εστονία φαίνεται να μην προσπαθεί και πολύ φέτος ούτε καν για να διακριθεί στον τελικό.

#15 Πορτογαλία | Conan Osiris – Telemoveis

Η Πορτογαλία καταθέτει και φέτος μια συμμετοχή στα πορτογαλικά και μάλιστα μια πολύ ιδιαίτερη πρόταση. O Conan Osiris είναι ένας εκκεντρικός καλλιτέχνης που γράφει τη μουσική και τους στίχους των τραγουδιών που ερμηνεύει, ενώ εμφανίζεται έχοντας δίπλα του έναν χορευτή. Θα εμφανιστούν φορώντας πράσινα κοστούμια, μπροστά από κόκκινο φόντο, τιμώντας τα χρώματα της χώρας τους. Το τραγούδι «Telemoveis» (= κινητό τηλέφωνο) είναι ένα υπαρξιακό κομμάτι, που περιγράφει την προσπάθεια ενός ανθρώπου ν’ αποκοπεί από την τεχνολογία και να αναζητήσει μια βαθύτερη επικοινωνία που θα σκοτώσει την υπαρξιακή του μοναξιά. Πολύ ενδιαφέρον έχουν και τα φωνητικά του Osiris, που είναι σα ν’ ανήκουν σε ανατολικούς πολιτισμούς.

#16 Ελλάδα | Katerine Duska – Better Love

Η ΕΡΤ αποφάσισε να ανατρέψει την αρνητική εικόνα που έδινε η χώρα μας στον διαγωνισμό της Eurovision, κάνοντας μια κίνηση ματ κάνοντας απευθείας ανάθεση στην τραγουδοποιό Katerine Duska. Θα ερμηνεύσει το κομμάτι «Better Love» που συνυπόγραψε η ίδια με τον Alex Leon και ηχογράφησε στο Λονδίνο. Φέτος μάλιστα, η ελληνική συμμετοχή επέστρεψε στη διαδικασία του promo tour μέσω των Euro-parties. Η σκηνική μας εμφάνιση –σκηνοθετεί η Έφη Γούση- παραπέμπει σε πίνακες της Αναγέννησης.

#17 Σαν Μαρίνο | Serhat – Say Na Na Na

Το Σαν Μαρίνο θα εκπροσωπήσει για άλλη μια φορά ο Serhat, παλαίμαχος της Eurovision και σχετικά δημοφιλής ανά την Ευρώπη. Το περασμένο καλοκαίρι μάλιστα κυκλοφόρησε η συνεργασία του με την δική μας Έλενα Παπαρίζου για το κομμάτι «Total Disguise». Ακόμα και να μην περάσει στον τελικό, το σίγουρο είναι ότι ο Serhat είναι η ένοχη απόλαυση πολλών φανς του θεσμού.

Ο Α’ Ημιτελικός της Eurovision 2019 θα μεταδοθεί ζωντανά από την ΕΡΤ2, απόψε,  Τρίτη 14 Μαΐου στις 22:00. Μας αφορά ιδιαίτερα, καθώς σε αυτόν διαγωνίζονται τόσο η χώρα μας όσο και η Κύπρος, οπότε από αυτόν θα καθοριστεί αν θα συμμετέχουμε στον μεγάλο τελικό του Σαββάτου.

Το κλασικό ελληνικό μυθιστόρημα του Θεοτόκη έφερε επί σκηνής ο Βασίλης Μαυρογεωργίου σε συνεργασία με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης.

Ο λόγος για το πασίγνωστο μυθιστόρημα «Κατάδικος» που γράφτηκε το 1919 από τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη κι έμελλε ν’ αφήσει το στίγμα του στην ελληνική πεζογραφία, ενώ τμήμα του αποτελεί μέρος της διδακτικής ύλης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παίρνοντας ως αφηγηματική βάση, την ιστορία μιας συζυγικής απιστίας που κατέληξε σε μια σειρά από εγκλήματα, ο συγγραφέας διαπραγματεύεται μεγάλα ζητήματα ηθικής και ψυχολογίας, βάζοντας ταυτόχρονα το νυστέρι στην ιδιοσυγκρασία της ελληνικής επαρχίας. Η Μαργαρίτα και ο Πέτρος το παράνομο ζευγάρι συναντιέται κρυφά σε μια «απόμερη κατοικία» επί πέντε χρόνια. Μία νύχτα ξαφνικά, ο άντρας της Μαργαρίτας, ο Γιώργης Αράθυμος, δολοφονείται σε έναν απόμερο δρόμο και για το έγκλημα καταδικαζεται ο «ζευγουλάτης» του σπιτιού του Αράθυμου, ο λεγόμενος Τουρκόγιαννος. Είναι όμως ο πραγματικός ένοχος για το έγκλημα; Μέσα από τον χαρακτήρα του Τουρκόγιαννου, ο Θεοτόκης προσπαθεί να ορίσει μια ουσιαστική χριστιανική ηθική και να την διαχωρίσει από το πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται την πίστη, φέρνοντας τη στα μέτρα της.

Αυτή η φαινομενικά συνηθισμένη ιστορία συζυγικής απιστίας και ανταπόδοσης της ντροπής, παίρνει πάρα πολλές διαστάσεις εξαιτίας των ενδιαφερουσών προσμίξεων που κάνει ο συγγραφέας στο μέσα των χαρακτήρων. Συγκεκριμένα, μετουσιώνει όλη την χριστιανική ηθική σ’ έναν γύφτο, τον Τουρκόγιαννο, δηλαδή το μπάσταρδο ενός αλλόθρησκου, και τον βάζει σε αντιπαράθεση με το «έντιμο» ορθόδοξο σπιτικό, όπου φωλιάζουν η ατιμία και το έγκλημα. Ωστόσο, ακόμα κι όταν βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορημένου δεν αρνείται την ηθική του αγάπη, ούτε προδίδει αυτούς τους οποίους σέβεται, προκαλώντας την χλεύη αλλά και τον θαυμασμό. Παράλληλα, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει όλη την σύγκρουση των κοινωνικών φύλων, αφού η Μαργαρίτα δεν μπορεί να πάρει καμία απόφαση χωρίς τον άντρα της, στον οποίο ανήκει κι αυτή και τα παιδιά της. Όταν εκείνος πεθάνει, χρειάζεται και πάλι έναν άντρα για να διαχειριστεί την περιουσία της.

 

5cbd99f7230000a403ea23d0

Η παράσταση

Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου (Το φτερωτό άλογο, Το Χελιδόνι, Η αρχή του Αρχιμήδη), πιο ενεργός από ποτέ, επιστρέφει με μια νέα σκηνοθεσία. Ο Κατάδικος έκανε πρεμιέρα στις 23 Μαρτίου στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης με πρωταγωνιστές τη Μαρίνα Καλογήρου, τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Μάρκο Παπαδοκωσταντάκη. Μετά λοιπόν από Καζαντζάκη και το ισπανικό θέατρο, επιστρέφει στη δική μας λογοτεχνία και καταθέτει μια πρόταση σκηνικής απόδοσης του. Ο ίδιος έκανε και τη διασκευή του έργου πέραν από την σκηνοθεσία, κάτι που εξυπηρετεί άριστα την πρότασή του. Όσον αφορά την διασκευαστική του δουλειά, σίγουρα παρέδωσε ένα κείμενο που στέκεται σκηνικά και βοηθά τους ηθοποιούς να έχουν δραματικούς χαρακτήρες. Κάτι που σ’ εμένα κλώτσησε ως θεατή, αλλά συνάδει με τη μία από τις δύο επικρατείς τάσεις στην προσέγγιση της λογοτεχνίας στο θέατρο, είναι ότι σε σημεία διατήρησε ατόφιο το λογοτεχνικό κείμενο, δίνοντας εξόφθαλμες περιγραφές του φυσικού τοπίου ή των καιρικών περιγραφών. Η αλήθεια είναι πως η περιγραφή του φυσικού κόσμου είναι πολύ χαρακτηριστική για την λογοτεχνία του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, αλλά πως την αποδίδεις στο θέατρο; Αν δεν μηχανευτείς παραθεατρικά μέσα, είναι σχεδόν αδύνατο. Εκεί λοιπόν που σκηνικά είχε δώσει τέλειες δραματικές σκηνές με καλοδομημένες κορυφώσεις, η παρουσία του αφηγηματικού λόγου, κατά την γνώμη μου, αποδυνάμωνε το θεατρικό έργο.

Ο σκηνοθέτης Μαυρογεωργίου όμως, έκανε μια εξαιρετική δουλειά, δίνοντας σκηνικά το μυθιστόρημα Κατάδικος. Εκμεταλλευόμενος το επικλινές σκηνικό της Θάλειας Μέλισσα, απέδωσε με μια καθαρή αισθητική έναν ελληνικό κάμπο χωρίς να καταφύγει στη γραφικότητα. Το σκηνικό παρέπεμπε σε λοφίσκο, ενώ στα αριστερά της σκηνής βρισκόταν ένας φράχτης που στο β μέρος του έργου γίνεται η φυλακή του Τουρκόγιαννου. Πιο έντονη αναπαράσταση του αφηγημένου χωροχρόνου, βλέπουμε στα κοστούμια των ηρώων (Βασιλική Σύρμα), που καταφέρνουν να αποδώσουν τον ξεχωριστό χαρακτήρα του καθενός. Κάτι που εκτίμησα στα κοστούμια της Σύρμα, και το βλέπω σπάνια σε έργα εποχής, είναι πως δεν περιορίστηκε στο να ράψει τα κοστούμια, αλλά τους έδωσε και τα βιώματα του κάθε ήρωα, δίνοντας για παράδειγμα ένα «ιδρωμένο» και «χωμάτινο» παρουσιαστικό στον Τουρκόγιαννο σε αντίθεση με την comme-il-faut Μαργαρίτα.

Η σκηνοθεσία κινείται σε πολλά επίπεδα, χάρης στην ράμπα/λόφο, όπου δίνει τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να βρίσκονται σε διάφορα σημεία, και είτε να συμμετέχουν είτε να λαθροβλέπουν τα τεκταινόμενα. Και πέρα από τα περιγραφόμενα στο κείμενο, ο Μαυρογεωργίου δίνει και μια πιο «μεταφυσική» ανάγνωση, εμφανίζοντας τον νεκρό Γιώργη Αράθυμο.

Βλέποντας την παράσταση, ένιωθα πως μπαίνω όλο πιο βαθιά πίσω στον χρόνο, σε μια κάθε άλλο παρά άγια ελληνική επαρχία. Πρόκειται για ένα έργο που αν και θα μπορούσε να ήταν ξεπερασμένο ή ηθικά παρωχημένο, έχει ακόμα μια δυναμική εξαιτίας των διαχρονικών ανθρώπινων ζητημάτων που θέτει.

Όλα αυτά τα θέματα της αυτοδιάθεσης των φύλων –κοινωνικών, βιολογικών, εθνικών, θρησκευτικών, ταξικών- και της δικαιοσύνης –τυπικής ή άτυπης- βρίσκονται στο τραπέζι, μ’ έναν τρόπο που παραμένει σε κάποιο βαθμό μοντέρνος, αφού συγκρούεται με πεποιθήσεις και νοοτροπίες που δυστυχώς βρίσκονται σε ισχύ. Αν μη τι άλλο, η παράσταση Κατάδικος έχει αισθητική προσωπικότητα και δεινές ερμηνείες, με τον Γιώργο Παπανδρέου να κλέβει τις εντυπώσεις.

 

Είδα Τα «170 Τετραγωνικά», Σε Σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη

 

 

 

 

 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

 

Είμαι ο άνθρωπος που γελά/Καρυάτιδα του κόσμου που κλαίει/Η κοινωνία είναι μια γκριμάτσα.

Ο αναπληρωτής Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Θοδωρής Αμπαζής προτείνει φέτος μαζί με την Έλσα Ανδριανού τη μουσικοθεατρική διασκευή του μυθιστορήματος «Ο άνθρωπος που γελά» του Βίκτωρος Ουγκώ. Δημοσιευμένο το 1869, το μυθιστόρημα περιγράφει μια ολόκληρη εποχή, την Αγγλία του 18ου αιώνα. Πρόκειται ίσως για το πιο πολιτικό μυθιστόρημα του συγγραφέα, με οξείες και ρητές μομφές προς την αριστοκρατία και την πόλωση ανάμεσα σε αριστοκράτες και φτωχούς. Το έργο έχει ανέβει αρκετές φορές στην σκηνή, ενώ η τάση της τελευταίας δεκαετίας παγκοσμίως είναι ν’ ανεβαίνει μουσικοθεατρικά. Παράλληλα, το έργο έχει σημειώσει μια σημαντική πορεία στη μεγάλη οθόνη, μετρώντας ήδη 8 εκδοχές, από βωβό κινηματογράφο μέχρι και τηλεταινία σε 3 επεισόδια (1971). Η πιο πρόσφατη ταινία ήταν αυτή του 2012 σε σκηνοθεσία Jean-Pierre Ameris και με τον Gerald Depardieu στον ρόλο του Ursus.

Σε μία κοινωνία που βυθίζεται από τη μία στην θλίψη και την απαξιωτική φτώχεια κι από την άλλη η έπαρση του πλούτου κι η αλαζονεία, ο Γκουίνπλεν, «ο άνθρωπος που γελά», είναι αναγκασμένος να φορά ένα αποκρουστικό χαμόγελο. Η μοίρα όπως που σηκώνει και καταστρέφει ανθρώπους, τοποθετεί στον άνθρωπο που γελά και τις δύο ιδιότητες, φτωχός κι αριστοκράτης, μ’ έναν τρόπο που επιτρέπει να τον δούμε πέρα από την κοινωνική του ταυτότητα. Ο Ουγκώ, πιο καυστικός από ποτέ, βάζει το νυστέρι βαθιά στην πληγή κι ακτινογραφεί τόσο τα πολιτεύματα και τους θεσμούς όσο και τον άνθρωπο-άτομο σαν υπόσταση μέσα σε αυτά.

Το έργο μιλάει για τρομαχτικές ιστορικές αλήθειες με έναν σκωπτικό και συνάμα ρομαντικό τρόπο. Ο Γκουίνπλεν, απέκτησε το χαρακτηριστικό του χαμόγελο ως «comprachico», παιδιού με τεχνητό παραμορφωμένο πρόσωπο. Αυτή η πρακτική συνέβαινε για να εμπορεύονται τα παιδιά είτε ζητώντας ελεημοσύνη είτε πουλώντας τα σ’ ευγενείς. Είναι χαρακτηριστικό το μότο του Ursus που λέει «είναι καλύτερο να παραμορφώνεις παρά να σκοτώνεις». Αυτό το χαμόγελο είναι ένα εξωτερικό γνώρισμα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εσωτερική του κατάσταση. Ο Γκουίνπλεν είναι δυστυχισμένος αρχικά λόγω της ένδειάς του και στη συνέχεια λόγω της πνευματικής ένδειας, βλέποντας την ρηχότητα και την αλαζονεία των αριστοκρατών.

Το περιβάλλον του έργου είναι χωρισμένο στα δύο: από τη μία ο «Κάτω Κόσμος», δηλαδή ο κόσμος του φτωχού θιάσου κι από την άλλη ο πλουτοκράτορας αριστοκρατικός. Αν βάλουμε πιο κοντά τον μεγεθυντικό φακό, θα δούμε πως στον «Κάτω Κόσμο» συνυπάρχουν οι 3 οντότητες του κοινωνικού μοτίβου και μάλιστα συνυπάρχουν οριζόντια κι όχι κάθετα. Αναφέρομαι στην ανθρωπινότητα, στη ζωικότητα και την θεϊκή υπόσταση. Ο Ursus έχει όνομα που παραπέμπει σε αρκούδα, συνυπάρχει με ανθρώπους, συμβιώνει με τον Homo που είναι λύκος κι έχει υπό την προστασία του την Dea που θα πει Θεική. Τα τρία επίπεδα της οντότητας συνυπάρχουν λοιπόν στο ίδιο καταγώγι. Ακόμα κι οι αριστοκράτες συχνάζουν σε αυτά τα μέρη είτε από ενδιαφέρον είτε από περιέργεια για το αλλογενές. Δεν είναι τυχαία δε η ενδυματολογική επιλογή των ζωόμορφων μασκών για το Συμβούλιο των Πατρικίων και αριστοκρατών.

Η παράσταση

Ο Θοδωρής Αμπαζής, δύο χρόνια μετά τους Δαιμονισμένους επιστρέφει στην μουσικο-δραματοποίηση της λογοτεχνίας, δίνοντας ένας πρώτης τάξεως σκηνικό έργο. Ο ίδιος συνθέτει τη μουσική και σκηνοθετεί, ενώ το λιμπρέτο υπογράφει η Έλσα Ανδριανού. Η μετάφραση του έργου ανήκει στην Ντορέττα Πέππα, που έχει εκδοθεί μάλιστα από τη Σύγχρονη Εποχή. Η διασκευή του έργου εστιάζει στην κοινωνική πόλωση ανάμεσα στις τάξεις των αριστοκρατών και των φτωχών, καταλήγοντας φυσικά στο να καυτηριάσει την άρχουσα τάξη και τους εκπροσώπους τους. Το σκηνικό έργο των Αμπαζή-Ανδριανού ισορροπεί ανάμεσα στο τραγουδιστικό κομμάτι και την πρόζα, δίνοντας όπου χρειάζονται μερικά ατόφια σχόλια του Ουγκώ σε ηχογραφημένη αφήγηση. Με αυτόν τον τρόπο το έργο είναι συμπαγές και όσο επεξηγηματικό χρειάζεται για τους περισσότερους θεατές που δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν το ιστορικό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο του έργου.

Έχοντας παρακολουθήσει και τους Δαιμονισμένους δύο χρόνια πριν, είμαι σε θέση να παρατηρήσω πως το σκηνικό έργο «Ο άνθρωπος που γελά» είναι πιο εύληπτο και με πιο δυνατό λιμπρέτο. Επίσης, τολμώντας μια σύγκριση ανάμεσα στα δύο, στους Δαιμονισμένους οι πολύ εντυπωσιακές «οπερατικές» εικόνες, δημιουργούσαν ένα ερμηνευτικό χάος, ενώ εδώ είναι πιο καθαρά τα σημεία της παράστασης. Σε κάθε περίπτωση, αμφότερες οι παραστάσεις ήταν πολύ δυναμικές αισθητικές προτάσεις, που ανοίγουν και πάλι τον ενίοτε κορεσμένο διάλογο γύρω από την πρόσληψη των λογοτεχνικών έργων στην σκηνή.

Ο Αμπαζής σκηνοθετεί μια εντυπωσιακή παράσταση έχοντας στην ομάδα του μια πλειάδα άριστων καλλιτεχνών στο είδος τους. Στήνουν όλοι μαζί ένα σκηνικό τσίρκο, όπου η αριστοκρατία φοράει τα καλά της για να γελοιοποιηθεί. Δεσπόζουν φυσικά τα σκηνικά του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, οι ζωόμορφες μάσκες και τα καλαίσθητα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού σε συνδυασμό με την χορογραφία της Αγγελικής Στελλάτου. Η Νίκη Ψυχογιού έχει εξελιχθεί σε μια πρώτης τάξεως εικαστικό ενδυματολόγο, με πολύ ισχυρή αισθητική ταυτότητα. Ο σκηνοθέτης παίζει με γερά χαρτιά, και καταφέρνει να βάλει το ένα μέσα στο άλλο χωρίς να χάνει σε συνοχή ή καλαισθησία. Κεντρική γραμμή σε αυτό τον καμβά, είναι η απόδοση του Ωραίου και η παραμόρφωση αυτού κατά αντίστροφη αναλογία με την παραμόρφωση των comprachicos. Όταν λέμε «ωραίο» δεν εννοούμε μόνο την εξωτερική όψη, αλλά και ακόμα περισσότερο την πνευματική και ηθική υπόσταση. Να θυμίσουμε βέβαια πως εκείνη την πολιτισμική περίοδο υπήρχε μια σύγχυση ανάμεσα στα δύο, δηλαδή πως ο καλός στην όψη έχει και καλή ψυχή, μοτίβο που άρεσε στη λογοτεχνία να το αμφισβητεί και να το σαρκάζει.

Η παράσταση βέβαια απογειώνεται με τον πρώτης τάξεως θίασό της, με πρωταγωνιστές τον Αιμιλιανό Σταματάκη, τον Σπύρο Τσεκούρα και την Εβελίνα Παπούλια. Ο Αι. Σταματάκης στα 28 του μετρά ήδη μια σειρά από πρωταγωνιστικούς ρόλους στο μουσικό θέατρο. Ως Γκουίνπλεν έχει μια σαρωτική ερμηνεία, που εντυπωσιάζει τόσο για το μουσικό του εύρος όσο και για το ερμηνευτικό βάθος που δίνει στον ρόλο του. Ως κατασκευή ρόλου, ο Γκουίπλεν βρίσκεται όπως κι ο Ερνάνης από το ομώνυμο δράμα του Ουγκώ ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, και καταφέρνει να κυριαρχήσει το καλό δείχνοντας στους γύρω τους το πνευματικό και ηθικό σκοτάδι που καλύπτει την κοινωνία. Αυτό το φως το βλέπει μέσα από τη σύνδεση με την Dea (Μαρία Δελετζέ), η οποία αν και τυφλή έχει μια πιο διαυγή θέαση των πραγμάτων.

Ο Σπύρος Τσεκούρας ερμηνεύει τον βασιλιά του Κάτω Κόσμου, τον Ούρσους που θα πει αρκούδα (στα γαλλικά Ours). Η παρουσία του στην σκηνή, θυμίζει αυτή ενός κομπέρ που συντονίζει την δράση-αφήγηση.

Η Εβελίνα Παπούλια υποδύεται την Ζοζιάνα, την νόθη που έγινε δούκισσα. Πλάι της, ο Δαυίδ Μαλτέζε ως Λόρδος Ντέιβιντ. Οι δύο ηθοποιοί δίνουν μια μπουρλέσκ εκδοχή της αριστοκρατίας, ερμηνεύοντας τους ρόλους τους με μια σοβαροφανή γελοιότητα. Είναι εντυπωσιακό το πώς ο θίασος πετυχαίνει να παίξει αντιστικτικά, δίνοντας τον καμβά μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Η παράσταση «Ο άνθρωπος που γελά» του Θοδωρή Αμπαζή είναι μια πολύ ισχυρή πρόταση αισθητικής και μια πετυχημένη κοινωνική σάτιρα. Ο Αμπαζής έχει αποδείξει περίτρανα πως μπορεί να κάνει παραστάσεις συνόλου που διακρίνονται για τη συνοχή και το αισθητικό τους προφίλ. Νομίζω πως μιλάμε για την παράσταση της χρονιάς.

Η παράσταση συνεχίζεται μετά το Πάσχα!

 

Διαβάστε επίσης:

Ο Θοδωρής Αμπαζής Είναι Ένας Άνθρωπος Που Γελά, Κυρίως, Με Τον Εαυτό Του (Συνέντευξη) 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη 
 
Σε παγκόσμια πρώτη ανεβαίνει στο σανίδι το αυτοβιογραφικό Leplaidoyerd’unfou («Η αποθέωση της τρέλας») του Στρίντμπεργκ στο Θέατρο Άλμα. 
 
Ο ήρωας του έργου ο Άξελ, ένας νεαρός τότε βιβλιοθηκάριος και συγγραφέας μας διηγείται τις περιπέτειες του πρώτου, σκανδαλώδη και ταραχώδη γάμου του, την επιτυχία του ως συγγραφέας που άλλαξε τη λογοτεχνική πραγματικότητα της εποχής και χαρακτηρίστηκε ως πρωτοπόρος και εισηγητής του νατουραλισμού με εξπρεσιονιστικές πινελιές και τέλος τη διάλυση αυτού του γάμου.
 
Ο αμφιλεγόμενος Αύγουστος Στρίντμπεργκ έγραψε το αφήγημά του το 1893 απευθείας στα γαλλικά, εξαιτίας του περιεχομένου του έργου του. Η πρώτη του έκδοση ωστόσο ήταν στα γερμανικά την ίδια χρονιά, ενώ δύο χρόνια μετά, το 1895 κυκλοφόρησε και η πρωτότυπη γαλλική εκδοχή. Μέσα στο κείμενό του, ο Στρίντμπεργκ διηγείται μια προσωπική του ιστορία, από την περίοδο όπου ήταν άσημος συγγραφέας και παντρεύτηκε μια γυναίκα την οποία είχε πρώτα χωρίσει ο ίδιος από τον άντρα της. Η ζωή του όμως καταλήγει σύντομα ανυπόφορη, βρισκόμενος πλάι σε μια γυναίκα που τον απατά και ξοδεύει ασύστολα τα λιγοστά τους χρήματα. 
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να διαβάσεις αυτό το έργο, και αναπόφευκτα οι τρόποι αυτοί καθορίζονται από τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον Στρίντμπεργκ. Λίγο πολύ, όλοι έχουμε μια άποψη για τον Σουηδό συγγραφέα, έχοντας δει τουλάχιστον μια παράσταση έργου του. Στην Αποθέωση της τρέλας, μπορείς να δεις και τον αλλόφρονα «Πατέρα», και την αβυσσαλέα παθιασμένη Τζούλια και το εξπρεσιονιστικό σύμπαν ίσως της Σονάτας των Φαντασμάτων. Αφήνοντας όμως κατά μέρους τις όποιες μισογυνιστικές αναφορές, το έργο μπορεί να ειδωθεί και από μια πιο ψυχαναλυτική σκοπιά. Είναι ένα χρονικογράφημα της τρέλας; Όχι, είναι μια προσπάθεια το λογικό να κυριαρχήσει στο θυμοειδές, ο άντρας να κυριαρχήσει στη γυναίκα που τον έχει κυριαρχήσει, ή για να το θέσουμε καλύτερα, ο άντρας να ελέγξει τα πάθη του, για να μην καταστραφεί. Για μένα, ο χαρακτήρας του έργου, είτε είναι ο Στρίντμπεργκ είτε όχι, είναι ένας άντρας που δεν μπορεί να ωριμάσει, αν δεν καταστραφεί από τα πάθη του, τα οποία ζει σε υπερβολικό βαθμό και μας επιτρέπει να τα δούμε. 
 
Ο αφηγηματικός Στρίντμπεργκ διαφέρει ίσως στην ένταση και την ευφράδειά του, σε σχέση με τον θεατρικό, αλλά αμφότερες οι λογοτεχνικές του ταυτότητες, συνταιριάζουν στο σύμπαν του, και στον τρόπο που συνυπάρχουν οι άντρες με τις γυναίκες. Η «Αποθέωση της τρέλας» είναι γραμμένη με αμεσότητα, εξομολογητική διάθεση, κωμικοτραγικότητα και με μια απελευθέρωση από ταμπού. Δεν έχω γνώση του πρωτότυπου, οπότε δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τη διασκευαστική δουλειά που έκανε ο σκηνοθέτης της παράστασης, οπότε θα στο κείμενό μου θα σταθώ στην εμπειρία της παράστασης. 
 
947 288 strindberg
Η παράσταση
Ο Κωνσταντίνος Χατζής ανεβάζει για πρώτη φορά την Αποθέωση της τρέλας (μετάφραση ο Αντώνης Γαλέος) υπό τη μορφή θεατρικού μονολόγου. Μπαίνοντας στην πλατεία του θεάτρου, δεσπόζει αμέσως το ευφαντάστατο σκηνικό που εγκατάστησε η Λία Αβεστά. Ένα τραπέζι με δύο καρέκλες στο κέντρο της σκηνής, και τρεις τοίχοι σε ανάκληση, είναι ο καμβάς αποδόμησης του μέσου αστικού περιβάλλοντος, αλλά και το πάτημα του σκηνοθέτη να παίξει σε πολλά επίπεδα. Το μάτι του θεατή μπορεί να συμπληρώσει το «παζλ» και να επιστρέψει στην κανονικότητά του, στους τέσσερις τοίχους, όπως και γίνεται στην κορύφωση της παράστασης. Είναι φανερή η πρόθεση του σκηνοθέτη να μην δει ρεαλιστικά το έργο σαν αυτοβιογραφία, αλλά να συνομιλήσει με αυτό το «άλλο» και «ανοίκειο» που κατοικεί μέσα στο οικείο. Ταρακουνώντας το συμπαγές, βρίσκει τις ρωγμές του, και βοηθά τον ηθοποιό του να βρει έδαφος πάνω στο χιμαιρικό ή/και στην παράνοια. 
Σε αυτή την δυνατή συνθήκη, βρίσκεται ένα ακόμα πιο δυνατό χαρτί, ο ερμηνευτής του μονολόγου, Γιώργος Παπαπαύλου. Ο ηθοποιός συναντάται ξανά με τον σκανδιναβό συγγραφέα, μετά το Προς Δαμασκό που ανέβηκε το 2016 σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη. Στην Αποθέωση καλείται να ερμηνεύσει όλο το φάσμα της προσωπικότητας του Στρίντμπεργκ, περνώντας δηλαδή από τη φιλοδοξία ενός ανερχόμενου συγγραφέα, στον ηθικό και πνευματικό ξεπεσμό λίγο πριν το διάβα της τρέλας. Ο τρόπος γραφής του έργου (ή έστω της διασκευής του) θέτουν τον ηθοποιό σε μια συνεχή κίνηση και αλλαγή διάθεσης. Το αποτέλεσμα είναι να καταφέρνει να δημιουργήσει μια πολυπρισματική σχεδόν σχιζοφρενή ερμηνεία που φανερώνει άλλοτε βιτριολικά κωμικά κι άλλοτε με μία σοκαριστική απλότητα, την κωμικοτραγική υπόσταση της ύπαρξής του. Κατά τη γνώμη μου, ο Παπαπαύλου κατορθώνει με την Αποθέωση της τρέλας, την πιο δική του κι άρα την πιο ώριμη ερμηνεία της καριέρας του.  Για την ιστορία, η Αποθέωση της τρέλας ήταν η τέταρτη συνεργασία Χατζή-Παπαπαύλου, αφού είχαν προηγηθεί ο Γλάρος, ο Αγαμέμνων κι ο Κοριολάνος-Ιούλιος Καίσαρας.
 
Με δύο λόγια: ο Κωνσταντίνος Χατζής κι ο Αντώνης Γαλέος προτείνουν με την Αποθέωση της τρέλας, για πρώτη φορά, το εν λόγω πεζό κείμενο σε θεατρική μορφή κι αυτό από μόνο του είναι ένα κίνητρο να δεις την παράσταση. Το ρεσιτάλ όμως του Γιώργου Παπαπαύλου είναι ο λόγος που θα ευχαριστηθείς την παράσταση, όποια κι αν είναι η ανάγνωση ή η θέση σου προς τον Στρίντμπεργκ. 
 

Με ανανεωτική ματιά ανεβάζει Goldoni στο Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών ο Μιχάλης Σιώνας.
 
Ένας Υπηρέτης, δύο Αφεντάδες. Ο Τρουφαλδίνο, ο παμπόνηρος, πολυμήχανος, γκαφατζής αλλά και συνάμα άκακος ήρωας που εκπροσωπεί τους υπηρέτες όλων των εποχών υπηρετεί, ξεγελά, πληρώνεται από δύο κυρίους και σταδιακά φτάνει να διαφεντεύει τις ζωές τους. Μέσα από κωμικές συγκρούσεις, πάθη και περιπέτειες αναζητούνται ο έρωτας, το πάθος, η ευτυχία… αλλά κι η προσπάθεια του Υπηρέτη για επιβίωση.
 
Γραμμένο πίσω στο 1745, το έργο «Il servitore di due padroni» (Υπηρέτης Δύο Αφεντάδων), μετρά ήδη σχεδόν τρεις αιώνες ζωής. Μια από τις διασημότερες κωμωδίες του Goldoni επέλεξε να σκηνοθετήσει ο Μιχάλης Σιώνας σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ. Οι περιπέτειες του καιροσκόπου υπηρέτη Τρουφαλντίνου κι οι εμπλουτισμένοι τύποι της Comedia dell Arte συνθέτουν έναν ενδιαφέρον καμβά, όπου ενυπάρχουν ο κοινωνικός προβληματισμός για τις τάξεις, τα δικαιώματα των υπηρετών, η θέση τη γυναίκας και η κατάτμηση των ταξικών γεφυρωμάτων. Για την ιστορία, ν’ αναφέρουμε πως το έργο αυτό έχει διανύσει τη δική του ιστορία στις κρατικές μας σκηνές, με πρώτο του ανέβασμα στο Εθνικό το 1937 (με τίτλο «Υπηρέτης δύο κυρίων») και στο ΚΘΒΕ, το 1967 σε σκηνοθεσία Κανέλλου Αποστόλου με τον Γιάννη Κυριακίδη ως Τρουφαλντίνο. Πιο πρόσφατο ανέβασμα στην Αθήνα, είχαμε την περσινή σεζόν από την ομάδα Ιδέα στο ομώνυμο θέατρο.
 
Πως μπορεί όμως μια κλασική κωμωδία να πλησιάσει τον σημερινό θεατή;
 
Η παράσταση
 
Ο Μιχάλης Σιώνας ανέλαβε να σκηνοθετήσει για λογαριασμό του ΚΘΒΕ, τον διασημότερο Ιταλό κωμωδιογράφο. Επέλεξε την άρχουσα στις μέρες μας μετάφραση του αποδημούντος Ερρίκου Μπελιέ. Ο σκηνοθέτης από τη μία θέλησε να αποτελέσει φόρο τιμής στην Comedia dell arte, φρεσκάροντας την κι από την άλλη να επικοινωνήσει μέσω της σκηνοθεσίας και της δραματουργίας της παράστασης με τα βαθύτερα κοινωνικά επίπεδα του έργου, που ομολογουμένως έχουν διαχρονική ισχύ.
 
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, προσπάθησε και το κατόρθωσε σε μεγάλο βαθμό, να συνδέσει τον κάθε ηθοποιό με την κινησιολογική ιδιαιτερότητα του τύπου που κλήθηκε να φέρει στην σκηνή. Είδαμε λόγου χάριν, το δύσκολο περπάτημα του Πανταλόνε, την κλοουνερί και τα κουτρουβαλιάσματα των υπηρετών, την κουτοπουνηριά της, Σμεραλντίνα και τον τυποποιημένο ρομαντισμό των νεαρών εραστών. Οι ηθοποιοί είχαν εμφάνιση ή στάση σώματος που καταδείκνυε αμέσως τον τύπο τους. Οι τζάνοι μάλιστα φορούσαν μάσκα, που συνδύαζε την κωμική τους περσόνα με το δραματικό τους υπόβαθρο. Το ενδιαφέρον εδώ όμως δεν είναι η δέσμευση των ηθοποιών σε μια τυποποίηση, αλλά η ελευθερία τους μέσα σε αυτήν. Οι χαρακτήρες του έργου ήταν αποδόθηκαν στην πλειονότητά τους ολοζώντανοι. Με τη λογική του «παταριού», οι ηθοποιοί αναλαμβάνουν τους χαρακτήρες τους όταν μπαίνουν στον κύκλο στο κέντρο της σκηνής.
 
Από την άλλη, όσον αφορά το δεύτερο βασικό σκέλος της παράστασης του Σιώνα, αυτόν της επικαιροποίησης του έργου, σε σημεία η δραματουργία υπερ-δουλεύτηκε. Βασικό ατού της παράστασης ήταν η ευφράδεια και η σκηνική άνεση του πρωταγωνιστή αυτής, Θανάση Ραφτόπουλου. Ο ηθοποιός έδωσε μια λαμπρή και πολύπλευρη ερμηνεία του Τρουφαλντίνο, που ήταν ταυτόχρονα και καιροσκόπος και αφελής, χειριστικός και αυθεντικός. Το ανέβασμα του έργου σήμερα, συμπίπτει και με το «καυτό» φεμινιστικό κίνημα της τελευταίας τριετίας (#metoo), αφού μέσω της μεταμφίεσης της Μπεατρίτσε σε άντρα, εκφράζονται όλες οι σεξιστικές ανισότητες. Ωστόσο, τα επιπρόσθετα κομμάτια, διακείμενα φεμινιστικών και αριστερών κειμένων, νομίζω πως ξεχειλώνουν τα νοηματικά κέντρα του έργου. Σε κάθε περίπτωση, η όποια κειμενική παρέμβαση κατοχυρώνεται νόμιμα φύσει του δραματικού είδους, που κατεξοχήν συζητούσε ευθέως για τις κοινωνικές (λαϊκές) του ανάγκες.
 
Ένα τρίτο στοιχείο της σκηνοθεσίας του Σιώνα, είναι η σύνδεση δραματικού με κωμικό, δίνοντας μια πιο ρεαλιστική εικόνα των χαρακτήρων του έργου. Το χιούμορ έτσι γίνεται το όχημα της τραγικότητας και το γέλιο αφήνει μια γλυκόπικρη επίγευση. Σε αυτή τη διάθεση, σημαντικό ρόλο παίζει η μουσική του Αλέξανδρου Ιωάννου, που έχει μια πιο μελοδραματική ταυτότητα. Ένσταση έχω με την επιλογή να κλείσει «δραματικά» το έργο με την ακόρεστη πείνα του Τρουφαλντίνου που έρχεται σε αντίθεση με το φινάλε του έργου.
 
Οι ηθοποιοί της παράστασης με μπροστάρη τον Θανάση Ραφτόπουλο δίνουν ερμηνείες που διακρίνονται για την αμεσότητα και την γνησιότητά τους. Μέσα σ’ ένα πολύ συμπαγές κλίμα, φέρει ο καθένας την προσωπικότητά του που συναντά την θεατρικότητα. Πέραν του πρωταγωνιστή, να ξεχωρίσουμε επίσης την Άννα Σωτηρούδη ως Μπεατρίτσε, την Ειρήνη Κυριακού ως Σμεραλντίνα και τον Γιάννη Τσεμπερλίδη ως Φλορίντο.
 
Καταληκτικά, η παράσταση Υπηρέτης δύο αφεντάδων του Μιχάλη Σιώνα καταφέρνει ν’ αναδείξει μια σχεδόν ξεχασμένη παράδοση και ταυτόχρονα να μιλήσει ηχηρά για την οργάνωση και την κατάσταση της κοινωνίας. Με λίγα ρεφιναρίσματα θα μπορούσε δε να ήταν μια πολύ ολοκληρωμένη πρόταση. Το σίγουρο είναι πως το αποτέλεσμα είναι γνήσια ψυχαγωγικό και μιλάει προς όλα τα κοινωνικά στρώματα και φύλα.

 Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Το «El Principio de Arquímedes» (Η αρχή του Αρχιμήδη) του Josep Maria Miro ανεβαίνει για μόλις δεύτερη φορά σε ελληνική σκηνή σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανούηλ.
Είναι η δεύτερη συνεργασία ων Μαυρογεωργίου-Χατζηεμμανουήλ (Solo Theatro) σε δύο χρόνια μετά το «Χελιδόνι» (La Golondrina) του Guillem Clua, το οποίο μάλιστα θα ξαναπαιχτεί για έναν τρίτο κύκλο παραστάσεων στο Μικρό Γκλόρια.  Ο Miro διακρίθηκε το 2011 με το βραβείο Born για το έργο «Η αρχή του Αρχιμήδη», ενώ μετράει ήδη μια δεκάδα από βραβεία για το σύνολο της δραματουργίας του. 
Το έργο πραγματεύεται ένα πολύ αμφιλεγόμενο περιστατικό που λαμβάνει χώρα σ’ ένα κολυμβητήριο –εξού κι ο τίτλος-αναφορά στον Αρχιμήδη- που παίρνει μια παραβατική χροιά. Ο Τζόρντι, ένας προπονητής κολύμβησης, δίνει ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα αγόρι γύρω στα 7 χρονών επειδή (όπως ισχυρίζεται) φοβόταν να κολυμπήσει χωρίς σωσίβιο. Ο ίδιος δεν βλέπει κάτι μεμπτό στην τρυφερή αυτή πράξη. Οι γονείς των παιδιών συσπειρώνονται και ζητούν εξηγήσεις από την διεύθυνση του κολυμβητηρίου. Που βρίσκεται όμως η αλήθεια; 
Ο Josep M. Miro ακολούθησε μια πολύ ενδιαφέρουσα και γεμάτη suspense αφηγηματική διάταξη. Ακολουθεί μια μη γραμμική αφήγηση, κόβοντας τις σκηνές απότομα, αφήνοντας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα συνέχειας. Στην εξέλιξη της πλοκής, οι σκηνές επανέρχονται για να συμπληρωθούν, δίνοντας νέες οπτικές γωνίες. Αυτή η αφηγηματική επιλογή ανοίγει το έργο στην αντιληπτική και κριτική ικανότητα του θεατή και ταυτόχρονα κλείνει το μάτι στην αστυνομική λογοτεχνία. Ο Τζόρντι είναι αθώος ή ένοχος, τρυφερός ή διεστραμμένος; Το πολύ ελκυστικό «ξεφλούδισμα του κρεμμυδιού» όσον αφορά του χαρακτήρες του έργου δεν είναι καθόλου εύκολη ή προβλέψιμη υπόθεση. Οι ήρωες δεν είναι μονοκόμματα η αλήθειά τους, αλλά οι φωτοσκιάσεις αυτής. 
 
H Arxi tou Arximidi photo by Yiannis Karabatsos 5
Η παράσταση
Σε αυτή τη διαδικασία αποσαφήνισης της ιστορίας, καθοριστικό ρόλο παίζει το σκηνοθετικό έργο του Βασίλη Μαυρογεωργίου. Ο σκηνοθέτης όχι μόνο υπηρετεί την ροή της αφήγησης του συγγραφέα, αλλά φλερτάρει περαιτέρω με το παιχνίδι των οπτικών γωνιών των δραματικών προσώπων. Τρεις φορές ανάμεσα στις σκηνές, αλλάζει σε πλήρες σκοτάδι τις προσόψεις της σκηνογραφίας και τον σκηνικό του χώρο συνεπακόλουθα. Δεν επαναπαύεται στο γερό δραματουργικό υλικό που έχει στα χέρια του, δίνοντας μια εύκολη «λύση» στο θεατή. Πετυχαίνει άψογα να παίξει με την προνομιακή θέαση και θέση του θεατή αλλά και την θέαση των δραματικών προσώπων από τα υπόλοιπα πρόσωπα. Με άλλα λόγια, έχουμε τη δυνατότητα να δούμε την διαχείριση της «επίμαχης» πράξης, από πολλές πλευρές, προτού πάρουμε τη μία ή την άλλη θέση. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα κερδίζει σε δραματικό suspense και σε μια περιδιάβαση στα λεπτά όρια ανάμεσα στη νομιμότητα και την παραβατικότητα, την ηθική και την διαστρέβλωση αυτής. 
Η διαχείριση του σκηνικού χώρου είναι μαθηματικά υπολογισμένη «εκπαιδεύοντας» τον θεατή να παρατηρήσει και να οδηγηθεί στον μίτο της ιστορίας και συνεπώς στον πάτο του παγόβουνου. Από ένα σημείο και μετά κάθε σκηνικό αντικείμενο αποκτά ξεχωριστό νόημα για τον θεατή κι αποτελεί κλειδί για την εξέταση αυτής της υπόθεσης. Το ρεαλιστικό σκηνικό της Θάλειας Μέλισσα φωτίζεται άψογα από τις λάμπες φθορίου (φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου) δίνοντας ένα ψυχρό, σχεδόν ανακριτικό σκηνικό περιβάλλον. 
 
 
Ο Μιχάλης Συριόπουλος (βραβείο Χορν 2019) είναι ο πρωταγωνιστής της παράστασης, υποδυόμενος τον Τζόρντι, τον προπονητή που φίλησε το ανήλικο αγόρι. Ο δημοφιλής στο αθηναϊκό κοινό ηθοποιός από τις παραστάσεις του Μοσχόπουλου («Η δίκη του Κ», «Καντιντ) δίνει μια συλλεκτική ερμηνεία χωρίς ευκολίες. Ο Τζόρντι του είναι σημεία «ο άνετος προπονητής» που κομπάζει την «φαλλική» του υπεροχή, σε σημεία ο τυπικός κατηγορούμενος ενός δικαστικού δράματος, ενώ στο τελευταίο μέρος του έργου γίνεται η σκιά του εαυτού του. Δεν είναι απλώς ένας δεινός ερμηνευτής, αλλά ένας πολύ έξυπνος αίλουρος που μπορεί να πηδήσει από τη μία ψυχική διάθεση και συμπεριφορά στην άλλη ξανά και ξανά χωρίς να προδώσει τα πιο μύχια στοιχεία του χαρακτήρα του. Ο Τζόρντι του ενώ φέρεται ως εξωστρεφής κι άνετος, αποδεικνύεται ένας αινιγματικός άντρας που θα μπορούσε να είναι ένοχος για ηθικά μεμπτά πράγματα. Το ενδιαφέρον –κατά τη γνώμη μου- είναι πως δεν φτάνουμε σε κάποια «κάθαρση» αλλά ούτε σ’ ένα ανατρεπτικό τέλος. Ο Τζόρντι καταλήγει στο χείλος ενός γκρεμού που δεν έχει καν συμπαγές έδαφος. Ρέει σαν το υδάτινο στοιχείο στο οποίο έχει αφοσιωθεί επαγγελματικά. 
 
Ο Miro πολύ σοφά παραμένει πολιτικώς ορθός και δεν αναλώνεται σε μια γραφή που παραπέμπει σε ανακριτική διαδικασία με μονοδιάστατες αναγνώσεις και ηθικολογίες. Χωρίς να στερεί από τη γραφή του το νυστέρι, δεν θεραπεύει ούτε σκοτώνει τον ασθενή του αλλά δίνει στον θεατή αυτό το νυστέρι καλώντας τον να δίνει ο ίδιος στην ουσία των πραγμάτων.
 
H Arxi tou Arximidi photo by Yiannis Karabatsos 1
Η Μαρία Φιλίνη δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία ως Άννα, η διευθύντρια του κολυμβητηρίου. Σταθερή συνεργάτης του Skrow Theater, εμφανίστηκε πιο ώριμη από ποτέ. Συνθέτει μια σειρά από ποιότητες που δείχνουν την ανθρώπινη πλευρά του χαρακτήρα της που είναι επιφορτισμένος μ’ ένα εκτελεστικό έργο. Αναλαμβάνει τον στυγνό ρόλο του ανακριτή και σε σημεία τον συμβουλευτικό χαρακτήρα ενός συναδέλφου.  
Ο Γιάννης Σοφολόγης υποδύεται τον άλλο προπονητή του έργου, που δείχνει έναν άλλο τύπο υπαλλήλου, αυτού που επικεντρώνεται στην δουλειά του και δεν δείχνεται. Η χαριτωμένη αφέλεια που δίνει στον χαρακτήρα του, αποτελεί ένα απαραίτητο αντιστικτικό στοιχείο στον δραματικό πρωταγωνιστή. Δεν είχε ωστόσο μια ιδιαίτερη δυναμική στη μετάβασή του από υποστηρικτή σε αντίμαχο αυτού. 
 
Τέλος, ο Σεραφείμ Ράδης υποδύεται τον πατέρα ενός μαθητή. Η περιορισμένη του παρουσία και η αρχική μετρημένη του ερμηνεία, δυστυχώς δεν φτάνει ποτέ στο τραχύ θυμοειδές που περιγράφεται στην τελευταία σκηνή του έργου με αποτέλεσμα να μην φαίνεται τόσο αναγνωρίσιμος πολιτισμικά. Ίσως βέβαια δεν προσφέρεται κι ο ρόλος του δραματουργικά για μια εξισορροπημένη κορύφωση όπως τα υπόλοιπα πρόσωπα. 
Έχοντας δει την παράσταση «Η αρχή του Αρχιμήδη» δικαιολόγησα μέσα μου γιατί έγινε talk of the town, τόσο στο σύνολο όσο και στο μεγάλο ατού που λέγεται Μιχάλης Συριόπουλος. Θα ήθελα να σταθώ ωστόσο εξίσου στην πολυδιάστατη και στοχευμένη σκηνοθεσία του Μαυρογεωργίου που είτε ως δραματουργός είτε ως σκηνοθέτης προτείνει δυναμικά ένα εντελώς σύγχρονο ρεπερτόριο. Στην «αρχή του Αρχιμήδη» τα πάντα είναι ανοιχτά προς εξέταση και η δραματουργία αναπτύσσεται ενδόμυχα στον θεατή. 
 
 

 

Should I stay (στην Ελλάδα) or Should I go (στο εξωτερικό) σκέφτηκα λίγα λεπτά μετά την έναρξη της παράστασης «Απλή Μετάβαση».

 

Πρόκειται για το πρώτο μιούζικαλ των Γεράσιμου Ευαγγελάτου και Θέμη Καραμουρατίδη, που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Μίνωα Θεοχάρη στη Νέα Σκηνή Νίκος Κούρκουλος του Εθνικού Θεάτρου. Οι δύο δημιουργοί είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς για το συνθετικό/στιχουργικό τους έργο, για τη Νατάσα Μποφίλιου αλλά και για τη δημιουργία μουσικών παραστάσεων.

Για την ιστορία, είναι η δεύτερη φορά που συναντιούνται σκηνικά ο Θέμης Καραμουρατίδης, ως συνθέτης κι ο Μίνως Θεοχάρης, ως σκηνοθέτης μετά την πολύ επιτυχημένη παράσταση «Αν Αργήσω Κοιμήσου» (κείμενο: Άκης Δήμου) το 2011. Μάλιστα, στη συγκεκριμένη παράσταση, πέραν του Θεοχάρη συν-σκηνοθετούσε και συμπρωταγωνιστούσε κι ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, ο οποίος επιστρέφει στο Εθνικό, ως πρωταγωνιστής, μετά τα «Κόκκινα Φανάρια» του Ρήγου.

Από την άλλη, ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος φαίνεται πως μοιράζεται πια ανάμεσα στη μουσική και στο θέατρο, αφού πέραν από τις μεταφράσεις του σε τραγούδια επιτυχημένων μιούζικαλ, που ανέβηκαν στα ελληνικά (δυστυχώς όχι πάντα σε αξιόλογες παραστάσεις), είχε την πρεμιέρα του πρώτου θεατρικού έργου του «Ουρανία», την περσινή σεζόν στο 104 για sold παραστάσεις. Αυτή τη στιγμή, η παράσταση παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη.

metavasi

Ο τίτλος

Η επιλογή του τίτλου «Απλή Μετάβαση» παρουσιάζει ενδιαφέρον, είτε έχεις δει την παράσταση, είτε όχι. Αν το δούμε τελείως κυριολεκτικά, πρόκειται για μια μετάβαση, εκ του ρήματος «μεταβαίνω», που θα πει πηγαίνω από το ένα μέρος στο άλλο. Λαμβάνοντας υπόψη πως το έργο διαδραματίζεται σε αεροδρόμιο, καταλαβαίνουμε πως πρόκειται για ένα αεροπορικό ταξίδι, μια γεωγραφική μετατόπιση. Διαβάζοντας την υπόθεση του έργου, δίνουμε μια έξτρα σημασία στη μετάβαση. Οι ήρωες, κατά βάση, γύρω μετά τα 30 αναγκάστηκαν να κάνουν μια μετάβαση από την ανεμελιά, τη σιγουριά και την ευοίωνη εικόνα για το μέλλον, σε μια δυσπρόσιτη πραγματικότητα της οικονομικής, εργασιακής και προσωπικής ανεπάρκειας. Το έργο, λοιπόν, μιλά  για το νέο κι, ακόμα, πολύ δυναμικό μεταναστευτικό ρεύμα Νέων Ελλήνων προς το εξωτερικό, ως απότοκο της κρίσης του 2009. Οι νέοι φερέλπιδες ενός ανώτερου βιοτικά κι οικονομικά βίου από αυτόν των γονιών τους, γίνονται σχεδόν αναγκαστικά οικονομικοί μετανάστες με την αγωνία να στεριώσουν κάπου, όπου θα μπορέσουν να δημιουργήσουν και να δημιουργηθούν. Στον τίτλο υπάρχει, όμως, κι η γλυκόπικρα ειρωνική λέξη «απλή», που βλέποντας την παράσταση διαπιστώνεις πως κάθε άλλο παρά απλή είναι.

Οι χαρακτήρες

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε μια αίθουσα αναμονής στο Ελευθέριος Βενιζέλος, για την πτήση με προορισμό το Λονδίνο, του επικείμενου Brexit. Ο Άρης (Κ. Ασπιώτης), ένας άντρας 30 χρόνων τολμά να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στην επαγγελματική και την προσωπική του ζωή. Αποδέχτηκε μια επαγγελματική θέση, που μπορεί να του εξασφαλίσει ένα καλό επίπεδο ζωής (;). Η Λένα (Μαρίζα Ρίζου) τον αρραβωνιάστηκε και τον ακολουθεί χωρίς να έχει διασφαλίσει τη ζωή της. Ίσως, κι ο Άρης να μην έπαιρνε την απόφαση της μετάβασης αν δεν την είχε πλάι του. Η Νεφέλη (Ν. Σιδέρη) ετοιμάζεται να σπουδάσει στην Αγγλία μετά από προτροπή των γονιών της. Η Δάφνη (Χαρά Κεφαλά) – η μαμά της – βρίσκεται σ’ ένα προσωπικό και συντροφικό τέλμα. Ο Νταμόν (Νίκος Λεκάκης) αναγκάζεται να μεταναστεύσει, για δεύτερη φορά, για επαγγελματικό λόγο, για να μην μείνει άνεργος, στην Ελλάδα. Το ταξίδι αυτό μπορεί να συνεπάγεται και το τέλος της σχέσης του με τον Σπύρο (Φ. Ριμένας). Ο Γιώργος (Κ. Γαβαλάς) έχει δημιουργήσει, ήδη, μια ζωή και μια οικογένεια στο εξωτερικό, αλλά νιώθει ακόμα σε «μετάβαση» ανάμεσα σε δύο χώρες. Η Μαρία (Μ. Διακοπαναγιώτου) έχει μια πιο «γύφτικη» ζωή, περιοδεύοντας κατά εκεί που φαίνεται μια ευκαιρία ή λίγο χρήμα, όντας τραγουδίστρια σε μπάντα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι περιμένουν στην ίδια αίθουσα αναμονής να κάνουν μια «απλή μετάβαση».

 

metavasi texnes plus

Η παράσταση

 Ο Μίνως Θεοχάρης έστησε μια παράσταση με τη λογική του παταριού, τοποθετώντας μια εξέδρα ανάμεσα στις δύο μεριές της πλατείας των θεατών. Αυτό το πατάρι θα μπορούσε να ήταν εξίσου η αίθουσα αναμονής ενός αεροδρομίου και μια μουσική σκηνή, όπου οι ήρωες απελευθερωμένοι για λίγο από τη διάδραση με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, καταθέτουν την αλήθειά τους. Στα δεξιά είναι τοποθετημένη η ζωντανή ορχήστρα, που παίζει τα τραγούδια της παράστασης. Η σκηνογραφία της Ηλένιας Δουλαδίρη είναι ιδιαίτερα αφαιρετική, με τις ξύλινες βαλίτσες να αποτελούν το σήμα κατατεθέν της παράστασης. Οι ενδυματολογικές της επιλογές περιγράφουν άψογα τους χαρακτήρες του έργου, και μπορούν να προσαρμοστούν στις μεταβάσεις τους. Ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ήταν η εθνο-κιτς χορογραφία, λίγο πριν το τέλος της παράστασης, με τους ηθοποιούς να φοράνε χλαμύδες και περικεφαλαίες, σε μια σάτιρα της προγονόπληκτης κουλτούρας του Νεοέλληνα. Μια ανάλογη διάθεση είχαμε δει και στην παράσταση της Πειραματικής Σκηνής «Επαναστατικές μέθοδοι για τον καθαρισμό της πισίνας σας» της Αλεξάνδρας Κ*, όπου ενδυματολόγος ήταν και πάλι η Δουλαδίρη.

 

Η σκηνοθεσία του Θεοχάρη ξεχωρίζει για τον ρυθμό και την ενέργειά της, ενώ αφήνει τους ηθοποιούς του να δείξουν τις πιο ευάλωτες πτυχές των χαρακτήρων τους, δίνοντας έτσι μια καθόλα συγκινητική δουλειά. Είναι εμφανής η προτίμηση κι η δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη σε παραστάσεις μιούζικαλ δωματίου κι εδώ είναι τυχερός που έχει μια τόσο σύγχρονη και καίρια δραματουργία.

Καταληκτικά, μπορούμε να πούμε πως η «Απλή Μετάβαση» δεν είναι μια καθόλου απλή υπόθεση. Είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση που συνάδει με το ανήσυχο πνεύμα των νέων δραματολόγων και δραματουργών του Εθνικού μας Θεάτρου. Επιτέλους, το μεγαλύτερο Κρατικό Θέατρο, πιάνει τον παλμό της εποχής, καταφέρνοντας να κάνει την παραγωγή ενός θεατρικού momentum. Δεν είναι τυχαίο ότι παραδοσιακά πια, η Νέα Σκηνή, δίνει παραστάσεις που ξεχωρίζουν («Στέλλα Κοιμήσου», «Θερισμός»). Η «Απλή Μετάβαση» είναι ένα τρυφερό μουσικοθεατρικό ταξίδι, όπου ο κάθε θεατής θα συναντήσει την ιστορία του.

250x300 knives

ANIXNOS

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Ρίτα Αντωνοπούλου–Θοδωρής Οικονόμου «Χωρίς τίτλο…» Τρίτη 9 Ιουλίου│21:00 Στον Κήπο του Μεγάρου Μια φωνή κι ένα πιάνο.

Κι ένα συναρπαστικό ταξίδι σε έναν ωκεανό μουσικής και μελωδιών, μέσα από την πνοή και τις ερμηνείες της Ρίτας Αντωνοπούλου και τον υπέροχο μουσικό κόσμο που πλάθουν τα δάχτυλα του Θοδωρή Οικονόμου στα πλήκτρα του πιάνου

Τιμές εισιτηρίων 10 € (προπώληση), 12 € (αγορά την ημέρα της συναυλίας) Η προπώληση έχει ήδη αρχίσει. Eισιτήρια 210 72 82 333, megaron.gr και σε όλα τα καταστήματα Public

Πληροφορίες 210 72 82 333 http://megaron.gr https://www.facebook.com/megaron.gr https://www.instagram.com/megaron_ath... https://www.youtube.com/user/AthensCo... https://twitter.com/MegaronAthens https://plus.google.com/+MegaronGr https://www.pinterest.com/megaronathens/

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία