Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Αναστάσης Πινακουλάκης

Αναστάσης Πινακουλάκης

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

 

Είμαι ο άνθρωπος που γελά/Καρυάτιδα του κόσμου που κλαίει/Η κοινωνία είναι μια γκριμάτσα.

Ο αναπληρωτής Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Θοδωρής Αμπαζής προτείνει φέτος μαζί με την Έλσα Ανδριανού τη μουσικοθεατρική διασκευή του μυθιστορήματος «Ο άνθρωπος που γελά» του Βίκτωρος Ουγκώ. Δημοσιευμένο το 1869, το μυθιστόρημα περιγράφει μια ολόκληρη εποχή, την Αγγλία του 18ου αιώνα. Πρόκειται ίσως για το πιο πολιτικό μυθιστόρημα του συγγραφέα, με οξείες και ρητές μομφές προς την αριστοκρατία και την πόλωση ανάμεσα σε αριστοκράτες και φτωχούς. Το έργο έχει ανέβει αρκετές φορές στην σκηνή, ενώ η τάση της τελευταίας δεκαετίας παγκοσμίως είναι ν’ ανεβαίνει μουσικοθεατρικά. Παράλληλα, το έργο έχει σημειώσει μια σημαντική πορεία στη μεγάλη οθόνη, μετρώντας ήδη 8 εκδοχές, από βωβό κινηματογράφο μέχρι και τηλεταινία σε 3 επεισόδια (1971). Η πιο πρόσφατη ταινία ήταν αυτή του 2012 σε σκηνοθεσία Jean-Pierre Ameris και με τον Gerald Depardieu στον ρόλο του Ursus.

Σε μία κοινωνία που βυθίζεται από τη μία στην θλίψη και την απαξιωτική φτώχεια κι από την άλλη η έπαρση του πλούτου κι η αλαζονεία, ο Γκουίνπλεν, «ο άνθρωπος που γελά», είναι αναγκασμένος να φορά ένα αποκρουστικό χαμόγελο. Η μοίρα όπως που σηκώνει και καταστρέφει ανθρώπους, τοποθετεί στον άνθρωπο που γελά και τις δύο ιδιότητες, φτωχός κι αριστοκράτης, μ’ έναν τρόπο που επιτρέπει να τον δούμε πέρα από την κοινωνική του ταυτότητα. Ο Ουγκώ, πιο καυστικός από ποτέ, βάζει το νυστέρι βαθιά στην πληγή κι ακτινογραφεί τόσο τα πολιτεύματα και τους θεσμούς όσο και τον άνθρωπο-άτομο σαν υπόσταση μέσα σε αυτά.

Το έργο μιλάει για τρομαχτικές ιστορικές αλήθειες με έναν σκωπτικό και συνάμα ρομαντικό τρόπο. Ο Γκουίνπλεν, απέκτησε το χαρακτηριστικό του χαμόγελο ως «comprachico», παιδιού με τεχνητό παραμορφωμένο πρόσωπο. Αυτή η πρακτική συνέβαινε για να εμπορεύονται τα παιδιά είτε ζητώντας ελεημοσύνη είτε πουλώντας τα σ’ ευγενείς. Είναι χαρακτηριστικό το μότο του Ursus που λέει «είναι καλύτερο να παραμορφώνεις παρά να σκοτώνεις». Αυτό το χαμόγελο είναι ένα εξωτερικό γνώρισμα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εσωτερική του κατάσταση. Ο Γκουίνπλεν είναι δυστυχισμένος αρχικά λόγω της ένδειάς του και στη συνέχεια λόγω της πνευματικής ένδειας, βλέποντας την ρηχότητα και την αλαζονεία των αριστοκρατών.

Το περιβάλλον του έργου είναι χωρισμένο στα δύο: από τη μία ο «Κάτω Κόσμος», δηλαδή ο κόσμος του φτωχού θιάσου κι από την άλλη ο πλουτοκράτορας αριστοκρατικός. Αν βάλουμε πιο κοντά τον μεγεθυντικό φακό, θα δούμε πως στον «Κάτω Κόσμο» συνυπάρχουν οι 3 οντότητες του κοινωνικού μοτίβου και μάλιστα συνυπάρχουν οριζόντια κι όχι κάθετα. Αναφέρομαι στην ανθρωπινότητα, στη ζωικότητα και την θεϊκή υπόσταση. Ο Ursus έχει όνομα που παραπέμπει σε αρκούδα, συνυπάρχει με ανθρώπους, συμβιώνει με τον Homo που είναι λύκος κι έχει υπό την προστασία του την Dea που θα πει Θεική. Τα τρία επίπεδα της οντότητας συνυπάρχουν λοιπόν στο ίδιο καταγώγι. Ακόμα κι οι αριστοκράτες συχνάζουν σε αυτά τα μέρη είτε από ενδιαφέρον είτε από περιέργεια για το αλλογενές. Δεν είναι τυχαία δε η ενδυματολογική επιλογή των ζωόμορφων μασκών για το Συμβούλιο των Πατρικίων και αριστοκρατών.

Η παράσταση

Ο Θοδωρής Αμπαζής, δύο χρόνια μετά τους Δαιμονισμένους επιστρέφει στην μουσικο-δραματοποίηση της λογοτεχνίας, δίνοντας ένας πρώτης τάξεως σκηνικό έργο. Ο ίδιος συνθέτει τη μουσική και σκηνοθετεί, ενώ το λιμπρέτο υπογράφει η Έλσα Ανδριανού. Η μετάφραση του έργου ανήκει στην Ντορέττα Πέππα, που έχει εκδοθεί μάλιστα από τη Σύγχρονη Εποχή. Η διασκευή του έργου εστιάζει στην κοινωνική πόλωση ανάμεσα στις τάξεις των αριστοκρατών και των φτωχών, καταλήγοντας φυσικά στο να καυτηριάσει την άρχουσα τάξη και τους εκπροσώπους τους. Το σκηνικό έργο των Αμπαζή-Ανδριανού ισορροπεί ανάμεσα στο τραγουδιστικό κομμάτι και την πρόζα, δίνοντας όπου χρειάζονται μερικά ατόφια σχόλια του Ουγκώ σε ηχογραφημένη αφήγηση. Με αυτόν τον τρόπο το έργο είναι συμπαγές και όσο επεξηγηματικό χρειάζεται για τους περισσότερους θεατές που δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν το ιστορικό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο του έργου.

Έχοντας παρακολουθήσει και τους Δαιμονισμένους δύο χρόνια πριν, είμαι σε θέση να παρατηρήσω πως το σκηνικό έργο «Ο άνθρωπος που γελά» είναι πιο εύληπτο και με πιο δυνατό λιμπρέτο. Επίσης, τολμώντας μια σύγκριση ανάμεσα στα δύο, στους Δαιμονισμένους οι πολύ εντυπωσιακές «οπερατικές» εικόνες, δημιουργούσαν ένα ερμηνευτικό χάος, ενώ εδώ είναι πιο καθαρά τα σημεία της παράστασης. Σε κάθε περίπτωση, αμφότερες οι παραστάσεις ήταν πολύ δυναμικές αισθητικές προτάσεις, που ανοίγουν και πάλι τον ενίοτε κορεσμένο διάλογο γύρω από την πρόσληψη των λογοτεχνικών έργων στην σκηνή.

Ο Αμπαζής σκηνοθετεί μια εντυπωσιακή παράσταση έχοντας στην ομάδα του μια πλειάδα άριστων καλλιτεχνών στο είδος τους. Στήνουν όλοι μαζί ένα σκηνικό τσίρκο, όπου η αριστοκρατία φοράει τα καλά της για να γελοιοποιηθεί. Δεσπόζουν φυσικά τα σκηνικά του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, οι ζωόμορφες μάσκες και τα καλαίσθητα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού σε συνδυασμό με την χορογραφία της Αγγελικής Στελλάτου. Η Νίκη Ψυχογιού έχει εξελιχθεί σε μια πρώτης τάξεως εικαστικό ενδυματολόγο, με πολύ ισχυρή αισθητική ταυτότητα. Ο σκηνοθέτης παίζει με γερά χαρτιά, και καταφέρνει να βάλει το ένα μέσα στο άλλο χωρίς να χάνει σε συνοχή ή καλαισθησία. Κεντρική γραμμή σε αυτό τον καμβά, είναι η απόδοση του Ωραίου και η παραμόρφωση αυτού κατά αντίστροφη αναλογία με την παραμόρφωση των comprachicos. Όταν λέμε «ωραίο» δεν εννοούμε μόνο την εξωτερική όψη, αλλά και ακόμα περισσότερο την πνευματική και ηθική υπόσταση. Να θυμίσουμε βέβαια πως εκείνη την πολιτισμική περίοδο υπήρχε μια σύγχυση ανάμεσα στα δύο, δηλαδή πως ο καλός στην όψη έχει και καλή ψυχή, μοτίβο που άρεσε στη λογοτεχνία να το αμφισβητεί και να το σαρκάζει.

Η παράσταση βέβαια απογειώνεται με τον πρώτης τάξεως θίασό της, με πρωταγωνιστές τον Αιμιλιανό Σταματάκη, τον Σπύρο Τσεκούρα και την Εβελίνα Παπούλια. Ο Αι. Σταματάκης στα 28 του μετρά ήδη μια σειρά από πρωταγωνιστικούς ρόλους στο μουσικό θέατρο. Ως Γκουίνπλεν έχει μια σαρωτική ερμηνεία, που εντυπωσιάζει τόσο για το μουσικό του εύρος όσο και για το ερμηνευτικό βάθος που δίνει στον ρόλο του. Ως κατασκευή ρόλου, ο Γκουίπλεν βρίσκεται όπως κι ο Ερνάνης από το ομώνυμο δράμα του Ουγκώ ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, και καταφέρνει να κυριαρχήσει το καλό δείχνοντας στους γύρω τους το πνευματικό και ηθικό σκοτάδι που καλύπτει την κοινωνία. Αυτό το φως το βλέπει μέσα από τη σύνδεση με την Dea (Μαρία Δελετζέ), η οποία αν και τυφλή έχει μια πιο διαυγή θέαση των πραγμάτων.

Ο Σπύρος Τσεκούρας ερμηνεύει τον βασιλιά του Κάτω Κόσμου, τον Ούρσους που θα πει αρκούδα (στα γαλλικά Ours). Η παρουσία του στην σκηνή, θυμίζει αυτή ενός κομπέρ που συντονίζει την δράση-αφήγηση.

Η Εβελίνα Παπούλια υποδύεται την Ζοζιάνα, την νόθη που έγινε δούκισσα. Πλάι της, ο Δαυίδ Μαλτέζε ως Λόρδος Ντέιβιντ. Οι δύο ηθοποιοί δίνουν μια μπουρλέσκ εκδοχή της αριστοκρατίας, ερμηνεύοντας τους ρόλους τους με μια σοβαροφανή γελοιότητα. Είναι εντυπωσιακό το πώς ο θίασος πετυχαίνει να παίξει αντιστικτικά, δίνοντας τον καμβά μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Η παράσταση «Ο άνθρωπος που γελά» του Θοδωρή Αμπαζή είναι μια πολύ ισχυρή πρόταση αισθητικής και μια πετυχημένη κοινωνική σάτιρα. Ο Αμπαζής έχει αποδείξει περίτρανα πως μπορεί να κάνει παραστάσεις συνόλου που διακρίνονται για τη συνοχή και το αισθητικό τους προφίλ. Νομίζω πως μιλάμε για την παράσταση της χρονιάς.

Η παράσταση συνεχίζεται μετά το Πάσχα!

 

Διαβάστε επίσης:

Ο Θοδωρής Αμπαζής Είναι Ένας Άνθρωπος Που Γελά, Κυρίως, Με Τον Εαυτό Του (Συνέντευξη) 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη 
 
Σε παγκόσμια πρώτη ανεβαίνει στο σανίδι το αυτοβιογραφικό Leplaidoyerd’unfou («Η αποθέωση της τρέλας») του Στρίντμπεργκ στο Θέατρο Άλμα. 
 
Ο ήρωας του έργου ο Άξελ, ένας νεαρός τότε βιβλιοθηκάριος και συγγραφέας μας διηγείται τις περιπέτειες του πρώτου, σκανδαλώδη και ταραχώδη γάμου του, την επιτυχία του ως συγγραφέας που άλλαξε τη λογοτεχνική πραγματικότητα της εποχής και χαρακτηρίστηκε ως πρωτοπόρος και εισηγητής του νατουραλισμού με εξπρεσιονιστικές πινελιές και τέλος τη διάλυση αυτού του γάμου.
 
Ο αμφιλεγόμενος Αύγουστος Στρίντμπεργκ έγραψε το αφήγημά του το 1893 απευθείας στα γαλλικά, εξαιτίας του περιεχομένου του έργου του. Η πρώτη του έκδοση ωστόσο ήταν στα γερμανικά την ίδια χρονιά, ενώ δύο χρόνια μετά, το 1895 κυκλοφόρησε και η πρωτότυπη γαλλική εκδοχή. Μέσα στο κείμενό του, ο Στρίντμπεργκ διηγείται μια προσωπική του ιστορία, από την περίοδο όπου ήταν άσημος συγγραφέας και παντρεύτηκε μια γυναίκα την οποία είχε πρώτα χωρίσει ο ίδιος από τον άντρα της. Η ζωή του όμως καταλήγει σύντομα ανυπόφορη, βρισκόμενος πλάι σε μια γυναίκα που τον απατά και ξοδεύει ασύστολα τα λιγοστά τους χρήματα. 
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να διαβάσεις αυτό το έργο, και αναπόφευκτα οι τρόποι αυτοί καθορίζονται από τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον Στρίντμπεργκ. Λίγο πολύ, όλοι έχουμε μια άποψη για τον Σουηδό συγγραφέα, έχοντας δει τουλάχιστον μια παράσταση έργου του. Στην Αποθέωση της τρέλας, μπορείς να δεις και τον αλλόφρονα «Πατέρα», και την αβυσσαλέα παθιασμένη Τζούλια και το εξπρεσιονιστικό σύμπαν ίσως της Σονάτας των Φαντασμάτων. Αφήνοντας όμως κατά μέρους τις όποιες μισογυνιστικές αναφορές, το έργο μπορεί να ειδωθεί και από μια πιο ψυχαναλυτική σκοπιά. Είναι ένα χρονικογράφημα της τρέλας; Όχι, είναι μια προσπάθεια το λογικό να κυριαρχήσει στο θυμοειδές, ο άντρας να κυριαρχήσει στη γυναίκα που τον έχει κυριαρχήσει, ή για να το θέσουμε καλύτερα, ο άντρας να ελέγξει τα πάθη του, για να μην καταστραφεί. Για μένα, ο χαρακτήρας του έργου, είτε είναι ο Στρίντμπεργκ είτε όχι, είναι ένας άντρας που δεν μπορεί να ωριμάσει, αν δεν καταστραφεί από τα πάθη του, τα οποία ζει σε υπερβολικό βαθμό και μας επιτρέπει να τα δούμε. 
 
Ο αφηγηματικός Στρίντμπεργκ διαφέρει ίσως στην ένταση και την ευφράδειά του, σε σχέση με τον θεατρικό, αλλά αμφότερες οι λογοτεχνικές του ταυτότητες, συνταιριάζουν στο σύμπαν του, και στον τρόπο που συνυπάρχουν οι άντρες με τις γυναίκες. Η «Αποθέωση της τρέλας» είναι γραμμένη με αμεσότητα, εξομολογητική διάθεση, κωμικοτραγικότητα και με μια απελευθέρωση από ταμπού. Δεν έχω γνώση του πρωτότυπου, οπότε δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τη διασκευαστική δουλειά που έκανε ο σκηνοθέτης της παράστασης, οπότε θα στο κείμενό μου θα σταθώ στην εμπειρία της παράστασης. 
 
947 288 strindberg
Η παράσταση
Ο Κωνσταντίνος Χατζής ανεβάζει για πρώτη φορά την Αποθέωση της τρέλας (μετάφραση ο Αντώνης Γαλέος) υπό τη μορφή θεατρικού μονολόγου. Μπαίνοντας στην πλατεία του θεάτρου, δεσπόζει αμέσως το ευφαντάστατο σκηνικό που εγκατάστησε η Λία Αβεστά. Ένα τραπέζι με δύο καρέκλες στο κέντρο της σκηνής, και τρεις τοίχοι σε ανάκληση, είναι ο καμβάς αποδόμησης του μέσου αστικού περιβάλλοντος, αλλά και το πάτημα του σκηνοθέτη να παίξει σε πολλά επίπεδα. Το μάτι του θεατή μπορεί να συμπληρώσει το «παζλ» και να επιστρέψει στην κανονικότητά του, στους τέσσερις τοίχους, όπως και γίνεται στην κορύφωση της παράστασης. Είναι φανερή η πρόθεση του σκηνοθέτη να μην δει ρεαλιστικά το έργο σαν αυτοβιογραφία, αλλά να συνομιλήσει με αυτό το «άλλο» και «ανοίκειο» που κατοικεί μέσα στο οικείο. Ταρακουνώντας το συμπαγές, βρίσκει τις ρωγμές του, και βοηθά τον ηθοποιό του να βρει έδαφος πάνω στο χιμαιρικό ή/και στην παράνοια. 
Σε αυτή την δυνατή συνθήκη, βρίσκεται ένα ακόμα πιο δυνατό χαρτί, ο ερμηνευτής του μονολόγου, Γιώργος Παπαπαύλου. Ο ηθοποιός συναντάται ξανά με τον σκανδιναβό συγγραφέα, μετά το Προς Δαμασκό που ανέβηκε το 2016 σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη. Στην Αποθέωση καλείται να ερμηνεύσει όλο το φάσμα της προσωπικότητας του Στρίντμπεργκ, περνώντας δηλαδή από τη φιλοδοξία ενός ανερχόμενου συγγραφέα, στον ηθικό και πνευματικό ξεπεσμό λίγο πριν το διάβα της τρέλας. Ο τρόπος γραφής του έργου (ή έστω της διασκευής του) θέτουν τον ηθοποιό σε μια συνεχή κίνηση και αλλαγή διάθεσης. Το αποτέλεσμα είναι να καταφέρνει να δημιουργήσει μια πολυπρισματική σχεδόν σχιζοφρενή ερμηνεία που φανερώνει άλλοτε βιτριολικά κωμικά κι άλλοτε με μία σοκαριστική απλότητα, την κωμικοτραγική υπόσταση της ύπαρξής του. Κατά τη γνώμη μου, ο Παπαπαύλου κατορθώνει με την Αποθέωση της τρέλας, την πιο δική του κι άρα την πιο ώριμη ερμηνεία της καριέρας του.  Για την ιστορία, η Αποθέωση της τρέλας ήταν η τέταρτη συνεργασία Χατζή-Παπαπαύλου, αφού είχαν προηγηθεί ο Γλάρος, ο Αγαμέμνων κι ο Κοριολάνος-Ιούλιος Καίσαρας.
 
Με δύο λόγια: ο Κωνσταντίνος Χατζής κι ο Αντώνης Γαλέος προτείνουν με την Αποθέωση της τρέλας, για πρώτη φορά, το εν λόγω πεζό κείμενο σε θεατρική μορφή κι αυτό από μόνο του είναι ένα κίνητρο να δεις την παράσταση. Το ρεσιτάλ όμως του Γιώργου Παπαπαύλου είναι ο λόγος που θα ευχαριστηθείς την παράσταση, όποια κι αν είναι η ανάγνωση ή η θέση σου προς τον Στρίντμπεργκ. 
 

Με ανανεωτική ματιά ανεβάζει Goldoni στο Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών ο Μιχάλης Σιώνας.
 
Ένας Υπηρέτης, δύο Αφεντάδες. Ο Τρουφαλδίνο, ο παμπόνηρος, πολυμήχανος, γκαφατζής αλλά και συνάμα άκακος ήρωας που εκπροσωπεί τους υπηρέτες όλων των εποχών υπηρετεί, ξεγελά, πληρώνεται από δύο κυρίους και σταδιακά φτάνει να διαφεντεύει τις ζωές τους. Μέσα από κωμικές συγκρούσεις, πάθη και περιπέτειες αναζητούνται ο έρωτας, το πάθος, η ευτυχία… αλλά κι η προσπάθεια του Υπηρέτη για επιβίωση.
 
Γραμμένο πίσω στο 1745, το έργο «Il servitore di due padroni» (Υπηρέτης Δύο Αφεντάδων), μετρά ήδη σχεδόν τρεις αιώνες ζωής. Μια από τις διασημότερες κωμωδίες του Goldoni επέλεξε να σκηνοθετήσει ο Μιχάλης Σιώνας σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ. Οι περιπέτειες του καιροσκόπου υπηρέτη Τρουφαλντίνου κι οι εμπλουτισμένοι τύποι της Comedia dell Arte συνθέτουν έναν ενδιαφέρον καμβά, όπου ενυπάρχουν ο κοινωνικός προβληματισμός για τις τάξεις, τα δικαιώματα των υπηρετών, η θέση τη γυναίκας και η κατάτμηση των ταξικών γεφυρωμάτων. Για την ιστορία, ν’ αναφέρουμε πως το έργο αυτό έχει διανύσει τη δική του ιστορία στις κρατικές μας σκηνές, με πρώτο του ανέβασμα στο Εθνικό το 1937 (με τίτλο «Υπηρέτης δύο κυρίων») και στο ΚΘΒΕ, το 1967 σε σκηνοθεσία Κανέλλου Αποστόλου με τον Γιάννη Κυριακίδη ως Τρουφαλντίνο. Πιο πρόσφατο ανέβασμα στην Αθήνα, είχαμε την περσινή σεζόν από την ομάδα Ιδέα στο ομώνυμο θέατρο.
 
Πως μπορεί όμως μια κλασική κωμωδία να πλησιάσει τον σημερινό θεατή;
 
Η παράσταση
 
Ο Μιχάλης Σιώνας ανέλαβε να σκηνοθετήσει για λογαριασμό του ΚΘΒΕ, τον διασημότερο Ιταλό κωμωδιογράφο. Επέλεξε την άρχουσα στις μέρες μας μετάφραση του αποδημούντος Ερρίκου Μπελιέ. Ο σκηνοθέτης από τη μία θέλησε να αποτελέσει φόρο τιμής στην Comedia dell arte, φρεσκάροντας την κι από την άλλη να επικοινωνήσει μέσω της σκηνοθεσίας και της δραματουργίας της παράστασης με τα βαθύτερα κοινωνικά επίπεδα του έργου, που ομολογουμένως έχουν διαχρονική ισχύ.
 
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, προσπάθησε και το κατόρθωσε σε μεγάλο βαθμό, να συνδέσει τον κάθε ηθοποιό με την κινησιολογική ιδιαιτερότητα του τύπου που κλήθηκε να φέρει στην σκηνή. Είδαμε λόγου χάριν, το δύσκολο περπάτημα του Πανταλόνε, την κλοουνερί και τα κουτρουβαλιάσματα των υπηρετών, την κουτοπουνηριά της, Σμεραλντίνα και τον τυποποιημένο ρομαντισμό των νεαρών εραστών. Οι ηθοποιοί είχαν εμφάνιση ή στάση σώματος που καταδείκνυε αμέσως τον τύπο τους. Οι τζάνοι μάλιστα φορούσαν μάσκα, που συνδύαζε την κωμική τους περσόνα με το δραματικό τους υπόβαθρο. Το ενδιαφέρον εδώ όμως δεν είναι η δέσμευση των ηθοποιών σε μια τυποποίηση, αλλά η ελευθερία τους μέσα σε αυτήν. Οι χαρακτήρες του έργου ήταν αποδόθηκαν στην πλειονότητά τους ολοζώντανοι. Με τη λογική του «παταριού», οι ηθοποιοί αναλαμβάνουν τους χαρακτήρες τους όταν μπαίνουν στον κύκλο στο κέντρο της σκηνής.
 
Από την άλλη, όσον αφορά το δεύτερο βασικό σκέλος της παράστασης του Σιώνα, αυτόν της επικαιροποίησης του έργου, σε σημεία η δραματουργία υπερ-δουλεύτηκε. Βασικό ατού της παράστασης ήταν η ευφράδεια και η σκηνική άνεση του πρωταγωνιστή αυτής, Θανάση Ραφτόπουλου. Ο ηθοποιός έδωσε μια λαμπρή και πολύπλευρη ερμηνεία του Τρουφαλντίνο, που ήταν ταυτόχρονα και καιροσκόπος και αφελής, χειριστικός και αυθεντικός. Το ανέβασμα του έργου σήμερα, συμπίπτει και με το «καυτό» φεμινιστικό κίνημα της τελευταίας τριετίας (#metoo), αφού μέσω της μεταμφίεσης της Μπεατρίτσε σε άντρα, εκφράζονται όλες οι σεξιστικές ανισότητες. Ωστόσο, τα επιπρόσθετα κομμάτια, διακείμενα φεμινιστικών και αριστερών κειμένων, νομίζω πως ξεχειλώνουν τα νοηματικά κέντρα του έργου. Σε κάθε περίπτωση, η όποια κειμενική παρέμβαση κατοχυρώνεται νόμιμα φύσει του δραματικού είδους, που κατεξοχήν συζητούσε ευθέως για τις κοινωνικές (λαϊκές) του ανάγκες.
 
Ένα τρίτο στοιχείο της σκηνοθεσίας του Σιώνα, είναι η σύνδεση δραματικού με κωμικό, δίνοντας μια πιο ρεαλιστική εικόνα των χαρακτήρων του έργου. Το χιούμορ έτσι γίνεται το όχημα της τραγικότητας και το γέλιο αφήνει μια γλυκόπικρη επίγευση. Σε αυτή τη διάθεση, σημαντικό ρόλο παίζει η μουσική του Αλέξανδρου Ιωάννου, που έχει μια πιο μελοδραματική ταυτότητα. Ένσταση έχω με την επιλογή να κλείσει «δραματικά» το έργο με την ακόρεστη πείνα του Τρουφαλντίνου που έρχεται σε αντίθεση με το φινάλε του έργου.
 
Οι ηθοποιοί της παράστασης με μπροστάρη τον Θανάση Ραφτόπουλο δίνουν ερμηνείες που διακρίνονται για την αμεσότητα και την γνησιότητά τους. Μέσα σ’ ένα πολύ συμπαγές κλίμα, φέρει ο καθένας την προσωπικότητά του που συναντά την θεατρικότητα. Πέραν του πρωταγωνιστή, να ξεχωρίσουμε επίσης την Άννα Σωτηρούδη ως Μπεατρίτσε, την Ειρήνη Κυριακού ως Σμεραλντίνα και τον Γιάννη Τσεμπερλίδη ως Φλορίντο.
 
Καταληκτικά, η παράσταση Υπηρέτης δύο αφεντάδων του Μιχάλη Σιώνα καταφέρνει ν’ αναδείξει μια σχεδόν ξεχασμένη παράδοση και ταυτόχρονα να μιλήσει ηχηρά για την οργάνωση και την κατάσταση της κοινωνίας. Με λίγα ρεφιναρίσματα θα μπορούσε δε να ήταν μια πολύ ολοκληρωμένη πρόταση. Το σίγουρο είναι πως το αποτέλεσμα είναι γνήσια ψυχαγωγικό και μιλάει προς όλα τα κοινωνικά στρώματα και φύλα.

 Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Το «El Principio de Arquímedes» (Η αρχή του Αρχιμήδη) του Josep Maria Miro ανεβαίνει για μόλις δεύτερη φορά σε ελληνική σκηνή σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανούηλ.
Είναι η δεύτερη συνεργασία ων Μαυρογεωργίου-Χατζηεμμανουήλ (Solo Theatro) σε δύο χρόνια μετά το «Χελιδόνι» (La Golondrina) του Guillem Clua, το οποίο μάλιστα θα ξαναπαιχτεί για έναν τρίτο κύκλο παραστάσεων στο Μικρό Γκλόρια.  Ο Miro διακρίθηκε το 2011 με το βραβείο Born για το έργο «Η αρχή του Αρχιμήδη», ενώ μετράει ήδη μια δεκάδα από βραβεία για το σύνολο της δραματουργίας του. 
Το έργο πραγματεύεται ένα πολύ αμφιλεγόμενο περιστατικό που λαμβάνει χώρα σ’ ένα κολυμβητήριο –εξού κι ο τίτλος-αναφορά στον Αρχιμήδη- που παίρνει μια παραβατική χροιά. Ο Τζόρντι, ένας προπονητής κολύμβησης, δίνει ένα φιλί στο στόμα σ’ ένα αγόρι γύρω στα 7 χρονών επειδή (όπως ισχυρίζεται) φοβόταν να κολυμπήσει χωρίς σωσίβιο. Ο ίδιος δεν βλέπει κάτι μεμπτό στην τρυφερή αυτή πράξη. Οι γονείς των παιδιών συσπειρώνονται και ζητούν εξηγήσεις από την διεύθυνση του κολυμβητηρίου. Που βρίσκεται όμως η αλήθεια; 
Ο Josep M. Miro ακολούθησε μια πολύ ενδιαφέρουσα και γεμάτη suspense αφηγηματική διάταξη. Ακολουθεί μια μη γραμμική αφήγηση, κόβοντας τις σκηνές απότομα, αφήνοντας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα συνέχειας. Στην εξέλιξη της πλοκής, οι σκηνές επανέρχονται για να συμπληρωθούν, δίνοντας νέες οπτικές γωνίες. Αυτή η αφηγηματική επιλογή ανοίγει το έργο στην αντιληπτική και κριτική ικανότητα του θεατή και ταυτόχρονα κλείνει το μάτι στην αστυνομική λογοτεχνία. Ο Τζόρντι είναι αθώος ή ένοχος, τρυφερός ή διεστραμμένος; Το πολύ ελκυστικό «ξεφλούδισμα του κρεμμυδιού» όσον αφορά του χαρακτήρες του έργου δεν είναι καθόλου εύκολη ή προβλέψιμη υπόθεση. Οι ήρωες δεν είναι μονοκόμματα η αλήθειά τους, αλλά οι φωτοσκιάσεις αυτής. 
 
H Arxi tou Arximidi photo by Yiannis Karabatsos 5
Η παράσταση
Σε αυτή τη διαδικασία αποσαφήνισης της ιστορίας, καθοριστικό ρόλο παίζει το σκηνοθετικό έργο του Βασίλη Μαυρογεωργίου. Ο σκηνοθέτης όχι μόνο υπηρετεί την ροή της αφήγησης του συγγραφέα, αλλά φλερτάρει περαιτέρω με το παιχνίδι των οπτικών γωνιών των δραματικών προσώπων. Τρεις φορές ανάμεσα στις σκηνές, αλλάζει σε πλήρες σκοτάδι τις προσόψεις της σκηνογραφίας και τον σκηνικό του χώρο συνεπακόλουθα. Δεν επαναπαύεται στο γερό δραματουργικό υλικό που έχει στα χέρια του, δίνοντας μια εύκολη «λύση» στο θεατή. Πετυχαίνει άψογα να παίξει με την προνομιακή θέαση και θέση του θεατή αλλά και την θέαση των δραματικών προσώπων από τα υπόλοιπα πρόσωπα. Με άλλα λόγια, έχουμε τη δυνατότητα να δούμε την διαχείριση της «επίμαχης» πράξης, από πολλές πλευρές, προτού πάρουμε τη μία ή την άλλη θέση. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα κερδίζει σε δραματικό suspense και σε μια περιδιάβαση στα λεπτά όρια ανάμεσα στη νομιμότητα και την παραβατικότητα, την ηθική και την διαστρέβλωση αυτής. 
Η διαχείριση του σκηνικού χώρου είναι μαθηματικά υπολογισμένη «εκπαιδεύοντας» τον θεατή να παρατηρήσει και να οδηγηθεί στον μίτο της ιστορίας και συνεπώς στον πάτο του παγόβουνου. Από ένα σημείο και μετά κάθε σκηνικό αντικείμενο αποκτά ξεχωριστό νόημα για τον θεατή κι αποτελεί κλειδί για την εξέταση αυτής της υπόθεσης. Το ρεαλιστικό σκηνικό της Θάλειας Μέλισσα φωτίζεται άψογα από τις λάμπες φθορίου (φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου) δίνοντας ένα ψυχρό, σχεδόν ανακριτικό σκηνικό περιβάλλον. 
 
 
Ο Μιχάλης Συριόπουλος (βραβείο Χορν 2019) είναι ο πρωταγωνιστής της παράστασης, υποδυόμενος τον Τζόρντι, τον προπονητή που φίλησε το ανήλικο αγόρι. Ο δημοφιλής στο αθηναϊκό κοινό ηθοποιός από τις παραστάσεις του Μοσχόπουλου («Η δίκη του Κ», «Καντιντ) δίνει μια συλλεκτική ερμηνεία χωρίς ευκολίες. Ο Τζόρντι του είναι σημεία «ο άνετος προπονητής» που κομπάζει την «φαλλική» του υπεροχή, σε σημεία ο τυπικός κατηγορούμενος ενός δικαστικού δράματος, ενώ στο τελευταίο μέρος του έργου γίνεται η σκιά του εαυτού του. Δεν είναι απλώς ένας δεινός ερμηνευτής, αλλά ένας πολύ έξυπνος αίλουρος που μπορεί να πηδήσει από τη μία ψυχική διάθεση και συμπεριφορά στην άλλη ξανά και ξανά χωρίς να προδώσει τα πιο μύχια στοιχεία του χαρακτήρα του. Ο Τζόρντι του ενώ φέρεται ως εξωστρεφής κι άνετος, αποδεικνύεται ένας αινιγματικός άντρας που θα μπορούσε να είναι ένοχος για ηθικά μεμπτά πράγματα. Το ενδιαφέρον –κατά τη γνώμη μου- είναι πως δεν φτάνουμε σε κάποια «κάθαρση» αλλά ούτε σ’ ένα ανατρεπτικό τέλος. Ο Τζόρντι καταλήγει στο χείλος ενός γκρεμού που δεν έχει καν συμπαγές έδαφος. Ρέει σαν το υδάτινο στοιχείο στο οποίο έχει αφοσιωθεί επαγγελματικά. 
 
Ο Miro πολύ σοφά παραμένει πολιτικώς ορθός και δεν αναλώνεται σε μια γραφή που παραπέμπει σε ανακριτική διαδικασία με μονοδιάστατες αναγνώσεις και ηθικολογίες. Χωρίς να στερεί από τη γραφή του το νυστέρι, δεν θεραπεύει ούτε σκοτώνει τον ασθενή του αλλά δίνει στον θεατή αυτό το νυστέρι καλώντας τον να δίνει ο ίδιος στην ουσία των πραγμάτων.
 
H Arxi tou Arximidi photo by Yiannis Karabatsos 1
Η Μαρία Φιλίνη δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία ως Άννα, η διευθύντρια του κολυμβητηρίου. Σταθερή συνεργάτης του Skrow Theater, εμφανίστηκε πιο ώριμη από ποτέ. Συνθέτει μια σειρά από ποιότητες που δείχνουν την ανθρώπινη πλευρά του χαρακτήρα της που είναι επιφορτισμένος μ’ ένα εκτελεστικό έργο. Αναλαμβάνει τον στυγνό ρόλο του ανακριτή και σε σημεία τον συμβουλευτικό χαρακτήρα ενός συναδέλφου.  
Ο Γιάννης Σοφολόγης υποδύεται τον άλλο προπονητή του έργου, που δείχνει έναν άλλο τύπο υπαλλήλου, αυτού που επικεντρώνεται στην δουλειά του και δεν δείχνεται. Η χαριτωμένη αφέλεια που δίνει στον χαρακτήρα του, αποτελεί ένα απαραίτητο αντιστικτικό στοιχείο στον δραματικό πρωταγωνιστή. Δεν είχε ωστόσο μια ιδιαίτερη δυναμική στη μετάβασή του από υποστηρικτή σε αντίμαχο αυτού. 
 
Τέλος, ο Σεραφείμ Ράδης υποδύεται τον πατέρα ενός μαθητή. Η περιορισμένη του παρουσία και η αρχική μετρημένη του ερμηνεία, δυστυχώς δεν φτάνει ποτέ στο τραχύ θυμοειδές που περιγράφεται στην τελευταία σκηνή του έργου με αποτέλεσμα να μην φαίνεται τόσο αναγνωρίσιμος πολιτισμικά. Ίσως βέβαια δεν προσφέρεται κι ο ρόλος του δραματουργικά για μια εξισορροπημένη κορύφωση όπως τα υπόλοιπα πρόσωπα. 
Έχοντας δει την παράσταση «Η αρχή του Αρχιμήδη» δικαιολόγησα μέσα μου γιατί έγινε talk of the town, τόσο στο σύνολο όσο και στο μεγάλο ατού που λέγεται Μιχάλης Συριόπουλος. Θα ήθελα να σταθώ ωστόσο εξίσου στην πολυδιάστατη και στοχευμένη σκηνοθεσία του Μαυρογεωργίου που είτε ως δραματουργός είτε ως σκηνοθέτης προτείνει δυναμικά ένα εντελώς σύγχρονο ρεπερτόριο. Στην «αρχή του Αρχιμήδη» τα πάντα είναι ανοιχτά προς εξέταση και η δραματουργία αναπτύσσεται ενδόμυχα στον θεατή. 
 
 

 

Should I stay (στην Ελλάδα) or Should I go (στο εξωτερικό) σκέφτηκα λίγα λεπτά μετά την έναρξη της παράστασης «Απλή Μετάβαση».

 

Πρόκειται για το πρώτο μιούζικαλ των Γεράσιμου Ευαγγελάτου και Θέμη Καραμουρατίδη, που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Μίνωα Θεοχάρη στη Νέα Σκηνή Νίκος Κούρκουλος του Εθνικού Θεάτρου. Οι δύο δημιουργοί είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς για το συνθετικό/στιχουργικό τους έργο, για τη Νατάσα Μποφίλιου αλλά και για τη δημιουργία μουσικών παραστάσεων.

Για την ιστορία, είναι η δεύτερη φορά που συναντιούνται σκηνικά ο Θέμης Καραμουρατίδης, ως συνθέτης κι ο Μίνως Θεοχάρης, ως σκηνοθέτης μετά την πολύ επιτυχημένη παράσταση «Αν Αργήσω Κοιμήσου» (κείμενο: Άκης Δήμου) το 2011. Μάλιστα, στη συγκεκριμένη παράσταση, πέραν του Θεοχάρη συν-σκηνοθετούσε και συμπρωταγωνιστούσε κι ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, ο οποίος επιστρέφει στο Εθνικό, ως πρωταγωνιστής, μετά τα «Κόκκινα Φανάρια» του Ρήγου.

Από την άλλη, ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος φαίνεται πως μοιράζεται πια ανάμεσα στη μουσική και στο θέατρο, αφού πέραν από τις μεταφράσεις του σε τραγούδια επιτυχημένων μιούζικαλ, που ανέβηκαν στα ελληνικά (δυστυχώς όχι πάντα σε αξιόλογες παραστάσεις), είχε την πρεμιέρα του πρώτου θεατρικού έργου του «Ουρανία», την περσινή σεζόν στο 104 για sold παραστάσεις. Αυτή τη στιγμή, η παράσταση παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη.

metavasi

Ο τίτλος

Η επιλογή του τίτλου «Απλή Μετάβαση» παρουσιάζει ενδιαφέρον, είτε έχεις δει την παράσταση, είτε όχι. Αν το δούμε τελείως κυριολεκτικά, πρόκειται για μια μετάβαση, εκ του ρήματος «μεταβαίνω», που θα πει πηγαίνω από το ένα μέρος στο άλλο. Λαμβάνοντας υπόψη πως το έργο διαδραματίζεται σε αεροδρόμιο, καταλαβαίνουμε πως πρόκειται για ένα αεροπορικό ταξίδι, μια γεωγραφική μετατόπιση. Διαβάζοντας την υπόθεση του έργου, δίνουμε μια έξτρα σημασία στη μετάβαση. Οι ήρωες, κατά βάση, γύρω μετά τα 30 αναγκάστηκαν να κάνουν μια μετάβαση από την ανεμελιά, τη σιγουριά και την ευοίωνη εικόνα για το μέλλον, σε μια δυσπρόσιτη πραγματικότητα της οικονομικής, εργασιακής και προσωπικής ανεπάρκειας. Το έργο, λοιπόν, μιλά  για το νέο κι, ακόμα, πολύ δυναμικό μεταναστευτικό ρεύμα Νέων Ελλήνων προς το εξωτερικό, ως απότοκο της κρίσης του 2009. Οι νέοι φερέλπιδες ενός ανώτερου βιοτικά κι οικονομικά βίου από αυτόν των γονιών τους, γίνονται σχεδόν αναγκαστικά οικονομικοί μετανάστες με την αγωνία να στεριώσουν κάπου, όπου θα μπορέσουν να δημιουργήσουν και να δημιουργηθούν. Στον τίτλο υπάρχει, όμως, κι η γλυκόπικρα ειρωνική λέξη «απλή», που βλέποντας την παράσταση διαπιστώνεις πως κάθε άλλο παρά απλή είναι.

Οι χαρακτήρες

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε μια αίθουσα αναμονής στο Ελευθέριος Βενιζέλος, για την πτήση με προορισμό το Λονδίνο, του επικείμενου Brexit. Ο Άρης (Κ. Ασπιώτης), ένας άντρας 30 χρόνων τολμά να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στην επαγγελματική και την προσωπική του ζωή. Αποδέχτηκε μια επαγγελματική θέση, που μπορεί να του εξασφαλίσει ένα καλό επίπεδο ζωής (;). Η Λένα (Μαρίζα Ρίζου) τον αρραβωνιάστηκε και τον ακολουθεί χωρίς να έχει διασφαλίσει τη ζωή της. Ίσως, κι ο Άρης να μην έπαιρνε την απόφαση της μετάβασης αν δεν την είχε πλάι του. Η Νεφέλη (Ν. Σιδέρη) ετοιμάζεται να σπουδάσει στην Αγγλία μετά από προτροπή των γονιών της. Η Δάφνη (Χαρά Κεφαλά) – η μαμά της – βρίσκεται σ’ ένα προσωπικό και συντροφικό τέλμα. Ο Νταμόν (Νίκος Λεκάκης) αναγκάζεται να μεταναστεύσει, για δεύτερη φορά, για επαγγελματικό λόγο, για να μην μείνει άνεργος, στην Ελλάδα. Το ταξίδι αυτό μπορεί να συνεπάγεται και το τέλος της σχέσης του με τον Σπύρο (Φ. Ριμένας). Ο Γιώργος (Κ. Γαβαλάς) έχει δημιουργήσει, ήδη, μια ζωή και μια οικογένεια στο εξωτερικό, αλλά νιώθει ακόμα σε «μετάβαση» ανάμεσα σε δύο χώρες. Η Μαρία (Μ. Διακοπαναγιώτου) έχει μια πιο «γύφτικη» ζωή, περιοδεύοντας κατά εκεί που φαίνεται μια ευκαιρία ή λίγο χρήμα, όντας τραγουδίστρια σε μπάντα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι περιμένουν στην ίδια αίθουσα αναμονής να κάνουν μια «απλή μετάβαση».

 

metavasi texnes plus

Η παράσταση

 Ο Μίνως Θεοχάρης έστησε μια παράσταση με τη λογική του παταριού, τοποθετώντας μια εξέδρα ανάμεσα στις δύο μεριές της πλατείας των θεατών. Αυτό το πατάρι θα μπορούσε να ήταν εξίσου η αίθουσα αναμονής ενός αεροδρομίου και μια μουσική σκηνή, όπου οι ήρωες απελευθερωμένοι για λίγο από τη διάδραση με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, καταθέτουν την αλήθειά τους. Στα δεξιά είναι τοποθετημένη η ζωντανή ορχήστρα, που παίζει τα τραγούδια της παράστασης. Η σκηνογραφία της Ηλένιας Δουλαδίρη είναι ιδιαίτερα αφαιρετική, με τις ξύλινες βαλίτσες να αποτελούν το σήμα κατατεθέν της παράστασης. Οι ενδυματολογικές της επιλογές περιγράφουν άψογα τους χαρακτήρες του έργου, και μπορούν να προσαρμοστούν στις μεταβάσεις τους. Ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ήταν η εθνο-κιτς χορογραφία, λίγο πριν το τέλος της παράστασης, με τους ηθοποιούς να φοράνε χλαμύδες και περικεφαλαίες, σε μια σάτιρα της προγονόπληκτης κουλτούρας του Νεοέλληνα. Μια ανάλογη διάθεση είχαμε δει και στην παράσταση της Πειραματικής Σκηνής «Επαναστατικές μέθοδοι για τον καθαρισμό της πισίνας σας» της Αλεξάνδρας Κ*, όπου ενδυματολόγος ήταν και πάλι η Δουλαδίρη.

 

Η σκηνοθεσία του Θεοχάρη ξεχωρίζει για τον ρυθμό και την ενέργειά της, ενώ αφήνει τους ηθοποιούς του να δείξουν τις πιο ευάλωτες πτυχές των χαρακτήρων τους, δίνοντας έτσι μια καθόλα συγκινητική δουλειά. Είναι εμφανής η προτίμηση κι η δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη σε παραστάσεις μιούζικαλ δωματίου κι εδώ είναι τυχερός που έχει μια τόσο σύγχρονη και καίρια δραματουργία.

Καταληκτικά, μπορούμε να πούμε πως η «Απλή Μετάβαση» δεν είναι μια καθόλου απλή υπόθεση. Είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση που συνάδει με το ανήσυχο πνεύμα των νέων δραματολόγων και δραματουργών του Εθνικού μας Θεάτρου. Επιτέλους, το μεγαλύτερο Κρατικό Θέατρο, πιάνει τον παλμό της εποχής, καταφέρνοντας να κάνει την παραγωγή ενός θεατρικού momentum. Δεν είναι τυχαίο ότι παραδοσιακά πια, η Νέα Σκηνή, δίνει παραστάσεις που ξεχωρίζουν («Στέλλα Κοιμήσου», «Θερισμός»). Η «Απλή Μετάβαση» είναι ένα τρυφερό μουσικοθεατρικό ταξίδι, όπου ο κάθε θεατής θα συναντήσει την ιστορία του.

 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

«Και η καρδιά των ερωτευμένων είναι ένα περιβόλι γεμάτο προσδοκίες. Φυτεύονται, ανθούν, καρπίζουν και τρώγονται απ' τους φόβους, αυτά τα παρασιτικά ζιζάνια της ψυχής».

Πριν δύο εβδομάδες έκανε πρεμιέρα το καινούργιο έργο του ηθοποιού Στέφανου Παπατρέχα, «Φροσύνη» στο θέατρο Άβατον στον Κεραμεικό. Το έργο καταπιάνεται με την ιστορία της Φροσύνης, χωρίς να καταφύγει στην εθνογραφία, αλλά μ’ έναν πολύ φρέσκο και θεατρικό τρόπο.

Frosyni 5s

Η ιστορία

Η Ευφροσύνη Βασιλείου, που έμεινε γνωστή ως Κυρά Φροσύνη, ήταν διάσημη για την ομορφιά και την μόρφωσή της στην πόλη των Ιωαννίνων όπου γεννήθηκε και πέθανε. Η ερωτική της σχέση με τον Μουχτάρ, τον γιο του Αλή Πασά, ενώ αμφότεροι ήταν παντρεμένοι, της κόστισε την ζωή με μια πολύ βαριά ποινή. Στις 11 Ιανουαρίου το 1801, σε ηλικία μόλις 27 ετών, εκείνη καθώς 17 συμπατριώτισσές της, εκτελέστηκαν δια πνιγμού στη λίμνη Παμβωτίδα. Αυτό ήταν και το θέμα της αριστοτεχνικής φωτογράφησης της παράστασης από τη Ναταλία Β.

Το έργο

Στον μονόλογο του Παπατρέχα, βλέπουμε μια ηθοποιό που καλείται να μελετήσει και να υποδυθεί την Φροσύνη, και μέσα από την τριβή της με τον ρόλο, ξεδιπλώνεται ένα ολόκληρο αρχετυπικό σύμπαν. Ποια είναι όμως η Φροσύνη και τι έχει να μας πει σήμερα; Το ελκυστικό στο έργο του Παπατρέχα πέραν από την αξιοποίηση του ίδιου του ιστορικού προσώπου, είναι η αναγωγή του στο ευρύτερο φάσμα «γυναίκα». Χωρίς να πάρει θέση ή να επιχειρήσει την εύκολη συγκίνηση, ο νεαρός συγγραφέας ανοίγει μια συζήτηση γύρω από το πώς προσεγγίζεις μια ιστορική ηρωίδα και αφήνει να φανούν προεκτάσεις που ίσως δεν ήταν ορατές ως τώρα. Αξίζει ν’ αναφερθεί πως είναι το δεύτερο θεατρικό έργο του συγγραφέα που παρασταίνεται στην Αθήνα, μετά την πρωτόλεια δουλειά του «Το Ξέφωτο» το 2012 στο ΠΚ (σκηνοθεσία: Λουίζα Ζούζια – Στέφανος Παπατρέχας).

Η παράσταση

Η παράσταση ακολουθεί την λογική του κειμένου, στήνοντας ένα θέατρο εν θεάτρω, δείχνοντας αρχικά (σκηνικά και δραματουργικά), το διαμέρισμα μιας ηθοποιού στη σημερινή εποχή, και στη συνέχεια μέσα από την ερμηνεία της ηθοποιού, και το ξεκλείδωμα ενός «μπαούλου», κάνει ένα ταξίδι στον χρόνο. Οι σκηνοθέτες της παράστασης, Λάζαρος Βαρτάνης και Στέφανος Παπατρέχας, υιοθέτησαν μια πολύ πρακτική κεντρική ιδέα παράστασης, που αν και είναι συμβατική, καταλήγει στην εξέλιξή της να είναι όχι μόνο μη συμβατική αλλά και εντυπωσιακή.

Η ηθοποιός (Σύνθια Μπατσή) αρχίζει να ενδύεται το ένα κοστούμι πάνω από το άλλο, σε μια «αγχώδη» προσπάθεια να ενδυθεί όλα όσα κουβαλά η ιστορία του προσώπου που υποδύεται, καθώς προβάρει τα λόγια της. Ενώ λοιπόν, στο πρώτο κομμάτι της παράστασης, κυριαρχούν το χιούμορ κι η αυτοαναφορικότητα και σκηνογραφικά ένα διαμέρισμα λίγο-πολύ αναγνωρίσιμο σε όλους, σταδιακά, αυτό σπάει και γίνεται κάτι άλλο, πιο χαοτικό και σαγηνευτικό. Η ηθοποιός αφήνει το σώμα της να κουμπώσει στη Φροσύνη και σε όλη την μοιραιότητα που φέρει το όνομά της, και το σώμα αυτό αφηγείται την ιστορία με σκηνική γοητεία και λάμψη. Καθώς η παράσταση πλησιάζει προς την κορύφωσή της, οι σκηνοθέτες βάζουν την ηρωίδα να προετοιμάζει το σκηνικό του χαμού της. Έτσι, το κρεβάτι, το στρώμα, το γραφείο, τα πραγματικά πολλά κοστούμια (Έλλη Εμπεδοκλή), γίνονται μια μάζα, που σχεδόν πνίγουν την ηθοποιό, προτού η Φροσύνη «πέσει στην θάλασσα».

Το ατού βέβαια της σκηνογραφίας, είναι το εύρημα του μπαούλου, που αφού αποκολληθούν οι σανίδες που χωρίζουν το εσωτερικό του στη μέση, γίνεται η «λίμνη» όπου πνίγεται η ηρωίδα. Δεν μπορώ να το περιγράψω περαιτέρω, γιατί πρέπει να το βιώσετε από κοντά. Κι επειδή ακριβώς είναι πολύ ισχυρά και ο τρόπος που η Σύνθια Μπατσή ερμηνεύει τη Φροσύνη, και το μπαούλο, ίσως δε χρειαζόντουσαν καν όλα τα υπόλοιπα κομμάτια του σκηνικού, καθώς το ένα καπελώνει το άλλο.

Οι σκηνοθέτες της παράστασης ήταν πολύ τυχεροί στην επιλογή της πρωταγωνίστριάς τους, καθώς η Σύνθια Μπατσή δίνει ψυχή και σώμα στην ερμηνεία της, αναδεικνύοντας το έργο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ενδυόμενη και απενδυόμενη κοστούμια και «στερεότυπες ρήσεις», σωματικοποιεί το κείμενο και τις προεκτάσεις του, μιλώντας για την γυναίκα Φροσύνη απλά και διεισδυτικά. Το καλύτερο στολίδι αυτής της παράστασης είναι η ίδια του η πρωταγωνίστρια.

Η παράσταση «Φροσύνη» θα συνεχίσει τη διαδρομή της για μερικές Τετάρτες ακόμα στο Άβατον, προτού βουτήξει ξανά στον χρόνο.

 

Διαβάστε επίσης: 

Είδα Το «Γίδα Ή Ποια Είναι Η Σύλβια;», Σε Σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη

 

 

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

«Περιμένοντας το Τίποτα ή το Περιμένοντας»; Διερωτηθήκαμε παρακολουθώντας την παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» στο Θέατρο Άττις.

Ο Σάββας Στρούμπος επιστρέφει για δεύτερη σεζόν με το μπεκετικό αριστούργημα για να διερευνήσει με την ομάδα του το ζήτημα της επικοινωνίας και της συνύπαρξης με τον Άλλον. Γραμμένο το 1949, το «En attendant Godot» έκανε πρεμιέρα στις 5 Ιανουαρίου το 1955 στο Theatre de Babylone στο Παρίσι. Έκτοτε, το έργο έχει μεταφραστεί και παιχτεί σε δεκάδες γλώσσες, ενώ είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στη χώρα μας.

«Μια τραγικωμωδία σε δύο πράξεις», όπως επισημαίνει ο ίδιος ο συγγραφέας,στην πρώτη σελίδα του έργου του και αντί να κατευθύνει τα πολλά ερωτήματα του έργου, τα διευρύνει. Είναι σίγουρα τραγική η διαπίστωση πως «Δεν έχουμε να κάνουμε τίποτα, ούτε εδώ, ούτε πουθενά», ή το «Περιμένοντας το τίποτα», αλλά κι η ίδια η ζωή δεν είναι μια τραγωδία; Από την άλλη, κάθε ματαιότητα που ξεδιπλώνεται στο έργο, καταλήγει να αυτοσαρκάζεται.

Ο Σάββας Στρούμπος, καταφέρνει να δείξει και τις δύο αυτές ποιότητες του έργου, την κωμική και την τραγική σε μια καλοκουρδισμένη υποκριτική γραμμή. Είναι χαρακτηριστικό της παράστασης, το σχεδόν ασθματικό νευρικό γέλιο των ηθοποιών, που στήνει μια ηχητική παρτιτούρα δηλωτική της υπαρξιακής αγωνίας των χαρακτήρων. Ο Βλαντιμίρ κι ο Εστραγκόν, είναι καταδικασμένοι να περιμένουν, χωρίς να πράττουν τίποτα κι αυτή τους η απραξία τους αδρανοποιεί σε μία απραξία σε φαύλο κύκλο.

Ταυτόχρονα, οι εικόνες που στήνει ο σκηνοθέτης της παράστασης, με τα σώματα να στήνουν έναν σταυρό, με τις δύο γυναίκες ηθοποιούς να θυμίζουν –στην πρώτη σκηνή του έργου- πτώματα σε μνήμα, ανακαλούν εικόνες θυμάτων πολέμου. Καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, δίνεται η αίσθηση της αγωνιώδους προσπάθειας για κάτι που θα έρθει άνωθεν για να σώσει την ύπαρξη τους από το τίποτα που τους βυθίζει. Μου αποκαλύφθηκε μέσω της παράστασης, πως η σημασία του έργου δεν διαβάζεται ούτε στα λόγια του έργου, ούτε στις παύσεις του, αλλά στην αδυναμία επικοινωνίας του ατόμου με το είναι του και της έκφρασης αυτού στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας. Τι μας μένει λοιπόν να κάνουμε;

Μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο, το αμειγώς υπαρξιακό και ολίγον μεταφυσικό, η υποκριτική διδασκαλία, αναδεικνύει το στοιχείο της αδυναμίας επικοινωνίας με τον Άλλο, καθώς το πεδίο επιμηκύνεται με την παρουσία των Πόντσο και Λάκι. Οι τέσσερις χαρακτήρες παραμένουν μονάδες, καθώς δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν και να καταλήξουν από κοινού σ’ έναν ουσιαστικό κοινό τόπο.

Οι ηθοποιοί της παράστασης, ανοιχτοί στο θέατρο που υπηρετεί ο Στρούμπος, δίνουν πολλά με την χαρισματική τους παρουσία. Εξαιρετικοί και πολυμήχανοι, ο Κωνσταντίνος Γώγουλος κι ο Χρήστος Κοντογεώργης, ερμηνεύουν τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες του έργου. Φαίνονται ανασφαλείς τόσο με τις βεβαιότητες όσο και με τις αβεβαιότητες της ζωής τους και της αναμονής του Γκοντό, αλλά είναι αποφασισμένοι να συνεχίζουν να περιμένουν. Ο κόπος που επιδίδουν στην εκφορά του λόγου και η ορατή προσπάθεια για επικοινωνία παρά τα όποια εμπόδια, δίνουν ένα πολύ τίμιο αποτέλεσμα. Στο πρόσωπο του Γώγουλου, ζωγραφίζεται η υπαρξιακή αγωνία και το σχεδόν μεταφυσικό παιχνίδι αναζήτησης του είναι και του τέλους του είναι. Η Έλλη Ιγκλίζ -σταθερή συνεργάτης του Στρούμπου – δίνει πολύ ενδιαφέρουσες εικόνες από την πρώτη στιγμή της παράστασης. Το σώμα της, θυμίζει ένα πτώμα στο μνήμα αρχικά, ενώ στη συνέχεια σηκώνεται από την τέφρα για να υποδυθεί τον Λάκι. Η διαλεκτική που ανοίγει με την αλλολαλιά ως απότοκο της ανταλλαγής πληθυσμών, είναι ανάλογη της εποχής μας. Απολαυστικότητη κι η Έβελυν Ασσουάντ ως Πόντσο.

Έχοντας παρακολουθήσει αρκετές παραστάσεις έργων του Μπέκετ, πάντα δυσκολευόμουν να επικοινωνήσω με τον υπαινικτικό λόγο του, και ν’ ακούσω πίσω από αυτόν. Δεν περίμενα λοιπόν πως μια παράσταση που ισοσκελίζει το σωματικό θέατρο με το λόγο, θα μου άνοιγε ένα παραθυράκι κατανόησης και θ’ ανακύκλωνε το ενδιαφέρον πρόσληψης του σύγχρονου κλασικού έργου. Η παράσταση που προτείνει ο Σάββας Στρούμπος στο θρυλικό Άττις είναι άξια συζήτησης και περαιτέρω διερεύνησης.

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη

Ο Δημήτρης Τάρλοου καταπιάνεται ξανά με το λογοτεχνικό θησαυρό του Καραγάτση, ανεβάζοντας για πρώτη φορά στο θέατρο τον «Γιούγκερμαν».

Το βιβλίο Γιούγκερμαν πρωτοκυκλοφόρησε το 1938 κι εντάσσεται στην τριλογία «Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο». Πραγματεύεται την ιστορία του Βασίλη Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν από την άφιξη του στον Πειραιά και την κοινωνική και οικονομική του άνοδο. Πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του Καραγάτση, ενώ έχει μεταφερθεί και δύο φορές ως τώρα στη μικρή οθόνη: από την Έρτ το 1976 και από τον ANT1 το 2007, τον ομώνυμο ρόλο ερμήνευσαν ο Αλέκος Αλεξανδράκης και ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης αντίστοιχα.

Στο Πορεία, τη θεατρική διασκευή του έργου υπογράφει ο ποιητής Στρατής Πασχάλης, ιδιαίτερα γνωστός, τόσο για τις διασκευές του, όσο και για τις μεταφράσεις του. Στον «Γιούγκερμαν» δουλεύει διαφορετικά από ό,τι είχε δουλέψει στη «Μεγάλη Χίμαιρα». Δηλαδή, αν στη Χίμαιρα είχε ως πρότυπο του μελοδράματα, εδώ θυμίζει περισσότερο ψυχολογικά ονειροδράματα του Στρίντμπεργκ. Η κατασκευή του θεατρικού έργου είναι πιο σύνθετη κι απαιτητική, καθώς όχι μόνο έχει δομήσει περισσότερους θεατρικούς χαρακτήρες, αλλά πειραματίζεται στη φόρμα του, φέρνοντας στο φως τα χασίματα των ηρώων, κυρίως από το β’ τόμο του έργου.

Είναι εμφανής μια προτίμηση στις γυναικείες φυσιογνωμίες του έργου, με κεντρικά πρόσωπα την Βούλα, την Ντάινα και τη μητέρα του Γιούγκερμαν. Αρκετοί κριτικοί λογοτεχνίας, έχουν αποτιμήσει το έργο ως μισογυνιστικό, αλλά η δική μου ματιά ως θεατή της παράστασης είναι ότι παρόλο που φαίνεται την ισχύ να την έχουν οι αντρικοί χαρακτήρες, η θεματική του έργου δεν αναλώνεται εκεί. Ο Γιούγκερμαν είναι ένας γυναικάς που παρασύρεται από τα πάθη του, αλλά αν και σημαδεμένος από μια γυναίκα –τη μητέρα του- αφοσιώνει τις σκέψεις και την υπόστασή του στο «ένα και μοναδικό κορίτσι σ’ όλο τον κόσμο», τη Βούλα. Η καταρράκωσή του μετά τον θάνατό της είναι νομίζω μια τρανή απόδειξη πως το έργο δεν είναι μισογυνιστικό ακόμα κι αν εμπεριέχει ορισμένες τέτοιες τάσεις.

Αυτό που έλειψε ωστόσο από την θεατρική μεταφορά του έργου είναι το ξετύλιγμα της πολυμήχανης προσωπικότητας του Γιούγκερμαν. Αυτό που συναρπάζει στο μυθιστόρημα είναι τα σπάνια χαρίσματα του Φιλανδού που ανεβαίνει κοινωνικά και οικονομικά κυριαρχώντας στις καταστάσεις σαν αρπαχτικό. Στο θεατρικό είχαμε δύο τέτοιες σκηνές, αλλά το ενδιαφέρον του έργου τοποθετείται περισσότερο στο ψυχολογικό πεδίο.

Επιπλέον, μεγάλη αρετή του θεατρικού έργου, που μοιράζεται στη διασκευή και στην σκηνοθεσία αυτού, είναι η λαογραφική του σκοπιά. Ο Σ. Πασχάλης κι ο Δ. Τάρλοου κατόρθωσαν ν’ αναδείξουν μιαν ολόκληρη εποχή, να περιγράψουν τα ήθη και τα κακώς κείμενα και ν’ ανοίξουν ένα διάλογο με αυτό που λέγεται μεταπολεμική νεοελληνική –μάλλον ξενομανή- νοοτροπία.

 

yougerman 2 kritiki texnes plus

Η παράσταση

Ο Δημήτρης Τάρλοου καταπιάνεται ξανά με το γενεαλογικό δέντρο Καραγάτση, μετά τη «Μεγάλη Χίμαιρα» και το «Ευχαριστημένο». Αυτή την φορά διαφοροποιείται αρκετά στις σκηνικές του επιλογές. Δημιουργεί μαζί με τους συνεργάτες του ένα εξπρεσιονιστικό καμβά όπου οι χαρακτήρες του δράματος περιδιαβαίνουν ελεύθερα και σταδιακά στοιχειώνουν τον κεντρικό ήρωα. Στη εν λόγω δουλειά, είναι διακριτό περισσότερο από κάθε άλλη φορά και το ιδιαίτερο χιούμορ του δημιουργού. Με ιδιαίτερη μαεστρία χειρίζεται τον θάνατο της Βούλας αλλά και τον εγκλεισμό του Καραμάνου σε σωφρονιστικό ίδρυμα. Ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάνω στην χορογράφο της παράστασης, Κορίνα Κόκκαλη για την καλοκουρδισμένη και φευγάτη χορογραφία στην τελευταία σκηνή του έργου, που ακολουθεί το «χάσιμο» του Γιούγκερμαν στο παρελθόν του. Είναι σαφής η επίδραση του δεύτερου βιβλίου του έργου, «Τα στερνά του Γιούγκερμαν» στη σύνθεση της διασκευής και συνεπώς της παράστασης.

Την σκηνογραφία της παράστασης υπογράφει η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου, γνωστή για τις δουλειές της στο Εθνικό (Γκόλφω, Οπερέττα), ενώ τα κοστούμια ο Άγγελος Μέντης. Εντυπωσιάζουν τα τεχνικά εφέ, όπως οι καταπακτές που ανοίγουν, ο κυλιόμενος διάδρομος, το μπουντουάρ στο κεντρικό σημείο του φόντου. Στα δεξιά, υπάρχει η ζωντανή ορχήστρα, που καλύπτει μουσικές από τον Πειραιά ως την Αυστρία, συντροφεύοντας τους χαρακτήρες του έργου.

Όσον αφορά τον θίασο, έχουμε τον Γιάννη Στάνκογλου να δίνει μια από τις πιο γοητευτικές του ερμηνείες ως Γιούγκερμαν. Μετριάζοντας το ιλαροτραγικό του προφίλ που είχαμε δει στον Καλιγούλα και τον Αγαμέμνονα, δίνει μια γειωμένη ερμηνεία που ενώ εκπέμπει σκηνική σιγουριά, αφήνει να φανούν τα τρωτά σημεία του ήρωα. Φαίνεται πως ο Τάρλοου βρήκε τον ιδανικό του πρωταγωνιστή.

Πλάι του, ξεχωρίζει η Θάλεια Σταματέλου ως Βούλα, για την εύθραυστη γοητεία που δεν παραπέμπει σ’ ενζενί, αλλά σε αυτό ακριβώς που αγάπησε ο Γιούγκερμαν στη Βούλα.

Εξαιρετικός ο Χρήστος Μαλάκης ως Μιχάλης Καραμάνος. Η Ζέτα Μακρυπούλια ερμηνεύει δύο ρόλους στην παράσταση, της Λίλη –μητέρα του Γιούγκερμαν- και της Ντάινα, κοπέλας με την οποία σχετίζεται. Αυτός ο διπλός ρόλος δεν είναι καθόλου τυχαίος, και αναδεικνύει πολλά για το ψυχαναλυτικό προφίλ του ήρωα. Η ηθοποιός ερμηνεύει κάπως βαριά τους δύο χαρακτήρες, φτάνοντας σε μια γκροτέσκα απόδοση της Λίλη, ώστε να μην είναι ξεκάθαρο, αν αποδίδεται σ’ ένα καυστικό χιούμορ του σκηνοθέτη ή σε μια δική της επιλογή.

Δεν μπορούμε ν’ αναφερθούμε σε κάθε ηθοποιό της παράστασης ξεχωριστά, αλλά να πούμε πως η σύνθεση ενός πολυμελούς θιάσου και μάλιστα αρκετά κοντά στην ιδιαίτερη φυσιογνωμία του χαρακτήρα, επιτρέπουν στη δραματουργία να εκφράσει το σύμπαν του έργου. Ξεχωρίζω την Καίτη Μανωλιδάκη για την αυθεντικότητα της, τον Δημήτρη Μπίτο για την στεντόρεια φωνή, τη Λήδα Μανιατάκου που εκτός από την «σουπρέτα» Αντιόπη ερμηνεύει τη μουσική επί σκηνής και τη Δανάη Σαριδάκη που δίνει μια συγκινητική ερμηνεία ως Αλκμήνη.

Χαρακτηριστικό συστατικό της παράστασης είναι η μουσική της Κατερίνας Πολέμη, την οποία και σε αυτή τη δουλειά (όπως και στην Ευρυδίκη του 2012) απολαμβάνουμε ζωντανά επί σκηνής. Η Πολέμη είναι μια ξεχωριστή περίπτωση μουσικοποιού που γυρίζει, μυρίζει και μαζεύει μουσικά είδη και βιώματα, και είναι σε θέση να πατάει πίσω από τους ήρωες και να φωτίζει το background τους.

Με δύο λόγια, ο Δημήτρης Τάρλοου, ταγμένος εδώ και χρόνια στο θέατρο που υποστηρίζει, καταφέρνει να παραδώσει μια ολοκληρωμένη πρόταση πάνω σ’ ένα κλασικό μυθιστόρημα και ταυτόχρονα να πειραματιστεί προς νέες κατευθύνσεις.

 

Διαβάστε επίσης: 

Είδα Την «Τζασμίν», Σε Σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή

 

Γιάννης Στάνκογλου:«Έχουμε Δεχτεί Πράγματα Χωρίς Να Τα Σκεφτόμαστε»

Το σχεδόν πορνογραφικό «F*cking Men» μεταφράζει και σκηνοθετεί ο Αντώνης Γαλέος με μία ultra-queer και προκλητική αισθητική ματιά.

Το πρωτότυπο έργο υπογράφει ο Joe di Pietro, δημοφιλής Αμερικανός σεναριογράφος με σχεδόν συνεχή παρουσία από την πρώτη του εμφάνιση το 1991 και κινείται περισσότερο στον χώρο του μιούζικαλ, είδος στο οποίο έχει διακριθεί πολλάκις (Memphis, Nice work if you can get it).

Στην συγγραφή του «F*cking Men», μεταχειρίστηκε το έργο «La Ronde» του Schnitzler, με προκλητική σεξουαλική θεματολογία. Οι ήρωες του έργου είναι δέκα κατά βάση γκέι άντρες, ενώ οι υπόλοιποι είναι άντρες που ενώ έχουν στρέιτ/ετεροκανονική ζωή, σε κάποια περίοδο της ζωής τους αναπτύσσουν ερωτικές σχέσεις με άντρες.

Δέκα άντρες όλων των ηλικιών και των κοινωνικών τάξεων: ο έσκορτ, ο στρατιώτης, ο φοιτητής, ο μεταπτυχιακός, ο παντρεμένος, ο επιχειρηματίας, ο μπάρμαν, ο συγγραφέας, ο ηθοποιός και ο δημοσιογράφος μάς μεταφέρουν σ’ ένα αποκαλυπτικό πανόραμα της σύγχρονης ερωτικής σκηνής.

Η θεματολογία του έργου μου έφερε αμέσως στο μυαλό την παράσταση Naked Boys Singing που είχε παρουσιαστεί στην χώρα μας πριν μια δεκαετία. Δεν ξαφνιάζει λοιπόν το γεγονός πως στο Λονδίνο το «Fucking Men» παρουσιαζόταν σ’ εναλλασσόμενο ρεπερτόριο με αυτό το έργο. Το Vault άλλωστε έχει αναπτύξει μια παράδοση στο queer ρεπερτόριο («Bent», «Curing Room»).

Ο Αντώνης Γαλέος μετέφρασε και διασκεύασε το έργο, με μια πολύ ζωηρή και πολιτισμικά καίρια γραφή.

Τι κάνει όμως το «Fucking Men» ένα ενδιαφέρον έργο; Αυτό θα το απαντήσει ο κάθε θεατής της παράστασης διαφορετικά. Προσωπικά, εκτίμησα την σύνδεση των χαρακτήρων και των σκηνών μεταξύ τους, δείχνοντας πως οι άνθρωποι και ειδικότερα τα ερωτικά υποκείμενα πλέκουν ένα νήμα σχέσεων που είναι ανοιχτό στις εμπειρίες άλλων ανθρώπων και των φαντασιακών τους προεκτάσεων. Ως προς την θεματική του έργου ωστόσο, διαφωνώ με την μονοδιάστατη απόδοση της γκέι κοινότητας και με την σχεδόν άκριτη παραίτηση μπρος την διονυσιακή πλευρά των ηρώων.

Η παράσταση του Αντώνη Γαλέου, σημείωσε άμα τη εμφανίσει μεγάλη εμπορική επιτυχία, με συνεχόμενα sold out στον πρώτο της μήνα παραστάσεων. Αυτό μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε πως το αθηναϊκό κοινό είναι υποστηρικτικό στο queer ρεπερτόριο και μάλιστα στο hardcore (δες «Curing Room», «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Τέρλες»κ.α). Το ανέβασμα του «F*cking Men», βρίσκει επιπλέον ένα πρόσφορο έδαφος, βάσει της γεωγραφικής θέσης του Vault. Ανάμεσα στα γκέι μαγαζιά και τα studios, το Fucking Men, επιβεβαιώνει και πολιτισμικά πως υπάρχει μια πολύ ισχυρή queer παρουσία.

Αυτό είναι όμως μόνο το περιτύλιγμα της πρότασης παράστασης. Ένα πολυπαιγμένο στο εξωτερικό έργο και ένα αβανταδόρικο και «απαγορευμένο» άνω των 18 θέαμα.

Πίσω όμως από αυτό, η πρόταση του Γαλέου, μου προκάλεσε ένα ευρύ φάσμα αντιδράσεων, από την ηδονιστική απόλαυση ως την αμηχανία του θεατή.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μπαίνοντας στην αίθουσα, βλέπουμε ένα λιτό σκηνικό χώρο, και τους ηθοποιούς της παράστασης να κάνουν μια πολύ αισθησιακή αγκαλιά. Από την πρώτη εικόνα του έργου, όπου γίνεται η πρώτη ερωτική επαφή ενός στρατιώτη μ’ έναν έσκορτ, δίνεται το θέμα του έργου και το συγγραφικό στίγμα του Di Pietro.

Οι hardcore στιγμές του έργου διαδέχονται η μία την άλλη, σα να περιδιαβαίνουμε από τη μία ερωτική φαντασίωση στην άλλη, με πρωταγωνιστές τόσο ανθρώπους της καθημερινότητας όσο και ανθρώπους που θα βλέπαμε ελεύθερα από την περιδιάβαση στο ενήλικο ίντερνετ. Όσο απολαυστικό κι αν είναι το βλέμμα πάνω σε τέτοιες εικόνες, σύντομα ογκώνει το βλέμμα και το θέαμα γίνεται από ηδονοβλεπτικό αμήχανο. Να εξηγηθώ. Όταν επιλέγεις να δείξεις γυμνό σε μία παράσταση είναι διαφορετικό από το γυμνό μιας δραματουργίας ή μιας κινηματογραφικής ταινίας. Η απόσταση θεατών και ηθοποιών ήταν πολύ μικρή λόγω του μεγέθους του Vault. Αισθάνθηκα λοιπόν εκτεθειμένους τους ηθοποιούς στο βλέμμα του θεατή κι αυτό ενθαρρύνθηκε από την τολμηρή σκηνοθεσία της παράστασης.

Παρακολουθώντας την παράσταση, ένιωθα από τη μία την ζωηράδα του έργου κι από την άλλη αμηχανία θιάσου και θεατών. Ν’ αναφερθεί δειγματολογικά πως από περίπου το 90% των θεατών ήταν μεσήλικοι άντρες.

Δεύτερη αντιξοότητα ήταν ο σκηνογραφικός πλουραλισμός (σκηνικά: Έμιλυ Ονισηφόρου, Βασίλης Βλασταράς). Ενώ λοιπόν, είχαμε πολύ γεμάτες και προκλητικές εικόνες από το γυμνό κι από την ταυτόχρονη παρουσία πέντε ή έξι ηθοποιών ανά σκηνή (δύο ήταν τα δρώντα πρόσωπα κι οι υπόλοιποι οι παρατηρητές ή οι φροντιστές του σκηνικού της σκηνής), το μάτι γέμιζε παραπάνω από τα πολλά σκηνικά αντικείμενα που συνήθως δημιουργούσαν μια σκηνική φλυαρία. Οι συνεχείς αλλαγές σκηνικών και ενδυμάτων φαινόταν περιττός κόπος.

Τρίτη αντιξοότητα της παράστασης ήταν η μεικτή αισθητική ταυτότητα της παράστασης. Η δεσπόζουσα τάση της σκηνοθεσίας και της σκηνογραφίας ήταν ν’ αποδοθεί αντανακλαστικά η κοινωνία του σήμερα κι αυτό ήταν αρκετό. Σε πολλά σημεία της παράστασης, επιχειρούταν η διάθεση μιας ακόμη αισθητικής, πιο διονυσιακής, με έξτρα στοιχεία όπως κύμβαλα, λατέξ κοστούμια άλλα στοιχεία που θα μπορούσαν να δώσουν μια μενταλιτέ και μια εικαστικότητα στο θέαμα, πράγμα που δεν κατορθώθηκε ποτέ.

Τελευταία αντιξοότητα είναι ήταν μένα η σύνθεση του θιάσου*. Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω κανέναν από τους ηθοποιούς της παράστασης –δεν θα προβούμε σε καμία αποτίμηση της ερμηνείας τους, γιατί η συνολική συνθήκη ήταν πάνω από ατομικές ιδιαιτερότητες- μου έκανε εντύπωση η επιλογή μόνο νέων και καλοσχηματισμένων ηθοποιών. Στο έργο περιγράφονται και μεγαλύτεροι άντρες, παντρεμένοι και πιο «καθημερινοί», εικόνα που δεν οπτικοποιήθηκε πουθενά. Δεν γίνεται να λες ότι έχεις έντεκα χρόνια σχέση ή ακόμα και μια καλοζωισμένη έγγαμη ζωή και να μην υπάρχει ούτε μια άσπρη τρίχα στους ηθοποιούς της παράστασης. Για μένα πάνω στην ετερότητα των χαρακτήρων φαίνονται πολύ περισσότερα για την ανοιχτή ή μη ανοιχτή σεξουαλική ετερότητα. Ο παντρεμένος άντρας που κρυφά συνάπτει ερωτικές σχέσεις με πολύ ελκυστικούς άντρες και μάλιστα δίνοντας χρήματα, είναι μια μορφή όχι ευρέως αναγνωρίσιμη αλλά πολύ κοινή στην Ελλάδα παλαιόθεν.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, φεύγοντας από την παράσταση «F*cking Men», ένιωσα μια αμηχανία για το θέαμα που παρακολούθησα που ξεπέρασε δυστυχώς την συμπαθητική προσπάθεια του θιάσου και της ευρύτερης δημιουργικής ομάδας. Υπάρχουν κάποια λεπτά όρια ανάμεσα στον ερωτισμό και στην κοινή πορνογραφία, τα οποία νομίζω ότι εδώ συγχέονται.

 

*Ερμηνεύουν (αλφαβητικά):

Περικλής Ασημακόπουλος, Άρης Βέβης, Ορφέας Γεωργίου, Γιώργος Κυριακόπουλος, Βασίλης Λιάκος, Νίκος Μέλλος, Γιώργης Παρταλίδης, Θαλής Πολίτης, Νίκος Σαμουρίδης, Βλάσσης Χρυσικόπουλος

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη 

Το δημοφιλέστερο έργο του Ζενέ, ανεβάζει φέτος το Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις με αντρική διανομή σε μία απολαυστική παράσταση.

Γραμμένο το 1947 με τίτλο Les Bonnes, στις φυλακές της γαλλικής παροικίας, οι «Δούλες»έμελε να γίνουν όχι μόνο ένα δημοφιλές έργο, αλλά ένα έργο που συνδέθηκε με την Αριστερά και τα εκάστοτε αναρχικά κινήματα κι ο ίδιος ο Ζενέ να γίνει ένα πρόσωπο-σύμβολο. Ο συγγραφέας που γνώρισε από νωρίς την παραβατικότητα και την κοινωνική περιθωριοποίηση ως ορφανό παιδί που παραστράτησε και ως ομοφυλόφιλος, μετουσίωσε τη νιτσεϊκή θεωρία διαμορφώνοντας μια δική του κοινωνική ιεράρχηση, εμφανής περισσότερο στα έργα «Μπαλκόνι», «Υψηλή Εποπτεία» και «Παραβάν».

Μια συνήθεια που μετατράπηκε σε αισθητική εμμονή, ήταν η ανάγνωση των φυλλάδων που αναφέρονταν στα εγκλήματα της εποχής, που έδειχναν τους μεγάλους εγκληματίες ως είδωλα της λαϊκής μάζας. Ομοίως, η διαδεδομένη ακόμα και στις μέρες μας, υπόθεση των αδερφών Christina και Lea Papin που κατακρεούργησαν την κυρία τους και την κόρη της το 1933 αποτέλεσε τη δραματουργική βάση για την συγγραφή του έργου Δούλες. Στο δικαστήριο δεν ζήτησαν κανένα ελαφρυντικό. Ν’ αναφέρουμε την σχετική δραματουργία της Ανδρονίκης Αβδελιώτη με τίτλο «Αδελφές Papin», που παρουσιάζεται στο Αγγέλων Βήμα σε σκηνοθεσία και ερμηνεία της ίδιας.

Στο έργο του Ζενέ, έχουμε τις δούλες Κλαιρ και Σολάνζ που υποδύονται εναλλάξ την Κυρία και η μία την άλλη, σ’ ένα παιχνίδι ρόλων που καταλύει και επανα-ορίζει τα κοινωνικά στερεότυπα και τη φαντασιακή τους εκπλήρωση. Βασικό δραματικό γεγονός του έργου, είναι η φυλάκιση του Κυρίου μετά από ανώνυμο τηλεφώνημα που έκαναν οι αυτές και η διαχείριση του γεγονότος από την Κυρία. Πόσο αθώο όμως μπορεί να είναι ένα παιχνίδι ρόλων, που επιτρέπει για λίγο στον εξουσιαζόμενο να γίνει εξουσιαστής και αντιστρόφως, που επιτρέπει στον δούλο να γίνει αφεντικό; Αυτή την αναρχική σκέψη μπορούμε φυσικά να την προεκτείνουμε και με την συνήθως παραμελημένη σκηνική οδηγία του Ζενέ, που υποδεικνύει τους ρόλους των δούλων να τις υποδύονται ανήλικα αγόρια και να υπάρχουν δεξιά και αριστερά δύο πανό που θα δηλώνουν πως οι ρόλοι είναι γυναικείοι. Έχουμε λοιπόν και μία ακόμα αναστροφή των κοινωνικών στερεοτύπων και μια ακόμα πιο ελεύθερη φαντασιακή απόδοση του μύθου του έργου.

Η παράδοση του έργου στην Ελλάδα

Στη χώρα μας, οι Δούλες, είναι αναμφισβήτητα το πιο πολυπαιγμένο έργο του Ζενέ, που επανέρχεται σχεδόν κάθε χρόνο μ’ ένα διαφορετικό ανέβασμα. Συνήθως επιλέγεται η μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη που μετρά ήδη μισό αιώνα ζωής και έχει επικυρωθεί από τ’ ανεβάσματα της από το Θέατρο Τέχνης και πιο πρόσφατα από το Εθνικό Θέατρο. Την αναγνώριση του ζενε-όφιλου κοινού ασφαλώς έχει ο σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής Δημήτρης Δημητριάδης που έχει γαλουχήσει το αναγνωστικό κοινό με τη μετάφραση της εργογραφίας του Ζενέ. Όσο μου το επιτρέπουν οι πηγές μου, μόνο ο Βογιατζής ήταν αυτός που ανέβασε το έργο σε μετάφραση Δημητριάδη. Είδαμε βέβαια και μεταφράσεις από αξιόλογες μεταφράστριες, με πιο πρόσφατη αυτή της Έλσας Ανδριανού για την παράσταση του Γκραουζίνις. Όσον αφορά την παραστασιογραφία του έργου, το πρώτο ανέβασμα στην Ελλάδα ήταν από το Θέατρο Τέχνης στη σεζόν 1967-1968, σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη και σκηνοθεσία Δημήτρη Χατζημάρκου με τους ρόλους να ερμήνευαν η Ρένη Πιττακή, η Μαρίνα Γεωργίου και η Εκάλη Σώκου. Από το 2010 έως σήμερα, αν μετράω σωστά έχουμε δει ήδη δέκα ανεβάσματα του έργου, δείχνοντας μια σαφή προτίμηση στην πρόσληψη του έργου, από γυναικείο θίασο. Η λίστα των ηθοποιών που καταπιάστηκαν με τους εμβληματικούς ρόλους του έργου –από τους ελάχιστους γυναικείους ρόλους του Ζενέ και το μοναδικό έργο που έχει αποκλειστικά γυναικείους ρόλους- είναι μεγάλη και πολύ αξιόλογη. Ενδεικτικά ν’ αναφέρουμε τις ηθοποιούς Μάγια Λυμπεροπούλου, Ρένη Πιττακή, Μπέτυ Αρβανίτη, Κατερίνα Παπουτσάκη, Λένα Παπαληγούρα, Μαρία Κίτσου, Κωνσταντίνα Τάκαλου και Μαριάννα Κάλμπαρη. Οι σκηνοθέτες προτιμούν συχνά αυτό το έργο, αλλά νιώθω ή τουλάχιστον ένιωθα μέχρι να δω την παράσταση του Γκραουζίνις πως δεν είναι ιδιαίτερα δημιουργικοί στη διαχείριση του έργου.

 doules theatro neou kosmou texnes plus

Η παράσταση του Γκραουζίνις

Ο Τσεζαρις Γκραουζίνις επιλέγει ν’ ανεβάσει τις Δούλες (μετάφραση Έλσας Ανδριανού) με αντρικό θίασο και μ’ έναν σκηνικό οικοδόμημα που σημειωτικά κλείνει το μάτι στις αισθητικές προτιμήσεις του Ζενέ. Καταρχάς, η επιλογή και μόνο να έχουμε άντρες ηθοποιούς να ερμηνεύουν γυναικείους ρόλους στο συγκεκριμένο έργο, ανοίγουν το πεδίο διερεύνησης τόσο του ίδιου του έργου, όσο και της ανάπτυξης και της έκφρασης των κοινωνικών φύλων εν γένει. Είναι ελκυστικό και στην σκέψη και στο αισθητικό κομμάτι, να βλέπεις άντρες να υποδύονται τις γυναίκες που υποδύονται τις δούλες που υποδύονται τις κυρίες. Αυτό το σχήμα ενισχύεται και από δύο ακόμη στοιχεία, ένα πρακτικό και ένα προνόμιο. Το πρακτικό είναι ότι ο Γκραουζίνις δεν επιλέγει ανήλικα αγόρια ή έστω πρωτοεμφανιζόμενους ηθοποιούς όπως υποδήλωνε ο Ζενέ, αλλά τρεις ηθοποιούς που κουβαλούν την εμπειρία ζωής και σκηνικής πρακτικής στο σώμα τους. Αυτό σημαίνει –όχι αυτονόητα και σε κάθε περίπτωση- πως οι ηθοποιοί είναι σε θέση να κινηθούν με μεγαλύτερη ευκολία ανάμεσα στους ρόλους που υποδύονται αλλά και να σαρκάσουν τις μετακινήσεις αυτές. Το προνόμιο της διανομής είναι και το ατού της παράστασης.

Η πρωτότυπη μουσική του Μαρτύνας Μπιαλομπζέσκις είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στην σύνθεση ενός φαντασιακού κόσμου που μεταλλάσσεται συνεχώς, αλλά επιστρέφει σχεδόν αυτιστικά στα ίδια του τα σχήματα.

Ο σκηνικός χώρος του, αν και είναι η Κεντρική Σκηνή, θυμίζει φυσιογνωμικά ένα black box κι αυτό μας επιτρέπει να κάνουμε παραστάσεις ενός κελιού φυλακής, στο οποίο οι ηθοποιοί είναι «εγκλωβισμένοι». Κυριαρχεί το μαύρο στο φόντο, με τα έντονα χρώματα να βρίσκονται στα ευτελή φορέματα της Κυρίας. Δεσπόζει στο βάθος της σκηνής, η ανθοστολισμένη κλίνη, χαρακτηριστικό αντικείμενο τόσο στη δραματουργία όσο και στην λογοτεχνία του Ζενέ. Το ασφυκτικά ανθοστολισμένο περιβάλλον, θυμίζει επιτάφιο αλλά και την ωραιότητα της νιότης. Για τον Ζενέ, οι νεαροί εγκληματίες, είναι κοινωνικά εμβλήματα και αυτό το διάβασα στο σκηνικό του Kenny McKellan.

Οι ηθοποιοί της παράστασης είναι σε θέση να διαβάσουν τις λεπτές αποχρώσεις των ρόλων και των ακυρώσεων αυτών, και να μεταφέρουν στην σκηνή, ένα ευρύ πεδίο του πολυσχιδούς δραματουργικού έργου. Είναι ιδιαιτέρως απολαυστικό να παρακολουθείς την άνεση που φαίνεται να έχουν, και το αποτέλεσμα δείχνει πηγαίο και χωρίς προσπάθεια.

Ο Αργύρης Ξάφης και ο Δημήτρης Ήμελλος υποδύονται τις δούλες. Εμφανίζονται αρχικά με μαύρες ποδιές που αναφέρονται στην επαγγελματική τους ιδιότητα ως υπηρέτριες αλλά σ’ ένα δεύτερο επίπεδο θα μπορούσαμε να τις δούμε και ως στολές φυλακής. Φαίνεται ν’ αποφεύγεται η ταύτιση με τον ρόλο τους, σε μια ερμηνευτική γραμμή που φωνάζει τη θεατρικότητά της, η οποία επιτρέπει αυτή την ελευθερία στη μετακίνηση από ρόλο σε ρόλο που αναφέραμε παραπάνω αλλά και δίνει στους ηθοποιούς την ευκαιρία να φωτίσουν τις φυσιογνωμίες πίσω από τα παιχνίδια τους. Σε ορισμένα σημεία, φαίνεται να υπερ-παίζουν και να παρωδούν τη γυναικεία φύση, αλλά όσο προχωράει η παράσταση καταφέρνουν ν’ αποδομήσουν το ίδιο τους το ερμηνευτικό παιχνίδι, και να ξεδιπλώσουν την βαθειά τραγικότητα του έργου. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ραθυμία που δείχνει ο Ξάφης με το σώμα του, όταν υποδύεται την δούλα που υποδύεται την Κυρία, σαρκάζοντας την αστική τάξη που αυτή εκπροσωπεί και σε δεύτερο επίπεδο, την δική του φυσιογνωμία.

Την κοινωνική σάτιρα της παράστασης, εκτοξεύει με την παρουσία του ο Κώστας Μπερικόπουλος σ’ ένα queer ρεσιτάλ, που θυμίζει τις μεγάλες μαντάμες των περασμένων δεκαετιών.

Στο σημείο που στάθηκα ως θεατής, ήταν το συγκλονιστικό φινάλε του Δημήτρη Ήμελλου, που το εξέλαβα ως έναν ύμνο προς όλες τις δούλες του κόσμου, και ένα κοινωνικό-αταξικό μανιφέστο του Ζενέ. Σε καμία παράσταση του έργου –κι έχω δει αρκετά- δεν είχα διαβάσει την πολιτική διάσταση του έργου που είναι υπερκείμενη και ορμητική. Στον τελευταίο του μονόλογο ο Ήμελλος, όχι μόνο δικαιολόγησε την σατυρίζουσα υφή της παράστασης, σπάζοντάς την, αλλά και κατάφερε να ξεφύγει από τις ευκολίες στις οποίες είχε ο ίδιος βάλει τον εαυτό του παίζοντας, για να ρίξει στην παράσταση την ακμάζουσα προβληματική στην πλήρη της υπόσταση.

Αξίζει λοιπόν να δείτε την παράσταση Δούλες σε σκηνοθεσία Τσεζαρις Γκραουζίνις στο Θέατρο του Νέου Κόσμου γιατί αφενός φωτίζει μ’ έναν εξαιρετικό τρόπο το έργο κι αφετέρου γιατί θα έχετε την ευκαιρία να θαυμάσετε τρεις δεινούς ηθοποιούς. Κι αν ήταν ενδιαφέρουσα και φρέσκια η επιλογή ανδρών ηθοποιών, ανοίγει ο δρόμος για να δούμε και στο μέλλον τέτοιες επιλογές, παραμένοντας αισθητικό ζητούμενο η σύνθεση ενός θιάσου από νεαρούς ηθοποιούς ή ακόμα και από μη ηθοποιούς, για να δούμε πως θα ήταν ένα ανέβασμα χωρίς τις ευκολίες έμπειρων πρωταγωνιστών.

Ο Τζόνι πήρε τ' όπλο του

ANIXNOS

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Η ομάδα ΜΕΤΕΩΡΙΤΕΣ παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το θεατρικό έργο της Καναδής συγγραφέως Carole Fréchette "Η Βιολέτ στη γη". Aπό 6 Μαΐου κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21.00 στο studio Μαυρομιχάλη

Μαυρομιχάλη 134

Τηλέφωνο κρατήσεων: 21 0645 3330

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία