Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Αναστάσης Πινακουλάκης

Αναστάσης Πινακουλάκης

Το σχεδόν πορνογραφικό «F*cking Men» μεταφράζει και σκηνοθετεί ο Αντώνης Γαλέος με μία ultra-queer και προκλητική αισθητική ματιά.

Το πρωτότυπο έργο υπογράφει ο Joe di Pietro, δημοφιλής Αμερικανός σεναριογράφος με σχεδόν συνεχή παρουσία από την πρώτη του εμφάνιση το 1991 και κινείται περισσότερο στον χώρο του μιούζικαλ, είδος στο οποίο έχει διακριθεί πολλάκις (Memphis, Nice work if you can get it).

Στην συγγραφή του «F*cking Men», μεταχειρίστηκε το έργο «La Ronde» του Schnitzler, με προκλητική σεξουαλική θεματολογία. Οι ήρωες του έργου είναι δέκα κατά βάση γκέι άντρες, ενώ οι υπόλοιποι είναι άντρες που ενώ έχουν στρέιτ/ετεροκανονική ζωή, σε κάποια περίοδο της ζωής τους αναπτύσσουν ερωτικές σχέσεις με άντρες.

Δέκα άντρες όλων των ηλικιών και των κοινωνικών τάξεων: ο έσκορτ, ο στρατιώτης, ο φοιτητής, ο μεταπτυχιακός, ο παντρεμένος, ο επιχειρηματίας, ο μπάρμαν, ο συγγραφέας, ο ηθοποιός και ο δημοσιογράφος μάς μεταφέρουν σ’ ένα αποκαλυπτικό πανόραμα της σύγχρονης ερωτικής σκηνής.

Η θεματολογία του έργου μου έφερε αμέσως στο μυαλό την παράσταση Naked Boys Singing που είχε παρουσιαστεί στην χώρα μας πριν μια δεκαετία. Δεν ξαφνιάζει λοιπόν το γεγονός πως στο Λονδίνο το «Fucking Men» παρουσιαζόταν σ’ εναλλασσόμενο ρεπερτόριο με αυτό το έργο. Το Vault άλλωστε έχει αναπτύξει μια παράδοση στο queer ρεπερτόριο («Bent», «Curing Room»).

Ο Αντώνης Γαλέος μετέφρασε και διασκεύασε το έργο, με μια πολύ ζωηρή και πολιτισμικά καίρια γραφή.

Τι κάνει όμως το «Fucking Men» ένα ενδιαφέρον έργο; Αυτό θα το απαντήσει ο κάθε θεατής της παράστασης διαφορετικά. Προσωπικά, εκτίμησα την σύνδεση των χαρακτήρων και των σκηνών μεταξύ τους, δείχνοντας πως οι άνθρωποι και ειδικότερα τα ερωτικά υποκείμενα πλέκουν ένα νήμα σχέσεων που είναι ανοιχτό στις εμπειρίες άλλων ανθρώπων και των φαντασιακών τους προεκτάσεων. Ως προς την θεματική του έργου ωστόσο, διαφωνώ με την μονοδιάστατη απόδοση της γκέι κοινότητας και με την σχεδόν άκριτη παραίτηση μπρος την διονυσιακή πλευρά των ηρώων.

Η παράσταση του Αντώνη Γαλέου, σημείωσε άμα τη εμφανίσει μεγάλη εμπορική επιτυχία, με συνεχόμενα sold out στον πρώτο της μήνα παραστάσεων. Αυτό μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε πως το αθηναϊκό κοινό είναι υποστηρικτικό στο queer ρεπερτόριο και μάλιστα στο hardcore (δες «Curing Room», «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Τέρλες»κ.α). Το ανέβασμα του «F*cking Men», βρίσκει επιπλέον ένα πρόσφορο έδαφος, βάσει της γεωγραφικής θέσης του Vault. Ανάμεσα στα γκέι μαγαζιά και τα studios, το Fucking Men, επιβεβαιώνει και πολιτισμικά πως υπάρχει μια πολύ ισχυρή queer παρουσία.

Αυτό είναι όμως μόνο το περιτύλιγμα της πρότασης παράστασης. Ένα πολυπαιγμένο στο εξωτερικό έργο και ένα αβανταδόρικο και «απαγορευμένο» άνω των 18 θέαμα.

Πίσω όμως από αυτό, η πρόταση του Γαλέου, μου προκάλεσε ένα ευρύ φάσμα αντιδράσεων, από την ηδονιστική απόλαυση ως την αμηχανία του θεατή.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μπαίνοντας στην αίθουσα, βλέπουμε ένα λιτό σκηνικό χώρο, και τους ηθοποιούς της παράστασης να κάνουν μια πολύ αισθησιακή αγκαλιά. Από την πρώτη εικόνα του έργου, όπου γίνεται η πρώτη ερωτική επαφή ενός στρατιώτη μ’ έναν έσκορτ, δίνεται το θέμα του έργου και το συγγραφικό στίγμα του Di Pietro.

Οι hardcore στιγμές του έργου διαδέχονται η μία την άλλη, σα να περιδιαβαίνουμε από τη μία ερωτική φαντασίωση στην άλλη, με πρωταγωνιστές τόσο ανθρώπους της καθημερινότητας όσο και ανθρώπους που θα βλέπαμε ελεύθερα από την περιδιάβαση στο ενήλικο ίντερνετ. Όσο απολαυστικό κι αν είναι το βλέμμα πάνω σε τέτοιες εικόνες, σύντομα ογκώνει το βλέμμα και το θέαμα γίνεται από ηδονοβλεπτικό αμήχανο. Να εξηγηθώ. Όταν επιλέγεις να δείξεις γυμνό σε μία παράσταση είναι διαφορετικό από το γυμνό μιας δραματουργίας ή μιας κινηματογραφικής ταινίας. Η απόσταση θεατών και ηθοποιών ήταν πολύ μικρή λόγω του μεγέθους του Vault. Αισθάνθηκα λοιπόν εκτεθειμένους τους ηθοποιούς στο βλέμμα του θεατή κι αυτό ενθαρρύνθηκε από την τολμηρή σκηνοθεσία της παράστασης.

Παρακολουθώντας την παράσταση, ένιωθα από τη μία την ζωηράδα του έργου κι από την άλλη αμηχανία θιάσου και θεατών. Ν’ αναφερθεί δειγματολογικά πως από περίπου το 90% των θεατών ήταν μεσήλικοι άντρες.

Δεύτερη αντιξοότητα ήταν ο σκηνογραφικός πλουραλισμός (σκηνικά: Έμιλυ Ονισηφόρου, Βασίλης Βλασταράς). Ενώ λοιπόν, είχαμε πολύ γεμάτες και προκλητικές εικόνες από το γυμνό κι από την ταυτόχρονη παρουσία πέντε ή έξι ηθοποιών ανά σκηνή (δύο ήταν τα δρώντα πρόσωπα κι οι υπόλοιποι οι παρατηρητές ή οι φροντιστές του σκηνικού της σκηνής), το μάτι γέμιζε παραπάνω από τα πολλά σκηνικά αντικείμενα που συνήθως δημιουργούσαν μια σκηνική φλυαρία. Οι συνεχείς αλλαγές σκηνικών και ενδυμάτων φαινόταν περιττός κόπος.

Τρίτη αντιξοότητα της παράστασης ήταν η μεικτή αισθητική ταυτότητα της παράστασης. Η δεσπόζουσα τάση της σκηνοθεσίας και της σκηνογραφίας ήταν ν’ αποδοθεί αντανακλαστικά η κοινωνία του σήμερα κι αυτό ήταν αρκετό. Σε πολλά σημεία της παράστασης, επιχειρούταν η διάθεση μιας ακόμη αισθητικής, πιο διονυσιακής, με έξτρα στοιχεία όπως κύμβαλα, λατέξ κοστούμια άλλα στοιχεία που θα μπορούσαν να δώσουν μια μενταλιτέ και μια εικαστικότητα στο θέαμα, πράγμα που δεν κατορθώθηκε ποτέ.

Τελευταία αντιξοότητα είναι ήταν μένα η σύνθεση του θιάσου*. Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω κανέναν από τους ηθοποιούς της παράστασης –δεν θα προβούμε σε καμία αποτίμηση της ερμηνείας τους, γιατί η συνολική συνθήκη ήταν πάνω από ατομικές ιδιαιτερότητες- μου έκανε εντύπωση η επιλογή μόνο νέων και καλοσχηματισμένων ηθοποιών. Στο έργο περιγράφονται και μεγαλύτεροι άντρες, παντρεμένοι και πιο «καθημερινοί», εικόνα που δεν οπτικοποιήθηκε πουθενά. Δεν γίνεται να λες ότι έχεις έντεκα χρόνια σχέση ή ακόμα και μια καλοζωισμένη έγγαμη ζωή και να μην υπάρχει ούτε μια άσπρη τρίχα στους ηθοποιούς της παράστασης. Για μένα πάνω στην ετερότητα των χαρακτήρων φαίνονται πολύ περισσότερα για την ανοιχτή ή μη ανοιχτή σεξουαλική ετερότητα. Ο παντρεμένος άντρας που κρυφά συνάπτει ερωτικές σχέσεις με πολύ ελκυστικούς άντρες και μάλιστα δίνοντας χρήματα, είναι μια μορφή όχι ευρέως αναγνωρίσιμη αλλά πολύ κοινή στην Ελλάδα παλαιόθεν.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, φεύγοντας από την παράσταση «F*cking Men», ένιωσα μια αμηχανία για το θέαμα που παρακολούθησα που ξεπέρασε δυστυχώς την συμπαθητική προσπάθεια του θιάσου και της ευρύτερης δημιουργικής ομάδας. Υπάρχουν κάποια λεπτά όρια ανάμεσα στον ερωτισμό και στην κοινή πορνογραφία, τα οποία νομίζω ότι εδώ συγχέονται.

 

*Ερμηνεύουν (αλφαβητικά):

Περικλής Ασημακόπουλος, Άρης Βέβης, Ορφέας Γεωργίου, Γιώργος Κυριακόπουλος, Βασίλης Λιάκος, Νίκος Μέλλος, Γιώργης Παρταλίδης, Θαλής Πολίτης, Νίκος Σαμουρίδης, Βλάσσης Χρυσικόπουλος

Από τον Αναστάση Πινακουλάκη 

Το δημοφιλέστερο έργο του Ζενέ, ανεβάζει φέτος το Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις με αντρική διανομή σε μία απολαυστική παράσταση.

Γραμμένο το 1947 με τίτλο Les Bonnes, στις φυλακές της γαλλικής παροικίας, οι «Δούλες»έμελε να γίνουν όχι μόνο ένα δημοφιλές έργο, αλλά ένα έργο που συνδέθηκε με την Αριστερά και τα εκάστοτε αναρχικά κινήματα κι ο ίδιος ο Ζενέ να γίνει ένα πρόσωπο-σύμβολο. Ο συγγραφέας που γνώρισε από νωρίς την παραβατικότητα και την κοινωνική περιθωριοποίηση ως ορφανό παιδί που παραστράτησε και ως ομοφυλόφιλος, μετουσίωσε τη νιτσεϊκή θεωρία διαμορφώνοντας μια δική του κοινωνική ιεράρχηση, εμφανής περισσότερο στα έργα «Μπαλκόνι», «Υψηλή Εποπτεία» και «Παραβάν».

Μια συνήθεια που μετατράπηκε σε αισθητική εμμονή, ήταν η ανάγνωση των φυλλάδων που αναφέρονταν στα εγκλήματα της εποχής, που έδειχναν τους μεγάλους εγκληματίες ως είδωλα της λαϊκής μάζας. Ομοίως, η διαδεδομένη ακόμα και στις μέρες μας, υπόθεση των αδερφών Christina και Lea Papin που κατακρεούργησαν την κυρία τους και την κόρη της το 1933 αποτέλεσε τη δραματουργική βάση για την συγγραφή του έργου Δούλες. Στο δικαστήριο δεν ζήτησαν κανένα ελαφρυντικό. Ν’ αναφέρουμε την σχετική δραματουργία της Ανδρονίκης Αβδελιώτη με τίτλο «Αδελφές Papin», που παρουσιάζεται στο Αγγέλων Βήμα σε σκηνοθεσία και ερμηνεία της ίδιας.

Στο έργο του Ζενέ, έχουμε τις δούλες Κλαιρ και Σολάνζ που υποδύονται εναλλάξ την Κυρία και η μία την άλλη, σ’ ένα παιχνίδι ρόλων που καταλύει και επανα-ορίζει τα κοινωνικά στερεότυπα και τη φαντασιακή τους εκπλήρωση. Βασικό δραματικό γεγονός του έργου, είναι η φυλάκιση του Κυρίου μετά από ανώνυμο τηλεφώνημα που έκαναν οι αυτές και η διαχείριση του γεγονότος από την Κυρία. Πόσο αθώο όμως μπορεί να είναι ένα παιχνίδι ρόλων, που επιτρέπει για λίγο στον εξουσιαζόμενο να γίνει εξουσιαστής και αντιστρόφως, που επιτρέπει στον δούλο να γίνει αφεντικό; Αυτή την αναρχική σκέψη μπορούμε φυσικά να την προεκτείνουμε και με την συνήθως παραμελημένη σκηνική οδηγία του Ζενέ, που υποδεικνύει τους ρόλους των δούλων να τις υποδύονται ανήλικα αγόρια και να υπάρχουν δεξιά και αριστερά δύο πανό που θα δηλώνουν πως οι ρόλοι είναι γυναικείοι. Έχουμε λοιπόν και μία ακόμα αναστροφή των κοινωνικών στερεοτύπων και μια ακόμα πιο ελεύθερη φαντασιακή απόδοση του μύθου του έργου.

Η παράδοση του έργου στην Ελλάδα

Στη χώρα μας, οι Δούλες, είναι αναμφισβήτητα το πιο πολυπαιγμένο έργο του Ζενέ, που επανέρχεται σχεδόν κάθε χρόνο μ’ ένα διαφορετικό ανέβασμα. Συνήθως επιλέγεται η μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη που μετρά ήδη μισό αιώνα ζωής και έχει επικυρωθεί από τ’ ανεβάσματα της από το Θέατρο Τέχνης και πιο πρόσφατα από το Εθνικό Θέατρο. Την αναγνώριση του ζενε-όφιλου κοινού ασφαλώς έχει ο σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής Δημήτρης Δημητριάδης που έχει γαλουχήσει το αναγνωστικό κοινό με τη μετάφραση της εργογραφίας του Ζενέ. Όσο μου το επιτρέπουν οι πηγές μου, μόνο ο Βογιατζής ήταν αυτός που ανέβασε το έργο σε μετάφραση Δημητριάδη. Είδαμε βέβαια και μεταφράσεις από αξιόλογες μεταφράστριες, με πιο πρόσφατη αυτή της Έλσας Ανδριανού για την παράσταση του Γκραουζίνις. Όσον αφορά την παραστασιογραφία του έργου, το πρώτο ανέβασμα στην Ελλάδα ήταν από το Θέατρο Τέχνης στη σεζόν 1967-1968, σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη και σκηνοθεσία Δημήτρη Χατζημάρκου με τους ρόλους να ερμήνευαν η Ρένη Πιττακή, η Μαρίνα Γεωργίου και η Εκάλη Σώκου. Από το 2010 έως σήμερα, αν μετράω σωστά έχουμε δει ήδη δέκα ανεβάσματα του έργου, δείχνοντας μια σαφή προτίμηση στην πρόσληψη του έργου, από γυναικείο θίασο. Η λίστα των ηθοποιών που καταπιάστηκαν με τους εμβληματικούς ρόλους του έργου –από τους ελάχιστους γυναικείους ρόλους του Ζενέ και το μοναδικό έργο που έχει αποκλειστικά γυναικείους ρόλους- είναι μεγάλη και πολύ αξιόλογη. Ενδεικτικά ν’ αναφέρουμε τις ηθοποιούς Μάγια Λυμπεροπούλου, Ρένη Πιττακή, Μπέτυ Αρβανίτη, Κατερίνα Παπουτσάκη, Λένα Παπαληγούρα, Μαρία Κίτσου, Κωνσταντίνα Τάκαλου και Μαριάννα Κάλμπαρη. Οι σκηνοθέτες προτιμούν συχνά αυτό το έργο, αλλά νιώθω ή τουλάχιστον ένιωθα μέχρι να δω την παράσταση του Γκραουζίνις πως δεν είναι ιδιαίτερα δημιουργικοί στη διαχείριση του έργου.

 doules theatro neou kosmou texnes plus

Η παράσταση του Γκραουζίνις

Ο Τσεζαρις Γκραουζίνις επιλέγει ν’ ανεβάσει τις Δούλες (μετάφραση Έλσας Ανδριανού) με αντρικό θίασο και μ’ έναν σκηνικό οικοδόμημα που σημειωτικά κλείνει το μάτι στις αισθητικές προτιμήσεις του Ζενέ. Καταρχάς, η επιλογή και μόνο να έχουμε άντρες ηθοποιούς να ερμηνεύουν γυναικείους ρόλους στο συγκεκριμένο έργο, ανοίγουν το πεδίο διερεύνησης τόσο του ίδιου του έργου, όσο και της ανάπτυξης και της έκφρασης των κοινωνικών φύλων εν γένει. Είναι ελκυστικό και στην σκέψη και στο αισθητικό κομμάτι, να βλέπεις άντρες να υποδύονται τις γυναίκες που υποδύονται τις δούλες που υποδύονται τις κυρίες. Αυτό το σχήμα ενισχύεται και από δύο ακόμη στοιχεία, ένα πρακτικό και ένα προνόμιο. Το πρακτικό είναι ότι ο Γκραουζίνις δεν επιλέγει ανήλικα αγόρια ή έστω πρωτοεμφανιζόμενους ηθοποιούς όπως υποδήλωνε ο Ζενέ, αλλά τρεις ηθοποιούς που κουβαλούν την εμπειρία ζωής και σκηνικής πρακτικής στο σώμα τους. Αυτό σημαίνει –όχι αυτονόητα και σε κάθε περίπτωση- πως οι ηθοποιοί είναι σε θέση να κινηθούν με μεγαλύτερη ευκολία ανάμεσα στους ρόλους που υποδύονται αλλά και να σαρκάσουν τις μετακινήσεις αυτές. Το προνόμιο της διανομής είναι και το ατού της παράστασης.

Η πρωτότυπη μουσική του Μαρτύνας Μπιαλομπζέσκις είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στην σύνθεση ενός φαντασιακού κόσμου που μεταλλάσσεται συνεχώς, αλλά επιστρέφει σχεδόν αυτιστικά στα ίδια του τα σχήματα.

Ο σκηνικός χώρος του, αν και είναι η Κεντρική Σκηνή, θυμίζει φυσιογνωμικά ένα black box κι αυτό μας επιτρέπει να κάνουμε παραστάσεις ενός κελιού φυλακής, στο οποίο οι ηθοποιοί είναι «εγκλωβισμένοι». Κυριαρχεί το μαύρο στο φόντο, με τα έντονα χρώματα να βρίσκονται στα ευτελή φορέματα της Κυρίας. Δεσπόζει στο βάθος της σκηνής, η ανθοστολισμένη κλίνη, χαρακτηριστικό αντικείμενο τόσο στη δραματουργία όσο και στην λογοτεχνία του Ζενέ. Το ασφυκτικά ανθοστολισμένο περιβάλλον, θυμίζει επιτάφιο αλλά και την ωραιότητα της νιότης. Για τον Ζενέ, οι νεαροί εγκληματίες, είναι κοινωνικά εμβλήματα και αυτό το διάβασα στο σκηνικό του Kenny McKellan.

Οι ηθοποιοί της παράστασης είναι σε θέση να διαβάσουν τις λεπτές αποχρώσεις των ρόλων και των ακυρώσεων αυτών, και να μεταφέρουν στην σκηνή, ένα ευρύ πεδίο του πολυσχιδούς δραματουργικού έργου. Είναι ιδιαιτέρως απολαυστικό να παρακολουθείς την άνεση που φαίνεται να έχουν, και το αποτέλεσμα δείχνει πηγαίο και χωρίς προσπάθεια.

Ο Αργύρης Ξάφης και ο Δημήτρης Ήμελλος υποδύονται τις δούλες. Εμφανίζονται αρχικά με μαύρες ποδιές που αναφέρονται στην επαγγελματική τους ιδιότητα ως υπηρέτριες αλλά σ’ ένα δεύτερο επίπεδο θα μπορούσαμε να τις δούμε και ως στολές φυλακής. Φαίνεται ν’ αποφεύγεται η ταύτιση με τον ρόλο τους, σε μια ερμηνευτική γραμμή που φωνάζει τη θεατρικότητά της, η οποία επιτρέπει αυτή την ελευθερία στη μετακίνηση από ρόλο σε ρόλο που αναφέραμε παραπάνω αλλά και δίνει στους ηθοποιούς την ευκαιρία να φωτίσουν τις φυσιογνωμίες πίσω από τα παιχνίδια τους. Σε ορισμένα σημεία, φαίνεται να υπερ-παίζουν και να παρωδούν τη γυναικεία φύση, αλλά όσο προχωράει η παράσταση καταφέρνουν ν’ αποδομήσουν το ίδιο τους το ερμηνευτικό παιχνίδι, και να ξεδιπλώσουν την βαθειά τραγικότητα του έργου. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ραθυμία που δείχνει ο Ξάφης με το σώμα του, όταν υποδύεται την δούλα που υποδύεται την Κυρία, σαρκάζοντας την αστική τάξη που αυτή εκπροσωπεί και σε δεύτερο επίπεδο, την δική του φυσιογνωμία.

Την κοινωνική σάτιρα της παράστασης, εκτοξεύει με την παρουσία του ο Κώστας Μπερικόπουλος σ’ ένα queer ρεσιτάλ, που θυμίζει τις μεγάλες μαντάμες των περασμένων δεκαετιών.

Στο σημείο που στάθηκα ως θεατής, ήταν το συγκλονιστικό φινάλε του Δημήτρη Ήμελλου, που το εξέλαβα ως έναν ύμνο προς όλες τις δούλες του κόσμου, και ένα κοινωνικό-αταξικό μανιφέστο του Ζενέ. Σε καμία παράσταση του έργου –κι έχω δει αρκετά- δεν είχα διαβάσει την πολιτική διάσταση του έργου που είναι υπερκείμενη και ορμητική. Στον τελευταίο του μονόλογο ο Ήμελλος, όχι μόνο δικαιολόγησε την σατυρίζουσα υφή της παράστασης, σπάζοντάς την, αλλά και κατάφερε να ξεφύγει από τις ευκολίες στις οποίες είχε ο ίδιος βάλει τον εαυτό του παίζοντας, για να ρίξει στην παράσταση την ακμάζουσα προβληματική στην πλήρη της υπόσταση.

Αξίζει λοιπόν να δείτε την παράσταση Δούλες σε σκηνοθεσία Τσεζαρις Γκραουζίνις στο Θέατρο του Νέου Κόσμου γιατί αφενός φωτίζει μ’ έναν εξαιρετικό τρόπο το έργο κι αφετέρου γιατί θα έχετε την ευκαιρία να θαυμάσετε τρεις δεινούς ηθοποιούς. Κι αν ήταν ενδιαφέρουσα και φρέσκια η επιλογή ανδρών ηθοποιών, ανοίγει ο δρόμος για να δούμε και στο μέλλον τέτοιες επιλογές, παραμένοντας αισθητικό ζητούμενο η σύνθεση ενός θιάσου από νεαρούς ηθοποιούς ή ακόμα και από μη ηθοποιούς, για να δούμε πως θα ήταν ένα ανέβασμα χωρίς τις ευκολίες έμπειρων πρωταγωνιστών.

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Please enter youtube id.

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία