Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
Μυρτώ Παπαϊωάννου

Μυρτώ Παπαϊωάννου

Από τη Μυρτώ Παπαϊωάννου

Φέτος στην θεατρική σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μια εξαιρετική θεατρική διασκευή σε σκηνοθεσία του Κώστα Γάκη. Πρόκειται για το βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου «Ιστορία Χωρίς Όνομα- Το κρυφό πάθος της Πηνελόπης Δέλτα για τον Ίωνα Δραγούμη». Το μυθιστόρημα αυτό εκδόθηκε μόλις τρία χρόνια πριν, ωστόσο σε διάστημα μόλις δύο ετών έλαβε τρία βραβεία: Ειδικό βιβλίο Βιβλιοπωλείων και Βραβείο ελληνικού μυθιστορήματος (Public) και Bραβείο Κοινού (Athens Voice).

Ο συγγραφέας Στέφανος Δάνδολος, βασισμένος στα ημερολόγια της σπουδαίας συγγραφέως Πηνελόπης Δέλτα, γράφει ένα βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα για τον έρωτα και την μνήμη ,για την συγκλονιστική ερωτική ιστορία δύο ανθρώπων μέσα από τους οποίους ερχόμαστε αντιμέτωποι και με τις ιστορικές στιγμές της Ελλάδας το διάστημα μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου.

Υπόθεση

Η Πηνελόπη Δέλτα βρίσκεται το 1908 σε ένα σανατόριο λίγο έξω από τη Βιέννη, σταλμένη από τον άνδρα της, για να συνέλθει από την ερωτική της «παράνοια» και να αποφασίσει αν θέλει να επιστρέψει στον σύζυγο και τις τρεις αγαπημένες κόρες της. Εκεί συναντιέται κρυφά για επί τρεις μέρες με τον διπλωματούχο Ίωνα Δραγούμη, τον μεγάλο έρωτα της ζωής της και καλείται να διαλέξει ανάμεσα στα παιδιά της -που δεν θα ξαναδεί αν δεν επιστρέψει - και στο να ακολουθήσει τον άνθρωπο που συντάραξε ολότελα τη ζωή της. Τριάντα χρόνια αργότερα, βρίσκεται στο σαλόνι του σπιτιού της στην Κηφισιά, φανερώνοντας την τότε απόφασή της να γυρίσει στην οικογένειά της. Παράλληλα κάνει έναν μεγάλο και συγκινητικό απολογισμό της ζωής που έζησε, κι αυτής που δεν έζησε, όσο κι αν το λαχταρούσε. Η περίοδος αυτή συμπίπτει με την είσοδο των Γερμανών ναζιστών στην Αθήνα, όπου αρχίζει μια μαύρη εποχή για την ιστορία της Ελλάδας.

SWN printstavroshabakis 48 1021x580

H παράσταση 

Μπαίνοντας στην θεατρική αίθουσα αντικρύζουμε μια όμορφη σκηνή γεμάτη πολύχρωμα τριαντάφυλλα, εκεί όπου θα διαδραματιστούν όλες οι πράξεις αυτής της ιστορίας. Αριστερά και δεξιά βρίσκονται δύο μεγάλα βάθρα, εκεί που πρωτοσυναντούμε τους δύο βασικούς ρόλους της παράστασης να ξεκινούν να παρουσιάζουν τον εαυτό τους και σταδιακά να κάνουν «διάλογο» μεταξύ τους, αναπαριστώντας στιγμές που είχανε ζήσει ή φαντασιακές στιγμές. Πίσω βρίσκονται απόλυτα εναρμονισμένα με τα χρώματα και το σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, κάδρα, που δείχνουν άλλοτε εικόνες, άλλοτε σχήματα, πάντοτε ταιριαστά με την ατμόσφαιρα του έργου και τους φωτισμούς του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Η σκηνοθεσία του Κώστα Γάκη ήταν γεμάτη λυρικά στοιχεία, εμφατικά μέσα στην απλότητά τους. Επιμελήθηκε μαζί μα τε την Ανθή Φουντά την διασκευή ενός βιβλίου, αναδεικνύοντας τα σημαντικότερα σημεία του τόσο άρτια, που άφηνε την αίσθηση ότι είμαστε όλοι αναγνώστες και γνώστες της ιστορίας αυτής. Σκηνοθέτησε μια παράσταση όπου η καλοδουλεμένη αλληλεπίδραση όλων των ηθοποιών ήταν ολοφάνερη, ακόμη οι παραμικρές κινήσεις γίνονταν με φυσικότητα αλλά και δεξιοτεχνία. Καθόλη την διάρκεια του έργου, στην δεξιά μεριά της σκηνής ο Μιχάλης Κωτσόγιαννης αναλαμβάνει την μουσική πλαισίωση της παράστασης, η οποία δένει αψογα με τις σκηνές, σε μουσική και πάλι του Κώστα Γάκη. Με μελωδίες και ήχους από έγχορδα και κρουστά, ο λυρισμός του κειμένου συναντάει τη μουσικότητα που του αρμόζει.

Η Μπέτυ Λιβανού και η Μαρία Παπαφωτίου μοιράζονται τον ρόλο της Πηνελόπης Δέλτα, η πρώτη ενσαρκώνει την ώριμη πλέον συγγραφέα που θυμάται και εξιστορεί και η δεύτερη την νεανική της περίοδο, που παρεμβάλλεται και ζωντανεύει όλες τις αφηγήσεις εκείνες που αποκαλύπτουν τον μεγάλο έρωτα με τον Ίωνα Δραγούμη. Η εναλλαγή αυτή ανάμεσα στις σκηνές του παρελθόντος και του παρόντος επιτυγχάνονται με μεγάλη φυσικότητα και αρμονία. Η Μπέτυ Λιβανού, αποδεικνύει την εμπειρία και την γοητευτική θεατρική παρουσία σε έναν ρόλο γεμάτο συμβολισμούς. Μια γυναίκα που δεν κατάφερε να ξεφύγει από την μοίρα της, δέσμια της οικογένειας και του ονόματος που κουβαλούσε, ξεδιπλώνει μέσα από τους μεστούς μονολόγους της όλη την αλήθεια που δεν ομολόγησε ποτέ, αυτή την «χωρίς όνομα» ιστορία. Η Μπέτυ Λιβανού με τη φωνή της, τις κινήσεις της, το βλέμμα της απέναντι στον σύζυγο, την οικιακή της βοηθό αλλά κυρίως το απλανές βλέμμα ονειροπόλησης και νοσταλγίας μας επικοινωνεί με πληρότητα τον ψυχισμό και το φορτίο της Πηνελόπης Δέλτα, χωρίς περιττές υπερβολές και υπέρμετρους συναισθηματισμούς.

 

istoria onoma

Η Μαρία Παπαφωτίου ανταπεξέρχεται στον υψηλό πήχη της υποκριτικής δεινότητας της Λιβανού και μας χαρίζει μια δυνατή ερμηνεία της νεαρής συγγραφέως. Ερμηνεύει κι εκείνη μια γυναίκα βαθιά ερωτευμένη και συνεπαρμένη από αυτό της το συναίσθημα, που παράλληλα είναι σκοτεινή και βασανισμένη από το απόλυτο αδιέξοδο που αντιμετωπίζει. Η ηθοποιός τα δίνει όλα επί σκηνής, εναλλάσσει συνεχώς ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση λόγω αυτού που βιώνει και το αποτέλεσμα είναι αξιέπαινο.

Στον ρόλο του Ίωνα Δραγούμη ο Τάσος  Νούσιας με εντυπωσιακή ενέργεια και λόγο, μας χαρίζει μια εξαιρετική ερμηνεία. Κατάφερε να αναδείξει δύο δυνατές και ταυτόχρονα διαφορετικές πλευρές του Έλληνα διπλωματούχου: αυτή του αφοσιωμένου στα ιδανικά της πατρίδας του άνδρα, αλλά κυρίως αυτή του ευαίσθητου και παραδομένο στον έρωτα ανθρώπου. Η αλληλεπίδρασή του με την Μαρία Παπαφωτίου, (νεαρή Πηνελόπη Δέλτα) ήταν σαν ένα ερωτικό ποίημα επί σκηνής, γεμάτο πάθος, πόθο, αγωνία και πόνο.

Συνήθως σε τέτοια έργα με βαρύτητα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους στεκόμαστε στην ερμηνεία των βασικών ηθοποιών όταν είναι καλή, καθώς παίζουν στο μεγαλύτερο κομμάτι της παράστασης. Το εντυπωσιακό με το έργο εδώ είναι ότι και οι μικρότεροι ρόλοι ήταν παραπάνω από επάξιοι των περιστάσεων, δημιουργώντας το κλίμα μιας ολοκληρωμένης άρτιας και καλοδουλεμένης παράστασης.

Η Ανθή Φουντά , που ανέλαβε την διασκευή του έργου μαζί με τον Κώστα Γάκη ερμήνευσε άριστα τον ρόλο της οικιακής βοηθού της Πηνελόπης Δέλτα, γεμάτη ενέργεια, χιούμορ αλλά και διάθεση σάτυρας, ρόλος απαιτητικός λόγω των συχνών αλλαγών και κινήσεών του.

Στο ρόλο του Στέφανου Δέλτα, του συζύγου της Πηνελόπης, ο Στάθης Μαντζώρος , απέδωσε άρτια τον χαρακτήρα ενός πληγωμένου και θιγμένου συζύγου που τον κατακλύζει ο εγωισμός κι η σκληρότητα μεν αλλά δέχεται πίσω την σύζυγό του, παρουσιάζοντας τελικά και την ευαίσθητη κι ευάλωτη πλευρά του.

istoria horis onoma

Στον ρόλο του γιατρού της Δέλτα, ο Αργύρης Γκαγκάνης, γοητευμένος πάντοτε από την συγγραφέα, την στηρίζει και την συμβουλεύει, αντίθετα από τον γραμματέα του , Στέλιο Γιαννακό ,που με έναν μικρό αλλά δυνατό ρόλο δείχνει όλα τα σεξιστικά κατάλοιπα που μπορεί ένας άνδρας να κρύβει για μια γυναίκα που θαυμάζει, ζηλεύει, κατηγορεί και ποθεί. Οι τρεις ηθοποιοί (Μαντζώρος Γκαγκάνης και Γιαννακός) διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στην παράσταση με την σκηνική τους παρουσία, την φωνή και το τραγούδι τους, τις εύστοχες συγχρονισμένες παρεμβολές κι ατάκες τους. Ερμηνεύουν κι άλλους ρόλους, του πλήθους, των Γερμανών στρατιωτών που επιτάσσουν τη χώρα, όμως γενικότερα καταφέρνουν να πλαισιώσουν ένα κατά τα άλλα λιτό και ήσυχου σκηνικό, με ελάχιστα αντικείμενα με την δυναμική και συστηματική γεμάτη εγρήγορση παρουσία τους. Ιδιαίτερη αναφορά στον Στέλιο Γιαννακό που ξεχώριζε την κάθε μικρή του πράξη και σκηνή.

Τα κοστούμια της παράστασης ήταν απολύτως εναρμονισμένα με το σκηνικό της κάθε εποχής, πολύ προσεγμένα και καλοφτιαγμένα.

Η «ιστορία χωρίς όνομα», είναι μια παράσταση που ικανοποιεί τους θεατές πολυεπίπεδα. Είναι μια θεατρική διασκευή που σέβεται απολύτως το κείμενο και τα ιστορικά πρόσωπα, με κεντρικό άξονα τον έρωτα ,χωρίς να λείπουν όμως οι κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις όπως ακριβώς αναφέρονται μέσα στο βιβλίο. Οι αναφορές στην Ελλάδα και τα δεινά της συμπορεύονται τρόπον τινά με τον έρωτα και την ανάγκη για ζωή και έκφραση ενός σημαντικού προσώπου για την Ελλάδα, μιας αγαπημένης συγγραφέως, μιας σπουδαίας γυναίκας.

 

Από την Μυρτώ Παπαϊωάννου

Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας

Το βραβευμένο με Πούλιτζερ έργο του Άρθουρ Μίλλερ, «Ο Θάνατος του Εμποράκου», παίζεται φέτος στο θέατρο Εμπορικόν και είναι μια από τις πιο πετυχημένες παραστάσεις της χρονιάς. Πρόκειται για την ιστορία του εμποράκου Γούιλι, του οποίου τη ζωή συνθλίβει το αμερικανικό όνειρο, μια ιστορία για τις οικογενειακές σχέσεις, την ανθρώπινη απαξίωση απέναντι σε μια άτεγκτη καπιταλιστική κοινωνία, τον πλουτισμό και το κυνήγι της επιτυχίας ως αυτοσκοπό μιας ολόκληρης ζωής. Λίγο πριν ανέβει στην σκηνή, συναντήσαμε και μιλήσαμε έναν από τους ηθοποιούς της παράστασης, τον ταλαντούχο Γιώργο Νούση, ο οποίος υποδύεται τον Μπιφ, τον πρωτότοκο γιό του Γουίλι, που ενσαρκώνει ο Δημήτρης Καταλειφός, έναν πολύ σημαντικό ρόλο- σταθμό που μας δίνει αφορμή για πολλές κοινωνικές και υπαρξιακές προεκτάσεις. Η συζήτηση που κάναμε ήταν άκρως ενδιαφέρουσα, και τον ευχαριστούμε πολύ που μοιράστηκε μαζί μας τις σκέψεις του για το έργο, κι όχι μόνο.
 
thanatos emporakou
 
Φέτος παίζεις στην  παράσταση «Ο Θάνατος του Εμποράκου». Τι σκέφτηκες όταν σου έγινε η πρόταση ;
Είναι ένα έργο που μου αρέσει πολύ. Έχει περάσει παραπάνω από μισός αιώνας από τότε που γράφτηκε αλλά τα θέματα που θίγει συνεχίζουν να αφορούν. Οι συντελεστές δεν χρειάζονται συστάσεις. Οπότε σκέφτηκα ότι μπορεί να γίνει κάτι ενδιαφέρον και ήθελα να είμαι μέρος αυτού.
Που οφείλεται η τόσο μεγάλη απήχηση της παράστασης ;
Η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι αγγίζει τους θεατές, είτε αυτοί ανήκουν στο θεατρόφιλο κοινό, είτε όχι. Πέραν του συνόλου των συντελεστών και των ικανοτήτων τους, νομίζω ότι έχει παίξει ρόλο και το γεγονός ότι η παράσταση έχει δομηθεί με μια λιτότητα και αναδεικνύει χωρίς περισπασμούς τα θέματα που πραγματεύεται το έργο. 
Συμπαθείς τον Μπιφ ;
Ναι, τον συμπαθώ. Τα ερωτήματα κι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Μπιφ είναι ζητήματα που έχουν αντιμετωπίσει όλοι οι άνθρωποι οδεύοντας προς την ενηλικίωση. Το πώς ο καθένας και η καθεμιά αντιμετώπισε τα αντίστοιχα δικά του είναι μια άλλη υπόθεση, όμως στον ρόλο του Μπιφ σχεδόν όλοι μπορούν να βρουν κάτι δικό τους. 
Ο Μπιφ στο έργο ανησυχεί «μην χαραμίσει τη ζωή του».  Έχεις σκεφτεί κι εσύ κάτι παρόμοιο ;
Δε νομίζω ότι υπάρχει ζωή που χαραμίζεται.  Προφανώς έρχονται κάποιες στιγμές για όλους που κάνουμε επιλογές οι οποίες μας καθορίζουν και μας επηρεάζουν αν όχι για πάντα, για σημαντικές περιόδους της ζωής μας, αλλά ακόμα και την επιμονή σε αυτοκαταστροφικές επιλογές για κάποιες περιόδους τη βρίσκω εν δυνάμει χρήσιμη. Στην ουσία, πιστεύω ότι χαραμίζεις τη ζωή σου όταν αποφεύγεις να έρθεις αντιμέτωπος με τον εαυτό σου. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τον  Μπιφ όταν αρχίζει το έργο. Ενώ φοβάται μην σπαταλήσει τη ζωή του, τελικά ούτε ακολουθεί αυτό που του υπαγορεύουν τα κοινωνικά πρότυπα και ο πατέρας του, αλλά ούτε κι επιτρέπει στον εαυτό του να επιλέξει οριστικά κάτι άλλο και να διαφοροποιηθεί από τις προσδοκίες του πατέρα του. Μένει μετέωρος.
Η παράσταση πραγματεύεται το ζήτημα της επιβίωσης των ανθρώπων  μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία του ’50 και το αμερικανικό όνειρο. Ταυτόχρονα όμως αναδεικνύει και το θεσμό της οικογένειας διαχρονικά και τους πολλούς συσχετισμούς ανάμεσα στα μέλη της. 
Ακριβώς αυτοί είναι οι δύο άξονες του έργου και αυτοί είναι και οι λόγοι που το έργο αφορά στο σήμερα. Ο Μίλλερ παρουσιάζει στο έργο μία πυρηνική οικογένεια, κι έπειτα μας δείχνει πως το σύστημα και η ελπίδα του αμερικάνικου ονείρου μπορούν να τη συνθλίψουν και ψυχικά και οικονομικά. Την εποχή που γράφτηκε το έργο, η ψυχανάλυση ήταν, ας πούμε, “στη μόδα” στην Αμερική και αυτό είναι φανερό ότι επηρέασε τον συγγραφέα, καθώς το έργο εμπεριέχει τέτοιου είδους συμβολισμούς. Στη σχέση του Μπιφ με τον Γουίλι (Δημήτρης Καταλειφός), ο πατέρας βλέπει στον γιό του ό,τι δεν μπόρεσε να γίνει και να καταφέρει ο ίδιος. Οι φιλοδοξίες του πατέρα όμως είναι “φορετές”, εκφράζουν το αμερικάνικο όνειρο. Το ταλέντο και το πραγματικό μεράκι του πατέρα όπως και του γιού, βρίσκονται αλλού. Δεν είναι καθόλου απλό και εύκολο για έναν γονιό να μην φορτώσει το παιδί του με δικά του απωθημένα. Όπως επίσης δεν είναι απλό για ένα  παιδί να αναμετρηθεί με μια φιλοδοξία που είναι κληρονομιά κι όχι επιλογή του.  Κυρίως όμως δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση για κανέναν να βρει την ταυτότητά του σε μια κοινωνία που ζει σε ρυθμούς  σκληρού καπιταλισμού. 
nousis
 
Συνήθως βέβαια οι ηθοποιοί ,ακόμα και σήμερα κάνουν μια δική τους «επανάσταση»  έτσι ώστε να ακολουθήσουν αυτό το επάγγελμα. Ήταν και για σένα κάτι τέτοιο ;
Αυτό ισχύει για τους περισσότερους που ασχολούνται με την τέχνη στην Ελλάδα. Ισχύει και για μένα σ ένα βαθμό σίγουρα. Είναι πολλοί και σύνθετοι οι λόγοι που εξηγούν τις επιλογές μας και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα έχουμε ποτέ ολόκληρη την απάντηση, μονάχα “μερικές εξηγήσεις”. Το πιο επαναστατικό που νιώθω είναι ότι μ’ αρέσει όταν η τέχνη λειτουργεί αντιστικτικά στην σκληρότητα της εποχής μας, ανασκαλεύοντας απομεινάρια αξιών που απειλούνται με εξαφάνιση.
Η μητέρα στο έργο του Μίλλερ παρουσιάζεται ως αποδυναμωμένη, σε δεύτερο ρόλο. Πώς βλέπεις τον ρόλο αυτό της γυναίκας σε σχέση με το σήμερα ;
Δεν είμαι σίγουρος ότι συμφωνώ στο πρώτο σκέλος. Ότι δηλαδή η μητέρα στο έργο παρουσιάζεται αποδυναμωμένη ή σε δεύτερο ρόλο. Είναι βασικός ο ρόλος της στην οικογένεια και παίρνει πολύ σημαντικές και δυναμικές πρωτοβουλίες. Είναι η γέφυρα ανάμεσα σε πατέρα και γιο, Δεν υπάρχει το έργο χωρίς αυτήν. Όσον αφορά την ερώτησή σου, σίγουρα τη δεκαετία του ‘50 οι γυναίκες συνήθως δεν είχαν τις ελευθερίες που μπορεί να έχουν στις μέρες μας σε κάποια μέρη του κόσμου. Ωστόσο ακόμη και σήμερα, στις αναπτυγμένες χώρες, υπάρχουν οικογένειες με αντίστοιχο καταμερισμό ρόλων, ο άντρας δηλαδή φροντίζει για τα έσοδα της οικογένειας, και η γυναίκα αναλαμβάνει κυρίως τις ευθύνες εντός της οικείας, το μεγάλωμα των παιδιών και λοιπά - ασχέτως αν έχει τίτλους ανώτατης εκπαίδευσης. Ή ακόμη χειρότερα δουλεύουν και οι δύο γονείς το ίδιο αλλά οι γυναίκες αναλαμβάνουν επιπλέον και τα του σπιτιού και των παιδιών. Αν και έχουν γίνει προφανώς πολλά βήματα από τότε ως προς την ισοτιμία των φύλων, νομίζω ότι υπάρχει ακόμη δρόμος. 
 
nousia texnes plus
Ηθοποιός χωρίς τίτλους ή πτυχίο. Ποια η γνώμη σου ; 
Το πτυχίο μας νοιάζει αλλά και δε μας νοιάζει. Ούτως ή άλλως οι ηθοποιοί δοκιμάζονται μονίμως στις πρόβες, στη συνεργασία τους με τους άλλους, στην ερμηνεία τους στην κάθε παράσταση. Παρόλα αυτά όμως, αν με κάποιον τρόπο αρχίσει να πιστοποιείται η ιδιότητα, το επάγγελμα του ηθοποιού, και αν αυτό γίνει με σωστό τρόπο, μπορεί και να γίνει μία σημαντική προστασία για τους ηθοποιούς.
Είναι η ομορφιά όπλο στην δουλειά αυτή;
Μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Μπορεί εξίσου να λειτουργήσει και ως μειονέκτημα. 
Σε ενδιαφέρει η εικόνα σου ;
Σε υγιή βαθμό νομίζω. Με ενδιαφέρει δηλαδή στον βαθμό που με αναγκάζει η πραγματικότητα. 
Ονειρεύεσαι να ερμηνεύσεις κάποιον συγκεκριμένο ρόλο ; Να παίξεις κάπου συγκεκριμένα;
Ονειρεύομαι ωραίες, δημιουργικές συναντήσεις και συνεργασίες. Ονειρεύομαι και καλύτερες συνθήκες εργασίας στο θέατρο γενικότερα - όχι κάτι τρελό, τα αυτονόητα.
 nousias texnes plus2
ΘΕΑΤΡΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟΝ
Άρθουρ Μίλλερ
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΑΚΟΥ
Ημέρες – ώρες παραστάσεων: Τρίτη: 20:30, Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο : 20:30, Τετάρτη & Κυριακή : 19:00
 
 

Από τη Μυρτώ Παπαϊωάννου

Δέκα χρόνια μετά από το πρώτο της ανέβασμα, το πολυσυζητημένο έργο του Γιώργου Χρονά «Γυναίκα της Πάτρας» ανεβαίνει στο Θέατρο Πόλη, σε σκηνοθεσία της Λένας Κιτσοπούλου. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο της πατρινής Πανωραίας έχει και πάλι η Ελένη Κοκκίδου, η οποία το 2010 για την παράσταση αυτή απέσπασε το βραβείο ερμηνείας Κάρολος Κουν.

«Η γυναίκα της Πάτρας» αναφέρεται στην καταγραφή της προσωπικής ιστορίας μιας πόρνης, όπως εκείνη την αφηγήθηκε σε μια σειρά συνεντεύξεων τη δεκαετία του 1980 στον συγγραφέα και ποιητή Γιώργου Χρονά. Εκείνος βασισμένος στα γεγονότα της βιογραφίας αυτής, έφτιαξε έναν θεατρικό μονόλογο για την ζωή της πόρνης Πανωραίας, ένα κείμενο γεμάτο πάθη, λάθη, έντονα συναισθήματα και ζοφερά βιώματα, μιας διόλου συνηθισμένης ζωής. Είναι μια εξομολόγηση σε βάθος, μιας δυναμικής γυναίκας που δεν ντρέπεται να μιλήσει για τις εμπειρίες και τα τραύματά της, δεν φοβάται να τσαλακωθεί, που δεν έχει τίποτα πια να χάσει. Παράλληλα είναι ένα κείμενο που φανερώνει γενικότερα τις συνθήκες ζωής στην επαρχιακή πόλη της Πάτρας της δεκαετίας του ΄50 και του ΄60, προσφέροντάς στους αναγνώστες και στη συνέχεια θεατές, έντονο ενδιαφέρον για την εποχή εκείνη και τα κοινωνικά της συμφραζόμενα, μέσω της βιογραφίας της Πανωραίας. Ο συγγραφέας στο σημείωμά του για το βιβλίο του αναφέρει ότι «Η γυναίκα της Πάτρας, είναι η πιο αληθινή, δηλαδή, γυμνή, ιστορία, που έχουμε διαβάσει, στην ελληνική γλώσσα, από την σταύρωση του Χριστού και τα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη».

Το έργο

Μέσα από έναν χειμαρρώδη μονόλογο, η Πανωραία, μια πόρνη μεγάλης πλέον ηλικίας διηγείται με κάθε λεπτομέρεια την ζωή της, ξεκινώντας από την παιδική της ηλικία, και μεταπηδώντας χρονικά στα γεγονότα που ακολούθησαν ως εκείνη τη στιγμή. Αφηγείται τις σχέσεις της με τους άνδρες, τους συζύγους και τα παιδιά που απέκτησε. Περιγράφει στη όλες τις αιτίες που την ώθησαν στην πορνεία, με βασική παράμετρο την ομορφιά της, που λειτούργησε σύμφωνα με την γνώμη της ευνοϊκά και καταστροφικά συνάμα. Η αφήγησή της είναι ορμητική κι απροκάλυπτη, μια βουτιά στη λαϊκότητα, χωρίς διακριτικότητες κι ευγένειες, σε μια γλώσσα σκληρή, «της πιάτσας».

gunaika patras texnes plus

 

Η Παράσταση

Η Ελένη Κοκκίδου δεν πήρε τυχαία το βραβείο Κουν για την ερμηνεία της αυτή. Ξεδιπλώνει το ταλέντο της μέσα από ένα ρόλο που χρειάζεται πολύ πάθος κι ένταση. Υποδύεται μια γυναίκα πολύ έμπειρη στη ζωή, γεμάτη πόνους, βάσανα κι έρωτα. Είναι ωμή, αυθεντική κι αφηγείται απίστευτες ιστορίες που δεν θα πίστευε κανείς ότι θα μπορούσαν να είναι αληθινές, αν δεν γνωρίζαμε ότι πρόκειται για βιογραφία. Είναι πληγωμένη κι όμως ακόμα παθιασμένη για τη ζωή. Η Πανωραία εξομολογείται με μεγάλη φυσικότητα αστεία αλλά και τραγικά γεγονότα της ζωής της, πολύ θεατρικά και δραματικά, όχι όμως επιτηδευμένα. Ακολουθεί μεν ένα μοτίβο ομιλίας βαρύ και συχνά επαναλαμβανόμενο, ταιριαστό δε για την ιδιοσυγκρασία και τον τρόπο έκφρασης μιας λαϊκής γυναίκας μαθημένης στην σκληρή ζωή. Η ερμηνεύτρια μέσα από τη φωνή και το τραγούδι της, τις κινήσεις, τις σιωπές και τους αναστεναγμούς της, το γέλιο και τα δάκρυά της αποδίδει άρτια τον χαρακτήρα μιας γυναίκας που έζησε «άσωτα», ταξίδεψε, «έκανε τον έρωτα» όπως έλεγε με αμέτρητους άνδρες, δούλεψε σε δεκάδες δουλειές, αγάπησε και αγαπήθηκε. Φαίνεται ότι είναι ένας ρόλος που η Κοκκίδου έχει μελετήσει κι αγαπήσει. Είναι εκρηκτική, πληθωρική, αυθόρμητη και άμεση. Εναλλάσσει το δράμα με την κωμωδία με αριστοτεχνικό τρόπο. Πρόκειται πράγματι για μια αξιοσημείωτη ερμηνεία η οποία καταφέρνει να ξεχωρίσει και να επιβιώσει παρά την εμφανή σκηνοθετική αστοχία που διαποτίζει ολόκληρη την παράσταση, κι αυτό κάνει το εγχείρημά της περισσότερο δύσκολο αλλά κι αξιέπαινο. Ομολογουμένως και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες, το συναίσθημα περνάει δύσκολα στον θεατή, αυτό όμως είναι περισσότερο αποτέλεσμα της σκηνοθετικής προσέγγισης που παίζει σημαίνοντα ρόλο στην αλληλεπίδραση με το κοινό.

Ως προς την σκηνοθετική ματιά της Λένας Κιτσοπούλου ,είναι γεγονός πως στην προσπάθειά του κανείς να πλαισιώσει έναν θεατρικό μονόλογο είναι πιθανόν να στερηθεί του ουσιαστικού νοήματος του έργου και να εστιάσει σε περιττά σκηνοθετικά ευρήματα για να εντυπωσιάσει. Η αρχική εξιστόρηση από την Πανωραία μέσω αλλοίωσης της φωνής υπήρξε από την αρχή κουραστική, χάνοντας λέξεις από την αφήγησή της. Ήταν φανερό ότι κάποιες σκηνοθετικές επιλογές όπως το μετακινούμενο κρεβάτι καθώς μιλούσε η Πανωραία, το αυτοσχέδιο τρέιλερ που τη μετέφερε για λίγα μέτρα, οι άβολες παύσεις και διακοπές έβγαζαν τον θεατή από το κλίμα, δημιουργώντας ένα κλίμα αμηχανίας, που ακόμα κι η Ελένη Κοκκίδου δεν μπορούσε κάθε φορά να εξουδετερώσει με την επιβλητική της παρουσία, γιατί και η ίδια προσπαθούσε να διαχειριστεί όλη αυτή την συνεχόμενη «δραστηριότητα» και παράλληλα να κρατήσει την ερμηνεία της αλώβητη από όλα αυτά. Έτσι το δραματικό στοιχείο του κειμένου δεν εξελίχθηκε έντονα, όχι λόγω της ωμότητας και του ρεαλισμού της αφήγησης, αλλά λόγω διαρκών παρεμβάσεων καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, που διέκοπταν ενοχλητικά κι άσκοπα τη ροή του μονόλογου.

patra

 

Το λιτό σκηνικό της Ελένης Βαρδαβά με τα ελάχιστα έπιπλα ήταν ταιριαστό με το φτωχικό περιβάλλον διαβίωσης της Πανωραίας όπως επίσης και τα κιτς ρούχα και αξεσουάρ της ηρωίδας.

Ένα ενδιαφέρον ψυχογράφημα, μια εξαιρετική ερμηνεία σε μια παράσταση που θα μπορούσε να απογειωθεί κάτω από άλλες συνθήκες.

Από τη Μυρτώ Παπαϊωάννου

 

Σαράντα χρόνια μετά το παρθενικό και μοναδικό ανέβασμά του από τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης, το έργο του Μάριου Ποντίκα «Ο Γάμος» ανεβαίνει στο Θέατρο Σταθμός. Τη σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο Κώστας Παπακωνσταντίνου και συνυπογράφει η Αγγελική Μαρίνου. Πρόκειται για ένα από τα πιο γνωστά θεατρικά κείμενα του Μάριου Ποντίκα και πράγματι η χρονική συγκυρία που επιλέχθηκε να ανέβει και πάλι το έργο είναι απολύτως ταιριαστή, καθώς πρόκειται για ένα έργο που πραγματεύεται το ζήτημα της γυναικείας καταπίεσης και κακοποίησης και την «κουλτούρα του βιασμού» με μια πληθώρα κοινωνικών συμφραζομένων, όπως αυτά διαμορφώνονται και μετασχηματίζονται μέσα στην ελληνική κοινωνία, στην περίπτωσή μας σαράντα χρόνια μετά την συγγραφή του έργου.

Ο Μάριος Ποντίκας είναι σημαντικός Έλληνας θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και πεζογράφος. Έχει εργαστεί για δεκαετίες ως κειμενογράφος και δημιουργικός συντελεστής στον χώρο της διαφήμισης. Έχει εκδώσει τρεις συλλογές με πεζογραφήματα (Δραπέτης Γηροκομείου, Κλειδαρότρυπα και άλλες ιστορίες, Κουταμάρες, Κουταμάρες Β΄) και πολλά θεατρικά έργα τα οποία έχουν εκδοθεί σε τρεις τόμους. Έργα του έχουν παρουσιαστεί σε πολλές σκηνές , όπως το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης, Θεσσαλικό, KΘBE, ΘΟΚ, Στοά και Άττις. .

Ο συγγραφέας στη δίτομη συλλογή του με τα άπαντα θεατρικά του έργα, εκφράζει την επιθυμία του να ξαναδεί στη σκηνή κάποια από τα έργα του, όχι όμως σαν κόπιες της πρώτης τους ανάγνωσης και παρουσίασης, αλλά μετασχηματισμένα και φερμένα στο σήμερα, μέσα από μια νέα ματιά και πρίσμα. Είναι προφανές ότι δεν αποκηρύσσει τα έργα του, αντιθέτως επιθυμεί να τα αντικρύσει αναπλαισιωμένα. Ένα από τα έργα που φέρνει ως παράδειγμα για μια τέτοια νέα προσπάθεια, είναι «ο Γάμος» κι όπως φαίνεται η επιθυμία του αυτή παίρνει σάρκα και οστά τη νέα χρονιά στο Θέατρο Σταθμός.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Μια δεκαεξάχρονη όμορφη κοπέλα πέφτει θύμα βιασμού. Η οικογένειά της μπροστά στον φόβο της σπίλωσης κι αμαύρωσης του ονόματός τους , της προκαλεί μεγαλύτερο κακό, καθώς ρίχνει την ευθύνη και το βάρος του βιασμού στο θύμα. Γονείς και αδερφή κακοποιούν το κορίτσι σωματικά και λεκτικά, την προσβάλουν μέχρι που την εξαναγκάζουν στην αυτοπυρπόλησή της, για να σωθεί η υπόληψή τους. Ολόκληρη η τοπική κοινωνία, τα ΜΜΕ, η δικαιοσύνη, σπρώχνουν προς την ίδια κατεύθυνση με την οικογένεια. Η κοπέλα αν και δεν πεθαίνει από αυτή την απόπειρα αυτοκτονίας, θα καταδικαστεί δεκάδες φορές «σε θάνατο», καθώς ο βιαστής συμφωνεί με την οικογένειά της να την παντρευτεί, για να μην κριθεί ένοχος, με την ανοχή του δικαστηρίου . Πρόκειται για έναν αλλεπάλληλο βιασμό μιας γυναίκας, καθώς βιάζεται επαναλαμβανόμενα από όλους τους πατριαρχικούς θεσμούς, που την οδηγούν στην απόλυτη απαξίωσή της ως άνθρωπο.

xGamos 2a NikosVardakastanis 720x960.jpg.pagespeed.ic.8zYewI0BzQ

ΤΟ ΕΡΓΟ

Η παράσταση ξεκινούσε με την οικογένεια του θύματος να ορμά και να κακοποιεί λεκτικά και σωματικά το κορίτσι, τοποθετώντας την γυμνή σε μια καρέκλα γυναικολογικού ιατρείου, με ανοιχτά τα πόδια της, σαν να πρόκειται για ένα αντικείμενο ελαττωματικό πια, ένα «πράμα», κι έτσι ακριβώς την αντιμετώπιζαν. Ομολογουμένως πρόκειται για το πιο δυνατό σκηνοθετικό εγχείρημα του έργου, άκρως καθηλωτικό, περνώντας από το πρώτο λεπτό το μήνυμα της παράστασης για την απαξίωση της γυναικείας υπόστασης, ακόμα κι από τις ίδιες τις γυναίκες της οικογένειας.

Το σκηνικό και τα κοστούμια της Βίκυς Πάντζιου ήταν λιτά και ταιριαστά. Η σκηνή αποτελούταν μόνο από την άδεια καρέκλα κι αριστερά και δεξιά κουρτίνες φτιαγμένες από γάζες. Η ευρηματική χρήση των γαζών που στη συνέχεια κάλυπταν το καμένο σώμα της Αφέντρας σε νυφικό, ήταν άκρως συμβολική και χρήσιμη στην μετάβαση της σκηνής του γάμου. Τα υπόλοιπα κοστούμια της ήταν χαρακτηριστικά ρούχα της εποχής με εξαίρεση αυτά της αδερφής της Αφέντρας, που ήθελε να δείχνει πιο σύγχρονη και μοντέρνα.

Η θεατρική πράξη εναλλάσσεται ανάμεσα στο σπίτι και σε όσα εκτυλίσσονται εκεί, και στην αίθουσα δικαστηρίου όπου εκδικάζεται η υπόθεση του βιασμού. Κατά τη διάρκεια της παράστασης υπήρξαν κάποιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις και διάλογοι με στόχο να καταδείξουν τη σημασία και την αγριότητα των γεγονότων, οι οποίες θα μπορούσαν να παραλειφθούν, όπως η ανάγνωση των αποκομμάτων εφημερίδων, όπως επίσης οι φωνές σε συνδυασμό με τη δυνατή μουσική από τον Βασίλη Κουτσιλιέρη συχνά κούραζαν κι αποπροσανατόλιζαν, φέρνοντας το αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, που ήταν να ταρακουνηθούν οι θεατές.

Η ερμηνεία της Μαργαρίτας Τρίκκα ήταν κάτι παραπάνω από εξαιρετική. Καθόλη την διάρκεια της παράστασης δεν είπε ούτε μια λέξη, κι όμως συγκλόνισε τους θεατές με την παρουσία κι ερμηνεία του ρόλου του θύματος, της Αφέντρας. Ένα μικρόσωμο κορίτσι, βορά της οικογένειας, του βιαστή της κι ολόκληρης της κοινωνίας, μας καθήλωσε σε κάθε σκηνή. Ο τρόμος, η απορία, η απελπισία, η παραίτηση, το μίσος, όλα τα δυνατά συναισθήματα που θα μπορούσαν να κατακλύζουν ένα ανυπεράσπιστο ανήλικο πλάσμα αποδόθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Η ερμηνεύτρια ανέλαβε πραγματικά ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα και τα κατάφερε, με μια δυνατή στάση επί σκηνής, που αναλαμβάνει κινησιολογικά η Κατερίνη Γεβετζή,   Οι σκηνή όπου έτρεμε και ψυχορραγούσε πάνω στην καρέκλα του γυναικολόγου κι η σκηνή που εξαναγκάζεται σε αυτοπυρπόληση ήταν οι δυσκολότερες κι οι πλέον έντονες αλλά και οι καλύτερες της παράστασης.

Στον ρόλο του πατέρα- τέρατος, ο Ελισαίος Βλάχος, ένας πατέρας και σύζυγος σκληρός και βίαιος, βαθιά φαλλοκράτης και εγωιστής, επιβάλλεται στην οικογένειά του με την βία στις περισσότερες περιπτώσεις. Είναι εκείνος που τρομοκρατεί την γυναίκα και τις κόρες του, δημιουργώντας έναν ανυπόφορο βίο για όλους, στο όνομα πάντοτε της τιμής και του καθαρού στην κοινωνία προσώπου του.

Η Βάσω Καμαράτου υποδύεται την μητέρα, λυπάται και προσπαθεί σε συγκεκριμένες στιγμές να υπερασπιστεί την κόρη της από τη δίνη της αγριότητας του συζύγου της. Πρόκειται όμως για μια επίφαση μητρικής αγάπης που καθόλου δεν βοηθά την Αφέντρα, καθώς είναι κι εκείνη ηθική αυτουργός σε όλα τα δεινά της, ακόμα και στη συμφωνία να παντρευτεί τον βιαστή της. Σε αντιδιαστολή με το ρόλο της Αφέντρας, οι ρόλοι των δύο γονέων δεν αποδόθηκαν στον αντίστοιχο βαθμό, ίσως λόγω της αμήχανης κίνησής των δύο ηθοποιών, γεγονός που πιστεύω θα λυθεί με την τριβή των παραστάσεων.

Την αδερφή του θύματος υποδύεται η Μυρτώ Πανάγου . Με πολύ πάθος και δυναμισμό ερμηνεύει εύστοχα την αδερφή που «καταστρέφεται η τιμή της» και χωρίς ίχνος γυναικείας και αδερφικής αλληλεγγύης, ακολουθεί τον δρόμο που έδειξε ο πατέρας τους. Είναι σκληρή και άτεγκτη, σκέφτεται την δική της αποκατάσταση με κάθε κόστος της ζωής της αδερφής της.

Πολύ καλός στον πολλαπλό ρόλο του βιαστή, γείτονα και αφεντικό-μάρτυρα υπεράσπισης του θύτη, ήταν ο Δημοσθένης Ξυλαρδιστός . Κατάφερε να αποδώσει εξ αρχής τον ρόλο του γείτονα, ως έναν «ηθικό» πολίτη, που έχει χρέος να μιλήσει για όσα ξέρει, εντάσσοντας μέσα στον λόγο του με μεγάλη φυσικότητα, όλες τις προκαταλήψεις και τις έμφυλες διακρίσεις που είχε καλά ριζωμένες στη νοοτροπία του, μιλώντας πάντα «με καλή προθεση». Ακριβώς το ίδιο ύφος διατήρησε και στο ρόλο του αφεντικού, υπερασπιζόμενος τον ηθικό και φιλήσυχο κατά τα άλλα υπάλληλό του, που «δεν είχε δώσει μέχρι στιγμής κανένα δικαίωμα». Στο ρόλο του βιαστή έδειξε την υποκρισία όλης της κοινωνίας, καθώς πρόβαλε ένα πρόσωπο άτυχο (σχεδόν θύμα), παρασυρμένο από το πάθος του με μεγάλη μεταμέλεια για την πράξη του. Μάλιστα στο τέλος της παράστασης, ερμήνευσε πολύ πετυχημένα την ικανοποίησή του, όταν έκλεισε τη συμφωνία να παντρευτεί το θύμα του, δωροδοκώντας επιτυχώς την οικογένεια της κοπέλας, με σκοπό την ολοκληρωτική αθώωσή του.

Στο διπλό ρόλο του ιατροδικαστή και του εισαγγελέα, ο Δημήτρης Κουτρουβιδέας . Με το αυστηρό κι επίσημο ύφος αλλά και με την δυναμική ένταση κι άρθρωση του λόγου του, ερμήνευσε άρτια και τους δύο ρόλους, επισημαίνοντας την «αυθεντία» του επιστημονικού λόγου ως την μόνη αποδεκτή αλήθεια (το σώμα του θύματος διεκορέυθη σε μεγάλον βαθμό..) όπως επίσης και τον σημειολογικά φορτισμένο δικανικό Λόγο, που επηρεάζει τις συνειδήσεις, την κοινή γνώμη και νομιμοποιεί στην περίπτωση αυτή του βιασμού αναίσχυντες πράξεις με πρόσχημα την ανδρική και γυναικεία φύση και τον προκαθορισμένο ρόλο των φύλων μέσα στην κοινωνία.

Η έμφυλη διάκριση και η βία, σωματική και κοινωνική αναδεικνύονται μέσα από μια θλιβερή ιστορία βιασμού, καθόλου μακριά από τα δεδομένα της εποχής εκείνης, αλλά ούτε και τα σημερινά. Όπως και τότε, έτσι και σήμερα η κοινή γνώμη καθοδηγούμενη από μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία, αναπαράγει με τρόπο άγριο την κουλτούρα του βιασμού, κατηγορώντας τις γυναίκες ως υπεύθυνες για όλα, καθώς «η φύση των ανδρών είναι τέτοια» , που συχνά τους νομιμοποιεί τις χειρότερες πράξεις.

Οι συντελεστές της αφιέρωσαν την παράστασή τους στην Ελένη Τοπαλούδη, μια νεαρή κοπέλα που έπεσε επαναλαμβανόμενα θύμα βιασμού και δολοφονήθηκε από δύο νεαρούς άνδρες. Οι δράστες που κατηγορούνται για την γυναικοκτονία, έχουν υπάρξει αδιανόητα προκλητικοί εντός του δικαστηρίου, χωρίς να λείπουν κι εκείνες οι απόψεις περί ευθύνης της κοπέλας. (γιατί δεν τους κατήγγειλε, μήπως το προκάλεσε, έπρεπε να προσέχει περισσότερο κ.α) από διάφορους φορείς.

Η πρεμιέρα της παράστασης μάλιστα συνέπεσε και με την τοποθέτηση αφισών για την καμπάνια κατά των αμβλώσεων, στο Μετρό της Αθήνας, γεγονός που προκάλεσε σάλο και έντονες αντιδράσεις από τις φεμινιστικές οργανώσεις και άλλους πολιτικούς φορείς.

Λίγες μέρες αργότερα, ανακοινώθηκε στην Τουρκία το νομοσχέδιο που αναμένεται να εισαχθεί στη Βουλή και επιτρέπει στους άνδρες που κατηγορούνται για βιασμό ανήλικων κοριτσιών να γλυτώσουν την ποινή αν παντρευτούν το θύμα τους, προκαλώντας οργισμένες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας αλλά και σε διεθνή μέσα.

«Ο Γάμος» του Μάριου Ποντίκα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ κι η ανάδειξή του από τους συντελεστές ήταν μια συμβολική κι εύστοχη επιλογή, για να ακουστεί και πάλι αλλά και να μαθευτεί στο νεώτερο θεατρόφιλο κοινό.

Είναι πολύ σημαντικό να αναδεικνύουμε κείμενα Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων που σκιαγραφούν την κοινωνία μας και τα κακώς κείμενά της. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το έργο αυτό συγκλονίζει μέσα στον ρεαλισμό του, θυμίζοντάς μας ότι ενώ η κοινωνία μας μετασχηματίζεται, διατηρεί το σκοτεινό πρόσωπο της πατριαρχίας και της έμφυλης βίας.

Από τη Μυρτώ Παπαϊωάννου

 

Οι «Λαντζέρηδες», ή στον πρωτότυπο αγγλικό τίτλο «The Dishwashers», είναι ένα σχετικά πρόσφατο έργο γραμμένο το 2005 από τον βραβευμένο Καναδό θεατρικό συγγραφέα Μορίς Πάνιτς .Το έργο ανεβαίνει  από την ομάδα Νάμα στο Σύγχρονο Θέατρο.

Ο Μορίς Πάνιτς είναι συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης, επονομαζόμενος στον Καναδά ως «άνθρωπος όλων των εποχών». Τα έργα του, συνήθως μαύρες κωμωδίες, διαπνέονται από το παράλογο μέσα στην ωμή πραγματικότητα αλλά και την ευαισθησία, στα πλαίσια ενός υπαρξιακού προβληματισμού. Ο συγγραφέας επιχειρεί να θέτει μέσα σε απλές και καθημερινές συνθήκες των ηρώων του κοινωνικά και φιλοσοφικά ζητήματα της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης, της απομόνωσης, της φύσης του καλού και του κακού, της σχέσης μεταξύ πραγματικού και φανταστικού.

Το έργο του «οι Λαντζέρηδες», μια αλληγορική μαύρη κωμωδία σε μετάφραση του Γιώργου Χατζηνικολάου, καταδεικνύει μέσα από τις συνθήκες ζωής κι αδιάκοπης εργασίας τριών υπαλλήλων που κάνουν τη «λάντζα», τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες όπως αυτές που προκύπτουν στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα και πως μέσα σε αυτό οι άνθρωποι λειτουργούν, αλληλεπιδρούν και δημιουργούν τον μικρόκοσμό τους.

Υπόθεση

Στο υπόγειο ενός πολυτελούς εστιατορίου, ανάμεσα σε δεκάδες στοίβες πιάτων, τρεις λαντζέρηδες εργάζονται στο πλύσιμο των σερβίτσιων έτσι ώστε να τα καθαρίζουν στην εντέλεια, να τα σκουπίζουν και να τα στέλνουν και πάλι πάνω στο εστιατόριο, σε έναν ατέρμονο κύκλο μηχανικής κίνησης και ρουτίνας. Ο Ντρέσλερ είναι ο πιο παλιός κι έμπειρος υπάλληλος και υποδέχεται τον νεοφερμένο Έμετ για να του δείξει την δουλειά. Για τον Ντρέσλερ το πλύσιμο των πιάτων αποτελεί ιδεολογία, τέχνη, ευθύνη και καθήκον , αντιμετωπίζει την εργασία του αυτή σαν κάτι το αξιοσημείωτο. Στον αντίποδα, ο νεαρός Έμετ, έχοντας «εκπέσει» στη θέση αυτή, δυσανασχετεί, δεν συμβιβάζεται με τις επικρατούσες συνθήκες εργασίας και δεν σκοπεύει να μείνει για καιρό σε αυτό το πόστο. Ο γηραιότερος λαντζέρης, δεκαετίες πλύστης σε πολλών ειδών δουλειές, ο Μος,, άρρωστος και ταλαιπωρημένος, δεν μπορεί να προσφέρει πια στην εργασία. Τα αφεντικά τον έχουν απολύσει ήδη, όμως ο Ντρέσλερ φροντίζει αυτό να μη του γίνει γνωστό. Οι τρεις χαρακτήρες, οι σχέσεις και συγκρούσεις που θα αναπτυχθούν μεταξύ τους είναι τα δομικά στοιχεία του έργου αυτού. Στο τέλος θα εμφανιστεί κι ο Μπάροουζ, για αντικαταστήσει τον Έμετ που εγκατέλειψε την δουλειά, δείχνοντας απόλυτα συμβιβασμένος με τη νέα θέση και η ζωή στο υπόγειο συνεχίζει να κυλά με τους ίδιους ακριβώς ρυθμούς.

Η παράσταση

Σ ένα απολύτως ταιριαστό σκηνικό του Γιώργου Χατζηνικολάου, μια κουζίνα με στοίβες πιάτων και δίπλα σακιά με πατάτες, εργαλεία κι εργατικά ερμάρια, μπαίνουμε αμέσως στο κλίμα ενός θλιβερού και σκοτεινού υπογείου, όπου γίνεται η «βρώμικη δουλειά». Οι «κάτω» εξυπηρετούνε τους «πάνω». Η έμπειρη σκηνοθετική ματιά της Ελένης Σκότη επιτρέπει μέσα από την καθημερινή βιοπάλη και τη ρουτίνα, οι αντιλήψεις κι οι φιλοδοξίες των ανθρώπων μέσα στον αγώνα επιβίωσης να φανερωθούν άμεσα, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον για αυτούς. Σε έναν κόσμο βαθιά άνισο, ανάμεσα στους «μεγάλους» και τους «μικρούς», τους προνομιούχους και μη, οι χαρακτήρες μας που βρίσκονται στα πιο χαμηλά, ξεδιπλώνονται σαν σε ψυχογράφημα. Οι κινήσεις των ηθοποιών φορτισμένες σημειολογικά, συνοδεύονται από έντονους διαλόγους γεμάτους μηνύματα. Πίσω από την επαναλαμβανόμενη μηχανική κίνηση της λάντζας, ο απόλυτος κατακερματισμός της ανθρώπινης εργασίας. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι η μουσική και οι άκρως λειτουργικοί ήχοι του Στέλιου Γιαννουλάκη έπαιξαν επίσης σημαντικό ρόλο, καθώς δημιούργησαν ένα ρεαλιστικό κλίμα ατέρμονης εργασίας, περιβάλλον στο οποίο οι υπάλληλοι καλούνται να ανταπεξέλθουν καθημερινά, μέσα στη δίνη της ρουτίνας τους.

Η προφανής για τους χαρακτήρες δυσμενής κοινωνική και ταξική τους θέση συνοδεύεται από και την προσπάθεια για δική τους κοινωνική ιεράρχηση, μέσα στον δικό τους μικρόκοσμο. Η σκηνοθέτιδα δίνει πάντα βάση στις ερμηνείες και την καλή ομαδική δουλειά, κι αυτό είναι καταλυτικής σημασίας για μια τέτοια παράσταση, που απαιτεί συγχρονισμό και συνειδητοποίηση του έργου.

kostas kostis

 

Στον ρόλο του Ντρέσλερ ο Τάσος Κωστής, έφερε σε πέρας το ρόλο του «παλιού». Με πολύ πάθος απέδωσε την κοσμοθεωρία του Ντρέσλερ, την αίσθηση της ευθύνης για το πόστο που έχει αναλάβει χρόνια τώρα. Είναι ενδελεχής, σχολαστικός και με πλήρη απουσία ταξικής συνείδησης. Αξιώνεται μια πολυθρόνα μόνο για κείνον, έναν υποτυπώδη κήπο, είναι εκείνος που μπορεί να «μιλάει στα αφεντικά» και νιώθει ότι κατέχει μια εξουσία έναντι των άλλων. Παλεύει να «συνετίσει» τον Έμετ να αποδεχτεί την κατάσταση ως έχει. Η ερμηνεία είναι βαθιά και ζωηρή σε πολλά επίπεδα. Η εμπειρία του ηθοποιού είναι φανερή, καθώς καταφέρνει να αποδώσει τον απόλυτο συμβιβασμό σε κάθε του πράξη αλλά παράλληλα με πολλή φυσικότητα δείχνει να είναι ευχαριστημένος με τη ζωή του αυτή, με τις μικρές χαρές που ο ίδιος εξασφαλίζει στον εαυτό του, νιώθοντας δημιουργεί εκείνος τους όρους ζωής που επιθυμεί.

Στον ρόλο του Έμετ, ο Γιάννης Σαρακατσάνης, ο οποίος παρά την φιλότιμη προσπάθεια, δεν καταφέρνει δυστυχώς να αποδώσει τον χαρακτήρα σε όλο του το εύρος, σε έναν ρόλο που απαιτούσε γνήσιο πάθος και νεύρο, καθώς ο Έμετ ήταν ο μοναδικός χαρακτήρας που μεταπηδά πολλοστές φορές κοινωνική θέση και καταλήγει στα «ψηλά» κι είναι ένας ρόλος από τον οποίο θα περιμέναμε να δούμε κάτι παραπάνω. Δίνει σε κάποια σημεία την εντύπωση πως δεν αλληλεπιδρά επαρκώς με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, παρά την κατά τα άλλα πολύ δεμένη ομάδα, γεγονός που προκαλούσε συχνά μια αμηχανία ως προς το συνολικό αποτέλεσμα.

lange

 

Στον ρόλο του ηλικιωμένου και ταλαιπωρημένου Μος, ο Κώστας Λάσκος, με μια συγκινητική και πολύ δυνατή παρουσία. Με τα βλέμματά του, τη δραματική του φιγούρα και κίνηση απέδωσε άψογα τον Μος. Μια ζωή πλύστης, κουρασμένος κι αποκαμωμένος, σέρνεται και συνεχίζει να θέλει να εργάζεται, καθώς είναι το μόνο που γνωρίζει να κάνει, παραιτημένος από κάθε προσδοκία για τον εαυτό του. Πολλές φορές έχει και μια κωμικότητα μέσα στα γηρατειά και την ανημπόρια του. Η παρουσία του Μος καθόλη τη διάρκεια της παράστασης κατάφερε και ήταν καταλυτικής σημασίας, ακόμα κι όταν σώπαινε. Ήταν μια ξεχωριστή ερμηνεία από τον Κώστα Λάσκο.

Ο Αλέξανδρος Μανωλίδης ως Μπάροουζ, εμφανίζεται στο τέλος, για να αντικαταστήσει τον Έμετ. Με την γλώσσα του σώματός του κυρίως, καθώς μιλά ελάχιστα, ερμηνεύει το ρόλο ενός πειθήνιου λαντζέρη, πρόθυμο να κάνει ό, τι απαιτεί η δουλειά του κι οι υποδείξεις του Ντρέσλερ.

Πρόκειται για μια έξυπνη κι ευχάριστη μαύρη κωμωδία, με πολλές κοινωνικές κι ανθρωπολογικές προεκτάσεις και κυρίως αποτελεί αφορμή για στοχασμό πάνω σε ζητήματα υπαρξιακά, ταξικά. Οι Λαντζέρηδες μας δημιουργούν ερωτήματα όπως πότε και που είμαστε χαρούμενοι, ποιο είναι το νόημα της ζωής μας κι αν τελικά μπορούμε να είμαστε ή όχι σίγουροι ότι υπάρχει κάτι τέτοιο.

 

Από τη Μυρτώ Παπαϊωάννου

Με την έναρξη της νέας χρονιάς παρακολούθησα ένα συνταρακτικό δράμα - μια σύγχρονη τραγωδία στο Από Μηχανής Θέατρο. Παρακολουθώντας την, ήρθα αντιμέτωπη με μια ιστορία πιο επίκαιρη από ποτέ, η οποία μου έδωσε μια γερή δόση αλήθειας και αφύπνισης.

Πρόκειται για τα «Αξύριστα πηγούνια», το βραβευμένο έργο του Γιάννη Τσίρου (Α΄ βραβείο νέου συγγραφέα το 2004 στο διαγωνισμό του ΥΠΠΟ). Ο συγγραφέας του « Άγριου Σπόρου» και «Αόρατης 'Oλγας» συνεχίζει να μας ταρακουνά με τον τρόπο γραφή τους και τα ψυχογραφήματα των χαρακτήρων του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ασκώντας κριτική στην ερωτική διαγωγή των ανδρών,προσπαθεί να ερευνήσει την ανδρική ματιά και τον τρόπο που λειτουργεί ένας άνδρας όταν συναντηθεί με μια γυναίκα και πιο συγκεκριμένα με μια γυναίκα κοινωνικά πιο αδύναμη από τον ίδιο.

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Παλούμπης συνεργάζεται για δεύτερη φορά μετά την «Αόρατη Όλγα»(παράστασταση που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο και χάρισε στην Λένα Παπαληγούρα το βραβείο Μελίνα Μερκούρη το2013) με τον συγγραφέα Γιάννη Τσίρο, σε ένα σύγχρονο έργο, γεμάτο κοινωνικές, πολιτικές και υπαρξιακές διαστάσεις, μια γροθιά στο στομάχι όλων όσοι ξεχνούμε, εθελοτυφλούμε, ή απλώς προσπερνούμε τις κοινωνικές ανισότητες, τη θέση των γυναικών, την εκμετάλλευση και συχνά απανθρωποίηση των οντοτήτων που συχνά μας είναι «αόρατες».

 

ΥΠΟΘΕΣΗ

Τρεις άνδρες, εργάζονται ως υπάλληλοι στην υπόγεια πτέρυγα ενός αθηναϊκού νοσοκομείου και είναι υπεύθυνοι για την αναγνώριση, ταξινόμηση και την φροντίδα όσων νεκρών ανθρώπων καταλήγουν στη μονάδα τους. Οι δύο από αυτούς μάλιστα έχουν μεγάλη εμπειρία στην εργασία αυτή. Ένα βράδυ όμως, η νεκρή κοπέλα που θα βρεθεί στην πτέρυγά τους, θα αλλάξει τα πάντα, καθώς όλοι σχετίζονταν μαζί της με κάποιον τρόπο. Εκείνο το βράδυ θα είναι καταλυτικό και για τους τρεις, καθώς οι αποκαλύψεις, τα συναισθήματα, τα ένοχα μυστικά ,θα φέρουν συγκρούσεις και κρίσεις, κι όλοι οι συσχετισμοί θα διαρρηχθούν , κλονίζοντας τον κόσμο τους. Μετά από εκείνο το βράδυ, η ζωή τους δε θα είναι πια η ίδια.

Η παράσταση ξεκινά με μια εντυπωσιακή γυναίκα να χορεύει αισθησιακά, αφαιρώντας τα ρούχα της, δημιουργώντας ένα ερωτικό κλίμα που πολύ σύντομα αποδομείται με μεγάλη σκηνοθετική μαεστρία στη δεύτερη σκηνή, καθώς όλο το έργο διαδραματίζεται στον θάλαμο όπου κρατούνται και φυλάσσονται πτώματα, ένα μέρος αποκρουστικό, κρύο και θλιβερό. Μέσα από τις διαδικασίες ρουτίνας, τους σκληρούς διαλόγους και την κινησιολογία των ηθοποιών, παρακολουθούμε μια σκληρή πραγματικότητα. Η φαινομενικά σκηνοθετική λιτότητα ήταν το στοίχημα στην παράσταση αυτή, καθώς μόνο με αυτόν τον τρόπο μπόρεσε να αναδειχθεί πλήρως η απογυμνωμένη αλήθεια του σώματος και της ψυχής.

Οι ερμηνευτές Αντώνης Κρόμπας και Ηλίας Βαλάσης έγιναν ένα με το ρόλο τους. Ο πρώτος ως υπεύθυνος της πτέρυγας, «ασκώντας την εξουσία» απέδωσε άριστα το ρόλο του «σωστού και ηθικού οικογενειάρχη» και υπαλλήλου, του άνδρα που φαινομενικά τα έχει όλα υπό έλεγχο, κρύβοντας όμως μια ταυτότητα γεμάτη αδυναμίες και πάθη, που καθώς οι ώρες περνούν αποδεικνύεται όλο και πιο ακραία και σκοτεινά. Ο Ηλίας Βαλάσης ιδανικός στο ρόλο του αποκλίνοντος φτωχού και αλκοολικού υπαλλήλου, με ωμό ρεαλισμό μας ξεδιπλώνει έναν χαρακτήρα βγαλμένο από την ελληνική κοινωνία που γνωρίζουμε όλοι, συγκεντρώνοντας πολλά χαρακτηριστικά του θύτη και θύματος, έχοντας μια προβληματική νοοτροπία που τον βυθίζει ολοένα και περισσότερο στην καταστροφή.

 

 

aksuristapigounia texnesplus4

 

Σε μικρότερους αλλά σίγουρα καίριους ρόλους ο Στέλιος Δημόπουλος αποδίδει δυναμικά το ρόλο του τρίτου νεότερου υπαλλήλου, που διαφοροποιεί αισθητά τη θέση του από τους άλλους δύο άνδρες ως προς τη νοοτροπία, αναδεικνύει μια πιο ανθρώπινη πλευρά, αποσκοπώντας βέβαια κι εκείνος στο συμφέρον του.

Η Μαρία Νεφέλη Δούκα εμφανίζεται λιγότερο, αλλά η παρουσία της είναι καταλυτικής σημασίας για το έργο. Συγκεντρώνει πολλά κομβικά χαρακτηριστικά που την οδηγούν στο να είναι το αντικείμενο του πόθου των τριών ανδρών αλλά ταυτόχρονα και το πρόσωπο της απόλυτης εκμετάλλευσης, ακριβώς επειδή αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο. Η ομορφιά της την βυθίζει ακόμα περισσότερο στο σκοτάδι του σεξισμού, του ρατσισμού, της υποβάθμισής της ως ανθρώπινο πλάσμα. Η αρχική εντυπωσιακή της εμφάνιση πολύ στοχευμένα δημιουργεί σεξουαλικές προεκτάσεις για το γυναικείο σώμα, για να έρθει να τις αποδομήσει με τον πιο σκληρό τρόπο στο τέλος, μια κοπέλα απλή, φτωχή που μας κοιτάζει στα μάτια, καθώς ψάχνει να γίνει κι αυτή ορατή.

Τα σκηνικά και κοστούμια της Νατάσας Παπαστεργίου μας έφεραν ακριβώς εκεί όπου έπρεπε να βρεθούμε. Σε έναν νοσοκομειακό κρύο θάλαμο με φορεία και νεκρά σώματα, όπου οι υπάλληλοι κάνουν ακολουθούν τη ρουτίνα της δουλειάς τους. Τα φώτα (Βασιλης Κλωτσοτήρας) συνετέλεσαν κι αυτά στην έμφαση του σκοτεινού και ψυχρού κλίματος, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Η παράσταση κατακλύζεται από αγωνία καθώς εκτυλίσσεται η υπόθεση, μαύρο χιούμορ γιατί πρόκειται για γεγονότα δραματικά, σκληρές εικόνες και πολλά εναλλασσόμενα συναισθήματα, καταλήγοντας σε κοινωνικό προβληματισμό. Η πατριαρχία, η ελληνική οικογένεια «πρότυπο», ο σεξισμός, οι μετανάστες που χάνουν την ταυτότητά τους στον ξένο τόπο, η εκμετάλλευση και οι ανθρώπινες αδυναμίες είναι διαποτισμένα στο εξαιρετικό αυτό έργο, που δεν σου επιτρέπει να το ξεχάσεις.

 

Διαβάστε επίσης:

 

Από τη Μυρτώ Παπαϊωάννου

 

Η αγάπη, η απουσία της, η διαλεκτική της, η πολυπλοκότητα της ύπαρξης και των εκδοχών της, αποτελούν το βασικό ζήτημα που πραγματεύεται για δεύτερη χρονιά η ομάδα Blow up με τίτλο «Αγάπη ή φαντάσματα ενός μη τόπου», σε σύλληψη και σκηνοθεσία της Ελένης Καλαρά. Η «Αγάπη» αυτή φιλοξενήθηκε στο μοναδικό χώρο του ξενοδοχείου Μπάγκειον, στην καρδιά της πόλης. 

 

Πρόκειται για ένα work in progress, διαδραστικό δρώμενο που παράλληλα αποτελεί και εικαστική έκθεση. Η ιδέα της παράστασης βασίζεται στο devised theater, καθώς συμβαίνει σε κατακερματισμένες πράξεις και διαφορετικούς χώρους οι οποίοι μεταμορφώνονται συνεχώς. Πρόκειται γι' αυτό που ονομάζουμε επινοητικό θέατρο, όπου σκηνοθέτης και ηθοποιοί πειραματίζονται, συνεργάζονται κι αυτοσχεδιάζουν για να δημιουργήσουν επί σκηνής, χρησιμοποιώντας ποικίλες μεθόδους δουλειάς για να το πετύχουν αυτό.

 

Η ομάδα Blow up έτσι δημιούργησε ένα θέαμα, βασισμένο στην έννοια της αγάπης, με μια πρωτότυπη δομή και πολυποίκιλο περιεχόμενο, που σε συνδυασμό με την καλλιτεχνική έκθεση έκανε τη διαφορά. Στους διάφορους χώρους-δωμάτια του Mπάγκειον, οι ηθοποιοί έπαιζαν, απήγγειλαν, τραγουδούσαν, έκλαιγαν, στέκονταν, υπήρχαν εκεί που υπήρχε αγάπη, ή όπου η αγάπη τους είχε δημιουργήσει, ή και σε έναν μη τόπο όπου το ζήτημα της αγάπης παρέμενε το κρισιμότερο. Κάθε είδους αγάπη ήταν εκεί, αλλά ήταν κι εκεί και η μη βιωμένη αγάπη ως ζητούμενα ανοιχτά να τα προσλάβει κανείς, για λύτρωση, για αποδοχή .

 

Τα ερωτήματα κι οι προτάσεις για την αγάπη, εκφράστηκαν μέσα από ενδιαφέροντα προσωπικά αλλά και λογοτεχνικά και φιλοσοφικά κείμενα όπως αυτά των Μπερνάρ Μαρί Κολτές, Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Αντόνιο Νέγκρι, Ίταλο Καλβίνο, Πολ Ρικέρ, Χάνα Άρεντ, Τζελαλεντίν Ρουμί, Σάρα Κέην, Χ. Λ. Μπόρχες, Απόστολος Παύλος, Άσμα Ασμάτων, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Νίκου Γ. Πεντζίκη, Κώστα Κωστάκου, Σάββα Μιχαήλ, Σταύρου Ζουμπουλάκη, Ιωάννη Χρυσοστόμου, Μαρίνας Τσβετάγιεβα, Χέρμαν Μελβίλ. Οι ερμηνευτές αλληλεπιδρούσαν συνεχώς με τους θεατές, κάνοντάς μας να βιώνουμε σε κάθε νέο δρώμενο και κάτι καινούργιο σχετικά με το ζήτημα της αγάπης.

 73144902 588876485184886 2191330243275390976 o

Η αγάπη αγκαλιάστηκε μέσα από την εικαστική τέχνη, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τη μουσική, τις γεύσεις, τους ήχους, την φωτογραφία, τους αποστομωτικούς μονολόγους και παράλληλα τα γλυκά χαμόγελα νοσταλγίας και οικειότητας, μιας και όλοι μαζί κι ο καθένας μας ξεχωριστά έχει έρθει αντιμέτωπος με την μεγάλη αυτή πραγματεία, που δεν παύει, που δημιουργεί φαντάσματα σε έναν μη τόπο και μέσα από εκεί ξαναγεννιέται. Οι μνήμες, η νοσταλγία, το παράπονο, ο έρωτας, ο θυμός, έμπλεκαν το ένα μέσα στο άλλο, καθώς οι ιστορίες ξετυλίγονταν μπροστά μας –και μαζί με εμάς.

Η Ελένη Καλαρά σκηνοθέτησε ένα δρώμενο-performance, όπως ακριβώς θα απαιτούσε η πολυπλοκότητα της ίδιας της αγάπης, δημιουργώντας ένα κλίμα οικείο αλλά και πολύ παράξενο, κάνοντάς την αισθητή σε διάφορες εκφάνσεις και προσλήψεις της από όλους. Οι φωτισμοί (Χάρης Δάλλας) αποτέλεσαν κομβικό στοιχείο της παράστασης, καθώς συμπλήρωναν και συνόδευαν άρτια κάθε μικρή σκηνή και έργο μέσα στο κτίριο.

 55788312 447458272660042 5938957365318516736 n

 

Οι ηθοποιοί ( Ηλίας Βογιατζηδάκης, Ορφέας Γεωργίου, Μυρτώ Δελημιχάλη, Ελένη Καλαρά, Αναστασία Κατσιναβάκη, Βαγγέλης Παπαδάκης, Ευαγγελή Φίλη,Χάρης Φραγκούλης και Αλεξάνδρα Χασάνη) βίωναν έντονα, κάθε σκηνή, ζητώντας παράλληλα και  την ενεργή συμμετοχή του κοινού στα δρώμενα!

 Το ισόγειο κι ο τρίτος όροφος είχαν διαμορφωθεί για να υποδεχτούν το  δρώμενο: αντικείμενα, φωτογραφίες, γλυπτά, σκηνικά, μουσικές, πίνακες, οθόνες, έπαιζαν διπλό ρόλο: και εικαστικές παρεμβάσεις, και χρηστικά μέσα για τις πράξεις των ηθοποιών.

Οι εικαστικοί Μαργαρίτα Αθανασίου, Αντώνης Αντωνίου, Μανώλης Δασκαλάκης-Λεμός, Γιάννης Ισιδώρου, Αλεξία Καραβέλα, Χριστίνα Κατσάρη, Καρολίνα Κρασούλη, Άννα Λάσκαρη, Κυριακή Μαυρογεώργη, Βασίλης Παπαγεωργίου πλαισίωσαν την παράσταση με τα έργα τους, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό εικαστικό περιβάλλον. 

 

 74270254 588876528518215 2373831177573236736 o

Πρόκειται για ένα εγχείρημα πολύ διαφορετικό, ευφυές και ενδιαφέρον, το οποίο πραγματεύεται το ζήτημα της αγάπης υπαρξιακά, ιστορικά, ανθρωπολογικά, αισθητηριακά κι αισθησιακά.

Μπορεί αποχωρώντας από το Μπάγκειον κάποιος να νιώσει πιο ανάλαφρος, άλλος προβληματισμένος ή συγκινημένος. Σίγουρα, όμως όλοι θα έχουν καθρεφτίσει προσωπικές τους πτυχές, διότι αυτό το θέαμα δεν μπορεί να αφήσει κανέναν αδιάφορο.

Να σπεύσετε. Με αγάπη.

 

Από τη Μυρτώ Παπαϊωάννου

Την Δευτέρα στις 16 Δεκεμβρίου, «Το χρυσόψαρο» θα κάνει την πρώτη του θεατρική εμφάνιση στο Θέατρο MΠΙΠ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Νταούλη και Έλλης Ταμπάκη. Πρόκειται για το νέο έργο του πρώτου, ο οποίος αν και νέος συγγραφέας, έχει κάνει αίσθηση με τα έργα του. Αυτή τη φορά μια σουρεαλιστική κωμωδία με πολλές ανατροπές, που πραγματεύεται το ζήτημα της ελευθερίας μας δίνει ραντεβού στη μικρή σκηνή της Κυψέλης. 

Πριν την πρεμιέρα συναντήσαμε και τους επτά ηθοποιούς της παράστασης οι οποίοι απάντησαν πολύ ανοιχτά στις… περί μνημονικού ερωτήσεις μας!

 xrusopsaro 3xrusopsaro 9

-          Μνήμη χρυσόψαρου ή ελέφαντα.. ; Τι χαρακτηρίζει περισσότερο εσένα ;

Βερόνικα Μπακόλα: Ελέφαντα!Με χαρακτηρίζει η μνήμη χρυσόψαρου γι' αυτό θα’θελα το αντίθετο.

Δημήτρης Μπούρας: Ανάλογα τη φάση που βρίσκομαι είναι αυτό νομίζω. Υπάρχουν στιγμές που θα τις θυμάμαι πάντα και άλλες που διαγράφονται αυτόματα μετά από λίγα λεπτά. Είναι σαν να έχεις μια ελαττωματική κάρτα μνήμης.

Σάββας Βασιλειάδης: Μνήμη Ελέφαντα ξεκάθαρα.

Κωνσταντίνα Αλεξανδράτου: Και τα δύο. Ευχάριστες ή δυσάρεστες καταστάσεις συνήθως θυμάμαι ( παρόλο που τις δυσάρεστες τις θυμάμαι με την ευχάριστη οπτική τους). Ξεχνάω ανούσιες πληροφορίες ή μάλλον... αυτές δεν τις ακούω!!

Δώρα Πανταζοπούλου: Ελέφαντα γενικά αλλά με τα ονόματα καμία φορά χρυσόψαρου

Ανδριανή Κυλάφη: Μνήμη ελέφαντα που θέλει ενίοτε να γίνει μνήμη χρυσόψαρου.

Γιώργος Ημέρης: Διαλέγω μνήμη ελέφαντα, αλλά δυστυχώς έχω μνήμη χρυσόψαρου.

 xrisopsaro

-          Γιατί ξεχνούν οι άνθρωποι;

Βερόνικα Μπακόλα: Γιατί δε δίνουν την αρμόζουσα σημασία στα πράγματα. Οι άνθρωποι είναι κλεισμένοι στους εαυτούς τους και δεν δίνουν σημασία στο τι συμβαίνει τριγύρω. Αυτό τους κάνει να ξεχνούν γιατί στην πραγματικότητα δεν άκουσαν ποτέ! Αυτό ίσως τους κάνει πιο ευτυχισμένους.

Δημήτρης Μπούρας: Γιατί δεν δίνουν στις στιγμές τη σημασία που πρέπει. Αφήνουμε να περνάνε πράγματα χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνουν για μας. Χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σπουδαίο δώρο είναι οι στιγμές.

Σάββας Βασιλειάδης: Γιατί έχουν πολλά στο κεφάλι τους και θέλουν να ξεχάσουν ή γιατί περνάει ο χρόνος και απλά ξεχνάνε!

Κωνσταντίνα Αλεξανδράτου: Έχουμε το λιγότερο δύο ειδών μνήμες τη βραχυπρόθεσμη και τη μακροπρόθεσμη. Η πρώτη έχει διάρκεια λίγα δευτερόλεπτα ενώ η δεύτερη μπορεί να είναι αιώνια. Η πρώτη αν επαναλαμβάνεται μπορεί να ενταχθεί στην δεύτερη, αλλιώς λησμονείται. Η δεύτερηαν και μπορεί να μην επαναλαμβάνεται περνάει στη μορφή ανάμνησης μέσω κάποιας συσχέτισης γεγονότων ή καταστάσεων. Κάψιμο.

Οι άνθρωποι δηλαδή ξεχνάνε ό, τι δεν τους «άγγιξε» αρκετά.

Δώρα Πανταζοπούλου: Είναι αναγκαίο για την ομαλή λειτουργία του μυαλού να πετάει πληροφορίες που θεωρεί άχρηστες προφανώς ,δεν θα ήταν λειτουργικό να θυμάται κάθε λεπτομέρεια γιατί θα γινόταν ακριβώς το ίδιο που γίνεται με έναν υπολογιστή υπερφορτωμένο θα κράσαρε...Επομένως κρατάμε αυτά που θεωρούμε σημαντικά τα υπολοιπα απλά τα ξεχνάμε, καμία φορά γίνεται και σαν άμυνα αποβάλλουμε αρνητικές αναμνήσεις δεν ξέρω αν γίνεται σε όλους σ εμένα πάντως όταν αναζητώ κάτι στην μνήμη μου τα χαρούμενα γεγονότα είναι πιο καθαρά και λεπτομερή...

Ανδριανή Κυλάφη: Οι άνθρωποι ξεχνούν γιατί δεν τους αρέσει να πονούν. Είναι μηχανισμός άμυνας. Επικεντρώνεσαι στα θετικά ή -έστω- σ' αυτά που αντέχεις να θυμάσαι και τα άλλα επιλέγεις να τα ξεχάσεις. Γι' αυτό, άλλωστε, επιμένουμε πεισματικά να υπάρχουμε.

Γιώργος Ημέρης: Από μόνος του ο οργανισμός προσπαθεί να πετάξει όσα μας κάνουν να νιώθουμε άσχημα ή ασήμαντα. Γι’ αυτό ξεχνάει ο άνθρωπος, κατά τη γνώμη μου.

 xrisopsaro dora

-          Ποια είναι η δική σου γυάλα;

Βερόνικα Μπακόλα: Μερικές φορές ίσως είναι ο καθωσπρεπισμός που μου επιβάλλεται ασυναίσθητα απ' τα κοινωνικά πρότυπα.

Δημήτρης Μπούρας: Δεν ξέρω, νομίζω ότι είναι μια γυάλα στην οποία όλοι κολυμπάμε. Ο φόβος. Και αυτό μας εγκλωβίζει, μας εμποδίζει να ζήσουμε πραγματικά. Νομίζω ότι έχω κάνει μεγάλα βήματα για να ξεφύγω από αυτή τη γυάλα, αλλά δεν ξέρω αν κανείς είναι πραγματικά ελεύθερος ποτέ από αυτή.

Σάββας Βασιλειάδης: Ο εαυτός μου στην κακή του εκδοχή.

Κωνσταντίνα Αλεξανδράτου: Η γυάλα της ώρας. Όλα τα ρολόγια έχουν ένα μικρό γυαλίμπροστά που προστατεύει τους δείκτες. Πόσο πιο όμορφα θα ήταν αν δεν κοιτάγαμε συνέχεια ένα ρολόι. Όπως λέει και ένα αγαπημένο τραγούδι: «Γιατί σπάμε τα κεφάλια μας, μάνα»; της είπα.

«Αυτή η ζωή είναι δανεική, δες το ρολόι στο σαλόνι».

Δώρα Πανταζοπούλου: Έχω προσπαθήσει να βγαίνω από κάθε γυάλα που με βάζω με δυσκολεύει αυτή της τελειομανίας και του ελέγχου θέλω να παίρνανε όλα απ το χέρι μου για να είμαι σίγουρη πως γίνονται όπως θέλω και να νιώθω κάποια σιγουριά, πράγμα πρακτικά αδύνατο αλλά εντάξει νομίζω θα σπάσει κ αυτή η γυάλα σύντομα και θα αφεθώ στην ροη του χρόνου... ελπίζω να μην με πάρει και με σηκώσει! (γέλια..)

Ανδριανή Κυλάφη: Η καθημερινότητα. Σίγουρα. Και η προσπάθεια να συμβιβάσω την πραγματικότητα με το όνειρο.

Γιώργος Ημέρης: Αν ήξερα ακριβώς θα είχα βγει από κει μέσα!

 xrisopsaro 3

-          Έχεις ευχηθεί να μπορούσες να σβήσεις κάτι από τη μνήμη σου για πάντα..;

Βερόνικα Μπακόλα: Όχι.

Δημήτρης Μπούρας: Όχι. Γιατί οι αναμνήσεις είναι στοιχείο του εαυτού μας, της προσωπικότητας μας. Αν σβήσω μια ανάμνηση σβήνω κάτι από μένα. Και είναι το τελευταίο πράγμα που θέλω.

Σάββας Βασιλειάδης: Κάποιες νύχτες που δεν μπορώ με τίποτα να κοιμηθώ γιατί σκέφτομαι διάφορα.

Κωνσταντίνα Αλεξανδράτου: Όχι! Νιώθω πολύ καλά με όσα θυμάμαι!

Και να ήθελα άλλωστε... (βλέπε τη δεύτερη ερώτηση!)

Δώρα Πανταζοπούλου: Μπα δεν νομίζω η αν το ευχήθηκα δεν το θυμάμαι πράγμα που σημαίνει πως η ευχή μου πραγματοποιήθηκε....

Ανδριανή Κυλάφη: Ναι. Το ότι είμαι θνητή, αλλά δεν ξεχνιέται γαμώτο.

Γιώργος Ημέρης: Όχι, θέλω να τα θυμάμαι όλα, είναι ένα μάθημα για να προχωράμε στη ζωή!

 xrisopsaro 5

ΤΟ ΕΡΓΟ: Έξι άνθρωποι βρίσκονται σε ένα αστυνομικό τμήμα για να εξιχνιάσουν μαζί με τον αστυνόμο την υπόθεση απαγωγής ή κλοπής ή εξαφάνισης ενός χρυσόψαρου.

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:

Το χρυσόψαρο δεν είναι στη γυάλα του πια. Ένας Κύριος κατηγορεί μια Κυρία και την πηγαίνει στο αστυνομικό τμήμα, ο Αστυνόμος αναγκάζεται να παρακολουθήσει τις καταθέσεις μιας σειράς προσώπων που έρχονται να παρουσιάσουν την δική τους εκδοχή της ιστορίας απαγωγής ή εξαφάνισης του χρυσόψαρου από το κατάστημα μικρών ζώων. Ένα παιχνίδι του μυαλού και της μνήμης μέσα από μια κωμωδία καταστάσεων κι ένα έργο που θέτει ζητήματα ελευθερίας της σκέψης στον χαοτικό κόσμο της σύγχρονης καθημερινότητας. Μια παράσταση που θέτει το ερώτημα: Ποιος δεν θα ήθελε να έχει τη μνήμη του χρυσόψαρου για να ξεχάσει αυτά που συμβαίνουν γύρω μας; Ένα έργο που ρωτά: πρέπει κανείς να ζει «μέσα στη γυάλα» ή μήπως όχι; Κι αν ζει «έξω από τη γυάλα» είναι ικανός να τα καταφέρει η χρειάζεται πάντα κάποιος να τον προστατέψει και να τον επαναφέρει στην τάξη όταν αυτό χρειάζεται;

Δημήτρης Νταούλης

 xrisopsaro19

ΘΕΑΤΡΟ ΜΠΙΠ

Αγίου Μελετίου 25 & Κυκλάδων, Κυψέλη

τηλέφωνο κρατήσεων: 2130344074

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15 στο Θεάτρο ΜΠΙΠ από 16 Δεκεμβρίου μέχρι 4 Φεβρουαρίου (εκτός από 31/12)

Κείμενο: Δημήτρης Νταούλης

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Νταούλης, Έλλη Ταμπάκη

Επιμέλεια Κίνησης: Έλλη Ταμπάκη.

Μουσική: Λένα Σέρρα.

Σκηνικά - Κοστούμια: Δώρα Πανταζοπούλου.

Φωτισμοί: Βασίλης Καρανταλης

Φωτογραφίες-Βίντεο: Άρης Γεωργίου.

Οργάνωση Παραγωγής: Δώρα Πανταζοπούλου.

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Παίζουν, καταθέτουν, τραγουδούν: (Με σειρά εμφάνισης) Δημήτρης Μπούρας, Γιώργος Ημέρης, Δώρα Πανταζοπούλου, Βερόνικα Μπακόλα, Ανδριανή Κυλάφη, Σάββας Βασιλειάδης, Κωνσταντίνα Αλεξανδράτου.

Διάρκεια: 80 λεπτά

Τιμές εισιτηρίων: 12 € κανονικό 8€ μειωμένο (φοιτητικό, ανέργων, ατέλειες)

της Μυρτώς Παπαϊωάννου
 
Στο θέατρο Vault, ανεβαίνει ο «άνθρωπος ελέφαντας», ένα πασίγνωστο έργο του Μπερνάντ Πομεράνς, σε μετάφραση της Μαρλένας Γεωργιάδη
Είναι μια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά εκτυλίχθησαν στην Αγγλία τον 19ο αιώνα. Η ιστορία αυτή του Τζών Μέρρυκ, του «ανθρώπου ελέφαντα» όπως τον  αποκαλούσαν στην εποχή του, ενέπνευσε τον συγγραφέα Μπερνάντ Πομεράνς να γράψει ένα κείμενο με πρωταγωνιστή τον άνθρωπο αυτόν, που στη συνέχεια γνώρισε τεράστια επιτυχία σε ποικίλες θεατρικές σκηνές αλλά και στην κινηματογραφική ταινία σε σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Λίντς. 
 
 
 
Υπόθεση
 
Στην του 19ου αιώνα, όπου ακόμη τα freaks shows αποτελούσαν τρόπο διασκέδασης και ικανοποίησης της περιέργειας των πολιτών, εργαζόταν ο Τζων Μέρρυκ, καθώς έπασχε από μια σπάνια ασθένεια που του παραμόρφωνε το σώμα και το πρόσωπό του, τον καθιστούσε δυσλειτουργικό και κυρίως δημιουργούσε την εικόνα του εκτρώματος στους υπόλοιπους. Ο Τζων, ή άνθρωπος ελέφαντας όπως τον αποκαλούσαν δούλευε εκεί, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως έκθεμα- τέρας της φύσης. Συχνά ταξίδευε με το τσίρκο αυτό σε διπλανές ή μακρινές πόλεις, μέχρι που απαγορεύτηκαν βάσει νόμου τα freak shows. Τότε είναι που ο «θιασάρχης» του τσίρκου και μάνατζέρ του για χρόνια,  συμπεριφέρθηκε οικτρά, κλέβοντάς τον και πετώντας τον στον δρόμο. Ο Τζων Μέρρυκ στη συνέχεια θα συναντήσει τον γιατρό Τριβς, ο οποίος δείχνει έντονο ενδιαφέρον για την σπάνια περίπτωση του Μέρρυκ. Τον περιθάλπει και τον παίρνει υπό την προστασία του σε ένα από τα ακριβότερα νοσοκομεία της εποχής, διεκδικώντας μια μόνιμη θέση για τον ασθενή του. Στην προσπάθειά του να βελτιώσει τη ζωή του Μέρρυκ, τον εμψυχώνει να μιλήσει, να συζητήσει και να μορφωθεί ενώ παράλληλα ο Μέρρυκ αποτελεί και αντικείμενο ενδιαφέροντος και παρακολούθησης, μιας μεγάλης μερίδας καλλιτεχνών, πολιτικών και γενικότερα επιφανών ανθρώπων της εποχής οι οποίοι τον επισκέπτονται συχνά. Ο Τζων αποκαλύπτει μέσα σε αυτό το διάστημα έναν υπέροχο χαρακτήρα, γεμάτο δικαιοσύνη και αγνότητα, μια ψυχή που θέλει να ζήσει, να βιώσει όμορφα και ανθρώπινα συναισθήματα, όπως την οικειότητα, την συντροφιά, τον έρωτα. Έχει ανάγκη να ζει σαν όλους τους υπόλοιπους καθημερινούς ανθρώπους, κι όχι να αποτελεί για ακόμα μια φορά έκθεμα. Ο γιατρός του επιβάλει τα όρια του τι μπορεί να κάνει και τι όχι, μέχρι που στο τέλος, ο «άνθρωπος ελέφαντας», ενώ φαινομενικά έχει βελτιώσει τη ζωή του, επιλέγει να την τερματίσει, ξαπλώνοντας το κεφάλι του τόσο, που κοιμήθηκε για πάντα. 
Οφείλω να ομολογήσω ότι είχα μια έντονη περιέργεια σχετικά με την απόδοση του αγαπημένου αυτού έργου, καθώς η ιστορία αυτή έχει αποτυπωθεί σε πολλές εικόνες στο μυαλό μου. Αναρωτιόμουν αν θα προσεγγίζει τα προηγούμενα θεατρικά ανεβάσματα, ή την ταινία του Λιντς. Το αποτέλεσμα ήταν κάτι που δεν θα μπορούσα να προβλέψω. 
 
Ο Κοραής Δαμάτης, που ανέλαβε εκτός της σκηνοθεσίας, την διασκευή του έργου και την δραματουργική επεξεργασία, μας προσέφερε ένα άρτιο και φίνο αποτέλεσμα, από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό της παράστασης. Η σκηνή του Vault άνοιγε με το freak show, μεταφέροντας τους θεατές στο κλίμα της εποχής. Ένα κλίμα θαυμασμού και τρόμου, το αίσθημα μιας εποχής σκοτεινής όπου ο «άνθρωπος ελέφαντας» , αυτό το ανθρωπόμορφο τέρας, αποκαλύφθηκε στα  μάτια μας όπως ακριβώς του άρμοζε. Όχι ένα τέρας, όπως θα προέβλεπε κανείς.  Ένας άνθρωπος άτυχος από τη φύση, όμορφος μέσα στην αγνότητά του και τρομακτικός στο καθρέφτισμά του στα μάτια των άλλων. Η εικόνα του Μέρρυκ δημιουργούσε ανάμεικτα συναισθήματα, ακριβώς επειδή η σκηνοθεσία στόχευε στην εμβάθυνση, κι όχι στον εντυπωσιασμό. Για μένα αυτό αποτέλεσε το κομβικό σημείο σε όλο το έργο, σε κάθε του αλληλεπίδραση με τα ερεθίσματα και τους ανθρώπους γύρω του, καθώς μπορούσε ο καθένας να δει μέσα από τον άνθρωπο ελέφαντα όχι μόνο μια ιστορία, αλλά κομμάτια του εαυτού του. Ο τρόπος που επιλέγει κανείς να παρουσιάσει μια ιστορία, δεν έχει να κάνει μόνο με ένα άρτιο κείμενο, αλλά με οτιδήποτε μπορεί να πλαισιώσει και να αναδειχθεί μέσα από αυτό. Η πρόσληψη της ιδέας του «ανθρώπου ελέφαντα», του φαινομενικά «μη κανονικού» αποτυπώθηκε ιδανικά σε όλο το έργο, με σεβασμό, ευαισθησία αλλά και ρεαλισμό. Δεν επιχειρήθηκε η επίκληση στο συναίσθημα, ουδεμία γκροτέσκα εικόνα ή υπερβολή.  Προφανώς η σκηνοθετική ματιά περνάει και μέσα από τα σκηνικά, τον φωτισμό και τα κοστούμια για τα οποία είναι επίσης υπεύθυνος ο Δαμάτης. 
Στο ρόλο του Τζων Μέρρυκ, ο Δημήτρης Καρατζιάς, ο οποίος εκτός των εξαιρετικών σκηνοθεσιών που είδαμε τα τελευταία χρόνια, κερδίζει το στοίχημα και υποκριτικά. Ερμηνεύει τον ρόλο του Μέρρυκ με απόλυτη φυσικότητα, προσθέτοντας στο ρόλο μια λυρικότητα ανεξήγητα ταιριαστή. Ο πόνος, η αγωνία, οι δυσκολίες, όλη η πορεία ενός ανθρώπου που έψαχνε μια διέξοδο ζωής, αποδίδονται με τον καλύτερο τρόπο στην ερμηνεία του Καρατζιά. Ήταν φανερό ότι ο χαρακτήρας του Μέρρυκ μελετήθηκε με σεβασμό και διεξοδικότητα, μέχρι που έγιναν ένα με τον ερμηνευτή. 
Ο Περικλής Μοσχολιδάκης που υποδύεται τον γιατρό Τριβς ανέδειξε πολύ σωστά τον ρόλο, ξεδιπλώνοντας όλες τις πτυχές του χαρακτήρα του: την ευαίσθητη και καλή, ανθρώπινη πλευρά του αλλά κι αυτή που κρύβει αυστηρότητα, σκληρότητα και σκέψεις εγωιστικές. Ο ρόλος του Τριβς για μένα ήταν ιδιαίτερα απαιτητικός, γιατί έπρεπε να ισορροπήσει στα μάτια του θεατή όλες τις συνισταμένες του χαρακτήρα του γιατρού, του οποίου η παρουσία ήταν καταλυτικής σημασίας, με πολλές ερμηνευτικές προεκτάσεις. 
Τον ρόλο της κυρίας Νένταλ η οποία ξυπνά το ερωτικό συναίσθημα στον Μέρρυκ, ενσαρκώνει η Μαρία Καβουκίδη, τονίζοντας τη ζεστασιά, την φινέτσα και τον γυναικείο ερωτισμό σε κάθε της εμφάνιση. 
Ο Στέλιος Καλαϊτζής, ο Αντώνης Καραθανασόπουλος αναλαμβάνουν τρεις μικρότερους ρόλους ο καθένας τους και πλαισιώνουν άψογα το περιβάλλον του ανθρώπου ελέφαντα, όπως επίσης οι Μιχάλης Καλιότσος και Σοφία Ρούβα έχουν καλές ερμηνείες, εξαιρετικά δεμένες με των υπολοίπων. 
Η μουσική του Μάνου Αντωνιάδη απολύτως ταιριαστή με το κλίμα του έργου, και η κινησιολογία των ηθοποιών υπό την Μαρίζα Τσίγκα συνέβαλαν στο καλαίσθητο αποτέλεσμα.
Τέλος, θεωρώ ότι οφείλω να κάνω μια ιδιαίτερη μνεία, στον Σωκράτη Παπαδόπουλο για την κατασκευή της σιδερένιας μάσκας και του χεριού του ανθρώπου ελέφαντα, όπως επίσης και στην ταλαντούχα Ελένη Σουμή για τις περίτεχνες μάσκες της, πραγματικά έργα τέχνης. Θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελούν εκθέματα- στολίδια εικαστικών εκθέσεων. Μετά το τέλος της παράστασης, πολλοί από τους θεατές μείναμε στη σκηνή θαυμάζοντας ένα προς ένα τα κομψοτεχνήματα αυτά των δημιουργών. 
Το ήθος, οι ερμηνείες και η αισθητική της παράστασης αυτής είναι στοιχεία που ανεβάζουν πολύ τον πήχη της θεατρικής δημιουργίας, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα δύσκολο εγχείρημα, ένα έργο που κρύβει παγίδες, λόγω του θέματός του αλλά και της  προηγούμενης ανάδειξής του από σπουδαίους καλλιτέχνες. Ένα μεγάλο μπράβο στην ομάδα για αυτό το αποτέλεσμα. 
 
 
 
 

Από την Μυρτώ Παπαιωάννου

Στο θέατρο Άβατον, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά ύστερα από την θερμή ανταπόκριση του κοινού, ανεβαίνουν και πάλι οι «Συρματένιοι Ξεσυρματένιοι· Όλοι». Πρόκειται για μια παράσταση βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη, το οποίο γράφτηκε το 2006.

Ο συγγραφέας

Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά και το 1997 ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου. Οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό “Πελινναίο”.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, ο οποίος εδώ συγκέντρωσε και κατέγραψε προσωπικές αφηγήσεις από πρόσφυγες της Χίου που εγκατέλειψαν τον τόπο τους και (δι)έφυγαν με βάρκες από Χίο προς Μέση Ανατολή (Συρία, Κύπρο, Παλαιστίνη) μέσω Τουρκίας, κατά τη διάρκεια των ετών 1941-1944. Οι επιζήσαντες εξιστορούν στο βιβλίο αυτό τις συνθήκες πείνας κι εξαθλίωσης στη Χίο μετά την άφιξη των Γερμανών, τις απόπειρες απόδρασης από το νησί με βάρκες, τις περιπέτειες στη θάλασσα, την υποδοχή τους σε Τουρκία και Κύπρο, την ζωή στους προσφυγικούς καταυλισμούς της Μέσης Ανατολής, τον εγκλεισμό τους στα «σύρματα», τον Ιερό Λόχο και μέχρι και την απελευθέρωση και την επιστροφή –για κάποιους- στο νησί.

 

surmatenioi texnesplus3 1

Το έργο

Το έργο μέσα από αυτές τις μαρτυρίες μας ταξιδεύει στα γεγονότα της περιόδου εκείνης με μια χρονολογική συνοχή, ξεκινώντας από την επίταξη της Χίου από τους Γερμανούς, την περίοδο της κατοχής. Η ζωή των κατοίκων εξαθλιωμένη, δεν τους μένει άλλη επιλογή παρά να φύγουν. Ξεκινούν οι προσφυγικές ροές από τη Χίο προς τα τουρκικά παράλια με απώτερο προορισμό τη Μέση Ανατολή. Πολλοί πρόσφυγες προωθούνται από την Αγγλία μέσω της Τουρκίας στην Κύπρο, που ήταν βρετανική αποικία, όπου και γίνεται μία διαλογή ανάμεσα σε «στρατεύσιμους» και «άμαχους».

Οι «στρατεύσιμοι» προωθούνται εν συνεχεία στην Αίγυπτο, στη Συρία, το Ιράκ, την Παλαιστίνη και αλλού για εκπαίδευση και οι «άμαχοι» οδηγούνται σε προσφυγικούς καταυλισμούς στην Παλαιστίνη, στο Σινά, στο Λίβανο, μέχρι και το Βελγικό Κονγκό και την Γκάνα. Το 1942 οι Βρετανοί αποφασίζουν να μεταφέρονται πλέον οι Έλληνες πρόσφυγες από τα Μικρασιατικά παράλια κατευθείαν στο Χαλέπι της Συρίας, διασχίζοντας με τρένα την Τουρκική ενδοχώρα. Στη Συρία πλέον θα γίνεται ο διαχωρισμός των προσφύγων σε «στρατεύσιμους» μη «στρατεύσιμους» και θα προωθούνται εν συνεχεία ανάλογα στους προορισμούς τους. Είναι αυτοί », αυτούς που αποκαλούνται στο έργο «συρματένιοι» και «ξεσυρματένιοι». Το 1943 ξεκινά η διαλογή των στρατολογημένων από τους Άγγλους Ιερολοχίτες, για να πολεμήσουν σε διάφορες μάχες. Το 1944 αποχωρούν οι Γερμανοί από τη Χίο, ωστόσο οι Χιώτες πρόσφυγες, οι «συρματένιοι» και οι «ξεσυρματένιοι», επιστρέφουν πίσω στον τόπο τους μέσα τα επόμενα δύο χρόνια.

Μέσα από τους μονολόγους που ερμηνεύει η Χριστίνα Λυκοτσέτα, οι αφηγήσεις παίρνουν σάρκα και οστά. Ενσαρκώνει διαδοχικά πολλούς ρόλους, ανδρών και γυναικών, μεγάλων και μικρών με πολύ πάθος και εκφραστικότητα, μεταδίδοντας και στους θεατές όλο το κλίμα της εποχής εκείνης μαζί με τα συναισθήματα του καθενός από τις ιστορίες. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα κατά την γνώμη μου το γεγονός ότι παρά την διάκριση της μιας ιστορίας από την άλλη, μέσω του φωτισμού, τη μουσικής και της διακριτικής αλλαγή ύφους από την ερμηνεύτρια, ωστόσο δίνονται στα πρόσωπα των προσφύγων μια συνέχεια, μια ομοιότητα στην υπόστασή τους. Η σκηνοθέτιδα Μελίνα Σκούφου αναδεικνύει με μεγάλη αμεσότητα αυτό το στοιχείο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η συνέχεια στην δραματοποίηση των προσώπων αποτελεί τον σημαντικότερο συμβολισμό, καθώς ενώνει τις ιστορίες αλλά και τα προφίλ των προσφύγων, διαπιστώνοντας όλοι μας αυτή την τραγικότητα ακόμα βαθύτερα: ότι οι πρόσφυγες είναι παντού και πάντα ίδιοι, ανεξάρτητα από φύλο, φυλή, ηλικία και σύνορο.

Κατά τα άλλα πρόκειται για μια σκηνοθετική ματιά που επενδύει στην απλότητα, μέσα από την οποία το ανθρώπινο δράμα αποκαλύπτεται ωστόσο χωρίς επίκληση στο συναίσθημα και χωρίς διαθέσεις θυματοποίησης, επικεντρώνοντας στην κάθε ανθρώπινη ιστορία, όπως εκείνη βιώθηκε.

Τα σκηνικά της Γεωργίας Μπούρδα ήταν κατάλληλα με την ιστορική περίσταση, τα πιο βασικά και απαραίτητα αντικείμενα της εποχής, καθημερινής ως επί το πλείστον χρήσης, το ίδιο και τα κοστούμια, που αποτελούνταν από ρούχα εποχής τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Η μουσική από τον Ανδρέα Σκούφο ήταν εξίσου ταιριαστή με το κλίμα και την δραματικότητα της εποχής.

 

surmatenioi texnesplus5 1

Πρόκειται για μια παράσταση που δημιουργεί προβληματισμούς ως προς το ζήτημα της προσφυγιάς, και της ατέρμονης διαιώνισής της μέσα στις εποχές. Είναι πραγματικά ανατριχιαστικό να ακούς και να έρχεσαι κοντά στις δραματικές ιστορίες των Χιωτών προσφύγων, όταν στις μέρες μας είναι η Χίος ένα από τα νησιά που υποδέχεται τους πρόσφυγες που συρρέουν στην Ελλάδα.

Το έργο αυτό αποτελεί μια ιδανική ευκαιρία για όσους δεν γνωρίζουν αυτή την πτυχή της ελληνικής ιστορίας, αλλά και για όσους θεωρούν πως γνωρίζουν, να ξανασκεφτούν κι ίσως να αναπλαισιώσουν τις σκέψεις τους για τις πανανθρώπινες αυτές οντότητες, τους πρόσφυγες. Επιπλέον, πέρα από τους ενήλικες θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο να παρακολουθήσουν την παράσταση και μαθητές Λυκείου, καθώς πρόκειται για μια παράσταση καθόλου δυσνόητη για την ηλικία τους, που θα τους πρόσφερε αφορμή για προβληματισμούς και παραλληλισμούς.

 

Κάθε Κυριακή στις 18:00 στο θεάτρο Άβατον περισσότερες πληροφορίες εδώ

bookfeed_konstantinidis

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Δείτε πώς μπορείτε να βοηθήσετε εδώ

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία