Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
 

 

Ο Ναζ ένα αγόρι από κάπου… στην Μέση Ανατολή υποδεικνύει ο σκηνοθέτης, ξεκινά με την βαλίτσα του γεμάτη ιστορίες που του διηγιόταν ο πατέρας του όταν ήταν μικρός, για να βρει τον μεγάλο του αδελφό στο Βερολίνο. Όχι γιατί του αρέσουν τα ταξίδια και οι περιπέτειες, όπως άρεσαν στον αγαπημένο του θαλασσινό ήρωα Σεβάχ, αλλά για να ξεφύγει από τον πόλεμο και την ανέχεια. Ο Ναζ μετράει κάμποσα ταξίδια μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Στα ταξίδια του τον συντροφεύει η Κρίσια, μια κοπέλα με παρόμοια δύσκολη μοίρα. Τα δυο παιδιά βοηθούν το ένα το άλλο να ξεφύγουν από στρατιώτες και άδικους εργοδότες, να διασχίσουν την έρημο, να σκαρφαλώσουν σε χιονισμένα βουνά και να περάσουν αγριεμένες θάλασσες. Και στο τέλος τι τους περιμένει; Είναι όλα ρόδινα όπως έγραφε στις κάρτες προς τους γονείς του ο μεγάλος αδερφός; Η πόλη είναι μεγάλη και όμορφη, οι άνθρωποι φιλικοί; Υπάρχει φαΐ και δουλειά για όλους; Θησαυρός στην άκρη του ουράνιου τόξου; Όχι. Υπάρχουν μόνο οι ιστορίες που γράφουν με τις ζωές τους οι ίδιοι οι άνθρωποι. Υπάρχουν μνήμες, τραγούδια, συνήθειες. Και θέληση για ζωή.  

Το έργο του βραβευμένου Άγγλου συγγραφέα Μάικ Κένι δεν είναι μια εύκολη ιστορία για παιδιά. Είναι ουσιαστικό, λέει αλήθειες και τολμά και δείχνει μια πορεία χωρίς χάπι εντ. Ο ήρωας δεν βρίσκει τον θησαυρό, δεν παντρεύεται την αγαπημένη του, δεν ζουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Όμως δεν σταματά ποτέ να κοιτά κατάματα τη ζωή και να αγωνίζεται για την επόμενη μέρα. 

Όταν πριν από αρκετά χρόνια -2005- είχε ανεβάσει «Το αγόρι με τη βαλίτσα» ο Θωμάς Μοσχόπουλος στην «Μικρή Πόρτα» και η Ξένια Καλογεροπούλου είχε κάνει τη διασκευή και την μετάφραση στο έργο του Κένι, σε μια συνέντευξη στον Βασίλη Αγγελικόπουλο η Καλογεροπούλου είχε δηλώσει ότι πρόκειται για ένα «…απλό έργο, ξεκάθαρο, τρυφερό, αστείο… λέει τόσο σημαντικά πράγματα. Χωρίς κανένα διδακτικό τόνο, χωρίς καθόλου να κάνει κήρυγμα. Είναι έργο «με πολλά μυστικά»… έχει δηλαδή ένα πρώτο επίπεδο άμεσα κατανοητό, αλλά έχει από πίσω μυστικά». Τότε, στην Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, κανείς δεν μπορούσε να υποπτευτεί την έκταση που θα έπαιρνε το μεταναστευτικό στη χώρα μας λίγα χρόνια αργότερα. Ούτε πόσα ασυνόδευτα παιδιά θα περνούσαν τα σύνορά μας, ούτε ακόμα περισσότερο πόσα Ελληνάκια θα έφευγαν από την πατρίδα με τους γονείς τους για να γλιτώσουν από την οικονομική κρίση. Η ιστορία βέβαια δεν είναι καινούρια. Επαναλαμβάνεται χιλιάδες χρόνια, τόσα όσα υπάρχουν άνθρωποι στη γη. Ελάχιστα πράγματα αλλάζουν κάθε φορά: ο τόπος από όπου αναγκάζεται να ξενιτευτεί ο «ήρωας», το όνομά του, η προσδοκώμενη γη της επαγγελίας. Η πορεία πάντα δύσκολη. Διαφορετική αλλά δύσκολη. Όπως είναι κάθε μεγάλη αθέλητη αλλαγή στη ζωή των ανθρώπων.

Ήταν λοιπόν καίρια η επιλογή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος να ανεβάσει «Το αγόρι με τη βαλίτσα» τον περασμένο χειμώνα στη Νεανική Σκηνή του, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Σιώνα.

Επίσης καίρια ήταν η επιλογή του Ηλία Καρελλά να ανεβάσει το έργο φέτος στην Αθήνα, ενσωματώνοντας στοιχεία από την δική του τέχνη, αυτή του θεάτρου σκιών, στην παράσταση. Τέλος καίρια ήταν και η επιλογή να ντύσει τη σκηνική δράση με παραδοσιακά τραγούδια της ξενιτιάς από τον τόπο μας και από αλλού με την βοήθεια της Αρετής Κετιμέ και δύο ακόμα εξαιρετικών μουσικών επί σκηνής. Παραστάσεις παιδικού θεάτρου περισσότερο «ψυχαγωγικές» και λιγότερο «διασκεδαστικές» είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτες σε έναν χώρο και χρόνο που πολύ συχνά δυστυχώς υποτιμά το κριτήριο των μικρών θεατών, και όχι μόνο. 

Η παράσταση περιστρέφεται γύρω από τον Ναζ, την πορεία του από την πατρίδα του έως το Βερολίνο από τη μια και τις ιστορίες που θυμάται να του διηγείται ο πατέρας του από την άλλη. Το ταξίδι του αγοριού εξελίσσεται μέσα από αφήγηση και την δράση πάνω στη σκηνή, ενώ οι ιστορίες, σαν σκιές από το παρελθόν, ζωντανεύουν πίσω από τον μπερντέ. Οι δύο αυτοί κόσμοι παρόλο που συνδέονται μέσα από τυχαία γεγονότα, παραμένουν ξεχωριστοί. Ο πρώτος, ο πραγματικός, απλός αλλά δύσκολος, ο άλλος ο παραμυθένιος εντυπωσιακός και διδακτικός. Αυτός ο συνδυασμός είναι επιτυχημένος. Ο Καρελλάς έχει μακριά θητεία στον χώρο του θεάτρου σκιών και οι «φιγούρες» του, ανθρώπινες και μη, δουλεύουν. Στο πρώτο μέρος της παράστασης όμως οι εναλλαγές της δράσης από τη σκηνή στον μπερντέ είναι τόσες πολλές που οι μικροί, και κάποιοι από τους μεγαλύτερους θεατές, μπερδεύτηκαν. 

Τα κουστούμια της παράστασης είναι λιτά και τα σκηνικά «σχηματίζονται» από τους ηθοποιούς με τρισδιάστατα γεωμετρικά σχήματα, ένας ωραίος τρόπος για να ταξιδέψει ο Ναζ με λεωφορείο και καράβι, να ανεβεί βουνά και να περπατήσει μες τις πόλεις. Μερικές φορές όμως η αλλαγή των σκηνικών που συνδυαζόταν με μουσική από την ορχήστρα ήταν φλύαρη. 

Ο Δημήτρης Μακαλιάς στο ρόλο του Ναζ είναι «συμπαθητικός» -με την έννοια ότι οι μικροί θεατές τον συμπαθούν τον ρόλο- και καταφέρνει να κρατήσει την ιστορία ανάλαφρη, παρόλα τα σοβαρά ζητήματα που θίγει. Από τους υπόλοιπους συντελεστές ξεχωρίζει ο Τάσος Αντωνίου, τόσο στην κιθάρα και το τραγούδι όσο και στη σκηνή σαν πατέρας κλπ. 

Οι επιλογές των τραγουδιών αλλά και των ορχηστρικών κομματιών από την Αρετή Κετιμέ αποτελούν τον συνδετικό κρίκο των δύο κόσμων της παράστασης με την Ελληνική –και όχι μόνο- πραγματικότητα. Αυτή η σύνδεση γίνεται άμεσα, εύκολα και διακριτικά, με τρόπο που μόνο η μουσική καταφέρνει. Τώρα αν αυτό το καταλαβαίνουν μόνο οι μεγάλοι που έχουν μνήμες ή περνάει έμμεσα και στους μικρούς δεν μπορώ να το ξέρω. Δίνει όμως αφορμές για συζητήσεις. Πολλοί καλοί οι μουσικοί που πλαισίωναν την Αρετή με το σαντούρι της. Όμως ένα ζήτημα που δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς ήταν οι δυνατές, έως ενοχλητικές, εντάσεις των μικροφώνων. Ιδιαίτερα τα μικρόφωνα του Ναζ και της Κρίσιας ήταν δυνατά σε σημείο παραμόρφωσης. Επίσης υπερβολικά δυνατά χωρίς λόγο ήταν και το μικρόφωνο της Αρετής Κετιμέ και η φωνή τις περισσότερες φορές για αυτόν τον λόγο, δεν έδενε με την ορχήστρα. 

Τέλος, σαν γενική παρατήρηση φαίνεται πως απασχόλησε ιδιαίτερα τον σκηνοθέτη ο τρόπος που θίγει κανείς ένα τόσο σοβαρό θέμα σε παιδιά, χωρίς να φορτίσει αρνητικά το κλίμα και να παραμείνει η παράσταση ανάλαφρη. Τις περισσότερες φορές αυτό ο Καρελλάς το πετυχαίνει. Αυτό που φάνηκε κάπως παράταιρο ήταν το τέλος. Δεν ήταν ξεκάθαρο πως από τη διαπίστωση ότι η ζωή είναι το ίδιο δύσκολη στην ξενιτιά όσο ήταν και στην πατρίδα: Το μόνο που αλλάζει είναι ότι δεν υπάρχει ο πόλεμος, περνάει σε έναν χορό σαν να γίνεται γλέντι. Λες να είναι απαραίτητο να φεύγουν πάντα με χορούς και με τραγούδια τα παιδιά από μια θεατρική παράσταση;  

 

Video

Please enter youtube id.

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία