Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
 

Είδα τη «Δίκη του Κ.» του Φραντς Κάφκα στο Θέατρο Πόρτα

Το εμβληματικό μυθιστόρημα του Κάφκα μεταφέρεται στη σκηνή μέσα από μία εξαντλητικά δουλεμένη και άρτια παράσταση.

 

Η «Δίκη» του Φραντς Κάφκα ξεκίνησε να γράφεται από τον συγγραφέα της το 1914, αλλά δημοσιεύτηκε αρκετά χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατό του και ενάντια στην επιθυμία του ίδιου που θεωρούσε το έργο του – όπως και άλλα κορυφαία κείμενά του – ημιτελές. Για το έργο έχουν γραφτεί εκατοντάδες αναλύσεις. Άλλοι μίλησαν για μία κραυγή ενάντια στον ολοκληρωτισμό, άλλοι του χάρισαν ψυχολογικές προεκτάσεις, άλλοι αρκέστηκαν στο παράλογο του πράγματος. Λίγη σημασία έχουν ωστόσο σήμερα όλα αυτά. Παραμένουν θεωρητικές αναλύσεις, που πιθανότατα υπερβαίνουν κατά πολύ το σκεπτικό του συγγραφέα, όπως συμβαίνει, άλλωστε, με όλα τα μεγάλα έργα τέχνης. Το πλέον κομβικό είναι ότι ο Κάφκα εισάγει – όχι μόνο με τη «Δίκη», αλλά και με τη «Μεταμόρφωση», τον «Πύργο», την «Αμερική» - έναν νέο λογοτεχνικό τρόπο στο να δομηθεί και να αφηγηθεί μία ιστορία. «Χάρη στον Κάφκα συνειδητοποίησα πώς ένα μυθιστόρημα μπορεί να γραφεί και αλλιώς» σημειώνει εύστοχα ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο ότι ο Κάφκα είναι ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς που έδωσε το όνομά του σε έναν ολόκληρο όρο, που αφορά πια την κοινωνική κλίμακα σπάζοντας τα λογοτεχνικά στεγανά.

Πόσες φορές έχουμε αναφερθεί σε «καφκικές καταστάσεις»; Πόσες φορές δεν έχουμε σκεφτεί πόσο «καφκική» είναι η πραγματικότητα που ζούμε; Αυτό ήταν και το σημείο εκκίνησης για τον Θωμά Μοσχόπουλο, που διασκευάζει και σκηνοθετεί τη «Δίκη του Κ.» του Κάφκα στο θέατρο Πόρτα έχοντας στη διάθεσή του ένα επιτελείο νέων, αλλά εξαιρετικά ταλαντούχων και ικανών ηθοποιών. Πού ακουμπάει η «Δίκη» στη σημερινή πραγματικότητα; Η απάντηση είναι απλή. Παντού.

«Κάποιος θα έπρεπε να είχε συκοφαντήσει τον Γιόζεφ Κ., καθώς χωρίς να έχει κάνει τίποτα κακό, ένα ωραίο πρωί συνελήφθη». Έτσι ξεκινάει το έργο του Κάφκα. Το παράδοξο είναι ότι ο Γιόζεφ Κ. δεν ξέρει για ποιο πράγμα ακριβώς κατηγορείται. Κανείς δεν του λέει. Ίσως κανείς να μην ξέρει. Πιθανότατα να έχει και ελάχιστη σημασία. Συλλαμβάνεται και ύστερα αφήνεται ελεύθερος να συνεχίσει να ζει τη ζωή του με μία δίκη να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του. Μία δίκη που θα γίνει κάποια στιγμή. Κι όσο εκείνος αναζητά το πώς και το γιατί, τόσο βυθίζεται σε έναν παράλογο εφιάλτη, που όλα τίθενται υπό αμφισβήτηση.

Είναι ο Γιόζεφ Κ. αθώος ή ένοχος; Επί του πρακτέου, κανείς δεν ξέρει να απαντήσει με σιγουριά, αφού δεν υπάρχει συγκεκριμένη κατηγορία. Στην πραγματικότητα όμως η ενοχή του Γιόζεφ Κ. μοιάζει να μην έχει ανάγκη την οποιαδήποτε κατηγορία. Ο Γιόζεφ Κ. είναι ένοχος, γιατί δεν είναι – ούτε λειτουργεί σαν – μία μονάδα. Ο Γιόζεφ Κ. είναι ένα μικρό γρανάζι ενός πελώριου, αφανούς συστήματος, που ενώ μέχρι χθες τον ήθελε ανώτερο τραπεζικό στέλεχος - καθόλου τυχαία φυσικά η επιλογή του Κάφκα, πολλά αφήνει να αιωρούνται μυστηριωδώς σχετικά με τον Γιόζεφ Κ., αλλά την επαγγελματική του ιδιότητα την προσδιορίζει με ακρίβεια – τώρα ξαφνικά τον βάζει στο στόχαστρο. «Α, τώρα κατάλαβα! Εσείς είστε του συστήματος!» φωνάζει ο Γιόζεφ Κ. σε μία ομάδα ανθρώπων σε κάποια σκηνή του έργου. Έχει την ψευδαίσθηση ότι αυτός δεν ανήκει στο σύστημα. Όμως τι θα ήταν το σύστημα χωρίς εμάς; Ποιο είναι το σύστημα αν δεν είμαστε εμείς; Ο Γιόζεφ Κ. είναι απλά ένας από εμάς. Και όχι, δεν είναι καθόλου αθώος.

Και πώς λειτουργεί το σύστημα; Η σκηνή, που ο Γιόζεφ Κ. συναντά τον ζωγράφο Τιτορέλι, ο οποίος και του εξηγεί πώς αποδίδεται η δικαιοσύνη, είναι αποκαλυπτική και, κατά τη γνώμη μου, ίσως και η πλέον κομβική του έργου. Εκεί υπάρχει μία λέξη – κλειδί, που λέει ο Τιτορέλι και σχεδόν αποκρυπτογραφεί όλο το έργο. «Φαινομενικά». Όλα γίνονται φαινομενικά. Όλα είναι μία πλάνη, ένα παιχνίδι. Δεν υπάρχει πραγματικότητα. Η πραγματικότητα διαμορφώνεται από εμάς. Το σύστημα διαμορφώνεται από εμάς. Οι εφιάλτες και οι φαντασιώσεις μας καθορίζονται από εμάς. Δεν υπάρχει τίποτα πυρηνικό σε όλα αυτά που βιώνει ο Γιόζεφ Κ. Όλα είναι φαινομενικά. Ο πιστός φίλος του Κάφκα Μαξ Μπροντ θεωρούσε τον Γιόζεφ Κ. ένοχο για τον πολύ απλό λόγο ότι είναι ανίκανος να αγαπήσει. Α, ναι. Η αγάπη. Να και κάτι, που θα μπορούσε να μην είναι φαινομενικό.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος επέλεξε να κινήσει το έργο μέσα από μία έντονη φόρμα, η οποία όμως δεν είχε ως στόχο της να το σκοτεινιάσει βυθίζοντας το στο μαύρο ενός εφιάλτη χωρίς τέλους, αλλά το αντίθετο, να το φωτίσει αποκαλύπτοντας το υποδόριο χιούμορ του κειμένου. Ο Κάφκα, με έναν αλλόκοτο τρόπο, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Δεν ηθικολογεί, δεν μελαγχολεί. Σχεδόν το διασκεδάζει. Η προσέγγιση του Μοσχόπουλου είναι ευφυής. Μέσα στο ασπρόμαυρο της παράστασης και το παράλογο που βιώνει ο κεντρικός ήρωας το χιούμορ έρχεται πολλές φορές να χαρίσει ανάσες στον θεατή. Να μπορέσει να αντέξει. Άλλωστε το χιούμορ ήταν και παραμένει το μεγαλύτερο όπλο για να παλέψεις την… «καφκική» μας πραγματικότητα.

Η παράσταση όμως απογειώνεται χάρη στην επιμέλεια της κίνησης, που υπογράφει η ταλαντούχα Σοφία Πάσχου. Δεν μπορώ να φανταστώ την παράσταση χωρίς τη δουλειά της Πάσχου. Δεν μπορώ να φανταστώ τη σκηνοθεσία χωρίς την καθοριστική συμβολή της. Η παράσταση ουσιαστικά είναι στο 90% χορογραφημένη. Με εντυπωσιακή ακρίβεια και άψογα εκτελεσμένη από την ομάδα των ηθοποιών. Η κινησιολογία της Πάσχου, αρμονικά δεμένη με τη σκηνοθετική γραμμή και την εξαιρετική μετάφραση – διασκευή του Μοσχόπουλου, σου επιτρέπει να απεγκλωβιστείς από την αφήγηση απελευθερώνοντας μπροστά σου όλες τις εικόνες του βιβλίου. Είναι πραγματικά από τα ωραιότερα πράγματα που έχω δει στο θέατρο σε επίπεδο κινησιολογίας. Φυσικά το όλο αποτέλεσμα φωτίστηκε εξαιρετικά από τη Σοφία Αλεξιάδου, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το κυβιστικών και εξπρεσιονιστικών αναφορών σκηνικό της Ευαγγελίας Θεριανού, που θέλει τα πάντα να γέρνουν. Πιστή στο πνεύμα της σκηνοθεσίας και η δουλειά της Κλαιρ Μπρέσγουελ στα κοστούμια.

Όσον αφορά τους ηθοποιούς της παράστασης, οφείλω να πω ότι είχα χρόνια να δω τόσο δεμένο ensemble. Λειτουργούν σαν ένα με υποδειγματικό τρόπο. Είναι όλοι τους τα «γρανάζια» αυτής της παράστασης – όπως οι ήρωες της «Δίκης» είναι τα γρανάζια του συστήματος – χωρίς να χάνουν ούτε μία στροφή. Παράλληλα όμως έχουν και όλοι τις στιγμές τους. Δεν θέλω να ξεχωρίσω κάποιον. Νομίζω δεν το θέλει και η παράσταση. Είναι όλοι τους εξαιρετικοί. Το εντυπωσιακά δουλεμένο μαζί τους δεν μου επέτρεψε να δω αν κάποιοι υστερούν υποκριτικά. Κι αυτό είναι κατάκτηση. Ο λόγος για τους Μιχάλη Συριόπουλο, που υποδύεται τον Γιόζεφ Κ. (κρατήστε το όνομά του, μόλις κατέβηκε από Θεσσαλονίκη και σίγουρα θα μας απασχολήσει στο μέλλον), Κίττυ Παϊταζόγλου, Σωκράτης Πατσίκας, Θάνος Λέκκας, Παντελής Βασιλόπουλος, Ειρήνη Μπούνταλη, Μιχάλης Μιχαλακίδης, Ελένη Βλάχου, Φοίβος Συμεωνίδης.

Εν κατακλείδι, η «Δίκη» δια χειρός του Μοσχόπουλου είναι μία εξαιρετικά δουλεμένη και άρτια παράσταση, που αξίζει να δείτε. Υπάρχει όμως και κάτι που μου έλειψε στην παράσταση. Το συναίσθημα. Έστω μία μικρή δόση. Ίσως να μην το ζητάει ο Κάφκα. Ίσως να ήταν σωστή η επιλογή του Μοσχόπουλου να το αποφύγει. Όμως υπήρχαν στιγμές που εμένα προσωπικά αυτή η επιλογή με κρατούσε περισσότερο αποστασιοποιημένο απ’ όσο θα ήθελα. 

 

 

  

Video

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία