Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
 

Είδα τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες – Η Λέσχη» του Στρατή Τσίρκα στο Θέατρο Τέχνης

Το πρώτο μέρος μίας εμβληματικής για την ελληνική λογοτεχνία τριλογίας μεταφέρεται υποδειγματικά στη σκηνή σε μια παράσταση, όχι εύπεπτη, αλλά καθ’ όλα ουσιαστική.

«Η Νάνσυ λέει πως από μία ηλικία και πέρα, όταν πια ωριμάσει, ο άνθρωπος θέλει στη θέση των λέξεων να βάζει πράματα. Διψάει για αλήθειες. Ποτέ δεν ξέρουμε ακριβώς κάτι. Ξέρουμε μόνο ένα κομμάτι, ένα άλλο το ερμηνεύουμε στραβά, ένας άλλος ξέρει αυτό, μα δεν ξέρει το άλλο που ξέρουμε εμείς, η ζωή μας κυλάει έτσι μέσα από μισές αλήθειες σε μισές παρεξηγήσεις, κι όταν ξεκαθαρίζονται τα πράγματα, ο πόνος ή η χαρά που μας έδωσαν κάποτε βρίσκονται πίσω μας, άλλα ψέματα κι άλλες αλήθειες μας απασχολούν πια» γράφει η Έμμη στον Μάνο στο τέλος της «Λέσχης», του πρώτου μέρους της εμβληματικής τριλογίας του Στρατή Τσίρκα «Ακυβέρνητες Πολιτείες», που παρουσιάζεται στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, σε σκηνοθεσία της Έφης Θεοδώρου, σε μία ιστορική σύμπραξη του Εθνικού Θεάτρου με το θέατρο που ίδρυσε ο Κάρολος Κουν.

Η δράση στη «Λέσχη» ξεκινά στις αρχές Ιουνίου του 1942 με τον γερμανικό ναζιστικό στρατό, υπό τη διοίκηση του στρατάρχη Έρβιν Ρόμμελ να προελαύνει νικηφόρα στη Βόρειο Αφρική απειλώντας την Αλεξάνδρεια και το Κάιρο, όπου έχουν την έδρα τους οι συμμαχικές δυνάμεις, και αναγκάζοντας εκατοντάδες πρόσφυγες, από πολιτικούς μέχρι αγωνιστές αντιφασίστες και Εβραίους της Αιγύπτου, να καταφύγουν στην Παλαιστίνη και συγκεκριμένα στην Ιερουσαλήμ (δεν έχει ιδρυθεί ακόμα το κράτος του Ισραήλ) μετατρέποντας την σε μία σύγχρονη Βαβέλ. Αυτή η «Βαβέλ» - και συγκεκριμένα το πανδοχείο της Φράου Άννα στην πόλη - είναι και ο τόπος δράσης του βιβλίου του Τσίρκα, «μία μικρογραφία της εμπόλεμης ανθρωπότητας, όπου η γενναιοφροσύνη και τα υψηλά ιδανικά θα βρεθούν αντιμέτωπα με τις πολιτικές μηχανορραφίες, τη μαύρη  αγορά, τους μαστροπούς και τους κατασκόπους», όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει η Χρύσα Προκοπάκη στο πολύτιμο ιστορικό της σημείωμα που συνοδεύει την επανέκδοση του μυθιστορήματος το 2005 από τις εκδόσεις Κέδρος.

Παρότι όμως η Ιστορία είναι πανταχού παρούσα στην τριλογία του Τσίρκα, τόσο η «Λέσχη», όσο και η «Αριάγνη» και η «Νυχτερίδα» που ακολουθούν, δεν είναι ιστορικά μυθιστορήματα. Η ιστορία δεν αλλοιώνεται, δεν παραχαράσσεται, αλλά τα ιστορικά γεγονότα είναι ιδωμένα μέσα από τις διαφορετικές οπτικές γωνίες των ηρώων. «Αυτό που ενδιαφέρει τον συγγραφέα είναι οι επιπτώσεις τους στον ψυχισμό και στις συμπεριφορές, καθώς οι κραδασμοί της Ιστορίας προκαλούν ψυχικούς κραδασμούς» εξηγεί η Προκοπάκη και νομίζω ότι εκεί ακριβώς έγκειται και όλη η διαχρονική αξία του σπουδαίου αυτού έργου του Τσίρκα.

Ο συγγραφέας, ένας άνθρωπος που πίστεψε στα ιδεώδη της Αριστεράς για έναν καλύτερο κόσμο, δεν γράφει τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες», που διαδραματίζονται από το 1942 μέχρι το 1944, εν θερμώ, με τη λήξη του πολέμου. Ο Τσίρκας ξεκινάει να γράφει τη «Λέσχη» το 1959, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, με βιωμένη την εμπειρία του Εμφυλίου, της αποσταλινοποίησης που φέρνει το 20ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Σοβιετικού Κόμματος, της καθαίρεσης του Νίκου Ζαχαριάδη από την ηγεσία του ΚΚΕ που αποφασίζει η 6η Πλατειά Ολομέλεια το 1956. Είναι μία εποχή ιδεολογικών εντάσεων με την ανάδειξη ανανεωτικών τάσεων στον χώρο της Αριστεράς, που φαίνεται ότι επηρεάζει βαθιά τον Τσίρκα στη μυθιστορηματική του αφήγηση. Ο κεντρικός του ήρωας, ο Μάνος, έρχεται αντιμέτωπος με τη συνείδηση του, αμφιβάλλει, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο «σωστό» και το «λάθος», αμφισβητεί το κομματικό δόγμα. «Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ολόψυχα δοσμένος σε μια ιδέα, ευγενικιά και δίκια, να ζει και ν’ ανασαίνει για κείνη και μόνο για κείνη, κι ωστόσο να ξεγελάει τον εαυτό του. Κάπου μέσα του, ένας άλλος δε σταματάει ποτέ να ονειρεύεται και να υπολογίζει, να χαίρεται ή να πονάει, ανεξάρτητα, σχεδόν κρυφά από κείνον, τον ιδεολόγο. Αυτά σκεφτόμουνα κοιτάζοντας τα μούτρα μου στον καθρέφτη» λέει ο Μάνος σε πρώτο πρόσωπο.

Αυτός ο εσωτερικός πόλεμος, αυτή η ρωγμή στο συνειδησιακό οικοδόμημα του κεντρικού ήρωα, είναι αποτέλεσμα της διύλισης της ιστορίας  του κομμουνιστικού κινήματος από την απελευθέρωση μέχρι την αυγή του ’60. Οι συγκρούσεις του Μάνου με τον καθοδηγητή του, που αποκαλεί «Ανθρωπάκι» μεταφράζονται ουσιαστικά ως μία καταγγελία του Τσίρκα για τις σταλινικές πρακτικές στελεχών του κομματικού μηχανισμού, γεγονός που προκάλεσε άλλωστε και τη διαγραφή του από την Οργάνωση των Ελλήνων Κομμουνιστών της Αιγύπτου το 1961.

Πολύ σωστά λοιπόν η Έφη Θεοδώρου στην παράσταση της εντάσσει στην αφήγηση και αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Τσίρκα αποκαλύπτοντας διλήμματα και αναρωτήσεις του ίδιου του συγγραφέα και φωτίζοντας καλύτερα το κάδρο του δαιδαλώδους αυτού μυθιστορήματος.

Ήταν ένα μεγάλο και εξαιρετικά απαιτητικό στοίχημα για τη Θεοδώρου η θεατρική μεταφορά της «Λέσχης». Κατά τη γνώμη μου, τα κατάφερε εξαιρετικά. Κρατώντας ζωντανή την υπέροχη, συναισθηματικά πάλλουσα, καθ’ όλα λογοτεχνική, γλώσσα του Τσίρκα η Θεοδώρου οπτικοποίησε έξοχα όλο αυτό το γαϊτανάκι αντιθετικών μεταξύ τους ηρώων και των εσωτερικών τους κόσμων που αλλάζουν χρώματα καθώς οι μέρες και οι μήνες περνούν. Παντρεύοντας την αφήγηση με την πρόζα η σκηνοθέτις δεν μείωσε στο ελάχιστο τη λογοτεχνική δύναμη του έργου, αλλά την ίδια στιγμή προσπάθησε να το καταστήσει όσο το δυνατόν πιο καθαρό στα μάτια του θεατρικού κοινού. Είναι αλήθεια ότι, αν δεν έχεις διαβάσει το βιβλίο, είναι εύκολο να χαθείς μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα ονομάτων και ηρώων. Προσωπικά όμως αυτό δεν με πείραξε καθόλου, αφού η αφηγηματική γραμμή μαζί με όλη την ουσία του μυθιστορήματος, τις καινοτόμες αφηγηματικές τεχνικές και τις αξίες που υποστήριξε με πάθος ο Τσίρκας είναι εκεί.

Η Θεοδώρου δεν ενδιαφέρεται να κάνει μία απλή αναπαράσταση των γεγονότων στο βωμό μίας πιο κατανοητής και εύπεπτης παράστασης. Αυτό θα εξαφάνιζε το έργο. Βυθίζεται στις ψυχές των ηρώων, τραντάζεται από τις εσωτερικές δονήσεις τους, σε αιχμαλωτίζει με τον τρόπο που ζωντανεύει σκηνικά τα πάθη τους και τις αδυναμίες τους, τα τινάγματα προς τα πάνω και τις συντριπτικές πτώσεις τους. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Μάνου Σιμωνίδη και της Έμμης Μπόμπρετσμπεργκ, μίας Βιεννέζας, συζύγου ενός πρώην Αυστριακού υπουργού, που παίζει πρωτεύοντα ρόλο στο βιβλίο, σκιαγραφείται μοναδικά και κορυφώνεται με αυτό το σπαραξικάρδιο γράμμα της Έμμης προς τον Μάνο. «Αν πάρεις το γράμμα και μάθεις όλα όσα σου γράφω, αυτό θα είναι το πιο πολύ που επιθυμώ. Δεν θέλω πια να μ’ αγαπάς, αν εξακολουθείς να μ’ αγαπάς με τον τρόπο που μ’ αγαπούσες όταν σε γνώρισε η Νίνα. Αγάπη μου. Αγάπη μου».

Η παράσταση της Έφης Θεοδώρου, μία παράσταση – πρόκληση για το θεατρόφιλο κοινό που αξίζει να τη δει, υποστηρίζεται επάξια από μία ομάδα άξιων συντελεστών. Το καλοσχεδιασμένο σκηνικό και τα κομψά κοστούμια της Άσης Δημητρολοπούλου υπηρετούν μία ρεαλιστική συνθήκη, αλλά η χρήση του χώρου από τη σκηνοθεσία δεν είναι αμιγώς ρεαλιστική. Η δουλειά του Νίκου Πλάτανου στη μουσική της παράστασης είναι υποδειγματική. Ουσιαστικά συνθέτει ένα ολόκληρο “soundtrack” που δεν καπελώνει στο ελάχιστο ερμηνείες και σκηνοθεσία, αλλά υποβάλλει αποτελεσματικά και φωτίζει τις εσωτερικές συγκρούσεις των ηρώων. Το ίδιο ισχύει και για την κίνηση των ηθοποιών που επιμελήθηκε ο Ερμής Μαλκότσης, που νομίζω ότι απογειώνει ορισμένες σκηνές της παράστασης.

Φυσικά μία παράσταση πάνω απ’ όλα είναι οι ηθοποιοί της κι εδώ οφείλω πραγματικά να τους συγχαρώ όλους όχι μόνο για τις ερμηνείες τους, αλλά και για έναν επιπλέον λόγο. Ένα ατύχημα του ηθοποιού Δημήτρη Πασσά, που υποδυόταν τον κεντρικό ήρωα, ανάγκασε τη Θεοδώρου να προχωρήσει σε εσωτερική αντικατάσταση μέσα σε μόνο τέσσερις μέρες. Είδα την πρώτη παράσταση μετά από την αντικατάσταση του Πασσά από τον Γιώργο Κριθάρα στον ρόλο του Μάνου, και όλα κύλησαν άψογα. Πρόκειται για πραγματική υπέρβαση. Θεωρώ ότι όλοι οι ηθοποιοί της παράστασης (Θ. Βλαβιανός, Θ. Δήμου, Μ. Μαυροματάκης, Α. Ευστρατιάδου, Κ. Λυπηρίδου, Γ. Κριθάρας, Η. Νικολούζου, Γ, Μηλίτση, Μ. Στεφανάκης) καταθέτουν από επαρκείς μέχρι αξιόλογες ερμηνείες, αλλά θα μου επιτρέψετε να ξεχωρίσω την Κατερίνα Λυπηρίδου για την υπέροχη «νευρωτική» της ερμηνεία ως Φράου Άννα και την Ηλέκτρα Νικολούζου, μία ηθοποιό σπάνιας εσωτερικής έντασης και αλαβάστρινης ομορφιάς, που ως Έμμη καταθέτει μία εύθραυστη και άκρως συγκινητική ερμηνεία.

«Κατόπιν ανακάλυψα πως όλα γύρω μου ήταν σάπια, πως κανείς δεν πολεμούσε με την καρδιά του το φασισμό. Έχασα την πίστη μου. Αρπάχτηκα από μία χίμαιρα, να γυρίσω πίσω. Μα και σ’ αυτό δεν πίστευα. Έτσι πολύ γρήγορα γλίστρησα στον ρομαντισμό, στον έρωτα, για να μη σκέφτομαι την κατάντια μου. Μα όταν δεν πατάς γερά σε μία πίστη, η πρώτη απογοήτευση είναι αρκετή να σε ρίξει σ’ ένα πέλαγος απελπισίας. Εκείνη η κτηνωδία πάνω στο κρεβάτι της Αμαλίτσας γκρέμισε και την τελευταία μου πίστη στον άνθρωπο» μονολογεί ο Μάνος στη «Λέσχη». Αλλά σε αυτόν τον άνθρωπο επέστρεφε μέχρι το τέλος ο Τσίρκας. “Den alles ist gut”, όπως θα έλεγε και ο Χάιλντερλιν. 

 

bookfeed_konstantinidis

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Μένουμε σπίτι!!! Διαβάζουμε, τραγουδάμε, συζητάμε, βλέπουμε ταινίες και φυσικά θεάτρο...on line!

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία