Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
 

Ένα εξαιρετικά απαιτητικό μιούζικαλ ευτυχεί σε μία παράσταση με πολλές αρετές και πολύ λίγα «φάλτσα» που αξίζει την προσοχή σας.

To μιούζικαλ “Evita” των Andrew Lloyd Weber και Tim Rice δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Έκανε το ντεμπούτο του στο West End το 1979, ενώ έναν χρόνο αργότερα ξεκίνησε τις παραστάσεις του και στο Broadway. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη είναι αυτή που το σύστησε στο ελληνικό κοινό τη σεζόν 1981-82, ενώ το 2010 η παγκόσμια περιοδεία της “Evita”, στην κατά West End εκδοχή της παράστασης, έκανε στάση στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο θέατρο Badminton αφήνοντας μάλλον ανάμεικτες εντυπώσεις. Ακόμα όμως κι αυτοί που δεν έχουν απολαύσει το μιούζικαλ στη σκηνή, σίγουρα θα το έχουν δει στη μεγάλη οθόνη στην περίφημη ομώνυμη ταινία του 1996 με τη Madonna.

Το έργο των Weber και Rice, που καταπιάνεται με τη μυθιστορηματική ζωή της Εύα Περόν, Πρώτης Κυρίας της Αργεντινής από το 1946 μέχρι τον πρόωρο θάνατο της από καρκίνο το 1952, θυμίζει σε ύφος περισσότερο μία ροκ όπερα, παρά ένα συμβατικό μιούζικαλ. Είναι αναμφισβήτητα εξαιρετικά απαιτητικό σε επίπεδο παραγωγής, γεγονός που δικαιολογεί και γιατί στην Ελλάδα έχει να παρουσιαστεί 35 χρόνια, ενώ απαιτεί από τους ηθοποιούς – τραγουδιστές του πάνω απ’ όλα εξαιρετικές φωνητικές ικανότητες, αφού η πρόζα χωρίς συνοδεία μουσικής απουσιάζει παντελώς και ο λόγος τραγουδιέται διαρκώς.

Ο Δημήτρης Μαλισσόβας, που έχει ήδη δώσει επιτυχημένα το στίγμα του στο μουσικό θέατρο, αλλά είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεται με ένα ξένο μιούζικαλ, πήρε το ρίσκο να παρουσιάσει εκ νέου την “Evita” σε μία ελληνική παραγωγή αξιώσεων στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Ως σκηνοθέτης της παράστασης είχε την ευφυΐα να επιλέξει τους κατάλληλους ανθρώπους στις σωστές θέσεις κι αυτό, όσο κι αν θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, στην Ελλάδα δεν είναι. Το είδος του «μιούζικαλ» στην χώρα μας έχει κακοπάθει, με εξαιρέσεις φυσικά, διότι τις περισσότερες φορές οι Έλληνες παραγωγοί και σκηνοθέτες διαλέγουν τους συντελεστές (και δη τους πρωταγωνιστές) της εκάστοτε παράστασης με βάση τη δημοφιλία τους και όχι με κριτήριο το αν μπορούν πραγματικά να ανταπεξέλθουν με επιτυχία στις αντικειμενικά πολύ υψηλές απαιτήσεις του είδους.

Η “Evita” φυσικά είναι ένα μιούζικαλ, που μπορεί να καταλήξει Βατερλό αν οι ηθοποιοί του δεν τραγουδάνε εξαιρετικά, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα έργα του Weber. Ο Μαλισσόβας το γνώριζε αυτό και δεν έκανε εκπτώσεις. Η ομάδα των συντελεστών του είναι πραγματικά πολύ άξια. Στο θέατρο συνηθίζεται να ξεκινάμε από το κείμενο, αφού εν αρχή ην ο λόγος, αλλά στο μιούζικαλ και δη στα έργα του Weber εν αρχή ην η μουσική. Ο Αλέξης Πρίφτης έκανε πραγματικά υποδειγματική δουλειά τόσο στο κομμάτι της ενορχήστρωσης και της διεύθυνσης της Majestic Symphonic Orchestra, όσο και στο εξαιρετικά απαιτητικό κομμάτι της μουσικής διδασκαλίας. Παρά τις όποιες μικρές ενστάσεις, που αφορούν κυρίως την υποκριτική προσέγγιση των τραγουδιών από κάποιους ηθοποιούς – τραγουδιστές, θα πρέπει κανείς να είναι άδικος για να μην παραδεχτεί ότι σε αυτή την παραγωγή όλοι όσοι βρίσκονται πάνω στη σκηνή, από το chorus μέχρι τους πρωταγωνιστές, τραγουδάνε από πολύ καλά έως εξαιρετικά.

Η παράσταση του Δημήτρη Μαλισσόβα στηρίχτηκε επίσης σε δύο άλλους βασικούς πυλώνες, στην εύστοχη και προσεγμένη απόδοση του κειμένου από τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο, που έβγαλε με επιτυχία εις πέρας ένα πραγματικά πολύ δύσκολο έργο, και στην εξαιρετική – κι εδώ πραγματικά του αξίζουν πολλά συγχαρητήρια – δουλειά του Νίκου Μαριάνου στις χορογραφίες. Είχα πολύ καιρό να δω τόσο ευφάνταστες και άψογα εκτελεσμένες χορογραφίες σε ελληνική παραγωγή μιούζικαλ. Με αφορμή τη χώρα, που διαδραματίζεται το έργο, την Αργεντινή, ο Μαριάνος ενέταξε σε αρκετές χορογραφίες latin στοιχεία χαρίζοντας μας ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό, αλλά καθόλου κιτς, σκηνικό αποτέλεσμα, ενώ με εξίσου υψηλή αισθητική κίνησε και τις πιο ατμοσφαιρικές σκηνές του έργου.

Οι υψηλές επιδόσεις της παραπάνω τριάδας, που είναι ουσιαστικά ο κορμός ενός μιούζικαλ, βοήθησαν τον έμπειρο Δημήτρη Μαλισσόβα να στήσει μία ευπρόσωπη, πολύ καλά δουλεμένη και με εξαιρετικά δυνατές στιγμές παράσταση, που κερδίζει το στοίχημα σε γενικές γραμμές και σίγουρα αποτελεί ένα από τα πιο άρτια ανεβάσματα μιούζικαλ που έχουμε απολαύσει μέχρι σήμερα σε ελληνική παραγωγή. Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με τα πάντα στην παράσταση – προσωπικά βρήκα την έναρξη λίγο αδύναμη, αφού τόσο εκτελεστικά όσο και σε επίπεδο εικόνας ήταν κατώτερη της συνέχειας της παράστασης, ενώ επίσης τα εξαιρετικά καλόγουστα και ανά σκηνές εντυπωσιακά κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη δεν αναδείχτηκαν πάντα αποτελεσματικά από τα φώτα του Αλέκου Γιάνναρου – αλλά οφείλω να πω ότι στο σύνολο μπορούμε να μιλήσουμε για μία παράσταση, που κερδίζει το στοίχημα και αναμφισβήτητα αξίζει την προσοχή σας.

Αυτό το τελευταίο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό φυσικά και στους ηθοποιούς της. Η Νάντια Μπουλέ έχει αποδείξει εδώ και καιρό ότι το μιούζικαλ είναι ο φυσικός της χώρος. Τραγουδάει πολύ καλά, χορεύει εξαιρετικά και είναι άκρως ικανοποιητική και στο υποκριτικό μέρος. Τη θαύμασα πιο πολύ στα ατμοσφαιρικά της τραγούδια – είναι χάρμα οφθαλμών και ώτων στο “You must love me”. Υποκριτικά ανταποκρίνεται εξαιρετικά στις απαιτήσεις του ρόλου, ενώ στα χορευτικά μέρη κυριολεκτικά απογειώνεται. Στο πρώτο μέρος τη βρήκα πιο θαμπή συγκριτικά με το δεύτερο κι αν κάτι μου έλειψε, ανά στιγμές, από τη συνολικά εξαιρετική παρουσία της ήταν το star quality που φέρει ο ίδιος ο ρόλος. Νομίζω ότι μπορεί να λάμψει πιο πολύ. Έχει τις ικανότητες.

Ο Αιμιλιανός Σταματάκης είναι ένας ολοκληρωμένος ηθοποιός του μιούζικαλ, με βάση τα διεθνή και όχι τα ελληνικά στάνταρντ. Δεν είναι τυχαίο που μετά το ντεμπούτο του στις «Καμπάνες του Εντελβάις» έφυγε για την Αγγλία, όπου και πρωταγωνίστησε στο μιούζικαλ του Weber “Joseph and the Amazing Technicolor”. Έχει πραγματικά εξαιρετική φωνή, ενώ διαθέτει μία πρωτοφανή σκηνική δύναμη και ακαταμάχητη σκηνική παρουσία. Στον ρόλο του Τσε είναι σαρωτικός και ουσιαστικά κλέβει την παράσταση.

Ο Μιχάλης Ψύρρας, που υποδύεται τον Περόν, έχει αναμφισβήτητα μία εξαιρετικά δουλεμένη φωνή, αφού προέρχεται από τον χώρο της όπερας και του λυρικού τραγουδιού. Στην πρώτη του σκηνή είναι εντυπωσιακός, όμως στη συνέχεια ο οπερατικός του τρόπος μειώνει το συναίσθημα στην ερμηνεία του, ενώ συνολικότερα μοιάζει λίγο δύσκαμπτος υποκριτικά, κάτι που αναγκαστικά θολώνει τη σκηνική του χημεία με τη Νάντια Μπουλέ.

Στους υπόλοιπους ρόλους ο Άλεξ Οικονόμου είναι επαρκής στον ρόλο του Μαγκάλντι, αλλά υποκριτικά δεν απογειώνει τον ήρωά του αφήνοντας τον να περάσει σε δεύτερη μοίρα, σε αντίθεση με τον Ίαν Στρατή που στη μία ουσιαστικά σκηνή που έχει σε όλο το έργο τραγουδώντας μαζί με τον Αιμιλιανό Σταματάκη το  “And The Money Kept Rolling In (And Out)” είναι συναρπαστικός. Πολύ καλή, με μία αιθέρια φωνή, είναι και η νεαρή Μαρία Δελετζέ στον ρόλο της ερωμένης, ενώ ο Άρης Πλασκασοβίτης, παρά την εμπειρία του στο μιούζικαλ, δεν καταφέρνει να ξεχωρίσει στο σόλο του.

Συμπερασματικά, η “Evita”, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Δημήτρη Μαλισσόβα στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, είναι μία καλοστημένη, αξιοπρεπέστατη, φροντισμένη δουλειά με πολύ μεγάλα ατού και πολύ λίγα «φάλτσα». Μία πλούσια παραγωγή, που θα σας πρότεινα ανεπιφύλακτα να δείτε, εάν και εφόσον φυσικά τυγχάνεται λάτρης του είδους.           

 

Video

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία