Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
 

Είδα τους «Πέρσες» σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη στο Ηρώδειο

 

«Και μ’ όλα σας τα βάσανα να χαίρεστε την ηδονή της κάθε μέρας, γιατί τα πλούτη στους νεκρούς διόλου δεν ωφελούν».

Ο Αισχύλος είναι ο θεμελιωτής της σύγχρονης δραματουργίας του δυτικού μας πολιτισμού και τα έργα του γεννούν αισθήματα είτε μεγαλείου είτε υπέρβασης της μέσης ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η τραγωδία του «Πέρσες», η οποία διδάχθηκε το 472 π.Χ. στα Μεγάλα Διονύσια, είναι το παλαιότερο και μοναδικά σωζόμενο έργο με πολεμικό περιεχόμενο ‒ είχαν προηγηθεί η «Μίλητου Άλωσις» του Φρυνίχου, που του κόστισε πρόστιμο γιατί θύμιζε στους Αθηναίους «οικεία κακά», και το έργο «Φόνισσες», πάλι του Φρυνίχου, που έχει το ίδιο περιεχόμενο με τους «Πέρσες».

Σε καμιά περίπτωση όμως οι «Πέρσες» δεν είναι ένα ύμνος για τη νίκη. Στόχος του ποιητή είναι το τραγικό πρότυπο που διερευνά την ανθρώπινη αλαζονεία και την ιστορική της προοπτική. Σύμφωνα μάλιστα με μια μάλλον αξιόπιστη παράδοση, ο ίδιος ο Αισχύλος πολέμησε και διακρίθηκε στις μάχες κατά των Περσών, όπως και οι αδερφοί του, Κυναίγειρος και Αμεινίας, οπότε είχε και ιδία γνώση.

Μετατοπίζοντας λοιπόν γεωγραφικά τη δράση της υπόθεσης και τοποθετώντας τη στην πρωτεύουσα του περσικού κράτους, στα Σούσα, δημιουργεί απόσταση στους θεατές και στα γνωστά τους ιστορικά γεγονότα τα οποία αφηγούνται οι αντίπαλοι.

Ο αντιπολεμικός χαρακτήρας του έργου αποδεικνύεται έμπρακτα και από το σεβασμό του ποιητή προς τους Πέρσες, καθώς πουθενά στη διάρκεια του έργου οι αντίπαλοι δεν αντιμετωπίζονται υποτιμητικά. Τους παρουσιάζει γενναίους, παρά το γεγονός ότι τονίζει την υποταγή τους στο μονάρχη, αντίθετα από την ελεύθερη βούληση των Ελλήνων ‒«Δεν είναι δούλοι και υπήκοοι κανενός… Μόνο μια φλέβα ασήμι, θησαυρό στη γη τους» ‒ και την ασέβειά τους απέναντι στα ιερά.

Μία από της αναγνώσεις της τραγωδίας θα μπορούσε να θέλει ως απώτερο στόχο του Αισχύλου να δώσει με το παράδειγμα των αντιπάλων ένα ηχηρό μήνυμα στους συμπατριώτες του για το πώς οφείλουν να διαχειριστούν τα κεκτημένα τους ώστε να μην την πάθουν όπως οι εχθροί. Όμως οι «Πέρσες» δεν είναι διδακτική παραβολή, δεν είναι «κούνημα του δακτύλου». Είναι πολλά πράγματα μαζί• ανάμεσα σε αυτά είναι και μια σπουδή στην άνοδο και στην πτώση των μεγάλων και των ισχυρών. Αυτή είναι ουσιαστικά και η πηγή του «φόβου» και του «ελέου» στην τραγωδία, σε τέτοια κλίμακα που και τα δύο συναισθήματα, όπως και άλλες αρετές, όπως η αίσθηση του υψηλού και του τραγικού, να περνούν αβίαστα στο κοινό.

Ο Άρης Μπινιάρης με τη σκηνοθεσία-πρόταση που έκανε με αυτή την παράσταση του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου έδειξε πως έχει μελετήσει εξονυχιστικά κάθε πλευρά του έργου. Δούλεψε λεπτομερώς τον πυρήνα του, τη μουσικότητά του, υπογράφοντας ο ίδιος και τη μουσική δραματουργία. Έτσι λόγος και μουσική έγιναν ένα και εναρμονίστηκαν στις περισσότερες περιπτώσεις μοναδικά με τα σώματα των ηθοποιών του. Μέσα σε ένα ηχητικό περιβάλλον με επιρροές από Ανατολή μέχρι rmb και πολύ αισθητά τα σημάδια της ραπ, αλλά όλα αυτά δημιουργώντας ένα μοναδικό και ξεχωριστό αποτέλεσμα, όπου οι παύσεις γίνονταν το δυνατότερο κομμάτι του.

Ο χορός του δεν αποτελούνταν από ευγενείς γέροντες Πέρσες, συμβούλους του νεκρού βασιλιά, ως είθισται. Στην παράσταση του Μπινιάρη 13 ταλαντούχοι ηθοποιοί, με τον ίδιο τον σκηνοθέτη ανάμεσά τους, παίζουν ζωντανά μουσική, χορεύουν, τραγουδούν και ερμηνεύουν. Σημαντικούς καρπούς φαίνεται να απέδωσε και η δουλειά του Θεόδωρου Στεφανόπουλου στη μετρική διδασκαλία, αλλά και της Λίας Χαράκη στην κινησιολογία.

Όλοι τους νέοι, σθεναροί πολεμιστές, βαρβάτοι, έτοιμοι να ριχτούν στη μάχη τραγουδώντας με μένος: «Ο στρατός της Περσίας είναι ανίκητος και η καρδιά του λαού της είναι ατσάλι…» Τόσο που σε κάνει να ανατριχιάσεις αν σκεφτείς ανάλογους στρατούς που αυτή τη στιγμή εκπαιδεύονται στις γωνιές του πλανήτη, με πρώτο αυτόν του τζιχαντιστικού κύματος που πλήττει την Ευρώπη και εκπαιδεύει στους κόλπους του ακόμα και μικρά παιδιά.

Για μένα σε αυτό έγκειται και η επιτυχία της σκηνοθεσία, στο ότι κατάφερε να κάνει το έργο οικείο στο σύγχρονο θεατή, χωρίς να το βεβηλώσει με δήθεν «μοντερνισμούς» ή κατακρεουργώντας μέρη του.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη σπουδαία ερμηνεία του Χάρη Χαραλάμπου, που είναι ο αγγελιαφόρος της παράστασης. Από τη στιγμή της εισόδου του στη σκηνή ο ηθοποιός καθηλώνει.

Η Άτοσσα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη ξεπερνά τις προσδοκίες που έχουμε από εκείνη. Έπειτα από μια εκπληκτική ερμηνεία στην «Πλατεία Ηρώων» του Τόμας Μπέρνχαρντ το χειμώνα (ίσως η καλύτερη ερμηνεία της σεζόν), η ηθοποιός εντυπωσιάζει και πάλι, και δεν αναφέρομαι φυσικά μόνο στο δερβίσκο στροβίλισμα που κράτησε τουλάχιστον δέκα λεπτά(!) αλλά και στη μεστή και ουσιαστική παρουσία της.

Χαρίζοντας, μαζί με το χορό πάντα, την καλύτερη σκηνή της παράστασης, ίσως και του καλοκαιριού, στο δεύτερο στάσιμο, που δεν είναι άλλη από την επίκληση στο νεκρό βασιλιά Δαρείο. Είναι η πρώτη φορά που ως θεατής βιώνω και δεν ακούω μόνο το έθιμο των σπονδών που ήταν τόσο «ζωτικής» σημασίας για τους αρχαίους Έλληνες. Στους νεκρούς και στους θεούς οι τιμές επιβάλλονταν και θα είναι εκείνες που θα δώσουν τις λύσεις στα αδιέξοδα. Μια εξαιρετικής δυναμικής σκηνή με απίστευτη ένταση, αλλά και υποδειγματική κλιμάκωση τόσο μουσικά όσο και δραματικά.

Όταν εμφανίζεται όμως ο Δαρείος του Νίκου Ψαρρά, και το στροβίλισμα της Άτοσσας συνεχίζεται, πιθανότατα για να τονιστεί η επικοινωνία σε διαφορετικά συμπαντικά επίπεδα, η ερμηνεία του είναι καταδικασμένη να χάσει τη δυναμική της και αυτό είναι κρίμα για τον έμπειρο ηθοποιό.

Μοναδικό αδύναμο σημείο σε αυτό το εξαιρετικό ανέβασμα βρήκα την έξοδο, κάτι που κατά τη γνώμη μου οφείλεται στην άστοχη ανάγνωση του ρόλου του Ξέρξη από τον Αντώνη Μυριαγκού. Ίσως προσπάθησε να δει τον νεαρό βασιλιά σαν έναν άνθρωπο που βιώνει ακόμη το σοκ του πολέμου. Η φιγούρα του όμως σκηνικά, με τις τόσες άστοχες κινήσεις και την υπερβολή στην εκφορά του λόγου, μάλλον άγχωνε το θεατή και δεν έδινε τη δυνατότητα να ακουστεί ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της τραγωδίας: η αναγνώριση της ήττας και ο θρήνος «Κλάψε γι’ αυτούς που έχουν χαθεί».

Η παράσταση ευτύχησε και εικαστικά με τα εμπνευσμένα κοστούμια της Ελένης Τζιρκάλλη, τη λιτή σκηνική κατασκευή του Κωνσταντίνου Λουκά που εναρμονίστηκε πλήρως με το μεγάλο θίασο και τις πλουραλιστικές σκηνικές δράσεις του αλλά και τα λειτουργικά φώτα του Γεώργιου Κουκουμά.

Κλείνοντας, θα ήθελα έστω και ονομαστικά να αναφέρω τα μέλη αυτού του σπάνιου χορού: Ηλίας Ανδρέου, Πέτρος Γιωρκάτζης, Γιώργος Ευαγόρου, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Νεκτάριος Θεοδώρου, Μάριος Κωνσταντίνου, Παναγιώτης Λάρκου, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Μίνως, Άρης Μπινιάρης, Ονησίφορος Ονησιφόρου, Αντρέας Παπαμιχαλόπουλος, Μάνος Πετράκης, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Σεβδαλής.

 

Video

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία