Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
 

Ο Πέτρος Ζούλιας απομονώνει τη γυναικεία παρουσία σε γνωστά διηγήματα του Σκιαθίτη συγγραφέα Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ξεκινώντας με μελωδίες Χριστουγέννων που αργότερα διασταυρώνονται με πένθιμη πασχαλινή ατμόσφαιρα. Πλέκει μια ολοκληρωμένη ιστορία με κεντρικό πρόσωπο την εμβληματική φιγούρα της Φραγκογιαννούς από τη «Φόνισσα», μια νουβέλα που θεωρείται το κορυφαίο έργο του Παπαδιαμάντη και ένα από τα σημαντικότερα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Γύρω από τη Φραγκογιαννού κινούνται οι ηρωίδες άλλων δεκατεσσάρων διηγημάτων του. Πρόκειται για μια αριστοτεχνική σύνθεση κειμένων, τόσο ενιαία αποδοσμένη, που ακόμα και ο πιο μυημένος αναγνώστης του έργου του Παπαδιαμάντη δυσκολεύεται να ξεχωρίσει. Ο θεατής μετέχει σε μια παράσταση ιδιαίτερη, εμπνευσμένη, με εναλλαγές δραματικού και κωμικού στοιχείου, σκότους και φωτός, όπως ακριβώς είναι η ζωή και η ψυχή αυτών των γυναικών στην κοινωνία της Σκιάθου στις αρχές του 20ού αιώνα. Εκτός από τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μαθαίνουμε πόσο σημαντικό ρόλο καλούνταν να διαδραματίσουν οι γυναίκες αυτές, οι οποίες, παρά τις αντιξοότητες της ζωής τους, έπρεπε να είναι οπλισμένες με σθένος και κουράγιο, αφού στην πλειονότητά τους ανέτρεφαν μόνες τα παιδιά τους. Ο σύζυγος είναι απών, είτε γιατί είναι ναυτικός είτε αργόσχολος στο καπηλειό.

Η Χαδούλα, έτσι είναι το όνομα της Φραγκογιαννούς, παντρεύτηκε «παρά τη βουλή της», όπως λέει, και από το γάμο της απέκτησε επτά παιδιά. Στην παράσταση γίνεται αναφορά στις τρεις κόρες της, την Αμέρσα, τη Δελχαρώ και την Κρινιώ.

Είναι ένα τραγικό πρόσωπο, που σκοτώνει τα θηλυκά για να τα ελευθερώσει από τη μοίρα τους, να τα σώσει από την άθλια ζωή που τα περιμένει. Είναι όμως και θύμα, αφού, όπως λέει και στο έργο, «Μήπως έκαμα ποτέ τίποτα άλλο από το να υπερετώ τους άλλους;» Δέχτηκε την αδικία από πολύ νωρίς. Η μάνα της, όταν παντρεύτηκε, δεν της έδωσε την προίκα που της αναλογούσε ως μοναχοκόρη που ήταν, παρά την  κράτησε για το γιο της τον μοσχαναθρεμμένο. Αυτό το γεγονός τη στιγμάτισε και την ακολούθησε σε όλη τη ζωή της.

Η Φραγκογιαννού είναι μια επαναστατημένη ύπαρξη, σκληρή μα και ευαίσθητη, αντιδραστική για τα δεδομένα της ανδροκρατούμενης κοινωνίας στην οποία ζει. Πάει κόντρα στην εποχή, δηλώνοντας τη διαμαρτυρία της μπροστά στο πεπρωμένο των κοριτσιών, διαπράττοντας τρεις φόνους μικρών παιδιών, αρχίζοντας από τη νεογέννητη εγγονή της, με σκοπό να απαλλάξει τους γονείς αλλά και τα ίδια από τη ζωή που τους έλαχε. Θεωρεί το έργο της θέλημα θεού, γι’ αυτό συνεχίζει να σκοτώνει όχι από κακία, όχι από μίσος, αλλά κινούμενη από το αίσθημα επιβίωσης.

Η παράσταση «Οι γυναίκες του Παπαδιαμάντη» στο Θέατρο Χώρα χρωστά πολλά στο ευρηματικό εγχείρημα του σκηνοθέτη και εμπνευστή αυτής της δουλειάς Πέτρο Ζούλια. Ο Ζούλιας ξανασυναντά την «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» του, κατά κόσμον Νένα Μεντή, για να την οδηγήσει σε έναν καινούργιο σταθμό στην καριέρα της, αυτόν της Φραγκογιαννούς.

Δίπλα στη Φραγκογιαννού αναλαμβάνουν πολλαπλούς ρόλους άλλες πέντε ηθοποιοί, βάζοντας η καθεμία τη δική της πινελιά στο αποτέλεσμα.

Η παράσταση ξεκινά. Ακούγεται ο ήχος της θάλασσας. Στη σκηνή είναι κατάκοπη η Φραγκογιαννού (Νένα Μεντή) πάνω από την κούνια της άρρωστης εγγονής της. Αναρωτιέται: «Γιατί να ’ρθει στον κόσμο τούτο το άρρωστο θηλυκό;»

Θυμάται τη ζωή της: «Είχα κακιά μάνα. Να με φάει ήθελε». Εμφανίζεται η μάνα της σαν φάντασμα (Έρση Μαλικένζου) και της λέει: «Α, μαρή τσούπα, άμα σε πιάσω να δεις, στριγκλίτσα». «Φύγε απ’ τον ύπνο μου», απαντά η Γιαννού και από τις φωνές της έρχεται η Δελχαρώ, η κόρη της (Ευγενία Δημητροπούλου), να ρωτήσει για το παιδί. Την καθησυχάζει: «Παραμιλώ για να περνάει η ώρα».

Στη συνέχεια θυμάται την αδερφή του άντρα της, την Καραβοκυρού (Χριστιάννα Μαντζουράνη) από το διήγημα «Γυνή πλέουσα». «Χρωστώ η δόλια στον κάπελα που έπινα λίγο μοσχάτο», της λέει. Αν το μάθαινε ο άντρας της, θα πήγαινε να πνιγεί. Και το έμαθε, η ίδια όμως δεν πνίγηκε, την έσωσε η θεια Χριστοδουλίτσα.

Η Γιαννού θυμάται πως για να αναθρέψει τα παιδιά της έγινε και σταχομαζώχτρα και κάπως έτσι γνωρίστηκε με τη θειά Αχτίτσα (Έρση Μαλικένζου) του διηγήματος «Η σταχομαζώχτρα». Η φτωχή Αχτίτσα αγωνιζόταν να μεγαλώσει τα ορφανά της κόρης της. Ξαφνικά φτάνει γράμμα από το γιο της που ζει στον Παναμά, συνοδευόμενο από συναλλαγματική για δέκα αγγλικάς λίρας. Πετάει από τη χαρά της. Επιτέλους, θα αγοράσει παπούτσια στα εγγόνια της και «τα ορφανά θα φάνε χριστόψωμο».

Σε αυτό το σημείο στη θύμηση της Φραγκογιαννούς έρχονται κάποια άλλα Χριστούγεννα, στο σπίτι της στείρας νύφης Διαλεκτής (Ευγενία Δημητροπούλου), την οποία η πεθερά ήθελε να ξεκάνει και γι’ αυτό της πρόσφερε δηλητηριασμένο χριστόψωμο. Για κακή της τύχη «σκότωσε» το γιο της.

Τη θύμιση αυτή έρχεται να διακόψει η άλλη κόρη της Γιαννούς, η Αμέρσα (Μαριάννα Τουντασάκη), την οποία αποκαλεί αλαφροΐσκιωτη, κάνοντας έτσι αναφορά στο διήγημα «Οι Ελαφροΐσκιωτοι». «Τα ’χες ανέκαθεν καλά με τα στοιχειά εσύ», της λέει.

Τώρα φωνάζει το γραμματιζούμενο Κρινιώ (Έφη Σακελλαρίου), την τρίτη κόρη της, για να γράψει γράμμα στο γαμπρό της, στοιχείο που αντλείται από το διήγημα «Κοκκώνα θάλασσα» και προσθέτει μια κωμική νότα στην αφήγηση. Λίγο αργότερα το εγγόνι της κλαίει και πέφτει πάνω του και το πνίγει. «Εγώ το ’καμα αυτό;» αναρωτιέται. Οι τύψεις την οδηγούν στον Αϊ-Γιάννη. Επιστρέφοντας περνά από τον κήπο του Γιάννη του Περιβολά. Βλέπει τα δύο κορίτσια του να παίζουν μόνα τους. Αυτό μέσα στον παραλογισμό της το ερμηνεύει σαν θεϊκό σημάδι και τα σκοτώνει.     Φεύγει. Συναντά την Αρετώ (Ευγενία Δημητροπούλου) από το διήγημα «Στοιχειωμένη κάμαρα» ενώ πλένει στη σκάφη, της ζητά να δώσει συγχώρεση στον άθλιο πατέρα της που είχε αποπειραθεί να την πνίξει, για να βγει η ψυχή του. «Τον συγχωρώ», αποκρίνεται η Αρετώ και φεύγει.

Έρχεται η αλαφροΐσκιωτη κόρη και την ενημερώνει ότι την ψάχνουν οι τακτικοί. Φεύγει και κρύβεται στο σπίτι της Μαρουσώς (Χριστιάννα Μαντζουράνη) από τη «Φόνισσα». Ακολουθεί η ιστορία της Ουρανίτσας (Ευγενία Δημητροπούλου), από το διήγημα «Το νησί της Ουρανίτσας». Η Ουρανίτσα ζει με την πεθερά της ενώ είναι ανύμφευτη και, όταν της ανακοινώνει ότι είναι έγκυος από το γιο της, εκείνη δεν την πιστεύει. Απειλεί να φαρμακωθεί και τελικά φαρμακώνεται.

Η αφήγηση πηγαίνει στην άρρωστη νύφη της Παντελούς από τη «Χτυπημένη» και ο θεατής στέκεται στη φράση «θα φάει κι άλλη ψωμί».

Το λόγο έχει τώρα η Ευγενία Δημητροπούλου, που αφηγείται σε όλες τις γυναίκες την ιστορία του Στέργιου και της Θοδωριάς που έχασαν τρία παιδιά («Ο πολιτισμός εις το χωρίον»). Τη σκυτάλη παίρνει η Χαρμολίνα (Χριστιάννα Μαντζουράνη) από το διήγημα «Η θητεία της πενθεράς». Από τις ωραιότερες ιστορίες, με κωμικά και τραγικά στοιχεία, όπου συντελείται ο τρίτος φόνος. Το εγγόνι της Χαρμολίνας, ένα δηλαδή από τα επτά εγγόνια της.

Το ρόλο της αφηγήτριας αναλαμβάνει η γριά Συρραχίνα (Έρση Μαλικένζου) από το «Αγνάντεμα». Ακούμε την ιστορία της Φλαντρώς, που αγνάντεψε τη θάλασσα με κλάματα για το φευγιό του άντρα της. Τα κλάματα φαρμάκωσαν τη θάλασσα, το καράβι του δεν επέστρεψε και η Φλαντρώ πέτρωσε από τον πόνο.

Η τελευταία σκηνή του έργου είναι και η πιο δυνατή. Η Φραγκογιαννού πάει να κρυφτεί στη θάλασσα, η θάλασσα την τυλίγει και πνίγεται με την αδικία που της έγινε στο στόμα ‒«Να το χωράφι μου, το προικιό μου» ‒ και σβήνει.

Στην άρτια σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια αναφέρθηκα ήδη. Τα σκηνικά είναι της Αναστασίας Αρσένη, λιτά και λειτουργικά, όπως αρμόζει στην εποχή του έργου. Έπειτα από κάθε φόνο που διαπράττει η Φραγκογιαννού υψώνεται μια σειρά με απλωμένα ασπρόρουχα που φωτίζονται κατά περίσταση. Στο τέλος υπάρχουν τρεις σειρές και το τελευταίο φως το οποίο βλέπουμε είναι μπλε της θάλασσας που πνίγει τη βρεφοκτόνο. Εξαιρετικό! Τα κοστούμια της Αρσένη ακολουθούν το ίδιο σκεπτικό, μαντίλες, ποδιές σκούρα χρώματα.

Η μουσική του Παναγιώτη Αυγερινού εντείνει τη συγκίνηση του θεατή.

Η Νένα Μεντή σκιαγραφεί με την ερμηνεία της την τσακισμένη από τη ζωή γυναίκα και μας «τσακίζει» όλους. Ξαναζεί στιγμές μεγάλες και κερδίζει το χειροκρότημα του κοινού που στέκεται όρθιο και τη χειροκροτεί. Μας πείθει για το ότι οι προθέσεις της είναι αγαθές.

Η Έρση Μαλικένζου αναμφισβήτητα διαθέτει την απαιτούμενη πείρα και στέκεται επάξια σε όλους τους ρόλους. Ξεχωρίζω αυτόν της μάνας της Γιαννούς.

Η Ευγενία Δημητροπούλου με την αέρινη παρουσία της περνά τον πόνο και την απόγνωση που νιώθουν οι ηρωίδες της.

Η Χριστιάννα Μαντζουράνη είναι εξαιρετική ως Καραβοκυρού αλλά και ως Χαρμολίνα και με την ερμηνεία της ο θεατής βιώνει συναισθήματα χαράς και λύπης.

Εννοείται πως την ομάδα συμπληρώνουν επάξια οι μικρότερες Μαριάννα Τουντασάκη και Έφη Σακελλαρίου.

Πρόκειται για μια πολύ καλή δουλειά, που συγκινεί και προβληματίζει.

 

 

 

 

Video

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία