Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
 

Το «Λεωφορείον ο Πόθος» γίνεται «Το τραμ με το όνομα Πόθος» στην παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού που ανεβαίνει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Έτσι η λέξη «streetcar» μεταφράζεται «τραμ», αντί για το σύνηθες «λεωφορείο» στον τίτλο του έργου, γεγονός που συνάδει και με την εποχή στην οποία γράφτηκε ‒ στην καλοδουλεμένη και σύγχρονη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.

Το έργο ανεβαίνει πολύ συχνά στη χώρα μας και είχα την τύχη να δω πολλές εκδοχές του. Καμία όμως μέχρι σήμερα, από αυτές που έχω παρακολουθήσει εγώ τουλάχιστον, δεν νομίζω ότι κατάφεραν να αποτυπώσουν τη ρομαντική διάθεση και τον ωμό ρεαλισμό, που συνοδοιπορούν σε όλα τα έργα του Ουίλιαμς.

Αυτό το ένιωσα να συμβαίνει το Σεπτέμβριο του 2014, όταν παρακολούθησα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σε ζωντανή μετάδοση το ριζοσπαστικό ανέβασμα, διάρκειας 3,5 ωρών, του ανατρεπτικού σκηνοθέτη Μπένεντικτ Άντριους. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στην ιστορία του Young Vic, με πρωταγωνιστές την Τζίλιαν Άντερσον, που ενσάρκωσε τη μαραμένη καλλονή του αμερικανικού Νότου, την Μπλανς Ντιμπουά, τον Μπεν Φόστερ στο ρόλο του Στάνλεϊ Κοβάλσκι και τη Βανέσα Κίρμπι στο ρόλο της Στέλλας.

Ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει για το «Λεωφορείο ο Πόθος»: «Πιστεύω ότι το μεγαλύτερο προτέρημα του έργου είναι η αυθεντικότητά του, η πιστότητά του στη ζωή. ∆εν υπάρχουν ‘‘καλοί’’ ή ‘‘κακοί’’ άνθρωποι. Ορισμένοι είναι λίγο καλύτεροι ή λίγο χειρότεροι, ωστόσο όλοι ενεργούν περισσότερο µε βάση την παρανόηση παρά την κακία. Από τυφλότητα σε ό,τι συµβαίνει στην καρδιά του άλλου. Ο Στάνλεϊ δεν βλέπει την Μπλανς σαν ένα απελπισµένο πλάσµα, αλλά σαν µια υπολογίστρια σκύλα. Κανείς δεν ‘‘βλέπει’’ κανέναν πραγµατικά, ο κάθε ήρωας βλέπει τον άλλον µόνο µέσα από τις ρωγµές του εγωισµού του. Είναι επόµενο ένα έργο σαν αυτό να έχει ως βασικό θέµα εκείνο της κατανόησης, της ανθρώπινης επικοινωνίας. Πρόκειται για µια τραγωδία µε τον κλασικό στόχο να φέρει µια κάθαρση, προκαλώντας το έλεος και τον φόβο του θεατή. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο η Μπλανς πρέπει να κερδίσει στο τέλος την κατανόηση και τη συµπόνια του κοινού. Κι αυτό πρέπει να γίνει χωρίς να µετατραπεί σε τέρας ο Στάνλεϊ. Η παρανόηση κι όχι ο Στάνλεϊ οδηγεί την Μπλανς στην καταστροφή. Στο τέλος ο θεατής πρέπει να πει: ‘‘Αν γνώριζαν ο ένας για τον άλλον…»*

Στο προκείμενο όμως, στην παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού βρίσκει κανείς πολλές αρετές, ενδιαφέροντα ευρήματα και μια Μαρία Ναυπλιώτου στο ρόλο της Μπλανς που θα θυμάται για καιρό.

Ο σκηνοθέτης δεν επιλέγει το δρόμο του ρεαλισμού σε όλες τις σκηνές. Αρωγός του σε αυτό γίνεται πρώτα από όλα το κατακερματισμένο, πολυεπίπεδο και πολυσήμαντο σκηνικό (Εύα Νάθενα). Οι ήρωες εδώ δεν θα κλειστούν σε ένα σπίτι με δύο δωμάτια, όπως προτάσσει ο Ουίλιαμς, αλλά θα πάρουν το χώρο τους στην ευρύχωρη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, ακόμα και έξω από αυτή. Αυτό  πολλές φορές θα χαρίσει στην παράσταση μια μαγεία και μια ποιητικότητα, όπως, για παράδειγμα, στην υπέροχη σκηνή του πρώτου ραντεβού της Μπλανς με τον Μιτς, πριν από το διάλειμμα, όπου η ηρωίδα λαμβάνει μια κατακόκκινη ανθοδέσμη και ξεκινά ουσιαστικά η αποκαθήλωσή της ‒ παράλληλα όμως θα στερήσει κάτι πολύ βασικό από το ρεαλισμό του κειμένου, αυτό το «πνίξιμο» που βιώνουν οι ήρωες στον κοινό χώρο, την καταπάτηση του ιδιωτικού στοιχείου. Δεν μπορεί, λόγου χάρη, να γίνει σαφής αυτή η άρνηση της Μπλανς, ότι η αδερφή της ζει σε μια φτωχογειτονιά της Νέας Ορλεάνης, όταν τη βλέπουμε να απολαμβάνει το μπάνιο της με φόντο μια υπέροχη μπανιέρα, στην οποία θα μπορούσε άνετα να βουτήξει και η βασίλισσα Κλεοπάτρα της Αιγύπτου!

Αντίθετα, η χρήση κάμερας και ασπρόμαυρων προβολών έρχεται πολύ συχνά να τονίσει τις ρωγμές των ηρώων, όπως και ο τέταρτος τοίχος που υπάρχει για να «σπάει» ακόμα και σε δραματικές σκηνές, με αποκορύφωμα το φινάλε.

Σκηνοθετικό εύρημα που μοιάζει να έχει δουλευτεί πολύ και να κουμπώνει εξαιρετικά σε όλη τη διάρκεια της παράστασης είναι η χρήση του φωτός (φωτισμοί Γιάννης Δρακουλαράκος). Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός προτάσσει ένα μεγάλο κινηματογραφικό προβολέα στο κέντρο της σκηνής. Όλες οι σκληρές αλήθειες που ακούγονται στο έργο «φωτίζονται» έντονα, με πρώτη την παραδοχή της Μπλανς ότι πούλησε το κτήμα στο Μπελ-Ρεβ και αποκορύφωμα την αποκάλυψη της κρυφής ζωής της στον Μιτς.

Η παράσταση ευτύχησε να έχει και την εμπνευσμένη μουσική που συνέθεσε ο Άγγελος Τριανταφύλλου και κατάφερε να τραγουδήσει και να παίξει ζωντανά σαν μια καλοδεμένη ensemble η ομάδα των ηθοποιών.

Κάτι ανάλογο δυστυχώς δεν ισχύει και για τις ερμηνείες τους, αφού ο θίασος μοιάζει να μη μιλά την ίδια υποκριτική γλώσσα.

Η Μαρία Ναυπλιώτου σε έναν από τους δυσκολότερους ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου τα καταφέρνει περίφημα. Από τα πρώτα της βήματα στο σανίδι βλέπει κανείς το πριν του ρόλου. Η Μπλανς της έχει διανύσει όλη την τροχιά της πτώσης, είναι εύθραυστη, φαντασμένη, μυθομανής, αφελής, ψυχικά διαταραγμένη και εκφράζει με μοναδική ευαισθησία ότι αυτό που την οδηγεί στο όνειρο και στη φαντασίωση δεν έχει καθόλου να κάνει με τους ηθικούς φραγμούς αλλά με ένα αίσθημα αυτοσυντήρησης. Η Μπλανς της στηρίχτηκε κυρίως στη μεγάλη πληγή που της άφησε η πρώτη αγάπη, ίσως γι’ αυτό είναι και μια αποκάλυψη στη σκηνή που διηγείται την αυτοκτονία του αγαπημένου της και γενικότερα στις σκηνές της με τον Άγγελο Τριανταφύλλου (Μιτς), όπου ξεδιπλώνεται μοναδικά ο χαρακτήρας. Μια ερμηνεία με συνέπεια, γοητεία και την απαιτούμενη δραματική ένταση.

Μου έλειψε μόνο ένα κομμάτι πιο κυνικό, που θα δικαιολογούσε και τον «αμαρτωλό» της βίο καθώς και τον ξεπεσμό της. Εδώ περισσότερο υπογραμμίστηκε μια «αγγελική» πλευρά.

Ο Χάρης Φραγκούλης έχει μια εξαιρετική σκηνή, όταν μετά τον τσακωμό και το μεθύσι κραυγάζει για να γυρίσει πίσω η Στέλλα (Θεοδώρα Τζήμου), όπου η σκηνοθεσία επιλέγει ξεκάθαρα να δώσει τον ήρωα μέσα από την κινηματογραφική εκδοχή της ταινίας του Ελία Καζάν (1951) με τον Μάρλον Μπράντο.

Βρεγμένος και με το πρόσωπο παραμορφωμένο από την απόγνωση, σαν πληγωμένο ζώο, ο άξεστος Πολωνός καλεί την αγαπημένη του και εκείνη ανταποκρίνεται με τις αντίστοιχες ζωώδεις κραυγές. Γιατί, όπως θα ομολογήσει η ίδια στην επόμενη σκηνή στην Μπλανς, «μερικά πράγματα που γίνονται στο σκοτάδι, ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, αξίζουν τόσο πολύ, που τα υπόλοιπα δεν λογαριάζονται…»

Αυτή ήταν ίσως και η μόνη σκηνή που με έπεισε ο ηθοποιός, ο οποίος σαφώς, με βάση τη σκηνοθετική γραμμή, αρκέστηκε να παρουσιάσει έναν απαθή Στάνλεϊ, που συχνά έμοιαζε να απαγγέλλει, με σπασμωδικές χειρονομίες και κινήσεις εντυπωσιασμού – άσκοπο γυμνό, κατανάλωση εμφιαλωμένων μπουκαλιών νερού αντί μπίρας, καταβρόχθιση φρούτων κ.λπ.

Αποκορύφωμα αυτής της ερμηνευτικής και σκηνοθετικής γραμμής ήταν το απογοητευτικό αποτέλεσμα της δέκατης σκηνής, όπου ο Στάνλεϊ επιβάλλει τη σωματική του κυριαρχία στην Μπλανς και ο ηθοποιός καταβροχθίζει και πάλι, αυτή τη φορά τα λευκά πούπουλα της ρόμπας της. Ίσως βέβαια το νόημα να υποβόσκει στη φράση «Το πνίξανε το κουνέλι» ‒στην αρχαία Ελλάδα άλλωστε οι ιέρειες του σεξ αποκαλούσαν το αντρικό μόριο κόνικλο (κουνέλι)‒ και ο σκηνοθέτης να ήθελε να δώσει μια άλλη διάσταση…

Γενικότερα, σκηνική επικοινωνία μεταξύ του Χάρη Φραγκούλη και της Μαρίας Ναυπλιώτου δεν υπήρξε ποτέ. Οι δυο τους δίνουν την εντύπωση ότι χρησιμοποιούν άλλους υποκριτικούς κώδικες, όπως υποψιαζόμασταν και μετά τη «Μήδεια» της Μαριάννας Κάλμπαρη που είδαμε τον Αύγουστο στην Επίδαυρο. 

Αντίθετα πολύ ευχάριστη έκπληξη ήταν ο Μιτς του Άγγελου Τριανταφύλλου και οι σκηνές τους με την Μπλανς από τις καλύτερες της παράστασης. Ποιητικότητα, ρεαλισμός, παιχνίδι, ευαισθησία είναι μερικά τάλαντα που διακρίνει κανείς.

Η Στέλλα της Θεοδώρας Τζήμου, αν και αποπροσανατολισμένη σε σημεία, πέτυχε να αποδώσει την κυριαρχία των αισθήσεων και το γήινο στοιχείο σε αντιπερισπασμό με τον ονειρικό κόσμο της Μπλανς που εισέρχεται στο σπίτι της.

Η Ευαγγελία Καρκατσάνη και ο Αdrian Frieling κλήθηκαν να ερμηνεύσουν το ζευγάρι των φίλων και γειτόνων. Η πρώτη δίνει πόντους στην παράσταση και με την υπέροχη φωνή της.

Δεν μπορεί να μην εγκωμιάσει κανείς τα υπέροχα κοστούμια της Εύας Νάθενα, καθώς, εκτός από το υψηλής αισθητικής γούστο τους, η παλέτα των χρωμάτων τους δεν έπεσε καθόλου τυχαία, αφού έντυσε με λευκό την Μπλανς, πράσινο τη Στέλλα και πορτοκαλί τον Στάνλεϊ.

 

*Απόσπασµα από γράµµα που έγραψε ο Τ. Ουίλιαµς στον Ε. Καζάν το 1947, στο Brenda Murphy, Tennessee.

 

 Από τη Γιώτα Δημητριάδη

 

Video

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία