Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
 

Κώστας Καζάκος: «Τίποτα δεν είναι πραγματικά πρωτοποριακό!»

Συζητώντας με τον Κώστα Καζάκο είναι σαν να μιλάς με τη ζώσα ιστορία του ελληνικού θεάτρου.

Τον συναντώ στο μικρό του γραφείο στο θέατρο Τζένη Καρέζη. Στους τέσσερις τοίχους διάσπαρτες οι φωτογραφίες εκείνων που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σφράγισαν τη θεατρική του ζωή. Πιο μεγάλη και σε πλεονεκτική θέση η φωτογραφία του δασκάλου του, του Κάρολου Κουν.

Ο Κώστας Καζάκος συμπληρώνει φέτος 82 χρόνια ζωής, αλλά η καθημερινότητά του μοιάζει περισσότερο με αυτή ενός 30χρονου. Το πρωί μάθημα στη Δραματική Σχολή και μετά πρόβα μέχρι το βράδυ για τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ», που ετοιμάζεται να υποδυθεί στις 8 και 9 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη και με μία εκλεκτή ομάδα ηθοποιών να τον πλαισιώνει (Δ. Λιγνάδης, Κ. Καρβούνη, Δ. Λάλος, Δ. Ήμελλος, Τζ. Κόλλια, Α. Τρουπάκης).

Ξεκινώντας τη συζήτηση μας ξέρω ότι έχω στη διάθεση μου μόνο μισή ώρα. Ευτυχώς ο χρόνος διαστέλλεται μαγικά και καταλήγουμε να μιλάμε σχεδόν δύο ώρες. Και πάλι όμως νιώθω ότι αφήσαμε πολλά που δεν είπαμε. Με παρηγορεί το γεγονός ότι στην πραγματικότητα και δύο μέρες να κουβεντιάζαμε το ίδιο θα ένιωθα. Ο λόγος είναι απλός. Μιλώντας με τον Κώστα Καζάκο είναι σαν να μιλάς με τη ζώσα ιστορία του ελληνικού θεάτρου. 64 χρόνια θεατρικής ζωής. Από τη Σχολή Σταυράκου και το Θέατρο Τέχνης των αρχών του ’50 μέχρι το θιασαρχικό του ντεμπούτο με τη Τζένη Καρέζη, την κοινή τους πορεία, το θεατρικό τους σπίτι, την Επίδαυρο, το Ηρώδειο, το Σχολείο Υποκριτικής…  Την ίδια στιγμή όμως έχεις μπροστά σου κι έναν σύγχρονο άνθρωπο με οξύ πνεύμα, κοινωνική δράση και ουσιαστική γνώση και αγάπη για την τέχνη του. Έχεις δηλαδή μπροστά σου έναν πραγματικά γοητευτικό και βαθιά φιλοσοφημένο άνθρωπο, που συνεχίζει να ζει και να εργάζεται με πάθος. Και με κάτι τέτοιους ανθρώπους η συζήτηση δεν τελειώνει ποτέ.

 

Ο Οιδίποδας και η ανθρώπινη περιπέτεια

Ένα βασικό στοιχείο που έχουν οι τραγικοί είναι το θέμα της εξουσίας και πόσο διαφθείρεται ο άνθρωπος που την ασκεί. Αυτά τα έργα στη βάση τους είναι επαναστατικά. Οι μεγάλοι ποιητές ανατρέπουν ό,τι προσπαθούμε να κρατήσουμε σταθερό. Κι αυτό γιατί όλα πρέπει να εξελίσσονται και να μεταβάλλονται. Είναι φυσικός νόμος. Η φιλοσοφία, η τέχνη και η επιστήμη υπακούουν σε αυτόν τον νόμο. Οι εξουσίες έχουν πάντα την τάση να είναι ακίνητες.

Ο Οιδίποδας δεν δέχεται ότι μπορεί η μοίρα του να καθορίζεται από τους θεούς. Τη ζωή μου θα την καθορίσω εγώ, λέει. Και όταν καταλαβαίνει ότι κάποια πράγματα δεν ορίζονται από αυτόν, τότε βγάζει τα μάτια του. Είναι σαν να λέει ότι εγώ αυτό δεν θέλω να το βλέπω. Στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» ο ήρωας φέρει πια αυτή τη γνώση. Κουβαλά όλο αυτό το βασανιστήριο της φθοράς και των γηρατειών και βρίσκεται στο τέλος της ανθρώπινης περιπέτειας. Σε αυτό που εμβαθύνει ο Σοφοκλής είναι το πώς οφείλει ο άνθρωπος να στέκεται μπροστά στον θάνατο. Ο θάνατος είναι ένα από τα κύρια γεγονότα της ζωής μας και σίγουρα το πιο προσωπικό. Δεν συμμετέχει κανείς άλλος σε αυτό πέρα από τον εαυτό μας. Αυτό που μας διδάσκουν όλοι οι ποιητές σε όλες τις εποχές είναι το πώς ο άνθρωπος πρέπει να ξεπερνάει τους φόβους του, να μην συμβιβάζεται μαζί τους και να αγωνίζεται να τους υπερβεί. Έτσι μόνο αποκτά ομορφιά. Ο ’’Οιδίποδας επί Κολωνώ’’ είναι ένα βαθιά αισιόδοξο έργο.

 

Η πρώτη… επεισοδιακή συνάντηση με τον Οιδίποδα

Το καλοκαίρι του 1989 παρουσιάσαμε με τη Τζένη τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή στην Επίδαυρο σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Στούρουα. Ο Στούρουα υπήρξε ένας σπουδαίος, ριζοσπάστης σκηνοθέτης. Ήθελε λοιπόν να ενοχλήσει το κατεστημένο με τη σκηνοθεσία του. Έκανε εξαιρετική δουλειά, αλλά δεν είχαμε τον απαιτούμενο χρόνο. Είχαμε μόνο δύο μήνες προβών, γιατί διαφορετικά θα πέφταμε έξω οικονομικά. Σε δύο μήνες όμως δεν βγαίνουν αυτά τα έργα. Μέχρι τη μέση του έργου, έτσι όπως το δούλευε ο Στούρουα, έβγαινε ένα καταπληκτικό αποτέλεσμα. Αν ολοκληρωνόταν αυτή η δουλειά θα είχε γίνει κάτι σημαντικό. Έμεινε όμως στη μέση. Το υπόλοιπο έγινε στα γρήγορα για να προλάβουμε την πρεμιέρα και νομίζω ότι έκανε κάποιες ατυχείς επιλογές, όπως το να βάλει την Άννα Μακράκη ως Αγγελιοφόρο να ανάψει τσιγάρο στην Επίδαυρο λίγο πριν το τέλος της παράστασης. Του λέγαμε εμείς «άστο καλύτερα, μην το βάζεις αυτό!», ανυποχώρητος αυτός. Ε, βλέποντας το τσιγάρο αντέδρασε μια παρέα, ακολούθησε μια άλλη, άρχισαν να ακούγονται κάτι γιουχαΐσματα. Εγώ έπρεπε να βγω αμέσως μετά ως Οιδίποδας, που μόλις έχει βγάλει τα μάτια του. Η κορυφαία σκηνή του έργου. Δυο σελίδες μονόλογος. Η Τζένη με παρακάλαγε στα παρασκήνια να μην βγω. Τι να μην βγω; Δεν γίνονται αυτά. Με έπιασε ο διάολος να κάνω τα πάντα για  να ξεχαστεί γρήγορα αυτό το φάλτσο. Μετά από τις πρώτες αράδες του μονολόγου ηρέμησε ο κόσμος και στο τέλος πήρα και χειροκρότημα. Το θεώρησα μία προσωπική μου νίκη. Ξεχάστηκε και το τσιγάρο και όλα. Δεν βαριέσαι. Τίποτα δεν είναι πραγματικά πρωτοποριακό. Όλα είναι παμπάλαια. Όλα έχουν γίνει και ξαναγίνει. Απλώς δεν τα ξέρουμε. Στα προηγμένα θέατρα έξω, στις πολιτισμένες κοινωνίες, όλα αυτά έχουν δοκιμαστεί εδώ και εικοσαετίες.

 

kazakos_karezi.jpg

Αριστερός από κούνια

Από τα παιδικά μου χρόνια στον Πύργο όλες μου οι επιρροές ήταν από τον χώρο της Αριστεράς. Στην κατοχή το σπίτι μας ήταν κέντρο διερχομένων. Ερχόντουσαν δέκα δέκα από το βουνό οι αντάρτες, κοιμόντουσαν σ’ εμάς και φεύγανε πάλι το πρωί. Μετά την απελευθέρωση απολύθηκε ο πατέρας μου λόγω πολιτικών φρονημάτων, μπήκε φυλακή για έναν χρόνο κάτω στον Πύργο και μετά τον στείλανε εξορία στα νησιά μέχρι το 1952. Το 1948 αναγκαστήκαμε να φύγουμε από τον Πύργο. Δεν μπορούσαμε να ζήσουμε εκεί κάτω λόγω του εμφυλιακού μίσους και ήρθαμε τέσσερα κουτσούβελα και η μάνα μου στην Αθήνα. Για την οικογένεια μου άρχισε η κατοχή μετά την απελευθέρωση. Το οποίο φυσικά ισχύει και για τη  μισή Ελλάδα. Διωγμοί, φυλακίσεις, εξορίες… Εγώ από τα δεκατρία μου δούλευα μεροκάματο σε διάφορες δουλειές. Έχω φάει πολύ χαμαλίκι μέχρι να επιστρέψει από την εξορία ο πατέρας μου. Δούλευα όλη μέρα και πήγαινα το βράδυ σχολείο, στο νυχτερινό γυμνάσιο στο Παγκράτι. Εκεί φοιτούσαν συνήθως παπάδες και χωροφύλακες, γιατί παίρνοντας το απολυτήριο θα μπορούσαν να ανέβουν την ιεραρχία, να γίνει λοχίας ο ένας, ιερέας ο άλλος. Δεν ήταν σχολείο εκείνο το πράγμα, ήταν κάτι ανατριχιαστικό.

Εγώ ήθελα να μπω στο Πανεπιστήμιο. Σκοτώθηκα να διαβάσω, να δώσω εξετάσεις, αλλά τελικά δεν μπόρεσα να μπω, γιατί χρειαζόταν τότε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Πήγα να γραφτώ στη γραμματεία της σχολής και ήταν ένας τύπος εκεί που με κοίταγε κάνοντας κάτι νοήματα. «Το χαρτί» μου λέει. «Ποιο χαρτί;» του λέω. «Το χαρτί», μου λέει, «μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις!» Κι έτσι έκλεισε η πόρτα του πανεπιστημίου για εμένα.

Το 1952 επέστρεψε ο πατέρας μου από την εξορία και πήρα κι εγώ μια ανάσα από τις υποχρεώσεις της οικογένειας που είχα αναλάβει. Έκατσα έναν χρόνο να δω τι θα κάνω και το ’53 περνώντας τυχαία απέξω από τη Σχολή Κινηματογράφου του Σταυράκου είδα το όνομα του φίλου και συμμαθητή μου, του Χρήστου Δαχτυλίδη, στη λίστα των επιτυχόντων και αποφάσισα να πάω να δώσω κι εγώ εξετάσεις. Και με πήρανε.

 

Η γνωριμία με τον Κουν

Αυτό που θεωρώ τύχη είναι ότι στη Σχολή του Σταυράκου γνώρισα τον Κουν. Το 1953 η Σχολή του νεοσύστατου τότε Θεάτρου Τέχνης συμπλήρωνε τα πρώτα τρία χρόνια λειτουργίας της βγάζοντας τους πρώτους απόφοιτους της. Με τους ηθοποιούς αυτούς άνοιξε το 1954 το Υπόγειο ο Κουν στο υπόγειο του Κινηματογράφου Ορφέα. Εκεί μέσα ανανεώθηκε το ελληνικό θέατρο.

Τις πρόβες για την πρώτη εκείνη παράσταση τις έκανε στη Σχολή του Σταυράκου. Επειδή όμως δεν είχε λεφτά για να πληρώσει νοίκι, είχε συμφωνήσει να κάνει δύο ώρες μάθημα την εβδομάδα στη σχολή. Ήταν θυμάμαι κάθε Τετάρτη, τέσσερις με έξι το απόγευμα. Βλέπαμε έναν άνθρωπο με μεγάλο κούτελο, σαν τον Μάο Τσε Τουνγκ, να κάθεται σε ένα δωμάτιο της σχολής και να περιμένει τους μαθητές. Δεν πάταγε κανένας. Αυτό εμένα με κέντρισε. Είχε έναν μαγνητισμό, μία ακτινοβολία, αλλά φυσικά δεν το βλέπανε αυτό όλοι. Μαζί με τον Δαχτυλίδη λοιπόν γίναμε οι δύο και μοναδικοί μαθητές του. Ετοιμάζαμε κάθε εβδομάδα τέσσερα πέντε κομμάτια αυτοσχεδιασμούς και του τα παρουσιάζαμε για να μην αισθάνεται άσχημα ότι δεν κάνει τίποτα. Ο Κουν μάλλον εκτίμησε το φιλότιμο μου και την προσήλωση σε αυτό που έκανα, και προς το τέλος του έτους μου πρότεινε να πάω στη Σχολή του Τέχνης. Εγώ χαράς ευαγγέλια! Από τότε πήγαινα και δούλευα μαζί με τους άλλους στο Υπόγειο για να το μετατρέψουμε από αμερικάνικο καμπαρέ, που ήταν , στο γνωστό Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης στην οδό Πεσμαζόγλου. Κουβαλάγαμε χώμα με τα ζεμπίλια πάνω στη Σταδίου. Μιλάμε για πολλή δουλειά, χύσαμε ιδρώτα για να το φτιάξουμε. Και έγινε η πρώτη παράσταση εκεί τον Ιούνιο του 1954. Ήταν , θυμάμαι, η «Μικρή μας πόλη» του Θόρντον Ουάιλντερ και πήραμε όλοι μέρος. Ήμουν κι εγώ ανάμεσα στους κομπάρσους και έλεγα μάλιστα και μια φράση.

Μετά πήγα στη Σχολή κανονικά. Δούλευα στο θέατρο και φοιτούσα παράλληλα. Τέλειωσα και τη Σχολή του Σταυράκου. Έκανα και το ντεμπούτο μου στον κινηματογράφο το ‘53, με την «Αρπαγή της Περσεφόνης» σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Έτσι γνώρισα τον Καμπανέλλη και γίναμε φίλοι. Ένας σπουδαίος άνθρωπος. Σπάνιος.

 

koun.jpg

Η εμπειρία του «Ελεύθερου Θεάτρου»

Το 1958 μία ομάδα από μαθητές του Κουν φτιάξαμε τον θίασο του «Ελεύθερου Θεάτρου». Τότε έφυγα από το Τέχνης. Έπρεπε να φύγω πια, γιατί και η μαθητεία πρέπει κάποια στιγμή να τελειώνει. Λέμε «γηράσκω αεί διδασκόμενος» αλλά από τη ζωή, όχι από έναν μόνο άνθρωπο.  Ήταν μία πολύ μεγάλη εμπειρία το «Ελεύθερο Θέατρο». Ήταν σαν να κάναμε δεκαπέντε χρόνια θέατρο, τόσο μεγάλη πείρα αποκομίσαμε. Ο καθένας αισθανόταν υπεύθυνος για όλη την ομάδα και την κάθε παράσταση ξεχωριστά. Κάναμε έναν χρόνο περιοδεία σε όλη την Ελλάδα με διάφορα έργα. Έξι συνολικά, ανάμεσα τους η «Λοκαντιέρα» του Γκολντόνι, η «Ήρα και το παγώνι» του Ο’ Κέιζι, το «Φιντανάκι» του Χορν. Εμψυχωτής μας και σκηνοθέτης μας ήταν ο Λεωνίδας Τριβιζάς, που είχε κι αυτός τελειώσει το Τέχνης, αλλά ο Κουν τον είχε πάρει στη σχολή με τον όρο να ασχοληθεί μετά με τη σκηνοθεσία και όχι με την υποκριτική. Περιοδεία, χειμώνας, χιονοθύελλες, να φορτώνουμε, να ξεφορτώνουμε. Είχαμε φτάσει να κάνουμε πάνω στην περιοχή της Καστοριάς πέντε παραστάσεις την ημέρα. Το πρωί μία στρατιωτική, μετά με άλλο έργο μία μαθητική, μία ακόμα νωρίς το απόγευμα και δύο τελευταίες απόγευμα και βράδυ με διαφορετικά έργα. Είχαμε κάνει μέσα σε μία εβδομάδα 17 παραστάσεις. Αυτό μας ατσάλωσε. Μεγάλη υπόθεση.

 

Κοινωνικά παρών

Παράλληλα με το θέατρο παρέμεινα ενεργός και στο πολιτικοκοινωνικό πεδίο. Τη δεκαετία του ’50 και του ’60 το ΚΚΕ ήταν στην παρανομία. Οργανώθηκα λοιπόν στην ΕΔΑ. Ο πατέρας μου άλλωστε ήταν φίλος με τον Ηλία Ηλιού, ήταν μαζί στην εξορία στην Ικαρία, στο ίδιο δωμάτιο μαζί με άλλους έξι. Πήγαινα στη Δραγατσανίου, στην Πλατεία Κλαυθμώνος που ήταν τα γραφεία της ΕΔΑ, και έπαιρνα μέρος σε διάφορες δράσεις. Θυμάμαι τον πολιτικό εκείνο σεισμό του’58, που βγήκε η ΕΔΑ αξιωματική αντιπολίτευση και παλάβωσε το Παλάτι και η Κυβέρνηση. Είχαν περάσει εννιά χρόνια από το τέλος του Εμφυλίου και μόλις τέσσερα από τότε που σταμάτησαν οι εκτελέσεις. Μέσα σε τέσσερα χρόνια λοιπόν η ΕΔΑ έβγαλε 25%. Τρελάθηκαν. Νόμιζαν ότι το είχαν αφαλοκόψει το κίνημα. Και η αλήθεια είναι ότι σ’ εκείνα τα χρόνια καθαρίστηκε ο ανθός του τόπου. Φάγανε κόσμο τα στρατοδικεία! Χώρια τι έφυγε έξω. Έγινε ξεκαθάρισμα, όπως συμβαίνει πάντα βέβαια. Ο νόμος του νικητή.

 

Για τη Τζένη

Η Τζένη είχε έναν χαρακτήρα επιθετικό, ήταν αυθόρμητη στις αντιδράσεις της. Είχε κουλτούρα και καλλιέργεια το κορίτσι αυτό. Πιθανώς να έπαιξε ρόλο που έβγαλε το γαλλικό σχολείο. Όλη αυτή τη γαλλική κουλτούρα την έπαιζε στα δάχτυλα. Είχε όμως και τη δύναμη να ανανεώνεται. Αυτή τη δύναμη είτε την έχεις είτε όχι. Με επιρροές απέξω δεν την αποκτάς αυτή. Δεν περίμενε εμένα η Τζένη για να αλλάξει. Αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο και έκανε αναστροφή. Δεν ήθελε να τυποποιηθεί και να βαλτώσει. Κι όλα αυτά ενώ είχε ήδη γίνει σταρ από τα πρώτα της βήματα. Αυτό ήθελε μεγάλο καλλιτεχνικό θάρρος, γιατί υπήρχε πάντα και η έννοια του ταμείου και το άγχος της απήχησης στο κοινό. Αυτό που θαύμαζα όμως πιο πολύ σ’ εκείνη ήταν η ειλικρίνεια και η καθαρότητα του χαρακτήρα της. Δεν είχε δεύτερες σκέψεις η Τζένη.

Όταν τη φέρνω στο μυαλό μου 25 χρόνια μετά τον χαμό της νιώθω ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη μόνο μπορεί να αισθάνεται κανείς για τους ανθρώπους που γνώρισε, που τον επηρέασαν, που τους επηρέασε, που έγινε αυτό το πάρε δώσε της ζωής. Το παρελθόν μας το κουβαλάμε. Εμείς είμαστε το παρελθόν μας. Αυτό μας έχει διαμορφώσει. Ό,τι έχουμε ζήσει είμαστε. Δεν αλλάζει αυτό.

 

karezi_kazakos.jpg

Στα χρόνια της Χούντας

Μετά την Αποστασία και την παράδοση της εξουσίας από τον Παπανδρέου στον Βασιλιά, το αίσχος αυτό με το κωλόπαιδο εκείνο, ήταν βέβαιο ότι τις εκλογές του ’67 θα τις κέρδιζε η ΕΔΑ. Και φυσικά δεν έγιναν εκλογές. Δεν τις αφήσανε. Έγινε η Χούντα. Τι να σου πω τώρα… Ήταν γελοίοι. Δεν αισθανόσουν ότι κινδύνευες τόσο πολύ, γελάγαμε. Δεν είχαμε αίσθηση του κινδύνου. Μας τραβολογούσανε μέρα νύχτα, κόψτε αυτό, κατεβάστε την παράσταση, κάντε τούτο, κάντε το άλλο… Όχι μόνο στο «Μεγάλο μας τσίρκο», αλλά και πριν. Όλο το θέατρο πάλευε να βρει έναν τρόπο να μιλήσει γι’ αυτό που συνέβαινε. Ανέβαζε ο Κουν αμερικάνικο έργο και έγραφε ότι είναι Ισπανού συγγραφέα για να του το εγκρίνουν λόγω Φράνκο. Εμείς ψαχνόμασταν  τι να ανεβάσουμε. Πρώτα ανεβάσαμε το «Η κυρία δε με μέλλει», μια εκπληκτική κωμωδία. Και φτιάξαμε μία αυλαία στο θέατρο Διάνα, που τη ζωγράφισε ο σκηνογράφος Γιάννης Καρύδης γράφοντας πάνω της τη Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γαλλικής Επανάστασης. Πώπω, τι γινόταν από κάτω! Το ‘πιάνε ο κόσμος αμέσως, πριν αρχίσει η παράσταση. Άρχισαν από την Ασφάλεια: «Να την κατεβάσετε!» «Μα για τη Γαλλική Επανάσταση λέει το έργο. Δεν είναι δικό μας» να απαντάμε εμείς. Δεν την βγάλαμε ποτέ την αυλαία.

Μετά ανεβάσαμε το «Ασπασία και Περικλής» του Καμπανέλλη. Δεν ήταν καλό έργο. Και ο ίδιος το ήξερε και δεν το έβαλε μετέπειτα στα άπαντα του. Το έγραψε στο γόνατο για να ακουστεί από τη σκηνή «Ο Επιτάφιος» του Ρίτσου. Εντάξει, την έκανε τη δουλειά του. Στο τέλος φτάσαμε στο «Μεγάλο μας τσίρκο». Είχε την ιδέα ο Καμπανέλλης. Από παλιά τον έτρωγε αυτός ο μύθος του Κρόνου που τρώει τα παιδιά του και μέσα από αυτόν ήθελε να μιλήσει για την Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της. Σιγά σιγά γράφτηκε. Κράτησε ενάμιση χρόνο το ξενύχτι και το κουβεντολόι για να στηθεί όλο το έργο, ένα σπονδυλωτό κείμενο. Έγραφε πέντε κομμάτια ο Καμπανέλλης, μισό μας άφηνε η λογοκρισία. Ήταν εκεί μία επιτροπή λογοκρισίας, που αποτελούνταν από μία καθηγήτρια της Νομικής, έναν καθηγητή Φιλοσοφίας και έναν θεατρικό συγγραφέα της εποχής, τον Ιμπροχώρη, που έγραφε φαρσοκωμωδίες. Με έπιανε αυτός και μου έλεγε: «Τι μαλακίες γράφει ο Καμπανέλλης! Έλα να σου δώσω εγώ ένα έργο μου να κάνετε επιτυχία!» «Ε, λέω τι να κάνουμε; Με τον Καμπανέλλη συνεργαζόμαστε…» Τα μπλέκαμε όσο μπορούσαμε, τα στέλναμε ανάποδα τα κείμενα για να μην καταλαβαίνουν. Όμως μυρίστηκαν ότι κάτι πάει να γίνει και ήρθαν στη γενική δοκιμή να δουν την παράσταση. Μάζεψα τον θίασο και αποφασίσαμε να παίξουμε την παράσταση με τέτοιο τρόπο που να μην καταλάβουν τίποτα. Κανονικά κράταγε τρεις ώρες η παράσταση. Στη γενικά την παίξαμε μέσα σε μία ώρα! Φυσέκι! Δεν καταλάβαινες Θεό! Μείνανε οι άνθρωποι, μας έλεγαν «Τι ηλιοθιότητες είναι αυτές! Θα καταστραφείτε!» «Ε, τι να κάνουμε; Αυτό μας έλαχε!» απαντούσαμε. Την άλλη μέρα κράτησε τεσσερισήμισι ώρες η παράσταση από τις επεμβάσεις του κόσμου!

 

Υπομονή και αγώνας

Η ιστορία μας έχει διδάξει ότι όσο σκληραίνουν οι συνθήκες, όσο εξαθλιώνεται ο κόσμος, όσο μένει αγράμματος και πεινάει, καθηλώνεται. Όλα αυτά δεν λειτουργούν ως αιτίες για ριζοσπαστικοποίηση, αλλά το αντίθετο. Βέβαια υπάρχουν και αντισώματα πάντα μέσα στην κοινωνία. Το θέμα όμως είναι πότε θα αφυπνιστεί ο κόσμος, να πάψει να ζητάει σωτήρες, να πάψει να ζητάει στηρίγματα έξω από αυτόν, γιατί αυτά είναι σαθρά. Τα στηρίγματα πρέπει να είναι μέσα μας. Γι’ αυτό το βασικό χρέος που έχει ο κάθε νοήμων άνθρωπος σ’ αυτές τις δύσκολες εποχές είναι η προσπάθεια αφύπνισης του λαού μας, η τόνωση του ηθικού του, να ξέρει ότι αυτός έχει τη δύναμη στα χέρια του και πρέπει να την χειριστεί. Έχεις να παλέψεις με το οργανωμένο σύστημα, που έχει όλα τα μέσα στα χέρια του: την παιδεία, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό. Και το πολεμάς με λιανοτούφεκα. Θέλει υπομονή και αγώνα. Δεν γίνεται αλλιώς.

 

 Τον Κώστα Καζάκο θα δούμε στις 8 και 9 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στην παράσταση "Οιδίπους Επί Κολωνώ" σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη περισσότερες πληροφορίες εδώ.

theatroathinon

bookfeed_konstantinidis

anixnos250x300

Σε Γενικές Γραμμές

Video

Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:00 στο Θέατρο Φούρνος. 

Από 23 Οκτωβρίου και για 20 μόνο παραστάσεις. 

Κλείστε πιο οικονομικά τις θέσεις σας με μόλις 5 ευρώ από το viva

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Banners 728mm x 90mm

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία