Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
 

Μια κουβέντα με την Ιωάννα Μιχαλακοπούλου για το «Τίμημα», που σπάει ταμεία

Βρεθήκαμε στη Σουσουράδα, στο αγαπημένο της στέκι για καφέ και φαγητό στα Εξάρχεια. Έναν λιτό, φρέσκο χώρο, που εδώ και λίγο καιρό έχουν ανοίξει ο Γιάννης και ο Δημήτρης, δύο φίλοι, οικογενειάρχες, της περιοχής. Η Σουσουράδα ταιριάζει στην Ιωάννα, γιατί είναι και ίδια λιτή, προσηνής, πάντα με ένα φωτεινό χαμόγελο στο πρόσωπο. Ζει στα Εξάρχεια με τον σύζυγο και τον γιο τους και παράλληλα με το θέατρο διατηρεί μια επιτυχημένη επιχείρηση δικτυακού μάρκετινγκ. Το ραντεβού ήταν, γιατί άλλο, για να μιλήσουμε για το «Τίμημα» του Άρθουρ Μίλλερ, την παράσταση που σκηνοθέτησε φέτος και ήδη έχει χαρακτηριστεί από κοινό και κριτικούς ως μία από τις καλύτερες θεατρικές δουλειές της σεζόν. Η καλλιτεχνική επιτυχία της παράστασης συνοδεύεται από μεγάλη εμπορική επιτυχία και όσοι επιθυμούν να τη να δουν πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για αναμονή.

«Τι κάνεις όταν όλα γύρω σου καταρρέουν; Διαγράφεις τα όνειρά σου στην προσπάθειά σου να επιβιώσεις ή τα κυνηγάς προσπερνώντας τις ανάγκες των άλλων, ακόμα και της οικογένειάς σου; Το έργο με επιδεξιότητα θέτει αυτό το δίλημμα. Ο καθένας μας κάποια στιγμή βρίσκεται στο σταυροδρόμι ανάμεσα σε αυτά που χρωστάει στους άλλους και σε όσα χρωστάει στον εαυτό του. Οι ήρωες, τριάντα χρόνια μετά τις μοιραίες αποφάσεις τους, συναντώνται και μπροστά μας εκτυλίσσεται μια παράσταση που μας φέρνει αντιμέτωπους με όσα έχουμε ουσιαστικά ανάγκη, δείχνοντάς μας με αριστοτεχνικό τρόπο τον μονόδρομο προς τη λύτρωση: ‘‘Αν κοιτάξεις το παρελθόν με γενναιότητα, τότε μπορεί και να ελευθερωθείς’’».

 

Ιωάννα, αυτή είναι μία από τις πρώτες κουβέντες, ας το πούμε και πιο επίσημα, συνέντευξη, που κάνεις για το «Τίμημα». 

Για να μιλήσω με κάποιον για το «Τίμημα» θεωρώ ότι πρέπει να έχει δει την παράσταση πρώτα. Γιατί προσωπικά δεν με ενδιέφερε να εκφράσω πριν από την παράσταση μια σκηνοθετική άποψη. Μου έλεγαν προτού ανέβει το έργο: Πρέπει να γράψεις τη σκηνοθετική σου άποψη για να τραβήξεις τον κόσμο. Δεν το έκανα. Τώρα που έχει ανέβει το «Τίμημα» έχω να πω ποιες ήταν οι σκέψεις μου, ποιες οι ανησυχίες μου για τα επικίνδυνα σημεία του έργου τα οποία έπρεπε να δουλέψουμε πολύ. Ποιοι ήταν οι στόχοι που έθεσα στον εαυτό μου, ώστε το αποτέλεσμα να «δέσει» με τον θεατή που έρχεται στην παράσταση για να νιώσει κάτι. Για ποιον λόγο προτίμησε το «Τίμημα» του Μίλλερ και όχι μια άλλη παράσταση. Και έφερε και τα παιδιά του μαζί, δεκαοχτώ και δεκαεφτά χρονών. Που σημαίνει ότι πλήρωσε τέσσερα εισιτήρια. Κάτι θέλει αυτός να πάρει, κάτι ψάχνει. Είναι μεγάλη ευθύνη για μένα να το ξέρω αυτό. Αν ένας δεκαεφτάχρονος έρθει στην παράσταση και του αρέσει, θα επιδιώξει να ξαναπάει θέατρο. Αν βαρεθεί, δεν θα το ξανακάνει. Επίσης, μεγάλη ευθύνη έχω απέναντι σε κάποιον που δεν έχει ξαναπάει θέατρο να δει μια κλασική παράσταση και απλώς επέλεξε το «Τίμημα» γιατί αναγνώρισε τους πρωταγωνιστές από την τηλεόραση… Πόσο σημαντικό θα είναι να καταλάβει κάτι από τον Μίλλερ. Να πει κάποτε: «Α, Μίλερ, είχα δει ένα έργο πολύ ωραίο». Αυτό. Αυτή είναι η βασική ευθύνη. 

Από εκεί και πέρα για μένα βασική προτεραιότητα σε μια θεατρική παράσταση είναι ‒και πάντα ήταν‒ η αλήθεια του ηθοποιού πάνω στη σκηνή. Εξάλλου, η ενασχόλησή μου με τη μέθοδο του Actor Studio  είκοσι δύο χρόνια τώρα που διοργανώνω τα σεμινάρια υποκριτικής με τον Ανδρέα Μανωλικάκη έχει παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στην προσέγγισή μου. Γιατί ξέρω ακριβώς ότι η ουσία του θεάτρου βρίσκεται στον ηθοποιό. Αν δεν υπάρχουν ο ηθοποιός και η αλήθεια του πάνω στη σκηνή, τι να τα κάνεις τα κοστούμια, τα σκηνικά, τα φώτα, τη μουσική; Όλα είναι για εντυπωσιασμό. Μεγαλύτερος εντυπωσιασμός από την αλήθεια του ηθοποιού πάνω στη σκηνή δεν υπάρχει, γιατί με αυτόν ταυτίζεσαι. 

 

 

Πώς προέκυψε το «Τίμημα»; 

Το «Τίμημα», και συγκεκριμένα ο ρόλος του ενενηντάχρονου παλαιοπώλη Σόλομον, αρχικά προτάθηκε από τον παραγωγό του Θεάτρου Ιλίσια, Γιάννη Κανελλόπουλο, στον Γιώργο Μιχαλακόπουλο. Ο Γιάννης, έχοντας πολύ σωστό κριτήριο, θεώρησε ότι το «Τίμημα» είναι ένα έργο που έπρεπε να ανέβει ‒είχε ανέβει πριν από είκοσι πέντε χρόνια στην Αθήνα, το 1992,  από τον Βουτέρη στο Θέατρο Εξαρχείων‒, και να ανέβει με τον Μιχαλακόπουλο. Όταν αυτός αποδέχτηκε την πρόταση, ο Γιάννης με παρότρυνε να δουλέψω το κείμενο και μου εμπιστεύτηκε τη σκηνοθεσία. Έτσι ξεκινήσαμε.  

Το «Τίμημα» το είχα δει παλιά, όταν είχε ανεβεί στο Θέατρο Εξαρχείων. Ήμουν είκοσι χρονών. Δεν ξέρω τι είχα καταλάβει τότε. Θυμάμαι που έφυγα προβληματισμένη από την παράσταση, αλλά ήταν ο προβληματισμός των είκοσι χρόνων μου. Διαβάζοντας το έργο από το πρωτότυπο κυρίως, το αμερικάνικο κείμενο, έγινε το πρώτο κλικ μέσα μου. Όλα τα συναισθήματα που ένιωσα την πρώτη στιγμή που το διάβασα ήθελα να φτάσουν στους θεατές. Αυτό προσπάθησα. Στη συνέχεια η πολύ ωραία ιδέα του Γιάννη Κανελλόπουλου πλαισιώθηκε από έναν θίασο εξαιρετικών ηθοποιών. Εκτός από τον Μιχαλακόπουλο, επιλέξαμε τη Ρένια Λουιζίδου, τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση και τον Χρήστο Σαπουντζή. Ήθελα για τους ρόλους του Βίκτορ και της Έστερ ένα ζευγάρι που να είναι πολύ οικείο στον κόσμο. Επίσης, ήθελα τον γιατρό Γουόλτερ να τον υποδυθεί ένας εξίσου πολύ καλός ηθοποιός, γιατί είναι πάρα πολύ δύσκολο αυτό που πρέπει να κάνει επί σκηνής. Δεν με ενδιέφεραν οι ταμπέλες. Εκτιμώ τους τρεις ηθοποιούς, πιστεύω στη δουλειά τους και ήμουν σίγουρη ότι θα μπορούσαν να αγγίξουν και τα στοιχεία που είναι πιο βαθιά σε αυτό το έργο. Το κείμενο το δούλεψα πέρυσι τον χειμώνα. Αρχές Ιουνίου ξεκίνησαν οι πρόβες και διήρκεσαν μέχρι τις 5 Οκτωβρίου που έγινε η πρεμιέρα. 

 Μίλησες πριν για σκέψεις, επικίνδυνα σημεία του έργου και στόχους. 

Το έργο γράφτηκε το 1967, σε μια εποχή πολύ μοντέρνα και avant garde στη Νέα Υόρκη και στην Αμερική γενικότερα. Όλοι ήθελαν να κάνουν έργα χωρίς καμία λογική. Χωρίς νομοτελειακή σχέση των πραγμάτων. Χωρίς αρχή, μέση και τέλος, αιτιατό και αιτία. Αυτό ήταν της μόδας τότε. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Μίλλερ, ήθελε να γράψει ένα έργο με απόλυτη σχέση αιτίας και αιτιατού: Το ένα γεγονός γίνεται επειδή υπήρξε το άλλο. Ίσως ήθελε να κάνει ένα πείραμα για να αποδείξει ότι αυτή η φόρμα υπάρχει και ότι η κλασική δομή λειτουργεί ακόμη. Αυτό εμένα με άγγιξε πάρα πολύ. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο υποστηρίζει ο Μίλλερ ότι έγραψε το έργο ήταν για να θίξει το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης. Τον καιρό που ανθούσαν τα αντιπολεμικά κινήματα στην Αμερική, με τον Πόλεμο του Βιετνάμ σε πλήρη εξέλιξη, ο Μίλλερ με το «Τίμημα» δήλωνε τη θέση του: ότι, ενώ συνήθως ρίχνουμε το φταίξιμο γι’ αυτό που μας συμβαίνει κοινωνικά κάπου έξω από εμάς, τελικά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Υπάρχει πάντα προσωπική ευθύνη. Και αυτός ο λόγος με συγκίνησε. Έτσι αποφάσισα να αναλάβω το τίμημα να ανεβάσω το «Τίμημα». 

Όταν ξεκίνησα, είχα στα χέρια μου τη μετάφραση του Μάκη Μαρσέιγ και εγώ έκανα την απόδοση με την αίσθηση ότι ο Βίκτορ, η Έστερ, ο γιατρός Γουόλτερ και ο Σόλομον δεν είναι τίποτε άλλο παρά άνθρωποι λίγο πολύ σαν και εμάς ή ότι θα μπορούσαν να είναι σαν και εμάς, χωρίς να χάνει καθόλου από τη δυναμική που έχει ο κάθε ρόλος γραμμένος από έναν δημιουργό όπως ο Μίλερ. Για εμένα δηλαδή το ζευγάρι της Έστερ και του Βίκτορ ήταν στόχος να είναι το ζευγάρι της διπλανής πόρτας. Γιατί, αν δεν λειτουργήσει η πρώτη σκηνή συνωμοτικά με το κοινό ‒«Ποπό τι μου θυμίζει…»‒,  μετά πώς είναι δυνατόν να εξελιχθεί η σχέση του κοινού με το έργο; Πώς είναι δυνατόν να επιτευχθεί ο στόχος, δηλαδή να βγαίνει ο κόσμος από την παράσταση και να προβληματίζεται για τις δικές του επιλογές ζωής; 

Η πρώτη σκηνή λοιπόν είναι η βάση. Πρέπει να δημιουργηθεί ο ιστός ενός ζευγαριού κοινωνικά, συναισθηματικά, συντροφικά, και από εκεί και πέρα τα άλλα θα έρθουν φυσιολογικά και δικαιολογημένα: Γιατί η Έστερ απαιτεί, γιατί φέρεται απέναντί της έτσι ο Βίκτορ, γιατί στο τέλος τον αγγίζει τρυφερά… Όλα θα βγουν. Είναι ψιλοδουλειά, όμως, αν ακολουθήσεις την αλήθεια του ίδιου του Μίλλερ, όλα βαίνουν καλώς. Και ο Μίλλερ δεν είναι μόνο ο συγγραφέας του «Τιμήματος», υπήρξε και σκηνοθέτης του. Είναι το μοναδικό από τα έργα του που σκηνοθέτησε ο ίδιος. Εγώ αυτό το σεβάστηκα πάρα πολύ. Τον ακολούθησα στον δρόμο που έδειξε. Στο κείμενό του έχει σημειώσεις, όχι τόσο κινησιολογικά σχόλια όσο δραματουργικά. Στη δουλειά που έκανα πάνω στο κείμενο έλαβα υπόψη τις σημειώσεις αυτές. Επίσης, έλαβα υπόψη τους ηθοποιούς. Προσπάθησα λοιπόν, χωρίς να απομακρυνθώ από τον δημιουργό, να χτίσω ταυτόχρονα πάνω στα στοιχεία των ίδιων των ηθοποιών. Ήξερα ποιοι θα ήταν και το χρησιμοποίησα. Για παράδειγμα, το «Α ρε μάνα» το έβαλα έχοντας την εικόνα της Ρένιας και ήξερα ότι η καθαρά ελληνική αυτή έκφραση θα λειτουργούσε με το κοινό. 

Όσο για τον χαρακτήρα του Ρωσοεβραίου παλαιοπώλη, τι να πω; Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, αγαπημένος πατέρας και υπέροχος συνεργάτης, υπήρξε από την πρώτη στιγμή ο ίδιος ο Σόλομον. Η ματιά τους, οι ατάκες και οι εκφράσεις τους ήρθαν και συναντήθηκαν, θέλω να πιστεύω, τόσο ιδανικά πάνω στη σκηνή!

Το «Τίμημα» δεν είναι ούτε εύκολο ούτε χαρούμενο κείμενο. Όμως από την παράσταση ο θεατής φεύγει προβληματισμένος μεν, ανάλαφρος δε. Τι ρόλο παίζει το «χιούμορ» στο δικό σου «Τίμημα»; 

Το χιούμορ έπρεπε να δουλεύει από την αρχή για μένα προς όλες τις κατευθύνσεις και όλους τους χαρακτήρες. Ένα τσίγκλημα για τον θεατή, που θα τον ξεκλειδώσει ώστε να οδηγηθεί σιγά σιγά στο δεύτερο μέρος, εκεί όπου αρχίζουν τα πράγματα και «σκουραίνουν».  Γιατί όσο πιο χαλαρός είναι ο θεατής, κατά τη γνώμη μου, στο πρώτο μέρος, γελώντας και ανοίγοντας τον εαυτό του συναισθηματικά, τόσο μετά θα είναι πιο εύκολη η προσέγγισή του στα δύσκολα. Αν τον έχεις κουμπωμένο και κάπως καχύποπτο στην αρχή, μετά τον χάνεις. Οπότε, πήγε λίγο ύπουλα, λίγο πονηρά, η διαδικασία, για να επέλθει η ρήξη με την «υποτιθέμενη πραγματικότητα» και έπειτα η κάθαρση. 

Τι άλλο σε βοήθησε στο χτίσιμο της παράστασης; 

Οι συνεργάτες μου. Εκτός από την εξαιρετική συνεργασία με την παραγωγή, υπήρξε μια πολύ ωραία συνεργασία με τον Γιάννη Μουρίκη, τον σκηνογράφο. Δεν δουλέψαμε απολύτως ρεαλιστικά. Ιδιαίτερα στο κομμάτι των στοιβαγμένων επίπλων, που τα παρουσιάσαμε ένα επίπεδο πίσω με σκιές. Πολύ καλή συνεργασία υπήρξε και με τον Νίκο Βλασσόπουλο, που φώτισε εξαιρετικά τη σκηνή και ανάδειξε όλη αυτή τη δουλειά. Με την Παναγιώτα Κοκκορού συνεργαστήκαμε για τα κοστούμια. Από όλα θα ξεχωρίσω το ταγέρ που φορά η Έστερ. Αυτό το ταγεράκι πόσο σημαντικό ήταν γι’ αυτή! Δεν είναι τυχαίο ότι είναι ταγέρ, θα μπορούσε να είναι φόρεμα. Όμως είναι ταγέρ. Γιατί είναι ταγέρ; Γιατί η ίδια ζητάει από τον Βίκτορ, τον σύζυγό της, να βάλει κοστούμι! Το τονίζω, γιατί μερικές φορές κάποιες λεπτομέρειες είναι πολύ σημαντικές και αγνοούνται. Πας, βλέπεις μια παράσταση και, ενώ ο συγγραφέας, μπορεί να είναι και ο Μίλλερ, γράφει ταγέρ, βάζουν ένα φόρεμα. Αφού λέει ταγέρ όμως, κάποιον λόγο θα έχει. Γιατί βέβαια δεν είναι εύκολο το ταγέρ. Ούτε να το ράψεις, ούτε να το φορέσει ο ηθοποιός και να δουλέψει. Δεν είναι το πιο άνετο ρούχο. Όταν όμως βγαίνει από την ανάγκη του χαρακτήρα να δηλώσει κάτι –«για τον μισθό» που αναφέρει η Έστερ–, είναι τόσο ωραίο. Όλα τελικά έχουν σημασία. 

Επί τη ευκαιρία, θα ήθελα να σχολιάσω την Έστερ. Ως γυναίκα, διαβάζοντας το έργο πραγματικά θεώρησα ότι είναι τόσο δυναμικός ο ρόλος και ο χαρακτήρας της, που έπρεπε να φωτιστεί ακόμα περισσότερο. Από διάφορα ανεβάσματα που έβλεπα ήταν πάντα λίγο υποτονική. Εγώ την έβλεπα αλλιώς. Ευτυχώς τόσο πολύ συμπέσαμε με τη Ρένια σε αυτό, που η Έστερ βγήκε με άνεση στιβαρή.  

Υπογράφεις και τη μουσική επιμέλεια της παράστασης.

Η αλήθεια είναι ότι διαβάζοντας το έργο δεν έβλεπα καθόλου μουσική. Ο ίδιος ο Μίλλερ έχει τοποθετήσει κάποια μουσικά στοιχεία στο έργο που παίζουν ζωτικό ρόλο στην παράσταση: Ο δίσκος των Gallagher και Shean της δεκαετίας του ’20 που παίζει στην αρχή και ο δίσκος του γέλιου είναι τέτοια στοιχεία. Πέρα από αυτά, δυσκολεύτηκα να ανακαλύψω την ανάγκη ύπαρξης μουσικής μέσα στο έργο, γιατί, έτσι όπως είναι δομημένο, μουσική ουσιαστικά είναι ο λόγος και το συναίσθημα. 

Δουλεύοντας αργότερα την ιδέα να υπάρξει μόνο ο ήχος της άρπας, γιατί η άρπα είναι το στοιχείο της μάνας στο «Τίμημα», σιγά σιγά αποφάσισα να κορυφώσω τη χρήση της άρπας μέσα από μίνιμαλ επιλογές και ήχους στο δεύτερο μέρος που έχουμε τις αποκαλύψεις, το σασπένς και το κάπως παράξενο κλίμα που δημιουργείται σε σχέση με το σκηνικό. 

Αυτό που διαφέρει μουσικά είναι το jazzy κομμάτι του ’60 της εξαιρετικής αρπίστριας Ντόροθυ Άσμπυ στο φινάλε του πρώτου μέρους. Ένιωσα ότι το κοινό πρέπει να φεύγει για το διάλειμμα με την ατάκα του Σόλομον «Είμαι πολύ ευτυχής που σας γνωρίζω, γιατρέ» και ένα μειδίαμα. Ο κόσμος φαντάζεται τι μπορεί να κρύβει η συγκεκριμένη ατάκα γιατί έχει ζήσει ήδη μισή ώρα τον Σόλομον. Αυτό το κομμάτι λοιπόν θα πλαισιώσει την ατάκα, θα ανεβάσει τη διάθεση και θα χαλαρώσει τον θεατή ώστε να είναι έτοιμος επιστρέφοντας να δεχτεί την ανατροπή.  

Πας τακτικά στην παράσταση;

Όχι. Αρχίζω και απογαλακτίζομαι και έχει θλίψη αυτό. Ωστόσο πιστεύω ότι, όπως η μάνα πρέπει να αφήσει το παιδί της, ο σκηνοθέτης πρέπει να έχει δουλέψει με τους ηθοποιούς κατά τέτοιον τρόπο ώστε να λειτουργούν από μόνοι τους την παράσταση. Χωρίς την παρουσία του σκηνοθέτη ή την υπενθύμισή του. Χρειάζεται όμως να πιστεύουν σε αυτό που έχουν χτίσει όλοι μαζί, για να το υπηρετούν σωστά. 

 Ανέφερες προηγουμένως τον Ανδρέα Μανωλικάκη και δήλωσες ότι έχει παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεις σκηνοθετικά μια παράσταση. Ποια είναι η σχέση σας;

Ο Ανδέας Μανωλικάκης, πρόεδρος του MoFA του Actors Studio Drama School of Pace University, είναι για μένα δάσκαλος, φίλος, συνεργάτης, ένας άνθρωπος δικός μου. Με τον Ανδρέα γνωριζόμαστε από το 1995, όταν ξεκινήσαμε τα καλοκαιρινά σεμινάρια υποκριτικής πάνω στο σύστημα Στανισλάφσκι και στη Μέθοδο Actors Studio εδώ στην Ελλάδα. Φοιτήτρια τότε εγώ, έκανα υποκριτική στο εργαστήριο αυτό για αρκετά χρόνια. Στήσαμε τα σεμινάρια –τότε δεν υπήρχε κάτι άλλο στην Ελλάδα‒ για ηθοποιούς, για απόφοιτους δραματικών σχολών, για ανθρώπους που ήθελαν να αναπτύξουν τη δουλειά τους και να μη σταματήσουν να εξελίσσονται. Τα σεμινάρια αυτά συνεχίζουν σταθερά την πορεία τους και υπάρχουν ηθοποιοί που τα παρακολουθούν ανελλιπώς εδώ και είκοσι χρόνια. Δεν τελειώνει ποτέ η εκπαίδευση. Είναι βασική αρχή αυτή.   

 Εκτός από σκηνοθέτις στο θέατρο, είσαι και επιχειρηματίας και πλέον διαχειρίζεσαι με τον σύζυγό σου μια επιτυχημένη οικογενειακή επιχείρηση με προϊόντα υγείας, ευεξίας και ομορφιάς. Κατά πόσο το επιχειρείν έχει επηρεάσει την προσωπική αλλά και τη θεατρική σου ζωή;

Η επιχειρηματική δουλειά σε βοηθάει να ξεκαθαρίσεις πολλά πράγματα σε σχέση με τον εαυτό σου. Σε βοηθά πρακτικά, τεχνικά, εκεί που για κάποιους λόγους η τέχνη μπορεί να μη σου απέφερε αυτά που περίμενες. Ανοίγεσαι σε άλλα πεδία, γνωρίζεις κόσμο, άλλες συμπεριφορές. Είναι μια εμπειρία ζωής, την οποία εγώ θεωρώ πολύ σημαντική, όχι μόνο για το θέατρο, αλλά γενικότερα. Υπάρχει προσωπική ανάπτυξη, πας πιο πέρα από αυτά που νομίζεις ότι μπορείς να καταφέρεις και αρχίζεις να διεκδικείς περισσότερα για τον εαυτό σου. Είναι μεγάλο σχολείο. Εκτός από αυτό, σου δίνει τη δυνατότητα να είσαι ανεξάρτητος οικονομικά, και κυρίως ιδεολογικά. Είναι πηγή ελευθερίας, καθώς οικονομική ανεξαρτησία σημαίνει ελευθερία επιλογών.

Η συνέντευξη τελείωσε με μια άνω τελεία για τα μελλοντικά σχέδια της Ιωάννας. Ευχόμαστε τα καλύτερα στο μέλλον.

 

 

Θέατρο Ιλίσια: Παπαδιαμαντοπούλου 4 & Βασιλίσσης Σοφίας, τηλ.: 210 7210045 

 

Για τις φωτογραφίες της Ιωάννας Μιχαλακοπούλου ευχαριστούμε τον Θεόφιλο Τσιμά Theofilos Tsimas

 

Video

kart1

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία