Τελευταία Νέα
Εις Μνήμη Έλλης Παπαγεωργακοπούλου: Μπορούμε όλοι να βοηθήσουμε «Η Μικρή μας πόλη»: Η ιστορική παράσταση του Βολανάκη στις οθόνες μας Θέατρο Σταθμός: Εορταστικό ψηφιακό πρόγραμμα για το Πάσχα Νατάσα Παπαμιχαήλ: «Περιμένουμε τη στιγμή που θα γυρίσουμε στον φυσικό μας χώρο που είναι το θέατρο» «Σωτηρία με λένε»: Απόψε η Αλεξάνδρα Παντελάκη γίνεται Σωτηρία Μπέλλου στα FM Πέθανε ο στιχουργός των μεγάλων λαϊκών επιτυχιών Σπύρος Γιατράς Δείτε τη νέα εταιρική ταυτότητα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου «Φωνάζει ο κλέφτης»: Πώς γίνεται θέατρο στο ραδιόφωνο την εποχή της πανδημίας; Έφυγε από τη ζωή η γνωστή σκηνογράφος και ενδυματολόγος Έλλη Παπαγεωργακοπούλου Μια διαφορετική επιθεώρηση που θέλουμε να δούμε έρχεται στο Βεάκειο! Νέα οντισιόν από το Εθνικό Θέατρο Κάνουμε #Restart με 10.000 δράσεις εθελοντισμού «Πλατεία Θεάτρου»: 10 ελληνικά έργα παρουσιάζονται από τον Αθήνα 9.84! Απόψε το Β' μέρος της εκπομπής «Υστερόγραφο» αφιερωμένο στον Λευτέρη Βογιατζή Η Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής παρουσιάζει on demand «Τα γεγονότα»
 
viewtag.gr

viewtag.gr

Η Μαρίλη Μαργωμένου κάνει την πρώτη της απόπειρα στην λογοτεχνία με το μυθιστόρημα «Το θηρίο βγήκε βόλτα» (Εκδόσεις Καστανιώτη) και κερδίζει τις εντυπώσεις από τις πρώτες σελίδες του ογκώδους βιβλίου της.

Η Μαρίλη Μαργωμένου είναι δημοσιογράφος. Δεν λέω ήταν – μια και αυτή την εποχή δεν εργάζεται σε κάποιο μέσο, μας μιλάει η ίδια γι’ αυτό παρακάτω στην συνέντευξή μας – γιατί θέλω να πιστεύω ότι μια φορά Δημοσιογράφος πάντα Δημοσιογράφος. (οκ, ίσως είναι κι ένας προσωπικός μηχανισμός αυτοπροστασίας της ταυτότητας μας ημών των δημοσιογράφων)

 

Την εποχή που τη γνώρισα και δουλέψαμε στην πρωινή εκπομπή του Mega (Κοινωνία ώρα Mega με τους Οικονομέα-Καμπουράκη) η Μαρίλη Μαργωμένου είχε αναλάβει να κάνει μεγάλα βίντεο, έξω από τη λογική των ειδησεογραφικών βίντεο που διαρκούν λίγα λεπτά, με ελεύθερα θέματα. Ελεύθερο ρεπορτάζ δηλαδή και πάντα όταν τα βλέπαμε πριν παίξουν στον αέρα η λογοτεχνική ματιά στη γραφή της ήταν παρούσα. Μερικές φορές το ειδησεογραφικό περιβάλλον με έκανε να «κλωτσάω» βλέποντάς τα αλλά τελικά η άλλη ματιά πάντα χρειάζεται και έτσι είδαμε φοβερά μινι ντοκιμαντέρ με ιδιαίτερα και θέματα και συνεντεύξεις που δεν μπορούσες να δεις σε ένα δελτίο ειδήσεων.

Μετά η Μαρίλη έφυγε από το Mega, και συνέχισε το Ελεύθερο Ρεπορτάζ στις εφημερίδες, μετά το Mega «έφυγε» από εμάς, η ζωή συνεχίστηκε και πριν λίγες εβδομάδες στο ενημερωτικό μέιλ από τον Καστανιώτη για τις νέες του κυκλοφορίες είδα το βιβλίο της.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Μαρίλης Μαργωμένου «Το θηρίο βγήκε βόλτα» θαύμασα την κινηματογραφική του ροή αλλά και το μαύρο χιούμορ που διατρέχει τους «καταραμένους» ήρωές του.
Ο Βύρωνας Σερέτης είναι δημοσιογράφος του δικαστικού ρεπορτάζ. Πετυχημένος, γυναικάς. Ήταν. Γιατί στην πρώτη σελίδα του βιβλίου τον συναντάμε να μεταφέρεται ως δράστης μιας δολοφονίας στις φυλακές του Βόθωνα. Ένας φοβισμένος πρώην «ισχυρός» τρέμει σαν το ψάρι. Στο τέλος του βιβλίου είναι ο άρχοντας των φυλακών. Σε όλη αυτή τη διαδρομή παρακολουθούμε έναν άνθρωπο να μεταλλάσσεται, να γίνεται ένας άλλος.

Αναρωτιέμαι πολλές φορές αν η ταυτότητα που κουβαλάμε καταφέρνει να χωρέσει τους πραγματικούς μας εαυτούς που κρύβονται ή βρίσκονται σε αναστολή μέχρι κάτι να τους πυροδοτήσει και να βγουν στην επιφάνεια.
Η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας, Μαρίλη Μαργωμένου μου αρέσει γιατί «παίζει» με αυτή την δική μου εσωτερική απορία και μας έχει παραδώσει ήρωες μέσα σε μια ιστορία που ακροβατούν ανάμεσα στις δικές τους ταυτότητες κι αυτό το βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Παράλληλα η γραφή της είναι λιτή, προσεγμένη, ακριβής και παρά το γεγονός ότι μίλησα νωρίτερα για ένα ογκώδες βιβλίο, 509 σελίδων, τελειώνοντάς το καταλαβαίνεις ότι μπορεί να ήθελες λίγο ακόμη!

«Το θηρίο βγήκε βόλτα» είναι μια άγρια ιστορία επιβίωσης γραμμένη με μαεστρία και αξίζει να το ανακαλύψετε και να το απολαύσετε.

Μέχρι τότε, ας γνωρίσουμε λίγο περισσότερο τη συγγραφέα και τους ήρωές της μέσα από τη συνέντευξη που κάναμε.

Ο ήρωάς σου σχεδόν μεταλλάσσεται από φοβισμένος σε «νονό». Πότε ένας άνθρωπος διαβαίνει αυτόν τον ιδιότυπο «Ρουβίκωνα»;

Ελπίζω στην πραγματική ζωή να μην το μάθω ποτέ! Αλλά οι επιστήμονες λένε πως όλοι έχουμε έναν πρωτόγονο εαυτό μέσα μας που αναλαμβάνει δράση σε ακραίες συνθήκες. Αν το σκεφτείς, δε θέλει και πολύ – όλο το ζήτημα, είναι τί διακυβεύεται. Μπορεί, ας πούμε να πρέπει να θυσιάσεις την προσωπική σου ηθική για να επιβιώσεις, όπως ο Βύρων στο βιβλίο. Ή να κάνεις μια μικρή παρανομία για να βγάλεις άπειρα λεφτά. Ή να καρφώσεις τον συνάδελφο για να του φας τη θέση στη δουλειά. Ή να γράφεις ό,τι παλαβομάρα σου ‘ρθει στο κεφάλι για μερικά like στο Facebook. Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να ξεφύγεις. Η μετάλλαξη, πάντως, αρχίζει με το που πέφτουν οι αναστολές. Αν σταματήσεις να σκέφτεσαι «Τι θα πουν οι φίλοι μου όταν το δουν αυτό;», έχει ήδη ξεκινήσει η κατηφόρα.

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη εδώ.

Ο Βαγγέλης Γιαννίσης αφήνει, τη «Σουηδική του περίοδο» πίσω και επιστρέφει στα βιβλιοπωλεία με το νέο του μυθιστόρημα «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» (Εκδόσεις Διόπτρα) βουτώντας βαθιά και με επιτυχία στον ελληνικό «τόπο του εγκλήματος».

Το βιβλίο, «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που περιγράφει πραγματικές ιστορίες του «ανθρωποκτονιών» της Αθήνας και μέσα σε κάθε ιστορία φωτίζει και την προσωπικότητα του εκάστοτε αξιωματικού που αναλαμβάνει το βάρος της κάθε υπόθεσης.
Θα μπορούσα να βάλω μια ετικέτα στο βιβλίο και ν το ονομάσω: μια μυθιστορηματική βιογραφία του πιο ενδιαφέροντος τμήματος της Ελληνικής Αστυνομίας, του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας.

 

Το βιβλίο είναι συναρπαστικό. Γρήγορος ρυθμός, χωρίς περιττές και κουραστικές περιγραφές. Ο Βαγγέλης Γιαννίσης σχεδόν σαν ανατόμος μας δίνει το κλίμα, την ατμόσφαιρα και την ένταση των χαρακτήρων ανασυνθέτοντας παλιές υποθέσεις που κάποτε είχαν γίνει πρωτοσέλιδα. Καταφέρνει με μαεστρία να μην κάνει μια δημοσιογραφική έρευνα αλλά μια καλή λογοτεχνία, πάνω στο αγαπημένο του είδος. Καταφέρνει να δημιουργεί αγωνία ακόμη και αν θυμάσαι την υπόθεση από τις εφημερίδες.

Οι πέντε ιστορίες που έχει επιλέξει, και τις οποίες δούλεψε με στενή συνεργασία με το «Ανθρωποκτονιών» της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών» είναι γραμμένες με την απόσταση που χρειάζεται για να μην υπάρχουν μελοδραματισμοί και συναισθηματικοί βερμπαλισμοί, όπως προανέφερα.

Τις μέρες που διάβαζα το βιβλίο είχαμε στην επικαιρότητα τις αγριότητες των αστυνομικών εναντίον πολιτών στη Νέα Σμύρνη, τον άγριο ξυλοδαρμό αστυνομικού, το διάγγελμα του Πρωθυπουργού, και και την εύλογη πολιτική αντιπαράθεση για το θέμα της αστυνομικής βίας.
Όσο διάβαζα το βιβλίο, συνειδητοποιούσα ότι υπάρχει – ευτυχώς – και μια άλλη αστυνομία στη χώρα, που εκπαιδεύεται, που συμπεριφέρεται στους πολίτες με συμπάθεια και που δεν ηρεμεί μέχρι να βρει τον δολοφόνο, τον ένοχο προκείμενου να τον οδηγήσει στη δικαιοσύνη και να δώσει μια αίσθηση κάθαρσης και ανακούφισης στις οικογένειες των θυμάτων.
Ο Βαγγέλης Γιαννίσης με το «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» μας χαρίζει ένα δυνατό αστυνομικό μυθιστόρημα που θα θελα να το δω ως μίνι σειρά σε κάποια τηλεοπτική πλατφόρμα.

Με αυτή την ευκαιρία κάναμε τη συνέντευξη που ακολουθεί.

Ποια ήταν  αφορμή για την έρευνα που τελικά έγινε το καινούργιο σου βιβλίο;

Γράφοντας τη Γυναίκα του Ίσνταλ κατάλαβα πως θα ήθελα μελλοντικά να ασχοληθώ ξανά με κάποια πραγματική υπόθεση, ανεξιχνίαστη ή μη, ωστόσο κινούμενος στα πιο στενά όρια του non-fiction. Κάποια στιγμή, συνειδητοποίησα πως ενώ γνώριζα πώς λειτουργεί η σουηδική (και η νορβηγική) αστυνομία, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την ελληνική. Παράξενο, ε; Εκείνη την περίοδο έτυχε να γνωρίσω σε μία παρουσίαση βιβλίου τον τμηματάρχη του Ανθρωποκτονιών και κάπως έτσι μπήκε το νερό στο αυλάκι.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με την Αστυνομική Διεύθυνση;

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr 

 

Φανατικά, κάθε Πέμπτη και Παρασκευή περιμένω πώς και πώς ν’ αρχίσει η σειρά της ΕΡΤ1 «Τα καλύτερά μας χρόνια». Δυναμώνω όσο επιτρέπουν οι κανόνες καλής γειτονίας την τηλεόραση και με τους τίτλους αρχής χορεύω, ακόμη και αν είμαι αραχτός στον καναπέ.
Ο συνθέτης Γιάννης Χριστουδουλόπουλος καταφέρνει μέσα στο 1:26’’ που διαρκεί το τραγούδι να μου φτιάχνει τη διάθεση, όχι μόνο την ώρα που παίζουν οι τίτλοι αρχής. Η μελωδία του, αυτό το δαιμονισμένο vintage σέικ σαν αυτά που χόρευαν η μαμά κι ο μπαμπάς όταν ήμουν παιδί και η τηλεόραση μαυρόασπρη, με ξεσηκώνει πολλές διαφορετικές ώρες της μέρας, ειδικά όταν θέλω να ξαλεγράρω!

Το ίδιο, διατηρεί την καλή μου διάθεση, και η σειρά που σκηνοθετεί η Όλγα Μαλέα. Μου έχει κάνει εντύπωση η ελληνοποίηση ενός ξένου format και τα εύσημα πάνε στους  Νίκο Απειρανθίτη και Κατερίνα Μπέη. Εξαιρετικές ερμηνείες, υπέροχο cast και διάλογοι που φλερτάρουν και προκαλούν  τις μνήμες ημών των κάπως μεγαλύτερων.

 

Έτσι για την ιστορία θυμάμαι ότι στο σπίτι είχαμε τηλεόραση τότε που δεν ήταν αυτονόητο ότι υπήρχε σε κάθε σπίτι. Θυμάμαι τη γιαγιά και τη μάνα μου να επικαλούνται «τον κουμπάρο με το μέλι» όταν δεν μας άρεσε το φαγητό το μεσημέρι και μας «περίμενε» εκεί μέχρι να το φάμε. Γενικώς κάθε επεισόδιο όλο και κάτι μου φέρνει στο νου.

 

Μετά από πολλές Πέμπτες και Παρασκευές φανατικής θέασης της σειράς, αποφάσισα ότι θέλω να «μιλήσω» με τον συνθέτη αυτής της έκρηξης κεφιού. Ο Γιάννης Χριστοδουλόπουλος μου αφιέρωσε λίγο από το χρόνο του και πάμε να τον ακούσουμε. Αυτήν την εποχή είναι καλλιτεχνικός Διευθυντής στην Επιτροπή «Ελλάδα 2021».

«Τα καλύτερά μας χρόνια» ένα τραγούδι, σέικ, vintage αισθητικής στην καρδιά της εποχής της καραντίνας. Σου φτιάχνει κι εσένα, όπως κι εμάς, τη διάθεση κάθε Πέμπτη βράδυ που παίζεται η σειρά;

Όχι μόνο μου φτιάχνει τη διάθεση. Είναι ένα σήριαλ που παρακολουθώ ανελλιπώς και πρέπει να σου πω πως έχω γράψει soundtrack και τίτλους για πολλά σίριαλ μέσα στα χρόνια, μα πρώτη φορά έχω κολλήσει τόσο πολύ με το story μιας σειράς ώστε να την παρακολουθώ real time την ώρα που παίζεται… Το ίδιο είχα πάθει και όταν είχα διαβάσει το σενάριο και είχα δει το περασμένο καλοκαίρι κάποιες πρώτες σκηνές από τα γυρίσματα… Σπουδαία η δουλειά όλων των συμμετεχόντων, της παραγωγής, και της σκηνοθέτιδας. Θεωρώ τη σειρά τα καλύτερά μας χρόνια ένα υγιές «καταφύγιο» μέσα στις μαύρες μέρες που ζούμε που όσο πάει γίνονται Και πιο σκοτεινές, μα φυσικά δεν θα αργήσει να ξημερώσει και το φως θα φέξει όλες τις αθέατες πλευρές που έχουμε αφήσει ατακτοποίητες.

Πώς γεννήθηκε το τραγούδι, ποια σέικ «άκουσες» στο μυαλό σου για να βγει αυτό το τραγούδι;

Ας μη γελιόμαστε το τραγούδι αυτό είναι ουσιαστικά μια Άνασύνθεση όλων των τραγουδιών εκείνης της εποχής. Εγώ απλώς δανείστηκα λίγο την ατμόσφαιρα κυρίως την ενορχηστρωτική και έγραψα ένα νέο τραγούδι που όμως ακούγεται σαν να υπήρχε από πάντα… Πολλοί νομίζουν ότι είναι ένα κομμάτι διασκευή.. Το τραγούδι αυτό γράφτηκε για την Ελπίδα και το Δάκη εξαρχής. Την ώρα που μου το παρήγγειλε η Νάταλι Δούκα – με την οποία έχουμε φιλία και συνεργασία από το 2005 όταν κάναμε το μαζί σου στο mega -θυμάμαι την ώρα που κατέβαινα τα σκαλιά της tanwell productions  – πηγαίνοντας σε ένα επόμενο ραντεβού, το είχα ήδη κάνει download στο κεφάλι μου… Μια μέρα μετά τους το έστειλα.

Έκπληξη είναι η συμμετοχή της Κατερίνας Παπουτσάκη στο τραγούδι. Την θαυμάζω πολύ την Κατερίνα, Την θεωρώ εξαιρετική ηθοποιό Με φοβερά εκφραστικά μέσα και φοβερές τραγουδιστικές δυνατότητες. θαυμάζω όλους τους ηθοποιούς της σειράς για την ακρίβεια των ερμηνειών τους και την αυθεντικότητα με την οποία αντιμετωπίζουν την εποχή Χωρίς να υπέρ- παίζουν και να υπογραμμίζουν άσκοπα όπως γίνεται συνήθως σε τέτοιου είδους εγχειρήματα…. Η Όλγα Μαλέα καθοδηγεί και φωτογραφίζει υπέροχα την εποχή.

Μπορεί να γίνει η «μαγιά» για ένα άλμπουμ;

Το τραγούδι τίτλων και όλη μουσική της σειράς θα κυκλοφορεί από την heaven σε όλες τις ψηφιακές Πλατφόρμες.

Έγραψες ένα τραγούδι που στην εποχή που αναπαριστά η σειρά ο κόσμος όχι μόνο χόρευε αλλά οι χορευτές κάθε παρέας ήταν στο επίκεντρο. Σήμερα, όχι τώρα στην καραντίνα, γιατί πιστεύεις ότι ο κόσμος χορεύει λιγότερο;

Όλα είναι μόδες. Έρχονται και παρέρχονται.

Ποιο τραγούδι χόρεψες τελευταία φορά; Ήταν σε κάποιο πάρτι ή σε μαγαζί;

Δεν έχω χορέψει ποτέ στη ζωή μου. Εγώ γράφω, για να «χορεύουν» οι άλλοι.

 

Εσύ πώς διασκεδάζεις; Και στον τομέα αυτό τι θα κάνεις όταν λήξει η κατάσταση που ζούμε και θα είμαστε ελεύθεροι να επιστρέψουμε στις ζωές μας;

Διασκεδάζω δημιουργώντας και μόνο. Ένα χρόνο μέσα σ’ αυτή την κατήφεια και την δυστυχία όσον αφορά την υγεία και το αυτονόητο του ανθρώπου, Δεν έχω σταματήσει να δημιουργώ… Πολλά από τα πράγματα που προγραμμάτιζα, τα αναβάλλω γιατί είτε δεν έχω τη διάθεση είτε δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, έτσι λοιπόν περιμένω όπως περιμένουμε όλοι μέρα με τη μέρα θετικότερες εξελίξεις για να καταφέρουμε να ξανά βάλουμε τη ζωή μας σε μία νέα συνθήκη και ελπίζω, με ωριμότερή συλλογικότητα.

Πόσο, εσένα και το μουσικό σου σινάφι σας έχει πλήξει η καραντίνα;

Εκατό τοις εκατό όπως και όλο τον κόσμο. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παντού! Δεν είναι μόνο η στέρηση του να εκφραστείς δημοσίως όσον αφορά τους καλλιτέχνες… Δε με απασχολεί τόσο αυτό, όσο η στέρηση της ελευθερίας, της υγείας. Και η αγωνία του άγνωστου.

Οι καλλιτέχνες και ειδικά οι δημιουργοί επίσης,  έχουμε πληγεί πολύ σοβαρά πριν καν προκύψει η πανδημία με τον Covid-19 με κάθε τρόπο. Αγωνιώ για όλους μας, φυσικά πρώτα για τον εαυτό μου, τους δικούς μου ανθρώπους τις δουλειές που καταστρέφονται τα όνειρα που παγώνουν κι άλλες τόσες σκέψεις που περνάνε απ’ το μυαλό μου καθημερινά..

Φοβάσαι τις συναισθηματικές παρενέργειες που θα μας αφήσει η περίοδος αυτή της πανδημίας;

Δε φοβάμαι τίποτα. Ο καθένας μας ας πετάξει τα δικά του σκουπίδια μια για πάντα με αφορμή το χρόνο για περισυλλογή και ανακτήσης του αυτονόητου όλη αυτήν την περίοδο.

 
 
Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στον Γιάννη Καφάτο και στο viewtag.gr 

«Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω» έλεγε στην ελληνική ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» ο Γιώργος Κωνσταντίνου και η ερωτευμένη νιόπαντρη Μάρω Κοντού του το φόρεσε κολάρο και έτσι ζήσαμε έναν από τους συντομότερους κινηματογραφικούς γάμους.

Το νέο σποτ υπέρ των εμβολιασμών και της χρήσης μάσκας με τους δύο αγαπημένους ηθοποιούς έχει όλο το άρωμα του παλιού ελληνικού σινεμά, μόνο που τώρα ο Γιώργος Κωνσταντίνου αντί για το καπελάκι μονολογεί να βάλει τη μάσκα του και όταν συναντιέται με την Μάρω Κοντού αυτή του λέει “όχι αγκαλιές”.

 

Πραγματικά μπράβο και στους δύο πρωταγωνιστές αλλά και στους εμπνευστές του διαφημιστικού!

Με κεντρικό μήνυμα: «Το ραντεβού για εμβολιασμό είναι ραντεβού ζωής. Νοιαζόμαστε, προστατευόμαστε, εμβολιαζόμαστε», η Πολιτεία έτσι παρακινεί όλες τις ηλικιακές ομάδες που μπορούν να εμβολιαστούν τώρα, να μην αμελήσουν το ραντεβού τους, καθώς είναι ένα ραντεβού ζωής.

πηγή: e-charity.gr

Αγαπημένο μου ραδιόφωνο, έχουμε χρόνια να βρεθούμε μαζί σε ένα στούντιο εσύ, το μικρόφωνο, ο ή η ηχολήπτης, οι μουσικές και να εκπέμψουμε τα δικά μας σε όποιον μας επέλεγε να ακούει. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθώ να σε ακούω, ω, ραδιόφωνο όσες περισσότερες ώρες της μέρας μπορώ.

Ευτυχώς το ραδιόφωνο δεν έχει πεθάνει κι ας γίνονται φιλότιμες προσπάθειες να μουμιοποιηθεί – κάποιες δε πολύ πετυχημένες.
Όμως δε θέλω να γκρινιάξω μέρα που είναι – παγκόσμια του ραδιοφώνου – σήμερα.
Θέλω να μοιραστώ τη χαρά να ακούς ραδιόφωνα που παραμένουν ζωντανά, που σέβονται τον ακροατή, σέβονται τον εαυτό τους, σέβονται τους καλλιτέχνες και κρατάνε συντροφιά όλες τις ώρες της μέρας στους ακροατές τους.

 

Ξέρεις υπάρχουν άνθρωποι που δεν κλείνουν ποτέ το ραδιόφωνο στο σπίτι τους και η φωνή του παραγωγού, η μουσική, ακόμη και τα διαφημιστικά είναι η μόνες φωνές που εισβάλλουν στη ζωή τους όλο το 24ωρο.
Είναι τόσο προσωπικό το ραδιόφωνο. Και πιστέψτε με, μια κι έχω βρεθεί και στις δύο θέσεις είναι εξίσου προσωπικό για όποιον το διακονεί και για όποιον το ακούει. Δεν είναι μαγικό;

Θυμάμαι και θα θυμάμαι πάντα ένα τηλέφωνο ακροατή σε μια από τις εκπομπές μου. Ήταν ένας συντηρητής που ήταν κρεμασμένος σε μια σκαλωσιά στην Πύλη του Ανδριανού. Προστάτευε το μνημείο της Αθήνας ως συντηρητής και με τ’ ακουστικά του άκουγε την αφεντιά και τις μουσικές που επέλεγα τότε. Το θεώρησα μεγάλη μου τιμή.

Σκέφτομαι πόσες φορές θέλω να ευχαριστήσω παραγωγούς που ακούω και δεν έχω πάρει ένα τηλέφωνο να το πω. Εντάξει σε κάποιους που τους γνωρίζω στέλνω μηνύματα τώρα.

Θυμάμαι επίσης που ήμουν μαθητής και είχα κερδίσει έναν διαγωνισμό, στον Αθήνα 98,4. Εισιτήρια για μια συναυλία στο Ηρώδειο ήταν νομίζω, κάποια ορχήστρα κλασικής μουσικής. Λίγο πριν μπω κι εγώ στο επάγγελμα. Τι χαρά είχα νιώσει!

Το ραδιόφωνο είναι ένα αποκούμπι για κάθε ώρα της μέρας. Και πλέον πέραν των FM έχουμε και τα ιντερνετικά που μερικές φορές είναι τόσο κεφάτα και επαγγελματικά ακόμη κι αν απαρτίζονται από εθελοντές. Και «εθελοντές» σημαίνει απλήρωτους. Παρέες που κάνουν το κέφι τους, και όπως είπα, μερικές το κάνουν τόσο σωστά και καλά.

Είναι μια διέξοδος το ραδιόφωνο. Είναι τόσο διαφορετικό από την τηλεόραση. Ως επαγγελματίας του χώρου δεν μπορώ να πω ότι δεν την λατρεύω την τηλεόραση αλλά το ραδιόφωνο έχει μια ερωτική διάσταση που δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Είναι και ευθύνη  – κι ας μην το βλέπουν έτσι όλοι – να ανοίγεις το στόμα σου μπροστά σε ένα μικρόφωνο που μεταφέρει τις σκέψεις σου σε όποιον σ’ ακούει.
Το ραδιόφωνο όμως είναι και οι ακροατές του. Παίζουν πολύ σημαντικότερο ρόλο απ’ όσο πιστεύουν οι ίδιοι. Ήταν – και παραμένει – πιο διαδραστικό πριν την διάδραση που έφερε η διαδικτυακή μας εποχή και τα νέα μέσα που εισήγαγε.

Αγαπημένο μου ραδιόφωνο, εύχομαι να συνεχίσεις να υπάρχεις, να εξελίσσεσαι, να πέφτεις σε καλά χέρια ιδιοκτητών, παραγωγών και ακροατών, να παραμένεις ζωντανό και μια σημαντική παρέα για όποιον σε χρειάζεται! Σε χρειάζονται πολλοί ακόμη κι αν δεν το έχουν συνειδητοποιήσει ή δεν το ξέρουν.

Γιάννης Καφάτος, πρώην – και πάντα με την ελπίδα να ξαναγίνω – ραδιοφωνικός παραγωγός!

Πηγή: viewtag.gr 

 

Είδα το πρώτο επεισόδιο του  Bonding στο Netflix, τυχαία και προσπάθησα να καταλάβω αν μου κάνουν πλάκα ή αν όντως παρακολουθώ ό,τι πιο προκλητικό έχει πάρει το μάτι μου στην τηλεόραση.

Μια φοιτήτρια ψυχολογίας που εργάζεται ως «αφέντρα» ικανοποιώντας βίτσια και φαντασιώσεις πελατών – χωρίς να κάνει έρωτα μαζί τους, ένας κοκκινομάλης gay, που θέλει να γίνει κωμικός σταντ απ αλλά δεν τολμάει να ανέβει στη σκηνή γίνεται βοηθός της και κάπως έτσι μετά από δύο σεζόν εικοσάλεπτων επεισοδίων, απλώς περιμένω να υπάρξει και επόμενη.

 

Ο τίτλος της σειράς έχει αποδοθεί  στα ελληνικά ως «Φιλικά δεσμά» που τελικά ταιριάζει μεν, αλλά δεν μπορεί να αποδώσει την αγγλική λέξη που παραπέμπει στη σαδομαζοχιστική αισθητική του «δεσίματος» (bondage). Δυστυχώς ο ελληνικός τίτλος προδίδει το μαύρο χιούμορ που είναι βασικό συστατικό της σειράς.

Ο Rightor Doyle σκηνοθέτησε και έγραψε (τα περισσότερα επεισόδια) μια σειρά για να μιλήσει για τα συναισθηματικά αδιέξοδα της νεολαίας και όχι μόνο με τον πιο ανατρεπτικό και προκλητικό τρόπο. Η σειρά είναι σχεδόν αναρχική.
Χωρίς να κρύβεται πίσω από ευκολίες και κλισέ συναισθηματικής χαμηλής νοημοσύνης, το Bonding μιλάει για τα αδιέξοδα του σήμερα στον έρωτα και στην συναισθηματική ωρίμανση των ανθρώπων.

Η σειρά, χωρίς να το κάνει σημαία, μιλάει εντούτοις με πολύ σαφή τρόπο για τον αγώνα της γυναίκας που φυσικά δεν μπορεί να ακόμη να βρει τη θέση της και να αντιμετωπιστεί το ίδιο όπως ένας άντρας. Είναι ίσως η πρώτη σειρά που έχω δει που η θέση της γυναίκας που διεκδικεί το δικαίωμα της,  είναι σε δυσχερέστερη θέση από έναν ομοφυλόφιλο που έχει κάνει οuting. (και σίγουρα η φράση αυτή δείχνει το επίπεδο της κοινωνίας μας που δεν αντέχει και δεν ανέχεται – δεν βρίσκω όμως άλλο τρόπο να το γράψω)

Μαύρο χιούμορ και βιτριολικές ατάκες, με φόντο τη Νέα Υόρκη και εξαιρετικές ερμηνείες από την Τίφ, την αφέντρα  φοιτήτρια, που την ενσαρκώνει η Zoe Levin και τον Πιτ, που τον ενσαρκώνει ο Brendan Scannell .

Δεν προτείνεται για όσους δεν αντέχουν το διαφορετικό στην καθημερινότητά τους. Έτσι κι αλλιώς είναι «κατάλληλη από 16 ετών» και πάνω…!

Πόσων ετών πρέπει να είσαι: πρώτον για να διαβάσεις ένα παραμύθι και δεύτερον για να το απολαύσεις;
Πάντα τα παιδικά αναγνώσματα, ως ενήλικας τα αντιμετωπίζω με ένα δέος. Άραγε θα μπορέσουν να μου μιλήσουν, τώρα, εμένα που μεγάλωσα;

Ή μήπως ένας μεσήλικας δεν μπορεί να είναι σε θέση να «κρίνει» ένα παιδικό παραμύθι;

 

Μ’ αυτά και μ’ εκείνα στο κεφάλι μου όταν διάβασα το παραμύθι της Μαριλένας Μοσχούτη. «Το λαγουδάκι και τα μυστικά της Μεγάλης Θάλασσας» (Εκδόσεις Κ.Μ.Ζαχαράκης) κατέληξα ότι θέλει μεγάλη σοφία για να γράψεις ένα πετυχημένο παιδικό βιβλίο που να μπορούν να το απολαύσουν και οι ενήλικες.

Μέσα από την ιστορία της η συγγραφέας μιλάει για τον φόβο, την προσπάθεια, την αλληλεγγύη, τη δύναμη που ο καθένας μας κουβαλάει μέσα του αβίαστα, χωρίς ενήλικα τερτίπια διδακτισμού και με μεγάλο σεβασμό στους αναγνώστες της.

Το παραμύθι, που είναι γραμμένο με εξαιρετική φροντίδα και προσεγμένη κάθε του λέξη «ντύνεται με τις εικόνες που φιλοτέχνησε ο Νίκος Μοσχούτης και το βιβλίο το συνοδεύει ένα cd με αφήγηση της συγγραφέως και μουσικές του Σπύρου Μοσχούτη.

Σπύρος και Νίκος είναι ανίψια της Μαριλένας Μοσχούτη και η οικογενειακή αυτή δημιουργικότητα παρέδωσε ένα εξαιρετικό βιβλίο που κάθε γονιός θα χαρεί να διαβάσει ή να ακούσει μαζί με το παιδί του.

 

Διαβάστε τη συνέχεια στο www.viewtag.gr 

 

Όταν διαβάζω τα βιβλία της Έλενας Ακρίτα πάντα ένα χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπο μου.

Σε πολλά σημεία το χαμόγελο γίνεται γέλιο και όταν τυχαίνει να διαβάζω σε κάποιο καφέ, πράγμα που μου αρέσει πολύ με σάουντρακ τους ήχους της πόλης, κάποιοι σίγουρα θα λένε «κοίτα τον τύπο πώς γελάει μόνος του».

«Το σκισμένο τούλι» της Έλενας Ακρίτα (Εκδόσεις Διόπτρα) το έχω διαβάσει αρκετές βδομάδες τώρα. Κι όμως είναι ακόμη τόσο ζωντανό μέσα στο κεφάλι μου.

 

Κέντημα, σταυροβελονιά οι διάλογοι, ανθρώπινοι και αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες και ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν. Αυτά μου αρέσουν σε όλα τα βιβλία της Ακρίτα, και στο «Σκισμένο τούλι» η συγγραφέας κάνει τόσο καλά αυτό που ξέρει: γράφει με ζωντάνια, συνομιλεί με το σήμερα, με στιβαρά θεμέλια στις αναμνήσεις του χθες.

Οι γυναίκες πρωταγωνιστούν στο «Σκισμένο τούλι» λειτουργούν σαν μια γιορτή ακόμη κι όταν η πλοκή γίνεται πιο βαριά ακόμη  και πένθιμη.

Όλο το βιβλίο διαπνέεται από έναν σεβασμό και μια εκπληρωμένη αγωνία να μιλήσει η συγγραφέας μέσα από τις ιστορίες των ηρωίδων της για κοινωνικά θέματα που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία.

Η θυματοποίηση της γυναίκας που βιάζεται, ακόμη κι από στενό της περιβάλλον, ο ανεκπλήρωτος έρωτας, η σχέση δύο λεσβιών που κρύβονται μέχρι να βγουν στο φως, και ο έρωτας στην Τρίτη ηλικία μαζί με όλα τα στερεότυπα που καταπιέζουν ακόμη και τον πιο τολμηρό άνθρωπο παρελαύνουν στο βιβλίο της Έλενας Ακρίτα, «Το σκισμένο τούλι» και δημιουργούν ένα μωσαϊκό της καθημερινότητας αλλά πάνω απ’ όλα ένα απολαυστικό ανάγνωσμα.

Μαέστρα στους διαλόγους και στις περιγραφές με πένα που κόβει και ράβει όπου χρειάζεται, η Έλενα Ακρίτα μας χάρισε ένα ακόμη βιβλίο με πικρό χιούμορ και πολλές αλήθειες που πρέπει να λέγονται. Κι όλα αυτά χωρίς διδακτισμούς, αβίαστα μέσα από τους χαρακτήρες που έχει φτιάξει.

Μπείτε στον κόσμο της Νένας, της Μάρως, της Σολφέζ, της Μιράντας και της Ιοκάστης και δε θα βγείτε χαμένοι. «Το σκισμένο τούλι» της Έλενας Ακρίτα είναι ένα βιβλίο που αξίζει να το ανακαλύψετε και να χαρίσετε στιγμές απόλαυσης στον εαυτό σας.

Γιάννης Καφάτος

 

Πηγή: https://www.viewtag.gr/elena-akrita-to-skismeno-toyli-oi-pe/

 

Αγίου Δημητρίου σήμερα, του μυροβλύτη, και οι νοικοκυρές, παλιά, στρώναν τα χαλιά για να υποδεχτεί η οικογένεια τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. Παλιά αυτά, όταν το κλίμα τέτοιες μέρες ήταν σχεδόν χειμωνιάτικο – τώρα ακόμη και οι λιγότερο τολμηροί μια βουτιά τη ρίχνουν στο τσακίρ κέφι.

Είναι ωραία τα χαλιά στο σπίτι. Ακόμη κι αν το χρωστάς στην τράπεζα είναι το σπίτι σου διάολε και μια θαλπωρή τη φέρνει ένα χαλάκι, όσο φτηνό και να είναι.

 

Τα χαλιά είναι μια ωραία αφορμή για να παίξεις στο πάτωμα με τα παιδιά, το σκύλο ή τη γάτα σου. Είναι ένα καλό άλλοθι να αράξεις με μια ωραία μαξιλάρα και να ξεχαστείς για λίγο.

Τα χαλιά όμως έχουν και μια ακόμη ιδιότητα: είναι «φύλακες».

Βάζεις ωραιότατα κάτω από το χαλί κάτι και αυτό δεν υπάρχει να σε ενοχλεί! Εξαφανίζεται. Μέχρι τουλάχιστον να σηκώσεις το χαλί σε αφήνει στην ησυχία σου και η ζωή συνεχίζεται.

Τα «χαλιά» της κοινωνίας μας, της πολιτικής, της δημοσιογραφίας, της προσωπικής ζωής του καθενός, σε τελική ανάλυση, κρύβουν πολλά …χάλια!

Τις πιο πολλές φορές αφήνουμε να περνάει ο καιρός και δεν θέλουμε να έρθουμε αντιμέτωποι με σοβαρά και κρίσιμα θέματα. Τα βάζουμε κάτω από το χαλάκι κι ελπίζουμε ότι έτσι θα λυθούν μοναχά τους.

Αυτά τα «χάλια» κάτω από τα «χαλιά» όμως έχουν την εγωιστική τάση να παραμένουν εκεί και αναλλοίωτα εμφανίζονται στο πρώτο αεράκι που θα σηκώσει τα χαλιά να δηλώσουν την παρουσία τους και να μας κάνουν χειρότερα από ότι θα ήμασταν αν είχαμε αποφασίσει να τα αντιμετωπίσουμε.

Δεν είναι εύκολο για κανέναν να έρθει αντιμέτωπος με τους «σκελετούς» του, με τις φοβίες, και τις αδυσώπητες υποχρεώσεις που του φωνάζουν μες στη μούρη για μια κάποια ανικανότητα του.

Το να «κρύβεις», να «κρύβω», να «κρύβουν», τα προβλήματα κάτω από το χαλάκι είναι, σε έναν βαθμό, ένα είδος άμυνας. Κάπου χρειάζεται να ηρεμούμε και να προχωράμε.

Διαβάστε τη συνέχεια στο viewtag.gr 

Συνάντησα τον Κώστα Γάκη στο θέατρο Άλφα λίγες μέρες πριν ανεβάσει μια παράσταση που ήταν και η αφορμή να τον αναζητήσω: «Ιστορία ενός σκύλου που τον έλεγαν πιστό». Το αγαπημένο βιβλίο του ακόμη πιο αγαπημένου μου Λουίς Σεπούλβεδα (που χάθηκε λόγω κορωνοϊού πρόσφατα).

Πώς θα είναι επί σκηνής μια ιστορία που μας λέει (αρχικά) ένας σκύλος; Πώς θα είναι μια παράσταση για ενήλικες όταν κάποιοι επιμένουν ότι το βιβλίο του Σεπούλβεδα είναι παιδικό;

 

Ο Κώστας Γάκης διάβασε τυχαία το βιβλίο. Το είχαν διαβάσει οι γονείς του και μάλλον το άφησαν κάπου αντί να το βάλουν στη βιβλιοθήκη και το έπιασε στα χέρια του. Μετά την πρώτη επαφή αποφάσισε να το κάνει παράσταση.
Είχε στείλει μέιλ στον Λουίς Σεπούλβεδα, του απάντησε και τον παρέπεμψε στον εκδότη του, τον Γιώργο Μυρεσιώτη που μέσα από τις Εκδόσεις Opera μας μύησε στον κόσμο του συγγραφέα. Κι όλα πήραν το δρόμο τους.

Ο Κώστας Γάκης διαβάζοντας για τη φυλή που ανήκε και ο Σεπούλβεδα, τους Μαπούτσε, και τον διωγμό που υπέστησαν έκανε τις δικές του αναγωγές στις «φυλές» της ζούγκλας του αστικού ιστού που μας περιβάλλει και με την ευαισθησία που τον διακρίνει μετουσίωσε το «παραμύθι», την λαμπρή αυτή καταγγελία της πένας του συγγραφέα σε παράσταση.

Κάπως έτσι στις 2 Νοεμβρίου, με σκληρές πρόβες και πρωτότυπες μουσικές και σωματική κίνηση και πολύ συναίσθημα η θεατρική σεζόν της Αθήνας του κορωνοϊού θα υποδεχτεί τον Κώστα Γάκη στις παραστάσεις που θα δίνονται με όλα τα μέτρα ασφαλείας στο υπόγειο της Πατησίων και Στουρνάρη, στο ιστορικό θέατρο ΑΛΦΑ (Ληναίος-Φωτίου).

Εκεί συναντηθήκαμε και είχα την ευκαιρία να γνωρίσω έναν ονειροπόλο και πάνω απ΄όλα ευγενή δημιουργό. Μιλήσαμε για την παράσταση αλλά στη σύντομη κουβέντα μας μπήκαν κι άλλα θέματα και χάρηκα για την πρώτη μου γνωριμία μ’ αυτόν ειλικρινή, ευγενή και παθιασμένο άνθρωπο.

Όταν φτιάχνεις μια παράσταση το κάνεις γιατί θέλεις να περάσεις ένα μήνυμα ή για το κέφι σου και το κέφι του κόσμου. Στη συγκεκριμένη παράσταση, τι θέλεις να πεις;

Σίγουρα θέλω να θέσει η παράσταση ερωτήματα και να υπάρξει μετά την παράσταση ένας χώρος και στην ψυχούλα και στο μυαλουδάκι για να ταλαιπωρηθεί τις επόμενες μέρες, να υπάρξει μία ζύμωση.

Σίγουρα απεχθάνομαι αυτό το μεταμοντέρνο του flu artistic και τον καλλιτέχνη που κάνει έναν σκηνικό αυνανισμό – μετά συγχωρήσεως – για να βγάλει τα αδιέξοδα του και να κάνει εμετούς. Διαφωνώ με το πόσο μπορούμε να κάνουμε τη σκηνή πεδίο μάχης με τα εσώψυχά και τα αδιέξοδά μας. Πιστεύω πάρα πολύ ότι πρέπει στην τέχνη να ξαναϋπάρξουν συνεκτικά αφηγήματα που φέρνουν τη «φυλή» ξανά κοντά και μέσα στη θεατρική αίθουσα να νιώθεις ζεστασιά να νιώθεις ότι καταλαβαίνεις αυτό που αφηγείται ο ηθοποιός επί σκηνής, ότι υπάρχουν συναισθηματικοί κραδασμοί, ότι υπάρχει μία ηλιαχτίδα μέσα στα κείμενα για έναν κόσμο ο οποίος αυτή τη στιγμή είναι τούμπα και πρέπει να αλλάξει.
 Οπότε το κομμάτι του μηνύματος, που λες,  όταν το συνάντησα στο μήνυμά του Σεπούλβεδα έγινε αυτό που λέμε: κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι κανονικότατα. Πιστεύω ότι χρειάζεται να ειπωθεί Τώρα αυτή η ιστορία. Τώρα που καίγονται τα δάση στην Αυστραλία και στον Αμαζόνιο, τώρα που διώκονται οι φυλές παντού, τώρα που η Χιλή ξαναπιάνει το σύνταγμα Πινοσέτ και πρέπει να το κάνει κομμάτια και πρέπει να δικαιωθούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οπότε ναι θεωρώ ότι η παρουσία μηνύματος και η πρόσληψη του στο θέατρο μέσα από συγκινησιακούς κραδασμούς είναι μέσα στους στόχους μου.

Το βιβλίο μιλάει για την Πίστη και την Σκληρότητα. Εσύ πόσο πιστός και πόσο σκληρός είσαι;

Είμαι πολύ σκληρός όταν στις ομάδες, στις κολεκτίβες, σε σεμινάρια που μπαίνω και παίζω μπάλα βλέπω ανθρώπους να πηδάνε εύκολα από τη βάρκα.
Σε αυτό γίνομαι έξαλλος για κάποιο λόγο. Μου φαίνεται πολύ απογοητευτικό ότι όταν όλοι μαζί μπαίνουμε και λέμε: Θα μοιραστούμε ένα χώρο και θα φτιάξουμε κάτι όλοι μαζί να εγκαταλείπει κάποιος τη γενναιόδωρη αυτή η συνθήκη, του όλοι μαζί. Όταν ξαφνικά σηκώνεται ένας αυχένας ενός ναρκισσισμού, μιας φιλαυτίας εκεί γίνομαι έξαλλος. Αλλά επειδή είμαι πολύ καθαρός από την αρχή στις σχέσεις μου, στο τι ζητάω και είναι ξεκαθαρισμένα, σπάνια υπάρχουν εντάσεις.
Το πιστός θέλω να πιστεύω ότι είναι κάτι που με χαρακτηρίζει. Αλλά αυτό μάλλον θα το πουν σύντροφοι μου .

Πού πιστεύεις;

Πιστεύω στην αλληλεγγύη των ανθρώπων, στις μικρές εστίες. Τώρα στο θέατρο Άλφα έχουμε φτιάξει μία μικρή κολεκτίβα που τη λέμε «συντροφιά των ονειροπόλων». Αυτές τις τρεις μέρες θέατρο Άλφ,α Δευτέρα και Τρίτη με τις παραστάσεις, και το Σάββατο από το πρωί μέχρι τις πέντε, με τα σεμινάριά μας το μετατρέπουμε σε μία όαση ενεργητικότητας. Κάνουμε προβολές, πολιτιστικές βραδιές, θα κάνουμε έναν αυτοσχέδιο ραδιοφωνικό σταθμό. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι μπορούν να ξαναμοιραστούν χώρους μέσα σε αυτή την μικροβιοφοβική εποχή και να υπάρξει μία ουσιαστική πολιτική συνείδηση η οποία έχει να κάνει πιο πολύ με το γεγονός ότι θα μαζευτούμε 15 άνθρωποι και θα μαγειρέψουμε μαζί και θα πούμε και σε φίλους μας που δυσκολεύονται από το επάγγελμά μας ελάτε και εσείς υπάρχει φαΐ κάθε Κυριακή μεσημέρι, παρά σε έναν πολιτικάντικο λόγο που πρέπει να βρούμε τώρα τι τύπου λενινιστική ή μαρξιστική επανάσταση πρέπει να κάνουμε εν έτει 2020.

Μου αρέσει πάρα πολύ ο αγώνας, μιας και μιλήσαμε για τη Λατινική Αμερική, των κοινοτήτων. Ας πούμε οι ζαπατιστικές κοινότητες στο Μεξικό είναι ένα πρότυπο. Μπορεί να είμαστε σε μία πόλη αλλά και αυτή η πόλη είναι μία ζούγκλα. Οπότε μέσα στη ζούγκλα μας τι ανήσυχες μικρές εστίες μπορούμε να φτιάξουμε;

Πρεμιέρα Δευτέρα 2 Νοεμβρίου / Η παράσταση θα παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη

Μου δίνεις μια καλή ατάκα για να «βγω»: Γιατί τότε ως θεατές βλέπουμε πολλές «κατά μόνας ηδονές», και δεν βλέπουμε καλλιτέχνες να συνενώνονται αλλά ο καθένας να φτιάχνει την ομάδα του;

Μπορεί να είναι έτσι μπορεί να είναι κι αλλιώς. Λέγαμε παλιά ότι οι παρέες γράφουν ιστορίες Σαββόπουλος και λοιπά.
Υπάρχουν άνθρωποι στο επάγγελμά τους οποίους δεν εκτιμώ καθόλου, δεν σέβομαι, θεωρώ αυτό που κάνουν ελιτίστικο, απαίσιο, ταξικό, ότι δεν αφορά κανέναν, μεταμοντέρνο χωρίς ουσία, αλλά και αυτές όμως είναι κάποιες παρέες που το παλεύουν.

Άρα η αίσθησή μου είναι ότι από όποια πλευρά και να το κοιτάς το να φτιάξεις μία συντροφιά δεν είναι απαραίτητα κακό. Δεν χρειάζεται να γίνουμε όλοι μία συντροφιά με τα ίδια πιστεύω και τα ίδια προτάγματα.

Αλλά συντροφιές –συντροφιές – συντροφιές – συντροφιές μέσα στην τέχνη να: φτιάχνουν αυτή την τεράστια συγκέντρωση έξω από το εφετείο, κι αυτό είναι κάτι! Ο αγώνας του Καμπαγιάννη ή των άλλων ανθρώπων ήταν πριν, μικρές-μικρές εστίες που δεν ήταν απαραίτητα στην ίδια πολιτική αντίληψη. Άρα η αίσθησή μου είναι ότι: αντί να ψάχνουμε το τεράστιο όραμα το καθολικό μήπως να μπορούσαμε να φτιάχνουμε τις συντροφιές μας και τώρα που τις φτιάξαμε αντί να επαναπαυτούμε στο πόσο καλά τη φτιάξαμε και να ζούμε τον ηδονισμό «τη καλή συντροφιά που είμαστε», να αναζητήσουμε μέσα στον αστικό ιστό και μέσα σε όλη τη χώρα και στην υφήλιο και άλλες ανησυχίες εστίες;

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στον Γιάννη Καφάτο εδώ

Μυστήριο, αγωνία, καταιγιστικός ρυθμός, σκληρές-κρυμμένες αλήθειες σε ένα πολύ ιδιαίτερο σκηνικό. Αυτά είναι τα βασικά στοιχεία του καινούργιου μυθιστορήματος του Βαγγέλη Μπέκα, «Ο Γιος μας» (Εκδ. Ψυχογιός).

Ένα παιδί που εξαφανίζεται, συγγενικές, φιλικές και άλλες σχέσεις που καταρρέουν με φόντο ένα χωριό στα σύνορα, αλλά και το μουσουλμανικό χωριό στην άλλη πλευρά του φράχτη είναι το σκηνικό.

 

Ο Μπέκας καταφέρνει να φτιάξει μια πολύ δυνατή περιπέτεια αλλά και να μας παρουσιάσει χαρακτήρες που όχι μόνο είναι αναγνωρίσιμοι αλλά και πολύ καλά δουλεμένοι. Οι διάλογοι του έχουν μια αμεσότητα ενώ οι εσωτερικές αγωνίες κάθε προσώπου, από τα πολλά, που πρωταγωνιστούν δείχνουν μια βαθιά και ειλικρινή ψυχολογική προσέγγισή τους.

Μου άρεσε πολύ η ατμόσφαιρα του βιβλίου αν και το βασικό του εύρημα, η εξαφάνιση ενός μικρού παιδιού, ομολογώ ότι μου έσφιξε το στομάχι από τη στιγμή που διάβασα την περίληψη στο οπισθόφυλλο. Ως πατέρας, δύο παιδιών, δεν μπορώ να διανοηθώ την κατάσταση που βιώνει ένας γονιός όταν χάνεται το παιδί του. Ο συγγραφέας κατάφερε με το στιλ της διήγησής του να με κρατήσει στις σελίδες του και τελικά να με κάνει να λειτουργήσω ως αναγνώστης που διαβάζει κάτι πρωτότυπο και ενδιαφέρον.

Οι νύξεις για τους τζιχαντιστές, που τους διαχωρίζει από τους καθημερινούς μουσουλμάνους ήταν ακόμη ένας άσσος στην ιστορία του βιβλίου.

Τελικά υπάρχουν περισσότερα κοινά μεταξύ των ανθρώπων από όσα εμπόδια στήνουν οι θρησκείες, η γλώσσα, η άλλη πλευρά του φράχτη σε τελική ανάλυση.

Επειδή όλοι αρεσκόμαστε σε «ετικέτες» δυσκολεύομαι να πω ότι «Ο Γιος μας» είναι απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αν και διαθέτει όλα τα στοιχεία της τυπολογίας. «Ο Γιος μας» είναι ένα ψυχογράφημα της εποχής που θέλει τους ανθρώπους έρμαια στα πάθη, το παρελθόν, το αβέβαιο μέλλον και το ψυχοφθόρο παρόν τους.

Ο Βαγγέλης Μπέκας είναι ένας πολύπλευρός καλλιτέχνης που τον είχα γνωρίσει διαδικτυακά πριν από πολλά-πολλά χρόνια όταν οι blogger στην Ελλάδα είμασταν λίγοι. Το ψευδώνυμό του ήταν VitamiBarouak  (το βήτα και το μι από το όνομά του και το μπαρουάκ κρύβει την αγάπη του για τον Μπάροουζ και τον Κέρουακ) και άρχισα να παρακολουθώ τα καλλιτεχνικά του πρότζεκτ.

Σήμερα, 4 βιβλία και ένα  1ο βραβείο (από την Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδας) για το σενάριό του στην ταινία: «Η χύτρα», πολλά διηγήματα και οργάνωση μαθημάτων δημιουργικής γραφής μετά, ο Βαγγέλης Μπέκας μου μίλησε για να τον γνωρίσουμε καλύτερα και απάντησε με ενδιαφέροντα τρόπο σε ερωτήσεις που δεν αφορούν μόνο την υπόθεση του βιβλίου του.

Πώς ένα παιδί της πόλης, φτιάχνει μια ιστορία που διαδραματίζεται στις εσχατιές της χώρας;

Όταν η βασική ιδέα του μυθιστορήματος απαιτεί βουνά, δάση και σύνορα, είναι νομίζω η καλύτερη ευκαιρία να αποδράσεις από το γκρίζο της πόλης.

Πολλοί παρεξηγούνται με τον χαρακτηρισμό «ελληνική επαρχία» κι έχουν «εφεύρει» το ελληνική «περιφέρεια». Εσύ πώς δούλεψες για να αποδώσεις την ατμόσφαιρα του ακριτικού χωριού και τελικά σε ενοχλεί το «επαρχία»;

Για μένα δεν κάνει διαφορά. Σημασία έχεις πως η επαρχία έχει σαφώς πιο φυσιολογικούς ρυθμούς, διαθέτει την επαφή με τη φύση, τον διπλανό και τα βαθύτερα ένστικτά μας. Είναι πολύ πιο κοντά σε αυτό που στα αλήθεια είναι ο άνθρωπος. Σε κάθε περίπτωση επιλέγοντας ένα ακριτικό χωριό για χώρο δράσης ενός βιβλίου, σου δίνεται η δυνατότητα να προσομοιάσεις μια μικρογραφία της κοινωνίας μας. Κάνοντας την ιστορία σου θρίλερ μυστηρίου, ξορκίζεις και την μονοτονία της επαρχίας, που για να είμαι ειλικρινής, δεν αντέχεται.

Οι ήρωές σου έχουν μυστικά. Πόσο τα μυστικά μας καθορίζουν;

Οι ήρωες έχουν layers από μυστικά, πέπλα που πέφτουν διαρκώς αποκαλύπτοντας ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως νόμιζες. Τα μυστικά στα μυθιστορήματα είναι ευλογία, στην πραγματική ζωή κατάρα.

Ως πατέρας, δύο παιδιών, πριν ακόμη ανοίξω το βιβλίο σου μου είχε σφιχτεί το στομάχι μόνο και μόνο από την ανάγνωση του οπισθόφυλλου με την μικρή περίληψη. Και αυτό συνεχίστηκε και όσο το διάβαζα, φυσικά. Το «παιδί» ως ήρωας κάνει μια ιστορία πιο «πιασάρικη»;

Οι σχέσεις κάνουν μια ιστορία πιασάρικη. Αν μπορείς να περιγράψεις την εξέλιξη μια σχέσης πειστικά, τότε κάτι έχεις καταλάβει από αυτό που λέγεται άνθρωπος. Στο συγκεκριμένο βιβλίο η σχέση πατέρα και γιου είναι σε πρώτο πλάνο αλλά δεν είναι η μόνη. Έχουμε επίσης ερωτικές σχέσεις, τη σχέση μάνας παιδιών, αδερφικές σχέσεις, εμμονικές σχέσεις, σχέσεις καταστροφικές. Ανθρώπινη κοινωνία θα πει σχέσεις. Δράμα στο χαρτί, στην οθόνη και το πανί θα πει, τουλάχιστον για μένα, να χειρίζεσαι καλά τις σχέσεις των ανθρώπων. Βέβαια, για να μην γελιόμαστε, αν καταφέρεις να ξεδιπλώσεις ταυτόχρονα και τους φόβους μας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, ε, τότε η ιστορία θα κάνει μπουμ.

Από τους ήρωες του μυθιστορήματός σου, ποιος σε δυσκόλεψε περισσότερο στο να μας τον παρουσιάσεις;

Η Άρτεμη με δυσκόλεψε περισσότερο από όλους. Στην αρχή την έλεγα Άλκηστη και ήταν όλα πιο καθαρά μέσα μου. Ξέρετε ακολουθεί κοινή πορεία με την ηρωίδα του Ευριπίδη, αλλά μην το πείτε σε κανέναν. Είναι η γυναίκα που αγαπά τόσο πολύ τον άντρα της που είναι έτοιμη να θυσιαστεί γι΄αυτόν. Αν και στη δικιά μας περίπτωση η Άρτεμη είναι σκληρό καρύδι και το αίσθημα της αυτοσυντήρησης που διαθέτει είναι ικανό να μας ξαφνιάσει.

Ποιος από τους ήρωες του «Γιου μας» περιέχει περισσότερο εσένα, Βαγγέλη;

Όλοι οι ήρωες από μέσα μου ξεπήδησαν και εμπεριέχουν κάποιο κομμάτι του εαυτού μου. Όλοι τους είναι παιδιά του δημιουργού, έτσι δεν λένε, ας αφήσουμε, λοιπόν, στον αναγνώστη να αποφασίσει ποιος μου μοιάζει περισσότερο…

Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι. Δύο άκρες σε ένα τεντωμένο σχοινί, δύο πόλοι που ποτέ δεν θα συγκλίνουν ή υπάρχουν, πλέον, περιθώρια συμπόρευσης και ομαλής συμβίωσης;

Εξαρτάται ποιες εκδοχές των θρησκειών θα επικρατήσουν. Το μουσουλμανικό χωριό που περιγράφω αποτελείται από Μπεκτατσήδες μουσουλμάνους που κυνηγήθηκαν από τους Οθωμανούς ως αιρετικοί. Οι Μπεκτατσήδες είναι πολυπληθείς στα Βαλκάνια, οι τζιχαντιστές όχι. Το γεγονός αυτό περιγράφεται στο βιβλίο, η κόντρα τους έχει δραματοποιηθεί. Μην ξεχνάμε όμως πως θα μπορούσε να καταντήσει η χώρας μας, αν κυριαρχούσαν χριστιανοί που καμώνονται τους ιεροεξεταστές. Ή οι φασίστες;

Κινηματογραφιστής και συγγραφέας, πάντα ανήσυχος καλλιτέχνης, από την εποχή των blog. Ποια γραφή σου ταιριάζει περισσότερο, ή δεν αντέχεις να ασχολείσαι μόνο με ένα αντικείμενο;

Το μυθιστόρημα είναι ο πυρήνας μου, το σενάριο η αγάπη μου, η σκηνοθεσία το χόμπι μου. Γεμίζει τις μπαταρίες μου ο πλουραλισμός και η αλληλεπίδραση των αφηγηματικών τεχνών.

Η εποχή της πανδημίας έχει αλλάξει τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε. Πιστεύεις το κλισέ: η πραγματικότητα ξεπερνάει τη φαντασία;

Η φαντασία εμπνέεται από την πραγματικότητα, η πραγματικότητα είναι πέρα και πάνω από όλα. Αυτό που συμβαίνει μας θλίβει, αλλά ταυτόχρονα είναι και κάτι που μας βάζει σε εσωτερικές διεργασίες που οφείλουμε να τις χρησιμοποιήσουμε δημιουργικά. Ένα βίωμα είναι και αυτό, ας το γευτούμε τηρώντας τα προβλεπόμενα μέτρα και ας γίνουμε επινοητικοί για ανταπεξέλθουμε στις συνθήκες.

«Τις ημέρες που τελειώναμε τις ηχογραφήσεις του επερχόμενου δίσκου μας ολοκληρωνόταν η δίκη της Χρυσής Αυγής και μάθαμε την ημερομηνία ανακοίνωσης της απόφασης. Ελπίζουμε να καταδικαστούν για τα εγκλήματά τους οριστικά, αμετάκλητα και ξεκάθαρα.

Αφιερώνουμε αυτό το κομμάτι σε όλους τους ανθρώπους που παλεύουν καθημερινά με την στάση ζωής και την αξιοπρέπεια τους υπέρ της ανθρωπιάς. Στις σκοτεινές εποχές, που δυστυχώς βρισκόμαστε παγκοσμίως, ανησυχούμε ιδιαίτερα για τον φασισμό της εξουσίας αλλά και της διπλανής πόρτας, για το μίσος από και προς όλες τις κατευθύνσεις που φυτρώνει παντού και μολύνει τον ιστό της κοινωνίας, από τους πολεμοχαρείς πλανητάρχες μέχρι τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού που κακοποιείται ένα παιδί.

 

Ας μην ξεχάσουμε να μιλάμε με τους ανθρώπους γύρω μας, να επικοινωνούμε και να ζούμε μαζί. Ας διατηρήσουμε την τρυφερότητα και την ομορφιά της ζωής. Αυτή είναι η δική μας δουλειά.»

Μια γροθιά είναι η ανάγνωση των βιβλίων του Μπουκόφσκι. Είτε είσαι 18 και τον πρωτοσυναντάς, είτε μεγαλύτερος – μάλιστα όσο μεγαλύτερος τόσο περισσότερο – η γραφή του dirty τύπου της αμερικανικής λογοτεχνίας παραμένει επίκαιρη και κόντρα σε κάθε κατεστημένο και φορμαλιστικούς καθωσπρεπισμούς.

Κάθε κείμενο του Μπουκόφσκι αρπάζει τον αναγνώστη και τον παρασέρνει σε μια δίνη ακραίων συναισθημάτων. Προσωπικά με συναρπάζει.

Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννησή του ποιητή και πεζογράφου που ύμνησε τον άνθρωπο όσο κι αν το περιθώριο ήταν η “πατρίδα” του.

 

Ο Charles Bukowski (Τσαρλς Μπουκόβσκι) γεννήθηκε στο Άντερναχ της Γερμανίας το 1920, αλλά από τα τρία του χρόνια βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είκοσι τεσσάρων χρόνων δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα, και άρχισε να γράφει ποιήματα στα τριάντα πέντε του. Εξέδωσε πάνω από τριάντα βιβλία, που έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Πέθανε το 1994.

 

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ

Ομολογώ ότι όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο του Χρύσανθου Ξάνθη, «Θύελλα και ορμή» (Εκδόσεις Λογότυπο) ήμουν σε έναν άλλο κόσμο τόσο από προσωπικά προβλήματα όσο και από τον κόσμο που με είχε βάλει το προηγούμενο βιβλίο που διάβαζα. Είχα ήδη παρατήσει δύο βιβλία (ελπίζω για αργότερα) και η «Θύελλα» του Ξάνθη με πήρε αποφασιστικά από το χέρι και σελίδα σελίδα με κέρδισε.

Μια ερωτική ιστορία σε μια Αθήνα, στην οποία όμως επικρατεί ένα περίεργο πολιτικό σκηνικό με ταραχές και μια ιδιότυπη δικτατορία. Το «φανταστικό» της περιγραφής της πόλης μας είναι επαρκώς ιντριγκαδόρικο αφού πάντα έχεις κάτι να θυμηθείς και να συγκρίνεις.

 

Ο έρωτας όμως είναι εκείνος που υμνείται και ταλαιπωρείται στο βιβλίο του Χρύσανθου Ξάνθη.
Μέσα σε ένα μοντέρνο, σχεδόν φουτουριστικής κοπής περιβάλλον κάποιος επιμένει να γράφει ερωτικές επιστολές που κάνει το παν για να διαβαστούν.

Οι ήρωες του Χρύσανθου Ξάνθη είναι αναγνωρίσιμοι και δουλεμένοι. Γράφει ένα ερωτικό αστικό μυθιστόρημα που κερδίζει τον αναγνώστη και βάζει τον πήχη στον εαυτό του αρκετά ψηλά για το επόμενο βήμα, που ελπίζω να κάνει.
Ένα τίμιο ανάγνωσμα, με καλοδουλέμενη πλοκή, ύφος και δομή.

Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει στο πολιτικό αισθητικό κίνημα της εποχής του ρομαντισμού «Θύελλα και ορμή» που άνθισε κυρίως στη Γερμανία τον 18ο αιώνα αλλά μπόλιασε και την Γαλλική Επανάσταση.  Άλλο ένα «αγκιστράκι» για να τσιμπήσουμε και με αφορμή το βιβλίο να ψάξουμε λίγο παραπάνω για ένα επόμενο «ταξίδι». Άλλωστε αυτός, ή μάλλον, και αυτός δεν είναι ο ρόλος ενός βιβλίου;

Στο τηλέφωνο που κανονίσαμε τη συνέντευξη με τον Χρύσανθο Ξάνθη έμαθα και την άλλη του ιδιότητα που δεν είχε τύχει να γνωρίζω: Εκδότης του περιοδικού «Η πόλη ζει» και ιδιοκτήτης των εκδόσεων «Λογότυπο». Παλεύει σε μια ψηφιακή και τσακισμένη πολιτισμικά εποχή να κρατήσει ψηλά τη σημαία της ανάγνωσης.
Η κουβέντα μας έχει σκοπό να γνωρίσετε τον συγγραφέα – εκδότη που αξίζει να ανακαλύψετε.

Έρωτας μέσα από επιστολές και έρωτας μέσα από μηνύματα και εμότζι. Υπάρχει διαφορά τελικά;

Για να μπορείς να συγκρίνεις, πρέπει να ξέρεις. Ο Έρωτας είναι από τα πιο σύνθετα φαινόμενα. Όσο τον αναλύεις, τόσο χάνεται. Οπότε αφού δεν τον κατέχουμε, πώς μπορούμε να συγκρίνουμε τους τρόπους που εκδηλώνεται; Και στο Περί Έρωτος του Σταντάλ, περισσότερο αυτήν την υφή του φαινομένου αναλύει. Αλλά για να απαντήσω… Επιστολή ή εμότζι; Σαφώς και επιστολή! Όχι ότι δεν καταλαβαίνω την προσμονή του ήχου στο κινητό, την αποκρυπτογράφηση μιας φάτσας. Αν όμως έχω να επιλέξω (αν και στον έρωτα μάλλον δεν επιλέγεις), επιλέγω τις πιο κλασικές φόρμες. Ο ήρωάς μου στο Θύελλα και Ορμή, ο Τάκης, όλο γράμματα είναι. Μικρά, μεγάλα, σε χαρτί, σε τετράδια, σε χαρτοπετσέτες. Αντιθέτως, θεωρώ πιο ωραίο τον χωρισμό και την αντιδικία μέσα από το διαδίκτυο. Εκεί που ο ένας γράφει πάνω στον άλλον, που ξαναγυρνάς πίσω για να δεις την ατάκα, που παρεξηγιέσαι με μία λέξη που δεν έχει χρώμα. Αυτοί οι χωρισμοί είναι όντως διασκεδαστικοί. Έχω φτιάξει δύο αφιερώματα στο περιοδικό Η Πόλη Ζει που είναι καλά! Το ένα είναι με επιστολές ανωνύμων. Το άλλο επωνύμων. Το πρώτο μ αρέσει πολύ… Και ευχαριστώ ξανά τους ανθρώπους που με εμπιστεύτηκαν και μου έδωσαν τις επιστολές τους. Τις κρατούσαν, μετά από χρόνια. Μηνύματα δεν μου δωσε κανένας. Κατάλαβες την διαφορά λοιπόν; Βλέπεις την αλλαγή στο γραφικό χαρακτήρα. Ανάλογα το τι γράφει, διακρίνεις την ένταση που έχει ασκηθεί πάνω στο χαρτί. Θεϊκό το αρωματισμένο χαρτί, το λερωμένο από καφέ, δάκρυα κλπ.

Στο βιβλίο σου περιγράφεις έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, αλλά και ανεκπλήρωτες ανθρώπινες υπάρξεις. Πού βλέπεις στοιχεία των ηρώων σου στην καθημερινότητα σου;

Μα παντού! Το ανεκπλήρωτο είναι που μας κινεί. Το non finito στην τέχνη. Το ανεκπλήρωτο υπάρχει παντού. Απλά είναι διαφορετικό να παλέψεις για να εκπληρώσεις κάτι και διαφορετικό να μην κάνεις τίποτα. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, το παραγόμενο, όμως, έργο είναι πολύ πιο πλούσιο όταν προσπάθησες. Οι άνθρωποι γενικά καλούνται να μην κάνουν κάτι, εάν δεν είναι σίγουροι. Καταλαβαίνετε πως αν είχε επικρατήσει αυτό στην ιστορία μας, θα ήμασταν πάνω στα δέντρα και – σίγουρα – βαριεστημένοι.

Πώς θα περιέγραφες με λέξεις τη «θύελλα» και την ορμή του έρωτα;

Δεν θα μπορέσω να είμαι πειστικός στην απάντησή μου. Ξαναλέω πως ορισμένα πράγματα δεν αναλύονται. Όταν αναλύονται, καταστρέφονται. Στο έργο, ο Τάκης έκανε αρκετές φορές αυτό το λάθος… Της υπερανάλυσης. Αλλά η ορμή είναι ιδιαίτερα περίεργο φαινόμενο στους ερωτευμένους. Είναι σαν να λες μπορώ να κάνω τα πάντα για εσένα, εκτός από το να καταρρίψω το παγκόσμιο ρεκόρ στα 100 μέτρα. Η ορμή χαρακτηρίζει έναν σοβαρό έρωτα. Ένας σοβαρός έρωτας τις πιο πολλές φορές εκφράζεται με “ασόβαρους” τρόπους! Και αυτό είναι το ωραίο… Η ορμή δημιουργεί γεγονότα, συμπτώσεις, εκπορθεί θύρες και μυαλά. Το ότι ενίοτε βρίσκεσαι στα πατώματα, δεν λέει και κάτι…

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη εδώ

Άρχισα να διαβάζω το βιβλίο της Ισμήνης Καρυωτάκη, «Οι ληστές της ανθολογίας του μαύρου χιούμορ» (Εκδόσεις Ποταμός), ένα κυριακάτικο μεσημέρι στο παλιό αλλά κραταιό στέκι «Ιπποπόταμος» στον πεζόδρομο της οδού Δελφών. Σχεδόν δηλαδή στη γειτονιά που εκτυλίσσεται η δράση της νουβέλας της. Είχα όσο χρόνο χρειαζόμουν για να γεμίσω με τις εικόνες και την καταιγιστική δράση του, μέχρι να το ολοκληρώσω. Το έκανα. Κι αμέσως μετά άρχισα να κόβω βόλτες στη μνήμη μου φέρνοντας μπροστά ό,τι μπορούσα να θυμηθώ από τα τέλη του 80 και τις αρχές της δεκαετίας του 90, τότε που ζούσαν οι ήρωές της.

Δεν είναι τυχαία η αρχιτεκτονική που διέπει το βιβλίο της αρχιτεκτόνισσας Ισμήνης Καρυωτάκη.
Οι διηγήσεις αλλάζουν οπτική ανάλογα με το πρόσωπο που βάζει μπροστά και μας λέει τη δική του περιπέτεια, τη δική του συναισθηματική ανταπόκριση στις πράξεις των άλλων αλλά και του ίδιου του του εαυτού μερικές φορές.

 

Μαζί με τους ήρωες πρωταγωνίστρια και η πόλη, η Αθήνα, η Νεάπολη, τα Εξάρχεια.

Το βιβλίο της κυρίας Καρυωτάκη, στα δικά μου μάτια, είναι ένας φρενήρης σπαραγμός μιας νιότης που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, που αναζητά το αδύνατο, που διεκδικεί τη ζωή, τον έρωτα και τη λύτρωση.

Τόσο προσεγμένο με λέξεις τόσο ξεχωριστά διαλεγμένες και με ένα μαύρο χιούμορ – ιάμα στην εποχή της πολιτικής-δήθεν-ορθότητας.

Οι ήρωες του βιβλίου είναι νέα παιδιά που ζητούν να ζήσουν, μια γιαγιά, μια μάνα κι ένα περιβάλλον (οικονομικό, πολιτικό, αισθητικό) που αλλάζει. Και σ’ αυτή την αλλαγή κάποιοι αντέχουν και συνεχίζουν και κάποιοι όχι.

Συνεχίζω την πάγια τακτική μου να μην αναφέρω πολλά ή σχεδόν τίποτα για την υπόθεση αυτή καθαυτή του βιβλίου αλλά τα συναισθήματα και τις σκέψεις που μου προκάλεσε η ανάγνωση του. Και σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές, ένα μήνα σχεδόν μετά την ανάγνωσή του νομίζω ότι κατηφορίζω με ένα σκέιτ την Αλεξάνδρας και περπατάω χέρι χέρι με έναν εφηβικό μου έρωτα που χάθηκε σε κάποια αντανάκλαση μιας βιτρίνας.

Η επικοινωνία με την κυρία Καρυωτάκη ήταν σχεδόν άμεση με τη λήξη της ανάγνωσης και την ευχαριστώ για την υποδοχή, την καλή της διάθεση και τον χρόνο που αφιέρωσε για να απαντήσει στις ερωτήσεις μου.

Πόσες ομοιότητες έχουν Νεάπολη και Εξάρχεια σήμερα, σε σχέση με την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία του βιβλίου σας; 

Είμαι κάτοικος της Νεάπολης Εξαρχείων από το ’75 – επιστρέφοντας από το Παρίσι στην αρχή της μεταπολίτευσης – και συχνάζω στα Εξάρχεια από την εποχή που σπούδαζα στο Πολυτεχνείο – από το ’65. Πριν μερικές μέρες, κάποια φίλη «ανέβασε» μια φωτογραφία από το σπίτι με τον αρ. 30 της Δαφνομήλη – αυτό με την αυλή, τον φοίνικα και το γιασεμί, και μια γαζία που η μυρωδιά των λουλουδιών της σε συνοδεύει σε όλο το μήκος του δρόμου –  στο σχόλιο έλεγε ότι πρόκειται για το σπίτι της Φλώρας – της ηρωίδας του Τσίρκα στη «Χαμένη Άνοιξη». Μόλις μερικά σπίτια πιο κάτω – στον αρ. 8 – βρίσκεται ένα άλλο διώροφο νεοκλασικό όπου στεγαζόταν η Ταβέρνα του Μάνθου – στέκι αντιστασιακών στην χούντα και «ιστορημένη»  από τον «Κακομοίρα», επίσης ήρωα του Τσίρκα στη «Χαμένη Άνοιξη» – συχνάζαμε εκεί στη μεταπολίτευση, ως τις αρχές της εποχής των «Ληστών της Ανθολογίας του Μαύρου χιούμορ».

h
Φωτογραφία από το αρχείο της Ισμήνης Καρυωτάκη


Η περιοχή της Νεάπολης με κέντρο τα Εξάρχεια είναι η γειτονιά όπου επιμένει να ανθεί η ισορροπία των αντιθέσεων. Η ενέργεια και η ζωντάνια χέρι-χέρι με την ένταση και την επικινδυνότητα, η ομορφιά  της ριζωμένης ιστορικότητας αγκαλιά με την φθορά, σε γεωμετρική ίσως πρόοδο από τότε μέχρι σήμερα. Ένα θέλω να πω, ότι η πλατεία Εξαρχείων και η περιρρέουσα, ποτέ δεν με απέπεμψε, ούτε με αποπέμπει.  Κυκλοφορώ στους δρόμους και κατεβαίνω στα στέκια της με την ίδια εμπιστοσύνη που κυκλοφορούσα την δεκαετία του ’60 σαν φοιτήτρια και αργότερα σαν κάτοικος της ευρύτερης περιοχής –από το ’70 ως τα σήμερα.

Ως αρχιτεκτόνισσα πείτε μου, αν η νουβέλα σας ήταν κτίριο, ποιο θα ήταν; 

Χμμ, ωραία ερώτηση… Ε, λοιπόν  «οι Ληστές της Ανθολογίας μας» αν ήταν κτίσμα θα έλεγα πως θα τους ταίριαζε γάντι το ανεπανάληπτο «καταφύγιο» της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ στην Αίγινα. Κι αυτό γιατί, το τεράστιο οίκημα με τον απέραντο φυστικόκηπο – όπου είχα την τύχη να φιλοξενηθώ πολλές φορές όσο ζούσε η μυθική ποιήτρια, στη διάρκεια του ’80 και του ’90 – είχε ταυτόχρονα –και έχει– την ανεπιτήδευτη ομορφιά, την απλότητα, και την πατίνα της φθοράς καθώς έστεκε –και στέκει– αφρόντιστο και φροντισμένο μαζί,  με μια συναρπαστική ειλικρίνεια, φυσικότητα, και αυθεντικότητα –ταυτισμένο με τη σαγήνη του κατ’ επανάληψη «ανεκπλήρωτου» στους στίχους της ποιήτριας.

Το σπίτι της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στην Αίγινα (ευχαριστώ την φίλη μου Μαρία Γουσέτη τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες)

Κάθε δομικό στοιχείο αυτού του κτίσματος, με παραπέμπει στην διαχρονική γνησιότητα της Νεάπολης και των σκαλοπατιών της,  στην οπωσδήποτε ανυπόκριτη ιστορικότητα των χώρων της και πάνω απ’ όλα στο ανέφικτο του «καθωσπρεπισμού» της. Αλλά ακόμη και στην αύρα και την διάθεση που κατακλύζει τους κατοίκους –όσους…–, τους διαβάτες και περαστικούς της Νεάπολης,  αυτό το ίδιο αίσθημα που διακατέχει και τους ήρωες της «Ανθολογίας» μου,  τον Λουκά και τον Μανόλο και την Ξένη, την Νιόβη και την Μυρσίνη.

Ο Λουκάς κι ο Μανόλο, σήμερα, πού θα κυκλοφορούσαν; 

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη εδώ 

 

Όταν πιάσεις  στα χέρια σου «Τα Λύτρα» (Εκδόσεις Διόπτρα), το δεύτερο μυθιστόρημα του δημοσιογράφου, Πάνου Αμυρά, δύσκολα θα το αφήσεις μέχρι να φτάσεις στην τελευταία σελίδα του. Κι εκεί όμως ακόμη σε περιμένει μια (ευχάριστη) έκπληξη.

«Τα Λύτρα» είναι ένα νουάρ μυθιστόρημα, με φόντο την Αθήνα του 1943, με πολλά στοιχεία ενός γνήσιου κατασκοπικού θρίλερ. Παράλληλα η τεκμηρίωση των ιστορικών στοιχείων που υπάρχουν έντεχνα ενταγμένα στην φανταστική πλοκή που έχει στήσει ο συγγραφέας  θα μπορούσε να το εντάξει και στην κατηγορία του ιστορικού μυθιστορήματος.
Πάρα τις «ετικέτες» που μόλις έβαλα, το βιβλίο του Πάνου Αμυρά είναι πάνω απ’ όλα ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα που δεν θα αφήσει απογοητευμένο τον αναγνώστη του.

 

Οι Ναζί, οι δοσίλογοι, οι πατριώτες, οι θαρραλέοι και οι δειλοί είναι όλοι παρόντες στις σελίδες του βιβλίου.
Οι ήρωες του Αμυρά, στα «Λύτρα» είναι χαμένοι στις διαφορετικές ταυτότητες που καλούνται να υπηρετήσουν. Η ηθική είναι παρούσα όπως η ανηθικότητα, όπως άλλωστε συνέβαινε στην κατοχική Αθήνα.

Πέραν της αστυνομικής πλοκής όμως ο Πάνος Αμυράς φέρνει στο φως τη δράση μιας όχι και τόσο γνωστής στο πλατύ κοινό αντιστασιακής οργάνωσης της : «Υπηρεσίας  5 – 165». Το έργο της σπουδαίο και τα δεινά που υπέστησαν τα μέλη της από την «Ειδική Ασφάλεια» (που επανασύστησε η κυβέρνηση Ράλλη) περισσότερα.

Η δημοσιογραφική έρευνα του Πάνου Αμυρά με στοιχεία, ονόματα και διευθύνσεις μπλεγμένη με τη μυθοπλασία του κάνουν «Τα Λύτρα» ένα απολαυστικό βιβλίο για απαιτητικούς αναγνώστες.

Η έκπληξη που ανέφερα στην αρχή του κειμένου έρχεται στο τέλος της μυθοπλασίας. Αρχίζουν τότε μερικές σελίδες που αναφέρουν ιστορικά στοιχεία για τα πρόσωπα –χαρακτήρες του έργου αλλά και μια ξεχωριστή ενότητα με τόσα στοιχεία για τα πραγματικά πρόσωπα της εποχής που περιγράφοντται στο βιβλίο ώστε να κάνουν τον αναγνώστη να σπεύσει για ακόμη περισσότερες πληροφορίες.

Ο Πάνος Αμυράς είχε την καλοσύνη, αφού υπέβαλε σε τόσες «ανακρίσεις» τους ήρωές του, να υποστεί και τη δική μου, και τον ευχαριστώ πολύ για την «κουβέντα» που θα διαβάσετε παρακάτω. Το βιβλίο του στάθηκε μια καλή αφορμή για να μιλήσουμε όχι μόνο για ιστορία, αλλά και για δημοσιογραφία, ηθική και προδοσία.

Πότε η δημοσιογραφία μετατρέπεται σε …ιστορία;

Η δημοσιογραφία πολλές φορές γίνεται μέρος της ιστορίας, είναι ένας σημαντικός κρίκος της. Ο δημοσιογράφος καταγράφει γεγονότα, όχι πάντα με την επιστημονική τεκμηρίωση και κυρίως με την απόσταση που διαθέτει ένας ιστορικός, όμως μπορώ να σας βεβαιώσω ότι και οι ιστορικοί κατά τη διάρκεια των ερευνών τους προσφεύγουν στον τύπο της εποχής για να αντλήσουν πληροφορίες και να οσμισθούν την ατμόσφαιρα της εποχής.

Λογοτέχνης, συγγραφέας, δημοσιογράφος. Ποια ιδιότητα σου ταιριάζει περισσότερο;

Νομίζω ότι η ιδιότητα του γραφιά είναι αυτή που με ακολουθεί παντού, σαν μία σκιά που άλλοτε με γιγαντώνει και άλλοτε με εξαφανίζει από τον ορίζοντα. Ακόμη και στον Στρατό, μου αποδόθηκε η ειδικότητα του “τεχνικού γραφέα”, ένα ακόμη σημάδι της τύχης μου. Στη δημοσιογραφία συμπληρώνω φέτος 35 χρόνια δράσης, στο χώρο του βιβλίου είμαι νέος αλλά χαίρομαι ιδιαίτερα που τα δύο μυθιστορήματά μου, ο “Λιμός” και “Τα λύτρα” αποτελούν ένα μικρό μέρος του υπέροχου αυτού κόσμου.    

 Δύο ιστορικά μυθιστορήματα «μετά» και με μια μακρόχρονη δημοσιογραφική καριέρα, έχεις καταλάβει γιατί η Ιστορία μας δεν διδάσκεται σωστά στους νέους;

Όλα είναι εκπαίδευση, όλα ξεκινούν από την παιδεία. Δεν ξέρω εάν υπάρχει σωστή ή λάθος διδασκαλία της ιστορίας, ωστόσο είμαι βέβαιος ότι είναι ελλιπής με αποτέλεσμα να χάνει τον βασικό της προορισμό:  Την κατανόηση των γεγονότων του παρελθόντος, την αναζήτηση των αιτιών που κινούν τις εξελίξεις, την αναγνώριση των προσωπικοτήτων που έδρασαν υπερβαίνοντας την εποχή τους. 

Αμυράς
 Ο Πάνος Αμυράς έξω από την πόρτα της διαβόητης “Κομαντατούρ” στην Αθήνα

 

Οι ήρωές σου, και στα «Λύτρα» – κυρίως ο Αγραφιώτης – ζουν διαφορετικές ζωές ανάλογα με την ταυτότητά τους. Πόσο η «ταυτότητα» καθορίζει έναν χαρακτήρα, ή τελικά ο χαρακτήρας δίνει νόημα στην «ταυτότητα»;

Η ταυτότητα είναιένα σημαντικό στοιχείο του χαρακτήρα, αρκεί να μην μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, τότε θα μοιάζει με ένα κυνήγι μαγισσών. Στα βιβλία μου, ο κεντρικός ήρωας, ο υπαστυνόμος Νίκος Αγραφιώτης, καθοδηγείται κυρίως από τη δική του ηθική. Για αυτό ακόμη και όταν χάνει την ταυτότητά του, αναζητεί τη λύτρωση ακολουθώντας το δικό του δρόμο, όχι πάντα ορθόδοξο, που εκπορεύεται ωστόσο από την καρδιά του.

Δημοσιογράφοι και κοινό ζούμε στον εφιάλτη των fake news. Ως δημιουργός και ως δημοσιογράφος πιστεύεις ότι υπάρχει «fake» δημιουργία;

Σε μία σύνθετη εποχή, όπου η πληροφορία μεταδίδεται με την ταχύτητα των ιών και κάθε χρήστης μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει πρόσβαση στην παγκόσμια σφαίρα είναι σχεδόν αναπότρεπτο ότι θα διακινούνται fake news. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την κάθε μορφής εξουσία, που επιχειρεί να βάλλει κατά των μέσων ενημέρωσης επικαλούμενη τα “fake news”. Οι μεγαλύτερες αποκαλύψεις για πολιτικά πρόσωπα και καταστάσεις έγιναν από δημοσιογράφους, οι οποίοι συνάντησαν διαψεύσεις ή και διαπόμπευση πριν από τη δικαίωση. Πιστεύω στην ελευθερία του τύπου, με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και fake news υπάρχουν και fake δημιουργία υφίσταται, αλλά έχω την πεποίθηση ότι πάντα κερδίζει η αλήθεια.

Η απαξίωση ΜΜΕ και δημοσιογράφων από μεγάλη μερίδα του κόσμου πού πιστεύεις ότι οφείλεται;

Η δημιουργία εχθρών είναι πάντα μία εύκολη λύση, ιδίως σε περιόδους κρίσης, πάντα υπάρχει η ανάγκη για έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Τα μέσα ενημέρωσης είναι ένας κομβικός πυλώνας της δημοκρατίας και θα έλεγα το “αποκούμπι” του πολίτη απέναντι σε φαινόμενα κατάχρησης εξουσίας. Η απαξίωση έρχεται όταν ξεχνούμε το ρόλο μας, όταν αντί να ελέγχουμε την εξουσία θέλουμε να “γίνουμε” μέρος της. Και εδώ έχουμε ευθύνες όλοι. Από την άλλη πλευρά βλέπουμε, και σε παγκόσμιο επίπεδο, λαϊκιστές και δημαγωγούς πολιτικούς να επιτίθενται μέρα και νύχτα κατά των μέσων ενημέρωσης, σε μία προσπάθεια να καλύψουν τα δικά τους ατοπήματα.

Πιστεύεις ότι ΜΜΕ και πολιτικοί αντιμετωπίζουν το κοινό όχι ως υπεύθυνο ενήλικα αλλά ως «πελάτη» που του κάνουν όλα τα χατίρια σαν κακομαθημένου παιδιού;

Όσοι θεωρούντους πολίτες χειραγωγούμενους ή “πελάτες” μπορεί αρχικά να πετυχαίνουν κάποιες πρόσκαιρες νίκες αλλά τελικώς ηττώνται ολοκληρωτικά. “Μπορείς να κοροϊδέψεις πολλούς για λίγο, ή λίγους για μεγάλο διάστημα, αλλά ποτέ όλους για πάντα”. Αυτό ισχύει τόσο στην ενημέρωση όσο και στην πολιτική. Εάν οι πολιτικοί χάσουν τον καθοδηγητικό ρόλο που έχουν στην κοινωνία τότε το κενό θα το καλύψει ο λαϊκισμός με ολέθρια αποτελέσματα.

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη του συγγραφέα στον Γιάννη Καφάτο και το viewtag.gr 

Η βραδιά ήταν πολύ λονδρέζικη, όπως ο Σερ Βέμπερ, που μας έχει τινάξει τα μυαλά στον αέρα με τις μελωδίες του – χρόνια τώρα. Έβρεχε και πάρα την ταλαιπωρία τους οι παρκαδόροι στο  Christmas Theater χαμογελαστά και με ευγένεια μας οδηγούσαν να παρκαρούμε.  Μακριά, αφού το θέατρο ήταν «πίτα»!

 

Phantom of the opera: Η παράσταση της Αθήνας με ταξίδεψε πολλά χρόνια πριν στο “Her Majesty’s Theater” του Λονδίνου που είχα δει για πρώτη φορά  το «φάντασμα». Εκεί είχε πρωτανέβει το 1986 και άφησε για πάντα τα ίχνη του στ’ «αυτιά» του πλανήτη!

Συγκλονιστική μουσική, μοναδικές ερμηνείες, φαντασμαγορικά σκηνικά φτιαγμένα όχι μόνο για να σαγηνέψουν το μάτι αλλά για να είναι απολύτως λειτουργικά σε μια παράσταση υψηλών απαιτήσεων. Τι άλλο θες για να πεις: πέρασα καλά;

Α, μια και μιλάμε για ροκ-όπερα θες και φωνές. Και οι θεατές της Αθηναϊκής εκδοχής του Phantom of the Opera είμαστε πολύ τυχεροί γιατί οι τρεις βασικοί χαρακτήρες ερμηνεύονται από τρεις κορυφαίους τραγουδιστές που δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό.
Οι ερμηνείες τους πλησιάζουν το κατ’ εμέ απόλυτο της παράστασης του 1986 με τους Michael Crawford στο ρόλο του φαντάσματος και της Sarah Brightman στο ρόλο της Κριστίν.

Η Αθήνα δονείται από το απόκοσμο πάθος του κυρίου Ben Foster που υποφέρει από έρωτα και έλλειψη αγάπης και μας δίνει ένα μοναδικό «φάντασμα».
Το ίδιο και η κυρία Celinde Schoenmaker αποδίδει με μια κρυστάλλινα μαγευτική φωνή την εύθραυστη Κριστίν που καταφέρνει να ξεμπερδέψει τα συναισθήματά της.
Το τρίο των πρωταγωνιστών συμπληρώνεται από τον επίσης εξαιρετικό Nadim Naaman στον ρόλο του Ραούλ, Υποκόμη του Σανί και αντίζηλο του «φαντάσματος» στην καρδιά της Κριστίν.

Η κυρία Vallery Cutco αποδίδει την «μαντάμ Ζιρί» χορογράφο της Όπερας του Παρισιού – εκεί που εκτυλίσσεται η δράση – με μια ξεχωριστή παρουσία. Καταφέρνει να κλέβει τη ματιά του θεατή ακόμη κι όταν απλώς στέκεται στη σκηνή.

Αν ξεφυλλίσεις το πρόγραμμα με την ταυτότητα της παράστασης θα δεις φυσικά πολλά ελληνικά ονόματα. Εξαιρετικοί επαγγελματίες σε άριστη συνεργασία με τους μετακληθέντες συναδέλφους τους προσφέρουν  μια πραγματικά πρωτόγνωρη εμπειρία μουσικού θεάτρου στο αθηναϊκό κοινό.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ

Μετά το «AGORÁ – Από την Δημοκρατία στις Αγορές» που προκάλεσε αίσθηση και βραβεύτηκε διεθνώς, ο Γιώργος Αυγερόπουλος επιστρέφει με την δεύτερη ταινία του για την ελληνική κρίση, το AGORÁ II – Δεσμώτες.

Για περίπου 5 χρόνια (2015-2019), ο Αυγερόπουλος παρακολουθεί την κοινωνία της χώρας του σε διαφορετικά επίπεδα, με πρωταγωνιστές τον Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, τον υπουργό οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη, ένα ζευγάρι προσφύγων απ’ τη Συρία, μία τραγική μάνα, μία οικονομική μετανάστρια και έναν νέο γιατρό.

 

Με αποκαλυπτικό υλικό που για πρώτη φορά θα δει τα φώτα της δημοσιότητας, κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές, αλλά και με την μακροχρόνια παρακολούθηση των χαρακτήρων του, ο Αυγερόπουλος συνθέτει στο AGORÁ II – Δεσμώτες το κινηματογραφικό μωσαϊκό της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας, θέτοντας θεμελιώδη ερωτήματα για το μέλλον τόσο της πατρίδας του όσο και της Ευρώπης.

Παίζεται από τις 13 Φεβρουαρίου στους Κινηματογράφους.

ΑΘΗΝΑ

✔ CINE IDEAL: Πανεπιστημίου 46 (στάση μετρό Πανεπιστήμιο), Τηλ: 2103826720
✔ Ααβόρα: Ιπποκράτους 180 (στάση μετρό Αμπελόκηποι), Τηλ.: 2106423271
✔ Γαλαξίας: Μεσογείων 6 (στάση μετρό Αμπελόκηποι), Τηλ: 2107773319
✔ Κινηματογράφος Μικρόκοσμος / Mikrokosmos Cinema: Λεωφ. Συγγρού 106, (στάση μετρό Συγγρού-Φιξ), Τηλ: 2109230081
✔ Σπόρτιγκ Digital Cinema: Κ. Παλαιολόγου 18, Ν. Σμύρνη, Τηλ: 2109313360

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

✔ Ολύμπιον: Πλατεία Αριστοτέλους 10, Τηλ. 231 037 8404

ΚΡΗΤΗ

Ηράκλειο :
✔ Βιντσέτζος Κορνάρος | Texnopolis Park , Μαλικούτη 18 – 20, Τηλ. 2810 821400

Χανιά:
✔ Cine Αττικόν, Ηρ. Πολυτεχνείου & Δραγούμη 1, Tηλ. 28210 27717

Ρέθυμνο:
✔ Cineland Pantelis, Εμμ. Πορτάλιου 3-5, Τηλ. 28310 29241

★ Η λίστα των κινηματογράφων θα ανανεώνεται διαρκώς. Οι μέρες και ώρες προβολής θα ανακοινωθούν σύντομα.

 INFO

Τίτλος Ταινίας: AGORÁ II – Δεσμώτες
Διάρκεια: ~110 λεπτά
Σενάριο, Σκηνοθεσία: Γιώργος Αυγερόπουλος
Παραγωγή: SmallPlanet Productions
Σε συμπαραγωγή με το: Westdeutscher Rundfunk (WDR)
Σε συνεργασία με το: ARTE
Έτος Κυκλοφορίας: 2020

Γιώργος Αυγερόπουλος – Who Is Who

Ο Γιώργος Αυγερόπουλος είναι  ντοκιμαντερίστας και δημοσιογράφος, ιδρυτής και δημιουργός της σειράς ντοκιμαντέρ Εξάντας. Η δουλειά του έχει διακριθεί διεθνώς με περισσότερα από 40 βραβεία σε φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Πρώην πολεμικός ανταποκριτής και ρεπόρτερ πρώτης γραμμής, ο Αυγερόπουλος στράφηκε στη δημιουργία ντοκιμαντέρ το 2000. Έκτοτε έχει δημιουργήσει δεκάδες κοινωνικοπολιτικές ταινίες σε περισσότερες από 50 χώρες. Τα τελευταία του έργα AGORA-Από τη Δημοκρατία στις Αγορές (2015) και Μέχρι την Τελευταία Σταγόνα (2017) προβλήθηκαν από τηλεοπτικά δίκτυα παγκοσμίως, ενώ τιμήθηκαν με σημαντικά βραβεία συμπεριλαμβανομένων των Rockie Award στο Banff World Media Festival (Καναδάς), Gold Hugo στο Chicago International Film Festival TV Awards, Best Documentary στο Los Angeles Greek Film Festival καθώς και με το Otto Brenner Special Award for Critical Journalism (Γερμανία).

Τον Μikeius  τον γνώρισα από τα παιδιά μου που ήταν φανατικοί θεατές του στο διαδίκτυο.
Πολλές φορές κόλλησα μαζί τους και  παρατηρούσα τον τύπο που μας έλεγε με έναν δικό του ξεχωριστό τρόπο ενδιαφέροντα πράγματα.

Πέραν του χαβαλέ του, που πέρασε στα πιτσιρίκια – κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, μη νομίζετε ότι το λέω υποτιμητικά! – η αφεντιά μου ως πιο εξοικειωμένος με την τηλεόραση (λόγω δουλειάς) έβλεπα έναν νέο άνθρωπο που είχε κάτι! Αυτό το κάτι που κάθε τηλεοπτικός διευθυντής προγράμματος και περιεχομένου αναζητά. Πάνω απ’ όλα όμως ο Mikeius, στα δικά μου μάτια, εξέπεμπε μια ευγένεια. Ακόμη κι όταν ως ρόλος έλεγε καφρίλες που έκαναν τα παιδιά μου κι εμένα να τον παρακολουθώ. Ακόμη και τότε η ευγένεια του ήταν εμφανής.
Την ίδια ευγένεια διαπίστωσα όταν συνομίλησα μαζί του για να κάνουμε τη συνέντευξη που θα διαβάσετε με αφορμή την έντυπη εκδοχή του «What the Fact»
Το βιβλίο του Mikeius  είναι επαρκώς «οπτικοποιημένο»  στο στήσιμο των σελίδων και κερδίζει τον διστακτικό χρήστη βιβλίων αλλά προσφέρει και ενδιαφέρουσες στιγμές σε κάποιον που αγαπά το διάβασμα.

Η κουβέντα μας έγινε με ενδιαφέρουσα χρήση της τεχνολογίας  και ιδού ο Mikeius: ένας πολύ ενδιαφέρον τύπος που συναρπάζει το διαδίκτυο!

 

Είσαι  αυτό που πολλοί θέλουν γίνουν. Ένας διάσημος youtuber. Πώς τα κατάφερες;

Με δουλειά και τύχη όπως γίνεται σε κάθε δουλειά.
Έγγραφα σε ένα μπλογκ το 2010 το… «φάε ένα μαλάκα.blogspot.gr» Και εκείνη την εποχή το comedyLab  επικοινώνησε μαζί μου γιατί  έψαχναν για δημιουργούς περιεχομένου. Συμφωνήσαμε να κάνουμε τα κείμενα μου βίντεο και έτσι ξεκίνησε το ΜΠΡΑΦ. Κάπως έτσι ξεκίνησα. Γενικά πρέπει να κατεβάζεις συνέχεια ιδέες. Αυτές που αποτυγχάνουν να τις πετάς και τις άλλες που πάνε καλά να τις εξελίσσεις. Συνεχίζω να δουλεύω έτσι, η γνωστή δαρβινική μέθοδος !

Ποια είναι η απορία στην οποία ακόμη δεν μπορείς να βρεις απάντηση ;

Περίεργη ερώτηση! Είναι πολλές οι απορίες που δεν έχουμε βρει απάντηση και τις μοιράζομαι και εγώ με τον κόσμο. Αν υπάρχει ζωή εκτός γης, αυτή είναι η απορία στην οποία  δεν έχουμε βρει την απάντηση ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος.

Πώς είναι το 24ωρο σου ως youtuber ;

Είναι εύκολη δουλειά  αλλά είναι και αγχωτική.  Έχει στρες αλλά τα ωράρια είναι πολύ ευέλικτα. Είσαι ελεύθερος επαγγελματίας. Δεν έχω πρωινό ξύπνημα αλλά από την άλλη δεν έχω την πολυτέλεια να κοιμάμαι όποτε θέλω. Κοιμάμαι όταν τελειώσει η δουλειά μου! Πολύ σπάνια δύο εικοσιτετράωρα είναι ίδια. Το πρωί κυρίως απαντάω σε email. Πρέπει να κάνεις τον μάνατζερ του εαυτού σου. Αφού τελειώσει αυτό το κομμάτι αρχίζει το γράψιμο. Εκεί τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα γιατί μπορεί να έχεις έμπνευση και σε τρεις ώρες να έχεις γράψει ένα κείμενο που άλλες φορές  να θες δύο μέρες. Υπάρχουν και μέρες που κοιτάς το χαρτί και δεν κατεβαίνει ιδέα ή γραφεις και δεν είναι καλό και ξανά.

Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα;

Είμαι αντίθετος σ’ αυτή τη φράση και το νόημά της γιατί  χάρη σε αυτή τη γάτα που πέθανε ανακαλύψαμε το διπλανό σπήλαιο, τον διπλανό καταρράκτη, το διπλανό πλανήτη …!

Πόσο σέξι είναι η επιστήμη;

Ναι ρε συ είναι πολύ! Πέφτουν οι γκόμενες. Τους λέω ιστορίες για τα άστρα. Μπορεί να είναι πολύ σέξι! (γελώντας)
Πέρα από την πλάκα ένα από τα πιο ωραία κοπλιμέντα που μου έχουν κάνει είναι από έναν τύπο που μου είπε ότι η εκπομπή τον βοήθησε να δηλώσει θετική κατεύθυνση γιατί είδε ότι μπορεί να τα μάθει! Επίσης το πιο κολακευτικό μήνυμα είναι από έναν κάγκουρα που μου έγραψε: ευχαριστώ Mikeius γιατί χθες την έπεσα σε μία γκόμενα και της έλεγα για τα μυρμήγκια που είχα δει σε ένα επεισόδιο και την εντυπωσίασα.

Βιβλία Vs YouTube

Μπορείς να μορφωθείς από βίντεο στο YouTube αλλά μπορείς να έχεις πολύ επιφανειακή γνώση από ένα βιβλίο. Είναι η καραμέλα «διαβάζω βιβλία και μορφώνομαι». Εξαρτάται τι διαβάζεις. Αν μόνο διαβάζεις Δημουλίδου (και καλά κάνεις) οκ. Υπάρχουν βιβλία που είναι απλώς για απόδραση από την πραγματικότητα και βιβλία που είναι ενημερωτικά. Το ίδιο και στο YouTube υπάρχουν επεισόδια μιάμισης ώρας με περιεχόμενο. Εξαρτάται αν τα βλέπει κάποιος επιφανειακά. Και εννοείται ότι μιλάμε για τα απλά βιβλία, όχι τα πανεπιστημιακά συγγράμματα.

Το Googlάριμα … σκοτώνει την έρευνα ;

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στον Γιάννη Καφάτο και το viewtag. gr 

«Ο Μεγάλος Υπηρέτης» του Δημήτρη Σωτάκη (εκδόσεις Κέδρος) είναι ένα συνταρακτικό μυθιστόρημα που περιγράφει με μοναδικό τρόπο τον σύγχρονο άνθρωπο χωρίς ταυτότητα.

Πόσες ταυτότητες έχει ένας άνθρωπος; Πώς το διαδίκτυο παρασύρει κάποιους σε μια εικονική ζωή και τελικά χάνουν τη δική τους, την πραγματική;
Και  όπως μου λέει ο συγγραφέας στη συνέντευξή μας είναι άλλο πράγμα η φαντασία του ανθρώπου και άλλο η εικονική ζωή. Χωρίς τη φαντασία ο Δημητρης Σωτάκης θα έχανε την ταυτότητά του.

 

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο βιβλίο, πριν περάσουμε στην κουβέντα με τον συγγραφέα.

Ο ήρωας του Δημήτρη Σωτάκη μεταμορφώνεται. Πρώτα από τη δυνατότητα να ασκήσει εξουσία σε έναν άλλον άνθρωπο. Στη συνέχεια όμως ο ήρωας μεταμορφώνεται σε σημείο που με έναν τρόπο (δεν θα πω …) αφανίζεται από τον φόβο και το άγχος να ζήσει τη ζωή του. Κι αυτός είναι ένας σπαραγμός του σύγχρονου ανθρώπου.

Είναι πολύ ξεχωριστός ο τρόπος που ο συγγραφέας περιγράφει τη βία, που είναι απότοκο της εξουσίας που αποκτά ο ήρωας. Η βία στον Μεγάλο Υπηρέτη είναι μικρογραφία μιας κατάστασης που επικρατεί γύρω μας. Το γεγονός ότι η βία μέσα στο σπίτι δεν ασκείται σε μια γυναίκα – όπως μας έχει συνηθίσει η επικαιρότητα να συμβαίνει – αλλά σε έναν άντρα κάνει ακόμη πιο έντονο το μήνυμα που έλαβα εγώ διαβάζοντας.

Ο Δημήτρης Σωτάκης με τον «Μεγάλο Υπηρέτη» πιστεύω ότι αφήνει ένα σπουδαίο έργο στη νέα ελληνική λογοτεχνία. Σύγχρονη γλώσσα, πικρό χιούμορ, έντονα συναισθήματα και δημιουργική πλοκή, οικείες εικόνες χαρακτήρων που μεταλλάσσονται χαμένοι σε φόβους και μια δυσανεξία στην ίδια τη ζωή είναι τα κομμάτια που αποτελούν αυτό κοινωνικό ψυχογράφημα.

Πολλές μέρες μετά την ανάγνωση του βιβλίου το σκέφτομαι ως ένα θεατρικό μονόλογο με δύο πρόσωπα επί σκηνής. Θα μπορούσε «Ο Μεγάλος Υπηρέτης» να γίνει ένας σύγχρονος «Αμπιγιέρ»;  Μακάρι !

Τα καλά βιβλία είναι πάντα αφορμή για ωραίες συζητήσεις . Πάμε λοιπόν στον συγγραφέα Δημήτρη Σωτάκη:

Η «εξουσία» χαλάει / αλλοιώνει τον χαρακτήρα του ανθρώπου έτσι κι αλλιώς ή πρέπει να το έχει μέσα του έτσι κι αλλιώς;

Η εξουσία είναι χωρίς δεύτερη σκέψη ένα ισχυρό δέλεαρ. Το ζήτημα δεν είναι να την αρνηθούμε, αλλά από ποια οπτική γωνία θα την δούμε. Το πόσο θα μας αλλοιώσει σχετίζεται με την ηθική ασπίδα του καθενός από εμάς, απέναντι σε κάθε τι που μπορεί να μας προσφέρει εύκολη ηδονή, επίπλαστη κυριαρχία. Το να την κατέχει κανείς δεν είναι απαραίτητα κακό, όμως την ίδια ώρα μπορεί να αποβεί καταστροφικό.

Ο Υπηρέτης (σου) έχει στοιχεία υπαρκτών ανθρώπων, πώς τον σκιαγράφησες πριν μπει στις σελίδες του βιβλίου σου;

Θα έλεγα ότι ο Υπηρέτης μου είναι ο σύγχρονος άνθρωπος. Αγκιστρωμένος από επιθυμίες, απωθημένα,  πάθη, αλλά την ίδια στιγμή αυτιστικός, κλεισμένος σε ένα καβούκι. Τρέχει πίσω από την ευτυχία, μοιράζεται  τη ζωή του με τους υπόλοιπους ανθρώπους, αλλά ταυτόχρονα εγκλωβισμένος σε μια ζωή γεμάτη αδιέξοδα. Εν ολίγοις, δεν ήταν καθόλου δύσκολο να τον σκιαγραφήσω, βρίσκεται πάντα δίπλα μου. 

Πώς ένας άβουλος άνθρωπος, όπως ο Υπηρέτης, μεταμορφώνεται και μεταλλάσσεται ως προσωπικότητα;

Δεν είμαι βέβαιος ότι μεταλλάσσεται. Ναι, φαινομενικά δείχνει ένας άλλος, ωστόσο μέσα μας δεν ζει μόνο ένας άνθρωπος, είμαστε φτιαγμένοι από πολλά συστατικά, που περιμένουν να πάρουν το ρόλο τους στην παράσταση της ζωής μας. Και βέβαια η πηγή της μετάλλαξής του είναι η στάση του δεύτερου ήρωα, εκείνος είναι η κινητήριος δύναμη που τον μεταμορφώνει. Έτσι αντιδρούμε, πράττουμε πάντα σύμφωνα με τα όρια που μας θέτει αυτός που βρίσκεται απέναντί μας, έτσι κάνει, λοιπόν, και αυτός, όταν βρίσκει μια χαραμάδα, ξεγλιστράει και γίνεται αυτός που γίνεται.

Η εικονική ζωή, σαν αυτή που ζει ο ήρωας του βιβλίου, σε τρομάζει; Έχεις γνωρίσει ανθρώπους που του μοιάζουν;

Η ηλεκτρονική ζωή που ζει ο πλανήτης τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει τέτοιους ανθρώπους. Είναι πλέον πολλοί εκείνοι που ζουν μέσα σε μια κάψουλα ημιπραγματικότητας, τα όρια μεταξύ αληθινού και φαντασιακού είναι δυσδιάκριτα, είναι βέβαια μια συζήτηση που μπορεί να διαρκέσει για πολύ, πόσο πραγματικό είναι αυτό που συμβαίνει, ας πούμε, διαδικτυακά; Αληθινοί άνθρωποι, με σάρκα και οστά δεν κατευθύνουν αυτή τη συνθήκη; Με ποιο τρόπο,  όμως,  αντανακλά όλο αυτό στη ζωή μας; Δεν είμαι κι εγώ βέβαιος.

Το διαδικτυακό φλερτ, όπως το περιγράφεις στο βιβλίο, πιστεύεις ότι είναι κυρίαρχο στη ζωή μας σε σχέση με αυτό που έχουμε στο μυαλό μας οι άνω των 40 περί φλερτ;

 

Διαβάστε την υπόλοιπη συνέντευξη στο viewtag.gr 

popolaros banner

popolaros banner

anixnos250x300

Video

Μπορείτε να τα αποκτήσετε μ' ένα κλικ στην πόρτα σας στο  https://radshop.gr/

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία