Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Είδα τον «Κατάθλα» της Λένας Κιτσοπούλου στο Skrow

Μία παράσταση που σαρκάζει με ευφυή τρόπο τα κοινωνικά στερεότυπα περί κατάθλιψης.

Ποιος είναι περισσότερο καταθλιπτικός; Αυτός που αποδέχεται και έρχεται αντιμέτωπος με την καταθλιπτική φύση του ή αυτός που την αγνοεί και την εξωραΐζει δηλώνοντας ευτυχής, πετυχημένος και ενεργός πολίτης; Η Λένα Κιτσοπούλου στο διήγημα της «Ο Κατάθλας» βουτάει στο μυαλό ενός επισήμως «καταθλιπτικού» για να καταλήξει ουσιαστικά σε μία αποδόμηση της ίδιας της κατάθλιψης, όπως αυτή ορίζεται κλινικά και κοινωνικά. 

«Κανένας δεν τολμάει να φτάσει στα άκρα τη μιζέρια του εαυτού του, όλοι φτάνουν μέχρι ενός σημείου και μετά διακόπτουν πανικόβλητοι. Αγοράζουν, διαβάζουν, σχέσεις, ταξίδια, γαμήσια, όλοι κάτι κάνουν. Ποιος έχει τ’ αρχίδια να μην κάνει τίποτα;» μονολογεί ο «καταθλιπτικός» ήρωας της κλείνοντας το μάτι σε μία κοινωνία που επιμένει να προβάλλεται ως το υγιές και ισορροπημένο πρότυπο αποφεύγοντας συνειδητά να κοιταχτεί στον καθρέφτη της για να μην καταρρεύσει.

«Αν είναι δυνατόν. Τέτοια παραποίηση της πραγματικότητας, μόνο και μόνο για να στηρίξουμε μια αρρωστημένη καταθλιπτική κοινωνική δομή, αποτελούμενη από καταθλιπτικούς ανθρώπους που γαντζώνονται σαν τα κοράκια πάνω από μια τέχνη ή από κάποια επιστήμη, ή από τα ίδια τους τα παιδιά για να βαφτιστούν υγιείς, ισορροπημένοι και πετυχημένοι;» εξεγείρεται ο ήρωας του «Κατάθλα», που έχοντας διαγνωστεί με κατάθλιψη ζει απομονωμένος στο πατρικό του σπίτι στο χωριό με τις μαύρες σκέψεις του να βουίζουν ωσάν μύγες ολημερίς μέσα στο κεφάλι του. «Αν δεν τις είχα αυτές τις κακογαμημένες, μαυροτσούκαλες, τριχωτές, χοντροπουτανάρες σκέψεις να μου τριβελίζουν κάθε βράδυ το μυαλό θα ’κανα πολύ ωραίο ύπνο εδώ στο χωριό».

Ο Μιχάλης Γιγιντής μεταφέρει στη σκηνή του Skrow – υπογράφοντας τη διασκευή και τη σκηνοθεσία – το διήγημα της Κιτσοπούλου σε μία παράσταση που απογειώνει το βιτριολικό χιούμορ και τον υποδόριο σαρκασμό του κειμένου. Μέσα από λιτές, αλλά ευφυείς, σκηνοθετικές λύσεις ο Γιγιντής στρέφει σταδιακά τα φώτα από τον ήρωα του διηγήματος πάνω μας. Ο Λάκης του «Κατάθλα» ξεκολλάει από τον καναπέ του και μας πλησιάζει επικίνδυνα. Οι διαπιστώσεις του δεν μοιάζουν καθόλου παράλογες. Πάνω του μπορούμε εύκολα να αναγνωρίσουμε κομμάτια μας. Από «ξένος» και «διαφορετικός» ο ήρωας του «Κατάθλα» μετατρέπεται σταδιακά σε έναν αμείλικτο καθρέφτη μας. Και κάπου εκεί το χαμόγελο που έχει ζωγραφιστεί στα χείλη μας ουκ μέχρι τη μέση της παράστασης αρχίζει να παγώνει. Πόσο καταθλιπτικοί είμαστε τελικά όλοι μας;

Ο Κώστας Κορωναίος – καθοδηγούμενος έξοχα από τον Γιγιντή – καταθέτει μία υποδειγματική ερμηνεία στον ρόλο του «Κατάθλα». Σκιαγραφεί υπέροχα – χωρίς καμία σοβαροφάνεια - όλες τις πτυχές του ήρωα του, από τη μπλαζέ αδιαφορία του μέχρι τις νευρικές και υπαρξιακές του κρίσεις. Υπακούει στις εμμονές του, συνομιλεί θαρραλέα με τη Νέλλη (τη μύγα – εσωτερική του φωνή), δίνει υπόσχεση στον εαυτό να κάνει αύριο μπάνιο («Ίσως θα ήταν μια καλή ιδέα να κοιμηθώ σήμερα στην μπανιέρα, έτσι ώστε το πρωί να είμαι έτοιμος, να μην χρειάζονται πολλές μετακινήσεις. βαριέμαι αυτά τα πέρα δώθε»). Η ερμηνεία του είναι πραγματικά απολαυστική και καθόλου δήθεν, όπως άλλωστε και όλη η παράσταση.

 

Αξίζει να δείτε τον «Κατάθλα» στο Skrow. Αλλά θα πρέπει να βιαστείτε. Απομένουν μόνο τέσσερις παραστάσεις (απογευματινή και βραδινή τις Δευτέρες 23 και 30 Ιανουαρίου).