Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

Ο Ρόναλντ Χάργουντ γράφει το 1981 τον «Αμπιγιέρ», ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας δραματουργίας που αφορούν τον κόσμο του θεάτρου. Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, καθώς πηγή έμπνευσης αποτέλεσε η εμπειρία του ως αμπιγιέρ του Άγγλου ηθοποιού Ντόναλντ Γούλφιτ. Σε αυτό ο Χάργουντ αποτυπώνει τη διαστροφή του θεατή να κρυφοκοιτάξει πίσω από τα φώτα της σκηνής, στα παρασκήνια, και να νιώσει τα συναισθήματα των ανθρώπων του θεάτρου. Οι θεατές λοιπόν στο εν λόγω έργο γίνονται μάρτυρες κωμικοτραγικών καταστάσεων, που, αν και μοιάζουν με θεατρική παράσταση, δεν είναι. Εκφράζουν την πραγματικότητα.

Στον «Αμπιγιέρ» κυριαρχεί μια σχέση ζωής. Η σχέση του Σερ, ενός τριτοκλασάτου, ξεπεσμένου σαιξπηρικού ηθοποιού-θιασάρχη, που επιμένει να ανεβάζει εναλλασσόμενο ρεπερτόριο με έργα του Σαίξπηρ με σκοπό να διατηρήσει ζωντανό το λόγο του Άγγλου συγγραφέα για τις επόμενες γενιές, και του Νόρμαν, του Αμπιγιέρ του. Ο Νόρμαν είναι πρώην ηθοποιός. Αφοσιώνεται στον Σερ και δουλεύει γι’ αυτόν 16 χρόνια. Πρόκειται για μια σχέση έντονης αλληλεξάρτησης, που αφήνει στο περιθώριο τις άλλες σχέσεις του Σερ στο έργο. Η πλοκή διαδραματίζεται στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε μια επαρχία της Αγγλίας. Ενώ οι βόμβες πέφτουν βροχή και οι σειρήνες δεν παύουν να ηχούν, μέσα στο θέατρο ετοιμάζονται για τη βραδινή παράσταση. Ο Σερ πληροφορείται ότι οι Γερμανοί βομβάρδισαν το θέατρο όπου έκανε το ντεμπούτο του και φωνάζει τον Νόρμαν μέσα σε λυγμούς: «Τα ζώα, βομβάρδισαν το μεγάλο θέατρο στο Πλίμουθ». Ο πόλεμος είναι η αιτία που δεν μπορεί να βρει ηθοποιούς να τον πλαισιώσουν, αφού όλοι είναι στο μέτωπο.

Ο Σερ δεν είναι βασιλιάς όπως πιστεύει, ωστόσο στο θίασό του τον αντιμετωπίζουν σαν βασιλιά, σαν Βασιλιά Ληρ. Δεν είναι ούτε Σερ, όπως μας αποκαλύπτει η Λαίδη. Χρίστηκε Σερ. Δόθηκε απόλυτα στην τέχνη του επί σειρά ετών και έφτασε σε σημείο παραλογισμού και πλήρους ταύτισης με το ρόλο του Βασιλιά Ληρ. Αρνείται να αποδεχτεί τον ξεπεσμό και την αρρώστια του και διώχνει τη Λαίδη, που αγανακτισμένη του ζητά να αποσυρθεί για να μη γελοιοποιηθεί: «Ένας τριτοκλασάτος ηθοποιός είσαι. Δες την κατάντια σου». Και εκείνος της απαντά: «Με εκπλήσσεις, γατούλα μου. Εσύ τα λες αυτά;» Μοναδικός σύμμαχός του ο Νόρμαν, ο Αμπιγιέρ του. «Είσαι καλός φίλος, Νόρμαν. Τι θα έκανα χωρίς εσένα;» εξομολογείται. Και εκείνος αποκρίνεται: «Θα τα καταφέρνατε και μόνος σας μια χαρά». Ο Αμπιγιέρ του τον ντύνει, τον μακιγιάρει, τον εμψυχώνει: «Η δουλειά θα σας κάνει καλά. Στο ταμείο έχει ουρές. Θρίαμβος». Τον θαυμάζει και τον προστατεύει ακόμα και από τις ενοχλητικές εισβολές ανθρώπων που επιθυμούν να μπουν στο καμαρίνι του και να τον ταράξουν. Ο ίδιος μπορεί να είναι ένας αποτυχημένος ηθοποιός, με τον Σερ όμως παίζει το ρόλο της ζωής του, αφού καλείται καθημερινά να λειτουργεί ως έξοχος ηθοποιός απέναντί του, με αποτέλεσμα να του γίνει απαραίτητος. Το ίδιο αισθάνεται και ο Νόρμαν για τον Σερ. Όταν πεθαίνει, λέει: «Εγώ τώρα τι θα απογίνω; Πού θα πάω;» Νιώθει για τον Σερ μια αγάπη βουβή, διόλου προκλητική, και αρκείται στο να ζει στη σκιά του. Η υπερβολική αγάπη όμως δεν απέχει πολύ από το μίσος, έτσι τον βλέπουμε να αλλάζει πρόσωπο και στάση όταν, αφού έχει πεθάνει ο Σερ και θρηνεί, συνειδητοποιεί πως δεν τον έχει μνημονεύσει στην αφιέρωση της ημιτελούς βιογραφίας του με τον τίτλο «Η ζωή μου». Ξεσπά λοιπόν αποκαλύπτοντας έναν άλλο Νόρμαν. «Όφειλες να με αναφέρεις και μένα στην αφιέρωση. Δεν έδινε δεκάρα για μας το κτήνος. Πεθαίνει χωρίς να σκεφτεί κανέναν, παρά μόνο τον εαυτό του», λέει αντικρίζοντας τα ψυχρά και πονεμένα μάτια της Ματζ. «Τον αγαπούσες!»

Η Ματζ είναι η Διευθύντρια Σκηνής του θεάτρου του Σερ, η ψυχή του θιάσου. Μια γεροντοκόρη, εγωίστρια, σκληρή, βαθιά ερωτευμένη επίσης με τον Σερ. Αγωνίζεται στα παρασκήνια προκειμένου να είναι όλα στην εντέλεια. Δουλεύει για τον Σερ 20 χρόνια και, παρόλο που τον θαυμάζει, συμφωνεί με τη Λαίδη ότι πρέπει να αποσυρθεί. Απορρίπτει την προσφορά του να της χαρίσει ένα δαχτυλίδι από εγωισμό και μόνο. Το παίρνει τελικά από το δάχτυλό του όταν εκείνος έχει πια πεθάνει. Συγκλονιστική σκηνή, υπέροχος ο συμβολισμός της (μυστική, παράφορη, παντοτινή αγάπη σε ένα μόνο πρόσωπο).

Ο θάνατος του Σερ είναι το τέλος εποχής για τη Ματζ, τον Νόρμαν αλλά και για τη Λαίδη που ζούσε δίπλα του. Στο άκουσμα του θανάτου του φαίνεται να νιώθει κάποια ανακούφιση.

Η παράσταση «Ο Αμπιγιέρ» στη Β΄ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας κερδίζει τις εντυπώσεις πριν ακόμη ξεκινήσει. Το παρακμιακό σκηνικό (Δημήτρης Πολυχρονιάδης) μας εντάσσει αμέσως στην ατμόσφαιρα του έργου και μας προϊδεάζει για όσα θα διαδραματιστούν επί σκηνής. Βρισκόμαστε στα καμαρίνια των ηθοποιών, αλλά και πίσω από τις κουίντες. Εκεί όπου οι ηθοποιοί αγωνιούν μαζί με τους θεατές για το αν ο Σερ είναι σε θέση να βγει στη σκηνή και να παίξει, ενώ δεν θυμάται ούτε το έργο ούτε τα λόγια του. Τα κοστούμια των ηθοποιών (Βασιλική Σύρμα) συμβαδίζουν με τη συνολική ατμόσφαιρα, που ενισχύεται με τον ιδιαίτερο φωτισμό (Βαλεντίνα Ταμιωλάκη) και τη σωστή μουσική υπόκρουση (Θοδωρής Οικονόμου).

Ο Σερ, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, δεν χρειάζεται συστάσεις. Σεβόμενος το κοινό και τον εαυτό του προσεγγίζει το ρόλο του ναρκισσιστή και ανασφαλή Σερ με σωστές δόσεις συγκίνησης και σαρκασμού. Στην παράσταση ο Σερ λέει: «Για τους κριτικούς νιώθω συμπόνια και οίκτο». Οι κριτικοί, φαντάζομαι, απολαμβάνοντας τον Σερ του Αλέξανδρου Μυλωνά νιώθουν απλώς ανακούφιση.

Για τον Μάνο Βακούση ή αλλιώς Νόρμαν πραγματικά δυσκολεύομαι να εκφραστώ. Τον πρωτοείδα στο έργο «Ο θάνατος και η κόρη» το 1994 και έκτοτε παρακολουθώ τη σιωπηλή-ηχηρή παρουσία του στο χώρο του θεάτρου. Ο Αμπιγιέρ όμως φαίνεται να είναι ο ρόλος της ζωής του, να έχει γραφτεί γι’ αυτόν. Ταυτιζόμαστε μαζί του και κατανοούμε κάθε του συναίσθημα, από το πιο τρυφερό έως το πιο φρικτό. Έχω την αίσθηση πως με την υποκριτική του δεινότητα καλύπτει ακόμα και τον πιο δύσκολο θεατή. Ο μονόλογός του στο τέλος, όταν θρηνεί και ξεσπά, είναι συγκλονιστικός.

Η Άννυ Λούλου στο ρόλο της Λαίδης, της καταπιεσμένης συντρόφου του Σερ που φεύγει ξαλαφρωμένη μετά το θάνατό του, είναι αρκετά πειστική.

Πολύ δυνατή η ερμηνεία της Ευγενίας Αποστόλου ως σκληρής και αδυσώπητης Ματζ. Το ντύσιμο, η κορμοστασιά και η επιβλητική φωνή της σκιαγραφούν μια υπέροχη Ματζ, με δυνατότερη στιγμή της την τελευταία σκηνή με το δαχτυλίδι.

Η καθ’ όλα άρτια αυτή παράσταση βασίζεται στη σπουδαία σκηνοθεσία του Μανώλη Δούνια.

Εν κατακλείδι, αν απομονώσω την ερμηνεία του Μάνου Βακούση, θεωρώ πως το τρίπτυχο σκηνικό-κοστούμια-σκηνοθεσία είναι το κλειδί της συγκεκριμένης παράστασης, καθώς αποτυπώνει την εξαθλίωση του πολέμου και το πώς πραγματικά είναι ο ηθοποιός όταν τα φώτα έχουν σβήσει.

 

 

Video

kart1

Kalomoira2.jpg

Ροή Ειδήσεων

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία