Τελευταία Νέα
Ο Δημήτρης Παγώνης ελπίζει ότι ο «Ίκαρός» του θα πετάξει (συνέντευξη) Μενδώνη: Εντός Οκτωβρίου θα ανοίξουν κινηματογράφοι και χειμερινά θέατρα «Ένα σπίτι από γυαλί»: Μία παράσταση για όλη την οικογένεια, βασισμένη στο έργο του Τενεσσί Ουίλιαμς MANDALAS ART THERAPY: Κερδίστε ένα βιβλίο και ανακαλύψτε τη δύναμη της δημιουργικότητας Βραβεία Νόμπελ: Για πρώτη φορά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακυρώνεται η τελετή με φυσική παρουσία TIME: Οι 100 πιο επιδραστικές προσωπικότητες του 2020 Η παράσταση «Girls & Boys» επιστρέφει για 12 μοναδικές παραστάσεις στο Θέατρο 104 «Meatball#OKEFTES»: Η νέα κωμωδία στο Θέατρο Αλίκη υπόσχεται πολύ γέλιο Ο μύθος του «Ίκαρου» «ζωντανεύει» στο Θέατρο Ροές Πίντερ, Πίντερ…είσαι εδώ; Βαρύ πένθος για την Μιμή Ντενίση... Μυθολογία για παιδιά: Κερδίστε το βιβλίο της επιλογής σας «Missing Nature; Téchne in Illuseum»: Μια εβδομάδα σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης στην καρδιά του Βερολίνου «Το Σχολείο της Ανυπακοής» για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Red Jasper Cabaret Theatre Ξανά στους δρόμους οι εργαζόμενοι στον Πολιτισμό
 

Από τη Μυρτώ Παπαϊωάννου

 

Οι «Λαντζέρηδες», ή στον πρωτότυπο αγγλικό τίτλο «The Dishwashers», είναι ένα σχετικά πρόσφατο έργο γραμμένο το 2005 από τον βραβευμένο Καναδό θεατρικό συγγραφέα Μορίς Πάνιτς .Το έργο ανεβαίνει  από την ομάδα Νάμα στο Σύγχρονο Θέατρο.

Ο Μορίς Πάνιτς είναι συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης, επονομαζόμενος στον Καναδά ως «άνθρωπος όλων των εποχών». Τα έργα του, συνήθως μαύρες κωμωδίες, διαπνέονται από το παράλογο μέσα στην ωμή πραγματικότητα αλλά και την ευαισθησία, στα πλαίσια ενός υπαρξιακού προβληματισμού. Ο συγγραφέας επιχειρεί να θέτει μέσα σε απλές και καθημερινές συνθήκες των ηρώων του κοινωνικά και φιλοσοφικά ζητήματα της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης, της απομόνωσης, της φύσης του καλού και του κακού, της σχέσης μεταξύ πραγματικού και φανταστικού.

Το έργο του «οι Λαντζέρηδες», μια αλληγορική μαύρη κωμωδία σε μετάφραση του Γιώργου Χατζηνικολάου, καταδεικνύει μέσα από τις συνθήκες ζωής κι αδιάκοπης εργασίας τριών υπαλλήλων που κάνουν τη «λάντζα», τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες όπως αυτές που προκύπτουν στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα και πως μέσα σε αυτό οι άνθρωποι λειτουργούν, αλληλεπιδρούν και δημιουργούν τον μικρόκοσμό τους.

Υπόθεση

Στο υπόγειο ενός πολυτελούς εστιατορίου, ανάμεσα σε δεκάδες στοίβες πιάτων, τρεις λαντζέρηδες εργάζονται στο πλύσιμο των σερβίτσιων έτσι ώστε να τα καθαρίζουν στην εντέλεια, να τα σκουπίζουν και να τα στέλνουν και πάλι πάνω στο εστιατόριο, σε έναν ατέρμονο κύκλο μηχανικής κίνησης και ρουτίνας. Ο Ντρέσλερ είναι ο πιο παλιός κι έμπειρος υπάλληλος και υποδέχεται τον νεοφερμένο Έμετ για να του δείξει την δουλειά. Για τον Ντρέσλερ το πλύσιμο των πιάτων αποτελεί ιδεολογία, τέχνη, ευθύνη και καθήκον , αντιμετωπίζει την εργασία του αυτή σαν κάτι το αξιοσημείωτο. Στον αντίποδα, ο νεαρός Έμετ, έχοντας «εκπέσει» στη θέση αυτή, δυσανασχετεί, δεν συμβιβάζεται με τις επικρατούσες συνθήκες εργασίας και δεν σκοπεύει να μείνει για καιρό σε αυτό το πόστο. Ο γηραιότερος λαντζέρης, δεκαετίες πλύστης σε πολλών ειδών δουλειές, ο Μος,, άρρωστος και ταλαιπωρημένος, δεν μπορεί να προσφέρει πια στην εργασία. Τα αφεντικά τον έχουν απολύσει ήδη, όμως ο Ντρέσλερ φροντίζει αυτό να μη του γίνει γνωστό. Οι τρεις χαρακτήρες, οι σχέσεις και συγκρούσεις που θα αναπτυχθούν μεταξύ τους είναι τα δομικά στοιχεία του έργου αυτού. Στο τέλος θα εμφανιστεί κι ο Μπάροουζ, για αντικαταστήσει τον Έμετ που εγκατέλειψε την δουλειά, δείχνοντας απόλυτα συμβιβασμένος με τη νέα θέση και η ζωή στο υπόγειο συνεχίζει να κυλά με τους ίδιους ακριβώς ρυθμούς.

Η παράσταση

Σ ένα απολύτως ταιριαστό σκηνικό του Γιώργου Χατζηνικολάου, μια κουζίνα με στοίβες πιάτων και δίπλα σακιά με πατάτες, εργαλεία κι εργατικά ερμάρια, μπαίνουμε αμέσως στο κλίμα ενός θλιβερού και σκοτεινού υπογείου, όπου γίνεται η «βρώμικη δουλειά». Οι «κάτω» εξυπηρετούνε τους «πάνω». Η έμπειρη σκηνοθετική ματιά της Ελένης Σκότη επιτρέπει μέσα από την καθημερινή βιοπάλη και τη ρουτίνα, οι αντιλήψεις κι οι φιλοδοξίες των ανθρώπων μέσα στον αγώνα επιβίωσης να φανερωθούν άμεσα, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον για αυτούς. Σε έναν κόσμο βαθιά άνισο, ανάμεσα στους «μεγάλους» και τους «μικρούς», τους προνομιούχους και μη, οι χαρακτήρες μας που βρίσκονται στα πιο χαμηλά, ξεδιπλώνονται σαν σε ψυχογράφημα. Οι κινήσεις των ηθοποιών φορτισμένες σημειολογικά, συνοδεύονται από έντονους διαλόγους γεμάτους μηνύματα. Πίσω από την επαναλαμβανόμενη μηχανική κίνηση της λάντζας, ο απόλυτος κατακερματισμός της ανθρώπινης εργασίας. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι η μουσική και οι άκρως λειτουργικοί ήχοι του Στέλιου Γιαννουλάκη έπαιξαν επίσης σημαντικό ρόλο, καθώς δημιούργησαν ένα ρεαλιστικό κλίμα ατέρμονης εργασίας, περιβάλλον στο οποίο οι υπάλληλοι καλούνται να ανταπεξέλθουν καθημερινά, μέσα στη δίνη της ρουτίνας τους.

Η προφανής για τους χαρακτήρες δυσμενής κοινωνική και ταξική τους θέση συνοδεύεται από και την προσπάθεια για δική τους κοινωνική ιεράρχηση, μέσα στον δικό τους μικρόκοσμο. Η σκηνοθέτιδα δίνει πάντα βάση στις ερμηνείες και την καλή ομαδική δουλειά, κι αυτό είναι καταλυτικής σημασίας για μια τέτοια παράσταση, που απαιτεί συγχρονισμό και συνειδητοποίηση του έργου.

kostas kostis

 

Στον ρόλο του Ντρέσλερ ο Τάσος Κωστής, έφερε σε πέρας το ρόλο του «παλιού». Με πολύ πάθος απέδωσε την κοσμοθεωρία του Ντρέσλερ, την αίσθηση της ευθύνης για το πόστο που έχει αναλάβει χρόνια τώρα. Είναι ενδελεχής, σχολαστικός και με πλήρη απουσία ταξικής συνείδησης. Αξιώνεται μια πολυθρόνα μόνο για κείνον, έναν υποτυπώδη κήπο, είναι εκείνος που μπορεί να «μιλάει στα αφεντικά» και νιώθει ότι κατέχει μια εξουσία έναντι των άλλων. Παλεύει να «συνετίσει» τον Έμετ να αποδεχτεί την κατάσταση ως έχει. Η ερμηνεία είναι βαθιά και ζωηρή σε πολλά επίπεδα. Η εμπειρία του ηθοποιού είναι φανερή, καθώς καταφέρνει να αποδώσει τον απόλυτο συμβιβασμό σε κάθε του πράξη αλλά παράλληλα με πολλή φυσικότητα δείχνει να είναι ευχαριστημένος με τη ζωή του αυτή, με τις μικρές χαρές που ο ίδιος εξασφαλίζει στον εαυτό του, νιώθοντας δημιουργεί εκείνος τους όρους ζωής που επιθυμεί.

Στον ρόλο του Έμετ, ο Γιάννης Σαρακατσάνης, ο οποίος παρά την φιλότιμη προσπάθεια, δεν καταφέρνει δυστυχώς να αποδώσει τον χαρακτήρα σε όλο του το εύρος, σε έναν ρόλο που απαιτούσε γνήσιο πάθος και νεύρο, καθώς ο Έμετ ήταν ο μοναδικός χαρακτήρας που μεταπηδά πολλοστές φορές κοινωνική θέση και καταλήγει στα «ψηλά» κι είναι ένας ρόλος από τον οποίο θα περιμέναμε να δούμε κάτι παραπάνω. Δίνει σε κάποια σημεία την εντύπωση πως δεν αλληλεπιδρά επαρκώς με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, παρά την κατά τα άλλα πολύ δεμένη ομάδα, γεγονός που προκαλούσε συχνά μια αμηχανία ως προς το συνολικό αποτέλεσμα.

lange

 

Στον ρόλο του ηλικιωμένου και ταλαιπωρημένου Μος, ο Κώστας Λάσκος, με μια συγκινητική και πολύ δυνατή παρουσία. Με τα βλέμματά του, τη δραματική του φιγούρα και κίνηση απέδωσε άψογα τον Μος. Μια ζωή πλύστης, κουρασμένος κι αποκαμωμένος, σέρνεται και συνεχίζει να θέλει να εργάζεται, καθώς είναι το μόνο που γνωρίζει να κάνει, παραιτημένος από κάθε προσδοκία για τον εαυτό του. Πολλές φορές έχει και μια κωμικότητα μέσα στα γηρατειά και την ανημπόρια του. Η παρουσία του Μος καθόλη τη διάρκεια της παράστασης κατάφερε και ήταν καταλυτικής σημασίας, ακόμα κι όταν σώπαινε. Ήταν μια ξεχωριστή ερμηνεία από τον Κώστα Λάσκο.

Ο Αλέξανδρος Μανωλίδης ως Μπάροουζ, εμφανίζεται στο τέλος, για να αντικαταστήσει τον Έμετ. Με την γλώσσα του σώματός του κυρίως, καθώς μιλά ελάχιστα, ερμηνεύει το ρόλο ενός πειθήνιου λαντζέρη, πρόθυμο να κάνει ό, τι απαιτεί η δουλειά του κι οι υποδείξεις του Ντρέσλερ.

Πρόκειται για μια έξυπνη κι ευχάριστη μαύρη κωμωδία, με πολλές κοινωνικές κι ανθρωπολογικές προεκτάσεις και κυρίως αποτελεί αφορμή για στοχασμό πάνω σε ζητήματα υπαρξιακά, ταξικά. Οι Λαντζέρηδες μας δημιουργούν ερωτήματα όπως πότε και που είμαστε χαρούμενοι, ποιο είναι το νόημα της ζωής μας κι αν τελικά μπορούμε να είμαστε ή όχι σίγουροι ότι υπάρχει κάτι τέτοιο.

 

 Από τη Γιώτα Δημητριάδη 
 
 
 Η «Βασίλισσα της ομορφιάς» (Beauty Queen of Leenane) του Ιρλανδού συγγραφέα Μάρτιν ΜακΝτόνα παρουσιάστηκε, για πρώτη φορά, στην Ελλάδα από τον Θύμιο Καρακατσάνη, τη σεζόν 1997-1998 με τον τίτλο «Ωραία μου βασίλισσα», στο θέατρο «Μπροντγουαίη» σε σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου, τον ίδιο στο ρόλο της Μαγκ με Μορίν την Άννα Βαγενά. Μια δεκαετία αργότερα το έργο γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη με  την Έρση Μαλικένζου και Μορίν τη Ναταλία Τσαλίκη στο θεάτρο «Βικτώρια» και σήμερα, δέκα χρόνια, μετά ευτυχεί σε ένα εξαιρετικό ανέβασμα από την ομάδα Νάμα και την Ελένη Σκότη.
 
Στον ελληνικό κοινό ο συγγραφέας έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής και με τον «Πουπουλένιο» (The Pillowman) (πρώτο ανέβασμα στο Θέατρο Αμόρε σε σκηνοθεσία Βίκυς Γεωργιάδου), μεγάλη θεατρική επιτυχία της σεζόν  2013-2014 στο Θέατρο Αθηνών, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη.
 
Ο ΜακΝτόνα ξεχώρισε όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με τη συγγραφή θεατρικών έργων. Αρχικά έγραψε 22 έργα για το ραδιόφωνο (απορρίφθηκαν όλα από το BBC) κι αρκετά σενάρια. Η επιτυχία ήρθε στα 25 του χρόνια με την «Βασίλισσα της ομορφιάς» κερδίζοντας τέσσερα βραβεία Τόνι. Το κείμενο γράφτηκε σε μια εποχή που κυριαρχούσε το λεγόμενο In-Yer-Face Theatre, ένα είδος που ερευνά τη σύγχρονη ζωή με επιθετικό, βίαιο και ασυμβίβαστο τρόπο. Παράλληλα, είναι εμφανής κι η επιρροή της Ιρλανδικής καταγωγής του συγγραφέα, μια χώρας που ζούσε κάτω από την καταπιέση των Άγγλων. Στα έργα του τα δραματικά στοιχεία εναλλάσονται μ' έναν κωμικό παραλογισμό και με στοιχεία αστυνομικού μυστηρίου.
 
Επηρεασμένος από τον Στάινμπεκ («Ανθρωποι και ποντίκια») και τον Ντοστογιέφσκι («Εγκλημα και Τιμωρία»), ο ΜακΝτόνα δημιουργεί  ολοκληρωμένους χαρακτήρες, που καλούνται να κονταρομαχήσουν έντεχνα επί σκηνής. Ο ΜακΝτόνα συγκρίθηκε με συγγραφείς όπως η Σάρα Κέιν κι ο Μαρκ Ρέιβενχιλ, των οποίων τα έργα σόκαραν το κοινό και προκάλεσαν συζητήσεις. Η Βασίλισσα της Ομορφιάς αποτελεί το πρώτο μέρος της «Τριλογίας της Κοννεμάρα» μαζί με τα έργα «Το κρανίο της Κοννεμάρα» (1997) κι «Άγρια Δύση» (2001).
 
Σήμερα, στα 50 του χρόνια έχει στραφεί στην 7η Τέχνη, δηλώνοντας επανειλημμένα πως το σινεμά είναι ο τρόπος έκφρασης που προτιμά. Η πρώτη του δουλειά στον κινηματογράφο έγινε το 2004, γράφοντας και σκηνοθετώντας την ταινία μικρού μήκους «Six Shooter», η οποία βραβεύτηκε με Όσκαρ. Ακολούθησαν οι μεγάλου μήκους ταινίες «In Bruges» (Αποστολή στην Μπριζ) (2008), «Επτά ψυχοπαθείς» (2012) και «Τρεις Πινακίδες έξω απ’ το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» (2017), που τιμήθηκε με βραβεία BAFTA, Satellite, Χρυσές Σφαίρες, καθώς και με επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ.
 
Υπόθεση
 
Ας επιστρέψουμε όμως, στη «Βασίλισσα της ομορφιάς». Η υπόθεση διαδραματίζεται σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ιρλανδίας, σ' ένα απομονωμένο σπίτι, ψηλά στο βουνό, στις αρχές της δεκαετίας του '90, όπου δύο γυναίκες ζουν μόνες τους: η ηλικιωμένη αυταρχική Μαγκ Φόλαν κι η 40χρονη κόρη της Μορίν, η οποία την φροντίζει. Η σχέση τους είναι μια σχέση αγάπης και μίσους, που κάνει τη συμβίωσή τους σχεδόν αφόρητη σε έναν ανελέητο αλληλοσπαραγμό. Τη ζωή τους θα ανατρέψει η εμφάνιση του Πάτο Ντούλυ, ενός άνδρα που επιστρέφει για λίγο στην πόλη του έχοντας πάντα στο μυαλό του, είκοσι χρόνια τώρα, τη Μορίν ως τη βασίλισσα της ομορφιάς της μικρής τους πόλης. Είναι, ουσιαστικά, η τελευταία ευκαιρία της Μορίν να αγαπήσει και να αγαπηθεί.
 
 Η παράσταση
 
 
Η Ελένη Σκότη αναδεικνύει μοναδικά αυτό το ρεαλιστικότατο σκληρό δράμα, οδηγώντας τους ηθοποιούς της σε εντυπωσιακά ειλικρινείς ερμηνείες, αφήνοντας πάντα ένα παράθυρο ανοιχτό στο «μαύρο χιούμορ», μέσα στο οποίο σφαδάζει η δραματική κατάσταση των τεσσάρων ηρώων.
Η σκηνοθεσία δημιούργησε μια παράσταση με εξαιρετική ατμόσφαιρα κι εντυπωσιακό ρυθμό κερδίζοντας την προσοχή και του πιο απαιτητικού θεατή, επιτυγχάνοντας την ενσυναίσθηση με όλους τους χαρακτήρες, θύτες ή θύματα σ' ένα γαϊτανάκι ανεκπλήρωτων ονείρων και κατεστραμμένων ζωών, που βυθίζει τους πάντες στο στροβίλισμά του.
 
Εξαιρετική δουλειά έχει γίνει και με το καστ της παράστασης και οι τέσσερις ηθοποιοί δικαιώνουν, με την υποκριτική τους δεινότητα, τους χαρακτήρες του έργου.
 
Η Σοφία Σεϊρλή είναι απολαυστική. Με τα  εκφραστικά της μέσα σ' εγρήγορση  «ζωγραφίζει» ακόμα και στις σιωπές της. Παράλληλα αποφεύγει τον σκόπελο της γριάς καρικατούρας προσδίδοντας στην ερμηνεία της και μια εσανς σκανταλιάρικης παιδικότητας. Μια γυναίκα «δηλητηριασμένη» από τη ζωή, αλλά και «δηλητηριώδης», θύτης και θύμα, που τη σιχαίνεσαι και τη λυπάσαι παράλληλα. Ίσως, η καλύτερη ερμηνεία της ηθοποιού τα τελευταία χρόνια.
 
beauty queen 7311d m
 
Η Αγορίτσα Οικονόμου αποδεικνύει περίτρανα για μια ακόμη φορά ότι ο πραγματικά καλός ηθοποιός είναι εξίσου καλός στην κωμωδία και στο δράμα. Οι εναλλαγές της από το κωμικό στο τραγικό στοιχειό γίνονται τόσο αβίαστα, καθιστώντας την ηρωίδα της ακόμα πιο τραγικό πρόσωπο. Η Οικονόμου με την ενέργειά της σαρώνει τη σκηνή και δεν σ' αφήνει να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της.
 
Οφείλουμε να επισημάνουμε και την εξαιρετική επικοινωνία των δύο κυριών επί σκηνής, χάρις στην οποία χτίζουν  μια «αληθινή» σχέση, μετατρέποντας το κοινό σ' ένα τερέν αλληλοεξόντωσής  τους. 
 
beauty queen 7744d m
 
Άξιοι συμπαίκτες του γυναικείου πρωταγωνιστικού διδύμου ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος (Πάτο) και ο Γιώργος Κατσής(Ρέι). Ο πρώτος χαρίζει στην παράσταση μια άμεση, πικρά χιουμοριστική ερμηνεία κι ο δεύτερος προσθέτει νεύρο και ενέργεια με το νεανικό θράσος του ήρωά του. 
 
Οι σκηνογραφικές λύσεις και τα κουστούμια του Γιώργου  Χατζηνικολάου λειτούργησαν σαν γέφυρα από τη μια σκηνή στην άλλη, εξυπηρετώντας την εξέλιξη της ιστορίας. Προσφέροντας στο κοινό την αίσθηση μια γνήσιας ιρλανδέζικης οικίας, την οποία συμπληρώνουν μοναδικά τα σκηνικά αντικείμενα και φωτίζουν οι καλοδουλεμένοι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου.
 
Η παραδοσιακή ιρλανδέζικη μουσική, που ακούγεται από το παλιό  ραδιόφωνο του σπιτιού  εμπνέει τον μουσικό της παράστασης Στέλιο Γιαννουλάκη. Με έναυσμα αυτήν οι νότες που συνθέτει στα τέσσερα διαφορετικά κομμάτια της παράστασης συμβαδίζουν, μοναδικά, με την ιστορία των δύο γυναικών, χαρίζοντας στην παράσταση μια ουδέτερη μελαγχολία, η οποία χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα συμπληρώνει με ουσιαστικό τρόπο τη δράση, ενεργοποιώντας παράλληλα τη φαντασία του θεατή.
 
Η ομάδα Νάμα έχει χρόνια τώρα ανεβάσει ψηλά τον πήχη κι η «Βασίλισσα της ομορφιάς» είναι μια από τις καλύτερες στιγμές της. Προτείνεται ανεπιφύλακτα.
 
 
 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη

«Δεν είμαστε εμείς προβληματικοί, ο κόσμος είναι γαμημένος»

Η ομάδα Νάμα κι η Ελένη Σκότη μας έχουν συνηθίσει σε παραστάσεις, που ανεβάζουν τον πήχη ψηλά και τις οποίες, τις περισσότερες φορές, το αθηναϊκό κοινό δεν είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει μέχρι σήμερα.

Από το «Αγαπητή Ελένα» Λουντμίλα Ραζουμόβσκαγια, στο ξεκίνημα του Επί Κολωνώ το 2000 (παράσταση που είδαμε και 15 χρόνια μετά) μέχρι τη «Λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» του Κόνορ Μακφέρσον, που συνεχίζεται για δεύτερη σεζόν.

Αυτή τη σεζόν, στο Σύγχρονο θέατρο, τη δεύτερη στέγη της ομάδας, σειρά έχει το έργο του Ντάνκαν ΜακΜίλαν, «People, places & things», το οποίο στη λειτουργική μετάφραση του Γιώργου Χατζηνικολάου μεταφράζεται ως «Με λένε Έμμα». Ο συγγραφέας είναι γνωστός στη χώρα μας από τα έργα του «Πνεύμονες» κι «Όλα αυτά τα υπέροχα πλάσματα».

Η ιστορία θέλει τη Σάρα ή Εμμα ή Λούση μια φιλόδοξη ηθοποιό, κοντά στα σαράντα, εθισμένη σε ναρκωτικές ουσίες, η οποία από τη σκηνή του θεάτρου βρίσκεται σε ένα κέντρο αποτοξίνωσης, προσπαθώντας να ανακαλύψει εκ νέου τον εαυτό της και να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τον κόσμο που την περιβάλλει.

Μέσα σ’ αυτό το ταξίδι αποτοξίνωσης κι αποκατάστασης, παρακολουθούμε ένα έργο -πρόκληση για τη γενναιότητα που απαιτεί η ζωή, που συν-κινεί και τολμά να μιλήσει για «άγριες καταστάσεις» με απλότητα και χιούμορ σε μια ξέφρενη, στους ρυθμούς και στις εναλλαγές, δραματουργία.

Πριν γράψω οποιαδήποτε σχόλιο θα ήθελα να ξεκινήσω με μια καθαρά προσωπική παρατήρηση. Το πόσο σημαντικό και σπάνιο είναι ένα έργο τέχνης, εν προκειμένω, μια παράσταση, ειδικά για εμάς τους επαγγελματίες θεατές, να καταφέρει να σε ταρακουνήσει, να προξενήσει συζητήσεις και, τελικά, να την κουβαλάς για μέρες.

Μια τέτοια περίπτωση ήταν κι αυτό που παρακολούθησα στο Σύγχρονο Θέατρο, μια παράσταση με την ψυχοφυσιολογική ή ψυχοθεραπευτική έννοια της αριστοτελικής «κάθαρσης» για την τραγωδία, ένα τραγικό θέαμα, το οποίο ξαλαφρώνει την ψυχή των θεατών, γιατί με την επενέργειά του τα συναισθήματα του ελέου και του φόβου αποβάλλουν ό,τι επιβλαβές και καταθλιπτικό περιέχουν, και μετουσιώνονται σε διαθέσεις ήρεμες, δημιουργώντας ένα αίσθημα ανακούφισης κι ευφορίας.

Το «Με λένε Έμμα» σου χτυπάει διακριτικά την πλάτη και σου λέει: «Δεν είσαι μόνος, δεν είσαι ο μόνος» και, φυσικά, δεν μιλάμε μόνο για τις ομάδες των θεατών, οι οποίοι μπορεί να έχουν βιώσει εξάρτηση με ναρκωτικά ή αλκοόλ, αλλά για τον μέσο άνθρωπο, ο οποίος κατά κανόνα, παλεύει με κάποια είδους εξάρτηση: υλική, συναισθηματική, ψυχική.

Η Ελένη Σκότη, με τη σκηνοθεσία της, ακολουθώντας τον προσφιλή δρόμο του ρεαλισμού, κατάφερε να προσεγγίσει, σε πάρα πολλές σκηνές, αρκετά πειστικά τα αδιέξοδα της ηρωίδας, αλλά και το τέλμα μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Εξαιρετική δουλειά, έχει γίνει αναφορικά με τη ρεαλιστική απεικόνιση, τον τρόπο που δουλεύουν οι ομάδες απεξάρτησης των «12 βημάτων» της ανάκαμψης του ασθενούς.

Από την παραμικρή λεπτομέρεια, που αφορά το άγγιγμα του θεραπευτή στον θεραπευμένο, το οποίο δεν είναι ούτε ερωτικό, ούτε φιλικό, αλλά απλά επισημαίνει τη στήριξή του, μέχρι το παιχνίδι ρόλων και το ανθρώπινο κύκλο, που κλείνει τις συναντήσεις.

Κάποιες αστοχίες, όμως, δεν έλειψαν. Η σκηνοθεσία υποπίπτει σ’ ένα μοιραίο λάθος, αφού χρησιμοποιεί σε υπερβολικό βαθμό, τόσο σε ένταση, όσο και σε διάρκεια την εύστοχη μουσική του Στέλιου Γιαννουλάκη, προσπαθώντας να εκβιάσει το συναίσθημα του θεατή. Το ηχητικό περιβάλλον σε συνδυασμό με το video art, όχι μόνο δεν μας εντάσσουν στο σύμπαν της απεξάρτησης, αλλά επιτυγχάνουν ακριβώς το αντίθετο.

Αντίθετα, βρήκα εξαιρετικό τον συμβολισμό με τον Γλάρο από το ομώνυμο έργο του Τσέχωφ, στο οποίο πρωταγωνιστεί η Έμμα- Σάρα- Λούσυ, ως ηθοποιός.

Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε μ’ ένα έργο, το οποίο στηρίζεται κατά βάση στον κεντρικό ρόλο. Η Μαίρη Μηνά, με την καθοδήγηση της Ελένης Σκότη, πέτυχε ένα αξιοπρεπέστατο αποτέλεσμα, απέναντι σ’ ένα πολύ δύσκολο υποκριτικό στοίχημα.

Υπήρχαν μάλιστα και σκηνές που κατάφερε, με την εσωτερικότητά της και τη σκηνική της άνεση, να συγκινήσει πραγματικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η δήλωση της αγάπης για το θέατρο, που «σου δίνει την ευκαιρία να μιλάς ποιητικά και να λες λέξεις, που δεν θα έλεγες ποτέ» και λειτουργεί, για εκείνη, σαν ναρκωτικό. Ένα κορίτσι,το οποίο αν δεν βρίσκεται στη σκηνή «είμαι νεκρή δεν ζω», όπως δηλώνει με αφοπλιστική αλήθεια.

Επίσης, με την ερμηνεία της, αξιοποιείται το συγγραφικό εύρημα με την αληθινή ταυτότητα της ηρωίδας (το οποίο δικαιολογεί και τον ελληνικό τίτλο του έργου, ένα σχόλιο ότι η «Έμμα» βρίσκει τον εαυτό της δεχόμενη βοήθεια, σ’ ένα προστατευμένο περιβάλλον κατανόησης). Η Μαίρη Μηνά γίνεται μια αναξιόπιστη αφηγήτρια, τα λεγόμενα της οποίας δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, αν είναι ή όχι αληθινά. Αποτέλεσμα: αυτό το καταστροφικό παιχνίδι να κινητοποιεί το ενδιαφέρον θέασης.

Παρά την αξιοπρόσεκτη προσπάθειά της, μου έλειψε πολύ από τον ρόλο, το στοιχείο της φθοράς, της εξάντλησης, ίσως, γιατί όπως αναφέρεται και στο κείμενο, η ηρωίδα είναι μια γυναίκα κοντά στα σαράντα. Εδώ η φρεσκάδα της Μηνά στάθηκε εμπόδιο. Δεν ακούστηκε στα αυτιά μου σαν φωνή απόγνωσης το «Είμαι απλά ένα γαμημένο ανθρώπινο ον».

Παρ’ όλα αυτά, είμαι σίγουρη ότι παρακολούθησα μια συγκροτημένη και μεστή ερμηνεία, από μια νεαρή ηθοποιό, που σίγουρα θα μας καταπλήξει στο μέλλον.

meleneemma texnes plus

Αντίθετα, η εμπειρία της Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου έλαμψε και στους τρεις ρόλους. Ρόλοι κεντημένοι στη λεπτομέρεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η άνεση με την οποία βγάζει κάποια στιγμή το παπούτσι της ή ο τρόπος που δείχνει στη θεραπευόμενη να αλλάξει θέση.

Ο Γιάννης Λεάκος, δεν περνά απαρατήρητος και στους δύο ρόλους, που ερμηνεύει.

Αρκετά καλός και ο Χάρης Τζωρτζάκης, σ’ έναν ρόλο που διατηρεί το μυστήριο και εξελίσσεται ουσιαστικά επί σκηνής.

Σε ακραία συγκινησιακή φόρτιση αλλά αποδυναμωμένος από τις ουσίες, ο Ανδρέας Κοντόπουλος ερμήνευσε τον ρόλο με μεγάλη ένταση, που ήταν εις βάρος του σκηνικού αποτελέσματος.

Από τον υπόλοιπο θίασο ( Ιωάννα Τζίκα, Μαρίτα Τζατζαδάκη, Έλενα Βακάλη, Λένα Μποζάκη) ξεχωρίζει ο Κώστας Ξυκομηνός στη σκηνή με το παιχνίδι ρόλων, αλλά και ως πατέρας, προσθέτοντας τις απαραίτητες πινελιές μαύρου χιούμορ στην παράσταση.

Το σκηνικό του Γιώργου Χατζηνικολάου, είναι αρκετά λειτουργικό, εξαιρετικό και στο δωμάτιο της ηθοποιού, όμως δεν καταφέρνει να βρει λύσεις σε κάποιες σκηνές κι έτσι το πέρα-δώθε με τις καρέκλες μοιάζει αρκετά αμήχανο.

Μέσα στο πνεύμα της παράστασης, οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, ικανοποιητικοί, όπως και τα σύγχρονα κουστούμια της ομάδα Νάμα.

Εν κατακλείδι, στο Σύγχρονο Θέατρο, ο θεατής γνωρίζει ένα άκρως ενδιαφέρον κείμενο, απόλυτα σύγχρονο, σε μια παράσταση αξιώσεων, η οποία, δυστυχώς, δεν καταφέρνει να απογειωθεί και να ταράξει τα θεατρικά ύδατα, αλλά χαρίζει μια εξαιρετική θεατρική εμπειρία.

 

Διαβάστε επίσης:

Η Φαίη Ξυλά, Η Φαλακρή Τραγουδίστρια Και Ένα Απρόσμενο Διαζύγιο

popolaros banner

popolaros banner

tp250X300PAGAKI

anixnos250x300

warplanes250x300

Video

«Ίκαρος» του Δημήτρη Παγώνη 8,9 και 10 Οκτωβρίου στο Θέατρο Ροές

Ροή Ειδήσεων

sample banner

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία