Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me

 

«Εσύ, πρέπει να προχωρήσεις πολύ περισσότερο από εμένα, αλλιώς, ποιό το νόημα;» φράση, η οποία αν δεν έχει ακουστεί από τα χείλη κάθε μητέρας, έχει γίνει τόσο εμφανής με τη συμπεριφορά και τη στάση της, ακόμα κι ασυνείδητα, που πολύ συχνά νιώθεις το βάρος της να στοιχειώνει κάθε σου βήμα.

Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση μάνας, η οποία επενδύει υλικά και συναισθηματικά στα παιδιά της, ώστε αυτά να ζήσουν «καλύτερα» απ’ ότι εκείνη προβάλλοντας, ουσιαστικά, τα προσωπικά απωθημένα, τους στόχους και τα όνειρά της σε αυτά.

Αυτή η προσδοκία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, είναι ένα από τα βασικά θέματα του έργου «Μη σκοτώνεις τη μαμά» της Σαρλότ Κήτλυ, το οποίο ανεβαίνει στο θέατρο Olvio, σε μια ευέλικτη μετάφραση του Αλέξανδρου Κοέν.

Γραμμένο το 1985, πρωτοπαρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στο Contact Theatrer του Μάντσεστερ το 1987, αποσπώντας το βραβείο Royal Court / George Devine και το βραβείο Manchester Evening News για το καλύτερο νέο έργο.

Ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με μεγάλη επιτυχία, το 1995 από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, στη Θεσσαλονίκη (με τις Λυδία Φωτοπούλου, Ελένη Δημοπούλου, Έφη Σταμούλη, Κυριακή Ματσακίδου).

Στο θεατρικό έργο της Βρετανίδας συγγραφέως η σχέση μητέρας - κόρης μπαίνει στο επίκεντρο και ψυχογραφείται, λεπτομερώς, μέσα από καταστάσεις της καθημερινότητας. Παρακολουθούμε τέσσερις γενιές γυναικών - γιαγιά, μητέρα, κόρη κι εγγονή - που αλληλεπιδρούν μέσα στο πέρασμα του χρόνου, από τη δεκαετία του ’40 μέχρι τη δεκαετία του ’80, στην Αγγλία.

Μια επισκόπηση της γυναικείας ζωής, με τη μητρότητα, την καριέρα, την οικογένεια, τους έρωτες, τη σεξουαλική απελευθέρωση και, πάνω απ’ όλα, το παιδί που κρύβει μέσα της, να προβάλλονται αποσπασματικά, φωτίζοντας παράλληλα τις σχέσεις, που δημιουργούνται μέσα στα χρόνια. Στο έργο δεν υπάρχει χρονολογική σειρά. Μεταφερόμαστε από το μέλλον στο παρελθόν κι αντίστροφα με πολλές εγκιβωτισμένες αφηγήσεις.

Το ζήτημα του χρόνου κι η σκηνοθετική προσέγγισή του είναι ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα της σκηνοθεσίας. Η Ρέινα Εσκενάζυ, όμως, παρά την τηλεοπτική και κινηματογραφική της εμπειρία, μοιάζει αμήχανη στη διαχείριση της κινηματογραφικής δομής του έργου.

Έτσι τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των σκηνών, έχουν μεγάλη διάρκεια, κουράζουν τον θεατή δίνοντας την αίσθηση, ότι ακόμα κι οι τέσσερις ηθοποιοί μπαινοβγαίνουν στην παράσταση με άγχος, χάνοντας χρόνο στο πολλαπλό ερμηνευτικό στοίχημα του κατακερματισμού των ηρωίδων τους και στην απόδοση των συναισθηματικών απαιτήσεων της κάθε ηλικίας, που καλούνται να υποδυθούν .

Ο χρόνος προσχεδιασμού στερεί από την παράσταση τη ροή της κι η απουσία σκηνοθετικής λύσης για ένα έργο τέτοιας δομής, μοιραία, επηρεάζει αρνητικά το συνολικό αποτέλεσμα.

Αντίθετα, η επιλογή των ηθοποιών, μάλλον, σώζει την κατάσταση: η Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, η Πέγκυ Σταθακοπούλου, η Ισιδώρα Δωροπούλου κι η Ελίνα Γιαννάκη μοιάζουν να δένουν ως ομάδα και, παρά τις επιμέρους υπερβολές κι υποκριτικές εξάρσεις, δίνουν ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα, με την πρώτη να ξεχωρίζει για τη δωρικότητα της ερμηνείας της.

Τα σκηνικά του Μιχάλη Σδούγκου είναι λειτουργικά χωρίς, όμως, να δίνουν μια ουσιαστική σκηνογραφική πρόταση. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τα κουστούμια. Η αισθητική ακόμα και των σκηνικών αντικειμένων, όπως για παράδειγμα του παιδικού καροτσιού ή του χαρταετού, μοιάζει φτωχή και πρόχειρη.

Ακόμα κι οι μουσικές επιλογές, όπως το «All we need is love», δεν έχουν σαφή προσανατολισμό, σαν να επιστρατεύονται, απλώς, για να καλύψουν τα χρονικά κενά.

Όλα τα παραπάνω κάνουν ένα έργο, που σ’ άλλη περίπτωση θα μπορούσε να μας αφορά, να μοιάζει σαν συμπαθητικό μελόδραμα, μιας ιστορίας, την οποία έχουμε δει και διαβάσει, πάρα πολλές φορές. Η ανύπαντρη κόρη, μετά από πιέσεις της μητέρας της να βάλει σε προτεραιότητα την καριέρα της, της παραδίδει το τριών μηνών βρέφος της, όπου το παιδί μεγαλώνει θεωρώντας τη γιαγιά του ως μητέρα του. Μετά από χρόνια η μητέρα-γιαγιά πεθαίνει κι εκείνη ανακαλύπτει τυχαία σε κάποια έγγραφα το πιστοποιητικό της γέννησής της.

Μέσα στη λέξη μητέρα ακούγεται η λέξη τέρας αλλά και το μη, το αποτρεπτικό του τέρατος, η ασφάλεια από την απειλή, όπως και στο mother ακούγεται το other, το άλλο, ένα άλλο που, όμως, είναι σε συνεχή γειτνίαση με το όμοιο.

Η σχέση με τη μητέρα μας δεν συνίσταται μόνο από το εδώ και το τώρα, από το τρέχον, από το παρόν, το πιο καθοριστικό της κομμάτι έχει να κάνει με ό,τι παραμένει ψυχικά ενεργό από το παρελθόν.

Όλες αυτές τις ισορροπίες ζωής, που δομούν τη πιο σημαντική σχέση της ζωής μας, δεν καταφέραμε να τις δούμε στο έργο της Σαρλότ Κήτλυ. Με τον τρόπο που ανεβαίνει η παράσταση στο Olvio, ο θεατής εισπράττει μόνο ένα πρώτο επίπεδο, τελείως, επιφανειακό.

 

Από τη Γιώτα Δημητριάδη 

 Από τη Γιώτα Δημητριάδη 

Ένα ξέφρενο πάρτι στήνεται στη σκηνή του θεάτρου Σταθμός. Πάνω στην ξύλινη κατασκευή (σκηνικό Γιάννης Αρβανίτης), η Πέγκυ Σταθακοπούλου με την Τζένη Σκαρλάτου δείχνουν να ξεφαντώνουν. Οι δύο τους είναι φίλες από παλιά, είναι η Κάτια κι η Μαρίκα, ενώ η Βασιλική Τρουφάκου τις ακολουθεί πιο συνεσταλμένα, ίσως, και λόγω της εγκυμοσύνης της Φανής, του ρόλου που υποδύεται.

Ο Μάνος Καρατζογιάννης αφήνει την καρέκλα του σκηνοθέτη για να δώσει τον παλμό στο θίασο. Η πρόβα για τον «Ήχο του όπλου» εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς, καθώς η πρεμιέρα στις 9 Νοεμβρίου, είναι προ των πυλών.

Λίγα λεπτά αργότερα, θα ξεκινήσει ένα πλάγιο φλερτ στα… ρώσικα. Έτσι η Πέγκυ Σταθακοπούλου, ως Κάτια, και ο Σταύρος Μερμήγκης, ως Ηλίας, θα χτίσουν έναν ξεχωριστό σκηνικό κώδικα.

«Δεν τον αγαπάτε πια;» τη ρωτάει εκείνος. «Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η λέξη, για μένα, μια λέξη υπάρχει μόνο, αγωνία» θα του απαντήσει εκείνη.

Μέσα από τα λόγια της Κάτιας συμπυκνώνονται τα υπαρξιακά αδιέξοδά του, έργο της Λούλας Αναγνωστάκη. Οι αγωνίες μιας γενιάς, που έμαθε να επιβιώνει με ήττες, το τραύμα της μοναξιάς και τις ενοχές της.

«Τα θερινά σινεμά» του Κάου Μπόι της ελληνικής μουσικής έριξε την αυλαία του πάρτι. Το κομμάτι που σημάδεψε όσο κανένα τον Λουκιανό Κελαηδόνη ακούγεται από το laptop του σκηνοθέτη κι όλοι οι ηθοποιοί ακολουθούν τους νοσταλγικούς στίχους παρασύροντας κι εμάς που τους παρακολουθούμε από την πλατεία.

prova stathakopoulou mermigis texnes plus 5

 

Όλα όσα διαδραματίζονται παρακολουθεί με καχυποψία, ακουμπισμένος στη γωνία της σκηνής, ο Αγησίλαος Μικελάτος, ο γιος της Κάτιας, ο Μιχάλης. Λίγο αργότερα θα κάνει την είσοδό του στη σκηνή και με βρεγμένο από τη βροχή μαλλί, ο Κώστας Νικούλι, στον ρόλο του Γιαννούκου.

Ο Μάνος Καρατζογιάννης πατά πάλι το play, επιλέγοντας ένα κομμάτι που δένει μοναδικά με την πολιτική κατάσταση που σχολιάζει η Αναγνωστάκη στο έργο. Έτσι από τα ηχεία του υπολογιστή, ακούγεται «Η Katyusha του ΚΚΕ» που κυκλοφόρησαν το 2015, ο Γιάννης Αγγελάκας κι ο Τζίμης Πανούσης και δημιούργησε μεγάλες αντιδράσεις, καθώς πρόκειται για μια παράφραση του ρωσικού τραγουδιού (Κατιούσα) που ήταν και ο αντάρτικος ύμνος του ΕΑΜ.

Ο νεαρός ηθοποιός φτάνει με ορμή στο κέντρο της σκηνής και σαν άλλος χούλιγκαν γηπέδου τραγουδά δυνατά βγάζοντας παράλληλα και την μπλούζα του:

«Με τις κάλπικες επιδοτήσεις

τους μισθούς ντροπής των βουλευτών

πλάι πλάι μαζί με χρυσαυγίτες

ορντινάντσα των καπιταλιστών»

 

 prova stathakopoulou mermigis texnes plus

 

Αυτή είναι μια μικρή γεύση από την πρόβα της σκηνής του πάρτι, από το αγαπημένο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη που ανεβαίνει από το Θέατρο Σταθμός, τιμώντας τη μνήμη της σπουδαιότερης μεταπολεμικής συγγραφέως.

Η υπόθεση του έργου λίγο-πολύ γνωστή:

Παραμονές των εκλογών η Κάτια, Αθηναία δημότης, έρχεται στην Αθήνα από την επαρχία για να ψηφίσει, διαταράσσοντας την καθημερινότητα του δεκαεννιάχρονου γιού της Μιχάλη. Από την παλιά της φίλη Μαρίκα μαθαίνει πως ο Μιχάλης έχει εγκαταλείψει τη σχολή, στην οποία φοιτά και πως ετοιμάζεται να φύγει για την Αμερική, αφήνοντας πίσω την έγκυο κοπέλα του Φανή.

Στην προσπάθειά της να μεταπείσει τον Μιχάλη έρχεται αντιμέτωπη μαζί του. Εκείνος την απειλεί ότι θα αυτοκτονήσει με ένα παράνομο όπλο, που βρέθηκε στα χέρια του από μια μυστήρια ιστορία παρανομίας, στην οποία φέρεται να είναι μπλεγμένος ο δεκαεξάχρονος αδελφός της Φανής, ο Γιαννούκος. Όλα θα συμβούν γρήγορα υπό την απειλή ενός όπλου που δε θα εκπυρσοκροτήσει ποτέ, αλλά θα αλλάξει τη ζωή των ηρώων για πάντα.

 

 

prova karatzogianis texnes plus

 

Τι έχουν, όμως, να μας πουν οι ηθοποιοί κι ο σκηνοθέτης της παράστασης για όσα μέλλει γενέσθαι στη σκηνή του θεάτρου Σταθμός;

Ο Μάνος Καρατζογιάννης, όπως είναι γνωστό, εδώ και χρόνια ασχολείται με την δραματουργία της Λούλας Αναγνωστάκη.

Ο ίδιος μας λέει: «Είναι δεκαπέντε χρόνια που μ’ απασχολεί ο συγγραφικός κόσμος της Αναγνωστάκη. Έχω παίξει σε τέσσερα έργα της κι έχω σκηνοθετήσει άλλα τέσσερα. Έχω βγάλει ένα βιβλίο από τις εκδόσεις Σοκόλη («Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη»), έχω επιμεληθεί την έκδοση του Εντευκτηρίου κι έχω οργανώσει, μαζί με τη Δήμητρα Κονδυλάκη και τον Γρηγόρη Ιωαννίδη, την έκθεση που έγινε το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Αθηνών».

Τι συμβαίνει, όμως, στα έργα της και τον έκανε να εντρυφήσει τόσο πολύ στο συγγραφικό τη σύμπαν;

«Για μένα είναι ένα ρολόι η ίδια η Ανγνωστάκη, ένα ρολόι της ζωής μου. Της οφείλω πάρα πολλά ως σκηνοθέτης, ως ηθοποιός, ως μελετητής κι ως άνθρωπος. Γιατί είχαμε και προσωπική σχέση. Μ’ έναν μοναδικό τρόπο, κάθε φορά, που δοκίμαζα κάτι για πρώτη φορά συνδεόμουν μ’ ένα έργο της. Πρώτη φορά, δηλαδή, έπαιξα στο θέατρο τον Γιωργάκη στην «Κασέτα», πρώτη φορά που σκηνοθέτησα ήταν πάνω σε δικό της έργο, πρώτη φορά που έγραψα. Είναι σαν να με πήρε από το χέρι σ’ όλες αυτές τις πρωτόγνωρες για μένα εμπειρίες. Τώρα εδώ συμβαίνει να έχει φύγει από τη ζωή κι είναι η πρώτη φορά που ετοιμάζω παράσταση με εκείνη απούσα», εξομολογείται ο Μάνος Καρατζογιάννης.

Αλήθεια, όμως, πώς αισθάνεται που αυτή τη φορά δουλεύει ένα θεατρικό της κείμενο, ενώ εκείνη δεν είναι πια μαζί μας;

«Παίρνω μια απόσταση ώστε να την αντιμετωπίσω, ως αυτό που πραγματικά είναι, μια συγγραφέας αντάξια των μεγάλων ευρωπαϊκών φωνών. Για μένα, δηλαδή, δεν είναι μόνο μια Ελληνίδα συγγραφέας, είναι μια συγγραφέας ανάλογη του Τσέχωφ, του Άλμπι κ.λπ, είναι διεθνούς κλίμακας. Δεν είναι τυχαίο ότι κι ο Κουν εκεί την τοποθετούσε και συνέκρινε τον «ήχο του όπλου» με τα κείμενα της τσεχωφικής δραματουργίας ως προς την ευαισθησία και το χιούμορ του έργου», μου λέει με θαυμασμό για τη συγγραφέα.

Όσον αφορά το έργο σημειώνει: «Είναι ένα έργο που συμβολίζει πολύ τον χρόνο και την υπαρξιακή αγωνία γύρω από τον χρόνο που περνά. Γι’ αυτό και είδατε στις πρόβες ότι ακούγεται στην παράσταση το τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη «Τα θερινά σινεμά» που έχει επιλέξει η ίδια για τα νιάτα που περνούν. Είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τον χρόνο, αλλά και την ελευθερία. Πώς διαχειριζόμαστε τον χρόνο; Τι επιλογές κάνουμε σε ιδιωτικό και δημόσιο επίπεδο;»

Ο σκηνοθέτης είχε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τη Λούλα Αναγνωστάκη. Του ζητώ, λοιπόν, να μοιραστεί μαζί μας κάτι από όλα αυτά που θα κρατάει για πάντα στην καρδιά του και συγκινημένος μου λέει: «Είναι πάρα πολλά… Αν υπήρχε άνθρωπος, ο οποίος να μπορούσε να σου δώσει την πιο γήινη συμβουλή αυτός ήταν η Λούλα. Ήξερες ότι είχες κάτι κι εκείνη θα σε συμβούλευε για το καλύτερο, με μια μοναδική ψυχραιμία. Ενώ είχε η ίδια αυτή την αγωνία που εκφράζει κι η Κάτια μέσα στο έργο και της ανυπέρβλητης ευαισθησίας, είχε, παράλληλα, μια πολύ σωστή σύνδεση με την πραγματικότητα. Επίσης, είχε μοναδικό χιούμορ η Λούλα. Κυρίως, όμως, αυτό που θα θυμάμαι είναι ότι ήταν η ίδια και στη δημόσια και την ιδιωτική της ζωή. Αυτό είναι κάτι πολύ σπάνιο, το έχω συναντήσει σ’ ελάχιστες περιπτώσεις καλλιτεχνών στην Ελλάδα, μια από αυτές ήταν εκείνη κι ο Μάνος Ελευθερίου. Άνθρωποι, οι οποίοι αυτό που έδειχναν ήταν και στην πραγματικότητα, όσο κοντά και να πήγαινες δεν έβλεπες κάτι διαφορετικό. Επίσης, είχε μια φοβερή διαίσθηση ως άνθρωπος, σε κοιτούσε κι ένιωθες ότι έφτανε πολύ βαθιά».

Στον Μάνο Καρατζογιάννη, όμως, δεν λείπει μόνο η συγγραφέας κι ο Μάνος Ελευθερίου: «Σίγουρα η παράσταση ανεβαίνει έναν χρόνο μετά τον θάνατο της Λούλας Αναγνωστάκη, αλλά είναι πολύ στη σκέψη μου κι η Χρύσα Σπηλιώτη, με την οποία παίζαμε μαζί σ’ αυτό το έργο πριν μια δεκαετία. Θα το γράψω και στο πρόγραμμα», μου λέει εμφανώς συγκινημένος και γι’ αυτή την απώλεια.

pegi stathakopoulou texnes plus

 

Η Πέγκυ Σταθακοπούλου έρχεται, για πρώτη φορά, στην καριέρα της αντιμέτωπη με έργο της Αναγνωστάκη και δηλώνει ενθουσιασμένη με την ηρωίδα της: «Η Κάτια είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες θεατρικές ηρωίδες. Γιατί είναι ένα πλάσμα, το οποίο φέρει θεατρικά πολλές στιγμές από ηρωίδες της παγκόσμιας δραματουργίας. Υπάρχουν στιγμές, που αισθάνεσαι ότι έχει κάτι από τις ηρωίδες του Τέννεσι Ουίλιαμς, άλλες φορές σου θυμίζει τη Νόρα, άλλες διακρίνεις τσεχωφικά στοιχεία. Είναι μια ύπαρξη πάρα πολύ ευάλωτη κι εύθραυστη, γι΄ αυτό τον λόγο έχει και μια ιδιαίτερη σχέση με το αλκοόλ. Αναζητά την ελευθερία της με κάθε τρόπο, αλλά ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία των ανθρώπων που είναι κουρασμένοι κι αδύναμοι, ώστε να αλλάξουν τη ρότα της ζωής τους».

Τι θα ήθελε, λοιπόν, να αλλάξει η Κάτια; «Τα πάντα! Να φύγει μακριά να ζήσει ελεύθερη. Να μεγαλώσει τα παιδιά της, έξω από το πολύ συγκεκριμένο πρότυπο της οικογένειας, του σχολείου, των σπουδών. Ονειρεύεται το “ανέφικτο” και συνθλίβεται από αυτή τη ζωή. Μ’ αφορμή τη σχέση της με τον γιό της. Εγώ νομίζω, ότι αν δεν ήταν αυτή η σχέση της μαζί του τόσο καταλυτική, ώστε να την οδηγούσε στο θάνατο, σίγουρα θα υπήρχε κάτι άλλο που θα την συνέτριβε. Είναι από αυτά τα πλάσματα που τελικά συνθλίβονται στο τέλος», μου λέει η ίδια, επισημαίνοντας ότι «οι αλλαγές όσο δύσκολες και αν είναι στην πραγματικότητα είναι η ίδια η ζωή».

Όσον αφορά το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και τον τρόπο που φωτίζεται από την ερμηνεία της μέσα στο έργο, η Πέγκυ Σταθακοπούλου δηλώνει: «Νομίζω ότι όπως είναι γραμμένο το κείμενο κι όπως υποστηρίζεται από την ίδια την Αναγνωστάκη, μοιραία είναι πολύ ανάγλυφο. Το ζήτημα είναι η δοσολογία πάνω στην οποία πατάς και πόσο σ’ ενδιαφέρει να του βάλεις έναν προβολέα που θα το έχει σαν υπότιτλο ή θα το αφήσεις να αιωρείται. Γιατί έτσι κι’ αλλιώς στη σχέση των ανθρώπων και δη στις οικογενειακές σχέσεις και, μάλιστα,στη σχέση της μητέρας με τα παιδιά της υπάρχουν ποιότητες αισθημάτων που δεν μπορείς να τις ονομάσεις. Και το λέω κι ως μητέρα που έχω κόρη».

prova o ixos tou opolou texnes plus

Τον Σταύρο Μερμήγκη, θα τον απολαύσουμε σε μια μόνο σκηνή της παράστασης, στο πάρτι: «Ο Ηλίας είναι ένα πρόσωπο κάποιας ηλικίας, έχει σχέση με τη Μαρίκα, τη φίλη της Κάτιας και νομίζω πως, γενικά, τα έχει χαμένα μέσα σ’ αυτή την κατάσταση», μου επισημάνει.

Όσον αφορά την πολιτική κατάσταση της χώρας από τη δεκαετία του 1980, όταν και διαδραματίζεται το έργο μέχρι σήμερα, ο ίδιος μου επισημαίνει: «Η πολιτική κατάσταση έχει αλλάξει. Δεν μπορώ να πω ότι είναι ακριβώς ίδια. Τουλάχιστον, έχουμε περισσότερη γνώση για το τι πραγματικά συμβαίνει, ενώ τότε ήμασταν πιο ιδεολόγοι. Μιλάμε για εποχές και τώρα και σήμερα με φρούδες ελπίδες. Μας παραμυθιάζουν και δημιουργούν στο μυαλό μας μια ουτοπία, η οποία ποτέ δεν έρχεται».

vasiliki troufakou texnes plus

 

Η Τζένη Σκαρλάτου, η Μαρίκα της παράστασης, σημειώνει για τον ρόλο της: «Η Μαρίκα είναι η παιδική φίλη της Κάτιας, είναι αντισυμβατική και απελευθερωμένη. Δεν έχει παντρευτεί και διατηρεί, παράλληλα, σχέση με τον γιο της φίλης της, τον Μιχάλη κι έναν συνομήλικο της. Συναντιέται, για πρώτη φορά, με τη φίλη της μετά από καιρό κι υπάρχει η χαρά της επανασύνδεσης, αλλά υπάρχει και το πρόβλημα με το παιδί που θέλει να φύγει και το οποίο και οι δύο γυναίκες αγαπάνε, με διαφορετικό τρόπο βέβαια. Υπάρχει, όμως, και μια κριτική στάση της Μαρίκας απέναντι στην Κάτια».

Τι γοητεύει την ίδια σ’ αυτό το έργο;

«Το συγκεκριμένο έργο είναι, όσο κι αν ακούγεται κλισέ, διαχρονικό, γιατί άπτεται των ανθρωπίνων σχέσεων. Παρ’ όλο που έχει νύξεις για το πολιτικό status της εποχής που είναι γραμμένο, άνετα μπορείς να το μεταφέρεις και σε μια πιο σύγχρονη εποχή, γιατί εκεί που εστιάζει είναι οι ανθρώπινες σχέσεις και, κυρίως, αυτή η δισεπίλυτη σχέση μάνας και γιού»

agisilaos mikelatos texnes plus

 

Ο Αγησίλαος Μικελάτος, ερμηνεύει τον ρόλο του Μιχάλη κι είναι, η όπως μας είπε, η πρώτη φορά που έρχεται σε επαφή με κάποιο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη. «Αυτό που βλέπω είναι ότι έχει στη γραφή της κάτι πολύ λοξό. Οι χαρακτήρες της, ο τρόπος που γράφει είναι πολύ άμεσος. Τα πολιτικά σχόλια που κάνει, γίνονται όλα με το γάντι, είναι όλα από κάτω».

«Όλοι οι ήρωες της Αναγνωστάκη δεν ζητούν κάτι, το απαιτούν. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Η κυρίαρχη επιθυμία του Μιχάλη είναι να φύγει, να εξαφανιστεί, να μην υπάρχει. Σ’ ένα πολύ κομβικό σημείο του έργου λέει: ‘’Μακάρι να ήμουν αόρατος”. Είναι όλοι πάνω του, δέχεται πιέσεις από παντού κι έτσι η φυγή είναι η μόνη λύση για εκείνον. Ανοίγει, συνεχώς, θέματα και δεν κάθεται να τα αντιμετωπίσει. Αυτό που έχει μάθει να κάνει είναι να σηκώνεται και να φεύγει. Ο υπερστόχος του είναι η Αμερική, ως κάτι πολύ μακρινό και πολύ χαοτικό».

prova agisilaos milelatos texnes plus

 

Αλήθεια όμως πόσο έχει αλλάξει η πολιτική κατάσταση από τη δεκαετία του ’80, όταν και γράφτηκε το έργο;

«Νομίζω ότι δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα. Δεν διαφέρει σε κάτι γι’ αυτό το λόγο και το έργο έχει αυτό το άχρονο στοιχείο, γεγονός που το κάνει και διαχρονικό», επισημαίνει ο Αγησίλαος Μικελάτος.

1C6A9210 1

Αντίθετα η Βασιλική Τρουφάκου είναι η μόνη από τον θίασο, που έρχεται αντιμέτωπη για τρίτη φορά στην καριέρα της με έργο της Αναγνωστάκη (μετά την «Παρέλαση» και το καλοκαιρινό «Εργοστάσιο» στο Φεστιβάλ Αθηνών). «Μ’ αφορμή αυτό το έργο είπαμε ότι θέλουμε να συνεργαστούμε ξανά με τον Μάνο με διαφορετικό τρόπο τώρα, (μαζί είχαν παίξει στην «Παρέλαση» σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολάρι). Είναι ένα καινούργιο κι άγνωστο έργο, αλλά όταν επανέρχεσαι σ’ έναν χαρακτήρα που έχεις δουλέψει, μπαίνεις ξανά στο δικό του σύμπαν κι αυτό έχει ένα ενδιαφέρον, γιατί ξανασυστήνεσαι με κάτι διαφορετικό αλλά που έχει μια κοινή ρίζα. Αυτό είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον για τον ηθοποιό. Μου έχει συμβεί και μ’ άλλους συγγραφείς, όπως ο Ίψεν, γιατί επανέρχεσαι στην ίδια βάση, αλλά φυσικά ερευνάς κάτι διαφορετικό, γιατί είναι άλλοι ήρωες και άλλες ιστορίες».

Η ίδια δείχνει να έχει, ήδη, βάλει στην καρδιά της τη Φανή. Μου λέει χαρακτηριστικά: «Η Φανούλα είναι ένα πολύ ερωτευμένο κορίτσι. Τίμιο με πολύ συμπαγή χαρακτήρα και μια ακλόνητη ιδεολογία, που προσπαθεί μέσα σ’ αυτό το χάος, που περιγράφει η Λούλα Αναγνωστάκη, δηλαδή μιας καινούργιας θέσης πραγμάτων, μιας ρευστότητας που υπήρξε μεταπολεμικά, να επιβιώσει».

prova skarlatou oskar

 Παρόν στην πρόβα και ο αξιαγάπητος Όσκαρ, εδώ με την Τζένη Σκαρλάτου

 

Πιστεύει, όμως, ότι αυτή τη «μεταπολεμική ρευστότητα» την έχουμε αφήσει πίσω σήμερα; «Νομίζω ότι ακόμα ανιχνεύουμε …Δεν ξέρουμε που ακριβώς πατάμε».

Όσο για την εγκυμοσύνη της επί σκηνής μας επισημαίνει: «Ένα από τα πρώτα πράγματα, που είπα στις πρώτες συναντήσεις είναι ότι είναι τρομερό πως αυτή η κοπέλα είναι έγκυος με μια ανειλημμένη απόφαση να ευδοκιμήσει αυτή η εγκυμοσύνη και στην πραγματικότητα κανείς δεν ασχολείται μ’ αυτό. Όλοι όταν το ακούν, κάπως το παρακάμπτουν και νομίζω ότι έχει και συμβολική σημασία. Διότι, όταν στη δραματουργία επιλέγει ο συγγραφέας ένα τέτοιο γεγονός, συνήθως μ’ έναν τρόπο περιστρέφονται τα πράγματα γύρω από αυτό. Αντίθετα, εδώ υπάρχει μια εγκυμοσύνη, την οποία αγνοούν όλοι. Σαν να μην σχετίζεται κανείς τους μ’ αυτό το γεγονός»

prova kostas nikolouli texnes plus

 

Ο Κώστας Νικούλι, τον οποίο οι περισσότεροι θυμόμαστε από τη βραβευμένη ταινία του Πάνου Κούτρα, Xenia, μου συστήνει τον ήρωά του: «Υποδύομαι τον Γιαννούκο, τον αδερφό της Φανής και κολλητό του Μιχάλη. Στο έργο τον παρακολουθούμε να μπλέκει σε μια ιστορία μ’ ένα όπλο, το οποίο βρέθηκε στα χέρια του από έναν άνδρα. Ο ίδιος ο Γιαννούκος αποκαλύπτει ότι αυτός ήταν ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος με α κεφαλαίο. Μέσα από αυτή την ιστορία του όπλου αλλάζει η ζωή του και καταλαβαίνει ότι μπορεί να κάνει τα πράγματα μόνος του, ανεξάρτητος από τους υπόλοιπους. Ταυτόχρονα, όμως, χάνει κι έναν φίλο, τον Μιχάλη, τον μόνο άνθρωπο, που σεβόταν και που ‘’σερνόταν” από πίσω του, όπως αναφέρει και ο ίδιος».

 

prova karatzogiannis stathakopoulou texnes plus

 Το έργο σηματοδότησε την τελευταία σκηνοθετική δουλειά του Κάρολου Κουν, στο Θέατρο Τέχνης, το 1987, με τους: Ρένη Πιττακή, Στράτο Τζώρτζογλου, Κλέωνα Γρηγοριάδη, Μίμη Κουγιουμτζή, κ.ά.

«Ο ήχος του όπλου», όπως έλεγε ο ίδιος ο ιδρυτής του Θεάτρου Τέχνης στην τελευταία συνέντευξή του («Το Βήμα», 8.2.1987) «δεν ακούγεται ούτε μία φορά στη σκηνή. H συχνή αναφορά στο αντικείμενο αυτό που σκοτώνει, εισβάλλει βίαια στον φανταστικό κόσμο των ηρώων του έργου και το μήνυμα που εκτοξεύεται από την κοίτη της γλώσσας είναι μια συνεχής απειλή…»

prova mermigis texnes plus

 Η παράσταση θα κάνει πρεμιέρα στο Θεάτρο Σταθμός στις 9 Νοεμβρίου. 

Η προπώληση έχει ξεκινήσει. Κλείστε το εισιτήριο σας εδώ. 

Την αποκλειστική φωτογράφιση για το texnes-plus έκανε ο Κοσμάς Ινιωτάκης. 

Κείμενο: Γιώτα Δημητριάδη

 

Η καλλιτεχνική εταιρία Μυθωδία (Γεράσιμος Σκαφίδας) παρουσιάζει την παράσταση «Μη Σκοτώνεις τη Μαμά» της Σαρλότ Κήτλυ στο θέατρο OLVIO, από την Τετάρτη 10 Οκτωβρίου.
Η μετάφραση είναι του Αλέξανδρου Κοέν, η σκηνοθεσία της Ρέινας Σ. Εσκενάζυ και πρωταγωνιστούν η Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, η Πέγκυ Σταθακοπούλου, η Ισιδώρα Δωροπούλου, η Ελίνα Γιαννάκη.
 
Το έργο διατρέχει τα εξήντα τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα μέσα από τις ιστορίες τεσσάρων γυναικών (γιαγιά, μητέρα, κόρη, εγγονή). Πρόκειται για ένα σύγχρονο ψυχογράφημα των σχέσεων μητέρας – κόρης. Η μετ’ εμποδίων σχέση τους βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει πιο επικίνδυνη και μοιραία για την εξέλιξη του ανθρώπου σχέση, όσο αυτή της μητέρας με το παιδί της.
 
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Μετάφραση: Αλέξανδρος Κοέν
Σκηνοθεσία: Ρέινα Σ. Εσκενάζυ
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Σκηνικά Μιχάλης Σδούγκος 
Κίνηση: Μόνικα Κολοκοτρώνη
Βοηθός σκηνοθέτη: Ανδρομάχη Παπαδοπούλου
Διεύθυνση και οργάνωση παραγωγής: Αναστασία Γεωργοπούλου
Βοηθός παραγωγής: Έμα Μαυρέλη
 
ΠΑΙΖΟΥΝ: Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, Πέγκυ Σταθακοπούλου, Ισιδώρα Δωροπούλου, Ελίνα Γιαννάκη
 
Θέατρο OLVIO: Ιερά Οδός 67 & Φαλαισίου 7, Βοτανικός. Τηλ: 210 3414118
 
ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ: Τετάρτη στις 18:30, Σάββατο και Κυριακή στις 21:15
 
 
ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ: ΤΕΤΑΡΤΗ, Κανονικό: 15 ευρώ
Μειωμένο (φοιτητές, μαθητές, εκπαιδευτικοί, συνταξιούχοι): 12 ευρώ
ΟΑΕΔ: 10 ευρώ
 
ΣΑΒΒΑΤΟ - ΚΥΡΙΑΚΗ
Κανονικό: 17 ευρώ
Μειωμένο (φοιτητές, μαθητές, εκπαιδευτικοί, συνταξιούχοι): 12 ευρώ
ΟΑΕΔ: 10 ευρώ
 
ΕΙΔΙΚΗ ΤΙΜΗ ΠΡΟΠΩΛΗΣΗΣ: 12 ευρώ (έως την προηγούμενη ημέρα κάθε παράστασης)
 
ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΜΕΧΡΙ 20/09 ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 12 ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΟΑΕΔ 8 ΕΥΡΩ 
 
 
Υπεύθυνος Επικοινωνίας & Δημοσίων Σχέσεων: Αντώνης Κοκολάκης
 

Video

H ομάδα New Lab Theatre Company παρουσιάζει το έργο του Όσκαρ Ουάιλντ «Η Σημασία Να Είναι Κανείς Ειλικρινής»

Κάθε Σάββατο στις 19:00 στο Θεάτρο Αλκμήνη 

Κλείστε τις θέσεις σας εδώ

Ζαχαροπλαστική Καγγέλης

Ροή Ειδήσεων

Kalomoira2.jpg

 

τέχνες PLUS

 

Ποιοι Είμαστε

Το Texnes-plus προέκυψε από τη μεγάλη μας αγάπη, που αγγίζει τα όρια της μανίας, για το θέατρο. Είναι ένας ιστότοπος στον οποίο θα γίνει προσπάθεια να ιδωθούν όλες οι texnes μέσα από την οπτική του θεάτρου. Στόχος η πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση του κοινού για όλα τα θεατρικά δρώμενα στην Αθήνα και όχι μόνο… Διαβάστε Περισσότερα...

Newsletter

Για να μένετε ενημερωμένοι με τα τελευταία νέα του texnes-plus.gr

Επικοινωνία